Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

Dracula: Blood is life. Life is lust. Lust is death.

Καλημερούδια σε όλους!  Καλή εβδομάδα και τα σχετικά!  Λοιπόν λοιπόν, τελειώσαμε και με αυτή την ψηφοφορία, καταφέραμε να συγκεντρώσουμε 35 λαχταριστές ψήφους και τώρα ήρθε η ώρα να δούμε τα αποτελέσματα.  Στην πρώτη θέση (αναμενόμενο) ήταν το "Fight Club" με 17, στην δεύτερη το burtoniko "Τhe Nightmare Before Christmans" με 13, ενώ στην τρίτη θέση έμεινα αρκετές ταινιούλες, όπως το "Fargo", "The Usual Suspects" και το αγαπημένο "Dracula" με 12.  Σήμερα και επειδή τις προαναφερθείσες ταινίες τις έχω ήδη ανεβάσει, θα πούμε μερικά πράγματα για την-hands down- καλύτερη ερμηνεία του Gary Oldman ως απέθαντος Vlad.  Ευχαριστώ και πάλι για την συμμετοχή σας and here we go....


O Jonathan Harker (Keanu Reeves) είναι ένας νεαρός δικηγόρος που λαμβάνει εντολή να επισκεφθεί τον Κόμη Δράκουλα σε ένα ομιχλώδες χωριό της Τρανσυλβανίας.  Εκεί ο Dracula (Gary Oldman) θα τον κρατήσει φυλακισμένο και θα αποφασίσει να ταξιδέψει μέχρι το Λονδίνο, για να γνωρίσει από κοντά (και κατ' επέκταση να κάνει δική του) την αρραβωνιαστικιά του Harker, Mina (Winona Ryder) την οποία ερωτεύθηκε παράφορα με μια μόνο ματιά στη φωτογραφία που κουβαλούσε μαζί του ο Jonathan.  Εκεί με όπλο του την γοητευτική, νεανική του παρουσία και την περιρρέουσα σεξουαλικότητά του, θα αρχίσει να απομυζεί την ζωή από την κοντινή φίλη της Mina, Lucy (Sadie Frost) προκειμένου να φτάσει πιο κοντά στο αντικείμενο του πόθου του.  Ο απέθαντος άρχοντας θα γίνει το νούμερο ένα θήραμα του καθηγητή Abraham Van Helsing (Anthony Hopkins) και οι δυο τους θα εμπλακούν σε μια ύστατη μάχη καλού-κακού, την ίδια στιγμή που η Mina αρχίσει να ερωτεύεται παράφορα τον Κόμη...
Για μια ακόμη φορά ο Francis Ford Coppola πετυχαίνει φλέβα χρυσού με αυτό το adaptation της γοτθικής ιστορίας του Ιρλανδού συγγραφέα Bram Stoker.  Όπως πολύ εύστοχα κατάφερε να κοινωνήσει το είδος της γκανγκστερικής περιπέτειας στο κοινό, με τον "The Godfather", αλλά και της πολεμικής ταινίας (την οποία κατάφερε παράλληλα να ανανεώσει σε ευρύτερο επίπεδο) με το "Apocalypse Now" την δεκαετία του ΄70, έτσι και στις αρχές του '90 πέτυχε για τρίτη φορά την ανανέωση ενός είδους ταινίας η οποία ούτε λίγο ούτε πολύ, έκανε το υποθεσιακό της ντεμπούτο το 1922 με τον"Nosferatu" του F.W Murnau.  Ο Coppola βασιζόμενος στο λογοτεχνικό έργο του 1897, προσπάθησε να μείνει όσο πιο πιστός γίνεται στην ιστορία του Άρχοντα του Σκότους και δημιούργησε έναν τελείως διαφορετικό και πιο σύγχρονο θα έλεγε κανείς Δράκουλα, μακριά από το μοτίβο του απέθαντου-τρωκτικού του Murnau (ο οποίος παραλλήλιζε τον ήρωά του με τους αναρίθμητους αρουραίους που τον ακολουθούσαν, κάνοντας μια έμμεση αναφορά στην 'αρρώστια' του Ά Παγκοσμίου Πολέμου που ξεκλήρισε πόλεις ολόκληρες).  Εξίσου μακριά μένει και από το remake του Werner Herzog του 1979 ("Nosferatu the Vampyre") στο οποίο καθιστούσε τον βρυκόλακά του πιο ευαίσθητο, εύθραυστο και σε αναζήτηση της ανθρώπινης συντροφιάς.  Εδώ ο Dracula είναι μια άλλη ιστορία...


Οι διαφοροποιήσεις στους διάφορους κινηματογραφικούς nosferatu (ας μην ξεχνάμε και τον κλασικότατο "Dracula" που υποδύθηκε ο Bela Lugosi το 1931, αλλά και αυτόν του ξερακιανού Christopher Lee στο "Horror of Dracula" του 1958) μπορεί να προέρχονται από ένα πολιτικό ή κοινωνικό πλαίσιο, σίγουρα όμως παίρνουν σάρκα και οστά στην εμφάνιση του χαρακτήρα και ως προς αυτό, αναμφισβήτητα ο Coppola κλέβει την παράσταση.
Ο Dracula είναι μοχθηρός, σατανικός και βίαιος.  Είναι όμως και γοητευτικός, καλλιεργημένος και (όταν θέλει) ευγενής και ιπποτικός.  Σε αντίθεση με τους προκατόχους του οι οποίοι διψούσαν εξίσου για το αίμα μιας όμορφης δεσποσύνης, εδω ο Άρχοντας του Σκότους οδηγείται σε on screen άκρα προκειμένου να πάρει αυτό που θέλει.  Στην ταινία του Murnau δεν βλέπουμε ποτέ την βία και την ωμότητα που πηγάζει από ένα τέτοιο πλάσμα, ενώ σε αυτή του Herzog όλα γίνονται με τακτ και λεπτότητα.  Στην προκειμένη περίπτωση η έντονη σεξουαλικότητα, το άφθονο αίμα και η λαγνεία αποτελούν μια ρουτίνα για τον πρωταγωνιστής μας, τις νύφες του και όλους όσους έχουν μπλέξει ή πρόκειται να μπλέξουν μαζί του.  Θα μπορούσαμε να πούμε οτι σε ορισμένα σημεία η συμπεριφορά του Dracula που προσφέρει σεξ και ναρκωτικά απλόχερα, με αντάλλαγμα την αιώνια σαρκική επαφή (και οχι μόνο), θυμίζει λίγο την χρυσή εποχή του rock'n'roll τότε που αυτά τα καλούδια ήταν all over the place.  Σαν άλλος 'βασιλιάς' και απελευθερωτής rock star του καταπιεσμένου Λονδίνου, ο Gary Oldman δίνει πολλά, αλλά περιμένει να λάβει ακόμα περισσότερα.


Η ιστορία περιστρέφεται γύρω από την μανία του Δράκουλα να γνωρίσει την όμορφη Mina και η ταινία εκτός των άλλων, πετυχαίνει τον στόχο της εξαιτίας του πολύ επιτυχημένου story που συνδυάζει τον βαμπιρισμό, με τον έρωτα, την αγάπη, την τέχνη και γιατί οχι; το αχαλίνωτο πάθος.  Ο απόγονος της γενιάς των Dracul είναι μια προσωπικότητα με διττή φύση, κάτι που τον καθιστά αποκρουστικό και συμπαθή την ίδια στιγμή στο κοινό.  Διαπνεόμενος από μια έμφυτη ανάγκη να γνωρίσει την νεαρή κοπέλα θα κάνει ότι περνάει από το χέρι του προκειμένου να την κάνει δική του, καταλήγοντας να σπείρει τον θάνατο και τον πανικό προκειμένου να το επιτύχει.  Σίγουρα οι πράξεις του διακατέχονται από υπερβολή και διάφορες εκφάνσεις του ακραίου, αλλά στην τελική τα αισθήματά του είναι αγνά και η ιστορία του δραματική.  Η Mina έχει την ατυχία/τύχη να μοιάζει με την κάποτε αγαπημένη του Dracula, Elisabeta η οποία είχε αυτοκτονήσει θεωρόντας οτι ο Κόμης ήταν νεκρός.  Η αιώνια και άσβεστη αγάπη είναι ένα μοτίβο που κρύβεται καλά στις σκιές του "Dracula" και κάνει την εμφάνισή του σε συγκεκριμένες στιγμές.  Κάπου εκεί η ταινία πετάει και λίγη τροφή για σκέψη, σχετικά με το κάρμα και την μοίρα.  Ο πρωταγωνιστής μας διεκδικεί κάτι που δεν του ανήκει, ή κάτι που από πάντα ήταν δικό του;  Σαφέστατα η ομοιότητα των δυο γυναικών δεν είναι τυχαία, αλλά μάλλον λειτουργεί στην τελική λυτρωτικά για τον Dracula ο οποίος 'σπάει' τα δεσμά της αθανασίας του και ξεκινάει ένα νέο ταξίδι ζωής-θανάτου.  Η αιώνια αγαπημένη του έχει μετενσαρκωθεί στην νεαρή Mina και οι ζωές τους έχουν σφραγιστεί για πάντα μαζί. Αυτή η προσέγγιση έχει σίγουρα κάτι το μελαγχολικό και το σκοτεινά όμορφο, αφού μέσω του έρωτα μπορείς να αναγεννηθείς.  Χωρίς όμως να καταλήγει σε φτηνό ρομάντζο ο Coppola φροντίζει να κρατήσει τις ισορροπίες και να μας σερβίρει τελικά αυτό που μοιάζει να είναι ένα γοτθικό παραμύθι έρωτα και πάθους, λήθης και θύμησης, καλού και κακού, και όλα αυτά παρυσιασμένα στην οθόνη μέσα από μια υπέροχα μακάβρια σκηνοθεσία.


Η στιλιζαρισμένη σκηνοθεσία, οι αντιθέσεις χρωμάτων και η απουσία σύγχρονης ψηφιακής τεχνολογίας (μετά από απαίτηση του ίδιου του Coppola) κάνουν το "Dracula" μια full αρτιστίκ ταινία η οποία παραπέμπει με ευκολία σε πίνακες άλλης εποχής.  Είναι γεγονός οτι μια μεγάλη μερίδα του λέοντος για την επιτυχία και την διαχρονικότητα της ταινίας, οφείλεται στην Γιαπωνέζα σχεδιάστρια κοστουμιών Eiko Ishioka, η οποία κέρδισε και το Oscar για 'Best Costume Design' χάρη στα εκπληκτικά και πραγματικά ευφάνταστα κοστούμια της ταινίας.  Η Ιshioka θεωρείται ως η πιο αναγνωρισμένη σχεδιάστρια στην χώρα της και οι δουλείες της μαρτυρούν ένα μοναδικό ταλέντο στην σύλληψη και τον σχεδιασμό φιλμικών ενδυμάτων.  Η ίδια εκτός από την ταινία του Coppola έχει δημιουργήσει τα κοστούμια για τις ταινίες "The Cell" (2000) (η ολόσωμη, κόκκινη στολή που φοράει η Lopez μοιάζει εκπληκτικά με αυτή του Dracula και παραπέμπει στο...μυϊκό, ανθρώπινο σύστημα), το υπέροχο "The Fall" (2006), αλλά και για τους επερχόμενους "Immortals".  Συχνή είναι και η συνεργασία της με τον σκηνοθέτη Tarsem Singh (που έχει κάνει τις παραπάνω ταινίες), ενω για το 2012 ετοιμάζουν μια παραλλαγή της Χιονάτης με κοστούμια από άλλον πλανήτη.
Γοτθική αισθητική, αισθαντική μουσική και πίστη σε μια effect free παραγωγή κάνουν τον "Dracula" μια ταινία για όλες τις αισθήσεις.  Εμπνευσμένος από τους πίνακες του Gustav Klimt και κάνοντας εμφανές το γεγονός οτι η ταινία κινείται σκηνοθετικά πάνω σε καλλιτεχνικές ράγες, δε μπορεί παρά να θαυμάσει κανείς την λεπτομέρεια και την τέλεια απόδοση επί της οθόνης του φοβικού 19ου αιώνα.


Από ερμηνευτικής πλευράς δεν έχουμε να πούμε και πολλά καθώς όλη η ταινία είναι ο Gary Oldman.  Μέσα από το μακιγιάζ και τις στρώσεις υφάσματος δίνει τον καλύτερό του εαυτό και γίνεται απλά ο Dracula.  Ομιλία, χειρονομίες, βλέμμα, όλα παίζουν στο full και ο Oldman δίνει ίσως την καλύτερη ερμηνεία της μέχρι τώρα καριέρας του.  Εξάλλου είναι από αυτούς τους ρόλους οπού ταυτίζεις άμεσα ηθοποιό και ερμηνεία, και αυτό δεν χωράει καμία αμφιβολία.  Τρομακτικός, λάγνος και αιώνιος είναι η προσωποποίηση του σεξουαλικού Δράκουλα.  Στο πλευρό του η Ryder ως μήλον της έριδος, είναι πολύ καλή και δεν ξεφεύγει από το μοντέλο των αθώων και ευγενών γυναικών/κοριτσιών που συνήθιζε μέχρι τότε να υποδύεται στις ταινίες της.  Ας μην ξεχνάμε και το μικρό αλλά θανατηφόρο πρώτο πέρασμα της Monica Bellucci από ταινία ως μια εκ των νυφών, η παρουσία της οποία αν και μικρή, μάλλον έμεινε καρφωμένη στα ανδρικά μυαλά για πολύ πολύ καιρό.  Στην ουσία όλο το υπόλοιπο cast είναι πολύ καλό, ακόμα και ο Reeves ο οποίος βέβαια θα μπορούσε με την ίδια ξύλινη ευκολία να υποδυθεί και το παλούκι με το οποίο προοριζόταν να παλουκωθεί ο Oldman.  Με τις υγείες του.
Μια κλασική ιστορία αγάπης ή ένα σκοτεινό παραμύθι για τους βαθύτερους πόθους τους ανθρώπου; Όπως και το δείτε το "Dracula" είναι μια ταινία που έδωσε πνοή στην για κάποια χρόνια βαλτωμένη ύπαρξη του πιο famous 'τέρατος' που δημιούργησε ποτέ η λογοτεχνία.  Ερωτική και παθιασμένη, αποδεικνύει πως αρκεί μια δαγκωνιά για να την πατήσεις...

Τι έμαθα από την ταινία:  Οτι ο Gary Oldman με μακρύ μαλλί είναι yummy, οτι όταν παντρευτώ θέλω το νυφικό που φοράει η πιο πιο πάνω κοπέλα (Lucy) στην φωτο και οτι μεταξύ μας έτσι πρέπει να είναι οι βρυκόλακες.  Οχι σαν καχεκτικά σχολιαρόπαιδα με σταφταλιζέ δέρμα, άτριχο στήθος και παλιομοδίτικες συμπεριφορές τύπου "θα σου έπιανα το χέρι και θα πίναμε τσάι" (αν πηγαίνει το μυαλό σας κάπου συγκεκριμένα δε ξέρω, εγω γενικά μιλάω :P )





TRIVIA

  • Σε μια προσπάθεια να προκαλέσει περισσότερο συναίσθημα, ο Coppola φώναζε την Ryder "slut" και "whore" κατά την διάρκεια των γυρισμάτων, στην σκηνή που ο Helsing κάνει τσακωτή την Mina με τον Dracula.
  • Για το αίμα χρησιμοποιήθηκε κόκκινο ζελέ.
  • Καθώς η Mina θυμάται την περασμένη της ζωή ως Elisabeta λέει οτι θυμάται "a land beyond a great forest".  Αυτή είναι και η ακριβής σημασία της λέξης Transylvania.
  • O Coppola εξήγησε αργότερα για ποιον λόγο επέλεξε τον Reeves για την ταινία του.  Ήθελε λέει έναν νεαρό, hot ηθοποιό προκειμένου η ταινία να βρει απήχηση στα νεαρά κορίτσια.  Αυτό θα πει να σε εκτιμούν οι σκηνοθέτες!
  • Στη σκηνή οπού ο Oldman γλύφει τον ματωμένο ξυράφι του Reeves, ήταν στην πραγματικότητα μεθυσμένος!  Η σκηνή μάλιστα γυρίστηκε πολύ μετά τα μεσάνυχτα, για υπάρχει το κατάλληλο mood ανάμεσα στο συνεργείο.
  • Η Sadi Frost έβαψε τα μαλλιά της κόκκινα, προκειμένου να ξεχωρίζει από την Ryder με την οποία είχαν μια κάποια ομοιότητα.  Σε μια σκηνή επίσης που κρατάει ένα πιτσιρίκι στην αγκαλιά της, το παιδάκι ήταν τόσο τρομοκρατημένο από το βαμπιρίστικο μακιγιάζ της, με αποτέλεσμα σκηνοθέτης και ηθοποιός να χρειαστούν να το καθησυχάζουν για αρκετή ώρα πριν περάσουν σε μια ακόμα λήψη.
  • Τα περισσότερα φορέματα της Minas/Elisabeta είναι σε αποχρώσεις του πράσινου, που σε πολλές κουλτούρες θεωρείται το χρώμα της αγάπης, της λαγνείας και της σεξουαλικής επιθυμίας.  Επίσης διακρίνονταν για τα μοτίβα φύλλων που έφεραν, όπως αυτά του δενδρολίβανου που συμβολίζει αγάπη και πίστη (σε μπουκέτα γάμου), αλλά και απώλεια, θρήνο και θάνατο (στα στεφάνια κηδειών)
(Πηγή IMDB)

H TV ΣΗΜΕΡΑ....

ΝΕΤ: 00:30, Good Will Hunting, με τους Matt Damon, Robin Williams, Ben Affleck σε σκηνοθεσία Gas Van Sant.  Ένας νεαρός διάνοια στα Μαθηματικά χρειάζεται την βοήθεια ενός ψυχολόγου προκειμένου να βάλει σε τάξη την ζωή του.


Cu tomorrow!

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2011

What are your favorite movie posters of the '90s? (vol.2)


  • Εντάξει ο Depp έχει πέραση, τι να κάνουμε?
  • Αυτή τη φορά και μετά από την 'φωνή λαού, οργή Θεού' θα σας αφήσω να ψηφίσετε όσα posteraki θέλετε.
  • Και πάντα...have fun : )


1. "Fargo"



2. "The Crow"



3. "The Usual Suspects"



4. "The Iron Giant"



5. "Girl, Interrupted"



6. "Man on the Moon"



7. "Edward Scissorhands"



8. "Magnolia"



9. "Dracula"



10. "Tuvalu"



11. "Reservoir Dogs"



12. "Naked Lunch"



13. "The Matrix"



14. "The Nightmare Before Christmas"



15. "Schindler's List"



16. "Fight Club"



17. "Scream"



18. "Jacob's Ladder"



19. "Cube"



20. "Fear and Loathing in Las Vegas"



Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011

Tokyo Story: A story about life and mortality...

Χαιρετώ!  Λοιπόν σήμερα θα κάνουμε λόγο για μια από τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών-κατα κοινή παραδοχή πάντα.  Ξέρω πως θα περιμένατε κάποια καινούρια ταινία, αλλά προς το παρόν και πέρα από το "La piel que habito" δεν έχω δει κάποια που να μου έχει κινήσει την προσοχή.  Η αλήθεια είναι βασικά οτι υπάρχει μια ακόμη ταινία, την οποία όμως λόγω ατυχών συνεννοήσεων δεν μπόρεσα να δω χθές στην έναρξη του Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου.  Το "Once Upon a Time in Anatolia" είναι μια τούρκικη παραγωγή, που αποτελεί ιδανική επιλογή για λίγο πιο διαφορετικό κοινό, που ψάχνει άλλα πράγματα στις ταινίες, πέρα από την κλασσική, χολυγουντιαννή συνταγή.  Έχω ακούσει θετικά σχόλια, από αύριο βγαίνει και επισήμως στις αίθουσες και θα προσπαθήσω να την δω σύντομα, προκειμένου να ανέβει και στο blog.  Περνάμε τώρα στο ασιατικό αριστούργημα του Yasujiro Ozu, "Tokyo Story".


Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι αποφασίζει να επισκεφτεί τα παιδιά του και τις οικογένειές τους στο Τόκιο.  Εκεί θα έρθουν αντιμέτωποι με την αδιαφορία και τον εγωισμό των παιδιών, καθώς ούτε λίγο ούτε πολύ το ζευγάρι θα γίνει 'μπαλάκι' ανάμεσά τους, σε μια προσπάθεια των μεν να τους φορτώσουν στους δε και τούμπαλιν.  Μόνο η νύφη τους Noriko (Setsuko Hara) η οποία έχει πλέον χηρεύσει, μοιάζει να δείχνει κατανόηση και σεβασμό για τα χρόνια που κουβαλούν στην πλάτη τους οι γηραιοί της οικογένειας.  Όταν αργότερα επιστρέψουν σπίτι τους έπειτα από το ταξίδι στο Τόκιο, η συνειδητοποίηση της εγκατάλειψης και της απομόνωσης από τα παιδιά τους θα είναι πικρή και δύσκολη...
Ο Yasujiro Ozu υπήρξε μια από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες του κινηματογράφου, αν και η αξία του σε παγκόσμιο επίπεδο επήλθε μέσα στην δεκαετία του '70, 10 περίπου χρόνια μετά τον θάνατό του (πέθανε το 1963 σε ηλικία 60 ετών).  Ο Οzu αποτελούσε την αφρόκρεμα του ιαπωνικού κινηματογράφου μαζί με τον Akira Kurosawa και τον Kenji Mizoguchi, ιδιαίτερα την δεκαετία του '50 η οποία χαρακτηρίστηκε ως η εποχή των 'μεγάλων κινηματογραφιστών'.
Χαρακτηριστικό είναι οτι οι σκηνοθέτες αυτοί αν και παρήγαγαν ταινίες την ίδια χρονική περίοδο, εντούτοις διέφεραν αισθητά μεταξύ τους ως προς την επιλογή θεμάτων και σκηνοθεσίας, πράγμα που καθιστούσε τις ταινίες τους χαρακτηριστικά και ξεχωριστά δείγματα κινηματογραφικής αισθητικής, μέσα από τα οποία μπορούσες να αναζητήσεις και να βρείς τον άνθρωπο που καθόταν πίσω από την κάμερα.  Ο Kurosawa έχει μείνει στην ιστορία για τις "jidai-geki" (period times) και "chanbara" (sword fighting) ταινίες του, που περιελάμβαναν απλούς, καθημερινούς και ανθρώπινους χαρακτήρες, που καλούνταν να αντιμετωπίσουν ηθικές και αυτοθυσιαστικές καταστάσεις, μακριά από τα πολυτελή samurai τελετουργικά και τις οπτικά ελκυστικές υποθέσεις άλλων ταινιών.  Στις ταινίες του Kurosawa οι ήρωες έχουν ελαττώματα και θέτουν τις ζωές τους στην πρώτη γραμμή του αγώνα, όπως ακριβώς στο επικό "Seven Samurai" (1954).  Ο Mizoguchi δημιουργούσε χαρακτήρες που σαφέστατα υπέφεραν βαθιά εντείνοντας την ανθρώπινή τους υπόσταση, αλλά φρόντιζε παράλληλα να συνδυάζει τα φαντασιακά στοιχεία και την ιαπωνική, φολκλορική παράδοση, με μεγάλη επιτυχία, όπως στην υπέροχη ταινία του "Ugetsu Monogatari" (1953), οπού ο πρωταγωνιστής ερωτεύεται το φάντασμα μιας αριστροκράτισσας.  Ο Ozu ο οποίος θα μας απασχολήσει σήμερα έπαιζε σε ένα εντελώς δικό του και διαφορετικό ταμπλό από τους υπόλοιπους...


Πιο δραματικός και απλός, ο Ozu είχε ως σήμα κατατεθέν των ταινιών του την εμβάθυνση στις καθημερινές δυσκολίες και αντιξοότητες των ηρώων του.  Άνθρωποι απλοί, χωρίς ιδιαιτερότητες ή χαρακτηριστικά που να τους κάνουν να ξεχωρίζουν από την μάζα, είναι άτομα που εμπλέκονται σε οικογενειακές προστριβές και βιώνουν απογοητεύσεις από τον κοινωνικό τους περίγυρο.  Εμμένοντας στο ίδιο μοτίβο δραματικής καθημερινότητας και δύσκολων σχέσεων, ο Ozu αναπαριστά με γλαφυρό τρόπο θέματα όπως η επίδραση του χρόνου στον άνθρωπο, οι περίπλοκες σχέσεις ανάμεσα σε γονείς και παιδιά, ο γάμος και το ταξίδι των ηρώων του, που έχει συνήθως διττή σημασία (αποτελεί τόσο ένα ταξίδι με συγκεκριμένο προορισμό στα σεναριακά πλαίσια της ταινίας, όσο και ένα ταξίδια αναγνώρισης του εαυτού του κάθε ήρωα και κατανόησης της πραγματικότητας).  Πέρα από το θέμα αυτό καθεαυτό των ταινιών του, ο Ozu φρόντιζε να τοποθετεί χρονικά την ιστορία του στην μεταπολεμική Ιαπωνία, κάνοντας έτσι πιο έντονες τις αντιθέσεις και φυσικά τις αλλαγές που έχουν επέλθει στην παραδοσιακή, ιαπωνική οικογένεια, πριν και μετά τον πόλεμο.  Παραμένοντας πιστός στην ερμηνευτική δυνατότητα των ηθοποιών του, επέλεγε να καθιστά την σταδιακή επίδραση ενός μοντέρνου κόσμου αισθητή, μέσα από τον λόγο, το βλέμμα και την πρόζα των χαρακτήρων/ηθοποιών.  Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι ταινίες του να διέπονται από μια φυσικότητα και ρεαλιστικότητα η δυναμική της οποίας πήγαζε αυτούσια από την πρώτη ύλη της ταινίας: τον ηθοποιό.


Σε έναν κόσμο που αλλάζει μέρα με την μέρα, η παρουσία των διαχρονικών τελετουργικών της οικογένειας, έρχεται σε απότομη αντίθεση με τα πολυάσχολα μέλη της οικογένειας στο "Tokyo Story" (η μια κόρη εργάζεται στο κομμωτήριο, ο γιος είναι γιατρός κ.λ.π) και η εικόνα 'κλωτσάει' κάνοντας το κεντρικό μας, ηλικιωμένο ζευγάρι να βρίσκεται σε μια έκδηλη αμηχανία που τους προκαλείται από το ίδιο τους το αίμα.  Σε καμία άλλη ταινία απ' όσες έχω δει, το χάσμα των γενεών δεν φαντάζει τόσο μεγάλο και η δυσκολία στην κατανόηση συναισθημάτων και πράξεων είναι αμφότερη.  Τα παιδιά έχουν αποκτήσει τις δικές του οικογένειες, δουλειές και σπιτικά, οπότε η εμφάνιση του πατέρα και της μητέρας μόνο προβλήματα δημιουργεί στα πολυάσχολα βλαστάρια τους.  Από την άλλη οι γονείς βλέπουν στην συμπεριφορά τους την αγνωμοσύνη και την αδιαφορία, οχι εξαιτίας της απουσίας της αγάπης, αλλά περισσότερο εξαιτίας της απομάκρυνσης από το παραδοσιακό μοτίβο της οικογένειας με όλα τα μέλη της μαζί comple.  Ο νέος τρόπος ζωής (πιο γρήγορος και απαιτητικός) παρασύρει και απομακρύνει την νέα γενιά, αφήνοντας στο περιθώριο την τρίτη ηλικία που μοιάζει ανύμπορη να ακολουθήσει, θυμίζοντας επιβάτες που έχασαν το τρένο της ζωής προ πολλού. Οι προσδοκίες πέφτουν στο κενό, η προσμονή για την επανασύνδεση με την οικογένεια καταλήγει σε απογοήτευση και η ανάγκη για ύστατη προσφορά, δίνει την θέση της στην αίσθηση του βάρους, έτσι δηλαδή όπως φαίνεται να αντιμετωπίζουν πλέον τα παιδιά τους ανθρώπους που τους έφεραν στον κόσμο...


Αν και εκ πρώτης όψεως και κυρίως σε όσους δεν γνωρίζουν και πολύ περί του ασιατικού κινηματογράφου (καλά μη φανταστείτε, και εγώ τώρα μαθαίνω : ) ), σίγουρα η θεματική του Ozu στην προκειμένη περίπτωση, ίσως και να φαντάζει κάπως βαρετή και 'μια απ' τα ίδια'.  Δεν είναι όμως καθόλου έτσι.  Ο μεγάλος αυτός σκηνοθέτης, δεν έχει μείνει τυχαία στην ιστορία, καθώς εκτός από την εις βάθος ανάλυση των χαρακτήρων του και τη πάλη του ανθρώπου μέσα σε ένα διαρκώς αστικοποιούμενο περιβάλλον, κατόρθωνε να ωθεί την ένταση και το συναίσθημα των ταινιών του μέσα από την χρήση της κάμερας, την οποία-μεταξύ μας- ήξερε να χρησιμοποιεί τεχνηέντως.
Ο Ozu ήταν ένας άνθρωπος που έσπαγε ηθελημένα τα καλούπια της αυστηρά καθορισμένης σκηνοθετικής προσέγγισης μιας ταινίας.  Αρχικά φρόντιζε να σπάει επιμελώς τον 'κανόνα των 180 μοιρών' όσον αφορά το φιλμάρισμα των ηρώων.  Ουσιαστικά σύμφωνα με τον κανόνα αυτόν, όταν μια κάμερα φιλμάρει την συζήτηση για παράδειγμα, ανάμεσα σε δυο άτομα πρέπει να μένει αυστηρά και μόνο στην μια πλευρά της φανταστικής γραμμής που δένει τα βλέμματα των δυο ηθοποιών.  Αυτό ενισχύει την ρέουσα σκηνοθεσία και βοηθάει στην επίτευξη μιας ξεκάθαρης συνοχής.  Σε διαφορετική περίπτωση (όπως δηλαδή κάνει και σε αυτήν την ταινία ο Ozu, ο οποίος χρησιμοποιεί χώρο 360 μοιρών!) προκαλείται ένα προφανές σπάσιμο της όποιας συνοχής και ο θεατή βρίσκεται σε σύγχυση.  Αυτό ακριβώς (το οποίο ονομάζεται και 'πήδημα του άξονα') χρησιμοποιεί στο "Tokyo Story" ο Ozu, προκειμένου να δημιουργήσει μια πιο γνώριμη και οικεία ατμόσφαιρα και να μας εντάξει αποτελεσματικότερα στην καθημερινότητα της οικογένειας.  Στην ουσία χρησιμοποίησε την απαγόρευση του Χολιγουντιανού σινεμά, ως μιας πρώτης τάξεως χρήσιμη, σκηνοθετική τεχνική για να πει αυτά που θέλει και έτσι έχει επικρατήσει οτι το γιαπωνέζικο cinema στο σύνολό του αρέσκεται να κινηματογραφεί με αυτόν τον τρόπο.  Άλλα τεχνάσματα που ενισχύουν οπτικά και σεναριακά την ταινία, είναι οι ηθοποιοί του που μιλούν κοιτάζοντας κατευθείαν στην κάμερα (σαν να μιλούν και να εξομολογούνται στον ίδιο τον θεατή), η στατική παρουσία της κάμερας, η οποία κινείται μόνο μια φορά(!) στην ταινία μας, η εμφάνιση πολλαπλών άδειων πλάνων (μας κάνουν γνωστή και πιο άμεσα αναγνωρίσιμη την καθημερινότητα των ατόμων), το κλασσικό μοτίβο του "pillow shooting" (η κάμερα βρίσκεται πολύ χαμηλά και φιλμάρει τους ήρωες, σαν να αποτελεί την extra, σιωπηλή παρουσία μέσα στον χώρο) και την εμφάνιση πλαισίων (παράθυρα, πόρτες) μέσα στο πλαίσιο του ίδιου του φιλμ.  Όλα αυτά αποτελούν χαρακτηριστικά γνωρίσματα του στιλ του Ozu, κάνοντας τις ταινίες του πραγματικά διαμάντια.


Αφού λοιπόν όλα τα υπόλοιπα δουλεύουν στο ρελαντί στα φιλμ του ασιάτη σκηνοθέτη, γιατί οχι και οι ερμηνείες;
Πάντα θαύμαζα την πίστη αυτών των ανθρώπων σε αυτό που κάνουν και το πόσο πολύ φαίνεται να δουλεύουν για να παράγουν αξιόλογα αποτελέσματα.  Συνεπώς δεν μου προκάλεσε καμία εντύπωση όταν είδα οτι η ερμηνευτική δεινότητα είναι μια παράδοση που διαιωνίζεται εκεί στην χώρα των Χρυσάνθεμων.  Το "Τokyo Story" δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση.  Η φυσικότητα και η απλότητα είναι πολλές φορές ισχυρά 'όπλα' στα χέρια των κατάλληλων ανθρώπων.  Λαμπρό παράδειγμα αποτελεί η Setsuko Hara, στον ρόλο της Noriko η οποία αποτελούσε για πολλά χρόνια (για τρεις περίπου δεκαετίες) μια από τις πιο αγαπημένες και ταλαντούχες ηθοποιούς της Ιαπωνίας.  Είχε συνεργαστεί σε έξι ταινίες με τον μέντορά της Ozu, αλλά και σε άλλες, εξίσου μεγάλων σκηνοθετών όπως ο Kurosawa.  Η ανεπιτήδευτη χάρη και ομορφιά της, την καθιστούσαν ιδανική στην ενσάρκωση της καλής κόρης και της σεβάσμιας γυναίκας, με αποτέλεσμα το παρατσούκλι "The Eternal Virgin" να την ακολουθήσει σε όλη την διάρκεια της καριέρας της, μέχρι και την απότομη αποχώρησή της από το κινηματογραφικό στερέωμα.  Υποκριτικό ταλέντο με τα όλα του η Hara είναι μια πραγματική πηγή συναισθημάτων στο "Tokyo Story".  Στο πλευρό της ξεχώρισα τον Chishu Ryu στον ρόλο του πατέρα, έναν ηθοποιό με τεράστια καριέρα και λαμπρό άστρο.  Εδώ φέρνει στην επιφάνεια την πιο συγκινητική σου πλευρά ως κεφαλή της οικογένειας, και παράλληλα άνθρωπο με αδυναμίες, μοναξιά (εκεί στο τέλος σπάραξε η καρδία μου) και σοφία χρόνων, και όλα αυτά την στιγμή που οι κουβέντες του είναι μετρημένες.  Εξαιρετικός.
Το "Tokyo Story" είναι σίγουρα μια ταινία που πρέπει όλοι να δούμε.  Κλασική, ατόφια σε περιεχόμενο και ανεπανάληπτη.  Δείτε την.

Τι έμαθα από την ταινία:  Οτι οι Ιάπωνες είναι μικροκαμωμένοι Θεοί, οτι υπάρχει τρόπος να κάνεις τα προβλήματα μιας οικογένειας να αποκτούν τεράστιο ενδιαφέρον και οτι αν θες να πεις πολλά και ξέρεις πως να το κάνεις, τότε τα λες με λίγα.  Και αυτό είναι μαγκιά.






TRIVIA

  • Στην ταινία είναι αρκετά ξεκάθαρο οτι ο Ozu παίρνει το μέρος των γονιών.  Δεν είναι λοιπόν καθόλου περίεργο το γεγονός οτι ο Ozu δεν παντρεύτηκε ποτέ και έζησε όλη τη ζωή του στο πλευρό της μητέρας του.
  • Βρίσκεται διαρκώς στο top 10 με τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών.
  • Επειδή η κάμερα ήταν διαρκώς σε χαμηλό ύψος, όλα τα set έπρεπε να κατασκευαστούν αναλόγως προκειμένου να διευκολύνεται αυτός ο τρόπος χρήσης της.
(Πηγή IMDB)




H TV ΣΗΜΕΡΑ....

ΕΤ1: 22:00, Flammen and Citronen.  Ταινία γερμανικής, δανέζικης και νορβηγικής παραγωγής που πραγματεύεται το δράμα δυο αγωνιστών την εποχή του 'B Παγκοσμίου.

STAR: 22:00, Hachico: A Dog's Story, με τους Richard Geere, Joan Allen σε σκηνοθεσία του Lasse Hallstrom.  Η ιστορία φιλίας και αγάπης ανάμεσα σε ένα άνδρα και έναν-πιο γλυκός πεθαίνω- σκύλο.  
Μεταφορά του ομώνυμου γιαπωνέζικου φιλμ (Hackiko Monogatari) του 1987 από τον Seijiro Koyama.

Αύριο μην ξεχνιόμαστε, έχουμε ψηφοφορία favorite movie posters of the '90s vol. 2!  

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

En terrains connus (a.k.a Familiar Grounds): A smart little film from frozen Canada

Hello again! Φαίνεται οτι οι φετινές Νύχτες Πρεμιέρας αποτελούν μέχρι και τώρα ανεξάντλητη πηγή υλικού για εμένα.  Έχω κρατημένες στα τεφτέρια μου μερικές ακόμα ταινιούλες που είχα την τύχη να παρακολουθήσω στο φεστιβάλ και έτσι με μεγάλη χαρά συνεχίζω να τις ανεβάζω ακόμα και τώρα.  Μια από αυτές ήταν και η γαλλικής παραγωγής "En terrains Connus".  Η συγκεκριμένη ταινία μάλλον προκάλεσε χλιαρές αντιδράσεις στο κοινό-με εξαίρεση μερικά ίσως άτομα μέσα στην αίθουσα- και φάνηκε οτι δεν προκάλεσε ιδιαίτερο ενδιαφέρον.  Παρόλα αυτά εγώ την κατατάσσω σε αυτά τα ταινιάκια που ενώ δεν τα έχεις ακούσει ποτέ στη ζωή σου, κάποια στιγμή τα βλέπεις εντελώς τυχαία, και διαπιστώνεις οτι αποτελούν πολύ καλές προσπάθειες ανεξάρτητου κινηματογράφου, ο οποίος βρίσκεται σε μια σχετική άνθιση τα τελευταία χρόνια.  Έτσι κι αλλιώς προορισμός αυτού του blog από την αρχή ήταν η πρόταση ταινιών που δεν είναι και τόσο γνωστές ή της 'πιάτσας'.  Επιστροφή στις ρίζες λοιπόν, με το "En terrains connus".


O Benoit (Francis La Hayne) είναι ένας άνδρας που μοιάζει να έχει μείνει κολλημένος σε μια μεταεφηβική ηλικία, με ανάλογες ανώριμες συμπεριφορές και μια προσωπικότητα που δε σε πείθει-σε πρώτη φάση-οτι μπορεί να αναλάβει σοβαρά τα ηνία της ζωής του.  Όσο για την δημιουργία της δικής του οικογένειας, ούτε λόγος μιας που εξακολουθεί να ζει παρέα με τον τροφαντό, και με προβλήματα υγείας, πατέρα του.  Στον αντίποδα της άγουρης αυτής προσωπικότητας του Benoit, βρίσκεται η αδελφή του Maryse (Fanny Malltte).  Ψυχρή, αγέλαστη και με ελάχιστα λόγια να βγαίνουν από το στόμα της-σε πρώτη φάση- αποτελεί ένα εξαιρετικό δείγμα γυναίκας-ρομπότ, που θα μπορούσε κάλλιστα με λίγο παραπάνω σουλούπωμα, να αποτελεί ιδανική υποψήφια για μια από τις "Γυναίκες του Stepford".  Εγκλωβισμένη σε έναν γάμο με τον καλούλη άντρα της, που όμως φαίνεται να μην της προσφέρει πλέον τίποτα και με την απουσία των παιδιών διάχυτη, η καθημερινότητά της την βαραίνει σαν τεράστια πέτρα, και φυσικά όλα έχουν τον δικό τους αντίκτυπο πάνω της. Όταν μια μέρα ένας άνδρας επισκεφθεί τον Benoit, ο οποίος όπως υποστηρίζει έρχεται από το...μέλλον, προειδοποιώντας τον οτι η αδελφή του θα εμπλακεί σε ένα φοβερό ατύχημα, τότε αυτό θα αποτελέσει την αιτία ώστε τα δυο αδέλφια να έρθουν και πάλι σε επαφή και να ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα αλλάξει τον τρόπο που έβλεπαν μέχρι τότε την ζωή τους...
Ο σκηνοθέτης του "En Terrains Connus" Stephane Lafleur, ντεμπουταρίστηκε το 2007 με την ταινία "Continental, un film sans fusil" το οποίο κέρδισε και το βραβείο καλύτερου, 'First Feature Film' στο αναγνωρισμένο φεστιβάλ του Τορόντο.  Το φετινό του ταινιάκι έκανε και αυτό το πέρασμά του από διεθνή, κινηματογραφικά φεστιβάλ ανάμεσα στα οποία αυτό του Βερολίνου (κερδίζοντας το βραβείο καλύτερου ανεξάρτητου, feature film, γνωστό και ως Prize of the Ecumenical Jury), και φυσικά το δικό μας Athens International Film Festival.  Περιορισμένα ακόμη τα σκηνοθετικά δείγματα του Lafleur, που όμως διαθέτουν την γοητεία και την εναλλακτικότητα των ανεξάρτητων φιλμ.


Η ταινία περιορίζεται σκηνοθετικά σε κλειστούς χώρους σπιτιών και ολίγον από δρόμο, όταν τα δυο αδέλφια ξεκινούν το σύντομο, αλλά ουσιαστικό road trip τους.  Εάν φαντάζεστε έντονη δράση, δυναμικούς χαρακτήρες και αστραπιαίες εναλλαγές διαλόγων, τότε αυτή η ταινία μάλλον δεν είναι για εσάς.  Μιουταρισμένη ερμηνευτικά, όσο και χρωματικά, αυτό το καναδέζικο φιλμάκι αποτελεί έναν μικρό ύμνο στην δυνατότητα του ανθρώπου για αλλαγή και κατά πόσο είναι τελικά κανείς σε θέση να αλλάξει την προδιαγεγραμμένη του μοίρα.   Έχοντας υποψίες βαθύτερων φιλοσοφικών νοημάτων, αλλά χωρίς να το κάνει με τρόπο εντελώς ξεκάθαρο και βαρύ, αρκείται στο να παρουσιάσει την επερχόμενη αλλαγή των χαρακτήρων, μέσα από τις προβληματικές οικογενειακές/ανθρώπινες σχέσεις και το μερίδιο ευθύνης που φέρει ο καθένας μέσα σε αυτές.
Το περιβάλλον μέσα στο οποίο βρίσκονται οι ήρωές μας είναι αποπνικτικό και κατά κάποιον τρόπο δυσοίωνο.  Ο Benoit αδυνατεί να διατηρήσει μια φυσιολογική σχέση με το άλλο φύλο, όπως ακριβώς και η αδελφή του, μετά από αρκετά χρόνια γάμου.  Στην ουσία οι δυο κεντρικοί ήρωες προσπαθούν να αποδεσμευθούν από το παρόν τους και χαρακτηρίζονται από τάσεις φυγής.  Για να γίνει όμως κάτι τέτοιο, είναι απαραίτητο η ταινία να χαρακτηρίζεται από ένα στοιχείο έκπληξης ή από κάποιο γεγονός που θα θέσει σε κίνηση την λήψη αποφάσεων και ενεργειών.  Αυτό ακριβώς το twist συναντάμε υπό την μορφή του μυστηριώδη άντρα από το μέλλον, ο οποίος αποτελεί την σταγόνα που ξεχειλίζει ένα ήδη γεμάτο ποτήρι.


Το ποτήρι αυτό είναι γεμάτο με τις επιθυμίες των ηρώων, τα θέλω, τα μπορώ τους και την έμφυτη ανθρώπινη ανάγκη του να αισθάνεσαι οτι κάτι κάνεις, κάτι προσφέρεις.  Ενισχυμένο σεναριακά από ένα ατύχημα στην εργασία της Maryse και μια σειρά από συμπτώσεις, η ιστορία σιγά σιγά περνάει σε ένα πιο κατανοητό επίπεδο σχετικά με το 'τι θέλει να πει ο ποιητής'.  Η αλήθεια είναι οτι στην προκειμένη περίπτωση ο Stephane Lalfeur χρησιμοποιεί πολύ απλά υλικά για να δώσει σάρκα και οστά στην ιδέα που έχει στο μυαλό του.  Σαφέστατα δεν κάνουμε λόγο για κάποιο αριστούργημα (αν και πολλές φορές τα αριστουργήματα έρχονται από εκεί που δεν τα περιμένεις, χωρίς την συμβολή τεράστιων budget και με τις πλέον απλές ιδέες), χωρίς αυτό να σημαίνει οτι το "En Terrains Connus" δεν είναι μια ταινία που αξίζει να παρακολουθήσει κανείς.  Εξάλλου αν κάτι χαρακτηρίζει τα περισσότερα ανεξάρτητα φιλμάκια είναι η σταθερότητα στον τρόπο και τα μέσα με τα οποία παρουσιάζουν τις ιστορίες τους.  Απλά, κατανοητά και αληθινά.
Έτσι κι εδώ οι ρεαλιστικές απεικονίσεις των χαρακτήρων αποτελούν την βάση της ταινίας.  Καθημερινοί άνθρωποι, με τα προσωπικά τους προβλήματα και έγνοιες, αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι μιας καθημερινής λούπας και του χρόνου που κυλάει ανεμπόδιστα.  Ο Benoit, η Μaryse, ο πατέρας κ.λ.π αποτελούν προσωπικότητες που δεν διαφέρουν από εμένα, εσένα και γενικότερα εμάς, δίνοντας έτσι το πλεονέκτημα στον θεατή να 'μπει' στην θέση τους και να αναρωτηθεί πως θα αντιδρούσε σε παρόμοιες καταστάσεις.  Και επειδή ακριβώς η ζωή δεν είναι μόνο αγώνας, δράμα και φιλοσοφίες, το ξερό χιούμορ εδώ παίζει βασικό ρόλο.


Τόσο από πλευράς στησίματος των ηθοποιών, όσο και από πλευράς χιούμορ, έχεις την αίσθηση σε μερικές σκηνές οτι παρακολουθείς ταινία των Coen (ο Benoit σίγουρα θα υποδυόταν τους ρόλους του Buscemi).  Μαύρο χιούμορ, εμποτισμένο με ατάκες που βρίσκουν εκατό τις εκατό τον στόχο τους και προκαλούν-οποία έκπληξης;- αυθόρμητα το γέλιο, τραγελαφικές καταστάσεις και ήρωες στα πρόθυρα νευρικής κρίσης, συνθέτουν το πρώτο επίπεδο μιας ιστορίας που κάτι θέλει να πει, και αν την πιστέψεις από την αρχή και έχεις υπομονή μαζί της, τότε θα είσαι σε θέση (κάπου προς το τέλος) να καταλάβεις τι.
Η σκηνοθεσία είναι αρκετά ενδιαφέρουσα με ιδιαίτερη έμφαση στα πλάνα των απογυμνωμένων χρωματικά χώρων (το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας χαρακτηρίζεται από σκούρα, ξεπλυμένα χρώματα στους τόνους του λαδί, γκρι, καφέ κ.λ.π), ενώ μεγάλη σημασία δίνεται και στον χώρο του τραπεζιού στο οποίο λαμβάνουν χώρα οι αποκαλύψεις και οι συγκρούσεις της ταινίας (όταν καταφτάνει ο μελλοντικό άνδρας κάνει την προφητεία του καθισμένος στην κουζίνα του σπιτιού, η σύγκρουση του Benoit με την κοπέλα του του ίδιο, όπως και η επική σκηνή του οικογενειακού δείπνου η οποία έχει και το περισσότερο γέλιο ταυτόχρονα).  Ωραίο το επαναλαμβανόμενο συγκρουσιακό μοτίβο, αφού διευκολύνει τον σκηνοθέτη στην παρουσία όλων των ηθοποιών (μέσα σε ένα πλάνο έχουμε όλη την δράση με άλλοτε το κυκλικό τράβελινγκ να κάνει την δουλειά του, ή και η στατική κάμερα να κάνει την δική της, προκειμένου όλοι οι ήρωες να πουν τις ατάκες τους), αλλά και ο τρόπος με τον οποίο επέρχεται η λύτρωση στα εσωψυχικά προβλήματα του κεντρικού διδύμου.  Η αντίθεση εσωτερικού (προβλήματα, εγκλεισμός) και εξωτερικού (αλλαγή πορείας, ανάταση) χώρου είναι εμφανής και λειτουργική.
Το "En Terrains Connus" με φόντο τον παγωμένο χειμώνα του Καναδά, υποψία σασπενσικής ατμόσφαιρας και κάτι από φιλμάκι road trip, είναι μια ενδιαφέρουσα προσπάθεια, με καλό υλικό προκειμένου να σε 'κρατήσει' και να σε ικανοποιήσει.  Αναζήτησέ την.  Αν μη τι άλλο σίγουρα θα διασκεδάσεις με τον ανεκδιήγητα ανώριμο Francis La Hayne και θα πικραθείς και λιγάκι με την όμορφη ερμηνεία της Fanny Mallette, η οποία ήταν έτοιμη να έρθει να μας τα πει και από κοντά στις Νύχτες, ας όψονται όμως τα γυρίσματα της νέας της ταινίας.  Δε πειράζει, την επόμενη φορά.


Τι έμαθα από την ταινία:  Οτι ένα περιστέρι δεν μπορεί να γίνει κοτόπουλο (πόσο μάλλον γαλοπούλα), οτι για να ζεστάνει ένα τζάκι πρέπει να του πετάξεις μερικά ξύλα...καλά κομμένα και οτι ο πρωταγωνιστής Francis La Hayne είναι ο δίδυμος Γάλλος αδελφός του Βρετανού ηθοποιού Noah Taylor.





H TV ΣΗΜΕΡΑ....

ΕΤ1: 22:00, The Boy in the Striped Pyjamas.  Ένας πιτσιρικάς Βρετανός και ένα εβραιόπουλο γνωρίζονται και γίνονται φίλοι την εποχή του 'Β Παγκοσμίου.  Η παιδική αθωότητα μέσα στην αγριότητα του πολέμου.  Όμορφη, αν και πολύ μελαγχολική ταινία, έχει ανέβει και παλαιότερα στο blogaki, οπότε διαβάστε την και...δείτε την :)



Αύριο εδώ με κάτι κλασσικό και πολύ πολύ καλό!

Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2011

La Science des Reves (a.k.a The Science of Sleep): Reality and imagination become one...

Hello!  Εδώ είμαστε και πάλι για να προτείνουμε ταινιούλα και να περάσουμε ένα όμορφο-παρολίγον- 2ωράκι μιας που η διάρκειά της σημερινής είναι γύρω στην μιάμιση ωρίτσα.  Να σας πω επίσης οτι από αύριο ξεκινάει το 24ο Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου σε Απόλλων Cinemax και στο "Μιχάλης Κακογιάννης", το οποίο θα διαρκέσει μέχρι και τις 2 Νοεμβρίου, οπότε ξέρετε ε;...τρέχουμε τώρα!  Στα δικά μας πάλι, σήμερα είπα να ανεβάσω ένα ευχάριστα ιδιόμορφο ταινιάκι που παρακολούθησα μαζί με τις φιλεναδίτσες μου (Μάντυ, Κατερίνα hello!!) το Σάββατο που μας πέρασε.  Όμορφη και ιδιαίτερη, το "The Science of Sleep" (2006) είναι μια ταινία που σου προκαλεί ανάμικτα συναισθήματα και γι' αυτό που είναι, αλλά και γι' αυτό πoυ φαίνεται.  Now, let's start...


O Stephane Miroux (Gael Garcia Bernal) είναι ένας νεαρός με μια φαντασία που καλπάζει (δυστυχώς για εκείνον) τόσο μεταφορικά, όσο και κυριολεκτικά.  Ο Stephane είναι καλλιτεχνική φύση και εργάζεται ως 'κατασκευαστής' των ζωγραφιών που κοσμούν τα επαγγελματικά ημερολόγια, σε μια προσπάθεια να διοχετεύει την αδάμαστη φαντασία του κάπου ουσιαστικά.  Βέβαια φαίνεται να μην τα καταφέρνει και τόσο καλά, με αποτέλεσμα να δηλώνει χομπίστας εφευρέτης σε μια ακόμη προσπάθεια να περιορίσει κάπως το αχόρταγο, καλλιτεχνικό του μυαλό και πνεύμα.  Κάπου ανάμεσα σε όνειρα και πραγματικότητα θα γνωρίσει την νέα του γειτόνισσα, την Stephanie (Charlotte Gainsbourg) μια ενδιαφέρουσα κοπέλα, διαφορετική από τις άλλες που θα του κινήσει την περιέργεια, χάρη στην ανεπιτήδευτη γοητεία και εξυπνάδα της.  Ο Stephane τότε θα βρεθεί μπλεγμένος μέσα σε ένα κουβάρι σουρεαλιστικής πραγματικότητας, ανήμπορος να ξεχωρίσει το αληθινό από το ψεύτικο.  Η σχέση του με την Stephane θα δοκιμαστεί, καθώς ο ίδιος φαίνεται να αντιμετωπίζει ένα πολύ βασικό και ουσιαστικό πρόβλημα: δεν ξεχωρίζει την ονειρική πραγματικότητα, από το πραγματικό όνειρο.  Και αυτό είναι μεγάλο μπέρδεμα...


Ο σκηνοθέτης Michael Gondry προκάλεσε αίσθηση πριν από μερικά χρόνια και συγκεκριμένα το 2004 με την ταινία του "Eternal Sunshine of a Spotless Mind" με πρωταγωνιστές τον Jim Carey και την Kate Winslet.  Η ταινία είχε αγαπηθεί εξίσου από κοινό και κριτικούς, εξαιτίας του έντονα ονειρικού στιλιζαρίσματός της, του puzlling σεναρίου της που έθετε τα γραναζάκια του μυαλού σου σε κίνηση, αλλά και των συγκινητικών ερμηνειών του πρωταγωνιστικού ζευγαριού (ο Carey ήταν απλά υπέροχος).  Κερδίζοντας και το Oscar 'Πρωτότυπου Σεναρίου', ο Gondry αποφάσισε δυο χρονάκια αργότερα να επαναλάβει κατά κάποιον τρόπο αυτή την ονειρική σεκάνς της-καλύτερης για εμένα- προηγούμενης ταινίας του, δίνοντάς της αυτή την φορά παριζιάνικο αέρα και πιο χαλαρή διάθεση στο "La Science des Reves".  Όντας κατά κύριο λόγο σκηνοθέτης μουσικών video clip για μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα παγκοσμίως, όπως οι Daft Punk, Rolling Stones, Radiohead, Massive Attack, White Stripes και εκτελόντας χρέη personal video guru της εκκεντρικής, Ισλανδής μουσικού Bjork, o Gondry δε θα μπορούσε παρά να μεταφέρει τον περίεργο και άκρως φαντασιακό του κόσμου και στα προσωπικά του φιλμ, τα οποία αποτελούν γνήσια δείγματα του πόσο αρμονικά (ή οχι και τόσο) μπορούν να συνυπάρξουν κόσμοι τελείως διαφορετικοί.  Αν και σκηνοθέτησε το πρόσφατο "The Green Hornet" (2011) το οποίο δεν με ενθουσίασε γιατί έμοιαζε να μην έχει την ταυτότητα του ίδιου, εντούτοις δεν μπορώ παρά να συνεχίσω να χαμογελώ με το "Be Kind Rewind" (2008) το οποίο αντιμετώπισα ως ένα υπέροχο, μικρό ταινιάκι και να αρκεστώ στην ελπίδα οτι θα μας χαρίσει κι άλλες τόσο καλές ταινιούλες πολύ άμεσα (κάτι που μάλλον θα επιτευχθεί με το επερχόμενο "The Foam of the Days").


Το χαρακτηριστικό γνώρισμα των ταινιών του-σουρεαλιστικά σκηνικά και vissual effects στο φουλ- εδώ απλά οργιάζουν.  Ο χαρακτήρας που υποδύεται ο Bernal είναι ένα άτομο χαμένο κάπου μέσα στο ίδιο του το μυαλό και την απτή πραγματικότητα, την οποία αντιμετωπίζει περισσότερο σαν εχθρό, παρά σαν μια φυσική κατάσταση μέσα στην οποία ο κάθε άνθρωπος υπάρχει και αναπνέει.  Δεν μπορεί να αποδεσμευτεί από τα όνειρά του τα οποία έρχονται σε διαρκή σύγκρουση με την πεζή καθημερινότητα και αυτό αποτελεί και το βαθύτερο αγκάθι εξαιτίας του οποίου δεν μπορεί στην τελική να έχει μια φυσιολογική ζωή (στα πλαίσια του κοινά αποδεκτού φυσιολογική).  Σε μια δεύτερη ανάγνωση και πέρα από τις υπέροχες εικόνες, τα παραμυθένια πλάσματα και τα μπαμπακένια ταξίδια, ο Stephane ίσως και να διακατέχεται από μια έντονη πνευματική ανισορροπία.  Στην ταινία του Gondry το ψυχοπνευματικό 'πρόβλημα' του πρωταγωνιστή παίζει στο background και θα έλεγε κανείς οτι κρύβεται πίσω από το οπτικό υπερθέαμα που παρουσιάζει ο σκηνοθέτης, μόνο για να ξεπροβάλει λίγο το κεφαλάκι του (το πρόβλημα ντε!) κάπου στο τέλος και εκεί οι όποιες υποψίες σου να επιβεβαιωθούν.  Η αλήθεια είναι πως ο Gondry κάνει πολύ καλή δουλειά στο να αποκρύπτει την ουσία του χαρακτήρα και να τον καθιστά συμπαθή στους θεατές, μια υπερκαλλιτεχνική φύση που δεν χωράει σε καλούπια και τολμάει να ονειρεύεται, πολλές φορές βέβαια περισσότερο απ'οτι θα έπρεπε.  Η δική μου προσωπική ερμηνεία (να τονίσω οτι δεν προσπαθώ να επιβάλω την δική μου οπτική, αλλά περισσότερο την αίσθηση που άφησε σε εμένα η ταινία) είναι οτι έχουμε να κάνουμε με την διαφορετική προσέγγιση μια ασθένειας (θα μπορούσαμε άραγε να το φτάσουμε στα άκρα και να πούμε οτι ο ήρωάς μας διακατέχεται από μια μορφή σχιζοφρένειας;) μέσα από την χρήση εντυπωσιακών σκηνοθετικών τεχνικών, έντονων χρωματικών αντιθέσεων και μιας υποβόσκουσας αίσθησης οτι κάτι δεν πάει καλά με τον Stephane.  Θυμηθείτε λίγο το κορεάτικο (underestimated για εμένα) ταινιάκι του Chan-wook Park, "I'm a Cyborg but that's OK" της ίδιας χρονιάς και θα διαπιστώσετε οτι φέρει πολλά κοινά σημεία με την ταινία του Gondry, ιδιαίτερα όσον αφορά την προσέγγιση των χαρακτήρων.


Η ταινία ξεκινάει με μια χρωματιστή δίνη να γεμίζει την οθόνη εναλλάσοντας διαρκώς τα χρώματά της: πορτοκαλί, μπλε, έντονο κόκκινο, λευκό, διαδέχονται το ένα το άλλο με μεγάλη ταχύτητα μπροστά στα μάτια σου, θυμίζοντας το παιχνίδι στα παλιά λούνα παρκ, εκείνο που έριχνες τις βαφές που ήθελες σε ένα μηχάνημα, πατούσες το κουμπί και αυτές άρχιζαν να περιστρέφονται δημιουργώντας καλειδοσκοπικές εικόνες και 'ξερασμένα' χρωματικά αποτελέσματα.  Κάπου εδώ νομίζω θα μπορούσε να συμπυκνώνεται το νόημα της ταινίας (εάν κάποιος θέλει να αναζητήσει κάτι τέτοιο).  Ο κόσμος του ήρωα, η νοητική του κατάσταση και ολόκληρη η προσωπικότητά του μοιάζουν με αυτή την τόσο αφηρημένη και όμορφη εικόνα.
Ακολουθώντας την ίδια πορεία με την ονειρική παράνοια του νεαρού, ο Gondry παρουσιάζει τον κόσμο του με μαγικές εικόνες.  Θυμίζοντας κάτι από "Amelie" (2001-νομίζω πως πλέον πάμπολλες γαλλικές παραγωγές παίρνουν σκηνοθετικά δάνεια από την ταινία του Jean-Pierre Jeunet) το "La Science des Reves" διαθέτει σκηνές stop motion, animation και φευγάτης, funky αισθητικής που σε ταξιδεύει πότε από δω, και πότε από κει.  Ο πρωταγωνιστής βρίσκεται σε μια διαρκή αλληλεπίδραση με το...μυαλό του, το οποίο είναι στην ουσία ένα δωμάτιο τέλεια ηχομομονωμένο με πολλές πολλές αυγοθήκες!  Μέσα από εκείνον τον εξω-πραγματικό χώρο σκέφτεται (και άρα υπάρχει) ακόμα και όταν κοιμάται ή ακόμα και όταν ενεργεί έχοντας όμως διαφορετικά πράγματα στον νου του.  Το σελοφάν, το μπαμπάκι, το χαρτόνι, το ξύλο είναι όλα υλικά που μπορούμε να συναντήσουμε σε κάποιο νηπιαγωγείο, με τα πιτσιρίκια ολόγυρα να κάνουν ένα σωρό κατασκευές.  Στην προκειμένη περίπτωση το πιτσιρίκι είναι ο Stephane ο οποίος άλλοτε συμπεριφέρεται σαν ενήλικας που διεκδικεί και άλλοτε σαν παιδάκι που κλαίει διαρκώς (γεγονός που ενισχύεται από το πατρικό του σπίτι, αλλά και από το παιδικό του κρεβάτι στο οποίο εξακολουθεί να κοιμάται).  Ο Gondry κάνει εξαιρετική χρήση των διαφορετικών αυτών υλικών, μετατρέποντας την ταινία του σε ένα σύγχρονο παραμύθι με τον ιδανικό 'μικρό' πρίγκιπα ενσαρκωμένο στο πρόσωπο του Bernal.


Από ερμηνευτικής πλευράς το ζευγαράκι αν και δεν έχει εμφανή χημεία, εντούτοις έχει την τύχη να είναι αρκετά ταλαντούχο, πράγμα που κάνει την παρακολούθησή του ευχάριστη και δυσάρεστη ανά στιγμές όταν απαιτείται κάτι τέτοιο από το σενάριο. Ο Bernal είναι πραγματικά γλυκός και αξιολάτρευτος, σαν φοβισμένο μικρομέγαλο που χρειάζεται αγάπη και προστασία.  Είναι και τρελούτσικος όμως και φυσικά έντονα καλλιτεχνική προσωπικότητα.  Υποδύεται αυτή την διττή του φύση με μεγάλη ευκολία, συσσωρεύοντας συγκίνηση και ένταση στα δάκρυα που κυλάνε από τα μάτια του, αλλά και στις στιγμές ξεσπάσματος που δεν είναι πολλές, είναι όμως ουσιαστικές.  Στο πλευρό του η Gainsbourg είναι το κορίτσι της διπλανής πόρτας (κυριολεκτικά) και είναι αξιοπρεπέστατη.  Χωρίς υπερβολές και στημένες αντιδράσεις, καταφέρνει και γίνεται και εκείνη αξιαγάπητη, μπλεγμένη καθώς είναι στον δικό του κόσμο.  Στα ηθοποιϊκά συν προσθέστε και τον Γάλλο Alain Chabat ("Asterix and Obelix meet Cleopatra") στον ρόλο του Guy, του σεξομανή συναδέλφου του Stephane, ο οποίος αποτελεί την κωμική πλευρά της ταινίας, και θα έχετε ένα έτσι ένα ενδιαφέρον cast, σε μια ακόμη πιο ενδιαφέρουσα ταινία.
Όμορφη ταινία, με ζεστασιά και αυθεντικές ερμηνείες, που έχει και το γέλιο της, έχει και τη στεναχώρια της.  Υπέροχη να την βλέπεις και να την σκέφτεσαι, το "La Science des Reves" σίγουρα θα αγαπηθεί από τους fan και θα εκτιμηθεί έτσι κι αλλιώς από όλους τους υπόλοιπους.

Τι έμαθα από την ταινία:  Οτι είναι όμορφο να ξέρεις πως με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο θα είναι πάντα κάποιος στο πλευρό σου, οτι υπάρχουν χελώνες με ασημένιο καβούκι και οτι η μηχανή του χρόνου είναι μια συσκευή εύκολη στην κατασκευή και ακόμα ευκολότερη στη χρήση.






No trivia





Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

American History X: Racism and hate all over the place...

Καλημέρα, καλή εβδομάδα και τα σχετικά!  Σε λιγάκι κλείνει και αυτή η ψηφοφορία, αλλά εγώ είπα να ξεκινήσω να γράφω για την ταινιούλα μας έτσι κι αλλιώς, μιας που δύσκολα μπορεί να γίνει η ανατροπή στα αποτελέσματα τώρα.  Λοιπόν φάνηκε οτι σας άρεσε ιδιαίτερα αυτό το poll ε και να με συγχωρέσετε που σας έδωσα μια μόνο επιλογή, αλλά τώρα τελευταία σας είχα κακομάθει με τη δυνατότητα πολλαπλών επιλογών :P.  Την επόμενη φορά λοιπόν θα σας το επιτρέψω και πάλι, οχι για να δείτε τι καλή που είμαι!  Ωραία, μετά και από το κατάλληλο γλυψιματάκι περνάμε στα αποτελέσματα στα οποία αδιαμφισβήτητος νικητής αναδείχθηκε ο Edward Norton.  Στην πρώτη θέση παρέμεινε από την αρχή με 9 ψήφους και τον εκπληκτικής δυναμικής μονόλογό του στην ταινιάρα του Spike Lee, "The 25th Hour" (για την οποία έχουμε γράψει).  Λίγο πιο πίσω με 7 παρέμεινε μια άλλη ταινία του Norton (για την οποία θα γράψω κατιτίς σήμερα) το "American History X", ενώ την τρίτη θέση μοιράστηκαν με 4 ψήφους ο ξανθός Rutger Hauer από το "Blade Runner" και ο πάντα αγαπητός, κλασσικός και ενοποιητικός μονόλογος του Charlie Chaplin ως άλλος "Great Dictator".  Άντε να ξεκινήσουμε και σήμερα...


O Derek Vinyard (Edward Norton) είναι ένας σκληροπυρηνικός νεοναζί ο οποίος μετά την δολοφονία ενός έγχρωμου ακριβώς έξω από το σπίτι του, καταλήγει στην φυλακή.  Όσο εκείνος είναι μέσα, η παρέα του έξω συνεχίζει να συσπειρώνεται και να προσηλυτίζει μέρα με την μέρα ολοένα και περισσότερους άμυαλους νεαρούς που ονειρεύονται Αρίες Φυλές και μια 'καθαρή' από μετανάστες, πατρίδα.  Ανάλογη πορεία μοιάζει να ακολουθεί και ο μικρός αδελφός του Derek, ο Danny (Edward Furlong) ο οποίος δίνει δείγματα καλού, δυνατού μυαλού, που όμως μπορεί εύκολα να παρασυρθεί λόγω ηλικίας.  Για τον Danny ο μεγάλος του αδελφός είναι κάτι σαν Θεός.  Τον σέβεται, τον αγαπά, τον υπακούει.  'Οταν έρθει η στιγμή να βγει ο Derek από την φυλακή, ο Danny θα δει έναν αναγεννημένο και συνειδητοποιημένο άνδρα, που μοιάζει να μην έχει καμία σχέση με τον θερμόαιμο αδελφό του.  Σε μια εξιστόρηση των γεγονότων που έλαβαν χώρο μέσα στην φυλακή, ο Derek θα του εξηγήσει πως ήρθε μούρη με μούρη με την πικρή αλήθεια αυτού του κόσμου. Ο πάλαι ποτέ αρχηγός της αριοφυλετικής συμμορίας θα προσπαθήσει να αποτρέψει τον αδελφό του από το να ακολουθήσει την δική του πορεία, όμως θα προλάβει ή είναι ήδη πολύ αργά;
Ο ψιλοάγνωστος σκηνοθέτης Tony Kaye (τον ξέρετε; γιατί εγώ οχι) έχασε την κινηματογραφική του 'παρθενιά' είτε το πιστεύετε, είτε οχι με αυτή ακριβώς την ταινία.  Κάποιος θα περίμενε από το αποτέλεσμα του "American History X", οτι τα ηνία θα είχε αναλάβει κάποιος καθόλα έμπειρος σκηνοθέτης, που αποφάσισε μια μέρα να δημιουργήσει μια από τις καλύτερες ταινίες της προ-προηγούμενης δεκαετίας.  Μμμμ οχι ακριβώς.  Ο Tony Kaye μοιάζει να αποτελεί ιδιάζουσα περίπτωση σκηνοθέτη/κινηματογραφιστή, εάν σκεφτεί κανείς οτι έκανε μήνυση ύψους $275 εκατομμυρίων(!) στην εταιρία παραγωγής New Line και Director's Guilt of America, επειδή δεν τον άφησαν να χρησιμοποιήσει το ψευδώνυμο..."Humpty Dumpty" ως σκηνοθέτης του "American History X".  Γενικά μέχρι και σήμερα δεν έχουμε δει και κανένα άλλο εξαιρετικό δείγμα ταινίας του, αν και φαίνεται από τους ανθρώπους που έχουν ταλέντο και απλά προτιμούν να το χρησιμοποιήσουν όταν και αν θέλουν.  Χμμμ...


Η αλήθεια είναι οτι από τότε που έφτιαξα το blogaki ήθελα να γράψω για την συγκεκριμένη ταινία, επειδή όμως ξέρω πως οι περισσότεροι την έχουμε δει, είπα να το αποφύγω.  Να λοιπόν που η στιγμή έφτασε!
Δεν ξέρω τι απ'όλα με είχε κερδίσει πιο πολύ σε αυτή τη ταινία.  Η ερμηνεία του Norton, η σκηνοθεσία, το story, ο τρόπος με τον οποίο αποδομείται ολοκληρωτικά η αυταπάτη της ανωτερότητας του πρωταγωνιστή, οι συγκρούσεις με την οικογένεια και το σταδιακό χτίσιμο του μίσους που καλλιεργείται από τον πατέρα;  Ξέρω.  Είναι όλα αυτά.
Καταρχάς το να πραγματευτείς ένα τόσο λεπτό και ευαίσθητο ζήτημα όπως το όλο θέμα του νεοναζισμού, είναι από μόνο του αρκετά ιντριγκαδόρικο.  Αποτελεί βέβαια και μια μεγάλη παγίδα γιατί απαιτεί κατάλληλο χειρισμό και διακριτικότητα σε αυτά που πρόκειται να πεις και να δείξεις.   Το "American History X" ακροβατεί διαρκώς ανάμεσα στην γραφικότητα του χαρακτηρίζει πολλές από τις εικόνες του, και στην ρεαλιστική απόδοση χαρακτήρων και καταστάσεων.  Αν και ο σκηνοθέτης θα μπορούσε να υποπέσει τελικά σε μια λαϊκίζουσα εξιστόρηση των γεγονότων, εντούτοις καταφέρνει να την γλυτώσει, έχοντας ως δυνατά του χαρτιά την ωμή βία και την υπερέκθεση συναισθημάτων που όμως αποτελούν το ιδανικό ζευγάρι για μια ταινία όπως αυτή.  Εξάλλου κανείς δεν είπε οτι είναι εύκολο να παρουσιάσεις ένα τέτοιο κοινωνικό φαινόμενο- που μεταξύ μας όλοι ξέρουμε οτι εξακολουθεί να υπάρχει- και να κάνεις παράλληλα τον δικό σου κοινωνικοπολιτικό σχολιασμό.  Παρόλα αυτά ο Kaye έχει την τύχη να 'φιλοξενεί' στην ταινία του δυνατά ονόματα, με εκπληκτικές ερμηνείες ακόμα και από τους δευτεραγωνιστές.


Η υπόθεση περιστρέφεται γύρω από την οικογένεια Vinyard σε πρώτη φάση και μέσα από την επερχόμενη αλλαγή του Derek γινόμαστε μάρτυρες της ύστατης προσπάθειας για γενικότερη αλλαγή σε μια κοινωνία εμποτισμένη από το δηλητήριο του φασισμού.  Το ακόμα χειρότερο είναι πως αυτή η πλύση εγκεφάλου ξεκινάει μέσα από την ίδια την οικογένεια (μια μικροκοινωνία και αυτή) και αυτό είναι όντως σοκαριστικό.  Σε ένα από τα flashbacks της ταινίας, βλέπουμε τον Derek ως άβγαλτο νεαρό, με κασκέτο και φλώρικη εμφάνιση, να δέχεται τις συμβουλές της κεφαλής του τραπεζιού, ενός πατέρα που αποτελεί την αρχή του κακού.  Τα πάντα πάνω στον νεαρό, από την στάση, μέχρι και το ντύσιμο υποδηλώνουν έναν πιτσιρικά που μερικά χρόνια αργότερα ο μουσκουλάτος πλέον Derek, με το ξυρισμένο κεφάλι και την σβάστικα στο στήθος, μπορεί να κυνηγούσε στον δρόμο και να πλάκωνε στο ξύλο για την πλάκα του.  Και αυτό είναι τραγικά ειρωνικό.
Ο πρωταγωνιστής αποτελεί την υλοποιημένη φαντασίωση δεκάδων ακολούθων του, που βλέπουν στο πρόσωπό του έναν αρχηγό με κάτι αρχίδια ΝΑ σκοτώνοντας εν ψυχρό έναν μαύρο στην πιο ανατριχιαστική σκηνή της ταινίας.  Disturbing ναι, σίγουρα.  Όταν όμως έρθει η στιγμή που το ψεύτικο παραπέτασμα πέσει, μαζί του και οι όποιοι κώδικες τιμής και της πίστης σε έναν ανώτερο προορισμό, τότε το μόνο που μένει είναι η αλήθεια γυμνή, σκληρή και επίπονη (με διττή σημασία σαφέστατα).  Και αυτό είναι ακόμα πιο disturbing.  Ναι, σίγουρα.


Εκεί που η ταινία ουσιαστικά απογειώνεται, είναι η στιγμή που ο Derek έχει κάνει στροφή 180 μοιρών στα πολιτικά και κοινωνικά του πιστεύω, δίνοντας την καλύτερη πάσα για την προώθηση της υπόθεσης.  Εμείς ως θεατές γινόμαστε μάρτυρες της παλαιότερης γενιάς, που έχοντας πλέον μάθει από τα λάθη του παρελθόντος της, προσπαθεί να γλυτώσει τα σύγχρονα τρυφερούδια από τα νύχια του νεοναζιστικού αρπακτικού.  Βεβαίως κάτι τέτοιο δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση, καθώς εσύ ο ένας μπορεί να έχεις αλλάξει, αλλά στην τελική μπορεί ένα άτομο μόνο να φέρει την άνοιξη, σε μυαλά αποχαυνωμένα και μάτια κλειστά;
Παράλληλα με την υπόθεση, η σκηνοθεσία της ταινίας πατάει πάνω σε κλασσικά μοτίβα, με αναμνήσεις και πολλαπλά, επεξηγηματικά flashbacks να μοιράζονται σε διάρκεια με τον 'φυσικό' χρόνο του παρόντος.  Ένα voice over που ξεκινάει από την αρχή με τον Danny, ακολουθεί το φιλμ σε όλη τη διάρκειά του.  Υποτίθεται οτι ο Danny γράφει μια έκθεση (η οποία φέρει ως τίτλο...τον ίδιο τον τίτλο της ταινίας) που πρέπει να παραδώσει στον Διευθυντή του σχολείου, γεγονός που προσθέτει μια ενδιαφέρουσα σκηνοθετική πινελιά καθώς σκέψεις, λόγια και αποφάσεις για την ζωή του, αλλά και για τα όσα έχει ζήσει με τον αδελφό του, περιλαμβάνονται στην έκθεση του, την ίδια στιγμή που έρχονται ως βιωματικά γεγονότα στον ίδιο.  Εξίσου ταιριαστό και έξυπνο εύρημα, βρίσκω την εναλλαγή από έγχρωμο σε ασπρόμαυρο φιλμ, οχι μόνο για να δηλωθεί η διαρκής μετάβαση από το παρόν, στο παρελθόν και τούμπαλιν, αλλά και για να τονιστεί η διαφοροποίηση του κεντρικού ήρωα.  Ο αυταρχικός και μεθυσμένος από την εξουσία Derek του παρελθόντος, αποδίδεται με ασπρόμαυρους τόνους, μια ενδεχόμενη νύξη στον παρωπιδισμό που τον διακατέχει, όσον αφορά την δική του, μοναδική πραγματικότητα: αυτή του νεοναζισμού ως κοινά αποδεκτή ουσία ζωής.  Από την άλλη ο μετανοημένος του εαυτός παρουσιάζεται με χρώμα, τονίζοντας ενδεχομένως την επιστροφή του στην ίδια την ζωή, αυτή των ευκαιριών, της ισότητας και την αλληλεγγύης.  Της ζωής μετά...


Οι ερμηνείες εδώ έχουν τον πρώτο λόγο.  Η καλύτερη ερμηνεία του Norton στην καριέρα του και τεράστια η αδικία που έχασε το Oscar από τον "Μονομάχο" Russell Crowe.  Δεν έχω να πω πολλά, πέρα από το οτι είναι τόσο darn good να τον βλέπεις σε αυτή την ταινία.  Μισητός, δολοφόνος, συγκινητικός, θύμα, θύτης ο Norton περνάει από κάθε πιθανή γκάμα συναισθηματικών αντιδράσεων και σε στέλνει με την φοβερή του προσήλωση στον ρόλο.  Μακάρι να τον βλέπαμε και πάλι σε τόσο καλούς ρόλους.  Πλάι του ο Furlong είναι όπως και στις περισσότερες ταινίες του, χαρισματικός και ήπιων τόνων.  Έχει πιάσει το νόημα και η χημεία του με τον Norton είναι πρώτης κλάσης.  Η Beverly D'Angelo στον ρόλο της μάνας που προσπαθεί να κρατήσει όπως όπως την οικογένειά της πριν καταστραφεί ολοκληρωτικά, είναι πειστική και αληθινή, ταιριάζοντας τέλεια στο γενικότερο πεσιμιστικό (αν και κάπως ελπιδοφόρο προς το τέλος)  κλίμα της ταινίας.  Αλλά όπως είπα και παραπάνω οι περισσότεροι χαρακτήρες, αποδίδουν πολύ καλά τους ρόλους τους, με αποτέλεσμα να έχουμε εξαιρετικές ερμηνείες από όλους σχεδόν.  Παρόλα αυτά ο Norton είναι χωρίς σύγκριση, το αστέρι που λάμπει.  Εάν ήταν κεράσι, θα ήταν ένα κατακόκκινο marachino ψηλά ψηλά σε αυτή την αντιναζιστική, αντιρατσιστική τούρτα.
Εάν δεν την έχετε ήδη δει, τι περιμένετε;  Εξαιρετική ταινία, χωρίς πολλά πολλά.  Τέλος.

Τι έμαθα από την ταινία:   Κάτι που ήδη ήξερα βασικά, οτι ο Norton είναι τελικά μια Ιδέα, οτι ο ρατσισμός οδηγεί ή σε προσωπικό αδιέξοδο, ή στη φυλακή, ή στον θάνατο, και οτι καμιά φορά οι ρόλοι αντιστρέφονται και τότε πραγματικά δεν προλαβαίνεις να κάνεις τίποτα.  Όπως έστρωσες, θα κοιμηθείς...






No trivia


Τίποτα και η tv σημερα, so τα λέμε και πάλι αύριο!