Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2013

The Wolf of Wall Street: Greed makes the world go round

NEW ARRIVAL

Χρόνια Πολλά και καλές γιορτούλες να έχουμε!  Επιστρέψαμε μέσα στην ανάπαυλα γιατί στην τελική οι ταινίες της τρέχουσας περιόδου, αυτό επιβάλουν.  Εκτός πάντως από την νέα ταινία του Scorsese, με την οποία θα ασχοληθούμε σήμερα, θα σας πρότεινα να ρίξετε μια ματιά και στο "The Secret Life of Walter Mitty", μια από τις κινηματογραφικές εκπλήξεις της χρονιάς με έναν ολότελα διαφορετικό απ'οτι μας έχει συνηθίσει, Ben Stiller.  Σε ρόλο πρωταγωνιστή αλλά και στην σκηνοθεσία, ο Stiller παρουσιάζει το ταξίδι του ονειροπόλου Walter Mitty, στην προσπάθειά του να προσαρμοστεί στην πραγματικότητα του κόσμου, δίνοντας τέλος στις καθημερινές, ηρωικές του φαντασιώσεις.  Νοσταλγική και γλυκόπικρη όσο η ίδια η ζωή, είναι μια ταινία που αξίξει να δείτε.  Εναλλακτική επιλογή είναι και το "Only Lovers Left Alive" του Jim Jarmusch (το οποίο θα κυκλοφορήσει την Πρωτοχρονιά), με τους Tilda Swinton και Tom Hiddleston στους ρόλους δυο βαμπιρικών εραστών.
Στα δικά μας σήμερα, θα πούμε μερικά πράγματα για το αμφιλεγόμενο όπως φαίνεται, "The Wolf of Wall Street" με την hands-down, πιο τρελή ερμηνεία του DiCaprio, ever.


Ο Jordan Belfort (Leonardo DiCaprio) έχει ακριβώς αυτό που χρειάζεται προκειμένου να φτάσει ψηλά: φιλοδοξία και μια ακόρεστη δίψα για χρήμα.  Και που αλλού μπορεί να εξαργυρώσει και τα δυο αν οχι στο Χρηματιστήριο;
Ξεκινώντας ως αμούστακος νεαρός με μπόλικα όνειρα, ο Belford θα βρεθεί σύντομα βαθιά χωμένος στην 'χρήμα-κόκα-γυναίκες' νοοτροπία των φρενιασμένων χρηματιστών της Wall Street, αποκτώντας μέντορες ζωής, πάνω στους οποίους θα αρχίσει σταδιακά να χτίζει την προσωπική του αυτοκρατορία.  Όταν έρθουν αργότερα η δόξα και η αναγνώριση, ο Belfort θα αποτελέσει ένα από τα πιο ηχηρά ονόματα του χώρου, οχι μόνο εξαιτίας της ανταγωνιστικής πορείας της νεο-δημιουργημένης εταιρείας του, αλλά και εξαιτίας της, οχι και τόσο διακριτικής του παρουσίας.  Με τις απάτες και τις κομπίνες να διαδέχονται η μια την άλλη, το χρήμα να ρέει άφθονο, τα ναρκωτικά να αποτελούν μια φυσιολογική καθημερινότητα και τις γυναίκες να αρκούνται στο ρόλο της μηχανής του σεξ, ο ανουσιουργηματικός χαρακτήρας του πρωταγωνιστή θα κληθεί να πληρώσει για όλα και πρώτα απ'ολα για το υπέρτατο αμάρτημά του: την απληστία.


Βασισμένο στο ομότιτλο, αυτοβιογραφικό βιβλίο του Jordan Belfort, το "The Wolf of Wall Street" αποτελεί ένα συνονθύλευμα καρικατουρίστικων ερμηνειών και ακραιφνούς υπερβολής, κάτι που μοιάζει να αποτελεί έτσι κι αλλιώς αυτοσκοπό του Martin Scorsese.
Η σύγχρονη, αμερικανική ιστορία (και οχι μόνο) γλύφει ακόμα πληγές που μοιάζουν ανεπούλωτες στον χρόνο, πληγές που χάσκουν ακόμα ορθάνοιχτες κάτω από την στραπατσαρισμένη εικόνα ενός αμερικάνικου ονείρου-φούσκα, που έμελλε να σκάσει, αποκαλύπτοντας το γιγαντιαίο κενό αξιών που κρυβόταν μέσα της.
Τα μαθήματα που δεν έγιναν παθήματα, αποτελούν παράδοση της ανθρώπινης πραγματικότητας, με το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα των καιρών μας να αποτελεί η σημερινή κρίση, σε καμία περίπτωση αυστηρά και μόνο οικονομική.
Η τυφλή προσήλωση στο χρήμα, η απληστία και η περιρρέουσα πεποίθηση μιας κατά τα άλλα, κούφιας κυριαρχίας, αποτελούν μοτίβα που κυριαρχούν στην ταινία του Scorsese, με τον ίδιο να ανανεώνεται κινηματογραφικά, αλλά να κρατάει παράλληλα και τις παραδοσιακές, σκηνοθετικές του τακτικές.  Αν υπάρχει κάτι βέβαια το οποίο φαίνεται να ωθείται μπροστά από την διαχρονική δεινότητα του Scorsese, είναι η ολοκληρωτικά καυστική διάσταση με την οποία παρουσιάζεται ένα σοβαρό κοινωνικοοικονομικό θέμα, το οποίο μοιάζει να επανέρχεται διαρκώς στο προσκήνιο στο πέρας του χρόνου.  Και ακριβώς εκεί είναι που η ταινία απογειώνεται.


Το 2000 είχε μεταφερθεί στην μεγάλη οθόνη δια χειρός Mary Harron, το "κατάμαυρο" αισθητικά "American Psycho" του Bret Easton Ellis, ο οποίος περιέγραφε με τα πιο σοκαριστικά, ζοφερά χρώματα την σχιζοφρενική διάσταση των early 90s, όπως αυτά βιώνονταν από τον πρωταγωνιστή του, Patrick Bateman, έναν γιάπη κολλημένο με την γυμναστική, την σωστή διατροφή, το αψεγάδιαστο ντύσιμο, τα κυριλέ εστιατόρια και την εκδήλωση πάσης φύσεως μισογυνιστικής συμπεριφοράς μέσα από την κατακρεούργηση κάθε άτυχου θηλυκού έβαζε στο μάτι.
Το κινηματογραφικό αποτέλεσμα της Harron ήταν η επιτομή της μαύρης κωμωδίας, με τον ρόλο του Christian Bale να περνάει στο πάνθεον των πιο cult, σύγχρονων ερμηνειών.  Μανιασμένος και βουτηγμένος στην ίδια του την ματαιοδοξία, σκιαγραφεί ιδανικά το πορτραίτο της εποχής του, μέσα από μια υπέροχα κριτική σκηνοθεσία της Harron, για μια ολόκληρη δολαριολαγνική γενιά.
Στα ίδια μονοπάτια κινείται το τρίωρο πόνημα του Scorsese, λειτουργώντας επί της ουσίας ως μια εθιστική εξτραβαγκάντζα που καταβαραθρώνει την μπριγιαντινέ σχολή της Wall Street, ξεμπροστιάζοντας τους ιθύνοντες των τεράστιων οικονομικών σκανδάλων, καθώς και ολόκληρου του συστήματος που τροφοδοτούσε την διαιώνιση ενός κιτσάτου life style.
Οι αντιδράσεις βέβαια δεν άργησαν να ξεσπάσουν, καθώς δεν έλειψαν και εκείνοι οι οποίοι μάλλον δεν αντιλήφθηκαν την καυστικότατη ματιά του Scorsese και της ομάδας του, με αποτέλεσμα να κατηγορήσουν τον δημιουργό, αλλά και τον Leonardo DiCaprio για....μισογυνισμό και εκθειασμό όλων των κακώς κειμένων που οδήγησαν την αμερικάνικη κοινωνία στην δική της κρίση αξιών.  Παιδιά, για πάρτε το λιγάκι από την αρχή.


Παρά την μεγάλη της διάρκεια, το "The Wolf of Wall Street" αποτελεί ένα εξαιρετικά καλοφτιαγμένο "οδοιπορικό" στα τρελαμένα μονοπάτια του Belfort τον οποίο εδώ ενσαρκώνει με περισσή μανία ένας DiCaprio, ο οποίος δεν μοιάζει σε τίποτα με τον ηθοποιό που έχουμε μέχρι σήμερα συνηθίσει.  Εθισμένος στα λεφτά και τα ναρκωτικά, όπως και στην γυναίκα που σέρνει καράβια (έδωσε μάλιστα και στην υπερπολυτελή θαλαμηγό του, το όνομα της αιθέριας ξανθιάς συζύγου, την οποία φυσικά συνέχιζε να απατά), την φήμη και την δόξα, μεθυσμένος από την εξουσία και την πρώτη θέση θεωρείο στην απατεωνίστικη ζωή που δημιούργησε για εκατοντάδες εκκολαπτόμενους κλέφτες με κολαριστά κοστούμια και ρολόγια Rolex, ο DiCaprio δημιουργεί την υπέρτατη καρικατούρα, μένοντας πιστός σε αυτή μέχρι το τέλος της ταινίας, όταν και θα σε κάνει αναμφίβολα να αναφωνήσεις, "wow".
Το υποστηρικτικό cast δίνει την δική του ηχηρή παρουσία, με τον Jonah Hill να αναλαμβάνει χρέη γλοιώδους δεξιού χεριού του Belfort, την όμορφη Margot Robbie να κρατάει την θέση του pretty little thing με extra δόσεις τσαγανού και τον Matthe McConaughey να κάνει το δικό του απολαυστικό, πεντάλεπτο πέρασμα.
Το "The Wolf of Wall Street" είναι ένα μοναδικά καυστικό, ανουσιουργηματικό δημιούργημα που βομωλοχεί, προκαλεί και σαστίζει.  Ένας Scorsese σε σκηνοθετικό κρεσέντο και ένας DiCaprio στην πιο large ερμηνεία της ζωής του.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι ο Jon Bernthal μετά το "Τhe Walking Dead" έχει πάρει σβάρνα τις ταινίες, μιας που εκτός από τον μουστακαλή Brad εδώ, θα παίξει και στο πλευρό του Brad Pitt στο επερχόμενο "Fury" (Bernthal ftw!), οτι η ποσότητα γυμνού στην ταινία είναι τόση, που στο τέλος τίποτα δεν σου κάνει εντύπωση και οτι η ξανθιά τύπισσα που κάνει την γυναίκα του DiCaprio, είναι δυο χρόνια μικρότερή μου.  Με συγχωρείτε, παω στην γωνιά μου να κλάψω...


TRIVIA
  • Οι ηθοποιοί σνίφαραν καθαρότατατη...βιταμίνη B, για τις σκηνές που περιελάμβαναν "κοκαΐνη".  Παρά το γεγονός πως το όλο θέμα ήταν λίγο άβολο, οι βιταμίνες τους προσέφεραν extra ενέργεια προκειμένου να γυρίζουν τις σκηνές τους.
  • Στην σκηνή που ο DiCaprio φιλιέται με την Joanna Lumley (θα δείτε ποια είναι, μη σας κάνω και spoiler), ήταν τόσο νευρικός, που η σκηνή γυρίστηκε τουλάχιστον 27 φορές για να πετύχει!
  • Ο πατέρας του DiCaprio στην ταινία, είναι ο σκηνοθέτης Rob Reiner.
(ΠΗΓΗ IMDB)

Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2013

12 Years a Slave: I don't want to survive. I want to live

NEW ARRIVAL

Γεια σας και πάλι!  Παρασκευή και 13 σήμερα και εμείς θα εξαγνίσουμε την κακή αύρα της ημέρας, λέγοντας μερικά πράγματα για την καλύτερη ταινία της εβδομάδας, το "12 Years a Slave".  Φυσικά στις αίθουσες κυκλοφορεί και η συνέχεια του Hobbit, "The Desolation of Smaug", η οποία αποτελεί μια σαφέστατη βελτίωση σε σχέση με το πρώτο, μέτριο αποτέλεσμα.  Παρόλα αυτά θα ασχοληθούμε με το δημιούργημα του Steve McQueen επειδή όπως και να το κάνουμε, αποτελεί σίγουρα και μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς.  Για να δούμε...


Το 1841 ο Solomon Northup (Chiwetel Ejiofor), ένας ελεύθερος, καλλιεργημένος μαύρος, πέφτει στα χέρια αδίστακτων δουλεμπόρων που τον πουλούν ως σκλάβο με το όνομα Platt.  Ο Solomon θα υπομείνει μια δωδεκαετία ανείπωτης φρίκης και εξευτελισμού, περνώντας από διάφορα λευκά αφεντικά και γνωρίζοντας από πρώτο χέρι το ευρύ φάσμα των ανθρώπινων χαρακτήρων.  Ανάμεσα σε καταπράσινες καλαμιές και βαμβακοκαλλιέργειες, θα έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με τις κακουχίες και την απελπισία του λαού του, ενός λαού που δεν έμαθε ποτέ τι σημαίνει να είσαι ελεύθερος.  Και η σωτηρία του Northup από τις μελανές σελίδες της Ιστορίας, θα συνεχίσει να μοιάζει πολύ μακρινή...


Βασισμένη στην ομότιτλη αυτοβιογραφία του Solomon Northup όπως αυτή εκδόθηκε το 1853, η τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του Steve McQueen, αποτελεί μια σκληρή ματιά πάνω στα δεινά της δουλείας, εμποτισμένη ιδεολογικά καθώς ήταν, στην καθημερινότητα μιας πληθώρας αμερικάνικων πολιτειών κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα (και ήδη από τον 18ο).  Στον αντίποδα οι 'free slave states' συνέχιζαν να καλλιεργούν το αίσθημα της φυλετικής ισότητας ανάμεσα στους πολίτες, με τον McQueen να παρουσιάζει έτσι κι αλλιώς σε πρώτη φάση, την προ-δουλική ζωή του Northup, προκειμένου να καταστεί τελικά και πιο δραματικά χρήσιμη, η υποθεσιακή μετάβαση από την ελευθερία στην σκλαβιά.
Το "12 Years a Slave" δεν είναι μια ταινία ολοκληρωτικά πρωτότυπη στο σύνολό της, ενδεχομένως όμως να είναι και μια από τις πιο πλήρεις απεικονίσεις της ζοφερής εκείνης εποχής.  Το σενάριο εξάλλου του John Ridley λειτουργεί αποδοτικά στα πλαίσια της κινηματογραφικής καταγραφής μιας δεδομένα αληθινής ιστορίας, βάζοντας από νωρίς στον χορό όλους τους χαρακτήρες και φροντίζοντας το σενάριο ώστε να κινηθεί κυκλωτικά γύρω από τον πρωταγωνιστή, προκειμένου η χρονική διάρκεια των δώδεκα ετών, να μοιραστεί "αρμονικά" και να εξαντληθεί ανάμεσα στους ήρωες.  Το χρονικό πέρασμα αποτελεί ένα από τα πλέον επώδυνα που έχεις δει στον κινηματογράφο, κυρίως επειδή η αίσθηση του χρόνου παύει να υπάρχει, όπως ακριβώς και η ελπίδα της επικείμενης σωτηρίας.  Για τον λόγο αυτό, η χρονική διάρκεια της ζωής του Solomon φτάνει στο αποκορύφωμά της, με το ίδιο το τέλος της ταινίας, επειδή μόνο τότε έρχεται και η πικρή συνειδητοποίηση της απουσίας, μαζί με μερικές πινελιές γκρίζων κροτάφων.


Πριν προχωρήσω λίγο στα της σκηνοθεσίας και του cast, θα ήθελα να πω δυο πράγματα σχετικά με τις διάφορες χαζοκατηγορίες που συνοδεύουν τον McQueen από την πρώτη του ήδη, full length ταινία, το "Hunger", αναφορικά με την σκηνοθεσία του.
Όντας ένας από τους ταχύτατα ανερχόμενους, νέους δημιουργούς, ο McQueen έχει δημιουργήσει την δική του σκηνοθετική σφραγίδα, η οποία όμως σαφέστατα είναι επηρεασμένη από άλλους, σπουδαίους δημιουργούς του παρελθόντος.  Μου κάνει μεγάλη εντύπωση γιατί πολλοί χαρακτηρίζουν για παράδειγμα, τα πλάνα μεγάλης διάρκειας στα οποία αρέσκεται ο σκηνοθέτης, εξεζητημένα, αλλά και ως μια φανερή απόδειξη του καλλιτεχνικού ξιπάσματος του Βρετανού δημιουργού.  Δεν θυμάμαι κανέναν να χαρακτήριζε υπερβολικούς, ή υπερφίαλους σκηνοθέτες όπως ο Bella Tar και ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, οι οποίοι οχι μόνο είχαν καταστήσει το πλάνο-σεκάνς ως την κυρίαρχη σκηνοθετική τους ματιά, αλλά έμεναν πιστοί σε αυτό, οδηγώντας το μάλιστα στο απόγειο της καλλιτεχνικής του έκφρασης με πλάνα γεμάτα χρονική "υπερβολή" κάμποσων λεπτών.
Όσοι επιμένουν να ψευτοκουλτουριάζονται χαιρετίζοντας τα έργα των, έτσι κι αλλιώς, μεγάλων αυτών σκηνοθετών, ρίχνοντας παράλληλα στα Τάρταρα την χρήση των ίδιων τεχνικών από δημιουργούς που βρίσκονται στο στάδιο διαμόρφωσης του προσωπικού τους στυλ, θα με βρουν κάθετα αντίθετη.  Στην τελική, και ο ίδιος ο τίτλος της ταινίας, μας προϊδεάζει εδώ για το νούμερο ένα στοιχείο που κυριαρχεί στην ταινία: τον χρόνο.  Αν δεν δώσεις λοιπόν την αίσθηση του βασανιστικού περάσματός του μέσα από σκόρπια πλάνα 3λεπτης, 4λεπτης ή και 5λεπτης διάρκειας, αν δεν αφήσεις τις εκφράσεις του προσώπου να πρωταταγωνιστήσουν σε ένα γκρο πλάνο, αν δεν μεταδόσεις στο κοινό σου, την τρομακτικά μικρή, χρονική χαραμάδα που χωρίζει τον κρεμασμένο ήρωα από τον βέβαια θάνατο, τότε ποιος ο λόγος να μιλάμε για το "12 Years a Slave";


Στα δικά μας και πάλι και με μόνιμο συνεργάτη τον Michael Fassbender, ο Steve McQueen επιχειρεί να αναπαραστήσει μια ιστορία που την έχουμε δει πολλάκις στον κινηματογράφο.  Ενδεχομένως η ουσιαστική της διαφορά με άλλες ταινίες, να έγκειται στο γεγονός της συνολικά εξαιρετικής της παρουσίας, καθώς είτε μιλάμε για την σκηνοθεσία, είτε για το σενάριο, είτε φυσικά για τις ερμηνείες, η ταινία αποτελεί είναι εξαίσιο δείγμα οπτικοακουστικού δημιουργήματος υψηλής αισθητικής.
Η επιλογή των χώρων είναι ιδανική, με τα γυρίσματα να γίνονται σε τρεις διαφορετικές φυτείες που δίνουν το στίγμα των τότε καιρών και την φωτογραφία του Sean Bobbitt (επίσης βασικού συνεργάτη του McQueen), να φαντάζει ταυτόχρονα ειδυλλιακή και απειλητική, δημιουργώντας ανάμικτα συναισθήματα εξαιτίας της ελεγειακής της ομορφιάς από την μια, και της απάνθρωπης αγριότητας από την άλλη.
Το ίδιο μοτίβο σιγοντάρει και την σκηνοθεσία, η οποία δεν αφήνει τίποτα κρυφό, προκαλώντας το βλέμμα να μείνει προσηλωμένο πάνω στις σκηνές ακραιφνούς βίας και εξευτελισμού μέχρι και της τελευταίας ανθρώπινης αξιοπρέπειας.  Τα πλάνα μεγάλης διάρκειας είναι όντως λειτουργικά, προσφέροντας το επιπλέον δραματικό βάρος, σε μια έτσι κι αλλιώς στην ουσία της, κοινωνικοδραματική ταινία.
Όσον αφορά το cast, είναι σίγουρα ένα από τα καλύτερα που έχουμε δει φέτος, με τους Fassbender και Pitt να εξιλεώνονται για την παρουσία τους στο κακό "The Counselor".  Ο Fassbender κρατώντας τον ρόλο του αφεντικού δυνάστη, δίνει μια εξαιρετική ερμηνεία που φτάνει-εσκεμμένα-στα όρια της καρικατούρας, με την θρησκευτική βιτρίνα να αδυνατεί να καλύψει το αλκοολικό τέρας που κρύβεται από πίσω, αντιμετωπίζοντας μέρα με την μέρα την διπλή φύση του σαδιστή/πιστού που ξεσπά πάνω σε ένα αντικείμενου του πόθου, που τον έλκει τόσο, όσο τον απωθεί: την σκλάβα Patsey.
Στον πρωταγωνιστικό ρόλο του Solomon/Platt, o Chiwetel Ejiofor είναι ιδανικός, ερμηνεύοντας τον ρόλο του με πάθος και δύναμη, δημιουργώντας μια προσωπικότητα κόντρα στον καιρό της.  Το cast συμπληρώνουν με επίσης άψογη παρουσία οι Benedict Cumberbatch, Paul Dano, Paul Giamatti, Sarah Paulson, Lupita Nyongo'o και ο Brad Pitt στον ρόλο του Καναδού Bass, που λειτουργεί ως η μοναδική φωνή ενάντια στον θεσμό της δουλείας.
Το "12 Years a Slave" είναι μια ταινία που πρέπει να δεις.  Ή καλύτερα, να την θαυμάσεις.

Τι έμαθα από την ταινία:  Οτι το όνομα του πρωταγωνιστή είναι γλωσσοδέτης, οτι ο Fassbender όπου κι αν παίζει θα πρέπει να είναι ή γυμνός ή με σεξουαλική διάθεση και οτι ο Brad έμοιαζε λίγο παράταιρος οπτικά, με την εποχή του  Ήταν απλά σαν τον Brad Pitt με μούσι.



No trivia

Παρασκευή, 6 Δεκεμβρίου 2013

Frankenstein: It's alive! It's alive!

Καλημέρες, καλημέρες!  Σήμερα είπα να επανέλθω με κάτι κλασικό, παρά το γεγονός πως και αυτή η εβδομάδα βρίθει κινηματογραφικών επιλογών.
Έχουμε και λέμε: "Μικρά Αγγλία" του Παντελή Βούλγαρη, "Runaway Day" του Δημήτρη Μπαβέλλα, την ευχάριστη κομεντί "Enough Said", μια από τις τελευταίες ταινίες του James Gandolfini, το ανεκδιήγητο "Homefront" με τους James Franco και Jason Statham (μη γελάτε δεν είναι αστείο), το πολύ καλών ερμηνειών, "Behind the Candelabra", με τους Michael Douglas και Matt Damon και τέλος το αχρείαστο remake της "Carrie" το οποίο είναι απλά μέτριο.  Μπορεί και κακό.
Σε μια τέτοια λοιπόν εβδομάδα, ελάχιστων φωτεινών εξαιρέσεων, αξίζει να ρίξουμε μια ματιά σε μια από τις πιο εικονικές ταινίες τερατικής έμπνευσης της κινηματογραφικής ιστορίας: τον "Frankenstein" του James Whale.


Ο Dr. Henry Frankenstein (Colin Clive) είναι ένας εμμονικός επιστήμονας που επιδιώκει την απόλυτη θέωση, μέσα από την ανάσταση ενός πλάσματος που δεν υπήρξε ποτέ.  Τριγυρνώντας στα νεκροταφεία μαζί με τον πιστό του βοηθό προκειμένου να συλλέξει ανθρώπινα μέλη, προβαίνει τελικώς στην δημιουργία του υπέρτατου όντος, μέσω της συρραφής των σάρκινων κομματιών.  Το αξιοθαύμαστο όμως κατασκεύασμά του, γαλβανισμένο στο έπακρο, δεν είναι αυτό που ο Frankenstein περίμενε.  Εξάλλου ένα μπερδεμένο, άβουλο ον με άναρθρες κραυγές, πελώριο και επικίνδυνο, δεν μπορεί να έχει θέση στην "φυσιολογική" ανθρώπινη κοινωνία.  Και στην τελική, πότε η διαφορετικότητα μπόρεσε να συμβαδίσει αρμονικά με την κοινά αποδεκτή έννοια του νορμάλ ή ακόμη και με την περιφραγμένη θρησκευτική αντίληψη, περί της δημιουργίας του κόσμου (και κατ' επέκταση του πρώτου αγνού ανθρώπου) από έναν πανταχού παρόντα Θεό;


Η ταινία του James Whale αποτέλεσε μια από τις πιο χαρακτηριστικές και ρηξικέλευθες παραγωγές της δεκαετίας του '30 στο είδος του horror (το 1931 είχαμε και την κυκλοφορία του "Dracula", με τον Bela Lugosi να υποδύεται τελικά τον θρυλικό Κόμη, αποτυγχάνοντας στο cast για τον ρόλο του "Frankenstein", o οποίος κατέληξε στην έτερη επιβλητική φυσιογνωμία του Boris Karloff), οχι μόνο εξαιτίας των τεχνικών της στοιχείων και της λειτουργικής πια χρήσης του ήχου (μόλις τρία χρόνια πριν, ο ήχος είχε κάνει επίσημα την εμφάνισή του, στην πρώτη part talkie ταινία, "The Jazz Singer"), αλλά και της κοινωνιολογικής προσέγγισης που πολλοί φάνηκαν να δίνουν στον, τρομερό για την εποχή του, "Frankenstein".
Το κινηματογραφικό αποτέλεσμα του Whale βασίστηκε στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Mary Shelley, η οποία ξεκίνησε την συγγραφή του, μόλις στα δεκαεννιά της χρόνια.  Λέγεται μάλιστα πως η σύλληψη της ιδέας για έναν από τους πιο κλασικούς νεκροζώντανους (αν οχι τον πιο κλασικό) που γνώρισε ποτέ η λογοτεχνία και ο κινηματογράφος, ήρθε στον...ύπνο της, όταν ονειρεύτηκε την ιστορία ενός τρελού επιστήμονα ο οποίος ένοιωσε τρομοκρατημένος, μπροστά στο φοβερό πλάσμα που έφερε στην ζωή.
Παρά το γεγονός πως η ταινία μοιράζεται πράγματι, αρκετά κοινά στοιχεία με το βιβλίο, εντούτοις ο Whale μοιάζει να την έχει μετουσιώσει σε μια ατόφια, κινηματογραφική παρουσία, που ταιριάζει περισσότερο στην σκηνοθετική του καριέρα, αλλά και στις προσωπικές του επιλογές.


Πολλές από τις ταινίες τρόμου της "χρυσής εποχής" του Χόλιγουντ, βρίσκονταν πάντα ένα βήμα μπροστά, ωθούμενες από μια σειρά βαθύτερων αιτιών (πολλές φορές φιλοσοφικών προεκτάσεων), που καθιστούσαν επιτακτική την δημιουργία τους.
Ένα από τα πιο παραδοσιακά θέματα στα οποία ο άνθρωπος προσπαθεί να δώσει απαντήσεις από την στιγμή της γέννησής του, είναι η ιδέα του θανάτου.  Γιατί ερχόμαστε στη ζωή;  Γιατί πεθαίνουμε;  Τι βρίσκεται πέρα από τον θάνατο;  Αυτού του είδους τα ρητορικά ερωτήματα, ταλανίζουν για αιώνες ολόκληρους την ανθρωπότητα, μια ανθρωπότητα που έχει καταφύγει στην Τέχνη προκειμένου να ανακουφίσει την διαρκή και κατ' ουσίαν, μάταιη αναζήτηση του 'γιατί γεννιόμαστε' και 'γιατί πεθαίνουμε'.  Η ζωγραφική, η μουσική, η λογοτεχνία, η ποίηση, ο κινηματογράφος, παρουσιάζονται ως οι διαφορετικοί δρόμοι, τα ενδιαφέροντα μέσα που μπορεί να επιλέξει κανείς, προκειμένου να ικανοποιήσει σε έναν κάποιον, ψηγματικό βαθμό την ανάγκη του να πιστέψει σε κάτι και να δώσει σκόρπιες ερμηνείες σε όλα εκείνα τα ερωτήματα που κινούνται παράλληλα με την εξέλιξη του ανθρώπου.
Το 1922 ο J.W Murnau σκηνοθέτησε το "Nosferatu", μια από της πρώτες ταινίες τρόμου, η οποία εκ φύσεως περιέκλειε την αγωνία για την αιώνια ζωή, τοποθετώντας στο προσκήνιο την τρωκτική φυσιογνωμία του Graf Orlof (ακόμη κι αν ο Max Schreck δεν εμφανίζεται παρά ελάχιστα λεπτά σε όλη την ταινία).  Ο Murnau όμως δεν έμεινε εκεί.  Αντιθέτως, επέλεξε να χρησιμοποιήσει την απειλητική παρουσία του Orlof ως μια ευφυή αλληγορία πάνω στην φρίκη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και των αμέτρητων θυμάτων του.
Στα ίδια μονοπάτια κινείται και ο "Frankenstein" ο οποίος θίγει δυο βασικά ζητήματα: αυτό του αντιθετικού ζεύγους, επιστήμη-πίστη, αλλά και αυτό της διαφορετικότητας.  Βλέπετε ο James Whale ήταν ομοφυλόφιλος.


Η προσωπική ζωή του Whale, λέγεται πως επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο με τον οποίο παρουσίασε πιο ευαισθητοποιημένα και ανθρώπινα το πρωταγωνιστικό του τέρας, επειδή ακριβώς βίωνε την ταύτιση με την αποξένωση και την ενοχοποίηση του Frankenstein εξαιτίας της διαφορετικότητάς του.  Σε μια εποχή μάλιστα όπου η λογοκρισία και το κόψιμο των σκηνών, στον κόσμο του αμερικάνικου πουριτανισμού, αποτελούσε την πεπατημένη, η ομοφυλοφιλική πορεία του Whale αποτελούσε έξτρα αφορμή για τον ίδιο, προκειμένου να μετατοπίσει αυτό ακριβώς το κοινωνικό βάρος σε ένα παρεξηγημένο πλάσμα που δεν είναι υπεύθυνο για τις πράξεις του, ένα πλάσμα που κινείται με γνώμονα το ένστικτο και την υβριστικής προελεύσεως φύση του.  Επί της ουσίας είτε μιλάμε για τον Frankenstein, είτε για τον Whale, είναι ένα και το αυτό.
Στον αντίποδα η ζευγαρική παρουσίαση των καταστροφικών αποτελεσμάτων της επιστήμης από την μια πλευρά, αλλά και η ανάγκη του ανθρώπου να φτάσει τον Θεό, λειτουργούν επίσης ως ένα από τα πιο γνωστά μονοπάτια πλοκής, ιδιαίτερα στο είδος του horror, το οποίο μας έχει προσφέρει έτσι κι αλλιώς μερικές σπουδαίες ταινίες πάνω σε αυτή την θεματική.  Φυσικά, η αντιφατική διάσταση ανάμεσα στην αιώνια επιδίωξη του ατόμου να φτάσει την θεϊκή δημιουργία, και την, για ακόμη μια φορά παρέμβαση των λογοκριτών για την αφαίρεση οποιουδήποτε στοιχείου θεωρείτο βλάσφημο (όπως έγινε με την φράση "Now i know what it's like to BE God!"), φανερώνει αν μη τι άλλο και την καθαρά ανθρώπινη φύση της κινηματογραφικής δημιουργίας.
Το "Frankenstein" είναι μια ταινία που είναι πολλά περισσότερα, από μια απλή, ξώφαλτση μεταφορά του λογοτεχνικού δημιουργήματος στην μεγάλη οθόνη: είναι μια ταινία για την θνητή μας φύση, την διαρκή πάλη με τις προσωπικές μας επιλογές και τα κακώς κείμενα που δεν πρέπει ποτέ να αποδίδονται στους Frankensteins αυτού του κόσμου, αλλά σε αυτούς που τους δημιούργησαν.

Τι έμαθα από την ταινία:  Οτι τα ζωγραφιστά background ήταν τόσο cool, οτι ο Karloff ήταν τόσο cool, οτι ο Frankenstein ήταν, είναι και θα είναι τόσο cool.


TRIVIA
  • Τα παπούτσια που φορούσε ο Boris Karloff ζύγιζαν δεκατρία κιλά το ένα!
  • Επίσης πρότεινε να αφαιρέσει ένα τμήμα από τη γέφυρα των δοντιών του, για να είναι πιο επιτυχημένο το μακιγιάζ με το βαθουλωμένο μάγουλο!
  • Ο Karloff θεωρείται από τους ηθοποιούς που άργησε να κάνει το breakthrough του στον κινηματογράφο.  Ξεκίνησε την καριέρα του στα 44.
(ΠΗΓΗ IMDB)

Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2013

The World's End: Beer up and let's boo-boo!

Χαιρετώ για ακόμη μια εβδομάδα.  Παρά το γεγονός πως η διάθεση δεν χτυπάει και ακριβώς ταβάνι, θα προτείνω σήμερα μια ταινιούλα που πρέπει να δείτε για να διασκεδάσετε και να περάσετε μια απόλυτα fun βραδιά, ιδανικά, μαζί με την καλύτερή σας παρέα.
Πριν περάσουμε όμως στο "The World's End", να πούμε και δυο πράγματα για τις ταινίες που βγήκαν στις αίθουσες αυτή την εβδομάδα.  Έχουμε και λέμε λοιπόν: "Diana" (άστο καλύτερα), "Τhe Fifth Estate" (not bad, αλλά μπορούσε και πολύ καλύτερα), "La Grande Belezza" (δες το οπωσδήποτε, θα τα πούμε και απο'δω κάποια στιγμή γι'αυτή τη ταινία), "The Hunger Games: Catching Fire" (πολύ καλή συνέχεια του μέτριου πρώτου που αξίζει να την δεις, ιδιαίτερα αν αρέσκεσαι στην νεανική περιπέτεια φαντασίας) και last but not least, "The Broken Circle Breakdown" (ζευγαρικό σπαραξικάρδιο δράμα αξιώσεων, με εξαιρετικό soundtrack και δυνατές ερμηνείες).
Και τώρα στα δικά μας: "The World's End" it is!


Ο Gary King (Simon Pegg) και οι κολλητοί του, αποτελούσαν τον μόνιμο πονοκέφαλο της μικρής πόλης του Newton Heaven.  Σαν ζωηροί έφηβοι που ήταν, έμπλεκαν διαρκώς σε κωμικά ευτράπελα, έπιναν μέχρι πρωίας και γυρόφερναν τον τοπικό, γυναικείο πληθυσμό που άξιζε την προσοχή τους.
Τα χρόνια όμως πέρασαν, η παρέα διαλύθηκε και ο καθένας τράβηξε τον δρόμο του.  Ή μάλλον οχι ακριβώς, μιας που ο Gary δεν κατάφερε ποτέ να αφήσει πίσω το "ένδοξο", εφηβικό του παρελθόν.  Το αποτέλεσμα τον θέλει εγκλωβισμένο σε μια ενήλικη πραγματικότητα, από την οποία πασχίζει, αλλά δεν καταφέρνει να ξεφύγει.  Σε μια προσπάθεια να κρατηθεί λιγάκι περισσότερο από αυτά που κάποτε έμοιαζαν να έχουν σημασία, θα καλέσει σε reunion τους παλιούς του φίλους, προκαλώντας τους να ολοκληρώσουν την νύχτα της μεγάλης...μπυροποσίας των νιάτων τους.  Η "αποστολή" θέλει την παρέα να επισκέπτεται και τις δώδεκα(!) τοπικές pub, για ένα πρώτης τάξεως αλκοολικό όργιο, προκειμένου να τερματιστεί επιτέλους το λεγόμενο "Golden Mile".  Η επιστροφή τους όμως στην πόλη δεν θα είναι αυτό ακριβώς που είχαν φανταστεί, μιας που κάτι παράξενο μοιάζει να συμβαίνει εκεί και οι ίδιοι θα αποτελέσουν χωρίς να το ξέρουν, την μοναδική ελπίδα σωτηρία της ανθρωπότητας...


Με το "The World's End" ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης Edgar Wright ολοκληρώνει την κινηματογραφική του τριλογία "Cornetto", η οποία έχει χαρακτηριστεί έτσι με αφορμή την παρουσία ενός παγωτού Cornetto τόσο στο "Hot Fuzz", όσο και στο "Shaun of the Dead".  Φυσικά θα το δεις και στο "The World's End", στο οποίο εμφανίζεται ως περιτύλιγμα που παρασύρεται από τον αέρα, κάπου στο τέλος.
Η αλήθεια είναι πως περιμέναμε με ανυπομονησία την συγκεκριμένη ταινία, καθώς όσοι αρέσκονται στο χιούμορ και φυσικά στις πρωταγωνιστικές επιλογές του Wright, ξέρουν πως το δίδυμο Pegg-Frost αποτελούν εγγύηση για μια χαρακτηριστικά διασκεδαστική ταινία.  Όπως αντιλαμβάνεσαι λοιπόν, μιλάμε για ακόμη μια επιτυχία των Βρετανών φίλων μας, την οποία προσωπικά βάζω πολύ ψηλότερα από το αντίστοιχο δείγμα των Evan Goldberg και Seth Rogen, "This Is the End".
Οι δυο ταινίες εκτός από την πασιφανή ομοιότητα των τίτλων, μοιράζονται επί της ουσίας και την ίδια θεματική sci-fi-κής προέλευσης, με την βασική διαφορά να έγκειται στο γεγονός πως οι πρωταγωνιστές του "This Is the End", υποδύονται τους εαυτούς τους.  Ο James Franco, τον James Franco, o Jonah Hill μια ψωνισμένη εκδοχή του και πάει λέγοντας.
Αν και οι δυο ενδείκνυνται για κωμικές βραδιές, εντούτοις το οτινανικό αποτέλεσμα του Rogen είναι γεμάτο καφρίλα, αηδιαστικά ενσταντανέ, σεξουαλικές ατάκες και παρωδία all over the place.  Δεν είναι κακό, απλώς ακολουθεί την πεπατημένη της αμερικάνικης χοντροκοψιάς (η οποία δεν συμβαίνει και πάντα, να τα λέμε αυτά), αλλά και του καυτηριασμού του σύγχρονου star system.  Παρόλα αυτά το "The World's End" κερδίζει για εμένα στα σημεία, για τους λόγους που θα εξηγήσω παρακάτω.


Ας ξεκινήσουμε από το γεγονός πως η ταινία του Wright δεν αποτελεί μόνο αφορμή για γέλια, αλλά παρουσιάζει μέσα στο σύνολό της και κοινωνικοδραματικά δείγματα, τα οποία αναλαμβάνει να βγάλει μπροστά ένας υπέροχος Simon Pegg.
Το γεγονός πως ο Gary King αποτελεί τον συνδετικό κρίκο της παλιοπαρέας, δεν αποτελεί τυχαία επιλογή.  Ο King αποτελούσε το ίνδαλμα των φίλων του, ήταν κυριολεκτικά ο πάλαι ποτέ "βασιλιάς" τους, ο cool, ο γόης, ο αρεστός.  Με το πέρασμα των χρόνων όμως, η αποτυχία συνειδητοποίησης της ενήλικης κατάστασης, ο αλκοολισμός και η αδυναμία να αποτελέσει έναν λειτουργικό, αυτή την φορά, κρίκο της κοινωνίας, δημιούργησαν μια περσόνα γύρω από τον King, η οποία βρίσκεται προσκολλημένη στην εποχή της απόλυτης κυριαρχίας του, της απόλυτης επιρροής του.  Μη τον παρεξηγείται, ο Gary δεν είχε ποτέ βλέψεις να γίνει κάποιος πραγματικά σπουδαίος και τρανός, απλώς να γίνει κάποιος και δη, κάποιος με τον οποίο να μπορεί να τα βγάζει και ο ίδιος πέρα.
Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε πως η ταινία αποτελεί το ψυχογράφημα ενός χαμένου και ολοκληρωτικά παραιτημένου ατόμου, το οποίο συνεχίζει να τρέφει φρούδες ελπίδες σχετικά με την ικανότητά του να σταθεί στα πόδια του και να πετύχει.  Διόλου τυχαία οi Wright-Pegg αντιπαραβάλουν στην όποια επιτυχία των υπολοίπων (οι οποίοι αντιμετωπίζουν με την σειρά τους, τα δικά τους οικογενειακά θέματα), την μανία ολοκλήρωσης του "Golden Mile" από τον Gary, καθώς αυτό αποτελεί τελικά και το μοναδικό επίτευγμα σε ολόκληρη την ταλαίπωρη ζωή του.  Έχει ανάγκη να πιστέψει σε κάτι και να φέρει αποδείξεις αυτής της πίστης.  Εύστοχα ο Wright, αφήνει την ανάδειξη του προβλήματος του πρωταγωνιστή μέσα από μια παράλληλα δράση, η οποία θέλει την πόλη (και κατ' επέκταση ολόκληρη την ανθρωπότητα) σε κίνδυνο, δίνοντας έτσι την ευκαιρία στον προβληματικό χαρακτήρα, να γίνει τελικά κάποιος και συγκεκριμένα, ο νούμερο ένα αντι-ήρωας του πλανήτη.


Φυσικά η επιλογή του sci-fi περιεχομένου και είναι του προσωπικού μου γούστου και αποδίδεται καλά βρε αδερφέ, με μπόλικες αναφορές από εικονικές ταινίες του είδους, κάτι που απογειώνει την ταινία και την κάθε ταινία δηλαδή που κάνει κάτι τέτοιο, με σεβασμό βέβαια πάντα στο προϋπάρχον υλικό (βλ. "Frankenweenie").
Δεν θα αναφερθώ στο τι ακριβώς γίνεται, αν και αν έχεις δει μπόλικες ταινίες, αντιλαμβάνεσαι τι συμβαίνει από νωρίς.  Αξίζει βέβαια να σημειώσουμε πως τα πάντα μέσα στην ταινία έχουν κρυμμένα νοήματα και μπορούν να αποκρυπτογραφήσουν εύκολα, όλα τα στοιχεία που αποκρύπτονται σε πρώτη φάση (π.χ δώστε μεγάλη προσοχή στις ονομασίες των pubs, καθώς και στις εικόνες που έχουν, γιατί θα καταλάβετε πολλά).  Εντελώς λειτουργική στο πλαίσιο αυτό είναι και η επιλογή της μουσικής λίστας της ταινίας (oh so good!), όπου τα μουσικά κομμάτια χρησιμοποιούνται εύκολα ως τιτλικά υποκεφάλαια της ταινίας.
Όσον αφορά την σκηνοθεσία του Wright είναι φυσικά όπως την περιμένεις: γρήγορη και καλοφτιαγμένη, με απότομα cuts, βρετανικό στιλιζάρισμα και ένα μοντάζ που τρέχει με χίλια.  Εξίσου καλό είναι φυσικά και το cast, με τον Pegg να κρατάει τον καλύτερο ρόλο (και δράμα ο Simon, εύγε!), τον Frost να αποτελεί την παραδοσιακή μας απόλαυση και τους έτερους Martin Freeman, Paddy Considine, Eddie Marsan και Rosamund Pike, να αποδίδουν εξίσου απολαυστικά.
Το "The World's End" γεμάτο από βρετανικό χιούμορ, δράση, awesome σκηνές μάχης και μια άνετη ισορροπία ανάμεσα στο δραματικό και το κωμικό, είναι η ταινία που πρέπει οπωσδήποτε να δεις.  Τώρα!

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι παίζει και ο Pierce Brosnan, οτι ποτέ άλλοτε δεν ήταν τόσο δύσκολο να πιείς ένα ποτήρι μπύρας και οτι οι δίδυμοι είναι freaky για...διάφορους λόγους.


TRIVIA
  • Η αφίσα της pub, "The King's Head" αν προσέξετε καλά, αναπαριστά τον ίδιο τον Simon Pegg, ως Gary King.
  • Το poster της ταινίας είναι βασισμένο στο poster του "End of the World" το οποίο βασίζεται στην ίδια θεματική με αυτή του "The World's End".
  • Στην αρχή της ταινίας εκεί όπου η νεαρή ακόμη παρέα κάθετε σε έναν λόφο και...αγναντεύει, μπορείτε να δείτε αν προσέξετε καλά, μια μικρή φωτεινή κουκκίδα που πέφτει από τον ουρανό.  Χμμμ....
(ΠΗΓΗ ΙΜDB)
*Τσέκαρε εδώ και τα posters από τις pub της ταινίας.




















Πέμπτη, 21 Νοεμβρίου 2013

Prisoners: A(maze)ing crime thriller

Επιστροφή και πάλι λοιπόν.  Την περασμένη εβδομάδα δεν κατάφερα να αναρτήσω κάποια ταινιούλα, λόγω χρόνου, αλλά και πιο προσωπικών θεμάτων, οπότε νομίζω ήταν επιτακτική η ανάγκη ξε-αραχνιάσματος του blog αυτή την εβδομάδα.  Έτσι κι αλλιώς, και οι ταινίες που βγήκαν σήμερα Πέμπτη, 21 Νοεμβρίου, και λίγες είναι, και μέτριας κατάστασης.  Αν εξαιρέσουμε δηλαδή το μουσικό ντοκιμαντέρ, "Searching for Sugarman" το οποίο κέρδισε πέρσι το Oscar καλύτερου ντοκιμαντέρ, ο νέος "Thor" είναι αποτελεσματικός για μια fun βραδιά, ενώ ο "Συνήγορος" του Ridley Scott, με ένα cast-βόμβα (Michael Fassbender, Brad Pitt, Javier Bardem, Penelope Cruz και Cameron Diaz), ας πούμε πως σε κάνει να αναπολείς τις παλιές, καλές "Blade Runner" και "Alien" εποχές.  Φόλα ολκής.
Για τον λόγο αυτό είπα να επικεντρωθώ σε μια ταινία, η οποία είναι σίγουρα μια από τις καλύτερες για την φετινή χρονιά, θυμίζοντας αυθεντικά, καλογυρισμένα θρίλερ του παρελθόντος (του οχι και τόσο μακρινού).  "Prisoners" λοιπόν.


Το αμερικάνικο όνειρο στο επίκεντρο: ένα ταπεινό, πλην ζεστό σπιτικό, μια αγαπημένη οικογένεια, φίλοι, παιδιά, χαρά, γιορτή.
H ευτυχισμένη καθημερινότητα δεν αργεί να κομματιαστεί, όταν η μικρή Anna της οικογένειας Dover καθώς και η φίλη της Joy (της έτερης φαμίλιας), εξαφανίζονται κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες.  Οι υποψίες βέβαια δεν αργούν να πέσουν πάνω στο μυστήριο RV το οποίο λίγο πριν το κακό, βρίσκεται παρκαρισμένο στην άκρη του δρόμου, κοντά στο σημείο όπου οι δυο μικρές έπαιζαν ανέμελες με τα αδέρφια τους λίγο πριν.
Και ενώ η αστυνομία μπαίνει στον χορό, αναλαμβάνοντας δράση με επικεφαλή τον detective Loki (Jake Gyllenhaal), ο Keller Dover (Hugh Jackman), θα αποφασίσει να πάρει τον νόμο στα χέρια του προκειμένου να βρει τα παιδιά, πριν να είναι πλέον πολύ αργά.  Το σφτιχτοπλεγμένο κουβάρι της υπόθεσης όμως, θα αποκαλύψει πολλά και αρκούντως σοκαριστικά μυστικά που θα αναδιαμορφώσουν εκ νέου τον ψυχισμό και την εικόνα των εμπλεκομένων χαρακτήρων, για την ασφάλεια και κυρίως, για την ίδια την ζωή.


Ο Καναδός σκηνοθέτης Denis Villeneuve ("Polytechnique", "Incendies") επιστρέφει και πάλι στα κινηματογραφικά δρώμενα, στήνοντας έξοχα ένα πολυεπίπεδο σενάριο, αποτελεσματικό και απόλυτα λειτουργικό, στα πλαίσια του ενοχικού ξεδιπλώματος της διαφορετικής πλευράς, στην οποία βρίσκετακαθένας από τους πρωταγωνιστές του.
Επί της ουσίας το "Prisoners" είναι ένα ψυχολογικό πλανάρισμα ετερόκλητων χαρακτήρων, οι αποφάσεις των οποίων οδηγούν σε σωρό, τις αλυσιδωτές αντιδράσεις που συνοδεύουν κάθε σκέψη και κάθε ζοφερή συνειδητοποίηση.
Δεν είναι εύκολο να κρατήσεις το ενδιαφέρον του θεατή αμείωτο, ιδιαίτερα όταν μιλάμε για μια, κατά τα άλλα', "συνηθισμένη" πλοκή στα πλαίσια της σινεματικής εμπειρίας.  Παρόλα αυτά, αυτό που με ζηλευτή μαεστρία κατορθώνει εδώ ο Villeuneve, έχοντας ως μπούσουλα το καλογραμμένο σενάριο του Aaron Guzikowski (ο οποίος ήταν βέβαια υπεύθυνος και για το σενάριο του "Contraband"), είναι η κατασκευή ενός γερού, κοινωνικοδραματικού οικοδομήματος το οποίο απαρτίζεται στα επιμέρους τμήματά του από μερικές απόλυτα πυροδοτικές, crime στιγμές, συναισθηματικές εξάρσεις και puzzle-ικές αποκαλύψεις, που ανάγουν πλέον το πεπατημένο μοτίβο "έχασα την κόρη μου και θα τιμωρήσω τους πάντες για να την βρω", σε ένα πρώτης τάξεως ζευγαρωτό αποτέλεσμα θύτη/θύματος, νόμου/αυτοδικίας, σωστού/λάθους.


Είναι σχεδόν σίγουρο πως οι περισσότεροι έχετε ήδη δει την ταινία και το πιθανότερο είναι πως έχετε καταλήξει με την σειρά σας στα ίδια συμπεράσματα, δεν μπορώ όμως κι εγώ να μην εντυπωσιαστώ από το γεγονός πως το "Prisoners" αποτελεί την ιδανική επιλογή τόσο για όσους ήθελαν να επισκεφτούν τις αίθουσες για να δουν απλά μια ταινία, όσο κι για εκείνους που αναζητούσαν το κάτι περισσότερο.
Η επιλογή των ηθοποιών αποτελεί ένα ακόμη ενδεικτικό στοιχείο της επιτυχημένης συνταγής που χρησιμοποιήθηκε, μιας που εκτός από το υπερ-διάσημο πρωταγωνιστικό δίδυμο (στο οποίο αμφότεροι είναι καλοί), η τοποθέτηση του Gyllenhaal στον ρόλο του ντετέκτιβ, μοιάζει σαν ένα πονηρό κλείσιμο του ματιού στον πρωταγωνιστικό του ρόλο στο εξίσου καλό (και παρόμοιας σεναριακής φύσεως) "Zodiac", εκεί όπου αναλάμβανε και πάλι τον ρόλο του ντετέκτιβ (αν και ερασιτέχνη), μιας που ως δημοσιογράφος/καρτουνίστας είχε επιδοθεί στην ανακάλυψη του Zodiac, του κατά συρροήν δολοφόνου που σκότωνε ζευγαράκια σε ερημιές.
Εκτός από τον Gyllenhaal πάντως, όλοι είναι εξαιρετικοί.  Τολμώ να πω πως ο Jackman δίνει μια από τις καλύτερες ερμηνείες τις καριέρας του στον ρόλο του εκδικητικού πατέρα.  Εκφραστικός, με φουλ ένταση και επιβλητική παρουσία, είναι ιδανικός ως Keller Dover, έχοντας μάλιστα και μια πολύ καλή χημεία με τον κωλοπαιδίστικης έμπνευσης Gyllenhaal.  Δεν χρειάζεται να πούμε και πολλά για το μήλον της έριδος Paul Dano, ο οποίος αποτελεί έτσι κι αλλιώς έναν από τους καλύτερους ηθοποιούς της γενιάς του (σε αυτό συμβάλει βέβαια και η ιδιαίτερη φάτσα του).  Σιγοντάροντας όλους αυτούς, έρχεται και η Melissa Leo, την οποία τη λες και αγνώριστη, αποτελώντας μια ενδιαφέρουσα παρουσία στην ταινία.


Η σκηνοθεσία είναι υποβλητική: βροχερό περιβάλλον, παγωμένη ατμόσφαιρα και μουντά χρώματα, συνθέτουν έναν σκοτεινό κόσμο στον οποίο παιδιά χάνονται, οικογενειακά μυστικά βαραίνουν την πραγματικότητα σαν τρομερή ταφόπλακα και πληγωμένοι ενήλικες αναζητούν την εξιλέωση μέσα από μια φριχτή καθημερινότητα μίμησης.
Το "Prisoners" είναι μια ταινία που αξίζει να δεις, καθώς μπορεί να παραπέμπει στην παραδοσιακής κοπής κινηματογραφική πραγματικότητα (αρχή-μέση-τέλος), καταφέρνει όμως παράλληλα να παραμείνει πιστή στον μύθο μιας εξελισσόμενης δράσης που εκπλήσσει, σοκάρει, αποκαλύπτει και αποκαθηλώνει μέχρι τελευταίας στιγμής.  Τι αποκαθηλώνει;  Μα την ιερότητα της αγίας, αμερικανικής οικογένειας, μαζί με τα όρια μέχρι τα οποία είναι διατεθειμένος να φτάσει κανείς για να προστατέψει τους δικούς του.  Αν υπάρχουν κι αυτά δηλαδή...

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι ο Gyllenhaal είναι τούμπανος, οτι αυτή η Maria Bello έχει πάρει παραμάζωμα τους κινηματογραφικούς συζύγους και οτι μια σφυρίχτρα είναι πάντα χρήσιμη.


TRIVIA
  • Σε πρώτη φάση τα ονόματα των Christian Bale-Mark Wahlberg και Bryan Singer ακούγονταν για την ταινία, μέχρι την στιγμή που οι δυο ηθοποιοί επέλεξαν τελικά το "The Fighter".
  • Το όνομα της Melissa Leo στην ταινία είναι, Holly Jones.  Το ίδιο όνομα είχε και ένα κοριτσάκι το οποίο είχε απαχθεί και είχε δολοφονηθεί το 2010 στο Τορόντο.
(ΠΗΓΗ IMDB)

Σάββατο, 9 Νοεμβρίου 2013

Gravity: Loneliness in space

NEW ARRIVAL

Alloha μας!  Ακόμα μια πρόταση γι' αυτή την εβδομάδα (την περασμένη φορά είχα γράψει για το "Miss Violence" το οποίο επίσης κυκλοφόρησε στις αίθουσες αυτή την εβδομάδα), είναι σίγουρα το εντυπωσιακότατο "Gravity" του Alfonso Cuaron, το οποίο θα μας απασχολήσει σήμερα.  Παρά το γεγονός πως θα υπάρξουν κάποιες ενδιαφέρουσες κινηματογραφικές προτάσεις για την next week, υποθέτω πως το επόμενο Σάββατο (αν τα καταφέρω ίσως γράψω πιο νωρίς), θα ασχοληθούμε και με το "All is Lost", το οποίο επίσης βγήκε στην γύρα αυτή την Πέμπτη και αποτελεί με την σειρά του, μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς.  So, let's begin.


Η Dr. Ryan Stone (Sandra Bullock) και ο αστροναύτης Matt Kowalski (George Clooney), έχουν αναλάβει μια αποστολή ρουτίνας, με στόχο κάποιες μικρο-επιδιορθώσεις στο τηλεσκόπιο Hubble.  Όλα είναι ήσυχα και η δουλειά οδεύει σταδιακά προς το τέλος, όταν το κέντρο ελέγχου της αποστολής στο Χιούστον εφιστά την προσοχή της ομάδας, σε κάτι εκατομμύρια θραύσματα τα οποία κινούνται με ταχύτητα προς το μέρος τους, αποτέλεσμα του χτυπήματος ενός ανενεργού δορυφόρου, από έναν ρώσικο πύραυλο.  Η καθυστέρηση των πρωταγωνιστών να απομακρυνθούν από το σημείο της επερχόμενης σύγκρουσης, αποδεικνύεται τελικά μοιραία.  Το αποτέλεσμα θα αφήσει δυο ανθρώπους μετέωρους στο αχανές διάστημα, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να επιστρέψουν και πάλι στην Γη.  Οχι όμως χωρίς τίμημα...


Επτά χρόνια μετά το "Children of Men" ο Alfonso Cuaron επιστρέφει με ένα μοναδικό συμπαντικό δημιούργημα, άξιο να σταθεί δίπλα ακόμη και σε εικονικές στιγμές του sci-fi (και οχι μόνο κινηματογράφου), όπως το κιουμπρικικό "2001: A Space Odyssey".
Το "Gravity" είναι μια ταινία η οποία θέτει τον σκηνοθετικό πήχη πολύ υψηλότερα απ'οτι έχουμε συνηθίσει τα τελευταία χρόνια, όσον αφορά το συγκεκριμένο ταινιακό είδος τουλάχιστον, χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει πως άλλες, αναλόγου ύφους ταινίες, όπως για παράδειγμα το ανεξάρτητο, αλλά εξαιρετικά καλοφτιαγμένο "Moon" του Duncan Jones, δεν αξίζουν την προσοχή μας.  Απλώς στην προκειμένη περίπτωση το νέο πόνημα του Cuaron καταφέρνει να συνταράξει συθέμελα την οπτική του θεατή, προσφέροντας άρτο και θέαμα, με τις πρέπουσες πάντα φιλοσοφικές ανησυχίες περί της ανθρώπινης πορείας, της μοναξιάς και της πίστης στις "υπερφυσικές" μας δυνάμεις για επιβίωση.
Η ταινία πετυχαίνει παράλληλα τον ιδανικό συνδυασμό blockbuster αισθητικής (έχει ήδη σκοράρει στο παγκόσμιο box-office κάτι περισσότερο από $400 εκατομμύρια), και "σοβαρού" sci-fi που έχει ως στόχο τόσο να προβληματίσει, όσο και να ενθουσιάσει. χωρίς βέβαια να αποφεύγει και τις κλισεδιάρικες πινελιές οι οποίες κάνουν την όποια μετάβαση από την μια πράξη στην άλλη, πιο βατή.


Το καταπνικτικό βάρος του σιωπηλού διαστήματος λειτουργεί ως ιδανική παλέτα σκιαγράφησης των φόβων και των πιο μύχιων σκέψεων κάθε ανθρώπινου όντος, θέτοντας στο προσκήνιο για ακόμη μια φορά το πολυπαιγμένο σενάριο του "human vs. nature", το οποίο χαρακτηρίζει εξίσου αποτελεσματικά-αν και εκ των πραγμάτων πολύ πιο γήινα-το "All is Lost", εκεί όπου ο ήρωας του Robert Redford (σε μια εκπληκτική ερμηνεία) δίνει ένα χορταστικό 'one-man show', ενάντια στις ατυχίες και το μένος του αγριεμένου ωκεανού.
Το "Gravity" έχει εντυπωσιάσει τους πάντες, υποθέτουμε και εξαιτίας του άρτιου 3D του, το οποίο μάλλον δύσκολα θα απολαύσουμε εμείς εδώ στην Ελλάδα, μιας που οι περισσότερες αίθουσες δεν φαίνεται να κατέχουν την κατάλληλη τεχνολογία.  Ακόμα όμως και με αυτή την υποτυπώδη, τρισδιάστατη απεικόνιση, η ταινία καθιστά ξεκάθαρο το γεγονός πως αποτελεί ένα από τα καλύτερα και σίγουρα δυσκολότερα παραγωγικά αποτελέσματα που υπάρχουν πλέον εκεί έξω.
Η δουλειά του Cuaron είναι εξαιρετική, χαρίζοντας στα πλάνα του αληθοφάνεια (οι σκηνές στο εξωτερικό του διαστήματος δεν έχουν ήχο), δυναμισμό, άπλετη ενέργεια και ανείπωτη ομορφιά.  Υπάρχει συγκεκριμένα μια σκηνή στην οποία η Bullock θυμίζει έμβρυο μέσα σε μήτρα, με τον ιμάντα που συνδέεται η στολή της να θυμίζει κάποιον κοσμογονικό ομφάλιο λώρο, παραπέμποντας χαλαρά στο μωρό από το Space Odyssey.


Ενδεχομένως να προτιμούσα τα κλισέ στοιχεία να είναι λιγότερα, καθώς απέσπασαν κάπου την προσοχή μου από το αγωνιώδες κομμάτι του story, παρόλα αυτά στο σύνολό του το "Gravity" παραμένει ένα θεαματικό δημιούργημα, με εξαιρετικές ερμηνείες, υπέροχη κινηματογράφηση και ένα καθόλα ταιριαστό OST που εντείνει ακόμα περισσότερο την αίσθηση της απόλυτης λήθης και του ολοκληρωτικού κενού που χαρακτηρίζει τον κόσμο του διαστήματος.
Για να πούμε βέβαια και δυο λόγια για τις ερμηνείες, ο George Clooney βρίσκεται στην πιο ανώδυνη, ερμηνευτικά, πλευρά, με την Bullock να δίνει αυτή την φορά τον καλύτερό της εαυτό, στην μέχρι τώρα καριέρα της.  Έντονα συναισθήματα, οπτική κυριαρχία και ένα αγχώδες φόντο, είναι αρκετά για την Bullock να λάμψει.  Και το καταφέρνει περίφημα.
Αν δεν την έχετε τσεκάρει ακόμη, κάντε το.  Είναι σίγουρο πως όταν βγείτε από την αίθουσα, θα είστε απλά έκθαμβοι.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι το αγορέ μαλλί δεν πάει στην Sandra, οτι ο George την βότκα δεν την αλλάζει και οτι η τελευταία ακριβώς σκηνή κρύβει μέσα της μια ολόκληρη ιστορία εξέλιξης.



TRIVIA
  • Η φωνή του υπεύθυνου του Hiouston είναι του Ed Harris, ο οποίος κρατάει ο δικό του μερίδιο σε "διαστημικές" ταινίες όπως οι "Apollo 13" και "Τhe Right Stuff".
  • O Robert Downey Jr. θα πρωταγωνιστούσε στην ταινία, αλλά τελικά αποχώρησε λόγω προγράμματος.
  • Σε μια σκηνή ο Cuaron αναμετρήθηκε με την Bullock για το ποιος μπορεί να αντέξει περισσότερο.  Ας πούμε πως ο Cuaron δεν κατάφερε να την ξεπεράσει. (η σκηνή βρίσκεται στο τέλος).
(ΠΗΓΗ IMDB)







Σάββατο, 2 Νοεμβρίου 2013

Miss Violence: No secrets in this house

NEW ARRIVAL  (από τις 7 Νοεμβρίου στις αίθουσες)

Καλημέρες καλημέρες!  Χθες δεν προλάβαμε να ανεβάσουμε κάποια ταινιούλα, αλλά δεν θα αφήναμε και το σαββατοκύριακο να πάει χαμένο, μιας που αν μη τι άλλο μπορούμε να προτείνουμε καινούρια ταινιούλα που θα βγει στις αίθουσες την επόμενη εβδομάδα.  Πιο συγκεκριμένα θα ασχοληθούμε με την νέα ταινία του Αλέξανδρου Αβρανά, "Miss Violence", η οποία προκάλεσε αίσθηση στο φεστιβάλ της Βενετίας, από το οποίο απέσπασε μάλιστα τον Αργυρό Λέοντα, αλλά και το βραβείο Ά Ανδρικού για την ερμηνεία του Θέμη Πάνου, στον ρόλο του πατέρα.  Σας το λέω από τώρα πάντως πως η ταινία δεν είναι για ευαίσθητα στομάχια και σίγουρα οχι για όλους.  Τι εννοώ με αυτό;  Θα καταλάβετε...


Στα ενδέκατα γενέθλια της η μικρή Αγγελική πέφτει από το μπαλκόνι του σπιτιού, βρίσκοντας τραγικό θάνατο, με ένα αινιγματικό όμως χαμόγελο να ζωγραφίσει το πρόσωπό της.  Η οικογένεια ταραγμένη από το σοκ της αυτοκτονίας, θα προσπαθήσει να συνεχίσει στην δύσκολη καθημερινότητά της, μια καθημερινότητα που σκιαγραφεί με μελανά χρώματα την ζοφερή οικονομική κατάσταση-και οχι μόνο-της σύγχρονης Ελλάδας.
Καθώς το σεναριακό κουβάρι αρχίζει να ξετυλίγεται, τα μυστικά που βρίσκονται καλά θαμμένα κάτω από το vintage χαλί του σπιτιού, θα αρχίσουν να αναδεύονται, απαιτώντας να βγουν στην επιφάνεια και να καταπνίξουν μέχρι και την τελευταία ρανίδα λογικής.  Αν δηλαδή αυτή υπήρξε και ποτέ...


Η "Miss Violence" αποτελεί την δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Αλέξανδρου Αβρανά και όπως όλα δείχνουν αποτελεί και την πιο πολυσυζητημένη, οχι μόνο εξαιτίας της σημαντικής της διάκρισης και βράβευσης στο μεγάλο κινηματογραφικό φεστιβάλ της Βενετίας, αλλά και εξαιτίας της σκληρής θεματικής την οποία πραγματεύεται.
Καταρχάς να τονίσουμε πως και αυτό το δημιούργημα τοποθετείται σίγουρα μέσα στην ομάδα των ελληνικών ταινιών του λεγόμενου πια "weird greek cinema" μιας που οι δημιουργοί στην αναζήτηση της στυλιζαρισμένης αισθητικής και των ακραίων κοινωνικοπολιτικών πειραματισμών, μοιάζουν να ακολουθούν πλέον μια κοινή τακτική, μια παντιέρα η οποία απογειώθηκε μέσα από τον "Κυνόδοντα" του Γιώργου Λάνθιμου.
Το γεγονός πως οι περισσότεροι πια-σίγουρα οχι όλοι-Έλληνες δημιουργοί έχουν στραφεί σε μια εναλλακτική, σκηνοθετικά, απεικόνιση της σκληρότητας με την οποία βάλλεται η "αγία ελληνική οικογένεια" από παντού, αποτελεί μεν μια κάποια πρωτοτυπία, σίγουρα όμως όταν αυτό επαναλαμβάνεται διαρκώς, παύει σταδιακά να χαρακτηρίζεται από την πρότερη δυναμική του με αυτό να ωθεί εκ των πραγμάτων τον κάθε δημιουργό στην αναζήτηση της νέας έκπληξης, της νέας πρόκλησης και της ενσωμάτωσης της βίας σε κάθε της μορφή, σε μια προσπάθεια να ακουστεί δυνατά και καθαρά η αποδόμηση του τριπτύχου "πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια".


Μια από τις έξυπνες και σκηνοθετικά λειτουργικές επιλογές στην παρουσίαση της ταινίας, είναι η σταδιακή εξέλιξη των μικρών ανατροπών με τις οποίες γεμίζει ο Αβρανάς τις σκηνές του, καθιστώντας άκρως ενδιαφέρουσα την καταληκτική τους πορεία.  Ταυτόχρονα το κατακερματισμένο, απότομο μοντάζ δίνει ένα κοφτό, σχεδόν επιτακτικής ανάγκης ύφος, το οποίο πυροδοτεί επί της ουσίας ολόκληρη την επερχόμενη μετάβαση εξουσίας, η οποία πέφτει βαριά σαν ταφόπλακα πάνω στους ήρωες, παρά την αρχική εκτίμηση πως η λύτρωση είχε επιτέλους χτυπήσει την πόρτα.
Η σκηνοθεσία του Αβρανά ακολουθεί κλασικά μοτίβα χρωματικού φίλτρου και παλιακής αισθητικής, επιβεβαιώνοντας την τάση των δημιουργών μας τα τελευταία χρόνια στην αποτύπωση μιας εν δυνάμει σουρεαλιστικής εικόνας, μιας παλαιωμένης ματιάς πάνω στην ανθρώπινη φύση και την αγριότητα που κρύβουμε μέσα μας.
Θα ήταν υποκριτικό να μην πούμε πως κάποιες ομοιότητες του "Miss Violence" με τον "Κυνόδοντα" σε "χτυπούν" απευθείας στις αισθήσεις με την έναρξη της ταινίας, μιας που εκτός από την δημιουργική προσέγγιση (η οποία τείνει πλέον να είναι ακριβώς η ίδια, με ελάχιστες μόνο αλλαγές), και η ιστορία επικεντρώνεται στην παρουσίαση μιας εις βάθους προβληματικής οικογένειας, τα μυστικά της οποίας αποκαλύπτονται προοδευτικά, με τον θεατή βέβαια να είναι έτσι κι αλλιώς υποψιασμένος από την αρχή πως κάτι δεν πάει καθόλου καλά.  Και αυτό το κάτι είναι για ακόμη μια φορά "ο πατέρας αφέντης".


Η πατριαρχική εξουσία και το αρσενικό καταδυνάστευμα αποτελούν πάγιες σεναριακές τακτικές μεγάλων σκηνοθετών, όπως των αδελφών Taviani στο "Padre padrone", αλλά και του εποχής "Δόγματος 95", "Festen" του Thomas Vintenberg το οποίο μοιράζεται εξίσου πολλά κοινά στοιχεία με το "Miss Violence" περιλαμβάνοντας τα απολύτως απαραίτητα: μια γιορτή, έναν θηλυκό θάνατο, μια σκληρή αποκάλυψη, έναν πατέρα που δεν ήταν ποτέ πατέρας και το τρύπιο μετά.
Αν κάποιος προσέξει από την αρχή το καδράρισμα του πατέρα σε σχέση με την υπόλοιπη οικογένεια, αντιλαμβάνεται γρήγορα τον ρόλο που επιτελεί στην προκειμένη περίπτωση η σκηνοθεσία, καθιστώντας μας διαρκώς μάρτυρες ενός κατακερματισμένου κορμιού, το οποίο φιλμάρεται με το πρόσωπο εκτός κάδρου. Ενδεχομένως και να μιλάμε για μια ξεκάθαρη νύξη της οικουμενικότητας αυτού του πατέρα- ψευδοπροστάτη, που πρώτος προδίδει οτι σημαντικότερο έχει κανείς στην ζωή του.
Το γεγονός πως από την ταινία του Αβρανά απουσιάζει και το πιο μικρό στοιχείο αισιοδοξίας και προστατευτισμού εξάλλου (ή το οποίο όταν υπάρχει εμφανίζεται σε περιορισμένες δόσεις και πάντα στα όρια του αποστειρωμένου), είναι απλώς μια ακόμη ένδειξη του ζοφερού, άρρωστου κλίματος μέσα στο οποίο ο όρκος σιωπής περιδιαβαίνει ανάμεσα στις πόρτες που ο "αφέντης" επιβάλει να παραμένουν ανοιχτές.  "Δεν έχουμε τίποτα να κρύψουμε σε αυτό το σπίτι", λέει. Όχι, εκτός από ματωμένες ψυχές και φόβο, τίποτα άλλο...
Οι ερμηνείες εξίσου χαρακτηριστικές, κινούνται στα όρια του επιτιδευμένου και του ξώφαλτσα ρεαλιστικού με τον Θέμη Πάνου να κερδίζει το στοίχημα (και το βραβείο) του λύκου μεταμφιεσμένου σε αμνό του Θεού και την Ελένη Ρουσσινού να κυριαρχεί σε μια σχεδόν σχιζοφρενική ερμηνεία.
Το "Miss Violence" δεν είναι μια ταινία που δεν έχεις ξαναδεί.  Διαθέτει όμως ατμόσφαιρα, πολύ καλή σκηνοθεσία (αν και πρέπει να είστε έτοιμοι για τις άκρως disturbing στιγμές που την συνοδεύουν), βουβές ερμηνείες και έναν τίτλο, η αποκρυπτογράφηση του οποίου έρχεται ξαφνικά και αδυσώπητα, στην καλύτερη ίσως, στιγμή της ταινίας.  Αν μπορεί να χαρακτηριστεί έτσι δηλαδή...

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι το τραγούδι της Shaya δεν θα είναι ποτέ ξανά το ίδιο για εμένα, οτι κάνει ένα πέρασμα ο Μηνάς Χατζησάββας και ο Χρήστος Λούλης.


No trivia

Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

Ain't Them Bodies Saints: No saints, just humans

NEW ARRIVAL

Alloha και πάλι!  Καταρχάς να πω ένα "welcome" βρε αδελφέ, στα καινούργια μέλη της κινηματογραφικής μας ομάδας!  Ελπίζω να περάσετε καλά και εσείς μαζί με εμάς : )  Have fun!
Πέμπτη σήμερα και φυσικά έχουμε νέες ταινιούλες στις αίθουσες και μάλιστα για όλα τα γούστα, έτσι για να διαλέξεις.  Έχουμε και λέμε λοιπόν: "Βρέχει Κεφτέδες 2" για animation κατάσταση, οσκαρικό-όπως όλα δείχνουν-Tom Hanks στο "Captain Phillips", χαριτωμενιές του Levitt στο σκηνοθετικό του ντεμπούτο "Don Jon", κάτι από τα παλιά με "Meet Don Joe", ανάλαφρη Audrey Tautou στο "L'Ecume Des Jours" και φυσικά την ταινία που διάλεξα να μοιραστώ μαζί σας, το "Ain't Them Bodies Saints" του David Lowery για κοινωνικοδραματικές καταστάσεις.


H Ruth (Rooney Mara) και ο Bob (Cassey Afleck) είναι ένα νεαρό ζευγάρι full ερωτευμένο, προορισμένο σε τούτη την ζωή να μείνουν για πάντα ο ένας δίπλα στον άλλο.  Ακόμα κι αν αυτό σημαίνει πως οι λάθος επιλογές αποτελούν μονόδρομο γι' αυτούς, με την "Bonnie and Clyde" ατμόσφαιρα να διαχέεται στην οθόνη από τα πρώτα κιόλας λεπτά της ταινίας.
Όταν ο Bob πληρώσει το τίμημα της παρανομιακής τους ζωής με την φυλάκισή του για κάμποσα χρόνια, η Ruth θα κληθεί να μεγαλώσει μόνη της την κορούλα τους, προσπαθώντας να σταθεί στα πόδια της, χωρίς όμως και να ξεχνά ποτέ τον μεγάλο της έρωτα, τον οποίο περιμένει καρτερικά να γυρίσει πίσω.  Και ενώ η ζωή μοιάζει να έχει δρομολογηθεί για την ίδια, τα μαντάτα της δραπέτευσης του Bob γίνονται το νούμερο ένα θέμα στην μικρή πόλη των περιχώρων του Τέξας.  Η Ruth αρχίζει να ζει και πάλι με την ελπίδα οτι ο Bob θα επιστρέψει για να "σώσει" εκείνη και το παιδί τους από μια καθημερινότητα σε αναμονή, μια πραγματικότητα δίχως νόημα και οικογενειακή ουσία.  Ο Bob όμως έχει και μερικούς ανοιχτούς λογαριασμούς εκεί έξω, λογαριασμούς που μοιάζουν να μην είναι διατεθειμένοι να τον αφήσουν να βρεθεί και πάλι στο πλευρό της μοναδικής του αγάπης...


Αν η παραπάνω περίληψη της ταινίας σου φάνηκε περισσότερο μελιστάλαχτη απ'οτι θα ήθελες, είναι επειδή και η ταινία αν χαρακτηρίζεται από μερικά οροθετημένα στοιχεία αυτά είναι μεταξύ άλλων η ήπιων τόνων σκηνοθεσία, οι μπόλικοι διάλογοι και ο τεράστιος, άσβεστος έρωτας του ζευγαριού ο οποίος βρίσκεται στο κέντρο όλης της ταινιακής υπόθεσης, ωθώντας το σενάριο προς την τετελεσμένη του κατάληξη.
Ο σκηνοθέτης David Lowery στο τρίτο μεγάλου μήκους δημιούργημά του (έχουν προηγηθεί τα "Deadroom" και "St. Nick"), επιστρέφει στην καρδιά του αμερικάνικου, ανεξάρτητου κινηματογράφου, βουτώντας την ταινία του βαθιά μέσα στα ηλιοκαμένα, αγροτικά χρώματα του Τέξας και στρέφοντας την προσοχή του στην θεματική της αιώνιας, πεπρωμενικής αγάπης, πασπαλισμένης με δόσεις γήινου μελοδράματος.
Το concept μάλλον παραβολικό μοιάζει με τους Mara και Affleck να κρατούν καλά τους ρόλους των πρωτόπλαστων που υπέπεσαν εν προκειμένω στο ολέθριο αμάρτημα της redneck-ικής ανυποταγής απέναντι στους πολιτειακούς νόμους.  Φυσικά η "τιμωρία" είναι σκληρή και για τους δυο μιας που εμπεριέχει περισσότερο την σκληρότητα του αποχωρισμού, παρά την αυτή καθεαυτή τιμωρία της φυλάκισης για τον Bob και της μοναξιάς για την Ruth.  Ακόμα και έτσι όμως ο Lowery (ο οποίος υπογράφει και το σενάριο) φροντίζει να κοσμήσει την ιστορία του με περιρρέον συναίσθημα το οποίο αν μη τι άλλο πυροδοτεί τις αντιδράσεις των πρωταγωνιστών, μεταγγίζοντας πρέπουσες ποσότητες και στο κοινό, το οποίο αντιλαμβάνεται και αποδέχεται την κινηματογραφική αυτή σχέση ως την νούμερο ένα ανάγκη.


Η ταινία προβλήθηκε σε εμάς για πρώτη φορά, στο πρόσφατο κινηματογραφικό φεστιβάλ "Νύχτες Πρεμιέρας" και η αλήθεια είναι πως από τα διάφορα σχόλια που έπιασαν τα αυτιά μου, δεν ήταν λίγοι εκείνοι οι οποίοι την θεώρησαν βαρετή και κάπως μια από τα ίδια.  Ως προς το δεύτερο συμφωνούμε κάπου.  Ως προς το πρώτο, οχι και τόσο.
Η αλήθεια είναι πως το "Ain't Them Bodies Saints" ακολουθεί μια δική μου, αγαπημένη πορεία και συγκεκριμένα αυτή της ενασχόλησης με τα θέματα και το περιβάλλον του αμερικάνικου νότου.  Καταλαβαίνω πως η διαρκής προώθηση των νεο-indie ταινιών με ράθυμο περιεχόμενο, γοητευτικά πλάνα φυσιολατρικής αισθητικής και δράματα καθημερινών, απλών ανθρώπων, μπορεί και να ξενίσει ορισμένους καθώς όλο το παραπάνω ίσως και να παρερμηνευτεί ως "βαρετό", παρόλα αυτά θεωρώ πως η ατμόσφαιρα των συγκεκριμένων ταινιών, μπορεί να προσφέρει μια πρώτης τάξεως βάση για την ανάδειξη, κατά κύριο λόγο, σπουδαίων ψυχογραφημάτων της κάθε ατομικής υπόστασης.  Αυτό ακριβώς το γεγονός έρχεται και κουμπώνει ιδανικά ως προς το αμιγώς κινηματογραφικό του κομμάτι, με τις πλούσιες εικόνες (ακόμη και μιας εν δυνάμει ντεκαντανς) του νότου.
Η ταινία σίγουρα δεν είναι για όσους αναζητούν το σασπένς και την περιπέτεια, καθώς αποτελεί ένα καθαρόαιμο κοινωνικοδραματικό κατασκεύασμα, που ενδυναμώνεται από την όμορφη σκηνοθεσία και την εξαίσια χημεία του πρωταγωνιστικού διδύμου.


Φυσικά και δεν πρέπει να περιμένεις κάτι το εξαιρετικά διαφορετικό (και ποιος περιμένει δηλαδή πια από τον κινηματογράφο και οχι μόνο;) τόσο ως προς την υπόθεση, όσο και ως προς την σκηνοθεσία, όπως και να το κάνουμε όμως, το "Ain't Them Bodies Saints", είναι ένα γοητευτικό, μικρό ταινιάκι γεμάτο χρωματική "ζεστασιά" και υπέροχα πλάνα, με τις-όπως αναφέραμε και παραπάνω-εξαιρετικές ερμηνείες των Mara και Affleck να κυριαρχούν.  H Rooney Mara έχει αποδείξει εξάλλου την δυνατότητά της να μεταμορφώνεται και να καταλήγει από το ένα ερμηνευτικό άκρο στο άλλο, υποδυόμενη εδώ την εύθραυστη, αλλά δυναμική Ruth.  Από την άλλη και ο Affleck μοιάζει να έχει αποκτήσει το απαιτούμενο ηθοποιϊκό τσαγανό, κάνοντας καλές επιλογές και δίνοντας μια χαμηλών τόνων, αλλά ενδιαφέρουσα ερμηνεία στο πλευρό της Mara με την οποία διαθέτουν μάλιστα και μια απρόσμενα καλή χημεία.
Το "Ain't Them Bodies Saints" είναι μια ταινία που αγγίζει τα όρια της λυρικότητας σε σημεία, τοποθετημένη όμως τόσο απόλυτα και τόσο ολοκληρωτικά μέσα στην μοναχική καθημερινότητα, ώστε η πλανική ποίηση και η ρεαλιστικότητα της σκηνοθεσίας να γίνονται ένα και το αυτό.  Αν ψάχνεις για κάτι ήρεμο και καλό, τότε έχεις βρει την ταινία που ψάχνεις.

Τι έμαθα από την ταινία:  Οτι παίζει και ο Lundy από τον "Dexter" (και είναι καλός), οτι βλέπουμε και το Ben Foster (το σεριφιλίκι του πάει) και οτι μη ψάχνεις να βρεις νόημα στον τίτλο, κατά τύχη τους έσκασε.

No trivia


Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2013

Fruitvale Station:One step closer...

NEW ARRIVAL 

Επιστροφή και πάλι λοιπόν.  Μετά από μια εβδομάδα και πάλι εδώ, να μιλήσουμε για μια νέα ταινιούλα η οποία κυκλοφόρησε από χθες, 17 Οκτωβρίου στις αίθουσες και που αξίζει την αμέριστη  προσοχή σας.  Μιλάμε βεβαίως για το "Fruitvale Station", μια ταινία που πολλοί από εμάς είχαν την ευκαιρία να δουν πρώτοι στις φετινές, 19ες Νύχτες Πρεμιέρας και η οποία μας άφησε με τις καλύτερες εντυπώσεις.  Το "Fruitvale Station" είναι μια καθαρά δραματική ταινία, η οποία όμως έχει όλα εκείνα τα προτερήματα μιας αυθεντικά ανεξάρτητης παραγωγής, γεγονός που γίνεται αντιληπτό από τα πρώτα κιόλας λεπτά της.  Εναλλακτικά θα μπορούσες να προτιμήσεις στις αίθουσες το "About Time", μια ρομαντική κομεντί η οποία επίσης ξεφεύγει από τον ανόητο μπούσουλα πολλών εκ των ομοίων της.  
Συνεχίζουμε λοιπόν...


Ο Oscar Grant (Michael B. Jordan) είναι ένας νεαρός άνδρας, ο οποίος κάπου έχει χάσει τον δρόμο στην ζωή του.  Έχοντας κάνει φυλακή και συνεχίζοντας να πουσάρει στην πιάτσα ναρκωτικά προκειμένου να ζήσει την οικογένειά του, μοιάζει σαν την κλασική περίπτωση του ατόμου δίχως επιστροφή.  Τα πράγματα όμως δεν είναι ακριβώς έτσι, μιας που ο Oscar μια ημέρα πριν τον νέο χρόνο, αποφασίζει να ενδώσει στην ατομική του ενδοσκόπηση και να αλλάξει ρότα.  Ξεφορτώνεται άρον άρον το τελευταίο ναρκωτικό πακέτο και ξεκινάει την προσπάθεια για εύρεση μιας "νόμιμης" , όπως λέει και ο ίδιος, εργασίας.  Η κατάσταση μοιάζει δύσκολη, αλλά οχι αναστρέψιμη μιας που στο πλευρό του θα βρεθεί γρήγορα η αγαπημένη του Sophina (Melonie Diaz), για την πρέπουσα ηθική υποστήριξη, καθώς και η μικρούλα Tatiana, τιμή και καμάρι του μπαμπά-Oscar.  Όσο όμως η μέρα ξετυλίγεται μπροστά τους σαν κουβάρι, τόσο η περιρρέουσα αίσθηση απειλής μοιάζει να καταπλακώνει τα όνειρα και την ανάγκη του Oscar για την ευκαιρία που θα τον βοηθήσει να ορθοποδήσει μια και καλή.  Και δυστυχώς αυτή η απειλή δεν αργεί να κάνει την εμφάνισή της...


Το "Fruitvale Station" είναι η ταινία που προκάλεσε την μεγαλύτερη αίσθηση στα κινηματογραφικά φεστιβάλ όπου εμφανίστηκε και από τα οποία αποχώρησε κρατώντας ανα χείρας τα περισσότερα βραβεία στα οποία ήταν υποψήφια, όπως το Un Certain Regard-Avenir Prize στις Κάννες, καθώς και τα βραβεία Κοινού (για δραματική ταινία) και Grand Jury Prize στο indie φεστιβάλ του Sundance.
Ενδεχομένως η μεγάλη της επιτυχία να βασίζεται στα πραγματικά γεγονότα πάνω στα οποία στηρίχθηκε, αναπαριστώντας ιδανικά (αλλά καθόλα τραγικά όπως επιτάσσει η ιστορία), την υπόθεση του εικοσιδυάχρονου Oscar Grant ο οποίος έπεσε νεκρός στον σταθμό της Καλιφόρνια, Fruitvale, από τα πυρά ενός αστυνομικού και εν μέσω εκατοντάδων αυτοπτών μαρτύρων οι οποίοι κατέγραψαν με τα κινητά τους τηλέφωνα το τραγικό συμβάν.  Ξημέρωνε πρωτοχρονιά του 2009.
Η ταινία αποτελεί το full length σκηνοθετικό ντεμπούτο του Ryan Coogler ο οποίος μετέφερε συγκλονιστικά στην μεγάλη οθόνη μια πλοκή, βγαλμένη μέσα από το πιο σκληρό πρόσωπο, της πιο φριχτής καθημερινότητας. 
Παρά το γεγονός πως σε τέτοιου είδους films είναι πολύ εύκολο για κάποιον να ξεφύγει και να οδηγήσει τον θεατή σε υπερβολικούς συναισθηματισμούς και συγκινητικές ευκολίες, εντούτοις ο Coogler μοιάζει να ξέρει καλά τι κάνει, απογυμνώνοντας εντελώς τους χαρακτήρες του από δήθεν ηθοποιϊκά περιτυλίγματα και σπρώχνοντάς τους μπροστά στην κάμερα μόνο με την ιδιότητα του "next door person".  Και εκεί ακριβώς βρίσκεται όλη η ουσία της ταινίας: αφενός στην απόλυτα νατουραλιστική της σκηνοθεσία και αφετέρου στις "φυσικές" ερμηνείες του πρωταγωνιστικού cast.



Αναμφίβολα η σκηνοθεσία της ταινίας αποτελεί ένα από τα δυνατά της χαρτιά.  Όπως ανέφερα και στην κριτική που έγραψα για το Fruitvale στο Reel.gr, ο δημιουργός μεταχειρίζεται την κάμερά του σαν ένα "ηδονοβλεπτικό φάντασμα" (αυτό μου άρεσε και το κρατώ : P), αφήνει δηλαδή εμάς τους θεατές να "εισβάλουμε" στον χώρο και την προσωπική ζωή του ήρωα, γνωρίζοντας βέβαια εκ των προτέρων πως οτιδήποτε προηγηθεί, οποιαδήποτε πράξη και αν συντελεστεί, όλα αποτελούν έναν συγκυριακό μονόδρομο που θα οδηγήσει στο αναπόφευκτο τέλος.  Εν προκειμένω η γνώση του θεατή για τα πεπραγμένα, αλλά οχι του πρωταγωνιστή, δημιουργούν ένα ολοκληρωτικά κινηματογραφικό παιχνίδι στο οποίο αρέσκονταν και μεγάλοι σκηνοθέτες, όπως ο Hitchcock ο οποίος φρόντιζε να καθιστά το κοινό, κομμάτι των ταινιών του, παρέχοντάς τους την πρότερη γνώση (χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το εκπληκτικό θρίλερ δωματίου, "The Rope").  Έτσι και εδώ ο Coogler πετυχαίνει την δημιουργία ενός πρώτης τάξεως συναισθηματικού μόνο σασπένς, μιουτάροντας την στιγμή της κορύφωσης σε ένα στιγμιαίο πυροβολικό άκουσμα και τίποτα παραπάνω.
Χαρακτηριστική είναι και η κλασική αφηγηματική που ακολουθεί η ταινία, με ελάχιστα flashbacks τα οποία λειτουργούν κυρίως ενισχυτικά στην απόφαση του Oscar να πάρει την ζωή του στα χέρια του, με την όλη θεματική της τελευταίας ημέρες να χτίζει διαρκώς την αγωνία και το τετελεσμένο γεγονός του μοιραίου συμβάντος.  Αυτή μάλιστα η αντίθεση που χαρακτηρίζει το σταδιακά προωθούμενο σενάριο, από το ξαφνικό, ολιγόλεπτο τέλος, είναι που πυροδοτούν επί της ουσίας το ενδιαφέρον διαμορφώνοντας άριστα το πλάνο ενός μικρού, αλλά θαυματουργού indie film.



Φυσικά κατά τραγική ειρωνεία η ιστορία του Oscar ενισχύεται (κινηματογραφικά μόνο) από το concept της προσωπικής του αλλαγής, το οποίο συμπίπτει παράλληλα με την αλλαγή του χρόνου και άρα το γενικότερο κλίμα επαναπροσδιορισμού και νέων στόχων που υποθετικά θέτουν πολλοί άνθρωποι την συγκεκριμένη στιγμή.  
Όπως περιμένεις οι ερμηνείες είναι υπέροχες, με τον Michael B. Jordan στον πρωταγωνιστικό ρόλο να ξεχωρίζει εύκολα, κυρίως επειδή η όλη του απόδοση μοιάζει εντελώς αβίαστη.  Στο πλευρό του θα δούμε γνωστές φυσιογνωμίες, όπως την βραβευμένη με Oscar για τον ρόλο της στο "The Help", Octavia Spencer, καθώς και την Melonie Diaz, κλασική επιλογή σε τέτοιου κοινωνικοδραματικές ταινίες.  
Το "The Fruitvale Station" αποτελεί μια ταινιακή περίπτωση που ξεχωρίζει χάρη στην γενναία ερμηνεία του βασικού ήρωα, καθώς και της προσοχής με την οποία έχει προσεγγίσει ο σκηνοθέτης το ευαίσθητο θέμα της.  Είναι στην ουσία ένα κοινωνικό δράμα που βρίσκεται βαθιά ριζωμένο στην καθημερινότητα του κόσμου, εμπλέκοντας ξεκάθαρα τα στοιχεία του φυλετικού ρατσισμού, των στερεοτύπων και του απρόοπτου της ζωής. 
Δώστε της μια ευκαιρία και περιμένω εντυπώσεις : )

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι κάνει ένα μικρό, αλλά εντελώς disturbing πέρασμα ο Chad Michael Murray, οτι ο αστυνομικός που σκότωσε τον Oscar καταδικάστηκε σε δυο χρόνια και αποφυλακίστηκε μετά από 7 μήνες (...) και οτι την ταινία πρέπει να την δεις.  Αυτό.


No trivia

Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

Tore Tanzt (a.k.a "Nothing Bad Can Happen"): Just like Jesus

Hello again!  Ψάχνοντας ταινιούλα για να βάλω σήμερα, κατέληξα σε εκείνη που τριβέλιζε, για άγνωστο μέχρι στιγμής λόγο, το μυαλό μου σήμερα το πρωί.  Είναι μια από εκείνες τις ταινίες για τις οποίες διαβάζεις στις Νύχτες Πρεμιέρας και σου κάνουν εντύπωση.  Προσωπικά, τα περισσότερα ταινιάκια που τυγχάνει να παρακολουθώ στο φεστιβάλ μου είναι εντελώς άγνωστα σε πρώτη φάση.  Επειδή όμως θεωρώ πως μεγαλύτερη ουσία έχει για κάποιον να δει φιλμάκια τα οποία είναι σχεδόν αδύνατον να κυκλοφορήσουν στην χώρα μας, έτσι και η φετινή μου λίστα απαρτιζόταν στο σύνολό της από ανεξάρτητα δημιουργήματα που περίμεναν να τα ανακαλύψεις.
Σήμερα λοιπόν, εκτός από τις standard ταινίες που κυκλοφορούν στις αίθουσες με μπόλικο καλό πράγμα (σου προτείνω "Luton", "Prisoners", "Le Passe" και ένα "Despicable Me 2" για να δέσει το γλυκό), θα τσεκάρουμε το "Tore Tanzt" μια ταινία σκληρή και ολοκληρωτικά παραβολική, μόνο για τα γερά νεύρα και στομάχια.


O Tore είναι ένας νεαρός που δεν έχει στον ήλιο μοίρα.  Δεν έχει οικογένεια, δεν έχει σπίτι και κανέναν που ουσιαστικά να νοιάζεται γι' αυτόν.  Στην προσπάθειά του να ζήσει λίγο ακόμη, τάσσεται στο πλευρό των "The Jesus Freaks", μια ομάδα από χαμένα παιδιά τα οποία δοξάζουν τον Κύριο και προσπαθούν να ζουν σύμφωνα με τις διδασκαλίες του στο πλαίσιο όμως μια μοντέρνας, σύγχρονης πραγματικότητας.
Ο αλτρουιστής Tore βλέποντας πως κάποιοι από τους εμπλεκόμενους μένουν μόνο στα λόγια, ζώντας κατά τα άλλα μια φυσιολογική ζωή γεμάτη πειρασμούς, αποφασίζει να μαζέψει τα πράγματά του και να μετακομίσει στο σπίτι του Benno, ενός άνδρα τον οποίο γνώρισε τυχαία στον δρόμο, όταν το αυτοκίνητό του χάλασε.  Τότε ο Tore παρέα με έναν φίλο του επικαλέστηκαν το όνομα του Θεού τους, προκειμένου να βοηθήσουν τον Benno και την οικογένειά του να βάλει μπροστά το αυτοκίνητο.  Το "θαύμα" έγινε τελικά και μια ιδιάζουσα φιλία ξεκίνησε ανάμεσα στους δυο άνδρες.  Φυσικά ο Tore δεν είχε καμία ιδέα για τις φριχτές στιγμές που τον περίμεναν στο Κολαστήριο του Benno, εκεί όπου η πίστη του θα δοκιμαζόταν ολοκληρωτικά και αμετάκλητα...


Το κινηματογραφικό ντεμπούτο της Katrin Gebbe είναι τολμηρό και σίγουρα δεν μασάει τα λόγια του.  Βασικά και μόνο η σκέψη πως η συγκεκριμένη ταινία αποτελεί δημιούργημα ενός γυναικείου μυαλού, είναι αρκετή για να σοκάρει, ακόμη και αν βάλουμε στην άκρη όλες τις έτσι κι αλλιώς σοκαριστικές στιγμές του "Tore Tanzt".
Η σκληρότητα που χαρακτηρίζει την συγκεκριμένη ταινία, είναι κάτι το οποίο έχουμε συνηθίσει στον κινηματογράφο χρόνια τώρα.  Από τον πολιτικό σχολιασμό του Pasolini στο-στα όρια εμετικό-"Salo" και το σαρκοφαγωμένο "Society" του Brian Yuzna, μέχρι το βίαιο "Irreversible" του Gaspar Noe (το οποίο περιλαμβάνει μια από τις πλέον σκληρές και αναγνωρίσιμες σκηνές βιασμού στην μεγάλη οθόνη) και-γιατί οχι;-τον δικό μας "Κυνόδοντα", πολλοί σκηνοθέτες χρησιμοποιούν την βία ως μέσο έκφρασης και αρκετές φορές καυτηριασμού των κακώς κειμένων της ανθρωπότητας.  Είτε μιλάμε για κοινωνικοπολιτικούς σχολιασμούς, είτε για την θέση της γυναίκας στην σημερινή εποχή, είτε ακόμη και για τις μύχιες και βαθιά διαταραγμένες φύσεις των ατόμων, ο κινηματογράφος κατάφερνε από πάντα να ξεμπροστιάζει και να προκαλεί, επειδή ακριβώς μέσα σε αυτόν τίποτα δεν μένει κρυφό.  Είναι γεγονός εξάλλου πως τα οπτικοακουστικά του στοιχεία σε καθηλώνουν και σε καθιστούν κατά κάποιον τρόπο έναν ηδονοβλεπτικό συνεργό όλων εκείνων των ετερόκλητων θεματικών που θέλει να σου παρουσιάσει, αδύναμο στην όποια αντίδραση μέσα στην σκοτεινή, κινηματογραφική αίθουσα.  Με το "Tore Tanzt" θα το καταλάβεις καλά αυτό.


Το ενδιαφέρον κομμάτι αυτής της ταινίας είναι πως καταφέρνει να καταστήσει τον πρωταγωνιστή της έναν ήρωα οικουμενικό και διαχρονικό, κυρίαρχο στον χρόνο και αναλλοίωτο στην δυναμική του.  Αυτό που γίνεται μάλιστα εμφανές σταδιακά, είναι και η πρόθεση της σκηνοθέτιδας (η οποία έχει αναλάβει και το σενάριο), να μιλήσει για την θρησκευτικότητα και την πίστη, παρουσιάζοντας στο κοινό της έναν νέο Μεσσία, έναν "μεταμορφωμένο" Χριστό, ψηλό και ξερακιανό, ξανθό, με γαλάζια μάτια και πράο βλέμμα γεμάτο κατανόηση και κρυφή, απλοϊκή γνώση.  Ο Tore μετουσιώνεται σιγά σιγά σε σωτήριο όχημα κατά τρόπο κοινό με εκείνον που κάποτε ο Χριστός θυσιάστηκε για το καλό ολόκληρης της ανθρωπότητας.  Ο Tore βλέπει, βασανίζεται, υποφέρει και υπομένει στωικά κάθε κακουχία για το καλό αυτή τη φορά, οχι όλου του κόσμου (πόσα μπορεί να κάνει πια ένας ξεχασμένος από τους πάντες έφηβος;), αλλά των δυο παιδιών της οικογένειας που με την σειρά τους κωφεύουν και σιωπούν μπροστά στην βαρβαρότητα του "πατέρα αφέντη" και της μάνας που αδιαφορεί.
Επί της ουσίας το "Tore Tanzt" αποτελεί μια γλαφυρή αλληγορία του δρόμου των μαρτυρίων του Ιησού, ο οποίος μοιάζει ίδιος και απαράλλαχτος καρμποναρισμένος στις γολγοθικές μέρες του αγγελικού Tore.  Έξυπνος και ιδιαίτερα αποτελεσματικός, κινηματογραφικά, ο τρόπος που επιλέγει η Gebbe να παρουσιάσει τα ανθρώπινα μαρτύρια ενός πια "υπερανθρώπου".  Η δοκιμασία της πίστης, της λογικής και το μεγάλο "γιατί" βάλλουν από παντού την ταινία, η οποία βασίζεται και σε πραγματικά γεγονότα.  Το περίμενες έτσι δεν είναι;


Σκηνοθετικά το "Tore Tanzt" είναι ένα μελαγχολικό κατασκεύασμα με πολλά, κενά πλάνα των φυλλωμάτων των δέντρων που κουνιούνται νωχελικά στο αεράκι, θυμίζοντας διαρκώς πως η Φύση είναι παρούσα στο ανθρώπινο δράμα, αλλά σπάνια συμμετέχει σε αυτό.  Στην ουσία μιλάμε για μια προοδευτικά σκοτεινή ατμόσφαιρα, μουντή και δυσοίωνη η οποία δηλώνει τρανή παρουσία, λειτουργώντας ως το αποκαλυπτικό επιστέγασμα του φιλμ.  Οι γκριζαρισμένες αποχρώσεις και ο περιορισμένος χώρος για την δράση της κάμερας στο εσωτερικό του σπιτιού, εντείνουν ακόμη περισσότερο την αγωνία και το τελολογικό της υπόθεσης το οποίο αντιλαμβάνεσαι έτσι κι αλλιώς από ένα σημείο και μετά, στην προσπάθειά σου να δικαιολογήσεις την παραιτημένη φύση του Tore.  Και κάπου εκεί συνειδητοποιείς τους λόγους για τους οποίους αυτή η ταινία σου μιλάει για την πιο παλιά ιστορία του κόσμου: αυτή των παθών του Υιού του Θεού.
Σπαρακτικό στο σύνολό του και απάνθρωπο μέσα στην ιστορία του, το "Tore Tanzt" είναι μια ταινία που αξίζει την προσοχή σου, μόνο όμως αν είσαι κατάλληλα προετοιμασμένος.  Να σημειώσουμε πως και η πρωταγωνιστική παρουσία του Julius Feldmeier είναι εξαιρετική.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι δύσκολα γίνονται θαύματα, οτι η πίστη δοκιμάζεται καθημερινά και οτι πρέπει να είσαι πάντα προετοιμασμένος για την απανθρωπιά του ανθρώπου.


No trivia