Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011

Tokyo Story: A story about life and mortality...

Χαιρετώ!  Λοιπόν σήμερα θα κάνουμε λόγο για μια από τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών-κατα κοινή παραδοχή πάντα.  Ξέρω πως θα περιμένατε κάποια καινούρια ταινία, αλλά προς το παρόν και πέρα από το "La piel que habito" δεν έχω δει κάποια που να μου έχει κινήσει την προσοχή.  Η αλήθεια είναι βασικά οτι υπάρχει μια ακόμη ταινία, την οποία όμως λόγω ατυχών συνεννοήσεων δεν μπόρεσα να δω χθές στην έναρξη του Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου.  Το "Once Upon a Time in Anatolia" είναι μια τούρκικη παραγωγή, που αποτελεί ιδανική επιλογή για λίγο πιο διαφορετικό κοινό, που ψάχνει άλλα πράγματα στις ταινίες, πέρα από την κλασσική, χολυγουντιαννή συνταγή.  Έχω ακούσει θετικά σχόλια, από αύριο βγαίνει και επισήμως στις αίθουσες και θα προσπαθήσω να την δω σύντομα, προκειμένου να ανέβει και στο blog.  Περνάμε τώρα στο ασιατικό αριστούργημα του Yasujiro Ozu, "Tokyo Story".


Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι αποφασίζει να επισκεφτεί τα παιδιά του και τις οικογένειές τους στο Τόκιο.  Εκεί θα έρθουν αντιμέτωποι με την αδιαφορία και τον εγωισμό των παιδιών, καθώς ούτε λίγο ούτε πολύ το ζευγάρι θα γίνει 'μπαλάκι' ανάμεσά τους, σε μια προσπάθεια των μεν να τους φορτώσουν στους δε και τούμπαλιν.  Μόνο η νύφη τους Noriko (Setsuko Hara) η οποία έχει πλέον χηρεύσει, μοιάζει να δείχνει κατανόηση και σεβασμό για τα χρόνια που κουβαλούν στην πλάτη τους οι γηραιοί της οικογένειας.  Όταν αργότερα επιστρέψουν σπίτι τους έπειτα από το ταξίδι στο Τόκιο, η συνειδητοποίηση της εγκατάλειψης και της απομόνωσης από τα παιδιά τους θα είναι πικρή και δύσκολη...
Ο Yasujiro Ozu υπήρξε μια από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες του κινηματογράφου, αν και η αξία του σε παγκόσμιο επίπεδο επήλθε μέσα στην δεκαετία του '70, 10 περίπου χρόνια μετά τον θάνατό του (πέθανε το 1963 σε ηλικία 60 ετών).  Ο Οzu αποτελούσε την αφρόκρεμα του ιαπωνικού κινηματογράφου μαζί με τον Akira Kurosawa και τον Kenji Mizoguchi, ιδιαίτερα την δεκαετία του '50 η οποία χαρακτηρίστηκε ως η εποχή των 'μεγάλων κινηματογραφιστών'.
Χαρακτηριστικό είναι οτι οι σκηνοθέτες αυτοί αν και παρήγαγαν ταινίες την ίδια χρονική περίοδο, εντούτοις διέφεραν αισθητά μεταξύ τους ως προς την επιλογή θεμάτων και σκηνοθεσίας, πράγμα που καθιστούσε τις ταινίες τους χαρακτηριστικά και ξεχωριστά δείγματα κινηματογραφικής αισθητικής, μέσα από τα οποία μπορούσες να αναζητήσεις και να βρείς τον άνθρωπο που καθόταν πίσω από την κάμερα.  Ο Kurosawa έχει μείνει στην ιστορία για τις "jidai-geki" (period times) και "chanbara" (sword fighting) ταινίες του, που περιελάμβαναν απλούς, καθημερινούς και ανθρώπινους χαρακτήρες, που καλούνταν να αντιμετωπίσουν ηθικές και αυτοθυσιαστικές καταστάσεις, μακριά από τα πολυτελή samurai τελετουργικά και τις οπτικά ελκυστικές υποθέσεις άλλων ταινιών.  Στις ταινίες του Kurosawa οι ήρωες έχουν ελαττώματα και θέτουν τις ζωές τους στην πρώτη γραμμή του αγώνα, όπως ακριβώς στο επικό "Seven Samurai" (1954).  Ο Mizoguchi δημιουργούσε χαρακτήρες που σαφέστατα υπέφεραν βαθιά εντείνοντας την ανθρώπινή τους υπόσταση, αλλά φρόντιζε παράλληλα να συνδυάζει τα φαντασιακά στοιχεία και την ιαπωνική, φολκλορική παράδοση, με μεγάλη επιτυχία, όπως στην υπέροχη ταινία του "Ugetsu Monogatari" (1953), οπού ο πρωταγωνιστής ερωτεύεται το φάντασμα μιας αριστροκράτισσας.  Ο Ozu ο οποίος θα μας απασχολήσει σήμερα έπαιζε σε ένα εντελώς δικό του και διαφορετικό ταμπλό από τους υπόλοιπους...


Πιο δραματικός και απλός, ο Ozu είχε ως σήμα κατατεθέν των ταινιών του την εμβάθυνση στις καθημερινές δυσκολίες και αντιξοότητες των ηρώων του.  Άνθρωποι απλοί, χωρίς ιδιαιτερότητες ή χαρακτηριστικά που να τους κάνουν να ξεχωρίζουν από την μάζα, είναι άτομα που εμπλέκονται σε οικογενειακές προστριβές και βιώνουν απογοητεύσεις από τον κοινωνικό τους περίγυρο.  Εμμένοντας στο ίδιο μοτίβο δραματικής καθημερινότητας και δύσκολων σχέσεων, ο Ozu αναπαριστά με γλαφυρό τρόπο θέματα όπως η επίδραση του χρόνου στον άνθρωπο, οι περίπλοκες σχέσεις ανάμεσα σε γονείς και παιδιά, ο γάμος και το ταξίδι των ηρώων του, που έχει συνήθως διττή σημασία (αποτελεί τόσο ένα ταξίδι με συγκεκριμένο προορισμό στα σεναριακά πλαίσια της ταινίας, όσο και ένα ταξίδια αναγνώρισης του εαυτού του κάθε ήρωα και κατανόησης της πραγματικότητας).  Πέρα από το θέμα αυτό καθεαυτό των ταινιών του, ο Ozu φρόντιζε να τοποθετεί χρονικά την ιστορία του στην μεταπολεμική Ιαπωνία, κάνοντας έτσι πιο έντονες τις αντιθέσεις και φυσικά τις αλλαγές που έχουν επέλθει στην παραδοσιακή, ιαπωνική οικογένεια, πριν και μετά τον πόλεμο.  Παραμένοντας πιστός στην ερμηνευτική δυνατότητα των ηθοποιών του, επέλεγε να καθιστά την σταδιακή επίδραση ενός μοντέρνου κόσμου αισθητή, μέσα από τον λόγο, το βλέμμα και την πρόζα των χαρακτήρων/ηθοποιών.  Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι ταινίες του να διέπονται από μια φυσικότητα και ρεαλιστικότητα η δυναμική της οποίας πήγαζε αυτούσια από την πρώτη ύλη της ταινίας: τον ηθοποιό.


Σε έναν κόσμο που αλλάζει μέρα με την μέρα, η παρουσία των διαχρονικών τελετουργικών της οικογένειας, έρχεται σε απότομη αντίθεση με τα πολυάσχολα μέλη της οικογένειας στο "Tokyo Story" (η μια κόρη εργάζεται στο κομμωτήριο, ο γιος είναι γιατρός κ.λ.π) και η εικόνα 'κλωτσάει' κάνοντας το κεντρικό μας, ηλικιωμένο ζευγάρι να βρίσκεται σε μια έκδηλη αμηχανία που τους προκαλείται από το ίδιο τους το αίμα.  Σε καμία άλλη ταινία απ' όσες έχω δει, το χάσμα των γενεών δεν φαντάζει τόσο μεγάλο και η δυσκολία στην κατανόηση συναισθημάτων και πράξεων είναι αμφότερη.  Τα παιδιά έχουν αποκτήσει τις δικές του οικογένειες, δουλειές και σπιτικά, οπότε η εμφάνιση του πατέρα και της μητέρας μόνο προβλήματα δημιουργεί στα πολυάσχολα βλαστάρια τους.  Από την άλλη οι γονείς βλέπουν στην συμπεριφορά τους την αγνωμοσύνη και την αδιαφορία, οχι εξαιτίας της απουσίας της αγάπης, αλλά περισσότερο εξαιτίας της απομάκρυνσης από το παραδοσιακό μοτίβο της οικογένειας με όλα τα μέλη της μαζί comple.  Ο νέος τρόπος ζωής (πιο γρήγορος και απαιτητικός) παρασύρει και απομακρύνει την νέα γενιά, αφήνοντας στο περιθώριο την τρίτη ηλικία που μοιάζει ανύμπορη να ακολουθήσει, θυμίζοντας επιβάτες που έχασαν το τρένο της ζωής προ πολλού. Οι προσδοκίες πέφτουν στο κενό, η προσμονή για την επανασύνδεση με την οικογένεια καταλήγει σε απογοήτευση και η ανάγκη για ύστατη προσφορά, δίνει την θέση της στην αίσθηση του βάρους, έτσι δηλαδή όπως φαίνεται να αντιμετωπίζουν πλέον τα παιδιά τους ανθρώπους που τους έφεραν στον κόσμο...


Αν και εκ πρώτης όψεως και κυρίως σε όσους δεν γνωρίζουν και πολύ περί του ασιατικού κινηματογράφου (καλά μη φανταστείτε, και εγώ τώρα μαθαίνω : ) ), σίγουρα η θεματική του Ozu στην προκειμένη περίπτωση, ίσως και να φαντάζει κάπως βαρετή και 'μια απ' τα ίδια'.  Δεν είναι όμως καθόλου έτσι.  Ο μεγάλος αυτός σκηνοθέτης, δεν έχει μείνει τυχαία στην ιστορία, καθώς εκτός από την εις βάθος ανάλυση των χαρακτήρων του και τη πάλη του ανθρώπου μέσα σε ένα διαρκώς αστικοποιούμενο περιβάλλον, κατόρθωνε να ωθεί την ένταση και το συναίσθημα των ταινιών του μέσα από την χρήση της κάμερας, την οποία-μεταξύ μας- ήξερε να χρησιμοποιεί τεχνηέντως.
Ο Ozu ήταν ένας άνθρωπος που έσπαγε ηθελημένα τα καλούπια της αυστηρά καθορισμένης σκηνοθετικής προσέγγισης μιας ταινίας.  Αρχικά φρόντιζε να σπάει επιμελώς τον 'κανόνα των 180 μοιρών' όσον αφορά το φιλμάρισμα των ηρώων.  Ουσιαστικά σύμφωνα με τον κανόνα αυτόν, όταν μια κάμερα φιλμάρει την συζήτηση για παράδειγμα, ανάμεσα σε δυο άτομα πρέπει να μένει αυστηρά και μόνο στην μια πλευρά της φανταστικής γραμμής που δένει τα βλέμματα των δυο ηθοποιών.  Αυτό ενισχύει την ρέουσα σκηνοθεσία και βοηθάει στην επίτευξη μιας ξεκάθαρης συνοχής.  Σε διαφορετική περίπτωση (όπως δηλαδή κάνει και σε αυτήν την ταινία ο Ozu, ο οποίος χρησιμοποιεί χώρο 360 μοιρών!) προκαλείται ένα προφανές σπάσιμο της όποιας συνοχής και ο θεατή βρίσκεται σε σύγχυση.  Αυτό ακριβώς (το οποίο ονομάζεται και 'πήδημα του άξονα') χρησιμοποιεί στο "Tokyo Story" ο Ozu, προκειμένου να δημιουργήσει μια πιο γνώριμη και οικεία ατμόσφαιρα και να μας εντάξει αποτελεσματικότερα στην καθημερινότητα της οικογένειας.  Στην ουσία χρησιμοποίησε την απαγόρευση του Χολιγουντιανού σινεμά, ως μιας πρώτης τάξεως χρήσιμη, σκηνοθετική τεχνική για να πει αυτά που θέλει και έτσι έχει επικρατήσει οτι το γιαπωνέζικο cinema στο σύνολό του αρέσκεται να κινηματογραφεί με αυτόν τον τρόπο.  Άλλα τεχνάσματα που ενισχύουν οπτικά και σεναριακά την ταινία, είναι οι ηθοποιοί του που μιλούν κοιτάζοντας κατευθείαν στην κάμερα (σαν να μιλούν και να εξομολογούνται στον ίδιο τον θεατή), η στατική παρουσία της κάμερας, η οποία κινείται μόνο μια φορά(!) στην ταινία μας, η εμφάνιση πολλαπλών άδειων πλάνων (μας κάνουν γνωστή και πιο άμεσα αναγνωρίσιμη την καθημερινότητα των ατόμων), το κλασσικό μοτίβο του "pillow shooting" (η κάμερα βρίσκεται πολύ χαμηλά και φιλμάρει τους ήρωες, σαν να αποτελεί την extra, σιωπηλή παρουσία μέσα στον χώρο) και την εμφάνιση πλαισίων (παράθυρα, πόρτες) μέσα στο πλαίσιο του ίδιου του φιλμ.  Όλα αυτά αποτελούν χαρακτηριστικά γνωρίσματα του στιλ του Ozu, κάνοντας τις ταινίες του πραγματικά διαμάντια.


Αφού λοιπόν όλα τα υπόλοιπα δουλεύουν στο ρελαντί στα φιλμ του ασιάτη σκηνοθέτη, γιατί οχι και οι ερμηνείες;
Πάντα θαύμαζα την πίστη αυτών των ανθρώπων σε αυτό που κάνουν και το πόσο πολύ φαίνεται να δουλεύουν για να παράγουν αξιόλογα αποτελέσματα.  Συνεπώς δεν μου προκάλεσε καμία εντύπωση όταν είδα οτι η ερμηνευτική δεινότητα είναι μια παράδοση που διαιωνίζεται εκεί στην χώρα των Χρυσάνθεμων.  Το "Τokyo Story" δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση.  Η φυσικότητα και η απλότητα είναι πολλές φορές ισχυρά 'όπλα' στα χέρια των κατάλληλων ανθρώπων.  Λαμπρό παράδειγμα αποτελεί η Setsuko Hara, στον ρόλο της Noriko η οποία αποτελούσε για πολλά χρόνια (για τρεις περίπου δεκαετίες) μια από τις πιο αγαπημένες και ταλαντούχες ηθοποιούς της Ιαπωνίας.  Είχε συνεργαστεί σε έξι ταινίες με τον μέντορά της Ozu, αλλά και σε άλλες, εξίσου μεγάλων σκηνοθετών όπως ο Kurosawa.  Η ανεπιτήδευτη χάρη και ομορφιά της, την καθιστούσαν ιδανική στην ενσάρκωση της καλής κόρης και της σεβάσμιας γυναίκας, με αποτέλεσμα το παρατσούκλι "The Eternal Virgin" να την ακολουθήσει σε όλη την διάρκεια της καριέρας της, μέχρι και την απότομη αποχώρησή της από το κινηματογραφικό στερέωμα.  Υποκριτικό ταλέντο με τα όλα του η Hara είναι μια πραγματική πηγή συναισθημάτων στο "Tokyo Story".  Στο πλευρό της ξεχώρισα τον Chishu Ryu στον ρόλο του πατέρα, έναν ηθοποιό με τεράστια καριέρα και λαμπρό άστρο.  Εδώ φέρνει στην επιφάνεια την πιο συγκινητική σου πλευρά ως κεφαλή της οικογένειας, και παράλληλα άνθρωπο με αδυναμίες, μοναξιά (εκεί στο τέλος σπάραξε η καρδία μου) και σοφία χρόνων, και όλα αυτά την στιγμή που οι κουβέντες του είναι μετρημένες.  Εξαιρετικός.
Το "Tokyo Story" είναι σίγουρα μια ταινία που πρέπει όλοι να δούμε.  Κλασική, ατόφια σε περιεχόμενο και ανεπανάληπτη.  Δείτε την.

Τι έμαθα από την ταινία:  Οτι οι Ιάπωνες είναι μικροκαμωμένοι Θεοί, οτι υπάρχει τρόπος να κάνεις τα προβλήματα μιας οικογένειας να αποκτούν τεράστιο ενδιαφέρον και οτι αν θες να πεις πολλά και ξέρεις πως να το κάνεις, τότε τα λες με λίγα.  Και αυτό είναι μαγκιά.






TRIVIA

  • Στην ταινία είναι αρκετά ξεκάθαρο οτι ο Ozu παίρνει το μέρος των γονιών.  Δεν είναι λοιπόν καθόλου περίεργο το γεγονός οτι ο Ozu δεν παντρεύτηκε ποτέ και έζησε όλη τη ζωή του στο πλευρό της μητέρας του.
  • Βρίσκεται διαρκώς στο top 10 με τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών.
  • Επειδή η κάμερα ήταν διαρκώς σε χαμηλό ύψος, όλα τα set έπρεπε να κατασκευαστούν αναλόγως προκειμένου να διευκολύνεται αυτός ο τρόπος χρήσης της.
(Πηγή IMDB)




H TV ΣΗΜΕΡΑ....

ΕΤ1: 22:00, Flammen and Citronen.  Ταινία γερμανικής, δανέζικης και νορβηγικής παραγωγής που πραγματεύεται το δράμα δυο αγωνιστών την εποχή του 'B Παγκοσμίου.

STAR: 22:00, Hachico: A Dog's Story, με τους Richard Geere, Joan Allen σε σκηνοθεσία του Lasse Hallstrom.  Η ιστορία φιλίας και αγάπης ανάμεσα σε ένα άνδρα και έναν-πιο γλυκός πεθαίνω- σκύλο.  
Μεταφορά του ομώνυμου γιαπωνέζικου φιλμ (Hackiko Monogatari) του 1987 από τον Seijiro Koyama.

Αύριο μην ξεχνιόμαστε, έχουμε ψηφοφορία favorite movie posters of the '90s vol. 2!  

3 σχόλια:

  1. Το προσωπικό σκηνοθετικό ύφος του Ozu είναι ένα από τα πιο ξεχωριστά και μοναδικά στην ιστορία του κινηματογράφου. Ήμουν σίγουρος ότι θα αναφερόσουνα στα δυο πιο κύρια χαρακτηριστικά του, δηλαδή του "κανόνα των 180 μοιρών¨" και το "pillow shooting" διότι ξέρω ότι είσαι καλά καταρτισμένη κινηματογραφικά. Πολύ καλή η ανάλυσή σου σχετικά με τις κινηματογραφικές μεθόδους που χρησιμοποιούσε ο Ozu όπως επίσης και η σύγκριση που έκανες μεταξύ των τριών κορυφαίων Ιαπώνων σκηνοθετών όσον αφορά την θεματική των ταινιών τους.

    Τώρα όσον αφορά την ταινία, την είχα δει αρκετά παλιά, όταν δεν ήξερα πολλά από κινηματογράφο, ώστε να μπορέσω να "διαβάσω" και να κατανοήσω/αποκωδικοποιήσω το πολύπλοκο σινεμά του Ozu. Έχω σκοπό να την ξαναδώ ώστε να την επαναξιολογήσω.
    Ο Mizoguchi μου αρέσει πιο πολύ από τον Ozu. Για Κουροσάβα δεν το συζητώ καν!

    3,5/5: Αρκετά καλή

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αυτή την εβδομάδα λέω να εντρυφήσω στον Kurosawa, με "Ran" σήμερα και το Σάββατο "Seven Samurai" στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή