Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

A Torinoi Lo (a.k.a The Turin Horse): The fragility of human existence

Hello again.  Μμμ λοιπόν ταινιακά αυτή η βδομάδα έχει ένα ενδιαφέρον καθώς βγαίνουν ταινίες για όλα τα γούστα.  Έχουμε και λέμε: "The Help" της Tate Taylor, το υπερδραματικό βρετανικό διαμαντάκι "Tyrannosaur", το "Happy Feet 2" για μικρά και για μεγάλα παιδιά, καθώς και το "A Dangerous Method" του Cronenberg με το πρωταγωνιστικό τρίδυμο-δυναμίτης, Fassbender/Knightley/Mortensen.  Την Πέμπτη θα πούμε δυο λογάκια για την καινούρια ταινία του Cronenberg, ενώ θα σας πρότεινα να βρείτε και να δείτε και το "Tyrannosur" που αναμένεται ως μια πολύ καλή κοινωνικοδραματική ταινία, του πάντα αγαπημένου ανεξάρτητου, βρετανικού κινηματογράφου.  Στα δικά μας σήμερα σκεφτόμουν καιρό τώρα να γράψω 'Το 'Αλογο του Τορίνο' στο blog, παρά το γεγονός οτι κατά κοινή ομολογία δεν είναι μια ταινία για το ευρύ κοινό, αλλά για κάπως πιο απαιτητικούς θεατές που ψάχνουν το κάτι διαφορετικό.  Σε καμία περίπτωση δεν εννοώ οτι δεν μπορεί να την παρακολουθήσει ο καθένας γιατί δεν θα καταλάβει, ή δεν έχει τα μέσα να το κάνει, αλλά περισσότερο το λέω για να διαφυλάξω όσους αποφασίσουν να δουν μια 2μισάωρη ταινία στην οποία δεν γίνεται τίποτα σύμφωνα με το κοινά πλέον αποδεκτό των σύγχρονων, αφηγηματικών ταινιών.  Το μόνο που θα κάνετε θα είναι να δοκιμάσετε τα νεύρα και την υπομονή σας και επιπλέον να εκνευριστείτε με μια ταινία που-πιστέψτε με-έχει πολλά να σας δώσει.  Έχοντας λοιπόν κάνει την αναφορά μου σχετικά με την 'δυστροπία' αυτού του φιλμ, προχωρώ για μια μικρή ανάλυση και όσοι αποφασίσετε να την δοκιμάσετε, ελπίζω πραγματικά να την απολαύσετε όπως της αξίζει.  Και μην ξεχνάτε: σας θέλω έτοιμους για το νέο κινηματογραφικό site που θα βγει την Πέμπτη!
Let's start...


Η ταινία ξεκινάει με ένα μαύρο φόντο στην οθόνη και το voice over ενός αφηγητή που μας μιλάει για μια μικρή ιστορία με πρωταγωνιστή τον Γερμανό φιλόσοφο Frienrich Nietzsche.  Σύμφωνα λοιπόν με τον αφηγητή, το 1889 ο Nietzsche έγινε μάρτυρας του μαστιγώματος ενός γέρικου αλόγου από το εξίσου γέρικο, αλλά σκληρό αφεντικό του.  Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την άμεση αντίδραση του Γερμανού φιλοσόφου ο οποίος έσπευσε κοντά στο άλογο και με δάκρυα στα μάτια το αγκάλιασε, προστατεύοντάς το από ένα ενδεχόμενο δεύτερο μαστίγωμα.  Λέγεται μάλιστα οτι αυτό το συμβάν αποτέλεσε στην πραγματικότητα την αφορμή για την πνευματική κατάρρευση του Nietzsche ο οποίος πέρασε τα επόμενα δέκα χρόνια της ζωής του καθηλωμένος στο κρεβάτι, δεχόμενος την φροντίδα της μητέρας και των αδελφών του, μέχρι το μοιραίο τέλος.  Τι απέγινε όμως το άλογο;  Η ταινία κάνει αυτό ακριβώς, μας δίνει δηλαδή μια πικρή γεύση της δύσκολης ζωής του αγρότη (Janos Derzsi), της κόρης του (Erika Bok) και του αλόγου, σε ένα γκριζάτο, μινιμαλιστικό φιλμ που σηματοδοτεί το τέλος της πιστής στην ανθρώπινη ευθραυστικότητα και ματαιότητα, σκηνοθετικής καριέρας του Bela Tarr.
"Πιθανότατα κάνω ταινίες για να προκαλέσω την τύχη,  για να είμαι ταυτόχρονα ο πιο ταπεινωμένος και, για λίγες μόνο στιγμές, ο πιο ελεύθερος άνθρωπος στον κόσμο.  Απεχθάνομαι τις ιστορίες καθώς παραπλανούν τους ανθρώπους να πιστεύουν οτι κάτι έχει συμβεί.  Στην πραγματικότητα τίποτα δεν συμβαίνει, καθώς γλυστράμε από την μια κατάσταση στην άλλη (...) Το μόνο που απομένει είναι o χρόνος".  Σε αυτά ακριβώς τα λόγια του Bela Tarr (όπως καταγράφηκαν κατά την διάρκεια προετοιμασίας της ταινίας του "Κολαστήριο" (Karhozat) τον Μάρτιο του 1987), θα μπορούσε να συμπτυχθεί όλη η κοσμοθεωρία του σπουδαίου αυτού Ούγγρου σκηνοθέτη, σχετικά με τον λόγο που δημιουργεί ταινίες, αλλά και σχετικά με το θέμα το οποίο φαίνεται στην ουσία να πραγματεύονται με τον έναν, ή με τον άλλο τρόπο τα δημιουργήματά του: τον χρόνο.


Ο Bela Tarr γεννήθηκε το 1955 και από την ηλικία των 16 ετών άρχισε να σκηνοθετεί ερασιτεχνικά super 8.  Το 1977 έκανε το κινηματογραφικό του ντεμπούτο με την ταινία "Οικογενειακή Φωλιά" και έκτοτε όλες οι ταινίες του (μέχρι και σήμερα) έκαναν το πέρασμά τους από όλα τα μεγάλα κινηματογραφικά φεστιβάλ ανά τον κόσμο (Νέα Υόρκη, Λονδίνο, Τορόντο, ακόμα και Θεσσαλονίκη) δημιουργώντας ένα σταθερό περιβάλλον αποδόμησης της ανθρώπινης ύπαρξης, που άρχισε να γίνεται εμφανές μέσα από την κάθε νέα του ταινία.  Έχοντας παράλληλα στο πλευρό του πιστούς συνεργάτες, όπως τον συγγραφέα Laszlo Kraszahorkai, καθώς και την γυναίκα του και μοντέρ των έργων του, Agnes Hranitzky, o Τar επιδόθηκε στην δημιουργία βαθιά ανθρωπιστικών δραμάτων, με μια εντελώς προσωπική υφολογική, φιλοσοφική και εικαστική απόδοση.  "Damnation" (1988), "Satantango" (1994, αποτελεί το 7,5 ωρών διάρκειας έπος του), "Werckmeister Harmonies" (2000), "The Man from London" (2007, με την Tilda Swinton) και το πιο πρόσφατό του " The Turin Horse" (2011), αποτελούν μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα κινηματογραφικής γραφής και σκηνοθεσίας του πεσιμιστή και μοιρολάτρη Bela Tarr.  Δείγματα βουτηγμένα στο ατέρμονο πέρας του χρόνου, τις γκρίζες αποχρώσεις, την ανθρώπινη απελπισία, το βάρος της ίδιας της ύπαρξης, την σκλαβιά του πνεύματος στο σάρκινο δοχείο του που προοδευτικά φθείρεται και τελικά στον πνευματικό, ψυχικό και σωματικό θάνατο.


Οι ήρωες του "The Turin Horse" δεν είναι ούτε δυνατά πλάσματα, ούτε άτομα με υπερφυσικές ικανότητες, ούτε καν άνθρωποι που διεκδικούν το κάτι παραπάνω από τη ζωή τους.  Είναι πρόσωπα εγκλωβισμένα στην καθημερινή ρουτίνα, μια λούπα που ξεκινάει με το πρωί, τελειώνει με το βράδυ και με το επόμενο ξημέρωμα αρχίζει για μια ακόμη φορά και εκτείνεται στο άγνωστο άπειρο.  Η αγροτική ζωή είναι δύσκολη, το μόνο μέσο για την αποκόμιση των προς το ζην είναι το γέρικο και κουρασμένο άλογο της οικογένειας, το οποίο όμως οδηγείται κι αυτό με τη σειρά του στην φυσική φθορά, όπως ακριβώς ο πατέρας και η κόρη της ιστορίας.  Σε μια προσπάθεια να συνεχίσουν αυτό που μόνο αμυδρά μπορεί να θυμίζει ζωή, προσπαθούν να πάνε κόντρα στην μοίρα και το αναπόφευκτο χάσιμο του ζώου τους, αλλά πολύ γρήγορα καταλαβαίνουν οτι κάτι τέτοιο δεν έχει νόημα, με αποτέλεσμα η ολοκληρωτική παραίτηση να είναι προ των πυλών.
Ο Tarr χωρίς πολλές φανφάρες (για να λέμε την αλήθεια χωρίς καμία φανφάρα) καταφέρνει να οριοθετήσει την μελαγχολία και την στιβαρότητα ενός ανθρώπινου από τα βάθη δράματος στο βλέμμα, τις μηχανικές κινήσεις και την απουσία (στο μεγαλύτερο μέρος τουλάχιστον της ταινίας) λόγου.  Οι ηθοποιοί γίνονται μαριονέτες στα χέρια του δημιουργού, χωρίς την παραμικρή έκφραση συναισθήματος.  Κι όμως τα πρόσωπά τους, όσο ανέκφραστα κι αν παραμένουν καταφέρνουν τελικά να λένε τόσα πολλά.  Οι ήρωες μοιάζουν να πνίγουν διαρκώς ένα εσωτερικό ουρλιαχτό που ποτέ δεν εξωτερικεύται, και κυρίως η κόρη, η νέα γενιά δηλαδή, τα όνειρα της οποίας γίνονται κομμάτια στο πλευρό της αυστηρής, πατρικής φιγούρας στον ρόλο της μέγκενης που δεν αφήνει το παραμικρό περιθώριο για μια ανάσα ελευθερίας.  Ο σκηνοθέτης είναι απόλυτος: το παλιό και το νέο είναι ένα και το αυτό, οι ευκαιρίες έχουν σαλπάρει προ πολλού, η καθημερινότητα ανάγεται σε μια εφιαλτική επανάληψη που αποκαρδιώνει και κατασπαράζει την ψυχή σαν σαράκι.  Δεν υπάρχει διαφυγή, δεν υπάρχει αύριο (όλες οι μέρες μοιάζουν ίδιες, μόνο οι εποχές αλλάζουν), δεν υπάρχει τίποτα πέρα από 'τον χρόνο'.


Σε αυτό το νιχιλιστικό τοπίο της ανθρώπινης οντότητας ο Tarr συνδυάζει δυο εντελώς αντιθετικά μεταξύ τους στοιχεία.  Από τη μια πλευρά η σκηνοθεσία του (για την οποία θα μιλήσουμε λίγο πιο συγκεκριμένα παρακάτω) δίνει χώρο και χρόνο στους ήρωές του προκειμένου να γίνουν μάρτυρες της αδυσώπητης και εύθραυστης φύσης τους, προσπαθώντας να παραμένει πιστός σε μια ρεαλιστική απόδοση των πραγμάτων, ακόμα και αν δεν κάνουμε λόγο για μια αφηγηματική ταινία.  Ο σκηνοθέτης με όσο το δυνατόν πιο 'ευγενικό' τρόπο μας καθιστά μάρτυρες μιας μορφής-εάν μου επιτρέπεται να το θέσω έτσι-ακραιφνούς βιασμού του ατόμου μέσα από την ζοφερή και σκοτεινή πραγματική πραγματικότητα του κόσμου.  Ενώ λοιπόν θέλει να μείνει πιστός σε αυτή την απόδοση της αλήθειας του κόσμου (έστω κάπως δραματοποιημένης εξαιτίας της χρήσης συγκεκριμένων σκηνοθετικών τεχνικών, φωτογραφίας και ήχου), παρόλα αυτά με το γεγονός οτι η ταινία είναι ασπρόμαυρη, καταφέρνει να κρατήσει τις απαραίτητες αποστάσεις θεατή-ήρωα προκειμένου ο θεατής να μην ξεχάσει ποτέ οτι αυτό που παρακολουθεί είναι στην τελική ένα προϊόν μυθοπλασίας, είναι απλά φαντάσματα πάνω στο κινηματογραφικό πανί.  Αυτό είναι κάτι που και άλλοι σκηνοθέτες επιλέγουν να κάνουν, όπως για παράδειγμα ο Ιρανός Abbas Kiarostami στην ταινία του "Taste of Cherry" (1997) όπου στο τέλος της, αλλά ακόμα 'μέσα' σε αυτή, παραθέτει μερικά από τα backstage των γυρισμάτων της, μόνο για να μας θυμίσει οτι μόλις είδαμε ένα μυθοπλαστικό κατασκεύασμα.


Σκηνοθετικά η ταινία του Bela Tarr είναι ένα άριστο δείγμα μινιμαλισμού και κινηματογράφου στην πιο αυθεντική και σχεδόν ποιητική του μορφή.  Ο δημιουργός μέσω των 30 λήψεων(!) όλων κι όλων και την διαρκή χρήση των μακρινών πλάνων, δημιουργεί έναν δικό του κόσμο, μέσα στον αντικειμενικά υπαρκτό κόσμο, εκεί που ο χρόνος μοιάζει παγωμένος και οι ήρωες λειτουργούν επαναληπτικά μέρα με τη μέρα, ακολουθώντας έναν δρόμο για το πουθενά.  Τα υπέροχα καδραρίσματα του γίνονται μεταφορείς μηνυμάτων, ενώ τα λιτά, αγροτικά σκηνικά εντείνουν ακόμα περισσότερο την αίσθηση οτι ο κόσμος έχει σταματήσει κάπου στο παρελθόν.  Με βασανιστικής διάρκειας (για έναν μέσο θεατή, κακά τα ψέματα) χρήσης του τράβελινγκ, αλλά και της ρέουσας κίνησης της κάμερας, ο Tarr εφιστά την προσοχή κάθε φορά εκεί που θέλει, στο άλογο, την παραιτημένη κόρη ή τον γηραιό πατέρα, δημιουργώντας συναισθήματα που σε φέρνουν στα όρια.  Η χρήση της ανελέητης μουσικής (λούπας και εδώ), καθώς και το λυσσομάνημα του αέρα κατασκευάζουν μια μυστηριακή ατμόσφαιρα πραγματικότητας/φαντασίας που στοχεύει στο μάτι και την ψυχή του θεατή.  Εντυπωσιακή είναι και η χρήση της στατικής κάμερας σε ορισμένα σημεία που δημιουργεί την εντύπωση οτι ο χρόνος έχει αποκτήσει σάρκα και οστά, όπως γίνεται σε μια εκπληκτική λήψη οπού η οικογένεια φεύγει από το σπίτι (σε μια προσπάθεια να σπάσει τα δεσμά), μόνο για να γυρίσει λίγο αργότερα και πάλι δίνοντας μια εντύπωση περάσματος χρόνου που μπορεί να είναι λεπτά, ώρες, μέρες ή και χρόνια.  Σε όλη αυτή την λυρικότητα συμβάλουν επίσης η αποφυγή του 'πολύ μοντάζ' και της συρραφής των λήψεων, προκειμένου η εικόνα να σερβίρεται όπως ακριβώς έχει αιχμαλωτίσει την εκάστοτε στιγμή της ταινιακής αλήθειας, αλλά και ένα εύρημα που παραπέμπει στην δημιουργία του κόσμου από τον Θεό, μιας που με το πέρας της κάθε μέρας πέφτει ο τίτλος της επόμενης (DAY 2, DAY 3, DAY 4 κ.λ.π), καθιστώντας ακόμα πιο ξεκάθαρη αυτή την μοιρολατρική βάση του φιλμ.
Το "The Turin Horse" είναι μια πανέμορφη σκηνοθετικά ταινία, με συγκλονιστικές, όσο και αβάσταχτες ερμηνείες και πολυεπίπεδα νοήματα.  Τολμήστε να τη δείτε...


Τι έμαθα από την ταινία: Οτι δεν χρειάζεται να έχεις πολλά για να κάνεις πολλά (αν και η ταινία κόστισε περισσότερο από όσο αφήνει να εννοηθεί), οτι αν δεν έχεις υπομονή καλύτερα να μη τη δεις και οτι αποτελεί μια από τις πιο καλύτερες ταινίες όσον αφορά την έννοια του χρόνου.



No trivia


Τίποτα στην tv today



2 σχόλια:

  1. Αν και δεν τρελαίνομαι για τέτοιου είδους ταινίες, έχω σκοπό να την δω κάποια στιγμή, καθώς τώρα προηγούνται άλλες από τις καινούργιες ταινίες.

    Μπα, μπα τι διαβάζω! Θα ανοίξετε νέο κινηματογαφικό site! Άντε με το καλό! Αλήθεια πόσα άτομα θα ήσαστε;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Θα είμαστε καμιά 7αρια άτομα περίπου :) Άντε να δούμε και από εκεί τι θα γίνει ;)

    ΑπάντησηΔιαγραφή