Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2012

This Must Be the Place: A quirky road movie

NEW ARRIVAL


Καλημέρα σε όλους για ακόμη μια φορά.  Ξέρω πως Παρασκευές έχετε συνηθίσει να βάζουμε τις ψηφοφοριούλες μας (αν και τώρα τελευταία με έχετε ξεχάσει λιγάκι, να τις κάνω κι εγώ τις γκρινίτσες μου :P ), παρόλα αυτά είπα σήμερα να γράψω δυο λογάκια για τη καινούρια ταινία του Sean Penn, "This Must be The Place".  Ένας παραπάνω λόγος είναι το γεγονός οτι και πάλι χθες λόγο τρεξίματος δε κατάφερα να ανεβάσω ταινιούλα.  Συνεπώς σήμερα είπα να αλλάξω λίγο το πρόγραμμα και να μεταφέρω την ψηφοφορία μας για αύριο.  Η σημερινή ταινία είναι ιδιαίτερη και απευθύνεται σε κοινό που ζητάει το κάτι παραπάνω, όσον αφορά κυρίως τους χαρακτήρες, αλλά και την υπόθεση, η οποία στη προκειμένη περίπτωση είναι κομματάκι περίεργη.  Για να δούμε λοιπόν....


Ο Cheyenne (Sean Penn) είναι ένας πρώην ροκάς ο οποίος στα εξήντα του χρόνια έχει αποσυρθεί από την ενεργό δράση, ζώντας μια μάλλον βαρετή και πληκτική για τον ίδιο ζωή, στο πλευρό της πυροσβέστη γυναίκας του Jane (Frances MacDormand).  Ο Cheyenne αγαπάει τη γυναίκα του πολύ, αλλά δε μπορεί να παραβλέψει και το γεγονός οτι αισθάνεται άχρηστος και παραγκωνισμένος, μέσα στο τεράστιο και πολυτελές αρχοντικό του κάπου στο Δουβλίνο.  Σε μια προσπάθεια να ζει καθημερινά κάτω από το πρίσμα του ένδοξου, hard rock παρελθόν του, εξακολουθεί να κυκλοφορεί με ξασμένο, εβένινο μαλλί, έντονο μακιγιάζ που συμπληρώνεται από το απαραιτήτως κατακόκκινο κραγιόν, μαύρα νύχια και φυσικά μαύρα ρούχα.  Παράλληλα φαίνεται πως η μοναδική του παρέα-όταν δηλαδή η γυναίκα του δεν είναι τριγύρω-είναι μια νεαρή πιτσιρίκα, η Mary (Eve Hewson) η οποία ως γνήσια εκπρόσωπος της γενιάς της, ακολουθεί τα νεορόκ βήματα, τις βάσεις των οποίων είχαν θέσει κάποτε ο Cheyenne και οι όμοιοι του.  Όταν λοιπόν μια μέρα ο γερόλυκος λάβει ένα απρόσμενο τηλεφώνημα, τότε τα πράγματα θα αλλάξουν ολοκληρωτικά στη ζωή του, καθώς τον ενημερώνει πως ο πατέρας του, με τον οποίο δεν είχε καμία επαφή εδώ και καμιά τριανταριά χρόνια, αργοπεθαίνει.  Ο Cheyenne θα αποφασίσει λοιπόν να κάνει ένα ταξιδάκι προκειμένου να αποχαιρετήσει τον μπαμπά, αλλά και να προσπαθήσει να...make amends όσο υπάρχει ακόμα χρόνος.  Τότε είναι που θα βρεθεί μπροστά σε μια μεγάλη έκπληξη.  Όπως θα μάθει σύντομα, ο πατέρας του έφαγε ολόκληρη τη ζωή του, ψάχνοντας τον Ναζί βασανιστή του από το Άουσβιτς, καθότι Εβραίος, τον οποίο μάλιστα δε μπόρεσε να βρει ποτέ.  Τότε ο παλιοροκάς θα πάρει πάνω του το έργο αυτό και θα ξεκινήσει την αναζήτηση του πρώην Ναζιστή, ονόματι Aloise Lange.  Το ταξίδι που θα ξεκινήσει θα αποδειχθεί ιδιαίτερα διαφωτιστικό και αρκούντως απελευθερωτικό για τον ίδιο...


Ο Ιταλός σκηνοθέτης Paolo Sorrentino συνυπέγραψε το σενάριο με τον σεναριογράφο Umberto Contarello, και σκηνοθέτησε αυτό το ευρωπαϊκής παραγωγής δράμα.  Αν και εκ πρώτης όψεως δε του φαίνεται, καθώς μοιάζει με αμερικάνικη παραγωγή-εξάλλου έχει χρησιμοποιήσει δυο από τα κορυφαία ονόματα του Hollywood-παρόλα αυτά το "This Must Be the Place" είναι μια κατά βάση ευρωπαϊκή παραγωγή, καθώς η χρηματοδότησή της προήλθε από την Ιταλία, τη Γαλλία και την Ιρλανδία.
Ο Sorrentino κάνει έτσι το αγγλόφωνο, κινηματογραφικό του ντεμπούτο, αν σκεφτεί κανείς πως οι μέχρι τώρα δουλειές του, περιορίζονται στην ιταλική γλώσσα.  Ο ίδιος δε μετράει στο ενεργητικό του και τόσες πολλές ταινίες μεγάλου μήκους, καθώς εν μέρει το βιογραφικό του συμπληρώνουν short films και video documentaries.
Αν λοιπόν σας κάνει εντύπωση που ένα όνομα όπως αυτό του Penn του πρωταγωνιστεί σε μια τέτοια παραγωγή, μάθετε πως ήταν ο ίδιος αυτός που ζήτησε να συνεργαστεί με τον Sorrentino, έχοντας δει τη δουλειά που έκανε στη ταινία του 2008 "Il Divo", η οποία πραγματευόταν τη ιστορία του πολιτικού Giulio Andreotti που είχε βρεθεί στη θέση του Πρωθυπουργού της Ιταλίας, επτά φορές, έπειτα από την επαναφορά της δημοκρατίας από το 1946.  Η ταινία είχε προταθεί για Oscar μακιγιάζ, ενώ είχε προκαλέσει και τα θετικά σχόλια κοινού και κριτικών.  Συνεπώς η συνεργασία των δυο τους φάνηκε πως ήταν απλά θέμα χρόνου, και έτσι όταν ο χαρακτήρας του Cheyenne γράφτηκε όντας κομμένος και ραμμένος πάνω στον Penn, εκείνος άδραξε την ευκαιρία και μας έδωσε έναν από τους πιο ενδιαφέροντες και προκλητικά ειλικρινείς χαρακτήρες της καριέρας του.
Για την ιστορία η ταινία ήταν και υποψήφια για τον Χρυσό Φοίνικα στο φετινό φεστιβάλ των Καννών, ενώ κέρδισε το βραβείο ανεξάρτητου feature film, γνωστό ως Prize of the Ecumenical Jury.




Το "This Must Be the Place" πρόκειται στην ουσία για ένα road movie, καθώς παρακολουθούμε τον ήρωα να ταξιδεύει χιλιόμετρα έρημων δρόμων, προκειμένου να επιτύχει τον σκοπό του: να βρει δηλαδή τον τύραννο που είχε στοιχειώσει για μια ολόκληρη ζωή, την ύπαρξη του πατέρα του.  Βέβαια όπως γίνεται και με κάθε road movie που σέβεται τον εαυτό του, αυτό το ταξίδι αποτελεί παράλληλα μια πρώτης τάξεως ευκαιρία, προκειμένου ο πρωταγωνιστής να λύσει και τα δικά του υπαρξιακά/ψυχολογικά και πάσης φύσεως, εσωτερικά του προβλήματα.  Έτσι o Cheyenne ξεκινάει έχοντας στο μυαλό του την επίτευξη ενός σκοπού, που τελικά θα τον οδηγήσει και σε μια ολοκληρωτική αναγέννηση του ίδιου του του εαυτού.  Η επαφή του με τους ανθρώπους που συναντάει στη πορεία του, οι ιστορίες που έχουν να του πουν και όλη η εμπειρία ενός ταξιδιού, που φαίνεται πως ήταν γραφτό να γίνει, θα αποτελέσουν μια συνταρακτική εμπειρία για εκείνον και ο Cheyenne σύντομα θα καταλάβει οτι και το παρόν έχει αξία και ομορφιά και πως μπορεί να του δώσει αυτό που λαχταρά πλέον περισσότερο στη ζωή του: μια αλλαγή πλεύσης και ένα πραγματικό ενδιαφέρον για την κατά τα άλλα θλιβερή, επαναλαμβανόμενη καθημερινότητα.
Ο χαρακτήρας του Penn αλλάζει κατά τη διάρκεια της ταινίας.  Λίγο πριν αναχωρήσει από το σπίτι του, συμπεριφέρεται σαν πεισματάρικο πιτσιρίκι, έτοιμο να φάει και καμιά ξυλιά από τη γυναίκα του, η οποία αποτελεί την ίδια στιγμή και τη 'μάνα' του.  Δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως η Jane συμπεριφέρεται στον σύζυγό της, σαν να μιλάει σε μικρό παιδί.  Είναι συγκαταβατική, ήρεμη και ψύχραιμη απέναντί του, γεγονός που έρχεται και σε απόλυτη αντιδιαστολή με την σχεδόν κωμική στιγμή οπού οι δυο τους βρίσκονται στο κρεβάτι και κάνουν διάφορα.  Ακριβώς γιατί ο χαρακτήρας του Cheyenne και ο τρόπος με τον οποίο είναι δομημένος, δε σε προϊδεάζει οτι αυτός ο άντρας κάνει sex, συζητάει φυσιολογικά όταν το θέλει ή προσπαθεί να διορθώσει λάθη του παρελθόντος, αναλαμβάνοντας την 'αποστολή' του πατέρα του.  Η εξωτερική του εμφάνιση με τη σειρά της, δημιουργεί όλη αυτή την αντιφατική κατάσταση, αφού κάποιες άλλες φορές φαίνεται πως ο πάλαι ποτέ ροκάς, μιλάει σοφά, με εμπειρία της καλής και της κακής ζωής- και τα μυωπικά του γυαλιά στερεωμένα στην άκρη της μύτης του-δημιουργώντας έτσι ένα πρόβλημα αντίληψης όσον αφορά στον θεατή και στο κατά πόσο πρέπει τελικά να τον πάρει στα σοβαρά.  Ο Cheyenne έχει στην ουσία αλλάξει, αλλά μόνο το ταξίδι του θα τον βοηθήσει να το συνειδητοποιήσει και να αλλάξει και το τελευταίο προπύργιο της gothic περσόνας του: την εξωτερική του εμφάνιση.


Η σκηνοθεσία του Sorrentino εντάσσει τους χαρακτήρες του σε μια απτή πραγματικότητα, οπού τίποτα το ενδιαφέρον δε συμβαίνει και απλά η ζωή ακολουθεί τους δικούς της ρυθμούς.  Παρόλα αυτά ο πρωταγωνιστής του θα τολμήσει να το αλλάξει αυτό, ακόμα και αν ο ίδιος στην αρχή δε το έχει καταλάβει.  Η κινηματογράφηση των ατέλειωτων διαπολιτειακών, οι αχανείς έρημοι, οι συναντήσεις με διαφορετικούς ανθρώπους και ο παραλληλισμός στην ουσία της ζωής καθεαυτής, με το ταξίδι του Cheyenne, εκφράζονται ιδανικά μέσα από την κάμερα του Sorrentino και την μινιμαλιστική, αλλά εξαιρετική φωτογραφία της ταινίας.
Από την άλλη πλευρά οι ήρωες δημιουργούν μια ενδιαφέρουσα σύνθεση, με τη παρουσία φυσικά του Penn να ξεχωρίζει, σε έναν ολοκληρωτικά διαφορετικό ρόλο από αυτούς που μέχρι τώρα τον έχουμε συνηθίσει.  Το παίξιμό του είναι σπασμωδικό, ρομποτικό θα έλεγε κανείς, ενώ η συμπεριφορά του κατατονική, ακριβώς όπως και η ομιλία του.  Γενικά φαίνεται σαν να βαριέται τα πάντα-ακόμα και να μιλήσει-ενώ αυτό που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση είναι το περίεργο γελάκι του, το οποίο βγάζει μια 'αρρωστημένη απελπισία', όπως είχε πει και ο Brad Pitt στον Norton, στο επικό "Fight Club".
Παρά το γεγονός οτι ο χαρακτήρας του θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί ως μια γελοία καρικατούρα, εντούτοις δε πιστεύω οτι απέχει και πολύ από την πραγματικότητα.  Όταν έχεις περάσει μια ζωή μέσα στην ένταση, τις κραιπάλες, τους άπειρους fans και την κυρίως την δημιουργική τέχνη του να φτιάχνεις μουσική, τότε αναμφίβολα η τρίτη ηλικία θα σου πέσει βαριά.  Στην περίπτωση μάλιστα που δεν έχεις απολύτως τίποτα το καλλιτεχνικό να κάνεις στη ζωή σου, θα σου πέσει βαριά εις το τετράγωνο.  Και ο Cheyenne έχει πάθει αυτό ακριβώς, μέχρι που βρίσκει τη σωτηρία με τον πιο απρόσμενο τρόπο...


Το "This Must Be the Place" είναι μια δραματικίζουσα ταινία, με χιουμοριστικές στιγμές, καλογραμμένους χαρακτήρες, ωραία σκηνοθεσία και μια υπόθεση που μπορεί να την έχει ξαναδεί, αλλά δε παύει να είναι καλή.  Το εσωτερικό ταξίδι του ήρωα είναι γεγονός, αλλά όταν αυτός ομοιάζει στον Robert Smith των "The Cure", ε τότε έχει άλλη αίγλη.  Δείτε την και περιμένω σχολιάκια.


Τι έμαθα από την ταινία: Οτι η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται 'κρύο', οτι MacDormand και Penn συνθέτουν ένα από τα πιο περίεργα κινηματογραφικά ζευγάρια που έχω δει τελευταία, και οτι ο Penn ξέρει να παίζει κιθάρα.





No trivia




Ψηφοφορία αύριο, μη ξεχνιέστε guyz!  Όσο για το τι θα βάλω...μμμ μάλλον έκπληξη θα είναι.  Καλά καλά δε ξέρω ακόμα, ώχουυυυ!  Βλέπουμε αύριο.  Τσιου.

3 σχόλια:

  1. Αν και μεγάλος θαυμαστής του Sorrentino (πραγματικά αυτός ο σκηνοθέτης κάνει θαύματα με την κάμερά του) εδώ στο αγγλόφωνο ντεμπούτο του με απογοήτευσε. Περίεργη ταινία με ακόμη πολύ πιο περίεργο κεντρικό χαρακτήρα. Κρίμα διότι η υπόθεσή της υποσχόταν πολλά.

    1,5/5: Μέτρια

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δε ξέρω, μάλλον μου άρεσε γιατί είδα τον Penn σαν καρικατούρα, και είχα καιρό να το απολαύσω πραγματικά σε έναν ρόλο κόντρα. Δε θα μπορούσα να τον φανταστώ ποτέ σε αυτόν τον ρόλο :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Η ταινία μου άρεσε πάρα πολύ! Για μέρες μετά μου είχε κολλήσει το φύσημα στα μαλλιά και το βεβιασμένο γέλιο του Cheyenne. Ο Σων Πενν, βαμμένος και αναμαλλιασμένος, ενα copy-paste του Ρομπερτ Σμίθ, και όμως μοναδικά πρωτότυπος! Ευρωπαίος...

    ΑπάντησηΔιαγραφή