Δευτέρα, 30 Απριλίου 2012

Taste of Cherry: To live or to die?

Καλή εβδομάδα σε όλους και καλό μήνα και για αύριο.  Νομίζω πως μπήκαμε πια και για τα καλά στο καλοκαιράκι, άντε άνοιξη.  Σκέφτομαι βέβαια πως αν από τώρα έχουμε αρχίσει να σκάμε από τη ζέστη, αργότερα το πράγμα μάλλον θα γίνει ανυπόφορο για όσους κάτσουμε στη πόλη.  Δε βαριέστε όμως, κάπου θα βρούμε και εμείς να πλατσουρίσουμε και να περάσουμε καλά.  Καλή παρέα να υπάρχει.  So ερχόμενοι και στα δικά μας, σήμερα πρόκειται να πούμε μερικά πράγματα για το "Taste of Cherry", του Ιρανού Abbas Kiarostami.  Τη ταινιούλα τη βρήκε η Roza (εύγε : P), οπότε χωρίς άλλη καθυστέρηση ξεκινάμε.


Ο Mr. Badii είναι ένας μεσήλικας Ιρανός ο οποίος σκοπεύει να βάλει τέλος στη ζωή του.  Εμάς δε μας προσφέρεται καμία πληροφορία σχετικά με τους λόγους οι οποίοι τον έχουν οδηγήσει σε μια τέτοια απόφαση και στη τελική φαίνεται πως αυτό δεν είναι και το ζητούμενο, για τον ίδιο τον Kiarostami.  O Badii όμως δεν ενδιαφέρεται απλά να αυτοκτονήσει, αλλά σε όλη τη διάρκεια της ταινίας αναζητά κάποιον ο οποίος θα δεχθεί την περίεργη πρότασή του.  Ποια είναι αυτή;  Θέλει κάποιον προκειμένου να τον...θάψει έπειτα από τον θάνατό του.  Μάλιστα ο ίδιος φαίνεται πως έχει προνοήσει για τα πάντα, μιας που έχει ήδη σκάψει και τον τάφο του, σε ένα απομονωμένο, χωμάτινο δρομάκι, κάτω από μια κερασιά.  Άρα το μόνο που λείπει είναι ένας τίνι τρόπο, προσωρινός νεκροθάφτης, ο οποίος θα κάνει τη δουλειά με το αζημίωτο βεβαίως βεβαίως.  O Badii στο ταξίδι της αναζήτησής του, θα γνωρίσει τρία άτομα: έναν νεαρό, Κούρδο στρατιώτη, έναν Αφγανό κληρικό και έναν Τούρκο ταριχευτή.  Αν και οι δυο πρώτοι θα αρνηθούν, για τους δικούς τους λόγους ο καθένας (θα δούμε παρακάτω γιατί) ο Τούρκος θα δεχθεί να τον βοηθήσει-κατά κάποιον τρόπο-προκειμένου να λάβει τα χρήματα τα οποία χρειάζεται, για τον άρρωστο γιο του.  Ο ταριχευτής όμως έχει περισσότερα κοινά με τον Badii, από οτι θα μπορούσε ο πρωταγωνιστής μας να σκεφτεί.  Και εδώ έγκειται και το μεγάλο ερώτημα: θα τολμήσει τελικά να αυτοκτονήσει ή κάτι θα τον σταματήσει;


O Abbas Kiarostami αποτελεί αναμφίβολα έναν από τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες του σύγχρονου κινηματογράφου.  Και δε το λέμε μόνο εμείς.  Από τον Scorsese μέχρι και τον Godard, ο Kiarostami θεωρείται μέγας μάστορας του κινηματογράφου και ένας από τους σκηνοθέτες που έχει κάθε φορά κάτι να πει με τις ταινίες του.  Μπορεί ως επί το πλείστον να κινείται σχεδόν πάντα, πάνω στα δικά του, κλασικά μονοπάτια, παρόλα αυτά καταφέρνει μέσα από τις δουλείες του να φέρνει πάντα μια πνοή παραδοσιακού Ιράν, παντρεμένου με μοντέρνες δινοουμενίστικες/φιλοσοφικές εκφάνσεις, που όμως διατηρούν την απλότητα και την καθαρότητα αυτού που θέλουν να πουν.
Μπόλικα τα βραβεία που έχει κερδίσει, με πολλές επίσης υποψηφιότητες στα ευρωπαϊκά βραβεία (κέρδισε μάλιστα και τον Χρυσό Φοίνικα για το "Taste of Cherry" το 1997 στο φεστιβάλ των Καννών) και διεθνή αναγνώριση που δεν έχει έρθει άδικα.
Οι ταινίες του Kiarostami χαρακτηρίζονται από έναν βαθύτατο σεβασμό αφενός για την παράδοση του Ιράν και αφετέρου για τον ρόλο της Φύσης μέσα στην καθημερινότητα των ανθρώπων.  Τις περισσότερες φορές αυτή μένει αμέτοχη απέναντι στα πάθη και τα λάθη τους, συνεχίζοντας την αιώνια πορεία της και την ατάραχη ζωή της, μέσα σε έναν πεπερασμένο χρόνο.  Παρόλα αυτά φροντίζει πάντα να εμπλέκει τους χαρακτήρες του μέσα στη φύση, και τούμπαλιν, μιας που έτσι και αλλιώς, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, ο άνθρωπος εκπορεύεται από αυτήν.
Τις περισσότερες φορές οι χαρακτήρες του Kiarostami χαρακτηρίζονται από μια οικουμενικότητα, γι' αυτό και σχεδόν πάντα δεν έχουμε πολλές πληροφορίες γι' αυτούς, ακόμα και όταν κρατούν τους πρωταγωνιστικούς ρόλους.  Ακριβώς δηλαδή όπως και με τη σημερινή μας ταινία.
Ο Mr. Badii είναι ένας απλός, καθημερινός άνθρωπος, για τον οποίο δε γνωρίζουμε τίποτα.  Ούτε καν τον λόγο για τον οποίο θέλει να αυτοκτονήσει.  Αυτό τον ανάγει αυτομάτως σε μια παγκόσμια φιγούρα, εκτός χρόνου, τόπου και εποχής, η οποία καλείται με τρόπο παραβολικό να μας αφηγηθεί μια ιστορία, για τη ζωή και τον θάνατο, το τοπικό και το οικουμενικό, το παραδοσιακό και το σύγχρονο.  Όλα αυτά τα θέματα δηλαδή τα οποία πραγματεύεται ο Kiarostami σε κάθε του ταινία.


Εκτός όμως από τη σεναριακή δομή των ταινιών του, ο Kiarostami αποτελεί μια εξέχουσα καλλιτεχνική φιγούρα και χάρη στις κινηματογραφικές συμβάσεις τις οποίες φρόντισε να σπάσει, με τρόπο πρωτοποριακό και ρηξικέλευθο.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα των film του είναι οι σκηνές κατά τις οποίες οι ήρωές του βρίσκονται μέσα σε ένα αυτοκίνητο (κατά προτίμηση τζιπ, έτσι για να γίνεται η εισβολή της ανθρώπινης εξέλιξης στον παρθένο χώρο μιας Φύσης, ακόμα πιο απροκάλυπτη) το οποίο βρίσκεται εν κινήσει, και εμείς τους ακούμε να μιλάνε, χωρίς όμως να τους βλέπουμε.  Αυτό αποτέλεσε από μόνο του, μια τεράστια αλλαγή στον τρόπο σκηνοθεσίας, καθώς κατά τα παλαιότερα χρόνια προκειμένου να δηλωθεί οτι ο ήρωας βρισκόταν κάπου μακριά (όπως ορίζεται το μακριά από το οπτικό μας πεδίο και στο πλαίσιο πάντα του σινεματικού καδραρίσματος) η φωνή του χαμήλωνε, προκειμένου να τονιστεί αυτή η έννοια της απόστασης.  Ο Kiarostami αντιθέτως φρόντισε να κρατήσει τη φωνή του ήρωα σε κανονικά επίπεδα, φέρνοντας τη πρόζα του μπροστά στη κάμερα, καταφέρνοντας παράλληλα να αποδεσμεύει ιδανικά, την εικόνα από τον ήχο του.  Εάν δει κανείς κι άλλες ταινίες του όπως π.χ το "The Wind Will Carry Us" (1999) θα προσέξει τις έντονες ομοιότητες στη σκηνοθετική μορφή.
Ένα ακόμη χαρακτηριστικό, που συναντάμε και στη "Γεύση του Κερασιού" είναι η off-screen δράση του ήρωα (τον ακούμε, αλλά δε τον βλέπουμε), καθώς και η εμμονή του Kiarostami με το βλέμμα.  Αυτό αποτελεί τον βασικό κοινωνό των μηνυμάτων στις ταινίες του, και αν κάποιος κρατάει τα ηνία εδώ, αυτός είναι σίγουρα το βλέμμα.


"Το "Taste of Cherry" μπορεί να χαρακτηριστεί ως μια ακραία περίπτωση μινιμαλισμού" μάθαμε χθες στα σεμινάρια και φυσικά θα συμφωνήσω.  Οχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά γιατί έτσι είναι.  Με όπλα ένα τετράτροχο, έναν βασικό πρωταγωνιστή, τρεις 'περαστικούς' και μια κάμερα, η ταινία είναι βασανιστικά απλή, αλλά και ταυτόχρονο τόσο πολυεπίπεδη από πλευράς σεναρίου.  Πολυεπίπεδη όσον αφορά το φιλοσοφικό θέμα της μεταθανάτιας ζωής, η οποία αποτελεί το ζητούμενο στη περίπτωση του Badii.
Αυτό που φαίνεται να απασχολεί τον ήρωα μας, είναι το 'μετά'.  Δεν εξηγείται αλλιώς η ανάγκη του να βρει κάποιον να τον θάψει και οχι να αυτοκτονήσει για παράδειγμα στο σπίτι του και τέλος.  Υπάρχει μια συγκεκριμένη ιεροτελεστία η οποία πρέπει να ακολουθηθεί γιατί...γιατί έτσι πρέπει.  Όπως είπαμε και παραπάνω, δεν υπάρχουν εξηγήσεις σχετικά με τους λόγους που τον οδηγούν σε αυτή την απόφαση και αν θα έπρεπε να ρωτήσουμε τον Kiarostami γιατί το κάνει αυτό, μάλλον θα παίρναμε την ίδια απάντηση: "Μη με ρωτάτε γιατί θέλει να αυτοκτονήσει.  Δε ξέρω.  Αυτό που έχει σημασία είναι οτι η ιστορία μένει ανοιχτή, προκειμένου ο θεατής να δώσει τη δική του ερμηνεία", λέει σε μια συνέντευξή του και εμείς τον πιστεύουμε.
Το υπαρξιακό εν προκειμένω δεν έχει σημασία, οχι τουλάχιστον όση έχει η σωστή, ορθή πορεία την οποία θα ακολουθήσει ο Badii μετά την αυτοκτονία του.  Και αν νομίζετε οτι αυτή πράξη αποτελεί κάτι το δεδομένο για μια χώρα της Ανατολής, ή κάτι το συνηθισμένο όπως-κάκιστα-το αποδεχόμαστε εμείς στη Δύση, τότε κάνετε λάθος.  Για χώρες στις οποίες τα ήθη και οι παραδόσεις είναι τόσο βαθιά ριζωμένα στην καθημερινότητα, η ιδέα της αυτοκτονίας αποτελεί ξεκάθαρη ύβρη, την οποία ο Kiarostami θετικιστής και αισιόδοξος καθώς είναι, φροντίζει να εξαγνίσει μέσα από το τέλος της ταινίας του.


Τα τρία άτομα που περνούν από το αυτοκίνητο του ήρωα έχουν διαφορετική ηλικία (νέος-ώριμος-γέρος) και έχει και αυτό τη δική του σημασία, όπως επίσης και οι διαφορετικές τους εθνικότητες (τι είπαμε πριν για την οικουμενικότητα των ηρώων του;).  Επίσης τη δική της σημασία έχει και ο χώρος στο οποία λαμβάνει χώρα η 'δράση'.  Σκόνη, χώμα και μουντάδα αποτελούν τα χαρακτηριστικά του εργοταξιακού χώρου, ο οποίος για κάποιον αποτελεί την οργασμική συνέχιση της ζωής (για τους εργάτες προφανώς), ενώ για τον πρωταγωνιστή τον χώρο της ταφής του.  Έντονες αντιθέσεις ζωής και θανάτου και πάλι στο προσκήνιο.
Η ζωή συνεχίζεται, είναι το μήνυμα που επαναλαμβάνεται διαρκώς μέσα στην ταινία, μέχρι και το ιδιαίτερο τέλος της, το οποίο μπορεί να προκαλέσει απορία.  Ο Kiarostami επιλέγει να κλείσει την ταινία του με ένα θα λέγαμε, βιντεάκι από τα making-off της ταινίας, απλά για να μας δηλώσει ξεκάθαρα οτι αυτό που βλέπαμε, ήταν στην τελική μια ταινία, ένα προϊόν μυθοπλασίας.  Λογικό αν σκεφτεί κανείς οτι το προκλητικό θέμα της αυτοκτονίας, δημιουργεί ισχυρό σοκ, ένα σοκ το οποίο ο σκηνοθέτης διαγράφει δείχνοντάς μας τον πρωταγωνιστή, Homaymoun Ershadi να κάνει το τσιγαράκι του περιμένοντας το γύρισμα της επόμενης σκηνής ή τον Kiarostami να φοράει τα μαύρα του γυαλιά (χαίρε Godard) και να βρίσκεται πίσω από την κάμερα δίνοντας οδηγίες.  Μην αγχώνεστε, it's only a movie.
To ανανεωτικό cinema του Godard, συναντάει την παράδοση του Ιράν και σε αυτή τη ταινία του Kiarostami με τρόπο απλό, λιτό και...απέριττο.  Ο άνθρωπος αποτελεί ένα ακόμη λιθαράκι μέσα στην ισορροπία και την αδιατάρακτη τάξη της Φύσης και ο ουμανιστικός χαρακτήρας του σκηνοθέτη είναι ευδιάκριτος σε όλη τη διάρκεια της ταινίας.  Το "Taste of Cherry" είναι μια ταινία για τους σινεφιλ καθώς οι υπόλοιποι αναπόφευκτα θα βαρεθούν.  Όσοι αγαπάτε αυτόν τον κινηματογράφο δείτε την και περιμένω σχολιάκια σας : )

Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι η απουσία μουσικής δε μου έγινε αισθητή, παρά μόνο αφού είχε τελειώσει η ταινία, οτι η σκηνοθεσία είναι εξαιρετική και οτι ο καταλάβαμε οτι ο Kiarostami έχει τον Godard ως πρότυπο.  Yes indeed.



No trivia


ΤΟ ΤΑΙΝΙΑΚΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

Invaders, by Clement Morin

Σάββατο, 28 Απριλίου 2012

Which is the movie we are looking for?


Ταινία του 1997, ξενόγλωσση παρακαλώ.  Η παραπάνω σκηνή αποτελεί το τέλος της.  Τη γνωρίζετε;  Γι'αυτή θα μιλήσουμε τη Δευτέρα.

Παρασκευή, 27 Απριλίου 2012

Game of Thrones: Winter is coming...

Hello hello! Τι κάνουμε guyz?  Λοιπόν σήμερα είπα να ασχοληθούμε με κάτι πιο της σειράς, και πιο συγκεκριμένα το "Game of Thrones".  Φαντάζομαι όλοι-λίγο πολύ-έχετε μπει σε περιέργεια να τσεκάρετε από ένα επεισόδιο της σειράς φαινόμενο πλέον, έως και όλη τη σεζόν (εγώ ανήκω όπως καταλάβατε στη δεύτερη κατηγορία) και παρά το γεγονός οτι το blog μου έχει να κάνει κατά κύριο λόγο με ταινίες, έχω και μια κατηγοριούλα με σειρές που με ιντριγκάρουν.  Οχι πολλές η αλήθεια είναι, αλλά όσες έχω συμπεριλάβει στη λίστα μου, πραγματικά με έχουν ενθουσιάσει.  Κάτι ανάλογο έγινε και με το επικό, "Game of Thrones".  Πολλοί μου έλεγαν για το truly επικών διαστάσεων story της σειράς (και το boyfriend επίσης, το οποίο κατάλαβα αργότερα γιατί την εκτιμά τόσο πολύ : P) και το μόνο που έμενε ήταν να το ανακαλύψω και μόνη μου.  Ε λοιπό τον ανακάλυψα και σας το παρουσιάζω.


Από που να ξεκινήσει κανείς να λέει για τη συγκεκριμένη σειρά.  Ίσως από τη πρώτη σεζόν;  Σωστά, ας το πιάσουμε το πράγμα από εκεί λοιπόν.
Επτά μεγάλες οικογένειες αρχίζουν έναν αγώνα χωρίς προηγούμενο, προκειμένου να καταφέρει η κάθε μια από αυτές, να επικρατήσει έναντι των υπολοίπων και να αναλάβει τον έλεγχο της μυθικής γης του Westeros.  Την ίδια στιγμή ο βασιλιάς Robert Baratheon αποφασίσει να κάνει μια επίσκεψη στο Βορρά, και συγκεκριμένα στον παλιό του φίλο Eddard Stark, Άρχοντα του Winterfell προκειμένου να του εκφράσει την επιθυμία να τον καταστήσει το Δεξί του Χέρι, το ύψιστο αξίωμα έπειτα από αυτό του Βασιλιά.  Παρά το γεγονός οτι ο Stark λαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τις ύποπτες (και μάλλον δολοφονικές ενέργειες) οι οποίες οδήγησαν το προηγούμενο Χέρι στον θάνατο, δέχεται τη θέση, προκειμένου αφενός να προστατέψει εκ των έσω τον Βασιλιά και αφετέρου να ερευνήσει εις βάθος αυτές τις ανησυχητικές ειδήσεις.


Παράλληλα η Βασίλισσα δε κάθεται φρόνιμα, αλλά απ'οτι φαίνεται μαζί με την υπόλοιπη φάρα των Lannister δολοπλοκεί εις βάρος του...συζύγου της, για την ανατροπή του και την απόκτηση της εξουσίας.  Πέρα από τη θάλασσα οι τελευταία απόγονοι μιας ακόμα ευγενούς οικογένειας, αυτής των Targaryens, αγωνίζονται να βρουν στρατό και να διεκδικήσουν με τη σειρά τους τον Σιδηρούν Θρόνο ο οποίος τους στερήθηκε.  Η όμορφη Daenerys κρατάει μερικούς καυτούς άσσους στο μανίκι της...
Οι εναπομείναντες οικογένειες, αυτές των Greyjoy, Tully, Arryn και Tyrell, ακονίζουν τα δικά τους νύχια και μαχαίρια, και περιμένουν την κατάλληλη στιγμή προκειμένου να κάνουν την παρουσία τους αισθητή.  Ο πόλεμος βρίσκεται προ των πυλών, και εκτός από το ποτάμι αίματος που φαίνεται να τους περιμένει όλους, έρχεται να προστεθεί ένα πανάρχαιο κακό το οποίο έχει αρχίσει να ξυπνάει στον Βορρά.  Η μαυροντυμένη φρουρά των Night Watch είναι η μοναδική που στέκει ανάμεσα στον κόσμο του βασιλείου, και τον παγωμένο τρόμο που ελοχεύει πέρα από αυτό.  Αλλά ακόμα και εκείνοι μοιάζουν να μη μπορούν να σταματήσουν τις σκοτεινές δυνάμεις που ανασυντάσσονται.  Και σύντομα οι δολοπλόκοι άντρες, οι θανατηφόρες γυναίκες και τα συμφεροντολόγα τσιράκια, δεν θα έχουν που να κρυφτούν...


Η σειρά θεωρείται ήδη μια από τις πιο επιτυχημένες ever, έχοντας κατακτήσει μια Χρυσή Σφαίρα (για την εξαιρετική παρουσία του μικροσκοπικού, αλλά τεράστιου Peter Dinklage) και αναρίθμητες ακόμη υποψηφιότητες, για καλύτερες γυναικείες παρουσίες, σκηνικά, κοστούμια, σκηνοθεσία, μουσική επένδυση και ένα σωρό άλλα.
Το γεγονός οτι αποτελεί παραγωγή του HBO μόνο τυχαία δεν μπορεί να θεωρηθεί, καθώς τα τρία αυτά γράμματα, αποτελούν πλέον εγγύηση πολλών, καλών και αξιοζήλευτων παραγωγών.  Από τους "The Sopranos", το "Six Feet Under", το "True Blood" και το "The Wire", μέχρι το καλοφτιαγμένο "The Boardwalk Empire", το πολύ καλό "In Treatment" και τώρα το "Game of Thrones", το HBO έχει αποδείξει οτι ξέρει να βγάζει στη πιάτσα σειρές, που τα έχουν όλα.  Και το "Game of Thrones" καταφέρνει και συνδυάζει με ιδανικό τρόπο την οργιάζουσα δράση μιας ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, με τα δολοπλόκα και διψασμένα για δύναμη μυαλά μιας-γιατί οχι;-εν δυνάμει αρχαϊκής, ελληνικής φύσεως.  Τα ίδια κάναμε και εμείς.  Απλά καλύτερα.


Η σκηνοθεσία είναι πέρα για πέρα εντυπωσιακή, και τα σκηνικά τόσο αληθοφανή που νομίζεις οτι θα κάνεις μια βουτιά, και θα βρεθείς μονομιάς σε μια εποχή άλλη, μια εποχή δράκων, μαγείας και λασπωμένων πανοπλιών.
Η χρήση των CGI είναι πραγματικά εξαιρετικά δουλεμένη, προσεγμένη και προσαρμοσμένη με τρόπο που δε ξενίζει και κυρίως, δε μοιάζει ψεύτικος.  Σε κάνει πραγματικά να πιστεύεις οτι η Γη του Westeros κάπου υπάρχει και μπόλικα παλικάρια σφάζονται στη ποδιά της.  Και όχι μόνο.  Το εντυπωσιακό στην υπόθεση της σειράς είναι ο τρόπος με τον οποίο όλοι κρατάνε τον δικό τους, καίριας σημασίας, ρόλο, ο οποίος μπορεί να οδηγήσει ξαφνικά στην πιο αναπάντεχη ανατροπή.  Λάγνες, αισθησιακές γυναίκες που κάνουν τα πάντα στον βωμό της εξουσίας και πολεμοχαρείς άνδρες, τυφλωμένοι από τη σιδερένια λάμψη του Θρόνου.
Ο κάθε χαρακτήρας είναι δουλεμένος μέχρι και την παραμικρή λεπτομέρεια, κερδίζοντας ή χάνοντας αντίστοιχα τη συμπάθεια του κοινού.  Ο half-man Tyrion Lannister (Peter Dinklage) έχει το απαράμιλλο ταλέντο της διπλωματίας και της πειθούς.  Καταφέρνει και αποσπά τις πληροφορίες που θέλει, όπως θέλει, όταν θέλει και κυρίως από όποιον θέλει, κρατώντας τους γερά δεμένους με τα εκάστοτε μυστικά τους.  Ο νεαρός, σαδιστής Βασιλιάς Joffrey (Jack Gleeson), αποτελεί εύκολα έναν από τους πιο μισητούς (αν οχι τον πιο μισητό) χαρακτήρες της σειράς, χάρη στο άδειο κεφάλι του, τον παδικό το εγωισμό και την χαιρέκακη φύση του, που ικανοποιείται μόνο από ματωμένα μάγουλα και παλουκωμένα κεφάλια.  Η μητέρα του, Βασίλισσα Cersei (Lena Headay) μια φιλόδοξη και πονηρή γυναίκα, που κάνει τα πάντα για να διατηρήσει την όποια ψευδαίσθηση ισχύος, και η όμορφη, δυναμική Daenerys (Emilia Clarke) η οποία επωμίζεται το βάρος ενός ολόκληρου λαού πάνω της, είναι μόνο μερικοί από τους τόσους πολλούς χαρακτήρες, που όμως ο καθένας μένει καρφωμένος στο μυαλό στου, για τους δικούς του λόγους...


Το περιβάλλον του μυθικού κόσμου είναι δομημένο με κάθε λογής λεπτομέρεια.  Από τα διαφορετικά μεταξύ τους βασίλεια, μέχρι τα κοστούμια, τη θαλάσσια δύναμη του ενός, ή την παγωμένη ηρεμία του άλλου, τα πάντα είναι προσεγμένα και right to the point.
Η διαφθορά βασιλεύει, οι δολοπλοκίες αποτελούν το βασικό συστατικό της καθημερινότητας, το σεξ είναι φυσικά αναπόσπαστο κομμάτι,προκειμένου τα αρσενικά και τα θηλυκά να εκτονώνουν τις ορμές τους ή και να επιτυγχάνουν τους προσωπικούς τους σκοπούς και βλέψεις, η γύμνια είναι στο φουλ (hooray! αγόρια), τα σπαθιά μπήγονται σε κοιλιές, κεφάλια και τα σχετικά, με περισσή ευκολία, και γενικά οτιδήποτε έχει να κάνει με μια επική σύλληψη κόσμου, μπορείς να το βρεις εύκολα εδώ.
Κάπου εδώ να αναφέρουμε και το γεγονός οτι όλη η ιστορία του "Game of Thrones" προέρχεται από το μυαλό του Αμερικανού συγγραφέα George R.R Martin, ο οποίος ξεκίνησε τη συγγραφή μια σειράς, φαντασιακών νουβέλων, ξεκινώντας από την πρώτη, που τιτλοφορούνταν "A Song of Ice and Fire".  Χμμμ είχαμε τον Tolkin με το επίσης επικών διαστάσεων "The Lord of the Rings", και τώρα έχουμε και το σειριακό, epic story του "Game of Thrones", εκ μυαλού συγγραφέως για ακόμη μια φορά.  Ενδιαφέρον...


Η πρώτη σεζόν μας άφησε με τις καλύτερες εντυπώσεις και τις μεγαλύτερες προσδοκίες, καθώς τον τέλος ήταν υπέροχο, και η αρχή της επόμενης, πολλά υποσχόμενη.  Την αλήθεια μου θα την πω.  Έχω απογοητευτεί λιγάκι μέχρι την μέχρι τώρα πορεία της δεύτερης σεζόν, καθώς το πράγμα κάπου έχει μείνει λίγο στάσιμο.  Σίγουρα η προετοιμασία ενός επερχόμενου πολέμου έχει αξία για όλες τις πλευρές, από την άλλη όμως καλό είναι να αρχίσουμε να βλέπουμε και λίγη ουσιαστική δράση.  Τη δε ιστορία της Kalisi την έχουμε αφήσει στο περιθώριο και είναι κρίμα, γιατί αποτελεί αναμφίβολα από τις πιο ενδιαφέρουσες προσωπικότητες.  Βέβαια αν έχεις καταφέρει να πάρεις τα δικαιώματα για τουλάχιστον ακόμα μια σεζόν, κάπου το δικαιολογείς το καθυστερούμενο πράγμα, και κάνεις λίγη υπομονή.  Λίγη όμως.
Γενικά όσοι αρέσκεστε σε καλές σειρές, με μπόλικο σασπένς, αγωνία, υπέροχη εκτέλεση, εξαιρετικό σενάριο και extra δόσεις από μαγεία, μυθικά πλάσματα και supernatural καταστάσεις, τότε το "Game of Thrones" είναι σίγουρα για εσάς.  Δοκιμάστε την σύντομα γιατί, winter is coming, and then, what?

Τι έμαθα από τη σειρά:  Οτι εξαιτίας της άρχισα πάλι Lineage (πφφφ), οτι η αιμομιξία κάνει κακό αποδεδειγμένα και οτι ο Sean Bean δε θα γλυτώσει ποτέ από τη μοίρα του.  Ναι, όλοι ξέρετε τι εννοώ.



No trivia


ΤΟ ΤΑΙΝΙΑΚΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

Οι τίτλοι έναρξης της σειράς, που είναι απλά υ-π-έ-ρ-ο-χ-ο-ι



























































































Τετάρτη, 25 Απριλίου 2012

Princess Mononoke: Amongst Gods, spirits and true warriors...

Hello hello!  Σας χαιρετώ και σήμερα.  Χθες δεν ήμασταν μαζί, αλλά είπα σήμερα να γράψω στο blogaki για μια ταινιούλα την οποία είδα προχθές και την οποία αγάπησα παράφορα, όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα με κάθε γιαπωνέζικο animation το οποίο βλέπω.  Σήμερα λοιπόν έχουμε "Princess Mononoke", μια υπέροχη ταινία, από το μετρ του είδους, Hayao Miyazaki.  Για να δούμε.


Ένας νεαρός άρχοντας αποφασίζει να ξεκινήσει ένα ταξίδι επικών διαστάσεων (όπως αποδεικνύεται στη συνέχεια) προκειμένου να λύσει τη κατάρα με την οποία έχει 'μολυνθεί' το χέρι του, έπειτα από την εξολόθρευση ενός αγριόχοιρου/δαίμονα ο οποίος απειλούσε να καταστρέψει το χωριό του.  O Ashitaka αποφασίζει να αναζητήσει έναν τρόπο θεραπείας, ταξιδεύοντας προς τη Δύση σε αναζήτηση του παραμικρού στοιχείου που θα μπορέσει να τον λυτρώσει από την ολοένα και πιο θανατηφόρα κατάρα που τον έχει τυλίξει.  Στο δρόμο του θα βρεθεί αντιμέτωπος με έναν σκληρό πόλεμο που ετοιμάζεται να ξεκινήσει ανάμεσα σε μια αποικία ορυχείων, την Tatara και τους τοπικούς Θεούς του γειτονικού δάσος.  Η αρχηγός της αποικίας, Eboshi έχει βάλει σκοπό να εξολοθρεύσει τον Deer God που αποτελεί την πιο σεβαστή θεότητα του δάσους, προκειμένου να καταφέρει να οικειοποιηθεί τον εναπομείναντα χώρο, και να επεκτείνει τις δραστηριότητες της πολυπληθούς ομάδας της, που περιστρέφονται γύρω από την δημιουργία φονικών όπλων.  Την ίδια στιγμή ένα κορίτσι που έχει μεγαλώσει με τα πνεύματα των λύκων, η San, γνωστή και ως Princess Mononoke, αποφασίζει να υπερασπιστεί τη ζωή του δάσους και κάθετι που αυτό προστατεύει.  Στο πλευρό της θα βρεθεί και ο νεαρός Ashitaka.  Οι δυο τους, παρέα με τις ζωώδεις, πνευματικές μορφές του δάσους, θα προσπαθήσουν να σώσουν ότι απέμεινε.  Η προσπάθειά τους αυτή όμως, δεν έρχεται χωρίς θυσίες...


Αναμφίβολα ο Hayao Miyazaki αποτελεί μια από τις πιο αναγνωρίσιμες προσωπικότητες της σύγχρονης, ιαπωνικής, κινηματογραφικής κουλτούρας και οχι μόνο.
Μετρώντας στο ενεργητικό του εικοσιδύο μικρού και μεγάλου μήκους ταινίες, ένα Οscar κερδισμένο εξαιρετικά από την Ακαδημία, για το υπέροχο "Spirited Away" (2001), μια ακόμη υποψηφιότητα για το εξίσου εκπληκτικό "Ηowl's Moving Castle" (2004) και ένα σωρό ακόμη κερδισμένα βραβεία ανά τον κόσμο, δεν είναι να απορεί κανείς που καταφέρνει με κάθε του νέα ταινία, να βγαίνει στο προσκήνιο, αποδεικνύοντας ξανά και ξανά το αστείρευτο ταλέντο του.
Τα animation του Miyazaki διαπνέονται πάντα από έναν τεράστιο σεβασμό απέναντι στη Φύση, αλλά και την παράδοση της Ιαπωνίας η οποία τιμά μέχρι και τις μέρες μας τους αρχέγονους Θεούς της, κρατώντας τα ήθη και τα έθιμά της ζωντανά.
Ο μεγάλος αυτός σκηνοθέτης φροντίζει να κάνει εμφανές σε κάθε νέα του δουλειά, την μοναδική ομορφιά των αγροτικών, ιαπωνικών τοπίων, την ζωή των απλών βιοπαλαιστών, την αγνότητα και την χαμένη κατά πολλούς, παιδική αθωότητα, με τον ίδιο να γράφει τις περισσότερες φορές και τα σενάρια.
Στη προκειμένη περίπτωση το "Princess Mononoke" είναι μια επί της ουσίας ιστορία της παράδοσης, των ηθών, αλλά και της διττής ανθρώπινης προσωπικότητας, όπως αυτά μπορούμε να τα συναντήσουμε στην πατρίδα του.  Και φυσικά η μεγαλύτερη βάση δίνεται στην παγκόσμια, Πράσινη ολότητα που ακούει στο όνομα, Φύση.


Η τεράστια αναγνώριση σε παγκόσμιο επίπεδο των anime δεν ήταν κάτι που έγινε από την αρχή, αφού για πολλά χρόνια υπήρχε έντονη κριτική σχετικά με τις 'δυσκολίες' όσον αφορούσε την κατανόηση της τεχνικής που χρησιμοποιούσαν οι Ιάπωνες δημιουργοί (κυρίως λόγω έλλειψης πόρων) και της σχετικής απουσίας ρευστότητας και πλαστικής κίνησης των ταινιών τους.  Η Αμερική είχε μάλιστα αποτελέσει από πολύ νωρίς, έναν από τους βασικούς πολέμους του japanese style, επειδή στην ουσία δε φαίνεται να έβλεπαν πέρα από την ανιματζίδικη μορφή της.
Είναι γεγονός πως οι σκηνοθέτες είχαν καταπιαστεί από την αρχή με θέματα που είχαν να κάνουν με τον παραδοσιακό τρόπο ζωής, την αγάπη προς την Φύση και παντός είδους οικολογικά μηνύματα, τα οποία ίσως και να φαίνονταν στον Δυτικό κόσμο, μονότονα και ξένα.
Όταν αρκετά αργότερα οι αγορές άνοιξαν και το είδος του anime άρχισε να γίνεται ολοένα και πιο διάσημο στη Δύση (την αρχή έκανε την δεκαετία του ΄80 το εξαίρετο, cyberpunk διαμάντι, "Akira") τότε μόνο η προσοχή του κόσμου στράφηκε στην γιαπωνέζικη κουλτούρα, η οποία ξαφνικά βρισκόταν παντού.  Η τηλεόραση και ο κινηματογράφος κατακλύστηκαν από χαρακτήρες με τεράστια, ολοστρόγγυλα μάτια, πολύχρωμα μαλλιά, εντυπωσιακές σκηνές δράσης, κωμωδίας και έντονου δράματος, ενώ και η σχεδόν τραγουδιστή γλώσσα τους, έγινε το σήμα κατατεθέν της εισαγόμενης επιτυχίας.  Έκτοτε ο δρόμος είναι ανοιχτός, οι Ιάπωνες δημιουργοί μας χαρίζουν μοναδικά έργα τέχνης και τα σκυλιά είναι ακόμα δεμένα.  Προσωπική μου γνώμη είναι πως-συγκεκριμένα-το αμερικάνικο style έχει παρέλθει, αφού έχει γίνει βαρετό και παρωχημένο.  Ακολουθεί το ευρωπαϊκό το οποίο έχει και φαντασία και χάρη, αλλά ακόμα στην κορυφή το γιαπωνέζικο animation διατηρεί μια φυσική και απαράμιλλη ομορφιά.


Ο Miyazaki επέστρεψε το 1997 στα αγαπημένα, οικολογικά του θέματα, με ένα animation υπέροχων προθέσεων και μοναδικής αξίας.
Οι χαρακτήρες είναι δουλεμένοι με περίσσια αγάπη και ουσιαστική ανάγκη προστασίας ετούτου του κόσμου, της Φύσης μέσα στην οποία γεννιόμαστε και πεθαίνουμε.
Σίγουρα δεν είναι τυχαίο το γεγονός οτι ο Miyazaki δημιούργησε αυτό το έργο, σε μια δεκαετία οπού τα οικολογικά προβλήματα είχαν αρχίσει να κάνουν την επικίνδυνη εμφάνισή τους.  Συνεπώς δε θα ήταν υπερβολή εάν λέγαμε οτι το "Princess Mononoke" λειτουργεί ως μια παραβολή ή ως μια μεταφορά, στην οποία παρακολουθούμε την μανία του σύγχρονου ανθρώπου, να καταστρέψει το φυσικό του περιβάλλον, για καθαρά προσωπικούς και εγωιστικούς λόγους.
Η αρχόντισσα Eboshi φαίνεται να διψάει για ισχύ και επιδιώκει να κατασκευάζονται στο χωριό της, ολοένα και περισσότερα όπλα (πιστόλια, καραμπίνες κ.α) από καυτό μέταλλο.  Την ίδια στιγμή δυο νέα παιδιά, πασχίζουν και αγωνίζονται για τον καλό του δάσους, ενός δάσους που στην ουσία αντικατοπτρίζει ολόκληρη την σύγχρονα, παραπαίουσα Φύση μας.
Οι Ιάπωνες όμως δε το παρουσιάζουν αυτό με τρόπο απλό και άνευ σημασίας.  Η βιωσιμότητα των ανθρώπων βασίζεται στον σεβασμό της Φύσης, η οποία με τη σειρά της δεν είναι ένα άψυχο πράγμα.  Είναι ένα ον με ζωή, πάλλεται και αναπνέει κάθε στιγμή, κάθε δευτερόλεπτο.  Ένα σωρό πλάσματα, Θεοί και στοιχειά την κατοικούν, όντα που είναι υπεύθυνα για την ισορροπία των πραγμάτων και της τάξης πάνω στον πλανήτη.  Και αν θανατωθούν, οι συνέπειες για το ανθρώπινο είδος θα είναι ολέθριες...


Ανάμεσα στα έργα του Miyazaki (προσπαθώ να τα δω όλα), σίγουρα το "Princess Mononoke" κρατάει περίοπτη θέση, ακριβώς γιατί καταφέρνει να συνδυάσει την παραδοσιακή ομορφιά των animation, την κλασική ιστορία της σύγκρουσης ανθρώπου/Φύσης και το ολοκληρωτικά ονειρικό σκηνικό (το οποίο πολλές φορές μπορεί να προέρχεται όμως και από τους χειρότερους εφιάλτες).
Το "Princess Mononoke" είναι μια ταινία για όλη την οικογένεια, αφού περνάει τα δικά της μηνύματα με τρόπο αξιόλογο.  Δείτε την όσο πιο σύντομα μπορείτε, και μη τρομάξετε από την δίωρη διάρκειά της.  Πιστέψτε με, αξίζει τον χρόνο σας.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι δε πρέπει ΠΟΤΕ να βλέπεις ένα animation ντουμπλαρισμένο.  Οι φωνές των original ηθοποιών, δεν συγκρίνονται καν με αυτές των Αμερικανών που είναι επιεικώς για ξέρασμα.  Οτι ο κόσμος του δάσους είναι μαγικός, και οτι ο Deer God μοιάζει περίεργα τόσο με άνθρωπο, όσο και με ζώο.  Προσέξτε το και τα συμπεράσματα δικά σας.



No trivia


ΤΟ ΤΑΙΝΙΑΚΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

Last Samurai

















































Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012

Long Weekend: Nature's way...

Hello again και καλή εβδομάδα να έχουμε.  Γράφοντας στο laptopaki με το κολάρο στο λαιμό, δε το λες και ακριβώς fun, αλλά τι να κάνουμε πρέπει κάτι να γράψουμε, να περάσει και λίγο η ώρα, και να περιμένουμε τη φοβερή πρόταση για καριέρα στο εξωτερικό (όπου να΄ναι έρχεται, i can feel it!).  Όπως πολύ σωστά μαντέψατε, η σημερινή μας πρόταση είναι το "Long Weekend" μια περίεργη ταινία, την οποία οι περισσότεροι έχουν αντιπαθήσει (και καλά έχουν κάνει), ενώ η μειοψηφία την έχει αγαπήσει (και αυτοί καλά κάνουν).  Εγώ για να πω και την αλήθεια μου, δεν είχα κάποια πρόθεση να κράξω τη ταινία, αλλά ούτε μπορώ να πω πως την αγάπησα και παράφορα.  Μάλλον είμαι από αυτούς που βρίσκονται κάπου στη μέση.  Την εκτίμησα μεν για κάποια πράγματα, αλλά με ξενέρωσε και σε σχέση με κάποιο πολύ συγκεκριμένο.  Όπως και να' χει θα προσπαθήσω να είμαι όσο το δυνατόν πιο αντικειμενική στη σημερινή μου κριτική, και να παρουσιάσω τόσο τα θετικά, όσο και τα αρνητικά της.


Ο Peter (Jim Caviezel) και η γυναίκα του Carla (Claudia Karvan) αποφασίζουν να πάνε ένα διήμερο, ταξιδάκι αναψυχής κάπου στη θαλάσσια ερημιά της Αυστραλίας, προκειμένου να ξεφύγουν από την πόλη, αλλά και να έρθουν λίγο πιο κοντά.  Η αλήθεια είναι πως τα πράγματα δε πάνε και πολύ καλά μεταξύ τους, και έτσι αποφασίζουν να δώσουν στους εαυτούς τους την ευκαιρία και τη δυνατότητα να επαναπροσδιορίσουν τη σχέση και τον γάμο τους, μέσα από μια χαλαρή εκδρομούλα.  Ή τουλάχιστον έτσι νομίζουν.  Όταν τελικά φτάσουν στον προορισμό τους, ένα καταγάλανος ωκεανός, μια ήσυχη αμμουδιά και ένα καταπράσινο τοπίο τους περιμένει.  Και εκείνοι ως κλασικοί άνθρωποι των καιρών μας, θα αποφασίσουν να 'οικιοποιηθούν' το περιβάλλον τους και να κάνουν ότι γουστάρουν.  Την ίδια στιγμή η σχέση τους οδηγείται σε ολοκληρωτική ρήξη και οι δυο τους ακροβατούν σε τεντωμένο σκοινί.  Το πράγμα όμως δε τελειώνει εδώ.  Η Φύση καραδοκεί.  Και επίσης η Φύση είναι σαν τον Τσακ Νόρις.  Δεν αστειεύεται ποτέ.


Το "Long Weekend" αποτελεί το remake της original, ομώνυμης φυσικά ταινίας του 1978, δια σκηνοθετικής ματιάς Collin Eggleston.
Το remake του 2008 το οποίο εξετάζουμε σήμερα, φρόντισε να κρατήσει την αυστραλιανή τοποθεσία των γυρισμάτων, η οποία αποτελεί τον αδιαμφισβήτητο πρωταγωνιστή της ταινίας.  Και έτσι θα έπρεπε δηλαδή από τη στιγμή που μιλάμε για μια περίεργη ταινία, στην οποία η Mother Nature έχει τον τελευταίο λόγο.
Σκηνοθέτης αυτή τη φορά ήταν ο Jamie Blanks, του οποίου την φιλμογραφία αν τσεκάρει κανείς, θα διαπιστώσει οτι περιορίζεται σε σεξουαλικά θριλεράκια της πλάκας (ναι από αυτά που έχουν απαραιτήτως ένα ξεγυμνωμένο κωλομέρι και ένα σετ από στήθη που περιφέρονται αυτόνομα) και σε τρομολαγνικές ταινίες με οτι να΄ναι δολοφόνους και ακόμα πιο οτι να' ναι θύματα.  Βεβαίως έχει κάνει την αποδεκτά cult απόπειρά του με το "Urban Legent" (1998) και πρωταγωνιστές τον Joshua Jackson, τον Robert Englund (χαίρε ένδοξο παρελθόν του Freddy Krueger) και τον Jared Leto (ευτυχώς ήρθε μετά και το "Fight Club" και κάπως σώθηκε).
Όπως καταλαβαίνετε δε θα έλεγε κανείς πως κάτω από την καθοδήγηση του συγκεκριμένου ανθρώπου θα μπορούσε να βγει κάτι, έστω αφηρημένα καλό.  Αφού λοιπόν δε το λέει κανείς, θα το πως εγώ.  Το "Long Weekend" αποτέλεσε τον κολοφώνα της δόξας του.  Της όποιας τέλος πάντων...


Το 1963 ο Hitchcock προκάλεσε μέγα σοκ στο φιλοθεάμον κοινό, όταν έβαλε ένα τσούρμο πουλιά ('The Birds") να επιτίθενται στους πρωταγωνιστές του, να τους ξε-ματιάζουν και να τους δίνουν αιματηρές, θανατηφόρες τσιμπιές, και μάλιστα χωρίς απολύτως καμία εξήγηση.  Το γεγονός οτι ο μετρ του θρίλερ δεν έδωσε ποτέ απάντηση στη ταινία, σχετικά με το γιατί τα πουλιά επιδίδονταν σε επιθέσεις, δημιούργησε μια ολόκληρη σχολή ταινιών με κεντρικό story, 'man vs. nature'.
Μπορεί κανείς να μη κατάφερε ποτέ να ακουμπήσει το επίπεδο και το δημιουργικό ταλέντο του Hitchcock (ιεροσυλία, ιεροσυλία!), παρόλα αυτά το γεγονός οτι τη δεκαετία του '70 ο κινηματογράφος κατακλύστηκε από τέτοιου είδους ταινίες, είναι αναμφίβολο.
Το ανοιχτό τέλος των Πουλιών, ενέπνευσε σειρές επί σειρών σκηνοθετών, οι οποίοι επέλεγαν να εμπλουτίζουν τις ταινίες τους με υπερμεγέθη έντομα και ζώα ("Τhe Deadly Bees"-1967, "Squirm"-1976, "Empire of the Ants"-1977), σε μια προσπάθεια να τονίσουν την ολοένα και αυξανόμενη ασέβεια του ανθρώπου απέναντι στη Φύση.  Που να ζούσαν και σήμερα δηλαδή...


Η cult αισθητική των συγκεκριμένων ταινιών, όσο εμφανής κι αν ήταν, παρόλα αυτά τόνιζε σε ένα βαθμό την αγωνία σχετικά με το μέλλον της Φύσης.
Σήμερα θα έλεγε κανείς πως σκηνοθέτες όπως ο Roland Emmerich (πρωτομάστορας πια) ενδιαφέρονται στο ελάχιστο για την κατά διαόλου πορεία της, και περισσότερο για το οπτικοακουστικό υπερθέαμα και τα πολλά δολάρια που θα φέρει η ταινία.  Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, ίσως και να αποδέχθηκα τα όσα είδα στο "Long Weekend".  Γιατί κατάφερε να με πείσει για την παραπαίουσα σχέση ανθρώπου-Φύσης, με έναν τρόπο που χωρούσε εύκολα μια μεταφυσική ερμηνεία, αλλά και ένα τέλος όμοιο με αυτό του Hitchcock.  Γιατί τέτοιο μένος από πλευράς περιβάλλοντος;  Για όλα αυτά που του έκανε ο άνθρωπος;  Για την έλλειψη σεβασμού και αγάπης;  Μπορεί.  Ίσως όμως και να κρύβεται κάτι ακόμα από πίσω.
Σύμφωνα με τον Robin Wood, συγγραφέα του "Hollywood from Vietnam to Reagan" και ειδικό των films (ο οποίος έχει ερευνήσει εις βάθος τις ταινίες του Hitchcock) στις ταινίες οι οποίες πραγματεύονται την εκδίκηση της Φύσης, δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός, πως "τις περισσότερες φορές αυτή η κινητοποίηση πυροδοτείται είτε από τις σεξουαλικές, είτε από τις οικογενειακές εντάσεις των πρωταγωνιστών".  Και όντως αυτό έχει μια βάση, καθώς μπορεί να παρατηρηθεί και στο "The Birds".  Εκεί το σεξουαλικό κομμάτι είναι παρόν.  Η Tipi Hendrern 'ξεκλειδώνεται' ερωτικά από τον Rod Taylor, την ίδια στιγμή που εκείνος περιτριγυρίζεται μόνο από γυναίκες: την σκληρή μητέρα του, την αδελφή του και την αντίζηλο της ξανθιάς πρωταγωνίστριας.  Στη περίπτωση του "Long Weekend" μπορεί κανείς να δει το συγκεκριμένο μοτίβο να λειτουργεί.  Ακόμα κι αν δε πρόκειται για Hitchcock.


Η ουσιαστική μου ένσταση έγκειται στο γεγονός οτι το remake δεν φαίνεται να έχει την b-movie αίγλη του αντίστοιχου original.  Η ταινία κινείται σε σύγχρονα μονοπάτια, τοποθετώντας και πάλι την οικογενειακή σύγκρουση στον αντίποδα της εκδικητικής Φύσης, αλλά κάπου η cult μαγεία χάνεται, ακριβώς γιατί ο σύγχρονος άνθρωπος φαίνεται να την έχει γραμμένη έτσι κι αλλιώς.  Στις ταινίες του ΄70 φαινόταν οτι το άτομο χαρακτηριζόταν από έναν αρχέγονο και ουσιαστικό τρόμο απέναντι στα στοιχεία της Φύσης, αλλά όχι πια.  Το "Long Weekend" θέλει να διδάξει, αλλά χάνει πολύ στον τρόπο με τον οποίο θέλει να το κάνει.  Ο άνθρωπος του 2012 μπορεί και τα βάζει με τεράστια κύματα, σεισμούς, τυφώνες, και θηρία ανήμερα.  Σωστό το περιεχόμενο, αλλά λάθος η προσέγγιση.  Η έλλειψη της αυθεντικής, campy αισθητικής δημιουργεί το πρόβλημα.
Κατά τα άλλα το πρωταγωνιστικό ζευγάρι είναι καλό, πατάει σωστά πάνω στα θεμέλια ενός προβληματικού γάμου, και το ωραίο είναι πως έτσι κι αλλιώς δε σε αφήνει να καταλάβεις αν η Φύση αντεπιτίθεται εξαιτίας της έλλειψης σεβασμού απέναντί της, αν τελικά αποτελεί μια εξωτερίκευση της ήδη διαταραγμένης προσωπικής σχέσης του ζευγαριού, ή αν σε όλα αυτά εμπλέκεται και μια μυστικιστική, μεταφυσική διάσταση στην οποία επιλέγεται να μη δωθεί καμία εξήγηση.
Η σκηνοθεσία είναι όμορφη, αφού σίγουρα το τοπίο σε κερδίζει, ενώ σίγουρα μπορείς να επιλέξεις για το αν θα την αντιμετωπίσεις ως μια κακόγουστη φάρσα, ή ως μια ταινία που ξύνει την επιφάνεια (θα μπορούσε και πολύ περισσότερο) ενός διαφορετικού, ενδιαφέροντος επιπέδου.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι nature is a bitch!, οτι ο η Karvan είναι ιδανικά εκνευριστική και οτι το τοπίο της πατρίδας μου είναι πανέμορφο.  Με εξαίρεση τους καρχαρίες.  Και τους κροκόδειλους.  Την άπειρη ζέστη.  Και ας μη μιλήσω για τις τεράστιες τσούχτρες...



No trivia




ΤΟ ΤΑΙΝΙΑΚΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ 

Loom, by Jan Bitzer, Ilija Brunck, Csaba Letay




Σάββατο, 21 Απριλίου 2012

Which movie are we looking for?


Ταινία του 2008, η οποία αποτελεί remake παλαιότερης ταινίας του 1978 με τον ίδιο τίτλο.  Μπορείτε να τη βρείτε;  Αυτή θα είναι και η επιλογή της Δευτέρας.

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2012

The Cabin in the Woods: You think you know the story. You all do

NEW ARRIVAL

Μέρα μέρα!  Πέμπτη σήμερα και καινούριες ταινίες βγαίνουν στις αίθουσες προς δική σας τέρψη.  Οι επιλογές από τις οποίες μπορείτε να διαλέξετε βέβαια, είναι λίγο του ύψους και του βάθους.  Έχουμε το "Magic Hour" με τον Ρένο Χαραλαμπίδη, ο οποίος αφού είδε και απόειδε οτι η καριέρα του δε προχωράει με το συνταρακτικό παιχνίδι του ANT1 Play & Win, είπε να φάει και ότι λεφτά έχουν ξεμείνει σε κάνα ταμείο, κατεβαίνοντας στις εκλογές με τον γλυκούλη Σαμαρά (συγγνώμη αλλά αν δε το έλεγα θα έσκαγα!).  Επόμενη επιλογή, μας έρχεται εκ Νορβηγίας και φαίνεται αρκετά ενδιαφέρουσα (όπως πάντα δηλαδή).  Το "Turn Me On Dammit!" είναι μια ιστορία για την ενηλικίωση, τις φήμες και τις...καύλες που κάθε έφηβος καλείται να αντιμετωπίσει.  Στο menu έχουμε ακόμα μια ελληνική παραγωγή, το "Σουπερ Δημήτριος" το οποίο το βλέπεις μόνο για να γελάσεις βρε αδερφέ (αρκεί να σου πω οτι ο κακός της υπόθεσης αποφασίζει να μεταμορφώσει τον Λευκό Πύργο, σε ένα τεράστιο ποτήρι φραπέ.  Τώρα που το σκέφτομαι, δε μου φαίνεται και πολύ αστείο).  Ενώ τέλος έχουμε και το κινηματογραφικό ντεμπούτο μεγατόνων της Rihanna στο "Battleship", το οποίο καλύτερα να κατεβάσεις από το πατάρι σου, να το ξεσκονίσεις και να παίξεις με τη παρέα στο σπίτι.  Θα περάσεις εγγυημένα ζάχαρη.  Και μετά από τον μεγάλο πρόλογο, ας περάσουμε στο σημερινό μας ζουμί.  "Τhe Cabin in the Woods" ή σύμφωνα με την εκπληκτική μετάφραση στα ελληνικά "Το μικρό σπίτι στο δάσος".  Για τη πλάκα γλυτώσαμε το "λιβάδι".  Pff...


Μια παρέα φοιτητών αποφασίζει να επισκεφθεί μια εγκαταλελειμμένη παράγκα που ανήκει στον ξάδελφο ενός εξ' αυτόν, προκειμένου να ξεφύγουν λίγο από τις καθημερινές, πανεπιστημιακές τους υποχρεώσεις και να χαλαρώσουν.  Όπως είναι φυσικό από τη πρώτη κιόλας βραδιά, τα πράγματα θα πάνε κατά διαόλου, όταν ένας ένας αρχίζουν να δολοφονούνται από μερικές πανάρχαιες δυνάμεις οι οποίες επανέρχονται στη ζωή, διψασμένες για σάρκα και αίμα.  Οι προσπάθειες σωτηρίας της παρέας, η οποία ολοένα και μικραίνει φαίνεται να αποβαίνουν άκαρπες, καθώς το Κακό ελοχεύει σε κάθε τους βήμα και είναι έτοιμο να τους κατασπαράξει ανά πάσα στιγμή.  The end.  Αμ δε...
Ο σεναριογράφος του "Cloverfield" (2008) Drew Goddard, αναλαμβάνει εδώ τα σκηνοθετικά ηνία συγκεντρώνοντας όλα τα κλισέ ενός σύγχρονου (και οχι μόνο), teen horror movie, και πλασάροντάς τα με τρόπο σατυρικό και άνευ ιερού και οσίου...κωμικό.
Για να ξεκαθαρίσουμε ευθής εξαρχής τα πράγματα, το "Cabin in the Woods" δε μπορεί επουδενί να χαρακτηριστεί α) ως μια καθαρόαιμη ταινία τρόμου, αφού ο απότερός της σκοπός είναι να προκαλέσει το ειρωνικό χαμόγελο του θεατή, και το ξεκαρδιστικό του γέλιο, χάρη στις άφθονες cult σκηνές του και την εμφανέστατη, σατυρική του διάθεση και β) ως μια ταινία που παίρνει σοβαρά τον εαυτό της.  Για τον λόγο αυτό αν εσείς την πάρετε στα σοβαρά, έχετε σίγουρα χάσει το μισό 'παιχνίδι'.


Η ταινία ξεκινάει με την κλασική παρέα που συναντά κανείς σε ταινίες επί ταινιών, τις οποίες αναγκαζόμαστε να τρώμε στη μάπα με το τσουβάλι κάθε χρόνο.  Θες "Final Destination", θες μπόλικα κακέκτυπα του "Scream" (ακόμα και ο Craven κατέληξε κακέκτυπο του κάποτε ειλικρινούς χαρακτήρα του, με το "Scream 4") και ακόμα περισσότερα τύπου "I Know What you Did Last Summer" με δολοφόνους να κραδαίνουν γάντζους, μαχαίρια, πριόνια, τηγάνια και ψαροντούφεκα;  Ε όλα αυτά τα βρίσκεις πολύ εύκολα στο "The Cabin in the Woods" και αναρωτιέσαι αν ο σκηνοθέτης είναι τόσο καμένος, ώστε να βγάζει μια ακόμα ταινία που είναι ίδια με εκατό εκατομμύρια ακόμα.  Και πάνω που πας να το αμφισβητήσεις λίγο, έρχεται και σου σερβίρει τη ξανθιά τσούλα (Anna Hatchison), τον μπρατσαρά, αθληταρά γκόμενό της (overdose από Chris Hemsworth), τη κοκκινομάλλα σεμνή, ημι-παρθένα (Kristen Connolly), τον intellectual τύπο, με τα γυαλία μυωπίας που είναι καλό παιδί, αλλά θέλει να πηδήξει και την ημι-παρθένα παραπάνω (Jesse Williams), και έτσι για να ολοκληρωθεί το τρελό παρεάκι σου προσφέρει και τον κυτταροκαμμένο από τον μπόλικο μπάφο τύπο (Fran Kranz), ο οποίος παρόλα αυτά αντιλαμβάνεται πρώτος το γεγονός οτι κάτι πάει πολύ στραβά (oh fuck!).  Και κάπου εκεί είσαι έτοιμος να σηκωθείς και να κάνεις ένα flip στον μπροστινό σου (γιατί δεν έχει και τραπέζι να πετάξεις, αναφωνώντας "fuck my money!") για το χαρτζιλικάκι που πήγε πάλι στράφι.  Περίμενε, μη το κάνεις.  Τα πράγματα δεν είναι ακριβώς όπως φαίνονται.


Δε ξέρω αν θυμάσαι μια ακόμη ταινιούλα που είχε βγει πρόσφατα, η οποία παρωδούσε με τον δικό της τρόπο τα σημερινά αφελή και τίγκα στο σεξ horror movies.  Για να φρεσκάρω τη μνήμη σου θα σου πω πως το "Taker and Dale vs. Evil" ήταν μια από τις πιο αναζωογονητικές ταινιούλες που είχα δει, σκεπτόμενη οτι υπάρχει τελικά ακόμα πρόσφορο έδαφος για καλές, χιουμοριστικές σπλατεριές.  Την είχα ευχαριστηθεί όσο δε πήγαινε και ευελπιστούσα να δω μια ακόμη τέτοια ταινία.  Και απ' ότι φάνηκε, την είδα χθες.
Το "The Cabin in the Woods" είναι μια προσπάθεια που αποτίει φόρο τιμής σε αγαπημένα, bloodlust ταινιάκια b καταβολών.  Από το αξεπέραστο "The Evil Dead" (1981) οι επιρροές του οποίου είναι κάτι παραπάνω από εμφανείς, και τις ιστορίες του George Romero για τους νεκροζώντανους φίλους μας, μέχρι τα επιτηδευμένα sexploitation της δεκαετίας του '70 με το περιρρέον σεξ και την άπειρη αιματήλα και τα πιο σύγχρονα αφελή και τίγκα στο αμερικάνικο κλισέ σενάρια ταινιών, όπως το "House of Wax" (2005), τις διάφορες επανεκτελέσεις του κλασικού "The Terxas Chainsaw Massacre" και τόσες άλλες, το "The Cabin in the Woods" δεν αφήνει τίποτα και κανέναν παραπονεμένο, αλλά μάλλον προσφέρει άρτο και θέαμα σε μια ιστορία η οποία ελίσσεται σαν το χέλι.  Και εκεί που είσαι έτοιμος να δεχθείς το αυτονόητο, το σενάριο κάνει στροφή 180 μοιρών για να καταλήξει κάπου αλλού, συνεχίζοντας να βγάζει άσσους από το μανίκι του, μέχρι και το εξωφρενικό του τέλος.
Προσωπικά εκτίμησα τη προσπάθεια του Goddard και του έτερου σεναριογράφου Joss Whedon επειδή στην ουσία δημιούργησαν μια ταινία που απαρτίζεται από κομμάτια και χαρακτήρες άλλων ταινιών.  Ακόμα περισσότερο εκτίμησα την ολοκληρωτική παραπλάνηση των θεατών, οι οποίοι από το trailer και το πρώτο δεκάλεπτο της ταινίας, σίγουρα πίστευαν οτι θα δουν μια από τα ίδια.  Γι' αυτό ακριβώς ο ορυμαγδός και ο κακός χαμός που ακολουθούν στη συνέχεια, σε πιάνουν εξαπίνης, βάζοντάς σε το τρενάκι του cult τρομογέλιου, και κάνοντάς σε να απολαύσεις αυτό το πανηγύρι αίματος, ξεντεριάσματος και μακάβριου χιούμορ.


Αν θα έπρεπε να βρω κάτι αρνητικό, μάλλον θα ήταν το γεγονός οτι οι εξηγήσεις για τον λόγο του θανάτου των πρωταγωνιστών, έρχονται κάπως βεβιασμένα και σύντομα, αφήνοντας κάποια σεναριακά κενά, που όμως δε σε ξενίζουν και τόσο, χάρη στο καθαρό cult status που αποκτά η ταινία, ήδη από το πέσιμο των τίτλων (οι οποίοι επίσης παραπέμπουν στη σκληρή, κόκκινη γραμματοσειρά των τίτλων έναρξης του "Funny Games" και πολλών ακόμα b-movies).  Εκτός από αυτό το οποίο μπορώ και να παραβλέψω, με ξένισε λίγο η χρήση συγκεκριμένων εφε τα οποία έμοιαζαν βγαλμένα κατευθείαν από τα παιδικά μου χρόνια, τότε που έπαιζα Mortal Combat στο ATARI μου.  Βέβαια επειδή για ακόμη μια φορά έγκειται το ζήτημα της b αισθητικής, ίσως να δικαιολογώ πάλι τα κάπως ξεπλυμένα και πρόχειρα εφέ, τα οποία φαντάζομαι πως είχαν απώτερο σκοπό να σε κάνουν να αναφωνήσεις 'dafaq i just saw?'.


Συνοψίζοντας, το "The Cabin in the Woods" δεν είναι μια ταινία για όλους, αλλά μάλλον για όσους αγαπούν το συγκεκριμένο είδος film.  Σκηνοθετικά και ερμηνευτικά κρατάει αναμενόμενα, χαμηλούς τόνους, αφού έτσι κι αλλιώς και τα δυο, υπάγονται στους κώδικες της παρωδικής βάσης πάνω στην οποία στηρίζεται η ταινία.  Όσοι αποφασίσετε να τη δείτε, έχετε κατά νου οτι δεν είναι another horror teen movie, αλλά έχει να σου προσφέρει γέλιο, απόλυτα cult διάθεση και ένα story που αν μη τι άλλο πατάει πάνω σε πρωτότυπα σκαλοπάτια.  Αν και κάπου εκεί ανάμεσα θα διαπιστώσετε οτι και ο Carpenter και το εκπληκτικό του "In the Mouth of Madness" (1994) έχουν πολλά να σας πουν.  Nough said.

Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι ο creepy hillbilly υπεύθυνος του παρακμιακού βενζινάδικου είναι πάντα μια homy πινελιά, οτι το οξυζενρισμένο μαλλί, συνήθως πάει σετάκι με τη flat chested γκόμενα και οτι ποτέ δεν είναι καλή ιδέα μια εκδρομούλα στο δάσος.  Σε μια καλύβα.  Μόνοι.  Μες τη νύχτα.  Ποτέ όμως.



No trivia



ΤΟ ΤΑΙΝΙΑΚΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

One Winter's Night, by Emlyn Boyle

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2012

The Adventures of Tintin: The magic is real

Γεια σας γεια σας!  Χρόνια Πολλά σε όλους, με υγεία και χαρά και μπλα μπλα μπλα όλα αυτά τα εορταστικά και γλυκούλικα πραγματάκια που λέμε κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα, άντε και λίγο στο ενδιάμεσο.  Πέρα από τη πλάκα αυτό που εύχομαι είναι υγεία σε όλους και όλα τα άλλα έπονται.  Λοιπόν ελπίζω να περάσατε όλοι ήρεμες διακοπές, να χαλαρώσατε και να γεμίσατε μπαταρίες.  Σιγά σιγά επιστρέφουμε και πάλι στη καθημερινότητά μας, οπότε επιστρέφω και εγώ στο αγαπητό μου blogaki.  Σήμερα λοιπόν είπα να ξεκινήσουμε με κάτι ανάλαφρο και ιδανικό για περίοδο διακοπών, τις 'Περιπέτειες του Τεν Τεν'.  Για να δούμε...


Ο Tintin είναι ένας νεαρός, δυναμικός δημοσιογράφος που έχει την τάση να χώνει την μύτη του εκεί που δεν πρέπει, όπως δηλαδή κάθε σωστός δημοσιογράφος που σέβεται τον εαυτό του.  Το επάγγελμά του αυτό, τον έχει οδηγήσει πολλές φορές σε επικίνδυνους δρόμους, κακοποιά στοιχεία και μοναδικές αποκαλύψεις που έρχονται στο φως, και τις οποίες σαν πιστός οπαδός της αλήθειας, φροντίζει να ενισχύει με κάθε πιθανό τρόπο.  Ο Tintin δεν έχει κανένα πρόβλημα να εμπλέκεται σε ένα σωρό περίεργες περιπέτειες προκειμένου να αποδείξει οτι το δημοσιογραφικό του δαιμόνιο και η μύτη λαγωνικού που διαθέτει παραμένουν ενεργά υπόθεση την υπόθεση.  Αυτή τη φορά όμως, καλείται να εξιχνιάσει ένα μυστήριο το οποίο έχει τις ρίζες του στα παλιά χρόνια και πιο συγκεκριμένα τότε που οι πειρατές λυμαίνονταν τις θάλασσες, λεηλατούσαν και έβαζαν στο χέρι τεράστιες ποσότητες χρυσών λιρών και αμύθητων θησαυρών.  Όταν μια μέρα ο κοκκινομάλλης δημοσιογράφος ανακαλύψει στο παζάρι ένα όμορφο ιστιοφόρο, θα το κάνει δικό του αμέσως.  Την ίδια στιγμή όμως περίεργα άτομα θα αρχίσουν να εμφανίζονται στη ζωή του, διεκδικώντας αυτό το καράβι-μινιατούρα και ενισχύοντας τελικά ακόμη περισσότερο την πεποίθηση του Tintin πως κάποιο μυστικό κρύβεται πίσω από αυτό.  Όταν τα πράγματα αρχίσουν να γίνονται επικίνδυνα και ένας πλούσιος κληρονόμος, ο Sakharine, βάλει στο μάτι το θαλασσινό αυτό 'μοντέλο', τότε ο Tintin με τη βοήθεια του μπεκρή καπετάνιου Haddock, θα ξεκινήσει μια περιπέτεια άνευ προηγουμένου προκειμένου να αποκαλύψει το μεγάλο μυστικό του 'Μονόκερουυ'.  Υπερατλαντικά ταξίδια, επικίνδυνοι άντρες, ανελέητο κυνηγητό και μοναδικές, απογονικές αποκαλύψεις πρόκειται να συνθέσουν το περιπετειώδες παζλ των δυο πρωταγωνιστών.


Όταν έχεις τον Steven Spielberg στη καρέκλα του σκηνοθέτη και του παραγωγού, τον Peter Jackson επίσης στη θέση του παραγωγού και τον ταλαντούχο Edgar Wright ("Hot Fuzz", "Shaun of the Dead", "Scott Pilgrim vs. the World") στη θέση του σεναριογράφου, τότε δε μπορεί παρά το αποτέλεσμα να είναι άκρως επιτυχημένο.  Και όντως ήταν.
Ο Tintin έχει αποτελέσει έναν από τους πιο αναγνωρισμένους καρτουνίστικους χαρακτήρες που υπήρξαν ποτέ, χάρη στη φαντασία και την δημιουργικότητα του 'πατέρα' του Herge.
Γεννημένος υπό το όνομα George Remi στις 22 Μαΐου του 1907 στις Βρυξέλλες, ο Remi-Herge είχε δείξει από πολύ νωρίς τις ικανότητές του στη ζωγραφική, αυτοδίδακτος καθώς ήταν και χωρίς κάποια προηγούμενη εμπειρία.  Η πρώτη του προσπάθεια η οποία δημοσιεύθηκε, ήταν ένα cartoon που έφερε τον τίτλο "The Adventures of Totor".  Στη συνέχεια ακολούθησαν πολλές ακόμη ευκαιρίες για το κομικίστικο ιλουστράρισμα περιοδικών και εφημερίδων, μέχρι τη στιγμή που ο Herge βρήκε τη δική του πορεία στο πρόσωπο ενός μικροκαμωμένου, Βέλγου δημοσιογράφου εν ονόματι, Tintin.  Μέχρι το 1930 λοιπόν η εμφάνιση του πρώτου τεύχους του νεαρού ήρωα, ήταν γεγονός.  O "Tintin and the Land of Soviets" αποτέλεσε την αρχή μιας ένδοξης πορείας η οποία έμεινε ανεξίτηλη στο πέρασμα του χρόνου.  Τρανή απόδειξη οτι 80 χρόνια μετά ο Spielberg προχώρησε το όραμα του Herge λίγο παραπέρα.  Και πιο συγκεκριμένα στην 3D του διάσταση.


Για να πω και την αλήθεια μου, δεν έχω διαβάσει ποτέ κάποιο comic του Tintin και συνεπώς πρόκειται να αναφερθώ αποκλειστικά και μόνο σε αυτά που μου προσέφερε η ταινία.  Φαντάζομαι οτι θα υπήρξαν αρκετές αντιδράσεις από τους fan του comic (πάντα υπάρχουν), αλλά εγώ θα μιλήσω γι' αυτό που απόλαυσα στην οθόνη του σπιτιού μου.  Και που ήταν τελικά πολύ πολύ καλό.
Αν και η απουσία του από την κατηγορία Καλύτερου Animated Film στα Oscars προκάλεσε αίσθηση, μιας που ο Spielberg αποτελούσε από πάντα ένα από τα αγαπητά παιδιά της Ακαδημίας, εντούτοις αυτό δεν αποτέλεσε μετρήσιμο κριτήριο σχετικά με την αξία του animated Tintin.
Η τεχνολογική πρόοδος και η επαναστατική εμφάνιση των CGI γραφικών, αποτελεί κατά πολλούς μια από τις πληγές του κινηματογράφου τα τελευταία χρόνια.  Όταν μάλιστα συνδυάζεται και με το πολυφορεμένο ήδη 3D τότε πράγματι μπορούμε να οδηγηθούμε στο συμπέρασμα οτι όντως ίσως και να έχει παραγίνει το κακό.  Παρόλα αυτά πολλές φορές φαίνεται να ξεχνάμε το γεγονός οτι υπάρχουν ακόμα προσπάθειες που ενισχύονται ακόμα περισσότερο, τόσο από την animated αισθητική, όσο και από το καλοφτιαγμένο 3D.  Οι Περιπέτειες του Tintin, ανήκουν σε αυτή ακριβώς την κατηγορία.


Δε ξέρω πόσο αποτελεσματική θα ήταν μια live action εκδοχή του Tintin, αλλά η ανιματζίδικη version της ήταν εντυπωσιακά καλή.  Γεμάτο δράση και σασπένς, το σενάριο της ταινίας θα μπορούσε να αποδοθεί ιδανικά σε μια ταινία με κανονικούς χαρακτήρες, παραπέμποντας σε ντισνεϊκές περιπέτειες που συνδυάζουν το τσαγανό του Indiana Jones, και την χαριτωμένη αφέλεια των ποικίλων χαρακτήρων που έχουν περάσει από τα μεγαλόπρεπα στούντιο της εταιρίας.
Δίνοντας την αίσθηση μιας απόκοσμης-μερικές φορές και με τη καλή έννοια- ρεαλιστικότητας (υπήρχαν σκηνές που νόμιζα πως παρακολουθούσα άλλη ταινία) και με μια πανδαισιακή, χρωματική παλέτα, ο Tintin δε γίνεται να σε αφήσει αδιάφορο μπροστά στις εντυπωσιακές του περιπέτειες και τα υποβόσκοντα ηθικά διδάγματα που προκύπτουν από αυτές.
Η σκηνοθεσία αναμφίβολα καλή (ο Spielberg βρίσκεται στο στοιχείο του), η υπόθεση ζωντανή και ενεργητική μέχρι τέλους, χωρίς την παραμικρή κοιλιά.  Οι ήρωες καλογραμμένοι και με έντονα φλεγματικές, βρετανικές φωνές.  O πάλαι ποτέ "Billy Elliot", Jamie Bell δανίζει τη φωνή του στον νεαρό πρωταγωνιστή, o Andy Serkis είναι ο καπετάνιος με το θολωμένο από το αλκοόλ βλέμμα, ο Daniel Craig δανείζει την τραχιά του φωνή στον κακό της υπόθεσης, Sakharine, ενώ το αξιολάτρευτο δίδυμο Frost-Pegg απαρτίζουν το χαζοβιόλικο ζευγάρι των αστυνομικών Tomson and Tomson.


Το 3D απλά απογειώνει το τεντενίστικο animation, καθιστώντας άκρως εντυπωσιακά τα πλάνα με το πειρατικό καράβι στη θάλασσα, την αχανή έρημο και την απόδραση κάπου στο τέλος (ok φτάνουν τα spoilers).  Η δράση είναι ασταμάτητη, ενώ ακόμα κι αν κάποιος δεν έχει ιδέα σχετικά με το ιστορικό background του Tintin ως ήρωα, μπορεί πολύ εύκολα να παρακολουθήσει την ιστορία, καθώς υπάρχουν πολλά στοιχεία που παρουσιάζουν την προσωπικότητα του ήρωα με τρόπο απλό, κατανοητό και άκρως περιεκτικό.
Σίγουρα στα συν πρέπει να βάλουμε την μουσική επένδυση του John Williams, ενός από τους πιο αναγνωρισμένους συνθέτες κινηματογραφικής μουσικής, τον οποίο συναντούμε σχεδόν πάντα στο πλευρό του Spielberg και οχι μόνο.  Άξια αναφοράς είναι και τα opening credits τα οποία παρουσιάζουν μια έντονη ομοιότητα με αυτά του "Catch Me If You Can", και πάλι από τα χεράκια του Steven.
To "Τhe Adventures of Tintin" είναι μια ταινία για όλη την οικογένεια, την οποία σίγουρα θα απολαύσουν όλα τα μέλη της, ανεξαρτήτως ηλικίας.  Με σεβασμό απέναντι στη κληρονομιά του Herge και καλλιτεχνική μαεστρία, ο Spielberg αποδεικνύει οτι τα καταφέρνει περίφημα ακόμα και σε αυτό το είδος ταινίας.  Κάπου μέσα σε αυτή μάλιστα, πετάει και μερικά slow motion πλάνα ή εικόνες οι οποίες μεταμορφώνονται σε κάτι άλλο (όπως για παράδειγμα το εντυπωσιακό πέρασμα από την πραγματικότητα στις αναμνήσεις, και από την εικόνα της ερήμου σε αυτή της φουρτουνιασμένης θάλασσας).  Αν δε την έχετε δει, προτιμήστε την όσο ακόμα τα σχολεία είναι κλειστά και οι μέρες του ρεπό ακόμα μπροστά σας.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι η φωνή του Tintin Μου θύμιζε πολλές φορές αυτή του Jude Law, οτι είναι πολύ πιο αξιοπρεπής από πολλά σκουπίδια που πασάρονται ως καλές ταινίες και οτι ο Craig στον ρόλο του Sakharine είναι διαβολικά καλός.



TRIVIA
  • Αποτελεί την πρώτη animated ταινία του Spielberg
  • Ενδιαφέρον είχε δείξει και ο Roman Polanski για τη σκηνοθεσία της
  • O Spielberg είχε τα δικαιώματα της ταινίας από το 1983!  Μόλις πρόσφατα όμως αποφάσισε να την γυρίσει και μάλιστα ψηφιακά.
(ΠΗΓΗ IMDB)


ΤΟ ΤΑΙΝΙΑΚΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

Fan made opening credits for Tintin, by James Curran

Πέμπτη, 12 Απριλίου 2012

Happy Easter


Guyz εύχομαι σε όλους Καλές Γιορτές και χρόνια πολλά.  Να τσουγκρίσετε πολλά αυγά, να φάτε μπόλικο...κατσικάκι και από την επόμενη εβδομάδα θα είμαστε πάλι μαζί!  Μαζεύουμε πάλι υλικό : )

Καλά να περνάτε!