Δευτέρα, 6 Μαΐου 2013

Wandafuru raifu (a.k.a After Life): Memories of eternity

Καλή εβδομάδα σε όλους και χρόνια πολλά!  Ελπίζω να τα περάσατε όμορφα αυτές τις μέρες, να φάγατε και καμιά πετσούλα και να βγήκατε νικητές στο τσούγκρισμα των αυγών.  Όπως και να' χει, επιστρέψαμε και εμείς-οχι οτι φύγαμε δηλαδή-στην καθιερωμένη, εβδομαδιαία κριτικούλα μας, ξεκινώντας την εβδομάδα με μια ταινία η οποία καθόταν στον υπολογιστή μου, πάνω από χρόνο.  Έφτασε λοιπόν κάποια στιγμή η ώρα να την δω, και αυτή η ώρα ήταν χθες.  Και αναρωτιόμουν με τον εαυτό μου πως δεν την είχα προτιμήσει νωρίτερα.  Γλυκόπικρο και σκηνοθετημένο με τα πιο απλά μέσα, το "After Life" είναι μια ταινία μνήμης και επιλεκτικής αποφυγής της λήθης.  Για να δούμε...


Κάπου σε μια περιοχή της Ιαπωνίας (πιθανολογούμε, μιας που ποτέ δεν μαθαίνουμε πραγματικά), μια ομάδα ατόμων έχει αναλάβει την περίεργη δουλειά προετοιμασίας των...πεθαμένων, σχετικά με το ταξίδι προς την αιωνιότητα το οποίο ο καθένας τους πρόκειται μετά από λίγο καιρό να πραγματοποιήσει.
Πιο συγκεκριμένα αυτή η παρέα ανθρώπων η οποία ζει σε ένα κατά τα άλλα εγκαταλελειμμένο και πολυκαιρισμένο κτίριο, έχει αναλάβει την πολύ σημαντική δουλειά της συζήτησης με τον αποθανόντα, προκειμένου εκείνος να καταφέρει να διαλέξει μια ανάμνηση από την ζωή του, με την οποία στην συνέχεια θα πορευτεί στο φαντασματικό του "πάντα".  Στην ουσία ο καθένας από αυτούς, διαλέγει την πιο προσφιλή, την πιο όμορφη και και την πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής του, με την οποία πρόκειται να "ζήσει" έκτοτε, ξεχνώντας όλη την υπόλοιπη γήινη ύπαρξή του.
Φυσικά ανάμεσα σε όλα αυτά τα ετερόκλητα άτομα, υπάρχουν ηλικιωμένοι και νέοι, άτομα μοναχικά και άτομα που έζησαν την ζωή τους στο φουλ, άτομα που αρνούνται να διαλέξουν ανάμνηση και άτομα που απλώς θέλουν να ξεχάσουν μια μονότονη ή επίπονη αλλοτινή πραγματικότητα.  Παρόλα αυτά, όσοι τελικά καταλήγουν στην εμπειρία που θέλουν να κουβαλήσουν μαζί τους, βιώνουν μια απρόβλεπτη κινηματογραφική κατάσταση, καθώς τα άτομα που είναι υπεύθυνα για την ομαλή "μετάβαση", σκηνοθετούν με καθαρά κινηματογραφικά μέσα τις επιλεγμένες αναμνήσεις, προκειμένου μέσα από την βιώσή τους, να επέλθει τελικώς η αναχώρηση των ψυχών...


Το γεγονός οτι αγαπώ τον ασιατικό κινηματογράφο, δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν μπόλικοι δημιουργοί εκεί έξω, τους οποίους δεν έχω τσεκάρει ποτέ και ντροπή μου γι' αυτό.
Ένας από αυτούς είναι και ο σκηνοθέτης/σεναριογράφος του "After Life", Hirokazu Koreeda, του οποίου την φιλμογραφία αν εξετάσει κανείς λίγο περισσότερο, θα δει πως πέρα από το γεγονός πως οι 9 στις 10 ταινίες του αποτελούν κοινωνικοδραματικά ταινιάκια με φιλοσοφικές προεκτάσεις, μοιάζει παράλληλα να ακολουθεί το υποθεσιακό περιεχόμενο των "μεγάλων παλιών" πολύ πιο πιστά, σε σχέση με άλλους σύγχρονους δημιουργούς, οι οποίοι μοιάζουν να έχουν δημιουργήσει έτσι κι αλλιώς την δική τους σχολή στυλιζαρισμένης βίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, μεγάλη επίδραση στο έργο του Koreeda, φαίνεται πως έχει ασκήσει η θεματική του Yasujiro Ozu, ο οποίος πραγματευόταν στις ταινίες του το βάρος της τρίτης ηλικίας, την μοναξιά, την νέα, εκμοντερνισμένη Ιαπωνία και τον αντίκτυπό της στην παραδοσιακή μέχρι τότε ζωή, την αποξένωση των παιδιών από τους γονείς και τελικά, τον θάνατο.  Αυτό ακριβώς το σκεπτικό ακολουθεί και ο Koreeda στην ταινία του "Still Walking" (2008), στην οποία δυο παιδιά επισκέπτονται τους ηλικιωμένους τους γονείς, προκειμένου να τιμήσουν τον θάνατο του μεγαλύτερου γιου της οικογένειας, ο οποίος είχε χαθεί από πνιγμό, δεκαπέντε χρόνια πριν.  Φέρνοντας μαζί τις οικογένειές τους, θα διαπιστώσουν οτι οι σχέσεις με τους γονείς τους έχουν πλέον αλλάξει...
Ταινίες όπως το "Maborosi" (1995), το "Nobody Knows" (2004) και το "I Wish" (2011), αποτελούν κλασικά παραδείγματα των σταθερών σινεματικών αξιών του Koreeda, ο οποίος υφαίνει δραματικά και κοινωνικά, τοποθετώντας τις ταινίες του σχεδόν πάντα, μέσα σε ένα θανατερό, και όμως τόσο βγαλμένο μέσα από την απτή καθημερινότητα, περιτύλιγμα.


Το "After Life" αποτελεί μια από τις πιο αυτοαναφορικές ταινίες που έχω δει, αφού καταφέρνει να συνδυάζει τόσο το κομμάτι της αφήγησης (το οποίο είναι προφανές πως χρησιμοποιείται ως δεκανίκι, προκειμένου ο σκηνοθέτης να μας μιλήσει για τα πραγματικά σημαντικά θέματα της ανθρωπότητας), όσο και το έξυπνο εύρημα της σκηνοθεσίας των αναμνήσεων, για να μας παρουσιάσει στην τελική την ίδια την προέλευση και αξιότητα του κινηματογράφου.
Ο λόγος για τον οποίο δεν είχα αγαπήσει ιδιαίτερα το πρόσφατο "Holy Motors" και παρά το γεγονός πως η αυτοαναφορικότητα ήταν εκεί και σου χαμογελούσε μες τα μούτρα, ήταν επειδή το είχα βρει στην καλύτερη περίπτωση, επιτηδευμένο μέχρι αηδίας.  Ήταν τόσο προφανές το που το πήγαινε ο Carax, τόσο κατανοητό πως όλο αυτό το, κατά τα άλλα δίχως νόημα, αποκτούσε υπόσταση όταν προσπαθούσες να το ερμηνεύσεις μέσα από την οπτική της ουσίας του κινηματογράφου, ώστε έχανε για εμένα, οποιοδήποτε νόημα μεγαλύτερης ενασχόλησης μαζί του, επειδή ακριβώς δεν σε άφηνε να χαθείς μόνος στην εκτυφλωτική μαγεία που προσφέρει το cinema.  Σε έπαιρνε από το χεράκι και σε καθοδηγούσε, και δυστυχώς η εξαιρετική σκηνοθεσία και φωτογραφία δεν αρκούν, ακόμα και αν αποτελούν βασικά (η σκηνοθεσία το βασικότερο ίσως) συστατικά της ομορφιάς της μεγάλης οθόνης.
Όλα αυτά έρχονται εδώ τελείως τούμπα, μιας που ο Koreeda οχι μόνο αφήνει διάσπαρτα στοιχεία προκειμένου ο θεατής να σκεφτεί και να αναρωτηθεί για τα αιώνια ζητήματα της ύπαρξης τους ανθρώπου, αλλά το κάνει και με τέτοια αφτιασίδωτη ταπεινότητα, ώστε κατορθώνει να σε εγκλωβίσει σε αυτόν το άχρονο και άτοπο κόσμο, εκεί όπου η πορεία της όποιας ύπαρξης εξαρτάται από την ιδανική και σωστή επιλογή της μνήμης, της ανάμνησης, του ίδιου του παρελθόντος.


Χωρίς να ξεφεύγει ποτέ από τον χώρο του παλιού κτίσματος (εκτός από μια σεκάνς στην οποία η πρωταγωνίστρια-εργαζόμενη, που είναι επίσης νεκρή, περιφέρεται δίχως προορισμό μέσα στην γεμάτη από κόσμο πόλη), αλλά καθιστώντας τον πραγματικό και ταυτόχρονο ονειρικό (οι πεθαμένοι που εισέρχονται στο κτίριο, μπαίνουν σε αυτό μέσα από ένα ομιχλώδες εξωτερικό, το οποίο ποτέ δεν αντιλαμβανόμαστε επακριβώς περί τίνος πρόκειται, την ίδια στιγμή που λίγο αργότερα, τα δέντρα, τα τζιτζίκια και ο γαλάζιος ουρανός, δηλώνουν πως το εξωτερικό είναι καθόλα ρεαλιστικό), ο Koreeda δημιουργεί ένα παράλληλο σύμπαν, το οποίο λειτουργεί ως η τελευταία στάση των νεκρών, παραπέμποντας σε εναλλακτικό Καθαρτήριο, μέσα στο οποίο έχουν όλοι θέση και δικαίωμα στην ανάμνηση.  Κάνοντας ακόμα και μια έμμεση αναφορά στην ύπαρξη του Παραδείσου και της Κόλασης (υπονοείται πως δεν υπάρχει τίποτα από τα δυο, αλλά δεν γίνεται ξεκάθαρο και τι ακριβώς συναντάμε στην μετά θάνατον ζωή), δίνει την δυνατότητα στους χαρακτήρες του μέσα από συνεντευξιακές συνεδρίες να αποτιμήσουν την παρουσία τους πάνω στην Γη, σαν μια μορφή τελευταίας εξομολόγησης λίγο πριν την εν μέρει λήθη η οποία τους περιμένει.  Οι χαμένες ευκαιρίες, η μοναξιά, ο συμβιβασμός, τα νιάτα και τα γηρατειά, έρχονται σε διαρκή αντίθεση μεταξύ τους, με τους ήρωες να θυμούνται και να πράττουν, την ίδια στιγμή που πολλοί από αυτούς αναζητούν την επιστροφή στα παιδικά τους χρόνια (ψήγματα της προυστικής θεωρίας είναι σχεδόν παντού διάσπαρτα), άλλους να διαθέτουν μνήμες από τις πρώτες στιγμές της μωρουδιακής τους ύπαρξης και συνειδητότητας, ενώ υπάρχουν και εκείνοι που κρατούν ως πιο σημαντική στιγμή στην ζωή τους, το άγγιγμα και την μυρωδιά της μητέρας και του πατέρα (το Οιδιπόδειο στο αντίστροφό του).
Όπως γίνεται κατανοητό ο Koreeda δεν αναλώνεται σε εντυπωσιακές σκηνοθετικές τεχνικές, ούτε και σε πομπώδες σενάριο, προκειμένου να διαλεχτεί με εμάς τους θεατές αναφορικά με ζητήματα οικουμενικά και αιώνια.  Τοποθετεί απλά τους ήρωές του στην καρέκλα του συνεντευξιαζόμενου (ή του εξομολογούμενου), αφήνοντάς τους να θυμηθούν και να βιώσουν στην συνέχεια, με την βοήθεια του "κινηματογράφου".


Η αγνή αυτοαναφορικότητα της ταινίας δεν γίνεται να σε αφήσει αδιάφορο, καθώς η σύλληψη της αναπαράστασης της ανάμνησης (η βάση του κινηματογράφου από την αρχή της ύπαρξής του, ήταν από πάντα η αναπαράσταση της πραγματικότητας και η ρεαλιστική απεικόνιση της ζωής), είναι ευφυέστατη.  Στην ουσία ο κάθε ήρωας μπορεί να αναγεννηθεί και να συνεχίσει το ταξίδι του, μόνο μέσω της επίδρασης ενός στημένου σκηνικού, ενός συνεργείου που παλεύει να ικανοποιήσει ανάγκες και μιας κάμερας που καταγράφει γεγονότα.  Όπως ακριβώς ο καθένας από εμάς βιώνει σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό τα διδάγματα μιας ταινίας, έτσι ακριβώς μας λέει και ο Koreeda, πως η ταύτιση της φρέσκιας, ζωντανής, κινηματογραφημένης ανάμνησης, με την νεκρή ψυχή, είναι κάτι το φυσιολογικό και το απόλυτα λογικό.  Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός πως ο σκηνοθέτης αποφασίζει να χρησιμοποιήσει την έννοια του cinema, ως το μεταφορικό μέσο προς μια άλλη διάσταση, καθώς εξ' ορισμού η ίδια η τέχνη του κινηματογράφου, είναι μια τέχνη θανάτου, μια τέχνη που καταγράφει ολογράμματα και "φαντάσματα", τα οποία πεθαίνουν κάθε δευτερόλεπτο.  Με το πέρας κάθε σκηνής, και κάθε στιγμής, οι προβαλλόμενες εικόνες χάνονται στην λήθη, με αποτέλεσμα ο Koreeda να δημιουργεί εδώ μια εξαιρετικά ποιητική και εντελώς αυτοαναφορική σχέση, ανάμεσα στον κινηματογράφο και την επίδρασή του πάνω στα άτομα, τα οποία "χάνονται" μέσα του...
Το "After Life", είναι μια ξεχωριστή ταινία, για όποιον αποφασίσει να την δει και να ανακαλύψει όλα εκείνα τα στοιχεία που την καθιστούν ξεχωριστή.  Εδώ το μόνο που κατάφερα ήταν ένα μικρό ξύσιμο της επιφάνειάς της, που ακόμα και αυτή, έχει τόσα να σου πει.  Δείτε την οπωσδήποτε ιδιαίτερα αν είστε σε ανάλογο mood, και περιμένω τις εντυπώσεις σας.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι η ζωή είναι κύκλος, οτι το βύθισμα στο νερό της μπανιέρας δημιουργεί ασφάλεια και οτι ακόμα και μια ανθισμένη κερασιά, μπορεί να είναι τα πάντα για έναν άνθρωπο...

Προτίμησα το παρακάτω απόσπασμα, γιατί στο trailer η κλασική φωνή που παρουσιάζει την ταινία, απλά ήταν καταστροφή για την ατμόσφαιρα της ταινίας...



No trivia

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου