Παρασκευή, 3 Μαΐου 2013

Spoorlooos (a.k.a The Vanishing): Existential sociopathy

Μετά από αρκετό καιρό, επιτέλους επιστρέψαμε στο μπλογκάκι και Παρασκευή.  Παρά το γεγονός πως σήμερα είναι Μεγάλη Παρασκευή, δεν είχα στα σχέδια μου να ανεβάσω κάτι εποχικό και κατανυκτικό, οπότε θα επιστρέψουμε αρκετά χρόνια πίσω και συγκεκριμένα στο 1988, προκειμένου να δούμε μαζί ένα νατουραλιστικό μέσα στην κοινωνική του παθολογία ταινιάκι.
Το "The Vanishing" θεωρείται ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα θριλερικής δημιουργίας, εμμονών και μιουταρισμένου σασπένς της δεακετίας του '80 και αυτοί είναι σίγουρα μερικοί λόγοι που το κάνουν να ξεχωρίζει από άλλα φιλμ τα οποία πρέπει να προκαλέσουν ποικιλοτρόπως, για να δηλώσουν αυτό που είναι: ιστορίες που ακροβατούν ανάμεσα στην τρέλα και την λογική.  Για να δούμε...


Ο Rex και η Saskia είναι ένα ζευγάρι που αποφασίζει να πάει ταξιδάκι αναψυχής κάπου στην Γαλλία.  Έχοντας ως μεταφορικό μέσα ένα μικρό αυτοκίνητο τίγκα στα μπαγκάζια, διασχίζουν το όμορφο, γαλλικό τοπίο συζητώντας και ενίοτε καυγαδίζοντας, μιας που αν γίνεται κάτι κατανοητό από την αρχή, είναι πως το συγκεκριμένο ζευγάρι αρέσκεται να κοντράρεται για ψύλλου πήδημα.  Επίσης εμφανές είναι το γεγονός πως η ωραία και μοιραία Saskia, είναι από εκείνες τις γυναίκες που μπορούν να σε παρατήσουν στα κρύα του λουτρού, ανά πάσα στιγμή (ακόμη κι αν τελικά αυτό δεν ισχύει, αλλά ο σκηνοθέτης George Sluizer, μας χειραγωγεί με ευκολία στο να πιστέψουμε κάτι τέτοιο).
Όταν οι δυο τους αποφασίσουν να σταματήσουν σε ένα βενζινάδικο προκειμένου να αναδιοργανωθούν, η Saskia θα προθυμοποιηθεί να αγοράσει μερικά αναψυκτικά και θα αφήσει για λίγο τον Rex μόνο του.  Το πρόβλημα είναι οτι δεν θα επιστρέψει ποτέ ξανά, μιας που από εκείνη την ημέρα τα ίχνη της χάνονται και μαζί με αυτά και το μυαλό του Rex ο οποίος αφιερώνει τον χρόνο του ακόμα και τρία χρόνια μετά την εξαφάνισή της, στην εύρεση στοιχείων που να οδηγούν σε κάποια εξήγηση αναφορικά με το τι της συνέβη.  Αυτό που δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται όμως, είναι πως ο απαγωγέας καιροφυλακτεί  Και παρακολουθεί...


Βασισμένο στην νουβέλα του Tim Krabbe, "The Golden Egg", το "The Vanishing" πραγματεύεται με τρόπο καθόλα εσκεμμένα υποτονικό και διστακτικό, το ιστορικό μιας εξαφάνισης η οποία γίνεται αφορμή για τον ζευγαρωτό πρωταγωνιστή να δηλητηριάσει την ζωή του με εικασίες και αμφιβολίες που εξακολουθούν να τον ταλανίζουν αναφορικά με την χαμένη Saskia.
Παρά το γεγονός οτι το συγκεκριμένο ταινιάκι μνημονεύεται ως μια από τις καλύτερες ευρωπαϊκές, κινηματογραφικές στιγμές του ΄80, εντούτοις ο σκηνοθέτης της George Sluizer, θέλησε επίσης να το αμερικανοποιήσει, σκηνοθετώντας το 1993 ακριβώς την ίδια υπόθεση, στην αμερικάνικη version της και με πρωταγωνιστές τους Jeff Bridges, Kiefer Sutherland και Sandra Bullock.  Η ταινία όπως φαντάζεσαι κατέληξε σε αποτυχία (είχα την "τύχη" να την δω και εγώ ένα βράδυ στην τηλεόραση), καθώς οχι μόνο άλλαξε το τέλος της original εκδοχής (ε οχι!), αλλά το όλο story κατέληξε απλώς να λειτουργεί ως ένα κακέκτυπο της γαλλογερμανικής εκδοχής, με αποτέλεσμα γρήγορα να ξεχαστεί τόσο από τους συμμετέχοντες ηθοποιούς, όσο και από τον ίδιο τον σκηνοθέτη.  Όπως και να το κάνουμε μερικές φορές είναι καλύτερο να μην αφήνουμε τις φιλοδοξίες να μας παρασύρουν, γιατί το αποτέλεσμα δεν έχει κανέναν λόγο να βγει έτσι κι αλλιώς καλό.  Και το "Spoorloos" από μόνο του έχει τόσα καλά πράγματα να σου δώσει...


Η ταινία είναι βασισμένη σε έναν αρχετυπικό urban legend, σύμφωνα με τον οποίο μια γυναίκα είχε επισκεφθεί μαζί με την κόρη της το 1901 την Έκθεση του Παρισιού, μόνο για να εξαφανισθεί λίγο αργότερα, αφήνοντας την κόρη μόνη και το προσωπικό του ξενοδοχείου, χωρίς καμία μνήμη οτι υπήρξε και οτι είχε δει ποτέ την μητέρα.
Πάνω σε αυτό ακριβώς το μοτίβο έχουν βασιστεί διάφορες ακόμη ταινίες, όπως το "The Lady Vanishes" του Alfred Hitchcock, καθώς και το "So Long at the Fair" των Antony Darnborough και Terence Fisher.  Το "The Vanishing" μάλιστα, πέρα από τις μπόλικες δόσεις μυστηρίου και σασπένς που το χαρκτηρίζουν, μοιράζεται επίσης με τον θεατή μια ακόμη wannabe χιτσκοκίζουσα διάθεση, μιας που ο γαλλικός τίτλος του έχει αποδοθεί ως "L'Homme qui voulait savoir" ("The Man Who Wanted to Know"), παραπέμποντας προφανώς στο φιλμ του μαιτρ του τρόμου, "The Man Who Knew Too Much".
Πέρα όμως από τα όποια δάνεια έχει πάρει η ταινία του Sluizer, η αλήθεια παραμένει πως το συγκεκριμένο κινηματογραφικό δημιούργημα, καταφέρνει να κρατήσει το ενδιαφέρον σου αμείωτο, εξαιτίας κυρίως του τρόπου με τον οποίο αποφασίζει να σε καθοδηγήσει μέσα στην πλοκή και και σε καταστήσει κοινωνό περίεργων και βαθιά διαταραγμένων καταστάσεων, οι οποίες εκ πρώτης όψεως δεν φαντάζουν τίποτε άλλο πέρα από φυσιολογικές.


Και τι εννοούμε με αυτό.  Καταρχάς ο σκηνοθέτης φροντίζει να κρατήσει μια εντελώς αναρχική στάση μέσα στην ταινία του όσον αφορά το μοτίβο του κατά τα άλλα κλασικού αφηγηματικού χρόνου, μεταπηδώντας πότε στο παρελθόν και πότε στο παρόν, αφήνοντας εύκολα υπονοούμενα αναφορικά και με το ίδιο το μέλλον των ηρώων.  Δεν είναι δύσκολο να μπει κανείς στον κεκαλυμμένα ψυχωτικό κόσμο για παράδειγμα, του θύτη και να αντιληφθεί τόσο τον τρόπο δράσης του, όσο και τι πραγματικά απέγινε η Saskia.
Εκτός από την ουσιαστική, κινηματογραφική απεικόνιση του χρόνου, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ανάπτυξη των χαρακτήρων οι οποίοι κινούνται και δρουν ως τα εντελώς τους αντίθετα.  Για παράδειγμα ο μουσάτος, κουστουμαρισμένος και καθώς πρέπει οικογενειάρχης/θύτης, είναι ψύχραιμος, μεθοδικός και καθόλου βιαστικός στις κινήσεις του, μελετώντας σχολαστικά το κάθε του βήμα (φτάνει στο σημείο να μετράει μέχρι και τους...σφυγμούς του, προκειμένου οι χτύποι της καρδιάς του να συνηθίσουν στην actual απαγωγή που ετοιμάζεται να κάνει) και περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή (και την κατάλληλη γυναίκα δηλαδή), μέχρι να πραγματοποιήσει την επίθεσή του, η οποία σημειωτέον γίνεται μέσα σε άπειρο κόσμο!
Αν και η αλήθεια είναι πως δεν παρουσιάζεται ένα επαρκές παρελθόν των πρωταγωνιστών, εντούτοις δεν μας απασχολεί κιόλας, κυρίως όσον αφορά το ζευγάρι.  Αντιθέτως δίνεται μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να αντιληφθούμε πως ο Raymond, ήταν από μικρός ένα παιδί που δοκίμαζε το προσωπικά του όρια, εκδηλώνοντας προφανώς τα πρώτα σημάδια της μετέπειτα ψυχωτικής του μανίας, την οποία έμαθε καλά να κρύβει κάτω από το οικογενειακό του παραπέτασμα.  Στον αντίποδα αυτού του τέρατος ψυχραιμίας (ή και σκέτου τέρατος) βρίσκεται ο φρενιασμένος γκόμενος, που με βλέμμα σκυθρωπό και μανιασμένο, δεν έχει πάψει στιγμή να αναζητά την χαμένη του αγάπη, όντας πιο κενός από ποτέ, ανίκανος να συνεχίσει την ζωή του και να ξεχάσει, αφού για εκείνον ο χρόνος σταμάτησε τρία χρόνια πριν, όταν η Saskia χάθηκε.


Το "The Vanishing" είναι ένα καλοστημένο ταινιάκι εμμονών και βραδύκαυστης τρέλας, το οποίο είναι πολύ πιθανό να μη σου γεμίσει το μάτι, πρέπει όμως να αναλογιστείς και το γεγονός οτι μιλάμε για την δεκαετία του '80.  Έκτοτε τέτοιου είδους ταινίες γίνονται με το κιλό, αν και πάλι μπορούμε να το επαινέσουμε ως ένα από εκείνα τα φιλμ, το οποίο καταφέρνει να διατηρείται διαχρονικό και πρωτότυπο, ακόμα και μέχρι τις μέρες μας.  Ένα θετικό ποσοστό εξάλλου πηγαίνει και στον σκηνοθέτη, ο οποίος κοπιάρει, αλλά πάντα με σεβασμό τα χιτσκοκικά μοτίβα, με ένα από τα πιο χαρακτηριστικά να αφορά και την συμμετοχή του θεατή στα τεκταινόμενα.  Το γεγονός για παράδειγμα πως εμείς γινόμαστε από την αρχή μάρτυρες του θύτη και του δικού του κοινωνικού background, λειτουργεί κατά έναν περίεργο τρόπο ακόμα και ηδονοβλεπτικά πάνω μας, δίνοντάς μας τον ρόλο του παντογνώστη Θεού, ενώ σε μια εξαίσια σκηνοθετημένη λήψη, μας "μεταβιβάζει" στο σώμα της Saskia, αφήνοντάς μας στιγμιαία να αισθανθούμε εμείς οι ίδιοι θύματα ενός πρωτάρη stalker.
Χωρίς να δρέπει δάφνες πρωτοτυπίας, αλλά αποτελώντας ένα μικρό, γρήγορο και twisty ταινιάκι, το "The Vanishing" είναι σίγουρα η καλύτερη επιλογή όταν δεν θες κανείς να σου χαϊδεύει τα μυαλά και να σε ποτίζει ελπίδα και αισιοδοξία.  Γιατί η ζωή είναι απλά αλλιώς...

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι ένα μπρελόκ τα αλλάζει όλα, οτι ένα φρίσμπι κοστίζει 13,50 φράγκα εν έτι 1988;;; και οτι πόσο χαλβάς είσαι που αποφασίζεις να μην ακούσεις την γκόμενά σου, όταν εκείνη σου λέει να βάλεις βενζίνη;  Just saying...


No trivia

2 σχόλια:

  1. Μα τι φινάλε!!!

    Ανατριχιαστική ταινία κυρίως για τον τρόπο που προσεγγίζει αποστασιοποιημένα και ψυχρά το διαταραγμένο μυαλό ενός φαινομενικά συνηθισμένου ανθρώπου. Κι αυτό είναι που σε τρομάζει περισσότερο.

    Κι εγώ είχα δει πρώτα το αμερικανικό ριμέικ παλιά στην τηλεόραση όπου θυμάμαι μου είχε κάνει μεγάλη αίσθηση. Θα διαφωνήσω μαζί σου καθώς το θεωρώ ένα αξιοπρεπές ριμέικ κι ας άλλαξε το φινάλε του.

    Καλή Ανάσταση! :)

    4/5: Πολύ καλή

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καλή Ανάσταση και σε εσένα, και σε όλους μας! We'll be back ;)

    ΑπάντησηΔιαγραφή