Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2012

Trois Couleurs: Bleu: Music and color

Γεια σας, γεια σας και πάλι!  Σήμερα είπα να επιστρέψω και πάλι λίγο στα παλιά, και επί τη ευκαιρία σήμερα που είναι και τα 71 "γενέθλια" του Πολωνού σκηνοθέτη, Krysztof Kieslowski (ακόμα καλύτερα αν ζούσε μέχρι τώρα δηλαδή), αποφάσισα να γράψω μερικά πραγματάκια για την πρώτη ταινία της χρωματιστής τριλογίας του, τη Μπλε.  Να σας θυμίσω οτι αύριο έχουμε και νέες ταινιούλες στις αίθουσες, και μπορείτε να διαλέξετε ανάμεσα στο αργεντίνικο "Medianeras" (Sidewalls) το οποίο είχαμε δει εμείς εδώ στις Νύχτες Πρεμιέρας για πρώτη φορά, το "Rampart", ένα αστυνομικό, κοινωνικοδραματικό ταινιάκι με έναν βίαιο και εξαιρετικό Woody Harrelson στον πρωταγωνιστικό ρόλο (το είχαμε δει πριν μερικούς μήνες και εδώ στο blog), καθώς και το ιστορικό δράμα "Farewell, My Queen".  Αν είστε των πιο παλιών μπορείτε να προτιμήσετε τη γοητευτική "Gilda", το κωμικό "The Philadephia Story" ή το αγωνιώδες "Cape Fear".  Πολλές οι προτάσεις για όλα τα γούστα, αλλά αν πάλι προτιμάτε να μείνετε σπιτάκι, έχουμε την κατάλληλη ταινία και για μέσα: "Blue".


Η Julie (Juliette Binoche) είναι μια γυναίκα η οποία καλείται να αντιμετωπίσει τον θάνατο του συζύγου και της μικρής της κόρης, έπειτα από το φριχτό ατύχημα που είχαν με το αυτοκίνητο και από το οποίο μόνο η ίδια κατάφερε να βγει ζωντανή.  Καθόλη τη διάρκεια της ταινίας, το παρελθόν φαίνεται να επιστρέφει διαρκώς, οδυνηρό και ορμητικό, κατακλύζοντας τα αισθήματά της και μην επιτρέποντας στη Julie να κάνει το πολυπόθητο (είναι όμως άραγε πολυπόθητο από την ίδια;) βήμα μπροστά και να συνεχίσει τη ζωή της.  Και όσο εκείνη προσπαθεί να συμβιβαστεί με την σκληρή πραγματικότητα, τόσο το παρελθόν θα της χτυπάει την πόρτα και εκείνη θα γίνεται για ακόμη μια φορά έρμαιό του.  Και οι αναμνήσεις της είναι μουσικές και έχουν χρώμα μπλε...


Το "Three Colors: Blue" αποτελεί την πρώτη ταινία μιας κινηματογραφικής τριλογίας (αποτελώντας και τη πιο αναγνωρισμένη δουλειά του Kieslowski), η οποία αφορά τη σύγχρονη, γαλλική κοινωνία και έχει ως βασικό της μοτίβο τα τρία χρώματα που περιλαμβάνει η γαλλική σημαία: μπλέ, κόκκινο και λευκό.
O Kieslowski ξεκίνησε την καριέρα του σκηνοθετώντας πολλές ταινίες μικρού μήκους, αλλά και documentaries, ενώ οι full length ταινίες του ήταν σαφέστατα λιγότερες σε αριθμό (οχι όμως και σε αξία), ενώ ο ίδιος αποτέλεσε μέλος του κινήματος, "cinema of moral anxiety" (ένα κίνημα το οποίο στόχευε στο να δείξει την επίδραση που είχε ο Κομμουνισμός στους Πολωνούς).  Όσον αφορά το καθαρά κινηματογραφικό του έργο, αναμφίβολα ο μεγάλος σκηνοθέτης, έγραψε ιστορία με την θεματική του τριλογία, επηρρεάζοντας πολλούς νεότερους σκηνοθέτες, και διαδασκόμενος μέχρι σήμερα σε κάθε κινηματογραφική σχολή που σέβεται τον εαυτό της.
Αν και η 'ταινιακή' του καριέρα υπήρξε σύντομη (ο ίδιος πέθανε το 1996 από καρδιακή ανακοπή σε ηλικία μόλις 54 ετών), εντούτοις ήταν τόσο πλούσια σε ουσία και περιεχόμενο, ώστε τα film του να αποτελούν αντικείμενο θαυμασμού μέχρι και σήμερα, χάρη στην μεθοδευμένη και καλλιτεχνικά, πλούσια σκηνοθεσία που τις συνόδευε.  Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα, είναι φυσικά και η Μπλε Ταινία.


Είναι σημαντικό να πούμε κάπου εδώ οτι ο Kieslowski κατάφερε να φέρει στα έργα του, μια πνοή αφηγηματικής ανανέωσης, γεγονός που αρχίζει να γίνεται κατανοητό από τα πρώτα κιόλας λεπτά της ταινίας του.  Για παράδειγμα το εντελώς πρωτοποριακό πλάνο του, με την κάμερα να βρίσκεται 'πίσω' από τη ρόδα του κινούμενου αυτοκίνητου (το μπλε σαν χρώμα αρχίζει ήδη την κυρίαρχη παρουσία του, ως ουρανός που χαράζει στο βάθος), καθώς και οι υποκειμενικές ματιές των ηρώων που κάνουν σιγά σιγά την εμφάνισή τους, δείχνουν μια απροκάλυπτη διάθεση του σκηνοθέτη για την δημιουργία ενός αυτοαμφισβητούμενου έργου το οποίο εισάγει στην ουσία μια νέα ματιά πάνω στον τρόπο της αφήγησης, εξοστρακίζοντας το μέχρι τότε κλασικό μοτίβο που ακολουθούσαν άλλοι δημιουργοί.  Εξάλλου αν τολμάμε να το πούμε, φαίνεται πως ο Kieslowski προχωράει την ιδέα του Hitchcock περί τις off screen δράσης λίγο παραπέρα, μιας που οχι μόνο μας δίνει κάποιες μόνο νήξεις σχετικά με το επερχόμενο κακό (π.χ η αντίληψη των πραγμάτων από τη πλευρά της κόρης είναι διαστρεβλωμένη, ταραγμένη) χωρίς να προσφέρει τη δράση στο πιάτο, αλλά ταυτόχρονα προτιμά την γοητεία της εξωαφηγηματικής αντίδρασης, καθιστώντας εμάς του θεατές δέκτες ενός γεγονότος, το οποίο βιώνουμε μέσω του βλέμματος (ο κινηματογράφος είναι βλέμμα) ενός νεαρού που τυγχάνει να βρίσκεται στον τόπο του ατυχήματος (δε βλέπουμε ποτέ τη στιγμή καθεαυτή του συμβάντος, μόνο το αποτέλεσμά του).
Θα μπορούσε να πει κανείς οτι ο Kieslowski λειτουργεί ως ένας άλλος Καβάφης, μιας που στις ταινίες του το στοιχείο της τύχης και της σύμπτωσης είναι εμφανές, προωθώντας την ιστορία και θέτωντας κάθε ενέργεια σε κίνηση.  Παρά το γεγονός όμως οτι η τύχη επιφέρει αναγκαστικά ένα κάποιο στοιχείο δραματικότητας, ο σκηνοθέτης επιλέγει να αφήσει εκτός τα επουσιώδη και το υπερδράμα (ολόκληρη σχεδόν οικογένεια ξεκληρίζεται και δε μας δείχνει το δράμα της μάνας; οχι, οχι τουλάχιστον υπό τη μορφή μιας δακρύβρεχτης πραγματικότητας), εστιάζοντας στο θέμα της μνήμης από την οποία πασχίζει από εκεί και πέρα να απελευθερωθεί η ηρωίδα του.


Το μπλε αποτελεί από μόνο του ένα χρώμα παγωμένο και ψυχρό, αλλά την ίδια στιγμή αποτελεί και το χρωματικό σύμβολο της ελευθερίας, τόσο στη γαλλική σημαία, όσο και στην ίδια τη ζωή της Julie.  Από τι όμως πασχίζει να (απ)-ελευθερωθεί η Julie;  Μα φυσικά από το επίπονο παρελθόν της: την απώλεια του συζύγου και του παιδιού της.
Ο Kieslowski φτάνει στο σημείο να ταυτίσει τελικά τη μνήμη και το ίδιο το παρελθόν της πρωταγωνίστριας, με το μπλε χρώμα, το οποίο επειδή ακριβώς βλέπουμε παρόν σε κάθε κομμάτι της ζωής της (π.χ το παραπάνω φωτιστικό το κουβαλάει μαζί της ακόμα και όταν μετακομίζει.  Η προσπάθεια δηλαδή για να προχωρήσει και να 'ξεχάσει', συνοδεύεται τελικά και πάλι από τον ερχομό του παρελθόντος) συμπεραίνουμε οτι δεν μπορεί να αποκοπεί από αυτό.  Οχι ακόμα και ίσως ποτέ.
Εκτός από το χρώμα όμως, το παιχνίδι της θύμησης και της λήθης παίζει σε διπλό ταμπλό, καθώς κάθε φορά που κάνει αισθητή την εμφάνισή του το μπλε, η μουσική έρχεται στο μυαλό της Julie και της θυμίζει και πάλι τα παλιά.  Το γεγονός οτι ο άντρας της αποτελούσε έναν διάσημο συνθέτη, ο οποίος άφησε μετά τον θάνατό του, μισοτελειωμένες τις παρτιτούρες του, είναι μια ακόμα ένδειξη οτι η Julie δε μπορεί να απαγκιστρωθεί από το παρελθόν το οποίο την κρατάει δέσμια.  Χρώμα και μουσική συμβολίζουν όλα αυτά που η ηρωίδα προσπαθεί επί ματαίω να θάψει μέσα της.
Πέρα από την υπόθεση της ταινίας όμως, ο Kieslowski οπτικοποιεί με τρόπο θαυμάσιο τον ψυχισμό της Julie, προσδίδοντας στο δημιούργημά του μια ατμόσφαιρα μαγικού ρεαλισμού.  Χρακτηριστικά είναι τα dissolve (η μια εικόνα διαλύεται μέσα στην άλλη), έτσι όπως περνάνε από το μπλε χρώμα, σε μερικά δευτερόλεπτα μαύρης οθόνης, μόνο για να γίνει πιο κατανοητό οτι εκείνη τη στιγμή, κοιτάμε πιο βαθιά στο μυαλό της Julie, ακριβώς όταν ο χρόνος και ο χώρος έχουν πάψει να υπάρχουν.  Το φάγωμα του χωροχρόνου παίζει και αυτό με τη σειρά του στη ταινία, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο τον αγώνα της ηρωίδας απέναντι στον πιο αμείλικτο εχθρό: τον χρόνο.


Όλη αυτή η εσωτερική πάλη της πρωταγωνίστριας και η διαρκής παρουσία του μπλε χρώματος στη ζωή της, δημιουργούν μια ανεπανάληπτης ομορφιάς ταινία, η οποία συνδυάζει με τρόπο αρμονικό την υπόθεση και την μεταφορική σημασία του χρώματος.  Δε θυμάμαι κάποια άλλη ταινία στην οποία το χρώμα να αποτελεί τόσο βασικό πρωταγωνιστή (εκτός βεβαίως από τις άλλες δυο ταινίες του Kieslowski, καθώς και το "Ju Dou" (1990) των Zhang Yimou και Fengliang Yang για την οποία σίγουρα θα πούμε κάποια στιγμή) και ταυτόχρονα κοινωνό νοήματος.
Ο ψυχισμός της Julie βιώνει διαρκώς μια αντίφαση η οποία εκφράζεται από διαδοχικά, αντιθετικά ζεύγη: ψυχρό-ζεστό (όπως το παγωτό και ο καφές που παραγγέλνει, αλλά και τα αντίστοιχα χρώματα), αποδοχή-απόρριψη (ενός άντρα που την ποθεί), απόλαυση-τιμωρία.  Έτσι πρέπει να γίνει όμως, προκειμένου η ηρωίδα να οδηγηθεί τελικά στη δική της λύτρωση.
Η σκηνοθεσία του Kieslowski είναι πραγματικά υπέροχη με προσήλωση σε μικρές, μαγικές λεπτομέρειες που κάνουν τη διαφορά, τόσο ως προς την καλλιτεχνικότητα της ταινίας, όσο και στο πλαίσιο της ζωής της γυναίκας.  Αν περιμένει κανείς δράση από τη ταινία, μάλλον θα πρέπει να αναζητήσει κάτι διαφορετικό καθώς και η ίδια η ηρωίδα αναλώνεται σε στιγμές που από άλλα film θα αποτελούσαν ενδεχομένως ένα περιττό υλικό (π.χ την βλέπουμε στη πισίνα να κάνει μπάνιο, να ρίχνει μια ζάχαρη στον καφέ της, να φροντίζει τη γλάστρα της κ.λ.π) προφανώς για να τονιστεί η ανάγκη της να περιορίσει τον κόσμο στα αυστηρώς δικά της πλαίσια.
Τα φλουταρίσματα του φακού, τα κοντινά στη Binoche, το παιχνίδισμα με τις αποχρώσεις του μπλε και η φαντασματική σχεδόν μουσική, δημιουργούν ένα σύμπαν προκλητικό, αλλά ταυτόχρονα απειλητικό για την ίδια την οντότητα της Julie.


Η Binoche είναι υπέροχη στον ρόλο της και με αρκετές δικής της έμπνευσης στιγμές που προστέθηκαν στο σενάριο (βλ. παραπάνω εικόνα), μια εκ των οποίων είναι και το τελευταίο πλάνο της ταινίας.  Τα μάτια της, η εύθραυστη ομορφιά και δυναμική της, την βγάζουν εύκολα στην επιφάνεια της ταινίας, με την ίδια ορμητικότητα με την οποία βγαίνει και εκείνη από τα βάθη της πίσίνας, σε μια προσπάθεια να γλυτώσει και πάλι από το αναπόφευκτο.
Όμορφη και ταυτόχρνοα πικρή, το "Troiw Couleurs: Bleu" είναι μια ταινία που οι σινεφίλ αγαπούν έτσι κι αλλιώς, και σίγουρα θα αγαπήσουν και όλοι οι υπόλοιποι, καθώς αποπνέει αλήθεια και συναίσθημα χωρίς να το παρακάνει, βασιζόμενη στην ομορφιά ενός πίνακα.
Τελικά το παν είναι να συμβιβαστείς με το παρελθόν, γιατί μόνο τότε θα μπορέσεις να προσωρήσεις μπροστά.  ΄Η μήπως οχι;

Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι μερικές γυναίκες είναι απλά όμορφες ότι κι αν κάνουν, οτι το τέλος της ταινίας θυμίζει έντονα αυτό του "Donnie Darko" (ή μάλλον το αντίστροφο) και οτι η μουσική του Zbigniew Preisner είναι απλά αντριχιαστική.



TRIVIA
  • Για τη σκηνή κατά την οποία η Julie γδέρνει το χέρι της πάνω σε έναν πέτρινο τοίχο, επρόκειτο να φορέσει κάποιο προσθετικό, αλλά επειδή φαινόταν έντονα στη κάμερα και επειδή η Binoche ήξερε οτι είχε μεγάλη σημασία, αποφάσισε να γδάρει το δικό της έτσι κι αλλιώς και να το κάνει να ματώσει.
  • Λέγεται πως για τη σκηνή στην οποία η Julie αφήνει έναν κύβο ζάχαρης να ποτίσει από τον καφέ, ο Kiewslowski είχε βάλει τον βοηθό σκηνοθέτη να δοκιμάσει πολλές διαφορετικές μάρκες, προκειμένου να βρει την μια η οποία θα πότιζε ακριβώς στα πέντε δευτερόλεπτα.
(ΠΗΓΗ IMDB)


2 σχόλια:

  1. Πιστεύω πως είναι και η καλύτερη, μακράν, από την τριλογία.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Χωρίς να έχω δει ακόμα τις άλλες, έχω και εγώ αυτή την εντύπωση!

    ΑπάντησηΔιαγραφή