Δευτέρα, 11 Μαρτίου 2013

The Paperboy: Southern dirt

Καλημέρα καλημέρα και καλή εβδομάδα!  Δεν κατάφερα πάλι, για ακόμη μια Παρασκευή να γράψω ταινιούλα, αλλά θα προσπαθήσω αυτή την φορά να γράψω και τις τρεις μέρες (ξέρετε τώρα, για τους πιστούς μου αναγνώστες!).  Σήμερα λοιπόν, είπα να συμπεριλάβω στο menu μου, μια εντελώς παρεξηγημένη για εμένα, φετινή ταινία: το "The Paperboy" του Lee Daniels.  Αυτό το εργάκι, έχω την εντύπωση, πως έχει προκαλέσει περισσότερες, αρνητικές αντιδράσεις απ'οτι θα έπρεπε, και πρόκειται να υποστηρίξω την θέση μου σχετικά με το οτι στην τελική, δεν είναι και τόσο κακή ταινία.  Βασικά, δεν είναι κακή ταινία, εξαρτάται όμως πως θα αποφασίσεις να την δεις και να την προσεγγίσεις.  Ξεκινάμε then.


Βρισκόμαστε στον αμερικάνικο νότο, στα τέλη της δεκαετίας του ΄60.  Η Louisiana, εκεί δηλαδή όπου πρόκειται να λάβει χώρα όλο το υποθεσιακό "δράμα" της ταινίας, αποτελεί ίσως την πιο πνιγηρά υγρή πόλη που ποτέ σου δεν έχεις δει.  Εκεί, ένα σωρό κοινωνικά κατακάθια, αγωνίζονται για την προσωπική τους λύτρωση, την απόδοση δικαιοσύνης και την ικανοποίηση μύχιων, kinky μυστικών.
Το story της ταινίας θα αρχίσει να εκτυλίσσεται, όταν στην γενέτειρά του, αποφασίσει να επιστρέψει ένας αλτρουιστής δημοσιογράφος των Miami Times, o Ward Jensen (Matthew McConaughey), ο οποίος παρέα με τον φιλόδοξο συνεργάτη του, Yardley (David Oyelowo), θα αποφασίσει να σκαλίσει τους λόγους, για τους οποίους ο κατά τα άλλα γλοιώδης Hillary Van Wetter (John Cusack), κατηγορήθηκε για την δολοφονία ενός τοπικού σερίφη, αντιμετωπίζοντας τώρα την θανατική ποινή.  Και όσο οι δυο δημοσιογράφοι, θα προσπαθούν να βρουν ψήγματα, μιας εν δυνάμει αθωότητας του Van Wetter, στα πόδια τους θα μπλεχτεί (μεταφορικά και κυριολεκτικά), η Charlotte Bless (Nicole Kidman), μια ξεπλυμένη bimbo, η οποία αρέσκεται να αλληλογραφεί με...μελλοθάνατους(!), και η οποία θεωρεί πως έχει βρει στα γράμματα του Hillary, το next big catch.  Και μέσα σε όλον αυτόν τον συρφετό, θα προστεθεί και ο μικρότερος αδελφός του Ward, Jack (Jac Efron), ο οποίος όταν δεν τριγυρνά με το λευκό του σωβρακάκι, μοιράζει την τοπική εφημερίδα που ο πατέρας του εκδίδει, με την ιδιότητα του paperboy.  Α, και όταν δεν έχει άλλη εφημερίδα να μοιράσει, κοιτάζει τα πόδια, το στήθος και τα άλλα, της Charlotte, σκεπτόμενος τι ωραία που θα ήταν να την είχε στο κρεβάτι.  Μια καθημερινή ιστορία, αρχίζει να ξετυλίγεται εκεί, στους βρομερούς βαλτότοπους της Louisiana...


Τον σκηνοθέτη Lee Daniels, το πιθανότερο είναι πως τον θυμάσαι από την υπερ-δραματική του ταινία "Precious", η οποία το 2009, είχε προκαλέσει αίσθηση, εξαιτίας του ιδιαιτέρα στιβαρού και καθόλα καταθλιπτικού, κοινωνικού της περιεχομένου.  Έκτοτε ο Daniels, δεν είχε σκηνοθετήσει τίποτα άλλο, μέχρι την στιγμή που στον δρόμο του βρέθηκε το μυθιστόρημα του Peter Dexter, 'Τhe Paperboy', το οποίο αποφάσισε τελικά να μεταφέρει ο ίδιος στην μεγάλη οθόνη, φέρνοντας και τον ίδιο τον συγγραφέα στην ομάδα του, προκειμένου να εκτελέσει χρέη σεναριογράφου. 
Το συγγραφικό αποτέλεσμα του Dexter, χαιρετίστηκε από τους κριτικούς θετικά, με την New York Times να κάνει λόγο για μια "eerie and beautiful" νουβέλα, επιβεβαιώνοντας κατά κάποιον τρόπο και τον λόγο, για τον οποίο ο Pedro Almodovar, βρισκόταν σε μια δεκάχρονη(!) συζήτηση με τον Dexter, προκειμένου να αναλάβει εκείνος την μεταφορά του βιβλίου στον κινηματογράφο.  Τελικώς το λογοτεχνικό υλικό, πέρασε στα χέρια του Αμερικανού σκηνοθέτη, Lee Daniels, ο οποίος όπως έδειξε και η ταινία, έβγαλε πάνω της, όλη την σκοτεινή και ιδρωμένη πλευρά των πρωταγωνιστικών της ηρώων.  Και αν ρωτάτε εμένα, πολύ καλά έκανε.


Αν και ο Daniels, δεν κάνει αισθητή την παρουσία του συχνά, φαίνεται πως θα τον ακούσουμε εντόνως και μέσα στο 2013, μιας που στα σκαριά βρίσκονται ήδη δυο ακόμα ταινίες του.  Η μια, θα φέρει τον τίτλο "The Butler", και θα περιστρέφεται γύρω από διάφορα, αμερικανίζοντα γεγονότα, όπως αυτά θα παίρνουν σάρκα και οστά, μέσα από τα μάτια του μπάτλερ του Λευκού Οίκου, ο οποίος θα ζήσει το πέρασμα οκτώ διαφορετικών Προέδρων και όλων των ετερόκλητων στοιχείων που συνεπάγεται η εγκατάστασή τους στον Οίκο, αλλά και αυτή, στο ανώτατο αξίωμα της αμερικανικής ζωής.  Το cast που έχει μαζευτεί για την συγκεκριμένη ταινία, είναι τόσο τεράστιο, που θα μου πάρει άπειρο χρόνο να το απαριθμήσω, οπότε αν ενδιαφέρεστε τσεκάρετέ το στο IMDB, εκεί όπου θα βρείτε πως η δεύτερη, προγραμματισμένη ταινία του Daniels, παραπέμπει σε biopic της Janis Joplin με τίτλο, "Janis Joplin: Get It While You Can", με κανένα άλλο στοιχείο αναφορικά με την παραγωγή και τους εμπλεκόμενους ηθοποιούς/συνεργάτες, να γίνεται γνωστό.
Επιστρέφοντας και πάλι στα του "The Paperboy", θεωρώ πως η ταινία αποτέλεσε μια από τις πιο απροκάλυπτα προκλητικές και ρεαλιστικές απεικονίσεις ηρώων και καταστάσεων, που έχω δει τελευταία στο cinema.  Οι επικριτές της, έμειναν περισσότερο απ'οτι χρειάστηκε στο κατούρημα του Efron από την Kidman (τον οποίο στην τελική, είχαν τσιμπήσει και τσούχτρες, να τα λέμε αυτά), και στην σκηνή κατά την οποία η Kidman, και πάλι ως άλλο μήλον της έριδος, έρχεται σε ταυτόχρονο οργασμό με τον Cusack, έχοντας γύρω στο ένα μέτρο απόσταση μεταξύ τους.  Μήπως όμως με αυτή την λογική, δεν απορρίπτουμε επί της ουσίας, όλο το νόημα των χαρακτήρων και των ρόλων, τους οποίους ένα ηθοποιούς καλείται να υποδυθεί;  Στην τελική δεν πρέπει να ξεχνάμε τις βασικές αρχές του κινηματογράφου: δεν είναι η Nicole Kidman που ανακουφίζεται (και ανακουφίζει) πάνω στον Zac Efron.  Είναι η Charlotte Bless, που κατουράει τον Jack Jensen.  Ηθοποιός και ρόλος είναι μεν δυο διαφορετικές οντότητες, οι οποίες όμως την στιγμή που η κάμερα αρχίζει να γράφει, ενώνονται σε μια.  Συνεπώς, το να κρίνεις αν μια ταινία είναι καλή, ή αν έχει την όποια καλλιτεχνική αξία, με βάση το τι κάνουν οι ηθοποιοί, το αν δηλαδή ο ρόλος τους είναι συμπαθής ή αποκρουστικός, και τι ακριβώς τους καθιστά αυτό που είναι, μέσα στην μιαμισάωρη διάρκεια της ταινίας, δεν έχει απολύτως κανένα νόημα.


Για να ξεκαθαρίσω κάτι.  Το Paperboy, δεν έχει καμία καλλιτεχνική, κινηματογραφική αξία, εκτός κι αν θεωρείται ως τέτοια η vintage κινηματογράφηση του Roberto Schaefer, η οποία σίγουρα προσδίδει την απαραίτητη, pulp εσάνς, δεν παύει όμως να αποτελεί και μιας μορφής στιλιζάρισμα, με το οποίο εδώ και καιρό έχουμε εξοικειωθεί-κακώς-, μέσα από την χρήση του Instagram και όλων εκείνων των φίλτρων που χρησιμοποιούμε στις φωτογραφίες, επιμένοντας να τους δίνουμε λάμψη και δόξα, περασμένων μεγαλείων.  Σε αυτό βέβαια δεν φταίει ο Schaefer, ο οποίος κάνει ομολογουμένως εξαιρετική δουλειά, αλλά η δική μας μανία να καθιστούμε το οτιδήποτε, βγαλμένο από την original εποχή που οι μανάδες μας είχαν μαλλί περμανάντ και φορούσαν γυαλιστερά φορέματα, με φουσκωτά μανίκια και απλικέ φιόγκους.
Ξεπερνώντας λοιπόν την καραμέλα, "μα η ταινία δεν έχει καμία καλλιτεχνική αξία, δε σου μιλάει..." και όλα τα συναφή, καταλαβαίνω το να θέλει κάποιος να την δει σε version Almodovar, αλλά από εκεί και πέρα μιλάμε για θέμα γούστου, και οχι για το πόσο καλά υπηρετεί ο κάθε σκηνοθέτης αυτό που πραγματεύεται η ιστορία και εν προκειμένω, η υπόθεση του βιβλίου (το οποίο και δεν το έχω διαβάσει).  Πριν λοιπόν αρχίσουμε το κράξιμο, για την ξετσίπωτη ερμηνεία της Kidman, και το σοκαριστικό μυστικό του McConaughey στην ταινία, ας σκεφτούμε λίγο οτι οι άνθρωποι, από αρχαιοτάτων χρόνων, επηρεάζονταν άμεσα από το περιβάλλον, το οποίο τους τροφοδοτούσε.  Όταν συνεπώς έχεις μεγαλώσει σε μια υγρασιασμένη πόλη, τίγκα στην βουρκώδη δυσωδία, τις λάσπες και τις χαμένες ευκαιρίες που καιροφυλακτούν ανάμεσα στα έλη και τις κλιματσίδες, έτοιμες να σε εγκαταλείψουν στο πρώτο σου βήμα μέσα σε αυτήν την σκουπιδιασμένη χοάνη, πως ακριβώς περιμένεις να ανθίσει από το πουθενά ένας ήρωας, ευτυχισμένος, μελιστάλαχτος και τελικά, φυσιολογικός;  Όπως έγραψα και στην κριτική του Reel, είναι σαν να περιμένεις οτι ένα τσούρμο άνθρωποι που ζουν μέσα στην τσιμεντιασμένη πόλη, γεμάτη από θόρυβο, βρωμιά και μοναξιά, δεν θα επηρεαστούν από αυτήν, παρά θα είναι πειθήνιοι και χαμογελαστοί.  Οχι δεν θα είναι.  Φυσικά και θα "παίζουν" κάπου ανάμεσα, όπως ακριβώς και οι ήρωες του Daniels: στο σύνολό τους, καταποντίζονται από το βάρος του βασικού πρωταγωνιστή (του περιβάλλοντος δηλαδή), διατηρούν όμως και κομμάτια ανθρώπινης ευγένειας, όπως αυτά βγαίνουν στην επιφάνεια, λίγο πριν βυθιστούν και πάλι στην ζέχνουσα πρασινίλα της περιοχής.


Η σκηνοθεσία του Daniels καθιστά ξεκάθαρο από την αρχή, οτι δεν έχει σκοπό ούτε αυτιά να χαϊδέψει, ούτε να παρυυσιάσει ένα δείγμα κινηματογράφου, αποστειρωμένο και με "κώδικες", μιας που ενώ στο "Precious" προκαλούσε τον θεατή μέσα από την βαριόμοιρη κατάσταση της πρωταγωνίστριας (λίγο υπερβολικό αν με ρωτάτε), εδώ οι ήρωες, σκηνοθετούνται σε απόλυτα καθημερινές καταστάσεις, με όλο το cast μάλιστα να δίνει εξαιρετικές ερμηνείες.
Αρχικά ο Efron, αν και σίγουρα θα μπορούσε να ήταν καλύτερος (ή επίσης και κάποιος άλλον να υποδυθεί τον ρόλο του), είναι εντούτοις καλός, με απλανή βλέμματα που χαζεύουν το μπούστο της Charlotte, και στιγμές έντασης που του πάνε.  Ο McConaughey αποτελεί περίπτωση ηθοποιού, τον οποίο δεν θα θέλαμε να ξαναδούμε να παίζει σε μαλακίες, μιας που και αποδεικνύει και πάλι οτι είναι καλός ηθοποιός, κρατώντας τις ισορροπίες, ανάμεσα στο οτινανικό ζεύγος Kidman-Cusack, που εδώ δίνει ρέστα.  O Cusack, σε κρεσέντο ανωμαλίας και σαδισμού, γίνεται βρομιάρης μέχρι αηδίας, σε βαθμό που αισθάνεσαι έντονη την ανάγκη για ντουζάκι, μετά το τέλος της ταινίας, ενώ και η Kidman, με την κιτρινωπή της καούκα και το πασαλειμμένο μακιγιάζ, αποτελεί την ιδανική sex doll στα μάτια όλων, δίνοντας μια ύπουλη ερμηνεία, από αυτές που ξέρουμε οτι της πάνε έτσι κι αλλιώς.
Το "The Paperboy" είναι μια ταινία, που μπορεί ορισμένες φορές να θυσιάζει την απλοϊκή, crime ιστορία της, για χατίρι των ηθοποιών της, είναι όμως και μια κινηματογραφική εμπειρία την οποία μπορείς να απολαύσεις, μόνο εάν αποφασίσεις να εγκλιματιστεί απόλυτα στο ύφος, τον λόγο και τον πνιγηρό κόσμο που σου ανοίγει.  Αξίζει σίγουρα την προσοχή σου.ς

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι παίζει και η Macy Grey σε ρόλο οικιακής βοηθού, οτι το επίθετο της ηρωίδας της Kidman δεν είναι τυχαίο, αλλά μάλλον λειτουργεί ως inside joke και οτι ένα overdose του βρακιού του Efron το πάθαμε.


No trivia

2 σχόλια:

  1. Πες τα! Και εμένα μου άρεσε πολύ και μου άνοιξε την όρεξη για το βιβλίο. Αγαπώ να μισώ τον Cusack σε έναν ρόλο που δεν περίμενα ποτέ να τον δω! Μπράβο που κατάφερε ο Daniels να βγάλει τέτοιες ερμηνείες από ηθοποιούς με αμφιλεγόμενες καριέρες! :D

    ΑπάντησηΔιαγραφή