Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα based on book/novel. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα based on book/novel. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 27 Ιουλίου 2014

The Night of the Hunter: It's a hard world for little things

Περίπου πέντε μήνες πέρασαν από τότε που έγραψα τελευταία φορά στο blog και παρά το γεγονός πως είχα υποσχεθεί ότι θα επιστρέψω σύντομα, δυστυχώς όμως, λόγω πολλών υποχρεώσεων δεν ήμουν σε θέση να το κάνω. Το θέμα βέβαια είναι πως όλη αυτή η απουσία με «έτρωγε».  Έχοντας ξεκινήσει από το 2010 να γράφω εδώ και με τις ταινίες να με βοηθούν να τα βγάλω ίσα-ίσα πέρα σε δύσκολες, επαγγελματικές περιόδους, το blog αποτέλεσε από την πρώτη στιγμή το προσωπικό μου, διαδικτυακό καταφύγιο.
Σε αυτό λοιπόν το κινηματογραφικό καταφύγιο αποφάσισα (ή μάλλον κατάφερα) να επιστρέψω δειλά-δειλά, με μια κλασική χρονικά, αλλά οχι και θεματικά, Χολιγουντιανή ταινία και συγκεκριμένα το "The Night of the Hunter".
Ας ελπίσουμε πως αυτή η σταδιακή επιστροφή θα μετουσιωθεί σε μια εβδομαδιαία (τουλάχιστον) παρουσία μου μέσω του blog.  Καλώς σας βρήκα λοιπόν : )


Την εποχή της μεγάλης, Οικονομικής Ύφεσης, η εγκληματική ιστορία του Ben Harper, ενός οικογενειάρχη που αναγκάζεται να ληστέψει μια τράπεζα-και να σκοτώσει δυο ανθρώπους-προκειμένου να προσφέρει στην φαμίλια του, περί τα 10.000 δολάρια, λειτουργεί μονάχα ως αφορμή για την εμφάνιση και την δράση ενός από τους καλύτερους και σίγουρα πιο επιβλητικούς villain που γνώρισε ποτέ το παγκόσμιο cinema: αυτόν του "Reverend" Harry Powell.
Αυτοπροσδιοριζόμενος ως «Αιδεσιμότατος» και φέροντας τις λέξεις "LOVE" και "HATE" στις αρθρώσεις των δακτύλων του (το LOVΕ στα δεξιά και το HATE στα αριστερά, γεγονός που έχει την δική του σημασία όπως θα δούμε παρακάτω), ο Powell είναι ένα φανατισμένο αρπακτικό που ορέγεται μοναχικές γυναίκες, ιδανικά χήρες, οι οποίες έχουντας ένα κάποιο κομπόδεμα στην άκρη, μπαίνουν αμέσως στο στόχαστρο του μανιακού αυτού ψευδοπροφήτη.
Μια μέρα η τύχη-ή μήπως ο Θεός του Χρήματος;-θα του χαμογελάσει, καθώς θα βρεθεί στο ίδιο κελί με τον άτυχο Ben Harper.  Με την πρόσφατη περιπέτειά του να τον ταλανίζει ακόμα και στον ύπνο του, ο Harper θα αποκαλύψει άθελά του, πως τα λεφτά βρίσκονται πίσω, στην οικογενειακή εστία, καλά κρυμμένα σε ένα μέρος που δεν πρόκειται να τα βρει ποτέ κανείς.  Φυσικά ο καιροσκόπος Powell δεν θα αφήσει την ευκαιρία ανεκμετάλλευτη, αλλά θα αποφασίσει να επισκεφτεί την σύζυγο-και soon to be χήρα-Willa (Shelley Winters), αποφασισμένος να ξετρυπώσει το παχυλό ποσό, με κάθε τίμημα.  Και όταν λέμε με κάθε τίμημα, εννοούμε ακόμα και αν χρειάζεται να «βγάλει» από την μέση, τόσο την καταπιεσμένη Willa, όσο και τα δυο δυστυχή πιτσιρίκια της, Ben και Pearl.


To "The Night of the Hunter" αποτελεί το μοναδικό σκηνοθετικό επίτευγμα του ηθοποιού Charles Laughton και χωρίς υπερβολές, ίσως και να είναι μια από τις πιο άρτιες και πιο διαχρονικές ταινίες της χρυσής εποχής του κλασικού Χόλιγουντ.
Βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του Αμερικανού μυθιστοριογράφου Davis Grubb, το "The Night of the Hunter" απέκτησε στην στιγμή cult αίγλη χάρη στην σκηνοθεσία του Laughton, αλλά και την προσαρμογή του σεναρίου από τον James Agee ("The African Queen).  Άνδρες με ιδιαίτερο όραμα και οι δύο, το οποίο έμοιαζε να σπάει τα παραδοσιακά στεγανά του αποδοσμένου ρεαλισμού που χαρακτήριζε σε μεγάλο βαθμό μια πληθώρα ταινιών της εποχής των μεγάλων αστέρων, κατόρθωσαν να παντρέψουν κατά τρόπο ευφυή, την αρχιτεκτονική ψευδαίσθηση του γερμανικού εξπρεσιονισμού, με την κυρίαρχη τάση της δεκαετίας του '50 για ακραιφνή ρεαλισμό, καταλήγοντας τελικά σε ένα απρόβλεπτο, κινηματογραφικό υβρίδιο το οποίο έμελλε να αποτελέσει τον κυρίαρχο λόγο, για τον οποίο η συγκεκριμένη ταινία μνημονεύεται (η αλήθεια είναι, οχι από πολλούς), ως ένα από τα πιο αναλλοίωτα, στην ουσία τους, films, της κινηματογραφικής ιστορίας.


Βλέποντας την ταινία μερικές εβδομάδες πριν, δεν μπόρεσα να μην παραλληλίσω την σκηνοθετική της ματιά, με αυτή του σπουδαίου "M" του Γερμανού Fritz Lang, ενός από τους σημαντικότερους-αν οχι του σημαντικότερου-εκπροσώπου του ρεύματος του γερμανικού εξπρεσιονισμού.
Η ταινία του Laughton είναι ένα ιδιάζον διαμάντι με εξπρεσιονιστικό περιτύλιγμα, καθώς μπορεί να μην εκπορεύεται της ταραχώδους ιστορίας της ναζιστικής Γερμανίας, της εποχής δηλαδή, που οδήγησε σε μεγάλο βαθμό στην ανάδειξη του στυλιζαρισμένου αυτού, κινηματογραφικού πλαισίου, παραμένει εντούτοις ένα αποτέλεσμα συγκλονιστικό στην εκτέλεσή του, ακριβώς επειδή μοιάζει να εμπνέεται από την υπερβολή, τις φωτοσκιάσεις και την αιχμηρή γεωμετρία των Γερμανών, καταλήγοντας όμως σε ένα εντελώς διαφορετικό μονοπάτι, χιλιόμετρα μακριά ιδεολογικά, από τους λόγους που οδήγησαν δημιουργούς όπως τον Lang και τον F.W Murnau στην δημιουργία των δικών τους, σκοτεινών αλληγοριών.
Το "The Night of the Hunter" είναι ένα χωνευτήρι των καλύτερων στιγμών, ενός βαθιά σκοτεινού ρεύματος, βασικού εκφραστή του περιρρέοντος, φοβικού στοιχείου της εποχής, χρησιμοποιώντας έτσι κι αλλιώς το βαρύγδουπο στυλ του γερμανικού εξπρεσιονισμού, προκειμένου να αντιπαραβάλει από την μια πλευρά, το υπέρτατο κακό που εκπροσωπεί ο Harry Powell και από την άλλη, την φορτισμένη σεξουαλικά πρωταγωνίστρια, αλλά και τον εξίσου καταπιεσμένο ερωτικά, Αιδεσιμότατου.  Έτσι τουλάχιστον μπορώ να ερμηνεύσω σε πρώτη φάση, το μαχαίρι στιλέτο που «ανοίγει» κάθε φορά που παρακολουθεί μια γυναίκα-όπως γίνεται στη αρχή της ταινίας-λειτουργώντας σαν μετωνυμία του ανδρικού μορίου το οποίο ερεθίζεται στην θέα μιας όμορφης ύπαρξης.  Ο Powell ερεθίζεται στην ιδέα μιας σκοτωμένης γυναίκας (και κατ' επέκταση των χρημάτων που πιθανώς θα τσεπώσει) και το «μέσο» για να το πετύχει, είναι το μαχαίρι του.


Ο Robert Mitchum στον ρόλο του δαιμονικού Harry Powell είναι εντυπωσιακός, ιδιαίτερα από την στιγμή που τον έχουμε συνηθίσει σε εντελώς διαφορετικούς ρόλους, κυρίως σε αυτούς του σαγηνευτικού αρσενικού.
Διαθέτοντας την επιβλητική κορμοστασιά ενός τρομερού κακού και την γλοιώδη φωνή ενός πονηρού εμπόρου που σε πουλάει και σε αγοράζει όποτε του κάνει κέφι ("Chillll...dren", φωνάζει στα παιδιά που βρίσκονται κρυμμένα στο υπόγειο και η μοχθηρία ξεχειλίζει μέσα από την ίδια του την ψυχή), ο Powell, καλά οχυρωμένος πίσω από το θρησκευτικό του παραπέτασμα, είναι ο φόβος και ο τρόμος προσωποποιημένος, ακόμα και όταν παραθέτει την ιστορία των δυο χεριών, του καλού δεξιού (αγάπη) και του κακού αριστερού (μίσος), σαν χειραγωγός πρώτου μεγέθους.
Με την απειλητική φιγούρα του Mitchum να κυριαρχεί πάνω από ολόκληρη την ταινία, τα πάντα μοιάζουν-και είναι-εντελώς πλασματικά κατασκευασμένα: από τα κτίρια και την βαρκάδα των παιδιών, μέχρι τον εσωτερικό φωτισμό των σπιτιών και των μαγαζιών, όλα αρκούνται στο φαίνεσθαι, έτοιμα να καταρρεύσουν στο φύσημα του κακού λύκου Powell, γεγονός στο οποίο κατά τον διάσημο κριτικό Rogert Ebert, βασίζεται και η διαχρονικότητα της ταινίας: δεν πατάει στον ρεαλισμό, αλλά σε κάτι πέρα από αυτόν, με αποτέλεσμα να βρίσκεται σε ένα εντελώς δικό της περιβάλλον, σε αυτό μιας «οπτικής φαντασίας».
To "Τhe Night of the Hunter" είναι μια αριστουργηματική ταινία, χωρίς σαφή προσδιορισμό του κινηματογραφικού της είδους, αλλά όπως αντιλαμβάνεστε, λίγη σημασία έχει αυτό.  Στην τελική, όλα τα τεχνικά βήματα συνδυάζονται κατά τρόπο «μαγικό» (στα συν και η ασπρόμαυρη φωτογραφία του Stanley Cortez, ιδιαίτερα σε μια από τις πιο τρομερές σκηνές της ταινίας), συνθέτοντας ένα αποτέλεσμα που θα σας συντροφεύει για καιρό.  Όπως και η τραγουδιστική φωνή του Αιδεσιμότατου.  Αν ο φωτισμός και το δυσοίωνο τραγούδι του ήρωα, δεν πηγαίνουν εμφανέστατα χέρι-χέρι με το "Μ" του Lang, τότε δεν ξέρω τι.


Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2013

The Wolf of Wall Street: Greed makes the world go round

NEW ARRIVAL

Χρόνια Πολλά και καλές γιορτούλες να έχουμε!  Επιστρέψαμε μέσα στην ανάπαυλα γιατί στην τελική οι ταινίες της τρέχουσας περιόδου, αυτό επιβάλουν.  Εκτός πάντως από την νέα ταινία του Scorsese, με την οποία θα ασχοληθούμε σήμερα, θα σας πρότεινα να ρίξετε μια ματιά και στο "The Secret Life of Walter Mitty", μια από τις κινηματογραφικές εκπλήξεις της χρονιάς με έναν ολότελα διαφορετικό απ'οτι μας έχει συνηθίσει, Ben Stiller.  Σε ρόλο πρωταγωνιστή αλλά και στην σκηνοθεσία, ο Stiller παρουσιάζει το ταξίδι του ονειροπόλου Walter Mitty, στην προσπάθειά του να προσαρμοστεί στην πραγματικότητα του κόσμου, δίνοντας τέλος στις καθημερινές, ηρωικές του φαντασιώσεις.  Νοσταλγική και γλυκόπικρη όσο η ίδια η ζωή, είναι μια ταινία που αξίξει να δείτε.  Εναλλακτική επιλογή είναι και το "Only Lovers Left Alive" του Jim Jarmusch (το οποίο θα κυκλοφορήσει την Πρωτοχρονιά), με τους Tilda Swinton και Tom Hiddleston στους ρόλους δυο βαμπιρικών εραστών.
Στα δικά μας σήμερα, θα πούμε μερικά πράγματα για το αμφιλεγόμενο όπως φαίνεται, "The Wolf of Wall Street" με την hands-down, πιο τρελή ερμηνεία του DiCaprio, ever.


Ο Jordan Belfort (Leonardo DiCaprio) έχει ακριβώς αυτό που χρειάζεται προκειμένου να φτάσει ψηλά: φιλοδοξία και μια ακόρεστη δίψα για χρήμα.  Και που αλλού μπορεί να εξαργυρώσει και τα δυο αν οχι στο Χρηματιστήριο;
Ξεκινώντας ως αμούστακος νεαρός με μπόλικα όνειρα, ο Belford θα βρεθεί σύντομα βαθιά χωμένος στην 'χρήμα-κόκα-γυναίκες' νοοτροπία των φρενιασμένων χρηματιστών της Wall Street, αποκτώντας μέντορες ζωής, πάνω στους οποίους θα αρχίσει σταδιακά να χτίζει την προσωπική του αυτοκρατορία.  Όταν έρθουν αργότερα η δόξα και η αναγνώριση, ο Belfort θα αποτελέσει ένα από τα πιο ηχηρά ονόματα του χώρου, οχι μόνο εξαιτίας της ανταγωνιστικής πορείας της νεο-δημιουργημένης εταιρείας του, αλλά και εξαιτίας της, οχι και τόσο διακριτικής του παρουσίας.  Με τις απάτες και τις κομπίνες να διαδέχονται η μια την άλλη, το χρήμα να ρέει άφθονο, τα ναρκωτικά να αποτελούν μια φυσιολογική καθημερινότητα και τις γυναίκες να αρκούνται στο ρόλο της μηχανής του σεξ, ο ανουσιουργηματικός χαρακτήρας του πρωταγωνιστή θα κληθεί να πληρώσει για όλα και πρώτα απ'ολα για το υπέρτατο αμάρτημά του: την απληστία.


Βασισμένο στο ομότιτλο, αυτοβιογραφικό βιβλίο του Jordan Belfort, το "The Wolf of Wall Street" αποτελεί ένα συνονθύλευμα καρικατουρίστικων ερμηνειών και ακραιφνούς υπερβολής, κάτι που μοιάζει να αποτελεί έτσι κι αλλιώς αυτοσκοπό του Martin Scorsese.
Η σύγχρονη, αμερικανική ιστορία (και οχι μόνο) γλύφει ακόμα πληγές που μοιάζουν ανεπούλωτες στον χρόνο, πληγές που χάσκουν ακόμα ορθάνοιχτες κάτω από την στραπατσαρισμένη εικόνα ενός αμερικάνικου ονείρου-φούσκα, που έμελλε να σκάσει, αποκαλύπτοντας το γιγαντιαίο κενό αξιών που κρυβόταν μέσα της.
Τα μαθήματα που δεν έγιναν παθήματα, αποτελούν παράδοση της ανθρώπινης πραγματικότητας, με το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα των καιρών μας να αποτελεί η σημερινή κρίση, σε καμία περίπτωση αυστηρά και μόνο οικονομική.
Η τυφλή προσήλωση στο χρήμα, η απληστία και η περιρρέουσα πεποίθηση μιας κατά τα άλλα, κούφιας κυριαρχίας, αποτελούν μοτίβα που κυριαρχούν στην ταινία του Scorsese, με τον ίδιο να ανανεώνεται κινηματογραφικά, αλλά να κρατάει παράλληλα και τις παραδοσιακές, σκηνοθετικές του τακτικές.  Αν υπάρχει κάτι βέβαια το οποίο φαίνεται να ωθείται μπροστά από την διαχρονική δεινότητα του Scorsese, είναι η ολοκληρωτικά καυστική διάσταση με την οποία παρουσιάζεται ένα σοβαρό κοινωνικοοικονομικό θέμα, το οποίο μοιάζει να επανέρχεται διαρκώς στο προσκήνιο στο πέρας του χρόνου.  Και ακριβώς εκεί είναι που η ταινία απογειώνεται.


Το 2000 είχε μεταφερθεί στην μεγάλη οθόνη δια χειρός Mary Harron, το "κατάμαυρο" αισθητικά "American Psycho" του Bret Easton Ellis, ο οποίος περιέγραφε με τα πιο σοκαριστικά, ζοφερά χρώματα την σχιζοφρενική διάσταση των early 90s, όπως αυτά βιώνονταν από τον πρωταγωνιστή του, Patrick Bateman, έναν γιάπη κολλημένο με την γυμναστική, την σωστή διατροφή, το αψεγάδιαστο ντύσιμο, τα κυριλέ εστιατόρια και την εκδήλωση πάσης φύσεως μισογυνιστικής συμπεριφοράς μέσα από την κατακρεούργηση κάθε άτυχου θηλυκού έβαζε στο μάτι.
Το κινηματογραφικό αποτέλεσμα της Harron ήταν η επιτομή της μαύρης κωμωδίας, με τον ρόλο του Christian Bale να περνάει στο πάνθεον των πιο cult, σύγχρονων ερμηνειών.  Μανιασμένος και βουτηγμένος στην ίδια του την ματαιοδοξία, σκιαγραφεί ιδανικά το πορτραίτο της εποχής του, μέσα από μια υπέροχα κριτική σκηνοθεσία της Harron, για μια ολόκληρη δολαριολαγνική γενιά.
Στα ίδια μονοπάτια κινείται το τρίωρο πόνημα του Scorsese, λειτουργώντας επί της ουσίας ως μια εθιστική εξτραβαγκάντζα που καταβαραθρώνει την μπριγιαντινέ σχολή της Wall Street, ξεμπροστιάζοντας τους ιθύνοντες των τεράστιων οικονομικών σκανδάλων, καθώς και ολόκληρου του συστήματος που τροφοδοτούσε την διαιώνιση ενός κιτσάτου life style.
Οι αντιδράσεις βέβαια δεν άργησαν να ξεσπάσουν, καθώς δεν έλειψαν και εκείνοι οι οποίοι μάλλον δεν αντιλήφθηκαν την καυστικότατη ματιά του Scorsese και της ομάδας του, με αποτέλεσμα να κατηγορήσουν τον δημιουργό, αλλά και τον Leonardo DiCaprio για....μισογυνισμό και εκθειασμό όλων των κακώς κειμένων που οδήγησαν την αμερικάνικη κοινωνία στην δική της κρίση αξιών.  Παιδιά, για πάρτε το λιγάκι από την αρχή.


Παρά την μεγάλη της διάρκεια, το "The Wolf of Wall Street" αποτελεί ένα εξαιρετικά καλοφτιαγμένο "οδοιπορικό" στα τρελαμένα μονοπάτια του Belfort τον οποίο εδώ ενσαρκώνει με περισσή μανία ένας DiCaprio, ο οποίος δεν μοιάζει σε τίποτα με τον ηθοποιό που έχουμε μέχρι σήμερα συνηθίσει.  Εθισμένος στα λεφτά και τα ναρκωτικά, όπως και στην γυναίκα που σέρνει καράβια (έδωσε μάλιστα και στην υπερπολυτελή θαλαμηγό του, το όνομα της αιθέριας ξανθιάς συζύγου, την οποία φυσικά συνέχιζε να απατά), την φήμη και την δόξα, μεθυσμένος από την εξουσία και την πρώτη θέση θεωρείο στην απατεωνίστικη ζωή που δημιούργησε για εκατοντάδες εκκολαπτόμενους κλέφτες με κολαριστά κοστούμια και ρολόγια Rolex, ο DiCaprio δημιουργεί την υπέρτατη καρικατούρα, μένοντας πιστός σε αυτή μέχρι το τέλος της ταινίας, όταν και θα σε κάνει αναμφίβολα να αναφωνήσεις, "wow".
Το υποστηρικτικό cast δίνει την δική του ηχηρή παρουσία, με τον Jonah Hill να αναλαμβάνει χρέη γλοιώδους δεξιού χεριού του Belfort, την όμορφη Margot Robbie να κρατάει την θέση του pretty little thing με extra δόσεις τσαγανού και τον Matthe McConaughey να κάνει το δικό του απολαυστικό, πεντάλεπτο πέρασμα.
Το "The Wolf of Wall Street" είναι ένα μοναδικά καυστικό, ανουσιουργηματικό δημιούργημα που βομωλοχεί, προκαλεί και σαστίζει.  Ένας Scorsese σε σκηνοθετικό κρεσέντο και ένας DiCaprio στην πιο large ερμηνεία της ζωής του.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι ο Jon Bernthal μετά το "Τhe Walking Dead" έχει πάρει σβάρνα τις ταινίες, μιας που εκτός από τον μουστακαλή Brad εδώ, θα παίξει και στο πλευρό του Brad Pitt στο επερχόμενο "Fury" (Bernthal ftw!), οτι η ποσότητα γυμνού στην ταινία είναι τόση, που στο τέλος τίποτα δεν σου κάνει εντύπωση και οτι η ξανθιά τύπισσα που κάνει την γυναίκα του DiCaprio, είναι δυο χρόνια μικρότερή μου.  Με συγχωρείτε, παω στην γωνιά μου να κλάψω...


TRIVIA
  • Οι ηθοποιοί σνίφαραν καθαρότατατη...βιταμίνη B, για τις σκηνές που περιελάμβαναν "κοκαΐνη".  Παρά το γεγονός πως το όλο θέμα ήταν λίγο άβολο, οι βιταμίνες τους προσέφεραν extra ενέργεια προκειμένου να γυρίζουν τις σκηνές τους.
  • Στην σκηνή που ο DiCaprio φιλιέται με την Joanna Lumley (θα δείτε ποια είναι, μη σας κάνω και spoiler), ήταν τόσο νευρικός, που η σκηνή γυρίστηκε τουλάχιστον 27 φορές για να πετύχει!
  • Ο πατέρας του DiCaprio στην ταινία, είναι ο σκηνοθέτης Rob Reiner.
(ΠΗΓΗ IMDB)

Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

12 Years a Slave: I don't want to survive. I want to live

NEW ARRIVAL

Γεια σας και πάλι!  Παρασκευή και 13 σήμερα και εμείς θα εξαγνίσουμε την κακή αύρα της ημέρας, λέγοντας μερικά πράγματα για την καλύτερη ταινία της εβδομάδας, το "12 Years a Slave".  Φυσικά στις αίθουσες κυκλοφορεί και η συνέχεια του Hobbit, "The Desolation of Smaug", η οποία αποτελεί μια σαφέστατη βελτίωση σε σχέση με το πρώτο, μέτριο αποτέλεσμα.  Παρόλα αυτά θα ασχοληθούμε με το δημιούργημα του Steve McQueen επειδή όπως και να το κάνουμε, αποτελεί σίγουρα και μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς.  Για να δούμε...


Το 1841 ο Solomon Northup (Chiwetel Ejiofor), ένας ελεύθερος, καλλιεργημένος μαύρος, πέφτει στα χέρια αδίστακτων δουλεμπόρων που τον πουλούν ως σκλάβο με το όνομα Platt.  Ο Solomon θα υπομείνει μια δωδεκαετία ανείπωτης φρίκης και εξευτελισμού, περνώντας από διάφορα λευκά αφεντικά και γνωρίζοντας από πρώτο χέρι το ευρύ φάσμα των ανθρώπινων χαρακτήρων.  Ανάμεσα σε καταπράσινες καλαμιές και βαμβακοκαλλιέργειες, θα έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με τις κακουχίες και την απελπισία του λαού του, ενός λαού που δεν έμαθε ποτέ τι σημαίνει να είσαι ελεύθερος.  Και η σωτηρία του Northup από τις μελανές σελίδες της Ιστορίας, θα συνεχίσει να μοιάζει πολύ μακρινή...


Βασισμένη στην ομότιτλη αυτοβιογραφία του Solomon Northup όπως αυτή εκδόθηκε το 1853, η τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του Steve McQueen, αποτελεί μια σκληρή ματιά πάνω στα δεινά της δουλείας, εμποτισμένη ιδεολογικά καθώς ήταν, στην καθημερινότητα μιας πληθώρας αμερικάνικων πολιτειών κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα (και ήδη από τον 18ο).  Στον αντίποδα οι 'free slave states' συνέχιζαν να καλλιεργούν το αίσθημα της φυλετικής ισότητας ανάμεσα στους πολίτες, με τον McQueen να παρουσιάζει έτσι κι αλλιώς σε πρώτη φάση, την προ-δουλική ζωή του Northup, προκειμένου να καταστεί τελικά και πιο δραματικά χρήσιμη, η υποθεσιακή μετάβαση από την ελευθερία στην σκλαβιά.
Το "12 Years a Slave" δεν είναι μια ταινία ολοκληρωτικά πρωτότυπη στο σύνολό της, ενδεχομένως όμως να είναι και μια από τις πιο πλήρεις απεικονίσεις της ζοφερής εκείνης εποχής.  Το σενάριο εξάλλου του John Ridley λειτουργεί αποδοτικά στα πλαίσια της κινηματογραφικής καταγραφής μιας δεδομένα αληθινής ιστορίας, βάζοντας από νωρίς στον χορό όλους τους χαρακτήρες και φροντίζοντας το σενάριο ώστε να κινηθεί κυκλωτικά γύρω από τον πρωταγωνιστή, προκειμένου η χρονική διάρκεια των δώδεκα ετών, να μοιραστεί "αρμονικά" και να εξαντληθεί ανάμεσα στους ήρωες.  Το χρονικό πέρασμα αποτελεί ένα από τα πλέον επώδυνα που έχεις δει στον κινηματογράφο, κυρίως επειδή η αίσθηση του χρόνου παύει να υπάρχει, όπως ακριβώς και η ελπίδα της επικείμενης σωτηρίας.  Για τον λόγο αυτό, η χρονική διάρκεια της ζωής του Solomon φτάνει στο αποκορύφωμά της, με το ίδιο το τέλος της ταινίας, επειδή μόνο τότε έρχεται και η πικρή συνειδητοποίηση της απουσίας, μαζί με μερικές πινελιές γκρίζων κροτάφων.


Πριν προχωρήσω λίγο στα της σκηνοθεσίας και του cast, θα ήθελα να πω δυο πράγματα σχετικά με τις διάφορες χαζοκατηγορίες που συνοδεύουν τον McQueen από την πρώτη του ήδη, full length ταινία, το "Hunger", αναφορικά με την σκηνοθεσία του.
Όντας ένας από τους ταχύτατα ανερχόμενους, νέους δημιουργούς, ο McQueen έχει δημιουργήσει την δική του σκηνοθετική σφραγίδα, η οποία όμως σαφέστατα είναι επηρεασμένη από άλλους, σπουδαίους δημιουργούς του παρελθόντος.  Μου κάνει μεγάλη εντύπωση γιατί πολλοί χαρακτηρίζουν για παράδειγμα, τα πλάνα μεγάλης διάρκειας στα οποία αρέσκεται ο σκηνοθέτης, εξεζητημένα, αλλά και ως μια φανερή απόδειξη του καλλιτεχνικού ξιπάσματος του Βρετανού δημιουργού.  Δεν θυμάμαι κανέναν να χαρακτήριζε υπερβολικούς, ή υπερφίαλους σκηνοθέτες όπως ο Bella Tar και ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, οι οποίοι οχι μόνο είχαν καταστήσει το πλάνο-σεκάνς ως την κυρίαρχη σκηνοθετική τους ματιά, αλλά έμεναν πιστοί σε αυτό, οδηγώντας το μάλιστα στο απόγειο της καλλιτεχνικής του έκφρασης με πλάνα γεμάτα χρονική "υπερβολή" κάμποσων λεπτών.
Όσοι επιμένουν να ψευτοκουλτουριάζονται χαιρετίζοντας τα έργα των, έτσι κι αλλιώς, μεγάλων αυτών σκηνοθετών, ρίχνοντας παράλληλα στα Τάρταρα την χρήση των ίδιων τεχνικών από δημιουργούς που βρίσκονται στο στάδιο διαμόρφωσης του προσωπικού τους στυλ, θα με βρουν κάθετα αντίθετη.  Στην τελική, και ο ίδιος ο τίτλος της ταινίας, μας προϊδεάζει εδώ για το νούμερο ένα στοιχείο που κυριαρχεί στην ταινία: τον χρόνο.  Αν δεν δώσεις λοιπόν την αίσθηση του βασανιστικού περάσματός του μέσα από σκόρπια πλάνα 3λεπτης, 4λεπτης ή και 5λεπτης διάρκειας, αν δεν αφήσεις τις εκφράσεις του προσώπου να πρωταταγωνιστήσουν σε ένα γκρο πλάνο, αν δεν μεταδόσεις στο κοινό σου, την τρομακτικά μικρή, χρονική χαραμάδα που χωρίζει τον κρεμασμένο ήρωα από τον βέβαια θάνατο, τότε ποιος ο λόγος να μιλάμε για το "12 Years a Slave";


Στα δικά μας και πάλι και με μόνιμο συνεργάτη τον Michael Fassbender, ο Steve McQueen επιχειρεί να αναπαραστήσει μια ιστορία που την έχουμε δει πολλάκις στον κινηματογράφο.  Ενδεχομένως η ουσιαστική της διαφορά με άλλες ταινίες, να έγκειται στο γεγονός της συνολικά εξαιρετικής της παρουσίας, καθώς είτε μιλάμε για την σκηνοθεσία, είτε για το σενάριο, είτε φυσικά για τις ερμηνείες, η ταινία αποτελεί είναι εξαίσιο δείγμα οπτικοακουστικού δημιουργήματος υψηλής αισθητικής.
Η επιλογή των χώρων είναι ιδανική, με τα γυρίσματα να γίνονται σε τρεις διαφορετικές φυτείες που δίνουν το στίγμα των τότε καιρών και την φωτογραφία του Sean Bobbitt (επίσης βασικού συνεργάτη του McQueen), να φαντάζει ταυτόχρονα ειδυλλιακή και απειλητική, δημιουργώντας ανάμικτα συναισθήματα εξαιτίας της ελεγειακής της ομορφιάς από την μια, και της απάνθρωπης αγριότητας από την άλλη.
Το ίδιο μοτίβο σιγοντάρει και την σκηνοθεσία, η οποία δεν αφήνει τίποτα κρυφό, προκαλώντας το βλέμμα να μείνει προσηλωμένο πάνω στις σκηνές ακραιφνούς βίας και εξευτελισμού μέχρι και της τελευταίας ανθρώπινης αξιοπρέπειας.  Τα πλάνα μεγάλης διάρκειας είναι όντως λειτουργικά, προσφέροντας το επιπλέον δραματικό βάρος, σε μια έτσι κι αλλιώς στην ουσία της, κοινωνικοδραματική ταινία.
Όσον αφορά το cast, είναι σίγουρα ένα από τα καλύτερα που έχουμε δει φέτος, με τους Fassbender και Pitt να εξιλεώνονται για την παρουσία τους στο κακό "The Counselor".  Ο Fassbender κρατώντας τον ρόλο του αφεντικού δυνάστη, δίνει μια εξαιρετική ερμηνεία που φτάνει-εσκεμμένα-στα όρια της καρικατούρας, με την θρησκευτική βιτρίνα να αδυνατεί να καλύψει το αλκοολικό τέρας που κρύβεται από πίσω, αντιμετωπίζοντας μέρα με την μέρα την διπλή φύση του σαδιστή/πιστού που ξεσπά πάνω σε ένα αντικείμενου του πόθου, που τον έλκει τόσο, όσο τον απωθεί: την σκλάβα Patsey.
Στον πρωταγωνιστικό ρόλο του Solomon/Platt, o Chiwetel Ejiofor είναι ιδανικός, ερμηνεύοντας τον ρόλο του με πάθος και δύναμη, δημιουργώντας μια προσωπικότητα κόντρα στον καιρό της.  Το cast συμπληρώνουν με επίσης άψογη παρουσία οι Benedict Cumberbatch, Paul Dano, Paul Giamatti, Sarah Paulson, Lupita Nyongo'o και ο Brad Pitt στον ρόλο του Καναδού Bass, που λειτουργεί ως η μοναδική φωνή ενάντια στον θεσμό της δουλείας.
Το "12 Years a Slave" είναι μια ταινία που πρέπει να δεις.  Ή καλύτερα, να την θαυμάσεις.

Τι έμαθα από την ταινία:  Οτι το όνομα του πρωταγωνιστή είναι γλωσσοδέτης, οτι ο Fassbender όπου κι αν παίζει θα πρέπει να είναι ή γυμνός ή με σεξουαλική διάθεση και οτι ο Brad έμοιαζε λίγο παράταιρος οπτικά, με την εποχή του  Ήταν απλά σαν τον Brad Pitt με μούσι.



No trivia

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

Frankenstein: It's alive! It's alive!

Καλημέρες, καλημέρες!  Σήμερα είπα να επανέλθω με κάτι κλασικό, παρά το γεγονός πως και αυτή η εβδομάδα βρίθει κινηματογραφικών επιλογών.
Έχουμε και λέμε: "Μικρά Αγγλία" του Παντελή Βούλγαρη, "Runaway Day" του Δημήτρη Μπαβέλλα, την ευχάριστη κομεντί "Enough Said", μια από τις τελευταίες ταινίες του James Gandolfini, το ανεκδιήγητο "Homefront" με τους James Franco και Jason Statham (μη γελάτε δεν είναι αστείο), το πολύ καλών ερμηνειών, "Behind the Candelabra", με τους Michael Douglas και Matt Damon και τέλος το αχρείαστο remake της "Carrie" το οποίο είναι απλά μέτριο.  Μπορεί και κακό.
Σε μια τέτοια λοιπόν εβδομάδα, ελάχιστων φωτεινών εξαιρέσεων, αξίζει να ρίξουμε μια ματιά σε μια από τις πιο εικονικές ταινίες τερατικής έμπνευσης της κινηματογραφικής ιστορίας: τον "Frankenstein" του James Whale.


Ο Dr. Henry Frankenstein (Colin Clive) είναι ένας εμμονικός επιστήμονας που επιδιώκει την απόλυτη θέωση, μέσα από την ανάσταση ενός πλάσματος που δεν υπήρξε ποτέ.  Τριγυρνώντας στα νεκροταφεία μαζί με τον πιστό του βοηθό προκειμένου να συλλέξει ανθρώπινα μέλη, προβαίνει τελικώς στην δημιουργία του υπέρτατου όντος, μέσω της συρραφής των σάρκινων κομματιών.  Το αξιοθαύμαστο όμως κατασκεύασμά του, γαλβανισμένο στο έπακρο, δεν είναι αυτό που ο Frankenstein περίμενε.  Εξάλλου ένα μπερδεμένο, άβουλο ον με άναρθρες κραυγές, πελώριο και επικίνδυνο, δεν μπορεί να έχει θέση στην "φυσιολογική" ανθρώπινη κοινωνία.  Και στην τελική, πότε η διαφορετικότητα μπόρεσε να συμβαδίσει αρμονικά με την κοινά αποδεκτή έννοια του νορμάλ ή ακόμη και με την περιφραγμένη θρησκευτική αντίληψη, περί της δημιουργίας του κόσμου (και κατ' επέκταση του πρώτου αγνού ανθρώπου) από έναν πανταχού παρόντα Θεό;


Η ταινία του James Whale αποτέλεσε μια από τις πιο χαρακτηριστικές και ρηξικέλευθες παραγωγές της δεκαετίας του '30 στο είδος του horror (το 1931 είχαμε και την κυκλοφορία του "Dracula", με τον Bela Lugosi να υποδύεται τελικά τον θρυλικό Κόμη, αποτυγχάνοντας στο cast για τον ρόλο του "Frankenstein", o οποίος κατέληξε στην έτερη επιβλητική φυσιογνωμία του Boris Karloff), οχι μόνο εξαιτίας των τεχνικών της στοιχείων και της λειτουργικής πια χρήσης του ήχου (μόλις τρία χρόνια πριν, ο ήχος είχε κάνει επίσημα την εμφάνισή του, στην πρώτη part talkie ταινία, "The Jazz Singer"), αλλά και της κοινωνιολογικής προσέγγισης που πολλοί φάνηκαν να δίνουν στον, τρομερό για την εποχή του, "Frankenstein".
Το κινηματογραφικό αποτέλεσμα του Whale βασίστηκε στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Mary Shelley, η οποία ξεκίνησε την συγγραφή του, μόλις στα δεκαεννιά της χρόνια.  Λέγεται μάλιστα πως η σύλληψη της ιδέας για έναν από τους πιο κλασικούς νεκροζώντανους (αν οχι τον πιο κλασικό) που γνώρισε ποτέ η λογοτεχνία και ο κινηματογράφος, ήρθε στον...ύπνο της, όταν ονειρεύτηκε την ιστορία ενός τρελού επιστήμονα ο οποίος ένοιωσε τρομοκρατημένος, μπροστά στο φοβερό πλάσμα που έφερε στην ζωή.
Παρά το γεγονός πως η ταινία μοιράζεται πράγματι, αρκετά κοινά στοιχεία με το βιβλίο, εντούτοις ο Whale μοιάζει να την έχει μετουσιώσει σε μια ατόφια, κινηματογραφική παρουσία, που ταιριάζει περισσότερο στην σκηνοθετική του καριέρα, αλλά και στις προσωπικές του επιλογές.


Πολλές από τις ταινίες τρόμου της "χρυσής εποχής" του Χόλιγουντ, βρίσκονταν πάντα ένα βήμα μπροστά, ωθούμενες από μια σειρά βαθύτερων αιτιών (πολλές φορές φιλοσοφικών προεκτάσεων), που καθιστούσαν επιτακτική την δημιουργία τους.
Ένα από τα πιο παραδοσιακά θέματα στα οποία ο άνθρωπος προσπαθεί να δώσει απαντήσεις από την στιγμή της γέννησής του, είναι η ιδέα του θανάτου.  Γιατί ερχόμαστε στη ζωή;  Γιατί πεθαίνουμε;  Τι βρίσκεται πέρα από τον θάνατο;  Αυτού του είδους τα ρητορικά ερωτήματα, ταλανίζουν για αιώνες ολόκληρους την ανθρωπότητα, μια ανθρωπότητα που έχει καταφύγει στην Τέχνη προκειμένου να ανακουφίσει την διαρκή και κατ' ουσίαν, μάταιη αναζήτηση του 'γιατί γεννιόμαστε' και 'γιατί πεθαίνουμε'.  Η ζωγραφική, η μουσική, η λογοτεχνία, η ποίηση, ο κινηματογράφος, παρουσιάζονται ως οι διαφορετικοί δρόμοι, τα ενδιαφέροντα μέσα που μπορεί να επιλέξει κανείς, προκειμένου να ικανοποιήσει σε έναν κάποιον, ψηγματικό βαθμό την ανάγκη του να πιστέψει σε κάτι και να δώσει σκόρπιες ερμηνείες σε όλα εκείνα τα ερωτήματα που κινούνται παράλληλα με την εξέλιξη του ανθρώπου.
Το 1922 ο J.W Murnau σκηνοθέτησε το "Nosferatu", μια από της πρώτες ταινίες τρόμου, η οποία εκ φύσεως περιέκλειε την αγωνία για την αιώνια ζωή, τοποθετώντας στο προσκήνιο την τρωκτική φυσιογνωμία του Graf Orlof (ακόμη κι αν ο Max Schreck δεν εμφανίζεται παρά ελάχιστα λεπτά σε όλη την ταινία).  Ο Murnau όμως δεν έμεινε εκεί.  Αντιθέτως, επέλεξε να χρησιμοποιήσει την απειλητική παρουσία του Orlof ως μια ευφυή αλληγορία πάνω στην φρίκη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και των αμέτρητων θυμάτων του.
Στα ίδια μονοπάτια κινείται και ο "Frankenstein" ο οποίος θίγει δυο βασικά ζητήματα: αυτό του αντιθετικού ζεύγους, επιστήμη-πίστη, αλλά και αυτό της διαφορετικότητας.  Βλέπετε ο James Whale ήταν ομοφυλόφιλος.


Η προσωπική ζωή του Whale, λέγεται πως επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο με τον οποίο παρουσίασε πιο ευαισθητοποιημένα και ανθρώπινα το πρωταγωνιστικό του τέρας, επειδή ακριβώς βίωνε την ταύτιση με την αποξένωση και την ενοχοποίηση του Frankenstein εξαιτίας της διαφορετικότητάς του.  Σε μια εποχή μάλιστα όπου η λογοκρισία και το κόψιμο των σκηνών, στον κόσμο του αμερικάνικου πουριτανισμού, αποτελούσε την πεπατημένη, η ομοφυλοφιλική πορεία του Whale αποτελούσε έξτρα αφορμή για τον ίδιο, προκειμένου να μετατοπίσει αυτό ακριβώς το κοινωνικό βάρος σε ένα παρεξηγημένο πλάσμα που δεν είναι υπεύθυνο για τις πράξεις του, ένα πλάσμα που κινείται με γνώμονα το ένστικτο και την υβριστικής προελεύσεως φύση του.  Επί της ουσίας είτε μιλάμε για τον Frankenstein, είτε για τον Whale, είναι ένα και το αυτό.
Στον αντίποδα η ζευγαρική παρουσίαση των καταστροφικών αποτελεσμάτων της επιστήμης από την μια πλευρά, αλλά και η ανάγκη του ανθρώπου να φτάσει τον Θεό, λειτουργούν επίσης ως ένα από τα πιο γνωστά μονοπάτια πλοκής, ιδιαίτερα στο είδος του horror, το οποίο μας έχει προσφέρει έτσι κι αλλιώς μερικές σπουδαίες ταινίες πάνω σε αυτή την θεματική.  Φυσικά, η αντιφατική διάσταση ανάμεσα στην αιώνια επιδίωξη του ατόμου να φτάσει την θεϊκή δημιουργία, και την, για ακόμη μια φορά παρέμβαση των λογοκριτών για την αφαίρεση οποιουδήποτε στοιχείου θεωρείτο βλάσφημο (όπως έγινε με την φράση "Now i know what it's like to BE God!"), φανερώνει αν μη τι άλλο και την καθαρά ανθρώπινη φύση της κινηματογραφικής δημιουργίας.
Το "Frankenstein" είναι μια ταινία που είναι πολλά περισσότερα, από μια απλή, ξώφαλτση μεταφορά του λογοτεχνικού δημιουργήματος στην μεγάλη οθόνη: είναι μια ταινία για την θνητή μας φύση, την διαρκή πάλη με τις προσωπικές μας επιλογές και τα κακώς κείμενα που δεν πρέπει ποτέ να αποδίδονται στους Frankensteins αυτού του κόσμου, αλλά σε αυτούς που τους δημιούργησαν.

Τι έμαθα από την ταινία:  Οτι τα ζωγραφιστά background ήταν τόσο cool, οτι ο Karloff ήταν τόσο cool, οτι ο Frankenstein ήταν, είναι και θα είναι τόσο cool.


TRIVIA
  • Τα παπούτσια που φορούσε ο Boris Karloff ζύγιζαν δεκατρία κιλά το ένα!
  • Επίσης πρότεινε να αφαιρέσει ένα τμήμα από τη γέφυρα των δοντιών του, για να είναι πιο επιτυχημένο το μακιγιάζ με το βαθουλωμένο μάγουλο!
  • Ο Karloff θεωρείται από τους ηθοποιούς που άργησε να κάνει το breakthrough του στον κινηματογράφο.  Ξεκίνησε την καριέρα του στα 44.
(ΠΗΓΗ IMDB)

Πέμπτη 13 Ιουνίου 2013

To Die For: Ambition and looks. A killer combination

Hello, hello!  Εν μέσω τρεξίματος και τηλεοπτικού διαβάσματος, επανέρχομαι αν και Παρασκευή και παρά το γεγονός πως την Τετάρτη δεν κατάφερα να ανεβάσω κάτι.  Δεν πειράζει όμως, όπως σας είπα θα προσπαθώ να επιστρέφω στο blog όταν μου το επιτρέπει ο χρόνος μου οπότε here i am.
Περίεργη εβδομάδα αυτή, με το κλείσιμο της ΕΡΤ να μονοπωλεί το ενδιαφέρον για όλους τους λάθος λόγους αν με ρωτάτε, την ίδια στιγμή που η πρεμιέρα του "Before Midnight" στην χώρα μας, θα μπορούσε να είχε στρέψει τα φώτα της δημοσιότητας πάνω της, όπως της άρμοζε.  Μια ακόμη χαμένη ευκαιρία, και ένα κυβερνητικό "αποφασίζομεν και διατάζομεν", ήταν τα χαρακτηριστικά της εβδομάδας που φεύγει.  Η αλήθεια είναι πως σε τέτοιους καιρούς, το μαχαίρι είναι πιο δίκοπο από ποτέ: θες να κάνεις πράγματα, αλλά ίσως η όρεξη που έχεις (και που κυρίως δεν έχεις), να αποτελεί το μεγαλύτερο πρόβλημα.  Προσωπικά τώρα τελευταία στο blog, νοιώθω πως κάπου έχω χάσει την έμπνευσή μου και το πράγμα έχει γίνει πολύ πιο μηχανικό απ'οτι επιτάσσει μια κατά τα άλλα φυσιολογική εξέλιξη.  Nope, καθόλου φυσιολογικά πράγματα.  Θα ανοίξω πάντως ένα μέτωπο με τον εαυτό μου, και θα επανέλθω δυναμικά.  That's a promise.
Και μετά τον μονόλογο της τρέλας, ας ελαφρύνουμε λιγάκι το κλίμα με την μαύρη κωμωδία του Gus Van Sant, "To Die For".


H Suzanne Stone (Nicole Kidman), είναι μια γοητευτική, φιλόδοξη ύπαρξη που από μικρή ήθελε να ασχοληθεί με τον ονειρικό κατά τα άλλα κόσμο της τηλεόρασης.  Ήδη από όταν ήταν πιτσιρίκι, αρεσκόταν να βλέπει τον εαυτό της στην κάμερα του μπαμπά που ήταν συνδεδεμένη με την TV, φαντασιωνόμενη αργότερα, τι ωραία που θα ήταν να μπορούσε να αποτελεί τμήμα της αυτού του τεράστιου, επιδραστικού μέσου.
Μεγαλώνοντας η Suzanne έγινε μια σαγηνευτική ύπαρξη που είχε την δυνατότητα να σέρνει τους άντρες από την μύτη-ναι και από κάτι άλλο-αποφασίζοντας να χρησιμοποιήσει αυτό το ταλέντο, προς όφελός της και ως βασικό εισιτήριο που θα την οδηγούσε στα στουντιακά φώτα και την διασημότητα.
Παρά το γεγονός οτι παντρεύτηκε τον κανακάρη (Matt Dillon) του Joe Maretto (Dan Hedaya), ενός από τους κυρίαρχους κοινωνικούς πυλώνες των αμερικανο-ιταλικών σχέσεων της τοπικής κοινωνίας, η ίδια είχε μάλλον πιο "larger than life" όνειρα, τα οποία δεν περιελάμβαναν ούτε ορδές από κουτσούβελα να βολοδέρνουν μέσα στο σπίτι, ούτε και φυσικά την ίδια σε ρόλο χαρωπής νοικοκυράς.
Όταν τα πράγματα αρχίσουν να γίνονται λίγο πιο πιεστικά (όταν όμως λέμε λίγο, πιο λίγο δεν το φαντάζεσαι), η Suzanne θα καταλήξει στην μια και μοναδική διέξοδο που βλέπει: να σκοτώσει τον άντρα της.  Επειδή όμως είναι και καπάτσα θα βάλει άλλους να κάνουν την βρομοδουλειά, ανάμεσα στους οποίους και έναν horny έφηβο, τον Jimmy Emmet (Joaquin Phoenix), ο οποίος θα πήγαινε ακόμα και στην Κόλαση για χάρη της...


O Gus Van Sant είναι ένας σκηνοθέτης ή του ύψους ή του βάθους, μιας που είτε θα καταφέρνει να δημιουργεί ενδιαφέροντα και ετερόκλητα η αλήθεια είναι ταινιάκια, είτε θα καταβαραθρώνει τον εαυτό του μέσα στην ανοησία και την πλήρη κινηματογραφική αδιαφορία.
Ξεκινώντας την καριέρα του από την δεκαετία του ΄80 με το πρώτο, μεγάλου μήκους ταινιάκι του, "Mala Noche", ο Van Sant έδειξε πως μπορούσε να σταθεί μέσα στο χολιγουντιανό στερέωμα, σκηνοθετώντας στυλιζαρισμένα ταινιάκια, γεμάτα από την νεανική ορμή των εξίσου νεανίζοντων χρόνων μερικών πασίγνωστων ηθοποιών, όπως ο Keanu Reeves και ο River Phoenix, τους οποίους χρησιμοποίησε για την μεταφορά του Σαιξπηρικού "My Own Private Idaho" στην ομώνυμη ταινία του.
Από τις αρχές του '90 και μετά, η καριέρα του σημείωσε μια σημαντική άνοδο τόσο με το "To Die For" το οποίο τσεκάρουμε σήμερα (και το οποίο χαιρετίστηκε από τους κριτικούς ως μια απόλυτα fun, μαύρη κωμωδία), όσο και με το "Good Will Hunting", σε σενάριο Ben Affleck και Matt Damon, το οποίο τσίμπησε και τα δυο του Οσκαράκια, αυτό για την ερμηνεία του Robin Williams, και για το σενάριο των δυο νεαρών τότε, αμούστακων ηθοποιών.
Έκτοτε η φιλμογραφία του Van Sant χαρακτηρίζεται πραγματικά από διαρκή σκαμπανεβάσματα, καθώς είτε θα μιλάμε για αξιόλογα δημιουργήματα, όπως το σοκαριστικό "Elephant" (έχουμε μιλήσει παλαιότερα και γι' αυτό), και το "Milk", είτε για γελοιότητες τύπου "Psycho" (...), και oh so boring νέες εμφανίσεις, όπως το πιο πρόσφατο "Promised Land" το οποίο ήταν κάτι παραπάνω από παγερά αδιάφορο.
Ευτυχώς κάπου εκεί έχουμε να βλέπουμε τις πιο παλιές του ταινίες και να χαιρόμαστε μέχρι την επόμενη-ευχόμαστε καλή-προσπάθεια.  Εν προκειμένω το "To Die For" είναι μια απολαυστικότατη σάτιρα την οποία πρέπει να δεις.  Και θα περάσεις καλά.


Βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο της Joyce Maynard, το "To Die For" είναι ένα σατιρικό διαμαντάκι που ακολουθεί την κατεύθυνση της μαύρης κωμωδίας, χωρίς να παίρνει ποτέ στα σοβαρά τον εαυτό του, ακόμα και στις πιο κρίσιμες στιγμές.
Όλος ο λαμπερός κόσμος του θεάματος, της τηλεοπτικής αυταπάτης και των success stories, γίνεται αφορμή για μια πρώτης τάξεως αποκαθήλωσης του συστήματος και τερματισμού του αμερικάνικου ονείρου, μέσα από την κοσμοθεωρία μιας ξανθιάς bitch που θα πατήσει επί πτωμάτων (αφού πρώτα τα πηδήξει), προκειμένου να πάρει αυτό που θέλει: ένα κομμάτι από την απαστράπτουσα πίτα που ακούει στο όνομα, τηλεόραση.
Βεβαίως τα πράγματα δεν είναι και τόσο εύκολα, καθώς μπορεί ο χαρακτήρας της Suzanne (ο οποίος βασίζεται στην πραγματική ιστορία της Pamela Smart που παρέσυρε έναν 15χρονο προκειμένου αυτός να δολοφονήσει τον σύζυγό της), να περιτριγυρίζεται από άτομα στα οποία η επίδρασή της είναι καθοριστικής σημασίας για την περαιτέρω δράση αυτών, παρόλα αυτά όλοι πληρώνουν τελικά το τίμημα με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο.
Το "πρόβλημα" του χαρακτήρα που υποδύεται με right to the point πειστικότητα η Nicole Kidman, έγκειται στο γεγονός της παραναγνώρισης της όποιας εξυπνάδας, και κυρίως στην λανθασμένη εντύπωση πως το να είσαι πονηρή, σημαίνει βασικά πως είσαι και έξυπνη.  Λειτουργώντας με ύφος πολλών καρδιναλιών, τουπέ μεγαλοστελέχους και την εντύπωση πως όλοι χορεύουν στον δικό της ρυθμό, η Suzanne κάνει το μοιραίο λάθος να πιστέψει πως η γοητεία της θα καταφέρει να την ξελασπώσει από κάθε δύσκολη περίσταση, με την δυσκολότερη να έγκειται φυσικά στο σχέδιο εξόντωσης του συζύγου της.
Κάτω φυσικά από το προσωπείο μιας κατά τα άλλα ισχυρής ύπαρξης, κρύβεται τελικά μια ανόητη γυναίκα, γεμάτη πραγματική γνώση για τον εαυτό της, για έναν εαυτό δηλαδή από τον οποίο αν αφερέσεις το περιτύλιγμα δεν μένει τίποτε με το οποίο αξίζει κανείς να ασχοληθεί.  Στην ουσία εκεί ακριβώς έγκειται και το κωμικό στοιχείο της ταινίας, στο οτι βλέποντας την Suzanne αντιλαμβάνεσαι πως αποτελεί κλασική περίπτωση θηλυκού το οποίο αργά ή γρήγορα θα φάει το κεφάλι του.  Με τον ίδιο τρόπο που και εκείνη ήξερε να τρώει άλλα (censored).


Η σκηνοθετική προσέγγιση του Van Sant ταιριάζει γάντι στην διάθεση για σάτυρα και την διαμόρφωση ενός "δράματος" το οποίο είναι περισσότερο κωμωδία, απ'οτι δράμα.  Ντύνοντας με hardcore μουσική τα εφημεριδικά στιγμιότυπα του σκανδάλου, εστιάζοντας την κάμερά του κατευεθείαν πάνω στους ήρωες οι οποίοι μιλούν κοιτάζοντας τους θεατές, σαν να πρόκειται για ντοκιμαντέρ και φροντίζοντας να ντύνει με κομμάτια εννοιολογικής προσέγγισης ορισμένα από τα πλάνα του, ο σκηνοθέτης δημιουργεί ένα witty και καθόλα ποπ συνονθύλευμα, το οποίο έρχεται και απογειώνεται από τα χρωματιστά, παρδαλά συνολάκια της κ.Stone-Maretto, της σχεδόν μπαφιάρικης συμπεριφόρας του Phoenix και του χαρακτηριστικού ρόλου της Kidman η οποία ξέρει να ισορροπεί με ακρίβεια ανάμεσα στο πονηρό (κουτοπόνηρο βασικά) και το αφελώς χιουμοριστικό, το οποίο και χαρακτηρίζει όλο το φάσμα της ταινίας.
Φυσικά ο Van Sant δεν χάνει ευκαιρία να ανάγει την ταινία σε μια κριτική-καταπέλτη, απέναντι στα πρότυπα που καλλιεργεί η Αμερική αναφορικά με την αξία της ύπαρξης μόνο μέσα από μια τηλεοπτική οθόνη, της καταστροφικής της χειραγώγησης και της ικανότητας να κάνει, να δείξει και να πει τα πάντα, προκειμένου να συνεχίσει να υπάρχει.  Δεν θα ήταν μάλιστα υπερβολή αν λέγαμε πως και η ίδια η Suzanne αποτελεί την μετουσίωση όλων των κακώς κειμένων της τηλεόρασης: είναι γοητευτική, χειραγωγική στο φουλ, λέει μόνο αυτά που θέλει ο άλλος να ακούσει (τουλάχιστον μέχρι να πετύχει τους σκοπούς της), είναι επιθετική, ξεχνάει εύκολα, παραπλανεί και πείθει με τεράστια ευκολία.  Ναι, η Suzanne Stone είναι η τηλεόραση.


Γενικώς αν έχεις όρεξη για μια απολαυστική ταινιούλα, καλοπαιγμένη και fun, τσέκαρε το "To Die For" και είναι σίγουρο πως θα δεις παντού ψήγματα σατιρικής διάθεσης και σαφέστατου κοινωνικού σχολιασμού.  Προσωπική, αγαπημένη μου στιγμή, όταν ένας αστυνομικός παίρνει αποτυπώματα πάνω από την τηλεόραση που εκείνη την στιγμή προβάλει την αμερικάνικη σημαία.  Πως απλά μπορεί να χωρέσει μια ολόκληρη συζήτηση και μια ολόκληρη κατάσταση σε ένα μόνο πλάνο...

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι η χαίτη είναι καταστροφικό κούρεμα, οτι o Casey Affleck έχει επίσης τόσο λάθος μαλλί και οτι η ψυχρή παρουσία της Kidman επιβεβαιώνεται σε όλη την ταινία.  Από την αρχή μέχρι και το τέλος.


Το trailer δείχνει πολλά.  Σας προειδοποιώ!

Νo trivia

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013

The Piano Teacher (a.k.a La Pianiste): She will teach you...

Καλημέρα και καλή εβδομάδα!  Σήμερα θα ξεκινήσουμε με μια ταινία η οποία πρόκειται να επανακυκλοφορήσει από τις Πέμπτη στις αίθουσες (φαντάζομαι πιο συγκεκριμένα στους θερινούς κινηματογράφους), μιας που είθισται καλοκαιράκι και ταινίες περασμένων ετών.
Η συγκεκριμένη είναι του 2001 σε σκηνοθεσία Michael Haneke και όπως επιτάσσει η φιλμογραφία αυτού του δημιουργού, δεν είναι για όσους δεν περιμένουν από αυτή κάτι το κομματάκι διαφορετικό.  Εν προκειμένω του ιδιαίτερου χαρακτήρα της πρωταγωνίστριας.  "The Piano Teacher" λοιπόν...


Η Erika Kohut (Isabelle Huppert) είναι μια δασκάλα πιάνου αυστηρή και καθωσπρέπει, η οποία με την αδαμάντινη και αλύγιστη κριτική της, κερνάει τους μαθητές της ένα σφηνάκι σκληρής ζωής όπως αυτή τους περιμένει στον καθόλα ανταγωνιστικό μουσικό χώρο που επέλεξαν να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους.
Η Erika όμως είναι πολλά περισσότερα από αυτά που αφήνει να φανούν, μια απλησίαστη και σκληρή δηλαδή γυναίκα, η οποία ζει με την εξίσου επιβλητική και καταπιεστική της μητέρα, παρά το γεγονός πως έχει φτάσει στα σαράντα και πως δίνει την εντύπωση μιας καχεκτικής γεροντοκόρης.  Η ίδια φαίνεται να μη δίνει και τόση σημασία στο φαίνεσθαι, όσο στο προσωπικό της είναι, αδιαφορώντας για κάθε τι που συμβαίνει γύρω της και δεν περιλαμβάνει πιανίστικες νότες και σονάτες του Schubert.  Όλα αυτά τουλάχιστον, μέχρι την στιγμή που θα βρεθεί στον δρόμο της ένας νεαρός, ο οποίος αρχίζει να δείχνει σταδιακά ένα έκδηλο ενδιαφέρον για την ίδια, οχι μόνο όσον αφορά τις διδακτικές της γνώσεις σχετικά με το πιάνο, αλλά κυρίως όσον αφορά την ίδια ως καθαρά γυναικεία παρουσία.
Η Erika αντιλαμβανόμενη το κόρτε του Walter (Benoit Magimel), θα προσπαθήσει να τον απωθήσει (οχι και τόσο διακριτικά), αλλά η επιμονή του θα της ξυπνήσει πόθους και λαγνείες που φαίνεται να μην έχει γνωρίσει πριν.  Ή μάλλον οχι ακριβώς θα τις ξυπνήσει μιας που αυτές οι ορέξεις είχαν πάντα μια θέση μέσα της.  Αυτές και άλλες πολλές...


Βασισμένη στην ομώνυμη νουβέλα της Elfriede Jelinek, το "The Piano Teacher" είναι μια ταινία για την καταπιεσμένη γυναικεία φύση, είτε αυτή εκφράζεται μέσω της ηλικιωμένης και ανήμπορης να επιβληθεί πλέον σε άλλους πέραν της κόρης της, μάνας (υποδυόμενης ιδανικά από την Annie Girardot), είτε μέσω της ανέκφραστης και ψυχρής Erika, η οποία όμως είναι στην ουσία ένα συναισθηματικό καζάνι που βράζει.
Ο Haneke φημίζεται για τον τρόπο με τον οποίο χειραγωγεί τους ήρωές του, λες και λειτουργεί σαν ένας off-screen puppet master (κατά κάποιον τρόπο, αυτό ακριβώς κάνει) ο οποίος καθορίζει κάθε στιγμή και κάθε λεπτό τις αντιδράσεις, τις συμπεριφορές και τις πράξεις των πρωταγωνιστών του.
Έχοντας αναλάβει εξάλλου εκτός από την σκηνοθεσία και την προσαρμογή του σεναρίου, θα έλεγε κανείς πως οι στα όρια της τρέλας πινελιές με τις οποίες έχει "βάψει" τα πρόσωπα των ηρώων, αποτελούν ένα από τα βασικά κομμάτια της ταινίας, στην οποία η σκηνοθεσία ίσως και να περνάει σε δεύτερη μοίρα, χάρη στην παρουσία της Huppert η οποία δυναμιτίζει την ατμόσφαιρα και γεμίζει τα πλάνα με υπερυψωμένα φρύδια, παγωμένες ματιές και ακόμη πιο παγωμένες συμπεριφορές, στρέφοντας τα καταπιεσμένα της πάθη στους μαθητές της με την μορφή λεκτικής/ψυχολογικής ή και σωματικής βίας.  Ο σκηνοθέτης μάλιστα καθιστά ξεκάθαρη από την αρχή την ιδιαιτερότητα της πρωταγωνίστριας και της προβληματικής της σχέσης με την μητέρα της, δίνοντάς της μέχρι και μια σχετική άφεση αμαρτιών αναφορικά με τα όσα πρόκειται να ακολουθήσουν.  Και δεν είναι και λίγα αυτά...


Έχοντας δει πολλές φορές στον κινηματογράφο τις ανισόρροπες σχέσεις που μπορεί να αναπτυχθούν ανάμεσα στους γονείς και τα παιδιά τους, δεν είναι τυχαίο πως ο Haneke επιλέγει να μεταφέρει στην κινηματογραφική οθόνη μια εκ των πραγμάτων τραυματισμένη (και λογοτεχνικά) σχέση, ανάμεσα στην ηρωίδα και την μητέρα της, αν μη τι άλλο γιατί κάτι τέτοιο δίνει απευθείας την ευκαιρία σε έναν δημιουργό να αφήσει στην άκρη τις αφορμές και να περάσει στο ψητό, το οποίο μπορεί να δομήσει και να δαμάσει μέσα από την βασική και αφετηριακά λοξή σχέση την οποία αρχικά ο σκηνοθέτης και στην συνέχεια εμείς, παίρνουμε ως δεδομένη και πορευόμαστε με αυτή γνώμονα.  Έτσι λοιπόν από εκεί και πέρα είναι σίγουρο πως ο θεατής θα προσπαθήσει να ερμηνεύσει την προσωπικότητα και τον χαρακτήρα της Erika με βάση την δυσλειτουργική της σχέση με την μητέρα της, την οποία δεν διστάζει να χτυπάει και να βρίζει.
Θα έλεγε κανείς πως αν είχαμε το κλασικό, Οιδιποδειακό σύνδρομο, θα ήταν πιο εύκολο να αντιληφθούμε για παράδειγμα έναν τύπο ο οποίος είτε νοιώθει απέχθεια γι' αυτές, είτε αντιδρά βίαια απέναντι τους, εξαιτίας του αντικατοπτρισμού πάνω τους, του προσώπου του αιώνιου και απαγορευμένου του πόθου, της μάνας του.  Στην προκειμένη περίπτωση το πράγμα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον, καθώς εκτός από το γεγονός πως μιλάμε για την σχέση δυο γυναικών, εντούτοις την γνωρίζουμε από ένα σημείο (ακόμα και η ηλικία λειτουργεί με τρόπο καθοριστικό) στο οποίο αυτή έχει οδηγηθεί έτσι κι αλλιώς σε μια οριστική ρήξη, με την μάνα και την κόρη να έχουν κάνει τρόπο ζωής την "βία" σε κάθε της πιθανή μορφή.  Συνεπώς, ίσως να μην ήταν υπερβολικό αν σκεφτόμασταν πως η Erika έχει ανάγκη από την αρσενική παρουσία, για μια τελική μεταβίβαση του καλλιεργημένου τόσα χρόνια άρρωστου πάθους της, σε κάποιον στον οποίο ίσως κι να μη φαντάζει τόσο άρρωστο: σε έναν άνδρα.


Η σαφέστατα καταπιεσμένη σεξουαλική της φύση, εκδηλώνεται βέβαια μέσα από τις σαδομαζοχιστικές τις τάσεις και ανάγκες, οι οποίες υποδηλώνουν με την σειρά τους την διαμόρφωση μια ερωτικής σχέσης με βάση τα μέτρα και τα σταθμά με τα οποία λειτουργεί και η καθημερινότητά της.  Κρυψίνους, μόνη και καταπιεσμένη καθώς είναι η πρωταγωνίστρια, καταφεύγει στην παρακολούθηση σκληρού, πορνογραφικού υλικού για την υποτυπώδη ικανοποίηση της ηδονοβλεπτικής της διάθεσης, την ίδια στιγμή που μέσα στο μπάνιο αποζητά την στιγμιαία ικανοποίηση και τον εν δυνάμει σεξουαλικό ερεθισμό, με το χαράκωμα των μηρών της.  Η Erika δεν είναι μια γυναίκα που αποζητά την βία σε κάθε έκφανση της ζωής της, αλλά φαίνεται πως η ολοένα και αυξανόμενες ορμές της, τείνουν να κυριαρχήσουν, εμπλέκοντας σε αυτές και το κομμάτι της όποιας βίας μπορεί να αντιμετωπίζει χρόνια ολόκληρα στο πλευρό της αυταρχικής μάνας.  Δεν είναι τυχαίο εξάλλου πως η εμφάνιση του νεαρού είναι εκείνη που πυροδοτεί τελικά την μετάβαση της Erika στην άλλη πλευρά της εγκεφαλικής της καθημερινότητας, αυτή του bondage, του ξύλου, της ταπείνωσης και της γενικότερης σαδομαζοχιστικής της ανάγκης να υπάρχει ως ολοκληρωμένο ον μέσα σε μια σχέση.
Όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς και προς το τέλος της ταινίας, κάπου οι ρόλοι αντιστρέφονται και το πάνω χέρι το αναλαμβάνει πλέον άλλος, με αρκετά τραγικά αποτελέσματα ομολογουμένως, κυρίως ως προς την διαπίστωση από την ηρωίδα οτι αποτελεί ένα freak of nature.  Η οριστική απώλεια και η έκθεση του κρυμμένου εαυτού, πυροδοτούν μια αντίδραση τόσο πηγαίας δυναμικής, η οποία όμως μετριάζεται στο ναδίρ από την αυστηρά οριοθετημένη ματιά και τον ψυχρό ορθολογισμό του Haneke.  Αυτό που ήθελε να πει το είπε.  Δεν υπάρχει λόγος για περιττούς μελοδραματισμούς και συναισθήματα, έτσι κι αλλιώς.


Όπως αντιλαμβάνεσαι από μια τέτοια ταινία, ο πρωταγωνιστικός ρόλος της Huppert είναι ένα ερμηνευτικό λουκουμάκι με την ίδια να αποτελεί το απαύγασμα της ιδιάζουσας περίπτωσης, και το αφ'υψηλού βλέμμα της να λειτουργεί καταλυτικά στον "ευνουχισμό" του Warner.  Και σε πιο αρσενικό αρέσει τέλος πάντων να το ευνουχίζουν;
Η σκηνοθεσία του Haneke πάει χέρι-χέρι με την σκληρή ατμόσφαιρα των προσώπων, με έναν κατακερματισμό μονταζιασμένων πλάνων και μια ακατάπαυστη κλασική, μουσική επένδυση που έρχεται σε σκληρή κόντρα με τις εξίσου σκληρές, επιμέρους σκηνές, ενισχύοντας την ήδη ενδιαφέρουσα ματιά της κρυμμένης τρέλας μιας δασκάλας πιάνου (κατά τρόπο όμοιο με την τρέλα της μπαλαρίνας του Aronofsky στον "Μαύρο Κύκνο", η οποία καθοδηγείται από μια εξίσου αυταρχική μάνα και μια καταπιεσμένη σεξουαλική μανία).
Το "The Piano Teacher" είναι μια ταινία ήπιων τόνων στο σύνολό της, η οποία όμως αφορά ένα σύνολο πραγμάτων, προκλητικών και αληθινών ταυτόχρονα, τα οποία σε προκαλούν να τα ερμηνεύσεις.  Ή απλώς να τα αντέξεις...

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι όταν αποφασίζεις να μπαλαμουτιαστείς στην τουαλέτα, απλά δεν μπαίνει κανείς να διακόψει, οτι υπάρχουν ακόμα drive ins και οτι το ντυσιματάκι "καθηγήτρια πιάνου" θεωρείται η τελευταία τάση της μόδας.

Trailer δεν βάζω γιατί απλά είναι γελοίο.

No trivia

Παρασκευή 17 Μαΐου 2013

The Great Gatsby: The all seeing eyes of Dr. TJ Eckleburg...

NEW ARRIVAL

Χαιρετώ, χαιρετώ.  Σήμερα θα ασχοληθούμε όπως μπορείτε να φανταστείτε, με την νέα ταινία του Baz Luhrman, "The Great Gatsby".  Σας έχω ξαναπεί πως παρά το γεγονός πως στο blog ανεβάζω ταινίες οι οποίες αποτελούν προσωπική απόλαυση, εντούτοις κάποιες φορές, δεν μπορώ να μην ασχοληθώ και με τις αντίστοιχες οι οποίες προκαλούν ένα σούσουρο, για τους δικούς της λόγους η καθεμιά.  Το "The Great Gatsby" αποτελεί μια τέτοια ταινία και παρακάτω θα προσπαθήσω να δώσω την δική μου εξήγηση για τους λόγους που τελικά δεν κατάφερα να τον "αγαπήσω".  Όσο υπέροχος κι αν νόμιζε πως ο Luhrman πως είναι...


O Jay Gatsby (Leonardo di Caprio) είναι ένας μυστήριος εκατομμυριούχος, ο οποίος ζει μόνος στην μεγαλοπρεπή και έως και κιτς έπαυλή του, στο φανταστικό West Egg του Long Ailand.  Αν για κάτι είναι γνωστός, πέρα δηλαδή από όλες τις φήμες που κυκλοφορούν ανάμεσα στους μπλαζέ πλούσιους, αναφορικά με το πως έχτισε όλη την αμύθητη περιουσία του, είναι για τα εκκωφαντικά του πάρτι, τα γεμάτα σερπαντίνες, γκλίτερ και σαμπάνια που ρέει άφθονη.  Κάθε σαββατοκύριακο η κεκλεισμένων των θυρών παρουσία του Gatsby, γίνεται σημείο αναφοράς, μιας που ο οικοδεσπότης δεν τσιγκουνεύεται τίποτα μπροστά στην αγάπη.  Γιατί ο μελαγχολικός και εν τέλει απόκληρος της κοινωνίας, Gatsby, παραδίδει κάθε εβδομάδα την πιο large διασκέδαση, με την ελπίδα να έρθει κάποια στιγμή και η αιώνια αγαπημένη της καρδιάς του, Daisy (Carey Mulligan).  H Daisy είναι πλέον παντρεμένη με τον all american boy και γυναικά, Tom Buchanan (Joel Edgerton), με τον οποίο ζει μια πλουσιοπάροχη αλλά κατά τα άλλα ρηχή και θλιμμένη ζωή.
Παρατηρητής όλων αυτών, είναι ο ξάδελφος της Daisy, Nick Carraway (Tobey Maguire), ο οποίος θα αποτελέσει στην ουσία και τον μοναδικό πραγματικό φίλο του Gatsby.  Εν μέσω ξέφρενου χορού, πολλαπλών δόσεων παγιέτας και ξεφαντώματος, το ρομάντζο των δυο πρωταγωνιστών θα φουντώσει.  Οχι όμως και η αληθινή αγάπη...


Καταρχάς να ξεκαθαρίσω κάτι.  Το βιβλίο δεν το έχω διαβάσει (ακόμα), συνεπώς δεν μπορώ να μείνω και πολύ στο κατά πόσο μεταφέρθηκε όσο πιο πιστά γινόταν το αυτούσιο λογοτεχνικό δημιούργημα στο κινηματογραφικό πανί.  Παρόλα αυτά μπορώ να αντιληφθώ πως όταν αποτελεί κοινή παραδοχή πως μιλάμε για ένα εκ των σπουδαιότερων λογοτεχνημάτων που γράφτηκαν ποτέ, σίγουρα αυτό δεν μπορεί να απέχει και πολύ από την αλήθεια.  Θα ξεκινήσω συνεπώς την "κριτική" μου κάπως αιρετικά και προασπιζόμενη κατά τρόπο χαλαρό την αξία του κατασκευάσματος του F. Scott Fitzgerald.
Σε πρώτη φάση έχει σημασία να αντιληφθούμε το χρονικό πλαίσιο μέσα στο οποίο τοποθετείται το "The Great Gatsby", οχι για άλλον λόγο, αλλά για να δικαιολογήσω σε έναν βαθμό την αξία του βιβλίου, μιας που με τις συζητήσεις που άνοιξαν χθες σχετικά με την ταινία, υπήρξαν ορισμένοι που κατηγορούσαν το βιβλίο ως πολύ ρηχό και με χαρακτήρες συμπεριφοράς 10χρονου.
Αρχικά το γεγονός πως το "The Great Gatsby" κατατάσσεται στην κατηγορία των "great american novels", θα έπρεπε να λέει από μόνο του κάτι μιας που αυτομάτως σημαίνει πως αποτελεί τον καλύτερο δημιουργικό εκφραστή της εποχής στην οποία γράφτηκε και την οποία χαρακτηρίζει.  Συνεπώς θα ήταν άτοπο να το κρίνουμε από μια σκοπιά αποδεσμευμένη από τον αυστηρά καθορισμένο χρονικό χώρο (ή χωρικό χρόνο) των ξέφραγων '20s, διότι απλά εκεί εντάσσεται.  Και στα πλαίσια αυτού, αποτελεί τον ιδανικότερο εκφραστή μιας εποχής βουτηγμένης στο παράνομο αλκοόλ (ενδεχομένως η διανομή του αλκοόλ δεν ήταν ποτέ πιο έντονη από την εποχή της ποταπαγόρευσης), την καταστολή των ηθών και την boom-ίστικη άνθηση της οικονομίας με την βοήθεια του Χρηματιστηρίου.  Άρα λοιπόν το "The Great Gatsby" αποτελεί έναν great μπούσουλα καταγραφής της ιστορικοκοινωνικής πραγματικότητας, με ολίγον από μυθοπλαστικό έρωτα, and that's that.


Ο μυθοπλαστικός βέβαια έρωτας μπορεί να μην είναι καν μυθοπλαστικός, μιας που και η σχέση του Fitzgerald με την Zelda, μιας γυναίκας που λέγεται πως τον ταλαιπώρησε εξαιτίας της υψηλής, κοινωνικής της καταγωγής και των χλιδάτων απαιτήσεών της, μάλλον αποτέλεσε πασιφανή τροφή για το βιβλίο του.
Παρά το γεγονός βέβαια πως ο Fitzgerald κάνει μια ενδελεχή καταγραφή της εποχής του, εντούτοις δεν παραμένει μόνο στην επιφάνεια του θέματος, αλλά μοιάζει περισσότερο να την χρησιμοποιεί με τρόπο ειρωνικό, προκειμένου να αποτυπώσει έννοιες όπως η ανθρώπινη μοναξιά και ματαιοδοξία, οι ηθικές αρχές, η ανάγκη κοινωνικής ανέλιξης και η ματαιότητα της ύπαρξής μας.
Και εδώ ερχόμαστε στα του Baz Luhrman.  Δεν είναι οτι η ταινία του δεν είναι εντυπωσιακή.  Δεν είναι οτι δεν είναι φανταχερή.  Δεν είναι οτι η επιλογή του cast είναι ατυχής (αν και για να λέμε και την αλήθεια, ο Tobey Maguire είναι για ακόμη μια φορά ένα ταπεινό χαμομηλάκι).  Είναι οτι το βιντεοκλιπίστικο όραμα του Αυστραλού σκηνοθέτη, έμελλε κάποια στιγμή να τον προδώσει μιας που μπορεί να έχουμε συνηθίσει το στυλιζαρισμένο του υπερθέαμα ήδη από την εποχή του "Romeo+Juliet" (με την πρώτη του συνεργασία εκεί με τον di Caprio ακόμη παιδαρέλι), και μπορεί όλοι να θαυμάσαμε την εξαίσια χημεία ανάμεσα στον Ewan McGregor και την Nicole Kidman υπό τους ήχους του "Show must go on" των QUEEN, στο υπέροχα μπουρλέσκ "Moulin Rouge", παρόλα αυτά δε γίνεται να επαναπαύεσαι στις δάφνες ενός παρελθόντος (μη ξεχνάμε Baz πως έχεις κάνει και την μεγάλη πατατιά που ακούει στο όνομα "Australia") και να πορεύεσαι με βάση την φαντεζί σου σκηνοθεσία και τα ομολογουμένως εκπληκτικά κοστούμια της συζύγου σου Catherine Martin.  Γιατί αν θέλουμε να πούμε και καμιά αλήθεια, γιατί από όλο το παγκόσμιο λογοτεχνικό ρεπερτόριο ο Luhrman αποφάσισε να μεταφέρει την ιστορία του Gatsby;  Μήπως επειδή η εποχή "σηκώνει" την κινηματογραφική υπερβολή που τόσο καλά ξέρει ο ίδιος να χειρίζεται;


Ακόμα βέβαια και από πλευράς σκηνοθεσίας ο Luhrman κάπου χάνει την μπάλα μιας που για να το θέσω και κομψά, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί από μέτρια έως και κακή (μη πέσετε ακόμα να με φάτε, έχω λόγο που το λέω).
Οι αντιρρήσεις μου έχουν να κάνουν με τα εξής.  Πρώτον, η δημιουργία μιας ταινίας με την τεχνική του 3D, πρέπει να γίνεται μόνο και εφόσον αυτή ακριβώς η τεχνική μπορεί να προσδώσει στο φιλμ κάτι το διαφορετικό και κάτι το οποίο θα καταστήσει ουσιαστικά την ταινία μοναδική και άξια αναφοράς, χάρη σε αυτό.  Χαρακτηριστικό πρόσφατο παράδειγμα αποτέλεσε η ταινία του Ang Lee, "The Life of Pi", η οποία ήταν μια πραγματικά εντυπωσιακή εμπειρία, κάτι το οποίο έγινε δυνατό μέσα από την χρήση του 3D.  Το γεγονός μάλιστα πως αποτελούσε μια παραβολή, ένα παραμύθι αν θέλετε, ενίσχυε ακόμα περισσότερο την χρηστικότητά της, καθώς οποιαδήποτε σχέση με την πραγματική ζωή περνούσε σε δεύτερη μοίρα για χάρη τις "μεταφορικής" διήγησης.  Αντιθέτως στο "The Great Gatsby" το πράγμα μπουκώνει τόσο πολύ στην οθόνη εξαιτίας της τρισδιάστατης εκδοχής, ώστε η σκηνοθεσία περισσότερο καταλήγει σαν κακέκτυπο ενός συνδυασμού live action και animation, παρά σαν μια ταινία εποχής.  Η δε ψηφιακότητα του όλου εγχειρήματος δεν σε αφήνει να απολαύσεις το γενικότερο στήσιμο του story, καθώς οι πρωταγωνιστές μοιάζουν σχεδόν να ξεκολλάνε πάνω από το φόντο, γεγονός που ενισχύει ακόμα περισσότερο την εντύπωση του κακοφτιαγμένου 3D-ζαρίσματος της εικόνας.  Η όποια απόλαυση έρχεται μόνο μέσα από τους κλειστούς χώρους δράσης, καθώς τα "εξωτερικά" πλάνα πνίγονται μέσα στο στημένο και ψεύτικο περιβάλλον.
Η κατάσταση παραμένει αδιόρθωτη ακόμα και μέσα από την χρήση ψηφιακών καπνών και ομίχλης με την οποία ο Luhrman πασχίζει να καλύψει τις σκηνοθετικές του αδυναμιάρες, καθώς όπως όλα δείχνουν μάλλον ξεχάστηκε εξαιτίας του αστραποβολήματος των κοστουμιών.


Δεύτερον, αν και οι ηθοποιοί κάνουν τα πάντα προκειμένου να αποδώσουν ορθά τους ρόλους τους, εντούτοις κάποιοι από αυτούς τα καταφέρνουν λιγότερο καλά από άλλους.  Όπως είπα, ο Maguire είναι απλός αδιάφορος, την ίδια στιγμή που ο di Caprio μοιάζει να κουβαλάει στην πλάτη του την προσπάθεια ερμηνείας ενός χαρακτήρα, με τρόπο σε στιγμές αμήχανο, σαν να προσπαθεί να ανταποδώσει στον Luhrman με την παρουσία του για "old time's sake".
Παράλληλα η χημεία της Mulligan με τον di Caprio δεν είναι κακή, δεν είναι όμως και καλή, με αποτέλεσμα η σχέση τους να αναπτύσσεται με κάπως βραδείς και διστακτικούς ρυθμούς, οι οποίοι δεν προσφέρουν τίποτα στην έτσι κι αλλιώς περιρρέουσα ραθυμία της ταινίας.  Αν εξαιρέσουμε τις σκηνές των πάρτι στις οποίες ο Luhrman παίρνει άριστα δέκα, όλη η υπόλοιπη ταινία παραπαίει ανάμεσα σε κατακερματισμένα μοντάζ, υπερβολικά μακρές πρόζες και περιεχόμενο που θα έπρεπε να είναι καλύτερα φροντισμένο, καθιστώντας την κοντά δυόμιση ώρες διάρκεια της, too too much.
Το "The Great Gatsby" είναι για εμένα μια οπτικοακουστική φαντασμαγορία, δίχως ουσία, η οποία φαίνεται να έχει πετύχει το ένα στα δυο, αλλά να έχει χάσει το πιο βασικό κομμάτι: την ουσία.  Στην τελική ο κόσμος του Gatsby δεν μοιάζει να είναι μόνο φρου φρου κι αρώματα, αλλά περισσότερο να τα λειτουργεί αυτά μέσα από την οπτική μιας προσωπικής και διαρκώς κρυμμένης μοναχικής προσωπικότητας με μια μεγάλη αγάπη, αφιερωμένος μια για πάντα στον έναν και μοναδικό σκοπό της ζωής του: την επιστροφή της άσωτης αγαπητικιάς.  Που είναι αυτό αγαπητέ Luhrman;

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι το να ακούς rap Jay-Z ως ενδοαφηγηματική μουσική, είναι από τα πιο αστεία πράγματα που είδα/άκουσα πρόσφατα σε ταινία, οτι το ροζ κοστούμι του Leo έκλεψε την παράσταση και οτι το φιλί στο δέντρο είναι από τις ελάχιστες σκηνές που άξιζαν πραγματικά.


TRIVIA
  • Η παραγωγή καθυστέρησε, όταν μια κινούμενη κάμερα χτύπησε τον Luhrman στο κεφάλι, αναγκάζοντας τον να διακόψει τα γυρίσματα προκειμένου να κάνει τρία ράμματα.
  • Μπορεί κανείς να δει μια εικόνα της Zelda Fitzgerald στο διαμέρισμα που μοιράζεται ο Tom με την Myrtle (Isla Fisher).
  • Για τον ρόλο του Tom Buchanan ήταν αρχικά υποψήφιος ο Ben Affleck.  Αυτό.
(ΠΗΓΗ IMDB)

Τετάρτη 27 Μαρτίου 2013

Apt Pupil: Certain lessons corrupt...

Χαιρετώ και πάλι και καλωσορίζω και το νέα μέλος της ομάδας μας! Εύχομαι να αναζητήσεις και εσύ μαζί μας, "ωραίες", κινηματογραφικές στιγμές.  Λοιπόν σήμερα, είπα να ασχοληθώ με μια ταινία, την οποία όλο προσπαθούσα να ξεκινήσω και όλο την παρατούσα κάπου στην αρχή, διότι η πρώτη εντύπωση που μου έδινε κάθε φορά, είναι πως θα εντασσόταν καλύτερα στο πλαίσιο μιας τηλεοπτικής δουλειάς (και μάλιστα από τις κακές), παρά σαν ένα κινηματογραφικό επίτευγμα, άξιο προσοχής.  Παρόλα αυτά, όταν τελικά είδα το "Apt Pupil", μια ταινία του 1998, εκτίμησα δυο πράγματα: τόσο την ύπαρξη κάποιον σαφέστατων αδυναμιών τις οποίες η ταινία δεν είχε σκοπό να κρύψει, καθώς και την απρόσμενη δυναμική που αυτή ανέπτυξε, παρασύροντας το θέμα του νεοναζισμού, και ξεπλένοντας στην ουσία το story, από τυχόν απόλυτη ταύτιση, με αυτό το στοιχείο των καιρών μας.  Και των καιρών από πάντα δηλαδή.


O Todd Bowden (Brad Renfro), είναι ένας πιτσιρικάς ο οποίος έχει ένα ιδιαίτερο χόμπι: μαζεύει μετά μανίας, οτιδήποτε έχει να κάνει με το Τρίτο Ράιχ, τον Β' Παγκόσμιο και την δράση της Γερμανίας, κυρίως όσον αφορά οχι τις επεκτατικές της βλέψεις, αλλά την "τιμωρία" των Εβραίων, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Όταν μια μέρα συναντήσει στο λεωφορείο έναν ηλικιωμένο, τα πράγματα θα αλλάξουν ολοκληρωτικά και για τους δυο, καθώς θα αντιληφθεί πως πρόκειται για έναν εκ των εγκληματιών πολέμου, τον οποίο φιλοξενεί σε μπόλικες από τις φωτογραφίες που διαθέτει.  Ο Todd θα βρει έτσι την ευκαιρία να προσεγγίσει τον Μr. Kurt Dussander (Ian McKellen), προκειμένου να μάθει από πρώτο χέρι, όλες τις θηριωδίες των Γερμανών και την αίσθηση του να κρατάς την θανατερή μοίρα χιλιάδων, στα χέρια σου.  Ο Dussander θα πρέπει να χορέψει τώρα, τον χορό που του επιβάλει ο πιτσιρικάς, σε διαφορετική περίπτωση ο απειλητικός πέλεκυς της δικαιοσύνης που έχει κρεμάσει ο Todd πάνω από το κεφάλι του και με τον οποίο τον έχει στριμώξει στην γωνία, θα πέσει και θα κόψει κεφάλια.  Ένας εγκληματίας πολέμου όμως, δεν ξεχνάει ποτέ την πραγματική του φύση.  Ιδιαίτερα όταν τα χρόνια έχουν περάσει και ένα παιδί έρχεται να του κάνει με το έτσι θέλω την ζωή, άνω κάτω...


Το "Apt Pupil" βασίζεται καταρχάς σε μια νουβέλα ή αλλιώς, long short story του Stephen King, το οποίο συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο "Different Seasons", μαζί με μερικές ακόμη ιστορίες του και πιο συγκεκριμένα το "The Body", το οποίο μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο ως, «Stand By Me», καθώς και το "Rita Hayworth and Shawshank Redemption", το οποίο αποτέλεσε φυσικά την πρώτη ύλη του «The Shawshank Redemption», του Frank Darabont.
Όπως αντιλαμβάνεστε λοιπόν, ένας από τους λόγους για τους οποίους από καιρό ήθελα να δω αυτή την ταινία, ήταν πως αποτελεί ιστορία του Stephen King, γεγονός που έχει ταυτόχρονα διττή σημασία, καθώς το αποτέλεσμα ή θα είναι εξαιρετικό, ή απλώς δεν θα βλέπεται.  Δεν έχω κατανοήσει ακόμη τους λόγους για τους οποίους πολλές φορές, αξιόλογα βιβλία του King (δεν μιλάω γενικά αυτή την στιγμή για τις μεταφορές των βιβλίων, καθώς δεν θα τελειώναμε ποτέ με αυτό το θέμα), γίνονται τραγικότατες ταινίες, τόσο από πλευράς σεναρίου (το οποίο τις περισσότερες φορές μπάζει από παντού), όσο και από πλευράς σκηνοθεσίας, η οποία στην καλύτερη των περιπτώσεων, είναι επιεικώς απαράδεκτη.
Αν θα έπρεπε να τοποθετήσω στην προκειμένη περίπτωση το «Apt Pupil» κάπου, αυτό θα ήταν μάλλον σε μια νέα κατηγορία, η οποία παίζει κάπου στην μέση.  Η ταινία, δεν είναι σε καμία περίπτωση εξαιρετική.  Δεν είναι όμως και μια ταινία την οποία θα σταματήσεις άρον άρον.  Κυρίως γιατί σε αυτήν πρωταγωνιστεί ο εξαίσιος, Ian McKellen, αλλά και επειδή την σκηνοθεσία της είχε αναλάβει ο "πολλά υποσχόμενος, αλλά κάπου το'χω χάσει λίγο", Bryan Singer.


Το όνομα του Singer, σίγουρα το ξέρετε, ακόμη και αν δεν θυμάστε ακριβώς, ποιες είναι οι ταινίες τις οποίες μετράει στο ενεργητικό του.  Λοιπόν ο φίλος Bryan, είναι αυτός που το 1995, σκηνοθέτησε μια εκ των καλύτερων ερμηνειών που μετράει ο Kevin Spacey μέχρι σήμερα, στο «The Usual Suspects», ένα καθηλωτικό, crime θρίλερ, με ένα εντυπωσιακό τέλος, από αυτά που ο Alfred Hitchcock, θα "σκότωνε", προκειμένου οι θεατές του να μην αποκαλύψουν παραέξω.
Έκτοτε ο Singer την έκανε λαχείο, αναλαμβάνοντας την μεταφορά στο κινηματογραφικό πανί, των περιπετειών των X-Men, σκηνοθετώντας δυο ταινίες, και ετοιμάζοντας ήδη την τρίτη συνέχεια, το «X-Men: Days of Future Past».  Στο ενδιάμεσο ασχολήθηκε και με την επιστροφή του Superman στο «Superman Returns», κατέγραψε έναν ένστολο Tom Cruise, στην προσπάθειά του να δολοφονήσει τον Hitler στην «Valkyrie» του, ενώ τώρα αποφάσισε να μας πασάρει και την CGI-ασμένη εκδοχή του Τζάκ και της φασολιάς, «Jack and the Giant Slayer», με έναν giant που θυμίζει αφηρημένα τον Klaus Kinski στο «Aguirre: The Wrath of God».  Μάλιστα...
Αν και η καριέρα του Singer δεν θα είχε αλλάξει και πολύ σε περίπτωση που δεν είχε αναλάβει το «Αpt Pupil» (έτσι κι αλλιώς ανάγκη δεν έχει, μιας που τουλάχιστον η τηλεοπτική του δουλειά, μοιάζει να του αποφέρει περισσότερα, απ'οτι οι τελευταίες, κινηματογραφικές του προσπάθειες), εντούτοις θα τολμούσα να πω πως αυτή η ταινία, αποτέλεσε οτι πιο διαφορετικό έχει να μας προσφέρει ο συγκεκριμένος σκηνοθέτης, μέχρι σήμερα.  Και η αλήθεια είναι πως αν και δεν έχω διαβάσει την συγκεκριμένη ιστορία, μπορώ κάπου να αντιληφθώ οτι το αποτέλεσμά της, είναι πολύ καλύτερο, απ'οτι αν είχε αναλάβει κάποιος άλλος την dirty job της μεταφοράς.


Καταρχάς, πέρα από την ξεκάθαρη παρουσία του τρόμου, υπό την μορφή αυτής της φοράς, της ιδέας του νεοναζισμού, η ταινία, δεν επικεντρώνεται τόσο πάνω σε αυτό το κομμάτι, όσο στην γενικότερη "δύναμη" των ανθρώπων να παρασυρθούν και να παρασύρουν.  Έτσι κι αλλιώς ο Stephen King, αποτελούσε από πάντα έναν συγγραφέα, ο οποίος δεν περιοριζόταν μόνο στον μεταφυσικό, φαντασιακό τρόμο, αλλά σε αρκετά βιβλία του, ο φόβος, προκύπτει από κάτι το καθημερινό, κάτι που στην πραγματικότητα μπορεί να φαντάζει αντιμετωπίσιμο και κοινό, αλλά που στα έργα του μετατρέπεται στον νούμερο ένα κίνδυνο, την ουσιαστική πηγή τρέλας και υπέρτατης απειλής.  Για παράδειγμα στο "Cujo", ένας σκύλος Αγίου Βερνάρδου κολλάει λύσσα από μια νυχτερίδα, με αποτέλεσμα να μετατρέπεται μέσα από τις σελίδες του King, στην νούμερο ένα, φονική μηχανή.  Ακόμα και στο κατά βάση δραματικό, «Stand By Me», τα παιδιά έρχονται αντιμέτωπα με μια τρομακτική και παράλληλα σαγηνευτική σκέψη, η οποία σωματοποιείται στην θέα ενός νεκρού σώματος.  Τίποτα περισσότερο.
"Πολλοί με ρωτούν γιατί οι ιστορίες μου δεν περιλαμβάνουν έναν σκύλο, ο οποίος πνίγεται ηρωικά στην προσπάθειά να σώσει το αφεντικό του.  Και εγώ τους απαντώ, πως προτιμώ να φέρω πίσω το εκδικητικό, κρύο πνεύμα του σκύλου, το οποίο θα στοιχειώσει το αφεντικό και θα ζητήσει εκδίκηση".  Αυτά αποτελούν λόγια του ίδιου του King, και θυμάμαι πως μου είχαν κάνει μεγάλη εντύπωση όταν τα είχα διαβάσει.  Μου είχαν ανοίξει όμως και ένα διαφορετικό τρόπο σκέψης, τον οποίο φαίνεται να χρησιμοποιούσε κυρίως κατά το παρελθόν, σαν παντιέρα, ο διάσημος συγγραφέας, προκειμένου να υφαίνει τον τρόμο, ακόμα και στις πιο περίεργες και κατά τα άλλα πραγματικές γωνιές του μυαλού μας.  Το «Apt Pupil», ανήκει ακριβώς σε αυτή την κατηγορία.  Είναι μια ταινία η οποία πραγματεύεται τον μεγαλύτερο φόβο, το μεγαλύτερο κακό που πέρασε ποτέ πάνω από την Γη: τον άνθρωπο.


Ο McKellen υποδύεται τον ηλικιωμένο Dussander με πίστη και πυγμή, αντικατοπτρίζοντας ιδανικά τον ψυχισμό ενός λύκου, που έχει ενεδυθεί την προβιά του προβάτου, και έχει βολευτεί μέσα σε αυτήν, ξεχνώντας τον πρωτύτερο εαυτό του.  Όταν ο Renfro έρχεται (ο οποίος πέθανε το 2008 από υπερβολική δόση), και απαιτεί από εκείνον να ξεθάψει από το μπαούλο των αναμνήσεων, όλες εκείνες τις ανομολόγητες πράξεις, τα βασανιστήρια και την ζοφερή πραγματικότητα του πολέμου, είναι σαν να σηκώνει λιγάκι το χαλί της Ιστορίας, και να προκαλεί τον Dussander να κοιτάξει από κάτω, βλέποντας κάπου εκεί τον εαυτό του, όπως αυτός ήταν παλιά: νέος, ακμαίος και γεμάτος βάναυσες ορέξεις.  Στην ουσία δεν είναι το θέμα του νεοναζισμού αυτό που κυριαρχεί, όσο το πως πολύ εύκολα μπορεί κάποιος να "κυλήσει" και πάλι, στον παλιό εθισμό του.  Είτε αυτός είναι το αλκοόλ, είτε τα ναρκωτικά, είτε η ανάγκη να σκοτώνει...
Το «Apt Pupil», πρόκειται στην ουσία για μια ταινία εμμονών.  Εμμονικός ο Todd με τον κόσμο του Τρίτου Ράιχ, όπως όμως τον θαυμάζει μέσα από τις φωτογραφίες, μα που όπως σύντομα διαπιστώνει, οι διηγήσεις και η πραγματικότητα, μάλλον απέχουν έτη φωτός από το όποιο φρικιαστικό ενσταντανέ της φωτογραφικής μηχανής.
Το ενδιαφέρον κομμάτι της ταινίας, εκεί δηλαδή που παίζεται και όλο το δράμα, έχει να κάνει με την αλληλεπίδραση των δυο πρωταγωνιστών, και τον τρόπο με τον οποίο ο ένας, μοιάζει να αποτελεί την νεότερη και αντίστοιχα, την μεγαλύτερη εκδοχή του άλλου.  Οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος.  Όταν ο σπόρος της εξουσίας και της μεγαλομανίας έχει φυτευτεί (οχι αυτός ενός ξεκάθαρου ναζισμού), τότε υπάρχει δυνατότητα διαφυγής και για τους δυο.  Με διαφορετικές δηλαδή συνέπειες και όπως κι αν εκφράζεται αυτή.
Αν εξαιρέσει κανείς την κάπως αδύναμη σκηνοθεσία, από πλευράς σκηνικών και ατμόσφαιρας, τότε μπορεί να βρει ενδιαφέροντα στοιχεία στο «Αpt Pupil», μια ταινία, η οποία μπορεί να μην είναι από τις καλύτερες μεταφορές, είναι όμως από τις πιο τίμιες αναφορικά με αυτά που θέλει να πεί.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι o David Schwimmer είναι σαν ανώμαλος μπανιστιρτζής με αυτό το μουστάκι, οτι όταν ο King άκουσε πως την ταινία θέλει να αναλάβει ο Bryan Singer, του πούλησε τα δικαιώματα για 1 δολάριο και οτι ο McKellen είναι μόλις 57 χρονών εδώ, αν και δείχνει για πολύ μεγαλύτερος και συγκεκριμένα ανέλαβε να υποδυθεί τον 75χονο Dussander.


Με την απαραίτητη φωνή που συνόδευε τότε τα trailer...

No trivia

Δευτέρα 11 Μαρτίου 2013

The Paperboy: Southern dirt

Καλημέρα καλημέρα και καλή εβδομάδα!  Δεν κατάφερα πάλι, για ακόμη μια Παρασκευή να γράψω ταινιούλα, αλλά θα προσπαθήσω αυτή την φορά να γράψω και τις τρεις μέρες (ξέρετε τώρα, για τους πιστούς μου αναγνώστες!).  Σήμερα λοιπόν, είπα να συμπεριλάβω στο menu μου, μια εντελώς παρεξηγημένη για εμένα, φετινή ταινία: το "The Paperboy" του Lee Daniels.  Αυτό το εργάκι, έχω την εντύπωση, πως έχει προκαλέσει περισσότερες, αρνητικές αντιδράσεις απ'οτι θα έπρεπε, και πρόκειται να υποστηρίξω την θέση μου σχετικά με το οτι στην τελική, δεν είναι και τόσο κακή ταινία.  Βασικά, δεν είναι κακή ταινία, εξαρτάται όμως πως θα αποφασίσεις να την δεις και να την προσεγγίσεις.  Ξεκινάμε then.


Βρισκόμαστε στον αμερικάνικο νότο, στα τέλη της δεκαετίας του ΄60.  Η Louisiana, εκεί δηλαδή όπου πρόκειται να λάβει χώρα όλο το υποθεσιακό "δράμα" της ταινίας, αποτελεί ίσως την πιο πνιγηρά υγρή πόλη που ποτέ σου δεν έχεις δει.  Εκεί, ένα σωρό κοινωνικά κατακάθια, αγωνίζονται για την προσωπική τους λύτρωση, την απόδοση δικαιοσύνης και την ικανοποίηση μύχιων, kinky μυστικών.
Το story της ταινίας θα αρχίσει να εκτυλίσσεται, όταν στην γενέτειρά του, αποφασίσει να επιστρέψει ένας αλτρουιστής δημοσιογράφος των Miami Times, o Ward Jensen (Matthew McConaughey), ο οποίος παρέα με τον φιλόδοξο συνεργάτη του, Yardley (David Oyelowo), θα αποφασίσει να σκαλίσει τους λόγους, για τους οποίους ο κατά τα άλλα γλοιώδης Hillary Van Wetter (John Cusack), κατηγορήθηκε για την δολοφονία ενός τοπικού σερίφη, αντιμετωπίζοντας τώρα την θανατική ποινή.  Και όσο οι δυο δημοσιογράφοι, θα προσπαθούν να βρουν ψήγματα, μιας εν δυνάμει αθωότητας του Van Wetter, στα πόδια τους θα μπλεχτεί (μεταφορικά και κυριολεκτικά), η Charlotte Bless (Nicole Kidman), μια ξεπλυμένη bimbo, η οποία αρέσκεται να αλληλογραφεί με...μελλοθάνατους(!), και η οποία θεωρεί πως έχει βρει στα γράμματα του Hillary, το next big catch.  Και μέσα σε όλον αυτόν τον συρφετό, θα προστεθεί και ο μικρότερος αδελφός του Ward, Jack (Jac Efron), ο οποίος όταν δεν τριγυρνά με το λευκό του σωβρακάκι, μοιράζει την τοπική εφημερίδα που ο πατέρας του εκδίδει, με την ιδιότητα του paperboy.  Α, και όταν δεν έχει άλλη εφημερίδα να μοιράσει, κοιτάζει τα πόδια, το στήθος και τα άλλα, της Charlotte, σκεπτόμενος τι ωραία που θα ήταν να την είχε στο κρεβάτι.  Μια καθημερινή ιστορία, αρχίζει να ξετυλίγεται εκεί, στους βρομερούς βαλτότοπους της Louisiana...


Τον σκηνοθέτη Lee Daniels, το πιθανότερο είναι πως τον θυμάσαι από την υπερ-δραματική του ταινία "Precious", η οποία το 2009, είχε προκαλέσει αίσθηση, εξαιτίας του ιδιαιτέρα στιβαρού και καθόλα καταθλιπτικού, κοινωνικού της περιεχομένου.  Έκτοτε ο Daniels, δεν είχε σκηνοθετήσει τίποτα άλλο, μέχρι την στιγμή που στον δρόμο του βρέθηκε το μυθιστόρημα του Peter Dexter, 'Τhe Paperboy', το οποίο αποφάσισε τελικά να μεταφέρει ο ίδιος στην μεγάλη οθόνη, φέρνοντας και τον ίδιο τον συγγραφέα στην ομάδα του, προκειμένου να εκτελέσει χρέη σεναριογράφου. 
Το συγγραφικό αποτέλεσμα του Dexter, χαιρετίστηκε από τους κριτικούς θετικά, με την New York Times να κάνει λόγο για μια "eerie and beautiful" νουβέλα, επιβεβαιώνοντας κατά κάποιον τρόπο και τον λόγο, για τον οποίο ο Pedro Almodovar, βρισκόταν σε μια δεκάχρονη(!) συζήτηση με τον Dexter, προκειμένου να αναλάβει εκείνος την μεταφορά του βιβλίου στον κινηματογράφο.  Τελικώς το λογοτεχνικό υλικό, πέρασε στα χέρια του Αμερικανού σκηνοθέτη, Lee Daniels, ο οποίος όπως έδειξε και η ταινία, έβγαλε πάνω της, όλη την σκοτεινή και ιδρωμένη πλευρά των πρωταγωνιστικών της ηρώων.  Και αν ρωτάτε εμένα, πολύ καλά έκανε.


Αν και ο Daniels, δεν κάνει αισθητή την παρουσία του συχνά, φαίνεται πως θα τον ακούσουμε εντόνως και μέσα στο 2013, μιας που στα σκαριά βρίσκονται ήδη δυο ακόμα ταινίες του.  Η μια, θα φέρει τον τίτλο "The Butler", και θα περιστρέφεται γύρω από διάφορα, αμερικανίζοντα γεγονότα, όπως αυτά θα παίρνουν σάρκα και οστά, μέσα από τα μάτια του μπάτλερ του Λευκού Οίκου, ο οποίος θα ζήσει το πέρασμα οκτώ διαφορετικών Προέδρων και όλων των ετερόκλητων στοιχείων που συνεπάγεται η εγκατάστασή τους στον Οίκο, αλλά και αυτή, στο ανώτατο αξίωμα της αμερικανικής ζωής.  Το cast που έχει μαζευτεί για την συγκεκριμένη ταινία, είναι τόσο τεράστιο, που θα μου πάρει άπειρο χρόνο να το απαριθμήσω, οπότε αν ενδιαφέρεστε τσεκάρετέ το στο IMDB, εκεί όπου θα βρείτε πως η δεύτερη, προγραμματισμένη ταινία του Daniels, παραπέμπει σε biopic της Janis Joplin με τίτλο, "Janis Joplin: Get It While You Can", με κανένα άλλο στοιχείο αναφορικά με την παραγωγή και τους εμπλεκόμενους ηθοποιούς/συνεργάτες, να γίνεται γνωστό.
Επιστρέφοντας και πάλι στα του "The Paperboy", θεωρώ πως η ταινία αποτέλεσε μια από τις πιο απροκάλυπτα προκλητικές και ρεαλιστικές απεικονίσεις ηρώων και καταστάσεων, που έχω δει τελευταία στο cinema.  Οι επικριτές της, έμειναν περισσότερο απ'οτι χρειάστηκε στο κατούρημα του Efron από την Kidman (τον οποίο στην τελική, είχαν τσιμπήσει και τσούχτρες, να τα λέμε αυτά), και στην σκηνή κατά την οποία η Kidman, και πάλι ως άλλο μήλον της έριδος, έρχεται σε ταυτόχρονο οργασμό με τον Cusack, έχοντας γύρω στο ένα μέτρο απόσταση μεταξύ τους.  Μήπως όμως με αυτή την λογική, δεν απορρίπτουμε επί της ουσίας, όλο το νόημα των χαρακτήρων και των ρόλων, τους οποίους ένα ηθοποιούς καλείται να υποδυθεί;  Στην τελική δεν πρέπει να ξεχνάμε τις βασικές αρχές του κινηματογράφου: δεν είναι η Nicole Kidman που ανακουφίζεται (και ανακουφίζει) πάνω στον Zac Efron.  Είναι η Charlotte Bless, που κατουράει τον Jack Jensen.  Ηθοποιός και ρόλος είναι μεν δυο διαφορετικές οντότητες, οι οποίες όμως την στιγμή που η κάμερα αρχίζει να γράφει, ενώνονται σε μια.  Συνεπώς, το να κρίνεις αν μια ταινία είναι καλή, ή αν έχει την όποια καλλιτεχνική αξία, με βάση το τι κάνουν οι ηθοποιοί, το αν δηλαδή ο ρόλος τους είναι συμπαθής ή αποκρουστικός, και τι ακριβώς τους καθιστά αυτό που είναι, μέσα στην μιαμισάωρη διάρκεια της ταινίας, δεν έχει απολύτως κανένα νόημα.


Για να ξεκαθαρίσω κάτι.  Το Paperboy, δεν έχει καμία καλλιτεχνική, κινηματογραφική αξία, εκτός κι αν θεωρείται ως τέτοια η vintage κινηματογράφηση του Roberto Schaefer, η οποία σίγουρα προσδίδει την απαραίτητη, pulp εσάνς, δεν παύει όμως να αποτελεί και μιας μορφής στιλιζάρισμα, με το οποίο εδώ και καιρό έχουμε εξοικειωθεί-κακώς-, μέσα από την χρήση του Instagram και όλων εκείνων των φίλτρων που χρησιμοποιούμε στις φωτογραφίες, επιμένοντας να τους δίνουμε λάμψη και δόξα, περασμένων μεγαλείων.  Σε αυτό βέβαια δεν φταίει ο Schaefer, ο οποίος κάνει ομολογουμένως εξαιρετική δουλειά, αλλά η δική μας μανία να καθιστούμε το οτιδήποτε, βγαλμένο από την original εποχή που οι μανάδες μας είχαν μαλλί περμανάντ και φορούσαν γυαλιστερά φορέματα, με φουσκωτά μανίκια και απλικέ φιόγκους.
Ξεπερνώντας λοιπόν την καραμέλα, "μα η ταινία δεν έχει καμία καλλιτεχνική αξία, δε σου μιλάει..." και όλα τα συναφή, καταλαβαίνω το να θέλει κάποιος να την δει σε version Almodovar, αλλά από εκεί και πέρα μιλάμε για θέμα γούστου, και οχι για το πόσο καλά υπηρετεί ο κάθε σκηνοθέτης αυτό που πραγματεύεται η ιστορία και εν προκειμένω, η υπόθεση του βιβλίου (το οποίο και δεν το έχω διαβάσει).  Πριν λοιπόν αρχίσουμε το κράξιμο, για την ξετσίπωτη ερμηνεία της Kidman, και το σοκαριστικό μυστικό του McConaughey στην ταινία, ας σκεφτούμε λίγο οτι οι άνθρωποι, από αρχαιοτάτων χρόνων, επηρεάζονταν άμεσα από το περιβάλλον, το οποίο τους τροφοδοτούσε.  Όταν συνεπώς έχεις μεγαλώσει σε μια υγρασιασμένη πόλη, τίγκα στην βουρκώδη δυσωδία, τις λάσπες και τις χαμένες ευκαιρίες που καιροφυλακτούν ανάμεσα στα έλη και τις κλιματσίδες, έτοιμες να σε εγκαταλείψουν στο πρώτο σου βήμα μέσα σε αυτήν την σκουπιδιασμένη χοάνη, πως ακριβώς περιμένεις να ανθίσει από το πουθενά ένας ήρωας, ευτυχισμένος, μελιστάλαχτος και τελικά, φυσιολογικός;  Όπως έγραψα και στην κριτική του Reel, είναι σαν να περιμένεις οτι ένα τσούρμο άνθρωποι που ζουν μέσα στην τσιμεντιασμένη πόλη, γεμάτη από θόρυβο, βρωμιά και μοναξιά, δεν θα επηρεαστούν από αυτήν, παρά θα είναι πειθήνιοι και χαμογελαστοί.  Οχι δεν θα είναι.  Φυσικά και θα "παίζουν" κάπου ανάμεσα, όπως ακριβώς και οι ήρωες του Daniels: στο σύνολό τους, καταποντίζονται από το βάρος του βασικού πρωταγωνιστή (του περιβάλλοντος δηλαδή), διατηρούν όμως και κομμάτια ανθρώπινης ευγένειας, όπως αυτά βγαίνουν στην επιφάνεια, λίγο πριν βυθιστούν και πάλι στην ζέχνουσα πρασινίλα της περιοχής.


Η σκηνοθεσία του Daniels καθιστά ξεκάθαρο από την αρχή, οτι δεν έχει σκοπό ούτε αυτιά να χαϊδέψει, ούτε να παρυυσιάσει ένα δείγμα κινηματογράφου, αποστειρωμένο και με "κώδικες", μιας που ενώ στο "Precious" προκαλούσε τον θεατή μέσα από την βαριόμοιρη κατάσταση της πρωταγωνίστριας (λίγο υπερβολικό αν με ρωτάτε), εδώ οι ήρωες, σκηνοθετούνται σε απόλυτα καθημερινές καταστάσεις, με όλο το cast μάλιστα να δίνει εξαιρετικές ερμηνείες.
Αρχικά ο Efron, αν και σίγουρα θα μπορούσε να ήταν καλύτερος (ή επίσης και κάποιος άλλον να υποδυθεί τον ρόλο του), είναι εντούτοις καλός, με απλανή βλέμματα που χαζεύουν το μπούστο της Charlotte, και στιγμές έντασης που του πάνε.  Ο McConaughey αποτελεί περίπτωση ηθοποιού, τον οποίο δεν θα θέλαμε να ξαναδούμε να παίζει σε μαλακίες, μιας που και αποδεικνύει και πάλι οτι είναι καλός ηθοποιός, κρατώντας τις ισορροπίες, ανάμεσα στο οτινανικό ζεύγος Kidman-Cusack, που εδώ δίνει ρέστα.  O Cusack, σε κρεσέντο ανωμαλίας και σαδισμού, γίνεται βρομιάρης μέχρι αηδίας, σε βαθμό που αισθάνεσαι έντονη την ανάγκη για ντουζάκι, μετά το τέλος της ταινίας, ενώ και η Kidman, με την κιτρινωπή της καούκα και το πασαλειμμένο μακιγιάζ, αποτελεί την ιδανική sex doll στα μάτια όλων, δίνοντας μια ύπουλη ερμηνεία, από αυτές που ξέρουμε οτι της πάνε έτσι κι αλλιώς.
Το "The Paperboy" είναι μια ταινία, που μπορεί ορισμένες φορές να θυσιάζει την απλοϊκή, crime ιστορία της, για χατίρι των ηθοποιών της, είναι όμως και μια κινηματογραφική εμπειρία την οποία μπορείς να απολαύσεις, μόνο εάν αποφασίσεις να εγκλιματιστεί απόλυτα στο ύφος, τον λόγο και τον πνιγηρό κόσμο που σου ανοίγει.  Αξίζει σίγουρα την προσοχή σου.ς

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι παίζει και η Macy Grey σε ρόλο οικιακής βοηθού, οτι το επίθετο της ηρωίδας της Kidman δεν είναι τυχαίο, αλλά μάλλον λειτουργεί ως inside joke και οτι ένα overdose του βρακιού του Efron το πάθαμε.


No trivia