Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θριλερ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θριλερ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2014

The Babadook: Don't let it in!

Χαιρετώ και πάλι!  Μερικούς μήνες μετά την τελευταία μου ανάρτηση (πολύ θα ήθελα να τα είχαμε πει και πιο πρόσφατα, αλλά δυστυχώς ο χρόνος μου έχει φτάσει πλέον στα όρια της εξαΰλωσης), είπα να επιστρέψω εκτάκτως όσο προλαβαίνω (που δεν προλαβαίνω, γκουχου γκουχου), για να πούμε δυο πραγματάκια για μια σπουδαία ταινία, την οποία είχα την τύχη να δω στις πρόσφατες Νύχτες Πρεμιέρας.


Το "The Babadook" δεν μοιάζει με τίποτα από αυτά που έχω δει τα τελευταία χρόνια, καθώς είναι ένα φιλμ που παραπέμπει περισσότερο στον γνήσιο, ψυχολογικό τρόμο του «ένδοξου», θριλερικού παρελθόντος.
H Amelia (Essie Davis) είναι μια μητέρα που μεγαλώνει μόνη της τον επτάχρονο γιο της Robbie (Daniel Henshall).  Η καθημερινότητά τους δεν είναι καθόλου εύκολη, καθώς πέρα από το γεγονός πως εκείνη συνεχίζει, να υποφέρει από την απώλεια του συζύγου της, καλείται παράλληλα να αντιμετωπίζει και τα βίαια ξεσπάσματα του γιου της, ο οποίος μοιάζει να αποτραβιέται ολοένα και περισσότερο στον εαυτό του.
Η κατάσταση πρόκειται να χειροτερέψει, όταν ο μικρός Robbie αρχίσει να εκδηλώνει τρομακτικές αντιδράσεις, εξαιτίας ενός τέρατος, που όπως ο ίδιος υποστηρίζει, εμφανίζεται μέσα στο σπίτι.  Στην προσπάθειά της να τον καθησυχάσει, η Amelia θα βυθιστεί με την σειρά της, σε έναν παραληρηματικό κόσμο, απόλυτου τρόμου, διαισθανόμενη πως πράγματι, κάτι κακό ελοχεύει μέσα στο μουντό σπιτικό τους: ένα πλάσμα μανιασμένο, άρρωστο και γεμάτο πικρία.

 

Η Αυστραλέζα Jennifer Kent ντεμπουτάρει φέτος σκηνοθετικά με μια ταινία βασισμένη στην μικρού μήκους ταινία της, "Monster", η οποία μετράει ήδη εννέα χρόνια, δημιουργώντας αυτή την φορά έναν κόσμο τόσο απόκοσμο, μα και τόσο γνώριμο, ώστε είναι πρακτικά αδύνατον να μη παρασυρθείς από την κλειστοφοβική του ατμόσφαιρα.
Δηλώνοντας μεγάλη fan του horror είδους, η Kent παραδέχτηκε ότι το Babadook είναι το αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης προσπάθειας, η οποία φαίνεται να συνδέεται άμεσα με το πρότερο υλικό του Monster, δηλώνοντας μάλιστα σε συνεντεύξεις πως ένα μέρος της ταινίας βασίζεται σε βιωματικά γεγονότα.
Αν και δεν μπορούμε να πούμε πολλά, δεδομένης της αντισυμβατικότητας του σεναρίου και γιατί θέλοουμε να αποφύγουμε τυχόν "διαρροές" στην-μάλλον απίθανη-περίπτωση που δούμε την ταινία να έρχεται στην Ελλάδα, μπορούμε εντούτοις να δώσουμε μερικά παραδείγματα, ως προς το γιατί το "The Babadook" αποτελεί ένα από τα πιο πρωτότυπα και συνάμα πιο συνταρακτικά horror film, των τελευταίων ετών.


Η γυναικεία παρουσία στις ταινίες τρόμου, έχει προοδευτικά αλλάξει ριζικά στην εποχή μας, σε σχέση με την εμφάνιση στην δεκαετία του '60, του "Grand Dame Guignol" ρεύματος, μιας σειράς δηλαδή ταινιών, στις οποίες τον κεντρικό ρόλο κρατούσαν γυναίκες-δολοφόνοι.
Σε αυτού του είδους τα φιλμ (τα οποία λειτούργησαν και ως αφετηρία για την ανάδειξη του μετέπειτα είδους του "giallo" και του αμερικάνικου exploitation), οι γυναίκες έπαψαν να αρκούνται στον ρόλο του ανήμπορου θύματος που περίμενε είτε την ανδρική σωτηρία, είτε τον αναπόφευκτο θάνατο, διεκδικώντας λίγη από την horror-ική πίτα που συνήθιζαν να απολαμβάνουν μέχρι τότε οι άνδρες πρωταγωνιστές.
Η μάγισσα, η ψυχωτική ερωμένη (ή σύζυγος), καθώς και το θύμα που αποζητά, αυτή τη φορά, εκδίκηση, υπήρξαν μερικοί από τους πιο κλασικούς ρόλους γυναικών στον κινηματογράφο του 1960-1970, με τις Bette Davis, Joan Crowford (μαζί στο "Whatever Happened to Baby Jane?"), Barbara Steele και Shelley Winters να αποτελούν μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά ονόματα του πρότερου κινηματογράφου του τρόμου.
Απέναντι στο ανδρικό μοτίβο του serial killer, του φετιχιστή δολοφόνου, του σαδιστή και του πρωταγωνιστή με τα φροϋδικά σύνδρομα, η καταπιεσμένη σεξουαλικότητα των γυναικών συνηγορεί στην ανάδυση ενός νέου "τέρατος", κατά τρόπο όμοιο με αυτόν του Norman Bates στο "Psycho".  Πίσω από κάθε μανιασμένη τσεκουριά ("Strait-Jacket"), πίσω από κάθε φιλέτιασμα μέχρι το κόκκαλο ("Αudition"), κρύβεται μια γυναίκα που θέλει να πάρει τον έλεγχο της ζωής της στα χέρια της και να απελευθερωθεί από τις σεξουαλικές προκαταλήψεις και τα πρέπει του φύλου της. Και θα το επιδιώξει με κάθε τρόπο.


Μέχρι πρότινος ο σύγχρονος κινηματογράφος του τρόμου είχε αντικειμενοποιήσει πλήρως την έννοια της γυναίκας, που συνήθως θα αποτελούσε τον εύκολο στόχο, πάσης φύσεως τρελών και ψυχωτικών δολοφόνων.  Παρόλα αυτά τα τελευταία χρόνια το κλίμα μοιάζει, να αντιστρέφεται, με τις γυναίκες να μετατρέπονται σε δυναμικές ηρωίδες, ικανές να διαχειριστούν δύσκολες και συνήθως, εν δυνάμει θανατηφόρες καταστάσεις.
Αυτή η επιστροφή στον κινηματογράφο του Tobe Hooper, εκεί όπου η Marilyn Burns βγήκε καταματωμένη, αλλά ζωντανή από τον εφιάλτη του «Σχιζοφρενή Δολοφόνου με το Πριόνι» (1974), αλλά και του Ridley Scott, με την Sigourney Weaver να τα βάζει με τον υπέρτατο, εξωγήινο θηρευτή στο "Alien" του 1979, αποτελεί σαφέστατα μια επιστροφή στην παράδοση του θηλυκού τρόμου, που ταινίες όπως το πρόσφατο "You're Next", καταφέρνουν να ανανεώσουν, έστω και στιγμιαία.
Ένα από τα καλύτερα sub-genres της κατηγορίας αυτής, είναι αναμφίβολα το ευρύτερο πλαίσιο της μητρότητας, όπως αυτό εκφράστηκε επιτυχημένα στο "Rosemary's Baby" του Polanski το 1968 και πολύ πιο ακραία και γραφικά, στο "The Brood" του David Cronenberg δέκα περίπου χρόνια μετά.
Η έννοια της μητρότητας και της δίχως όρια αγάπης της μητέρας προς τα παιδιά της, αποτελούσε πάντα ένα από τα μεγαλύτερα θέματα ταμπού.  Οι περιπτώσεις της επιλόχειας κατάθλιψης που διαρρηγνύουν αυτή την φυσική ένωση μητέρας-παιδιού, καταγράφονται με ψιλά γράμματα στους πρώτους μήνες ζωής ενός βρέφους, με το οικείο περιβάλλον να «καταχωνιάζει» το φοβερό αυτό μυστικό, βαθιά μες την ντουλάπα.  Η Lynne Ramsay πέτυχε, εν προκειμένω, την κατάδειξη αυτής της πλευράς της μητρότητας, μέσα από το "We Need to Talk About Kevin", ένα φιλμ που καταπιάνεται με την εκ γενετής αντιπαλότητα μεταξύ μητέρας-παιδιού, μια αντιπαλότητα που πηγάζει από την ίδια κοινωνική νόρμα που δαιμονοποιεί τόσο την μητέρα ενός παιδιού-«τέρας», όσο και εκείνη η οποία δεν γίνεται να βιώσει εκ των πραγμάτων την έννοια της μητρότητας.  


Το "Τhe Babadook" είναι η ευτυχής συγκυρία πολλών εκ των παραπάνω, με την υπόθεση να διαδραματίζεται σε ένα σκοτεινό, «άρρωστο» σχεδόν σπίτι.  Η Essie Davis στον ρόλο της μητέρας και ο μικρός Daniel Henshball αποτελούν ένα εξαιρετικό, ερμηνευτικό δίδυμο, ενώ η σκηνοθεσία της Kent σε συνδυασμό με την απειλητική φωτογραφία του Radek Ladczuk, δημιουργούν το ιδανικό περιβάλλον σύγχρονου τρόμου, μακριά από εύκολα jump scares και προβλέψιμες καταστάσεις.
Δεν θα μπορούσαμε να πούμε κάτι παραπάνω γι' αυτή την αυστραλιανή παραγωγή, καθώς η αξία της έγκειται στην πρωτοτυπία του σεναρίου και τον αυθεντικό τρόμο που ελοχεύει δίπλα μας και γύρω μας, ανά πάσα στιγμή.  Έναν τρόμο τόσο πραγματικό, όσο και το σκοτάδι που μας τυλίγει.


Κυριακή 27 Ιουλίου 2014

The Night of the Hunter: It's a hard world for little things

Περίπου πέντε μήνες πέρασαν από τότε που έγραψα τελευταία φορά στο blog και παρά το γεγονός πως είχα υποσχεθεί ότι θα επιστρέψω σύντομα, δυστυχώς όμως, λόγω πολλών υποχρεώσεων δεν ήμουν σε θέση να το κάνω. Το θέμα βέβαια είναι πως όλη αυτή η απουσία με «έτρωγε».  Έχοντας ξεκινήσει από το 2010 να γράφω εδώ και με τις ταινίες να με βοηθούν να τα βγάλω ίσα-ίσα πέρα σε δύσκολες, επαγγελματικές περιόδους, το blog αποτέλεσε από την πρώτη στιγμή το προσωπικό μου, διαδικτυακό καταφύγιο.
Σε αυτό λοιπόν το κινηματογραφικό καταφύγιο αποφάσισα (ή μάλλον κατάφερα) να επιστρέψω δειλά-δειλά, με μια κλασική χρονικά, αλλά οχι και θεματικά, Χολιγουντιανή ταινία και συγκεκριμένα το "The Night of the Hunter".
Ας ελπίσουμε πως αυτή η σταδιακή επιστροφή θα μετουσιωθεί σε μια εβδομαδιαία (τουλάχιστον) παρουσία μου μέσω του blog.  Καλώς σας βρήκα λοιπόν : )


Την εποχή της μεγάλης, Οικονομικής Ύφεσης, η εγκληματική ιστορία του Ben Harper, ενός οικογενειάρχη που αναγκάζεται να ληστέψει μια τράπεζα-και να σκοτώσει δυο ανθρώπους-προκειμένου να προσφέρει στην φαμίλια του, περί τα 10.000 δολάρια, λειτουργεί μονάχα ως αφορμή για την εμφάνιση και την δράση ενός από τους καλύτερους και σίγουρα πιο επιβλητικούς villain που γνώρισε ποτέ το παγκόσμιο cinema: αυτόν του "Reverend" Harry Powell.
Αυτοπροσδιοριζόμενος ως «Αιδεσιμότατος» και φέροντας τις λέξεις "LOVE" και "HATE" στις αρθρώσεις των δακτύλων του (το LOVΕ στα δεξιά και το HATE στα αριστερά, γεγονός που έχει την δική του σημασία όπως θα δούμε παρακάτω), ο Powell είναι ένα φανατισμένο αρπακτικό που ορέγεται μοναχικές γυναίκες, ιδανικά χήρες, οι οποίες έχουντας ένα κάποιο κομπόδεμα στην άκρη, μπαίνουν αμέσως στο στόχαστρο του μανιακού αυτού ψευδοπροφήτη.
Μια μέρα η τύχη-ή μήπως ο Θεός του Χρήματος;-θα του χαμογελάσει, καθώς θα βρεθεί στο ίδιο κελί με τον άτυχο Ben Harper.  Με την πρόσφατη περιπέτειά του να τον ταλανίζει ακόμα και στον ύπνο του, ο Harper θα αποκαλύψει άθελά του, πως τα λεφτά βρίσκονται πίσω, στην οικογενειακή εστία, καλά κρυμμένα σε ένα μέρος που δεν πρόκειται να τα βρει ποτέ κανείς.  Φυσικά ο καιροσκόπος Powell δεν θα αφήσει την ευκαιρία ανεκμετάλλευτη, αλλά θα αποφασίσει να επισκεφτεί την σύζυγο-και soon to be χήρα-Willa (Shelley Winters), αποφασισμένος να ξετρυπώσει το παχυλό ποσό, με κάθε τίμημα.  Και όταν λέμε με κάθε τίμημα, εννοούμε ακόμα και αν χρειάζεται να «βγάλει» από την μέση, τόσο την καταπιεσμένη Willa, όσο και τα δυο δυστυχή πιτσιρίκια της, Ben και Pearl.


To "The Night of the Hunter" αποτελεί το μοναδικό σκηνοθετικό επίτευγμα του ηθοποιού Charles Laughton και χωρίς υπερβολές, ίσως και να είναι μια από τις πιο άρτιες και πιο διαχρονικές ταινίες της χρυσής εποχής του κλασικού Χόλιγουντ.
Βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του Αμερικανού μυθιστοριογράφου Davis Grubb, το "The Night of the Hunter" απέκτησε στην στιγμή cult αίγλη χάρη στην σκηνοθεσία του Laughton, αλλά και την προσαρμογή του σεναρίου από τον James Agee ("The African Queen).  Άνδρες με ιδιαίτερο όραμα και οι δύο, το οποίο έμοιαζε να σπάει τα παραδοσιακά στεγανά του αποδοσμένου ρεαλισμού που χαρακτήριζε σε μεγάλο βαθμό μια πληθώρα ταινιών της εποχής των μεγάλων αστέρων, κατόρθωσαν να παντρέψουν κατά τρόπο ευφυή, την αρχιτεκτονική ψευδαίσθηση του γερμανικού εξπρεσιονισμού, με την κυρίαρχη τάση της δεκαετίας του '50 για ακραιφνή ρεαλισμό, καταλήγοντας τελικά σε ένα απρόβλεπτο, κινηματογραφικό υβρίδιο το οποίο έμελλε να αποτελέσει τον κυρίαρχο λόγο, για τον οποίο η συγκεκριμένη ταινία μνημονεύεται (η αλήθεια είναι, οχι από πολλούς), ως ένα από τα πιο αναλλοίωτα, στην ουσία τους, films, της κινηματογραφικής ιστορίας.


Βλέποντας την ταινία μερικές εβδομάδες πριν, δεν μπόρεσα να μην παραλληλίσω την σκηνοθετική της ματιά, με αυτή του σπουδαίου "M" του Γερμανού Fritz Lang, ενός από τους σημαντικότερους-αν οχι του σημαντικότερου-εκπροσώπου του ρεύματος του γερμανικού εξπρεσιονισμού.
Η ταινία του Laughton είναι ένα ιδιάζον διαμάντι με εξπρεσιονιστικό περιτύλιγμα, καθώς μπορεί να μην εκπορεύεται της ταραχώδους ιστορίας της ναζιστικής Γερμανίας, της εποχής δηλαδή, που οδήγησε σε μεγάλο βαθμό στην ανάδειξη του στυλιζαρισμένου αυτού, κινηματογραφικού πλαισίου, παραμένει εντούτοις ένα αποτέλεσμα συγκλονιστικό στην εκτέλεσή του, ακριβώς επειδή μοιάζει να εμπνέεται από την υπερβολή, τις φωτοσκιάσεις και την αιχμηρή γεωμετρία των Γερμανών, καταλήγοντας όμως σε ένα εντελώς διαφορετικό μονοπάτι, χιλιόμετρα μακριά ιδεολογικά, από τους λόγους που οδήγησαν δημιουργούς όπως τον Lang και τον F.W Murnau στην δημιουργία των δικών τους, σκοτεινών αλληγοριών.
Το "The Night of the Hunter" είναι ένα χωνευτήρι των καλύτερων στιγμών, ενός βαθιά σκοτεινού ρεύματος, βασικού εκφραστή του περιρρέοντος, φοβικού στοιχείου της εποχής, χρησιμοποιώντας έτσι κι αλλιώς το βαρύγδουπο στυλ του γερμανικού εξπρεσιονισμού, προκειμένου να αντιπαραβάλει από την μια πλευρά, το υπέρτατο κακό που εκπροσωπεί ο Harry Powell και από την άλλη, την φορτισμένη σεξουαλικά πρωταγωνίστρια, αλλά και τον εξίσου καταπιεσμένο ερωτικά, Αιδεσιμότατου.  Έτσι τουλάχιστον μπορώ να ερμηνεύσω σε πρώτη φάση, το μαχαίρι στιλέτο που «ανοίγει» κάθε φορά που παρακολουθεί μια γυναίκα-όπως γίνεται στη αρχή της ταινίας-λειτουργώντας σαν μετωνυμία του ανδρικού μορίου το οποίο ερεθίζεται στην θέα μιας όμορφης ύπαρξης.  Ο Powell ερεθίζεται στην ιδέα μιας σκοτωμένης γυναίκας (και κατ' επέκταση των χρημάτων που πιθανώς θα τσεπώσει) και το «μέσο» για να το πετύχει, είναι το μαχαίρι του.


Ο Robert Mitchum στον ρόλο του δαιμονικού Harry Powell είναι εντυπωσιακός, ιδιαίτερα από την στιγμή που τον έχουμε συνηθίσει σε εντελώς διαφορετικούς ρόλους, κυρίως σε αυτούς του σαγηνευτικού αρσενικού.
Διαθέτοντας την επιβλητική κορμοστασιά ενός τρομερού κακού και την γλοιώδη φωνή ενός πονηρού εμπόρου που σε πουλάει και σε αγοράζει όποτε του κάνει κέφι ("Chillll...dren", φωνάζει στα παιδιά που βρίσκονται κρυμμένα στο υπόγειο και η μοχθηρία ξεχειλίζει μέσα από την ίδια του την ψυχή), ο Powell, καλά οχυρωμένος πίσω από το θρησκευτικό του παραπέτασμα, είναι ο φόβος και ο τρόμος προσωποποιημένος, ακόμα και όταν παραθέτει την ιστορία των δυο χεριών, του καλού δεξιού (αγάπη) και του κακού αριστερού (μίσος), σαν χειραγωγός πρώτου μεγέθους.
Με την απειλητική φιγούρα του Mitchum να κυριαρχεί πάνω από ολόκληρη την ταινία, τα πάντα μοιάζουν-και είναι-εντελώς πλασματικά κατασκευασμένα: από τα κτίρια και την βαρκάδα των παιδιών, μέχρι τον εσωτερικό φωτισμό των σπιτιών και των μαγαζιών, όλα αρκούνται στο φαίνεσθαι, έτοιμα να καταρρεύσουν στο φύσημα του κακού λύκου Powell, γεγονός στο οποίο κατά τον διάσημο κριτικό Rogert Ebert, βασίζεται και η διαχρονικότητα της ταινίας: δεν πατάει στον ρεαλισμό, αλλά σε κάτι πέρα από αυτόν, με αποτέλεσμα να βρίσκεται σε ένα εντελώς δικό της περιβάλλον, σε αυτό μιας «οπτικής φαντασίας».
To "Τhe Night of the Hunter" είναι μια αριστουργηματική ταινία, χωρίς σαφή προσδιορισμό του κινηματογραφικού της είδους, αλλά όπως αντιλαμβάνεστε, λίγη σημασία έχει αυτό.  Στην τελική, όλα τα τεχνικά βήματα συνδυάζονται κατά τρόπο «μαγικό» (στα συν και η ασπρόμαυρη φωτογραφία του Stanley Cortez, ιδιαίτερα σε μια από τις πιο τρομερές σκηνές της ταινίας), συνθέτοντας ένα αποτέλεσμα που θα σας συντροφεύει για καιρό.  Όπως και η τραγουδιστική φωνή του Αιδεσιμότατου.  Αν ο φωτισμός και το δυσοίωνο τραγούδι του ήρωα, δεν πηγαίνουν εμφανέστατα χέρι-χέρι με το "Μ" του Lang, τότε δεν ξέρω τι.


Παρασκευή 3 Μαΐου 2013

Spoorlooos (a.k.a The Vanishing): Existential sociopathy

Μετά από αρκετό καιρό, επιτέλους επιστρέψαμε στο μπλογκάκι και Παρασκευή.  Παρά το γεγονός πως σήμερα είναι Μεγάλη Παρασκευή, δεν είχα στα σχέδια μου να ανεβάσω κάτι εποχικό και κατανυκτικό, οπότε θα επιστρέψουμε αρκετά χρόνια πίσω και συγκεκριμένα στο 1988, προκειμένου να δούμε μαζί ένα νατουραλιστικό μέσα στην κοινωνική του παθολογία ταινιάκι.
Το "The Vanishing" θεωρείται ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα θριλερικής δημιουργίας, εμμονών και μιουταρισμένου σασπένς της δεακετίας του '80 και αυτοί είναι σίγουρα μερικοί λόγοι που το κάνουν να ξεχωρίζει από άλλα φιλμ τα οποία πρέπει να προκαλέσουν ποικιλοτρόπως, για να δηλώσουν αυτό που είναι: ιστορίες που ακροβατούν ανάμεσα στην τρέλα και την λογική.  Για να δούμε...


Ο Rex και η Saskia είναι ένα ζευγάρι που αποφασίζει να πάει ταξιδάκι αναψυχής κάπου στην Γαλλία.  Έχοντας ως μεταφορικό μέσα ένα μικρό αυτοκίνητο τίγκα στα μπαγκάζια, διασχίζουν το όμορφο, γαλλικό τοπίο συζητώντας και ενίοτε καυγαδίζοντας, μιας που αν γίνεται κάτι κατανοητό από την αρχή, είναι πως το συγκεκριμένο ζευγάρι αρέσκεται να κοντράρεται για ψύλλου πήδημα.  Επίσης εμφανές είναι το γεγονός πως η ωραία και μοιραία Saskia, είναι από εκείνες τις γυναίκες που μπορούν να σε παρατήσουν στα κρύα του λουτρού, ανά πάσα στιγμή (ακόμη κι αν τελικά αυτό δεν ισχύει, αλλά ο σκηνοθέτης George Sluizer, μας χειραγωγεί με ευκολία στο να πιστέψουμε κάτι τέτοιο).
Όταν οι δυο τους αποφασίσουν να σταματήσουν σε ένα βενζινάδικο προκειμένου να αναδιοργανωθούν, η Saskia θα προθυμοποιηθεί να αγοράσει μερικά αναψυκτικά και θα αφήσει για λίγο τον Rex μόνο του.  Το πρόβλημα είναι οτι δεν θα επιστρέψει ποτέ ξανά, μιας που από εκείνη την ημέρα τα ίχνη της χάνονται και μαζί με αυτά και το μυαλό του Rex ο οποίος αφιερώνει τον χρόνο του ακόμα και τρία χρόνια μετά την εξαφάνισή της, στην εύρεση στοιχείων που να οδηγούν σε κάποια εξήγηση αναφορικά με το τι της συνέβη.  Αυτό που δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται όμως, είναι πως ο απαγωγέας καιροφυλακτεί  Και παρακολουθεί...


Βασισμένο στην νουβέλα του Tim Krabbe, "The Golden Egg", το "The Vanishing" πραγματεύεται με τρόπο καθόλα εσκεμμένα υποτονικό και διστακτικό, το ιστορικό μιας εξαφάνισης η οποία γίνεται αφορμή για τον ζευγαρωτό πρωταγωνιστή να δηλητηριάσει την ζωή του με εικασίες και αμφιβολίες που εξακολουθούν να τον ταλανίζουν αναφορικά με την χαμένη Saskia.
Παρά το γεγονός οτι το συγκεκριμένο ταινιάκι μνημονεύεται ως μια από τις καλύτερες ευρωπαϊκές, κινηματογραφικές στιγμές του ΄80, εντούτοις ο σκηνοθέτης της George Sluizer, θέλησε επίσης να το αμερικανοποιήσει, σκηνοθετώντας το 1993 ακριβώς την ίδια υπόθεση, στην αμερικάνικη version της και με πρωταγωνιστές τους Jeff Bridges, Kiefer Sutherland και Sandra Bullock.  Η ταινία όπως φαντάζεσαι κατέληξε σε αποτυχία (είχα την "τύχη" να την δω και εγώ ένα βράδυ στην τηλεόραση), καθώς οχι μόνο άλλαξε το τέλος της original εκδοχής (ε οχι!), αλλά το όλο story κατέληξε απλώς να λειτουργεί ως ένα κακέκτυπο της γαλλογερμανικής εκδοχής, με αποτέλεσμα γρήγορα να ξεχαστεί τόσο από τους συμμετέχοντες ηθοποιούς, όσο και από τον ίδιο τον σκηνοθέτη.  Όπως και να το κάνουμε μερικές φορές είναι καλύτερο να μην αφήνουμε τις φιλοδοξίες να μας παρασύρουν, γιατί το αποτέλεσμα δεν έχει κανέναν λόγο να βγει έτσι κι αλλιώς καλό.  Και το "Spoorloos" από μόνο του έχει τόσα καλά πράγματα να σου δώσει...


Η ταινία είναι βασισμένη σε έναν αρχετυπικό urban legend, σύμφωνα με τον οποίο μια γυναίκα είχε επισκεφθεί μαζί με την κόρη της το 1901 την Έκθεση του Παρισιού, μόνο για να εξαφανισθεί λίγο αργότερα, αφήνοντας την κόρη μόνη και το προσωπικό του ξενοδοχείου, χωρίς καμία μνήμη οτι υπήρξε και οτι είχε δει ποτέ την μητέρα.
Πάνω σε αυτό ακριβώς το μοτίβο έχουν βασιστεί διάφορες ακόμη ταινίες, όπως το "The Lady Vanishes" του Alfred Hitchcock, καθώς και το "So Long at the Fair" των Antony Darnborough και Terence Fisher.  Το "The Vanishing" μάλιστα, πέρα από τις μπόλικες δόσεις μυστηρίου και σασπένς που το χαρκτηρίζουν, μοιράζεται επίσης με τον θεατή μια ακόμη wannabe χιτσκοκίζουσα διάθεση, μιας που ο γαλλικός τίτλος του έχει αποδοθεί ως "L'Homme qui voulait savoir" ("The Man Who Wanted to Know"), παραπέμποντας προφανώς στο φιλμ του μαιτρ του τρόμου, "The Man Who Knew Too Much".
Πέρα όμως από τα όποια δάνεια έχει πάρει η ταινία του Sluizer, η αλήθεια παραμένει πως το συγκεκριμένο κινηματογραφικό δημιούργημα, καταφέρνει να κρατήσει το ενδιαφέρον σου αμείωτο, εξαιτίας κυρίως του τρόπου με τον οποίο αποφασίζει να σε καθοδηγήσει μέσα στην πλοκή και και σε καταστήσει κοινωνό περίεργων και βαθιά διαταραγμένων καταστάσεων, οι οποίες εκ πρώτης όψεως δεν φαντάζουν τίποτε άλλο πέρα από φυσιολογικές.


Και τι εννοούμε με αυτό.  Καταρχάς ο σκηνοθέτης φροντίζει να κρατήσει μια εντελώς αναρχική στάση μέσα στην ταινία του όσον αφορά το μοτίβο του κατά τα άλλα κλασικού αφηγηματικού χρόνου, μεταπηδώντας πότε στο παρελθόν και πότε στο παρόν, αφήνοντας εύκολα υπονοούμενα αναφορικά και με το ίδιο το μέλλον των ηρώων.  Δεν είναι δύσκολο να μπει κανείς στον κεκαλυμμένα ψυχωτικό κόσμο για παράδειγμα, του θύτη και να αντιληφθεί τόσο τον τρόπο δράσης του, όσο και τι πραγματικά απέγινε η Saskia.
Εκτός από την ουσιαστική, κινηματογραφική απεικόνιση του χρόνου, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ανάπτυξη των χαρακτήρων οι οποίοι κινούνται και δρουν ως τα εντελώς τους αντίθετα.  Για παράδειγμα ο μουσάτος, κουστουμαρισμένος και καθώς πρέπει οικογενειάρχης/θύτης, είναι ψύχραιμος, μεθοδικός και καθόλου βιαστικός στις κινήσεις του, μελετώντας σχολαστικά το κάθε του βήμα (φτάνει στο σημείο να μετράει μέχρι και τους...σφυγμούς του, προκειμένου οι χτύποι της καρδιάς του να συνηθίσουν στην actual απαγωγή που ετοιμάζεται να κάνει) και περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή (και την κατάλληλη γυναίκα δηλαδή), μέχρι να πραγματοποιήσει την επίθεσή του, η οποία σημειωτέον γίνεται μέσα σε άπειρο κόσμο!
Αν και η αλήθεια είναι πως δεν παρουσιάζεται ένα επαρκές παρελθόν των πρωταγωνιστών, εντούτοις δεν μας απασχολεί κιόλας, κυρίως όσον αφορά το ζευγάρι.  Αντιθέτως δίνεται μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να αντιληφθούμε πως ο Raymond, ήταν από μικρός ένα παιδί που δοκίμαζε το προσωπικά του όρια, εκδηλώνοντας προφανώς τα πρώτα σημάδια της μετέπειτα ψυχωτικής του μανίας, την οποία έμαθε καλά να κρύβει κάτω από το οικογενειακό του παραπέτασμα.  Στον αντίποδα αυτού του τέρατος ψυχραιμίας (ή και σκέτου τέρατος) βρίσκεται ο φρενιασμένος γκόμενος, που με βλέμμα σκυθρωπό και μανιασμένο, δεν έχει πάψει στιγμή να αναζητά την χαμένη του αγάπη, όντας πιο κενός από ποτέ, ανίκανος να συνεχίσει την ζωή του και να ξεχάσει, αφού για εκείνον ο χρόνος σταμάτησε τρία χρόνια πριν, όταν η Saskia χάθηκε.


Το "The Vanishing" είναι ένα καλοστημένο ταινιάκι εμμονών και βραδύκαυστης τρέλας, το οποίο είναι πολύ πιθανό να μη σου γεμίσει το μάτι, πρέπει όμως να αναλογιστείς και το γεγονός οτι μιλάμε για την δεκαετία του '80.  Έκτοτε τέτοιου είδους ταινίες γίνονται με το κιλό, αν και πάλι μπορούμε να το επαινέσουμε ως ένα από εκείνα τα φιλμ, το οποίο καταφέρνει να διατηρείται διαχρονικό και πρωτότυπο, ακόμα και μέχρι τις μέρες μας.  Ένα θετικό ποσοστό εξάλλου πηγαίνει και στον σκηνοθέτη, ο οποίος κοπιάρει, αλλά πάντα με σεβασμό τα χιτσκοκικά μοτίβα, με ένα από τα πιο χαρακτηριστικά να αφορά και την συμμετοχή του θεατή στα τεκταινόμενα.  Το γεγονός για παράδειγμα πως εμείς γινόμαστε από την αρχή μάρτυρες του θύτη και του δικού του κοινωνικού background, λειτουργεί κατά έναν περίεργο τρόπο ακόμα και ηδονοβλεπτικά πάνω μας, δίνοντάς μας τον ρόλο του παντογνώστη Θεού, ενώ σε μια εξαίσια σκηνοθετημένη λήψη, μας "μεταβιβάζει" στο σώμα της Saskia, αφήνοντάς μας στιγμιαία να αισθανθούμε εμείς οι ίδιοι θύματα ενός πρωτάρη stalker.
Χωρίς να δρέπει δάφνες πρωτοτυπίας, αλλά αποτελώντας ένα μικρό, γρήγορο και twisty ταινιάκι, το "The Vanishing" είναι σίγουρα η καλύτερη επιλογή όταν δεν θες κανείς να σου χαϊδεύει τα μυαλά και να σε ποτίζει ελπίδα και αισιοδοξία.  Γιατί η ζωή είναι απλά αλλιώς...

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι ένα μπρελόκ τα αλλάζει όλα, οτι ένα φρίσμπι κοστίζει 13,50 φράγκα εν έτι 1988;;; και οτι πόσο χαλβάς είσαι που αποφασίζεις να μην ακούσεις την γκόμενά σου, όταν εκείνη σου λέει να βάλεις βενζίνη;  Just saying...


No trivia

Δευτέρα 1 Απριλίου 2013

Triangle: Punishment comes in waves...

Καλημέρα σε όλους, καλή εβδομάδα και καλό μήνα να έχουμε!  Προσοχή με τα ψέματα που θα σας πουν και θα πείτε σήμερα, 1η Απριλίου, και μέρα χαρά Θεού απόξω.  Μυρωδιές, ήλιος και ελαφρύ αεράκι, οτι πρέπει για μια γνήσια, ανοιξιάτικη μέρα.  Το λοιπόν, θα ξεκινήσουμε την εβδομάδα μας με μια ταινία, οχι και τόσο χαρούμενη, την οποία είχα δει κάτι μήνες πριν.  Θα ξεκινούσα με το "Stoker" (που κι αυτή δεν την λες αισιόδοξη), αλλά επειδή είμαι άτομο εμμονικό, και κάτι έχει σκαλώσει στο laptop μου, και περιμένω να δω τι ακριβώς είναι, σας το λέω από τώρα, δεν θα είχα και πολύ μυαλό να ασχοληθώ όπως θέλω με την ταινία του Chan-wook Park.  Συνεπώς, και επειδή Δευτέρα είναι, καλό είναι να δούμε και καμιά ταινία, ασχέτως αν κατα βάθος ξέρω πως όλοι θα δείτε αφενός, το τελευταίο επεισόδιο του "The Walking Dead", και αφετέρου, το πρώτο επεισόδιο της νέας σεζόν του "Game of Thrones".  Θα κάνω τα στραβά μάτια και θα σας προτείνω το "Triangle", μια ταινία πολύ διαφορετική από αυτό που θα περιμένατε...


H Jess (Melissa George), είναι μια μοναχική μητέρα, η οποία ζει μαζί με τον αυτιστικό της γιο, σε ένα μικρό σπίτι κάπου στην Αυστραλία.  Παρά το γεγονός πως φαίνεται να αντιμετωπίζει δυσκολίες στο μεγάλωμα του παιδιού, εντούτοις μοιάζει να μη τα παρατάει εύκολα, μιας που καταφέρνει να ανταποκρίνεται στις ανάγκες του, με περίσσια φροντίδα και αγάπη.
Όταν μια μέρα αποδεχτεί την πρόταση ενός φίλου, για μια ιστιοπλοϊκή απόδραση, παρέα με μερικούς ακόμη γνωστούς, η Jess, θα αρπάξει την ευκαιρία, προκειμένου να περάσει ένα ξέγνοιαστο-όσο γίνεται δηλαδή-Σάββατο, μέσα στην θάλασσα και τον ήλιο, αποζητώντας ουσιαστικά μερικές ώρες ανάπαυλας από την φροντίδα του μικρού της αγοριού, ο οποίος βρίσκεται έτσι κι αλλιώς ασφαλής στο "ειδικό" σχολείο για αυτιστικά παιδιά.
Ενώ όμως η βαρκάδα εκτυλίσσεται ειδυλλιακά, μια ξαφνική καταιγίδα, θα οδηγήσει το πλήρωμα στην αναζητήση καταφυγίου σε ένα διερχόμενο πλοίο, το οποίο θα σταματήσει για να τους περιμαζέψει.  Με την μόνη διαφορά πως, όπως και εσύ μπορείς να φανταστείς, κάτι φαίνεται να πηγαίνει πολύ, πολύ στραβά πάνω σε αυτό το κατά τα άλλα, εγκαταλελειμμένο πλοίο.  Κάτι, που μοιάζει να έχει τις ρίζες του στην ύπαρξη και τις επιλογές της ίδιας της Jess...


Για τον σκηνοθέτη της ταινίας, Christopher Smith, δεν έχουμε και πολλά να πούμε, από την άποψη, πως έχουμε ήδη πει, όταν είχα γράψει στο blogaki, μια ακόμη ταινία του, και συγκεκριμένα το μεσαιωνικό, "Black Death". 
Ο ίδιος αν και μετράει στο βιογραφικό του λίγα σχετικά πράγματα, εντούτοις φαίνεται πως ακόμα και αυτά, τα έχει κατασκευάσει με προσεγμένη πίστη στο ετερόκλητον του αντικειμένου του, μιας που μπορεί τα περισσότερα να χαρακτηρίζονται από μια κοινή γκάμα τρόμου, σασπενσικών πινελιών και καθαρόαιμου θρίλερ, είναι όμως ενταγμένα στην ουσία, σε διαφορετικά, ταινιακά είδη.
Στην προκειμένη περίπτωση το "Triangle", είναι μια ταινία που μπορεί εκ πρώτης όψεως να μη σου γεμίζει και πολύ το μάτι (γεγονός είναι για παράδειγμα πως η αφίσα της, παραπέμπει σε κακό horror, από εκείνα του σωρού που τείνουν να γεμίζουν τα ράφια των dvdάδικων), είναι όμως ένα ταινιάκι που απλώς αποφασίζει να αποκαλύψει αργά αργά τα χαρτιά του στους θεατές, κρατώντας κρυμμένους άσσους, που εξακολουθούν να βγαίνουν από το μανίκι, μέχρι και λίγο πριν από το τέλος της.  Σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να πιστέψετε πως τα πράγματα είναι τόσο απλά, όσο σε μια περιεκτική κριτική που μπορεί να διαβάσετε κάπου για το συγκεκριμένο εργάκι, μιας που όποιος αποφασίσει να σας την προτείνει, είναι γεγονός, πως δεν μπορεί να πει και πολλά πράγματα, παρά να περιοριστεί στα απολύτως απαραίτητα.  Και αυτό, γιατί το "Triangle" είναι από τις ταινίες που βλέπονται μια μόνο φορά, χάρη στις "εκπλήξεις" που σου επιφυλάσσει, και τις οποίες δεν απολαμβάνεις εννοείται στον ίδιο βαθμό, αν αποφασίσεις να την τιμήσεις, για δεύτερη φορά.  Προσωπικά, ακόμα ψάχνομαι να δω, ποια είναι η πρέπουσα παρουσίαση, με την οποία θα μπορέσω να αναφερθώ σε αυτήν όπως θέλω, αλλά και με τα λιγότερα-ή και καθόλου-spoilers...


Καταρχάς όσοι είχατε τσεκάρει την κριτική της ταινίας, "The Ghost Ship", την οποία είχα βάλει πρόσφατα (και ξαναλέω οτι δεν είναι η μεταφυσική, κακοφτιαγμένη χαζομάρα του 2002, με τον ίδιο τίτλο), μπορείτε να καταλάβετε σε ένα βαθμό και το consept, το οποίο κρύβεται πίσω από το "Triangle".
Οι ομοιότητες ως προς τις ονομασίες των δυο πλοίων, του κακού που μοιάζει να ελοχεύει σε κάθε γωνία και να πλανάται πάνω από τα κεφάλια των ηρώων, της εμπλοκής της ελληνικής μυθολογίας και του γενικότερου κλίματος που επικρατεί, σίγουρα δεν μπορεί να είναι τυχαίες, μιας που είναι πολύ πιθανό ο Smith, να εμπνεύστηκε από τα b-movies των περασμένων δεκαετιών, προκειμένου να δημιουργήσει τον νιχιλιστικό κόσμο της δικής του ταινίας. 
Εκτός βέβαια από μια σαφέστατη νύξη απέναντι σε παλαιότερες και ίσως, λιγότερο γνωστές επιδράσεις, ο Smith, καθιστά ξεκάθαρη και την επιρροή που μάλλον του άσκησε μια από τις καλύτερες και πιο κλασικές ταινίες, εσωτερικού τρόμου, που έγιναν ποτέ: το "The Shining" του Stanley Kubrick.
Χωρίς σαφέστατα να θέλω να προχωρήσω στο οποιοδήποτε spoiler, αναφορικά με το τι ακριβώς γίνεται στην ταινία, μπορώ εντούτοις να σας πω, πως η σύνδεση με την "Λάμψη", είναι πολύ πιο ουσιαστική απ'οτι αφήνουν να εννοηθεί, μερικά κοινά αντικείμενα και σκηνές.  Για παράδειγμα, έχουμε ένα τεράστιο, εγκαταλελειμμένο πλοίο, το οποίο θα αποτελέσει το σκηνικό της δράσης των ηρώων, ακριβώς όπως και το "Overlook Hotel", στην ταινία του μεγάλου σκηνοθέτη.  Έρημο ξενοδοχείο από τη μια, έρημο υπερ-καράβι από την άλλη.  Παράλληλα, τόσο οι φαντασιώσεις του Jack, μέσα στο ξενοδοχείο, οι οποίες τον οδηγούν στις παλιές, καλές, χρυσές εποχές της περιοχής, με την αίθουσα χορού να λειτουργεί και τους πάντες να διασκεδάζουν τσουγκρίζοντας σαμπάνιες, όσο και το ντεκόρ του πλοίου στο "Triangle", παραπέμπουν σε περασμένες χρονιές, οι οποίες μοιάζουν να έχουν σφραγίσει με την κατάληξη και την μοίρα τους, τους δυο αυτούς χώρους.  Μια ακόμη ομοιότητα παρατηρείται, όσον αφορά την ύπαρξη των λαβύρινθων, ο οποίος είναι μεν πιο ξεκάθαρος στην Λάμψη, είναι δε εμφανής σε έναν βαθμό, και μέσα στο πλοίο, χάρη στους δαιδαλώδεις διαδρόμους, μέσα από τους οποίους οι ήρωες, καλούνται να λύσουν το τρομερό μυστήριο.
Αν σε αυτές τις αυταπόδεικτες ομοιότητες, προσθέσετε την ύπαρξη ενός τσεκουριού, μιας αίθουσας χορού (ballroom), καθώς και ενός δωματίου που φέρει τον αριθμό 237 στην πόρτα (ναι, όλα αυτά υπάρχουν στην ταινία του Smith), τότε γίνεται κάτι περισσότερο από εμφανής η διάδραση ανάμεσα στα δυο films.  Υπάρχει κάποια χειροπιαστή ταύτιση ανάμεσα τους;  Οχι.  Υπάρχουν όμως σκηνές και αντικείμενα, που λειτουργούν σαν πρώτης τάξεως 'easter-eggs';  Βεβαιότατα...


Και φυσικά δεν σταματάμε μόνο εκεί.  Τόσο ο κλειστοφοβικός τρόμος που μοιάζει να πνίγει το ξενοδοχείο του Kubrick, όσο και αυτός που βυθίζει τον κόσμο του πλοίου στην παράνοια, αποτελούν τα καλύτερα, πρόσφορα εδάφη, προκειμένου να παιχτεί το φοβικό δράμα των πρωταγωνιστών, οδηγώντας μας κάθε φορά και σε διαφορετικά συμπεράσματα.  Για παράδειγμα πολλοί είχαν θεωρήσει πως η νουβέλα του King, αποτελούσε μια στοχευμένη γροθιά στο αμερικάνικο όνειρο και την οικογενειακή πραγματικότητα του πατριώτη Αμερικάνου, ακόμα και αν ο τρόπος που μεταφέρθηκε στην οθόνη, μάλλον είχε να κάνει με την εντελώς προσωπική ματιά του Kubrick, ο οποίος ήθελε να διηγηθεί τις δικές του ιστορίες (από το πως σκηνοθέτησε μαζί με τις μυστικές υπηρεσίες, την προσεδάφιση του Apollo 11 στην σελήνη, μέχρι το κεκαλυμμένο του κατηγορώ, απέναντι στις θηριωδίες του Γ' Ράιχ).  Στην προκειμένη περίπτωση, το "Triangle", μάλλον εξετάζει την θεματική του, μέσα από ένα καθαρά μυθολογικό πρίσμα, μέσα στο οποίο ο δημιουργός του, αποφασίζει να πετάξει και ορισμένα μοιρολατρικά ψήγματα, αναπόφευκτου μέλλοντος και εσωτερικής συνειδητοποίησης, τα οποία έρχονται και κλειδώνουν στο τέλος του, τότε δηλαδή που το τοπίο μοιάζει να καθαρίζει ολοκληρωτικά.
Έχετε στο μυαλό σας πως τα πάντα, παίζουν τον δικό τους ρόλο σε αυτό το underrated ταινιάκι, καθώς τίποτα δεν μοιάζει τυχαίο και φύρδην μίγδην ριγμένο μέσα στο σενάριο.  Αν πάρουμε για παράδειγμα το όνομα του πλοίου (Aeolus) και σκαλίσουμε λίγο την ελληνική μυθολογία (ή και οχι, μιας που που αναφέρεται μέσα στην ταινία αυτό που ο θεατής πρέπει να αντιληφθεί), θα δούμε οτι θεωρείτο ο πατέρας του Σίσυφου, ο οποίος είχε τιμωρηθεί από τους Θεούς επειδή ξεγέλασε τον Άδη.  Και η τιμωρία του;  Να ανεβάζει στην αιωνιότητα έναν μεγάλο βράχο στην κορυφή ενός βουνού, μέχρι που εκείνος έπεφτε από την άλλη μεριά, και ο Σίσυφος, αναγκαζόταν να τον ανεβάζει για ακόμη μια, ατέλειωτη φορά.  Τι σχέση έχει όμως αυτό με την ταινία;  Πιστέψτε με, μεγάλη...


Εκτός από την σκηνοθεσία η οποία περνάει στο μεδούλι σου τις απαραίτητες δόσεις φόβου, η ερμηνεία της Melissa George είναι ιδανική.  Φοβισμένη, μπερδεμένη και έτοιμη για όλα, σίγουρα καταφέρνει να σε κρατήσει στην άκρη της θέσης σου, μέχρι το αναπόφευκτο φινάλε που σκάει στο πρόσωπό σου, μαζί με την δική της τρομακτική συνειδητοποίηση, δημιουργώντας ένα αποτέλεσμα τρομακτικό και οδυνηρά εφιαλτικό.
Το "Triangle" είναι ένα καλοστημένο ταινιάκι τρόμου και πολλών άλλων, και καλά θα κάνεις να το δεις, αν δε το έχει ήδη τσεκάρει.  Και φυσικά περιμένω γνώμες, γιαί δεν φαντάζεσαι πως με "τρώει" να το συζητήσω.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι ο Liam Hemsworth έχει υπάρξει τούμπανο, οτι θεωρείται γρουσουζιά να σκοτώσεις έναν γλάρο, πριν από ένα ναυτικό ταξίδι και οτι το τρέξιμο που έριξε αυτή η George στην ταινία, απλά δεν υπάρχει.

To trailer το αποφεύγω, μιας που τα spoilers είναι άπειρα.

No trivia

Τετάρτη 27 Μαρτίου 2013

Apt Pupil: Certain lessons corrupt...

Χαιρετώ και πάλι και καλωσορίζω και το νέα μέλος της ομάδας μας! Εύχομαι να αναζητήσεις και εσύ μαζί μας, "ωραίες", κινηματογραφικές στιγμές.  Λοιπόν σήμερα, είπα να ασχοληθώ με μια ταινία, την οποία όλο προσπαθούσα να ξεκινήσω και όλο την παρατούσα κάπου στην αρχή, διότι η πρώτη εντύπωση που μου έδινε κάθε φορά, είναι πως θα εντασσόταν καλύτερα στο πλαίσιο μιας τηλεοπτικής δουλειάς (και μάλιστα από τις κακές), παρά σαν ένα κινηματογραφικό επίτευγμα, άξιο προσοχής.  Παρόλα αυτά, όταν τελικά είδα το "Apt Pupil", μια ταινία του 1998, εκτίμησα δυο πράγματα: τόσο την ύπαρξη κάποιον σαφέστατων αδυναμιών τις οποίες η ταινία δεν είχε σκοπό να κρύψει, καθώς και την απρόσμενη δυναμική που αυτή ανέπτυξε, παρασύροντας το θέμα του νεοναζισμού, και ξεπλένοντας στην ουσία το story, από τυχόν απόλυτη ταύτιση, με αυτό το στοιχείο των καιρών μας.  Και των καιρών από πάντα δηλαδή.


O Todd Bowden (Brad Renfro), είναι ένας πιτσιρικάς ο οποίος έχει ένα ιδιαίτερο χόμπι: μαζεύει μετά μανίας, οτιδήποτε έχει να κάνει με το Τρίτο Ράιχ, τον Β' Παγκόσμιο και την δράση της Γερμανίας, κυρίως όσον αφορά οχι τις επεκτατικές της βλέψεις, αλλά την "τιμωρία" των Εβραίων, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Όταν μια μέρα συναντήσει στο λεωφορείο έναν ηλικιωμένο, τα πράγματα θα αλλάξουν ολοκληρωτικά και για τους δυο, καθώς θα αντιληφθεί πως πρόκειται για έναν εκ των εγκληματιών πολέμου, τον οποίο φιλοξενεί σε μπόλικες από τις φωτογραφίες που διαθέτει.  Ο Todd θα βρει έτσι την ευκαιρία να προσεγγίσει τον Μr. Kurt Dussander (Ian McKellen), προκειμένου να μάθει από πρώτο χέρι, όλες τις θηριωδίες των Γερμανών και την αίσθηση του να κρατάς την θανατερή μοίρα χιλιάδων, στα χέρια σου.  Ο Dussander θα πρέπει να χορέψει τώρα, τον χορό που του επιβάλει ο πιτσιρικάς, σε διαφορετική περίπτωση ο απειλητικός πέλεκυς της δικαιοσύνης που έχει κρεμάσει ο Todd πάνω από το κεφάλι του και με τον οποίο τον έχει στριμώξει στην γωνία, θα πέσει και θα κόψει κεφάλια.  Ένας εγκληματίας πολέμου όμως, δεν ξεχνάει ποτέ την πραγματική του φύση.  Ιδιαίτερα όταν τα χρόνια έχουν περάσει και ένα παιδί έρχεται να του κάνει με το έτσι θέλω την ζωή, άνω κάτω...


Το "Apt Pupil" βασίζεται καταρχάς σε μια νουβέλα ή αλλιώς, long short story του Stephen King, το οποίο συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο "Different Seasons", μαζί με μερικές ακόμη ιστορίες του και πιο συγκεκριμένα το "The Body", το οποίο μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο ως, «Stand By Me», καθώς και το "Rita Hayworth and Shawshank Redemption", το οποίο αποτέλεσε φυσικά την πρώτη ύλη του «The Shawshank Redemption», του Frank Darabont.
Όπως αντιλαμβάνεστε λοιπόν, ένας από τους λόγους για τους οποίους από καιρό ήθελα να δω αυτή την ταινία, ήταν πως αποτελεί ιστορία του Stephen King, γεγονός που έχει ταυτόχρονα διττή σημασία, καθώς το αποτέλεσμα ή θα είναι εξαιρετικό, ή απλώς δεν θα βλέπεται.  Δεν έχω κατανοήσει ακόμη τους λόγους για τους οποίους πολλές φορές, αξιόλογα βιβλία του King (δεν μιλάω γενικά αυτή την στιγμή για τις μεταφορές των βιβλίων, καθώς δεν θα τελειώναμε ποτέ με αυτό το θέμα), γίνονται τραγικότατες ταινίες, τόσο από πλευράς σεναρίου (το οποίο τις περισσότερες φορές μπάζει από παντού), όσο και από πλευράς σκηνοθεσίας, η οποία στην καλύτερη των περιπτώσεων, είναι επιεικώς απαράδεκτη.
Αν θα έπρεπε να τοποθετήσω στην προκειμένη περίπτωση το «Apt Pupil» κάπου, αυτό θα ήταν μάλλον σε μια νέα κατηγορία, η οποία παίζει κάπου στην μέση.  Η ταινία, δεν είναι σε καμία περίπτωση εξαιρετική.  Δεν είναι όμως και μια ταινία την οποία θα σταματήσεις άρον άρον.  Κυρίως γιατί σε αυτήν πρωταγωνιστεί ο εξαίσιος, Ian McKellen, αλλά και επειδή την σκηνοθεσία της είχε αναλάβει ο "πολλά υποσχόμενος, αλλά κάπου το'χω χάσει λίγο", Bryan Singer.


Το όνομα του Singer, σίγουρα το ξέρετε, ακόμη και αν δεν θυμάστε ακριβώς, ποιες είναι οι ταινίες τις οποίες μετράει στο ενεργητικό του.  Λοιπόν ο φίλος Bryan, είναι αυτός που το 1995, σκηνοθέτησε μια εκ των καλύτερων ερμηνειών που μετράει ο Kevin Spacey μέχρι σήμερα, στο «The Usual Suspects», ένα καθηλωτικό, crime θρίλερ, με ένα εντυπωσιακό τέλος, από αυτά που ο Alfred Hitchcock, θα "σκότωνε", προκειμένου οι θεατές του να μην αποκαλύψουν παραέξω.
Έκτοτε ο Singer την έκανε λαχείο, αναλαμβάνοντας την μεταφορά στο κινηματογραφικό πανί, των περιπετειών των X-Men, σκηνοθετώντας δυο ταινίες, και ετοιμάζοντας ήδη την τρίτη συνέχεια, το «X-Men: Days of Future Past».  Στο ενδιάμεσο ασχολήθηκε και με την επιστροφή του Superman στο «Superman Returns», κατέγραψε έναν ένστολο Tom Cruise, στην προσπάθειά του να δολοφονήσει τον Hitler στην «Valkyrie» του, ενώ τώρα αποφάσισε να μας πασάρει και την CGI-ασμένη εκδοχή του Τζάκ και της φασολιάς, «Jack and the Giant Slayer», με έναν giant που θυμίζει αφηρημένα τον Klaus Kinski στο «Aguirre: The Wrath of God».  Μάλιστα...
Αν και η καριέρα του Singer δεν θα είχε αλλάξει και πολύ σε περίπτωση που δεν είχε αναλάβει το «Αpt Pupil» (έτσι κι αλλιώς ανάγκη δεν έχει, μιας που τουλάχιστον η τηλεοπτική του δουλειά, μοιάζει να του αποφέρει περισσότερα, απ'οτι οι τελευταίες, κινηματογραφικές του προσπάθειες), εντούτοις θα τολμούσα να πω πως αυτή η ταινία, αποτέλεσε οτι πιο διαφορετικό έχει να μας προσφέρει ο συγκεκριμένος σκηνοθέτης, μέχρι σήμερα.  Και η αλήθεια είναι πως αν και δεν έχω διαβάσει την συγκεκριμένη ιστορία, μπορώ κάπου να αντιληφθώ οτι το αποτέλεσμά της, είναι πολύ καλύτερο, απ'οτι αν είχε αναλάβει κάποιος άλλος την dirty job της μεταφοράς.


Καταρχάς, πέρα από την ξεκάθαρη παρουσία του τρόμου, υπό την μορφή αυτής της φοράς, της ιδέας του νεοναζισμού, η ταινία, δεν επικεντρώνεται τόσο πάνω σε αυτό το κομμάτι, όσο στην γενικότερη "δύναμη" των ανθρώπων να παρασυρθούν και να παρασύρουν.  Έτσι κι αλλιώς ο Stephen King, αποτελούσε από πάντα έναν συγγραφέα, ο οποίος δεν περιοριζόταν μόνο στον μεταφυσικό, φαντασιακό τρόμο, αλλά σε αρκετά βιβλία του, ο φόβος, προκύπτει από κάτι το καθημερινό, κάτι που στην πραγματικότητα μπορεί να φαντάζει αντιμετωπίσιμο και κοινό, αλλά που στα έργα του μετατρέπεται στον νούμερο ένα κίνδυνο, την ουσιαστική πηγή τρέλας και υπέρτατης απειλής.  Για παράδειγμα στο "Cujo", ένας σκύλος Αγίου Βερνάρδου κολλάει λύσσα από μια νυχτερίδα, με αποτέλεσμα να μετατρέπεται μέσα από τις σελίδες του King, στην νούμερο ένα, φονική μηχανή.  Ακόμα και στο κατά βάση δραματικό, «Stand By Me», τα παιδιά έρχονται αντιμέτωπα με μια τρομακτική και παράλληλα σαγηνευτική σκέψη, η οποία σωματοποιείται στην θέα ενός νεκρού σώματος.  Τίποτα περισσότερο.
"Πολλοί με ρωτούν γιατί οι ιστορίες μου δεν περιλαμβάνουν έναν σκύλο, ο οποίος πνίγεται ηρωικά στην προσπάθειά να σώσει το αφεντικό του.  Και εγώ τους απαντώ, πως προτιμώ να φέρω πίσω το εκδικητικό, κρύο πνεύμα του σκύλου, το οποίο θα στοιχειώσει το αφεντικό και θα ζητήσει εκδίκηση".  Αυτά αποτελούν λόγια του ίδιου του King, και θυμάμαι πως μου είχαν κάνει μεγάλη εντύπωση όταν τα είχα διαβάσει.  Μου είχαν ανοίξει όμως και ένα διαφορετικό τρόπο σκέψης, τον οποίο φαίνεται να χρησιμοποιούσε κυρίως κατά το παρελθόν, σαν παντιέρα, ο διάσημος συγγραφέας, προκειμένου να υφαίνει τον τρόμο, ακόμα και στις πιο περίεργες και κατά τα άλλα πραγματικές γωνιές του μυαλού μας.  Το «Apt Pupil», ανήκει ακριβώς σε αυτή την κατηγορία.  Είναι μια ταινία η οποία πραγματεύεται τον μεγαλύτερο φόβο, το μεγαλύτερο κακό που πέρασε ποτέ πάνω από την Γη: τον άνθρωπο.


Ο McKellen υποδύεται τον ηλικιωμένο Dussander με πίστη και πυγμή, αντικατοπτρίζοντας ιδανικά τον ψυχισμό ενός λύκου, που έχει ενεδυθεί την προβιά του προβάτου, και έχει βολευτεί μέσα σε αυτήν, ξεχνώντας τον πρωτύτερο εαυτό του.  Όταν ο Renfro έρχεται (ο οποίος πέθανε το 2008 από υπερβολική δόση), και απαιτεί από εκείνον να ξεθάψει από το μπαούλο των αναμνήσεων, όλες εκείνες τις ανομολόγητες πράξεις, τα βασανιστήρια και την ζοφερή πραγματικότητα του πολέμου, είναι σαν να σηκώνει λιγάκι το χαλί της Ιστορίας, και να προκαλεί τον Dussander να κοιτάξει από κάτω, βλέποντας κάπου εκεί τον εαυτό του, όπως αυτός ήταν παλιά: νέος, ακμαίος και γεμάτος βάναυσες ορέξεις.  Στην ουσία δεν είναι το θέμα του νεοναζισμού αυτό που κυριαρχεί, όσο το πως πολύ εύκολα μπορεί κάποιος να "κυλήσει" και πάλι, στον παλιό εθισμό του.  Είτε αυτός είναι το αλκοόλ, είτε τα ναρκωτικά, είτε η ανάγκη να σκοτώνει...
Το «Apt Pupil», πρόκειται στην ουσία για μια ταινία εμμονών.  Εμμονικός ο Todd με τον κόσμο του Τρίτου Ράιχ, όπως όμως τον θαυμάζει μέσα από τις φωτογραφίες, μα που όπως σύντομα διαπιστώνει, οι διηγήσεις και η πραγματικότητα, μάλλον απέχουν έτη φωτός από το όποιο φρικιαστικό ενσταντανέ της φωτογραφικής μηχανής.
Το ενδιαφέρον κομμάτι της ταινίας, εκεί δηλαδή που παίζεται και όλο το δράμα, έχει να κάνει με την αλληλεπίδραση των δυο πρωταγωνιστών, και τον τρόπο με τον οποίο ο ένας, μοιάζει να αποτελεί την νεότερη και αντίστοιχα, την μεγαλύτερη εκδοχή του άλλου.  Οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος.  Όταν ο σπόρος της εξουσίας και της μεγαλομανίας έχει φυτευτεί (οχι αυτός ενός ξεκάθαρου ναζισμού), τότε υπάρχει δυνατότητα διαφυγής και για τους δυο.  Με διαφορετικές δηλαδή συνέπειες και όπως κι αν εκφράζεται αυτή.
Αν εξαιρέσει κανείς την κάπως αδύναμη σκηνοθεσία, από πλευράς σκηνικών και ατμόσφαιρας, τότε μπορεί να βρει ενδιαφέροντα στοιχεία στο «Αpt Pupil», μια ταινία, η οποία μπορεί να μην είναι από τις καλύτερες μεταφορές, είναι όμως από τις πιο τίμιες αναφορικά με αυτά που θέλει να πεί.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι o David Schwimmer είναι σαν ανώμαλος μπανιστιρτζής με αυτό το μουστάκι, οτι όταν ο King άκουσε πως την ταινία θέλει να αναλάβει ο Bryan Singer, του πούλησε τα δικαιώματα για 1 δολάριο και οτι ο McKellen είναι μόλις 57 χρονών εδώ, αν και δείχνει για πολύ μεγαλύτερος και συγκεκριμένα ανέλαβε να υποδυθεί τον 75χονο Dussander.


Με την απαραίτητη φωνή που συνόδευε τότε τα trailer...

No trivia

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013

The Ghost Ship: Covered horror

Καλημέρα σε όλους, καλή εβδομάδα και καλή καθαρά Δευτέρα να έχουμε.  Κοιτάξτε μόνο να μην παραβαραρύνετε με το φαγητό και δεν μπορείτε να δείτε την ταινία που θα σας προτείνω σήμερα, αν και έτσι κι αλλιώς, όπως είχα πει και από την περασμένη εβδομάδα, όντας παλιά, απευθύνεται σε πιο σινεφίλ κοινό, μιας που είναι σίγουρο πως αν κάποιος αποφασίσει να την δει (ο οποίος στην τελική δεν πολυασχολείται και με τον κινηματογράφο), θα βαρεθεί την ζωή του.  Όσοι λοιπόν θέλουν να μάθουν το κατιτίς παραπάνω, μιας που και εγώ την ταινία την είδα υπό την καθοδήγηση του καθηγητή στις ιντερνετικές διαλέξεις που έκανα, μπορούν να απολαύσουν το "The Ghost Ship", μιας ταινία με πραγματικό, κεκαλυμμένο τρόμο, του 1943.  Προσέξτε, δεν μιλάμε για την μούφα που κυκλοφόρησε με τον ίδιο σχεδόν τίτλο το 2002.  Μιλάμε για μια μια b movie (από πλευράς όμως, μόνο προϋπολογισμού και τίποτα άλλο), της δεκαετίας του ΄40, παραγόμενη από ένα από τα μεγαλύτερα στούντιο της εποχής: το RKO.

Ο νεαρός Tom Merriam (Russell Wade), αποτελεί το νέο μέλος του πληρώματος του πλοίου Altair, στο οποίο και αναλαμβάνει την θέση του 3ου αξιωματικού, "κάτω" φυσικά από τον σοβαρό και μετρημένο καπετάνιο, Will Stone (Richard Dix), παλιά καραβάνα του ναυτικού, που έχει φάει την θάλασσα με το κουτάλι, αποτελώντας κλασική περίπτωση ανθρώπου που ζει και αναπνέει για τα ταξίδια.
Από την αρχή κιόλας, φαίνεται πως οι σχέσεις των δυο ανδρών δεν θα μπορούσαν να ήταν καλύτερες, μιας που ο Merriam, στον οποίο κολλάνε το παρατσούκλι "Tertius" (λόγω της "τρίτης" θέσης του στην ιεραρχία), φαίνεται να βρίσκει στο πρόσωπο του καπετάνιου, την φιλοδοξία του να αναλάβει κάποια στιγμή και αυτός το τιμόνι ενός πλοίου, ενώ και ο Stone, θυμάται και νοσταλγεί τα νεανικά του χρόνια, όταν παιδαρέλι ακόμα μπάρκαρε με το πρώτο του σκαρί, περνώντας τελικά μια ολόκληρη ζωή μακριά από την αγκαλιά μιας γυναίκας και την σταθερότητα μιας οικογενειακής εστίας.
Όταν λίγο μετά τον απόπλου, αρχίσουν να συμβαίνουν περίεργα φαινόμενα, τα οποία περιλαμβάνουν τον θάνατο κάποιον μελών του πληρώματος, ο Merriam θα θορυβηθεί από την κατάσταση και θα προσπαθήσει να ρίξει λίγο φως σε αυτή την ιστορία.  Στην προσπάθειά του όμως να βρει τους λόγους αυτής της θαλασσινής κατάρας, όλα μοιάζουν να οδηγούν στον καπετάνιο.  Τον καπετάνιο που έχει μανία με τον έλεγχο και την εξουσία...


Βρισκόμαστε στην δεκαετία του '40, σε μια εποχή όπου ο ήχος αποτελούσε ήδη αναπόσπαστο κομμάτι των ταινιών, ήδη από τις περασμένες δεκαετίες, μιας που μέχρι και τα πρώτα χρόνια του '30, τουλάχιστον ένα 80% των κινηματογραφικών αιθουσών, παρουσίαζαν ταινίες οι οποίες είχαν τελικώς καλοδεχθεί και προσαρμοστεί στις απαιτήσεις του ήχου.
Γεγονός είναι πάντως, πως ο κινηματογράφος βίωνε εκείνα τα χρόνια δυο, από τις πιο ρηξικέλευθες αλλαγές του: τον ερχομό του ήχου και λίγο αργότερα, του χρώματος.  Φυσικά αυτή η μετάβαση δεν ήταν καθόλου απλή και εύκολη, αλλά χρειάστηκαν προσαρμογές, τεχνικές αλλαγές και ένα σωρό άλλες μετατροπές, προκειμένου να οδηγηθούμε στην φυσική πρόοδο της 7ης Τέχνης.  Ακόμη και αν οι προσπάθειες είχαν ξεκινήσει πολύ νωρίτερα (από τα τέλη του 1880), εντούτοις το έδαφος ήταν μόλις τότε πρόσφορο, προκειμένου κάτι τέτοιο να γίνει πραγματικότητα.
Δεν είναι τυχαίο που κάθε φορά αναφερόμαστε στην Χρυσή Εποχή του Hollywood, η οποία εντοπίζεται κάπου στο '50, παρόλα αυτά οι βάσεις της, είχαν αρχίσει να θέτονται πολύ νωρίτερα, με το σημερινό μας "Ghost Ship", να αποτελεί μια πολύ καλή ευκαιρία, προκειμένου να το δούμε αυτό και στην πράξη.
Η παραγωγή της ταινίας όπως είπαμε, έγινε από ένα από τα μεγαλύτερα, στούντιο παραγωγής, της RKO, η οποία μετρούσε στο ενεργητικό της σπουδαίες ταινίες, όπως το "Citizen Kane".  Μιας και μιλάμε στην συγκεκριμένη περίπτωση για το "Ghost Ship", μια ταινία τρόμου, δίχως τρόμο, η RKO, διέφερε ολοκληρωτικά από άλλες στουντιακές παραγωγές, αφού σε αντίθεση με τις ταινίες της Universal ("Frankenstein", "Dracula"), προτιμούσε να κρατάει την πηγή του τρόμου της, κρυφή.  Ακολουθούσε αν θέλετε το μονοπάτι του υπαινικτικού φόβου, χωρίς να αποκαλύπτει ποτέ το όποιο τέρας, το οποίο έτσι κι αλλιώς δεν λειτουργούσε και τόσο στα πρότυπα του σωματοποιημένου τρόμου.  Αν μάλιστα έπρεπε να βρούμε κάποιον υπεύθυνο, γι' αυτή την στρατηγική της κεκαλυμμένης φοβίας, αυτός θα μπορούσε να αναζητηθεί στο πρόσωπο, του κινηματογραφικού παραγωγού και σεναριογράφου, Val Lewton.


O Val Lewton ήταν ένας άνθρωπος ο οποίος παρέα με τους συνεργάτες του, προσπαθούσε να βγάζει πάντα το καλύτερο δυνατόν, από οτι ήταν διατεθειμένη να του προσφέρει η εποχή.  Για παράδειγμα, όπως φαίνεται και από το "Ghost Ship", η χρήση του ήχου, γινόταν στα χέρια του σωστό χρυσωρυχείο εννοιών και υπονοούμενων, μέσω των οποίων μπορούσε να δώσει το στίγμα, να δημιουργήσει την κατάλληλη-ζοφερή εδώ-ατμόσφαιρα και να "παίξει" στην ουσία με όλα τα καλούδια που του έδινε, προκειμένου να δημιουργήσει έναν κόσμο απειλητικό και τρομακτικό, όσο και μίζερα καθημερινό.
Αυτό που ίσως έκανε τις ταινίες του να ξεχωρίζουν, ταινίες "φτηνές", οι οποίες πολλές φορές χρησιμοποιούσαν σκηνικά άλλων φιλμ (όπως γίνεται και εδώ, μιας που το σκηνικό του πλοίου, αποτελούσε τμήμα της ταινίας "Pacific Liner" του 1939), είναι πως ο Lewton, φαινομενικά, δημιουργούσε μια υποθεσιακή κατάσταση, με σκοπό τις περισσότερες φορές αυτή, να παραπέμπει σε b-movie, horror-ικές διαστάσεις, εντούτοις, αν κάποιος αποφάσιζε να τις κοιτάξει λίγο καλύτερα, θα έβλεπε πως αυτές παρέπεμπαν σε πολύ ουσιαστικότερα, οικουμενικά θέματα.  Για παράδειγμα η ταινία του "Cat People", αφορά μια γυναίκα που μεταμορφώνεται σε γάτα.  Στην ουσία όμως, είναι μια ταινία η οποία εξερευνά τα όρια της γυναικείας ετεροσεξουαλικότητας.  Το ίδιο ισχύει και για το "I Walked With a Zombie", μια ταινία η οποία επί της ουσίας μιλά για τις δυσκολίες ενός γάμου, τα στερεότυπα και τον εξαναγκασμό των ατόμων να χωρέσουν σε καλούπια τα οποία δεν τους ταιριάζουν.
Όπως γίνεται φανερό, ο Lewton δεν θα μπορούσε να αναλωθεί σε κλασικά μοτίβα, προχειροδουλεμένου τρόμου, αλλά επιλέγει να τον καταστήσει σαφή, μέσα από την χρήση όλων των υλικών που μπορεί να έχει στην διάθεσή του: από τα σκηνικά και τον φωτισμό, μέχρι τα ηχητικά μοτίβα, τα οποία στο "Ghost Ship" είναι εκείνα που χτίζουν την πρέπουσα ατμόσφαιρα, αργά, σταδιακά και αποκαλυπτικά.
Βλέποντας εξάλλου κανείς την ταινία, σίγουρα αρχίζει να απορεί ως προς το, ποιο είναι το φάντασμα του πλοίου;, τι θέλει να μας δείξει ο σκηνοθέτης, με την έντονη χρήση των θαλασσινών ήχων και των μεταλλικών κρότων του πλοίου;, τι κρύβεται τέλος πάντων, πίσω από το πλήρωμα, τον καπετάνιο, ακόμα και το ίδο το όνομά του καραβιού;.  Κρύβονται πολλά, βασικά μια ολόκληρη κοσμοθεωρία στο πως πρέπει να αντιμετωπίζεται δημιουργικά το χτίσιμο ενός εν δυνάμει σασπένς.  Και με βάση αυτό, το "The Ghost Ship" είναι σίγουρα, ένα από τα πιο underrated, κλασικά ταινιάκια εποχής.


Επειδή μάλιστα οι κόσμοι του καλού και του κακού, είναι συνήθως στις ταινίες του σαφέστατοι, ο Lewton θεωρεί, πως το καλύτερο είναι να αποδείξει πως μπορεί ο χαρούμενος, φωτεινός κόσμος να είναι καλός και σωστός και τίμιος, εκ πρώτη όψεως, αυτός όμως που κρύβεται από πίσω του, ο σκοτεινός και απειλητικός, είναι έτη φωτός πιο ενδιαφέρον, κατάλληλος για κάθε τρομακτική και ουσιαστική πινελιά, την οποία απαιτεί για χάρη του εαυτού του, αλλά και του κοινού του.  Όπως εξάλλου είχε δηλώσει και ο ίδιος ο Lewton, "αυτά που φαντάζονται οι θεατές όταν βλέπουν τις ταινίες μου, είναι απείρως χειρότερα από αυτά που πρόκειται να τους δείξω εγώ...", δίνοντας προφανών το έναυσμα στο κοινό για την κινητοποίηση μιας φοβικής σκέψης, η ξυσμένη επιφάνεια της οποίας (από τον Lewton και την ομάδα του), προσφέρει το ποσοτικό μερίδιο το οποίο είναι μονάχα απαραίτητο, αφήνοντας στην διακριτική ευχέρεια του κοινού να ενώσει τα κομμάτια και να αντιληφθεί τις πραγματικές πηγές του τρόμου.
Το "The Ghost Ship", χαρακτηρίζεται από μια καθόλα απλοϊκή ιστορία και από μερικούς ακόμη πιο απλούς διαλόγους, έχει όμως φροντίζει να κεντήσει τους ήρωές της με μοτιβικά ψήγματα, τα οποία μέσα από την επανάληψη αποκτούν φρικιαστική σάρκα και οστά.
Η ταινία, όπως κάθε ταινία τρόμου που σέβεται τον εαυτό της, ξεκινάει με ένα πλάνο στο οποίο βλέπουμε το πλοίο να βγαίνει μέσα από την ομιχλώδη θάλασσα, γεγονός που δίνει αυτόματα το στίγμα πως αυτό που θα δούμε, θα είναι βυθισμένο μέσα σε αυτήν την ονειρική αχλή, η οποία δεν προοικονομεί τίποτα το καλό.  Γενικώς η εικόνα και ο ήχος, "ταξιδεύουν" χεράκια χεράκι, μεταδίδοντας τα νοήματά τους, χωρίς όμως ο Lewton να ξεχνά ποτέ, ποιος είναι ο βασικός πρωταγωνιστής του φιλμ: ο ήχος.  Ο τρόπος μάλιστα με τον οποίον αποφασίζει να το καταστήσει αυτό σαφές, είναι κάτι παραπάνω από έξυπνος, μιας που βάζει έναν μουγγό (μέλος του πληρώματος), να σκέφτεται, με το δικό του voice over να "ακούγεται", αποτελώντας στην ουσία την ακουστική σκέψη του, που εμείς μπορούμε να αντιληφθούμε με τον τρόπο αυτό.  Ο μουγγός μάλιστα, δεν είναι καθόλου τυχαία παρουσία, μιας που φαίνεται να λειτουργεί σαν μια άλλη Πυθία, μαντεύοντας τα μελλούμενα και νοιώθοντας από νωρίς το κακό που μοιάζει να συσσωρεύεται στο πλοίο, ατάραχο, διάφανο και μολυσματικό.


Θα μπορούσαμε να μιλάμε για πολύ ακόμα γι' αυτήν την ταινία, παρόλα αυτά, θα αρκεστώ να σας επισημάνω μερικά μόνο από τα μπόλικα μοτίβα της, τα οποία λειτουργούν καταλυτικά και εκφράζουν απόλυτα την κοσμοθεωρία των δημιουργών της.
Στην παραπάνω εικόνα, βλέπουμε έναν τεράστιο γάντζο, ο οποίος κινείται με μανία από την μια πλευρά του πλοίου στην άλλη, με το πλήρωμα να αδυνατεί να τον περιορίσει, θέτοντας τους έτσι όλους σε κίνδυνο.  Θα λέγαμε οτι αυτά τα καθημερινά αντικείμενα του πλοίου, είναι που μεταμορφώνονται στα πολυαναμενόμενα τέρατα.  Τεράστιες αλυσίδες και βαριοί γάντζοι, αλλάζουν θέση, και από ρεαλιστικά στοιχεία, γίνονται υπερρεαλιστικά, αποκτώντας νέες ιδιότητες και λειτουργίες.  Παράλληλα, όπως θα διαπιστώσετε, και το μοτίβο του μαχαιριού, δίνει τον δικό του τόνο στην ταινία, καθώς το βλέπουμε σε διάφορες σκηνές να επαναλαμβάνεται, εντείνοντας την ζοφερότητα του κλίματος.
Το γεγονός πως παράλληλα, το μουσικό score που υποστηρίζει τους εκάστοτε διαλόγους, είτε μειώνεται σε ένα απλό βουητό, είτε λειτουργεί με τέτοιον τρόπο, προκειμένου να υποδηλώσει αλλαγές στις διαθέσεις των ηρώων, αποτελεί μια extra πινελιά, η οποία με τα minimum μέσα (λέγεται πως αν θες να στυλιζάρεις εύκολα μια ταινία, μπορείς να βιαστείς στα τερτίπια του ήχου, βασικό στοιχείο των horror ταινιών), επιτελεί τους δικούς της σκοπούς.  Το παλαντζάρισμα του πλοίου στα κύματα, οι μεταλλικοί ήχοι και το άκουσμα του αέρα, δημιουργούν το κατάλληλο κλίμα μέσα στο οποίο το story εξελλίσεται ακριβώς πάνω στην λειτουργία του ήχου.
Αν θα έπρεπε να το πάμε και πιο μακριά, θα μπορούσαμε να κάνουμε και μια ειδική μνεία, όσον αφορά τα ονόματα που έχουν δοθεί σε ήρωες και πλοίο.  Το όνομα Altair, είναι συνυφασμένο από τα μεσαιωνικά χρόνια με μια δυσοίωνη διάσταση, που παραπέμπει σε κάτι το κακό και το μελλούμενο.  Επίσης εύκολα κανείς υποθέτει πως η λέξη μοιάζει πολύ με το "altar" που σημαίνει βωμός.  Μήπως το πλοίο είναι μια μοναχική οντότητα κακού, γεμάτη πόνο και θάνατο, η οποία απαιτεί την θυσία του πληρώματός της, προκειμένου να συνεχίζει να παραμένει ζωντανή;  Κάπως σαν τον Overlook Hotel στο "The Shining" ένα πράγμα...
Τελικώς το "The Ghost Ship" είναι μια ταινία με πολλά κλειδωμένα μυστικά, τα οποία περιμένει να ξεκλειδώσεις.  Είτε μιλάμε για την χρήση του ήχου, είτε για τις εννοιολογικές παραπομπές των ονομάτων ή και τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα, αυτή η ταινία έχει πολύ ψωμί.  Αρκεί να έχεις την διάθεση να την ανακαλύψεις.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι η τελική της σκηνή, λέει πολλά, προσέξτε την, οτι ο ψεύτικος ουρανός είναι απλά τέλειος, και οτι η χρήση του μουσική κρεσέντου, λέει και αυτό τα δικά του.

Traileraki δεν έχουμε, όπως επίσης και trivia.  Τρέχω για τον ταραμά...


Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

Arbitrage: Money is power. Power is money.

NEW ARRIVAL

Γεια σας, γεια σας και καλή εβδομάδα να έχουμε!  Όπως σας είπα και την Παρασκευή, αυτή θα είναι η τελευταία εβδομάδα στο blog πριν από τις γιορτές και την Πρωτοχρονιά, καθώς το πιθανότερο είναι οτι θα επιστρέψουμε πάλι, μετά τον νέο χρόνο (αν δηλαδή δεν αποχαιρετίσουμε όλοι τον μάταιο, τούτο κόσμο, την Παρασκευή που μας έρχεται).  Σήμερα λοιπόν, θα ασχοληθούμε με μια ταινιούλα, η οποία θα μας απασχολήσει εδώ στην Ελλάδα, από τον Ιανουάριο.  Πρωταγωνιστής, ο γοητευτικός (ακόμα;), Richard Gere, και ο τίτλος αυτής, "Arbitrage".  Για να δούμε...


O Peter Miller (Richard Gere), είναι ένας εταιρικός μεγιστάνας, σύζυγος και πατέρας, από αυτούς που στο απαστράπτον, μεγαλοαστικό τους περιβάλλον φαντάζουν το υπέρτατο κελεπούρι.  Τα πράγματα βέβαια δεν είναι ακριβώς έτσι.  Ο Peter αντιμετωπίζει ένα φλέγον ζήτημα, μιας που επιδιώκει την συγχώνευση της εταιρίας του, προσπαθώντας παράλληλα να καλύψει και τα "μαγειρεμένα" βιβλία, τα οποία μαρτυρούν μια τρύπα της τάξεως, των $400 εκατομμυρίων!  Και όσο η πολυπόθητη υπογραφή δεν έρχεται, και ο ίδιος παραμένει επί ξύλου κρεμάμενος, παρέα με το εικονικό δάνειο που έχει πάρει από έναν φίλο, προκειμένου να μπαλώσει με τη πρώτη ματιά, την απάτη εκατομμυρίων που είναι έτοιμος να μεταβιβάσει σε πλάτες άλλων, βρίσκει παράλληλα χρόνο να τσιλιμπουρδίζει και με την ερωμένη του, Julie (Laetitia Casta), μια ανερχόμενη αρτίστα-ζωγράφο, κάμποσα χρονάκια νεότερή του.  Ο Miller όμως, θα μάθει σύντομα οτι η ματαιόδοξη φιλοδοξία έχει και τα όρια της, όταν μπλεχτεί σε ένα ατύχημα, το οποίο ίσως και να τινάξει στον αέρα όλες του τις προσπάθειες για αποποίηση της ευθύνης.  Άπιστος σύζυγος;  Κακός επιχειρηματίας;  Αδιάφορος επί της ουσίας, πατέρας;  Peter Miller, ήρθε η ώρα να πληρώσεις...Ή μήπως μπροστά στο χρήμα, όλα συγχωρούνται;


Την αλήθεια μου θα την πω.  Είναι εντυπωσιακό να βλέπεις πως υπάρχουν ακόμα σκηνοθέτες που ξέρουν να πλέκουν έναν σύγχρονο, θριλερικό μύθο τόσο καλά, όσο ο ανερχόμενος Nicholas Jarecki, ο οποίος με την πρώτη του σκηνοθετική απόπειρα, δημιουργεί το "Arbitrage".  Και τα καταφέρνει περίφημα.
Υπογράφοντας παράλληλο, σενάριο και σκηνοθεσία, χτίζει μια νέα ιστορία, σημείο των καιρών μας, βάζοντας τον Gere να υποδυθεί έναν άνδρα χωρίς ηθικές αναστολές, εγωιστή και καθόλα υλιστή.  Ακριβώς δηλαδή όπως έκανε και ο Oliver Stone, το 1987, με το "Wall Street", δίνοντας έτσι την ευκαιρία στον Michael Douglas να υποδυθεί έναν, από τους πιο εικονικούς ρόλους της καριέρας του, για τον οποίο κέρδισε και το Oscar, 'Α Ανδρικου Ρόλου.  Η φράση μάλιστα του Gordon Gekko "greed, for lack of a better world, is good", έχει γράψει κινηματογραφική ιστορία.
Το ενδιαφέρον στις δυο ταινίες, δεν έγκειται τόσο σε αυτή καθεαυτή την υπόθεσή τους (μιας που σενάρια διαφθοράς, ανίκητων γραφιάδων και κοστουμαρισμένων καθαρμάτων, συνηθίζουμε να βλέπουμε συχνά-πυκνά στις αίθουσες), όσο στο γεγονός οτι και οι δυο σκηνοθέτες διακατέχονται από μια ξεκάθαρα καυστική, διάθεση, όσον αφορά την εποχή μέσα στην οποία τοποθετείται εν προκειμένω, η έννοια της διαφθοράς και της κατάχρησης της-όποιας-εξουσίας.  Εξάλλου, τόσο η δεκαετία των '80s, όσο και αυτή του χρηματοκυριαρχούμενου millennium+, εντοπίζονται να πατούν πάνω σε κοινές, υλιστικές αξίες, αγάπη για το χρήμα, προεδριλίκια που διαφθείρουν και εκατομμύρια, επί εκατομμυρίων που αλλάζουν χέρια και μπαίνουν σε ακριβές, καλοραμμένες τσέπες, όπου εξαφανίζονται μια για πάντα.


Αν θέλουμε να δούμε μια σύντομη αναφορά σε παρόμοιου περιεχομένου ταινίες, δε χρειάζεται να ανατρέξουμε και πολύ μακριά.  Η κοινωνική, λογοτεχνική σάτιρα του Bret-Easton Ellis, "American Psycho', παρουσιάζει με μαύρο χιούμορ, gore σκηνές και άπταιστο στυλ γραφείου, την αποξένωση των ατόμων και την παρτίστικη διάθεση που επικρατούσε στο τέλος της δεκαετίας του '80, και τις αρχές του '90, τότε που η κόκα, τα αφροδίσια και το AIDS, ήταν της "μόδας".  Ο Christian Bale, υποδύθηκε ιδανικά τον ψυχοπαθή, Patrick Bateman, στην μεταφορά του βιβλίου από την σκηνοθέτη, Mary Harron, μπαίνοντας στο πετσί του αρρωστημένου investment banking executive (τςςςς), ο οποίος αγαπά το παγωμένο γιαούρτι, τον εαυτό του και τον Phil Collins.  Επίσης διατηρεί μια super συλλογή θανατηφόρων όπλων, κρατάει ανθρώπινα κεφάλια στη συντήρηση του ψυγείου του και αρέσκεται να κυνηγάει ξανθιές πόρνες στους διαδρόμους, κραδαίνοντας ένα ηλεκτρικό πριόνι, και φορώντας μόνο τα αθλητικά του και...το άρωμα του.  Στον αντίποδα (όπως φανταζόμαστε, μιας που η ταινία δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα), θα βρίσκεται η νέα ταινία του Scorsese, "Τhe Wolf of Wall Street", με πρωταγωνιστές τους Leonardo di Caprio και Matthew McConaughey, και μια υπόθεση που πραγματεύεται αυτή τη φορά την άρνηση ενός χρηματιστή (υπάρχουν και τέτοιοι;), να αναμειχθεί σε μια κολοσσιαία υπόθεση απάτης, διαφθοράς του Χρηματιστηρίου και μαφιόζικης διείσδυσης.
Όπως αντιλαμβάνεστε κι εσείς, ο κινηματογράφος ανέκαθεν έτρεφε συμπάθεια για τους έκπτωτους ήρωες του χρήματος, γεγονός που παρουσιάζεται ιδανικά και σε αυτό το ντεμπουτάρισμα του Jarecki.  Ο σύγχρονος ξεπεσμός, σε όλο του το μεγαλείο...


Εν μέσω αποκαϊδιών, όπως αυτά έμειναν (και εξαργυρώθηκαν σε ένα παγκόσμιο, ζοφερό, οικονομικό περιβάλλον που φαίνεται πως θα παραπαίει για πολύ καιρό ακόμη) έπειτα από τα σκάνδαλα των Lehman Brothers και Goldman Sachs, τοποθετείται και η ιστορία του ισχυρού-έκπτωτου, Robert Miller, για τον οποίο το φαίνεσθαι, είναι αυτό που παίζει τον δικό του, βιτρινάτο ρόλο, ακόμα και αν πίσω από το λεφτάδικο παραπέτασμα, υπάρχει μόνο μια ξέφραγη τρύπα που χάσκει ορθάνοιχτη.  Για τον Miller, παλιά καραβάνα των επενδύσεων και των μαγειρεμάτων, τίποτα δε μοιάζει δύσκολο ή ακατόρθωτο, μιας που ακόμα και η εξαπάτηση της CEO κόρης του, Brooke (Brit Marling), αποτελεί μόνο μια καθημερινή πραγματικότητα.
O Gere γίνεται ο εκφραστής μιας ολόκληρης αρρενωπής γενιάς, τόσο σίγουρης, όσο και αδύναμης χωρίς την οικονομική της ενίσχυση, παίζοντας λιτά και στρωτά, και δίνοντας μια "γλύτσικη" διάσταση στον χαρακτήρα του, την οποία φυσικά αντιλαμβανόμαστε μόνο εμείς, ως θεατές, και κανείς άλλος.  Στα 62 του χρόνια ο Gere, αποδεικνύει οτι μπορεί να χειριστεί υπέροχα κάθε ρόλο που του δίδεται, με την προϋπόθεση οτι αυτός είναι καλός και αξίζει τον κόπο.  Παίζοντας τα παιχνίδια του τόσο εντός, όσο και εκτός της οικογενειακής του εστίας, δίνει σίγουρα μια από τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας του, αποποιούμενος την λευκομάλλικη γοητεία του ώριμου αρσενικού, και μπαίνοντας περισσότερο στη θέση του ασυγχώρητου θύτη.
Εξίσου εντυπωσιακή με την ερμηνεία του Gere, είναι και η επιλογή του τίτλου της ταινίας, μιας που ο χρηματοοικονομικός όρος "Αρμπιτράζ", έχει εδώ διττή σημασία.  Η έννοια του Αρμπιτράζ, η επενδυτική ευκαιρία δηλαδή, που επιφέρει κέρδος χωρίς ρίσκο (και που μπορεί να αποφέρει κέρδη στο παρόν, ή στο μέλλον αντιστοίχως, χωρίς ρίσκο) αναφέρεται στην ουσία, αφενός στην προσπάθεια του ήρωα να μεταβιβάσει την εταιρία-φούσκα του, και αφετέρου να μπαλώσει χωρίς συνέπειες, την συμμετοχή του στο ατύχημα, που αποτελεί και την κινητήριο δύναμη για την εξέλιξη όλης της υπόθεσης.  Αν και θα ήθελα να σας πω περισσότερα, δε σας λέω, καθώς δε θα ήθελα να σας κάνω spoil.  Θα αντιληφθείτε τι εννοώ, όταν το δείτε.


Λένε οτι η λίγη εξουσία, διαφθείρει λίγο, ενώ η πολλή, πολύ.  Κάπως έτσι προχωράνε και τα πράγματα στο "Arbitrage", με τη μόνη διαφορά, οτι εδώ η πολλή εξουσία, αποτελεί και το διαβατήριο για την ολοκληρωτική κατάρρευση μιας εξέχουσας, κατά τα άλλα, προσωπικότητας.  Ακόμα και τότε όμως μπορεί κανείς να δει, οτι οι πλούσιοι, ίσως και να καταφέρνουν να ανοίγουν πιο εύκολα τα παραθυράκια του νόμου, απ'οτι άλλοι, οχι για κανέναν άλλον λόγο, αλλά επειδή ξέρουν σε ποιους πρέπει να απευθυνθούν.  Εν ολίγοις, έχουν όλα τα κατάλληλα κουμπιά στη διάθεσή τους, για να φέρουν τον κόσμο στα μέτρα τους.  Δε το πετυχαίνουν όμως και πάντα, ή ακόμα και αν αυτό γίνει, σίγουρα θα απολέσουν κάτι μείζονος σημασίας για αυτούς: τον σεβασμό και την φήμη.
Εκτός από τον Gere, εξίσου καλό είναι και όλο το υπόλοιπο υποστηρικτικό cast, με την Marling του "Another Earth" στον ρόλο της νεοϋορκέζας κόρης, και τη Susan Sarandon, στον ρόλο της ξύπνιας συζύγου, που ενώ αντιλαμβάνεται στα νυχτοπερπατήματα του άνδρα της, αποτελεί την κλασική περίπτωση 'μάνας που κάνει φιλανθρωπίες και κρατά την οικογένεια ενωμένη'.
Το "Arbitrage" είναι ένα καλοστημένο θρίλερ, με μυστηριακή μουσική υπόκρουση από τον Cliff Martinez (βλ. "Drive"), ανατροπές, εξαιρετικές ερμηνείες και ένα αποστομωτικό τέλος, που αποτελεί την υπέρτατη δικαίωση για όλους.  Ή ίσως και οχι...

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι και η Casta αγέραστη είναι, οτι θέλω τα μαλλιά της Marling και οτι η ταινία, είναι από τα must see της νέας χρονιάς.



Νο trivia

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2012

Eden Lake: A brutal thriller about a trip gone wrong

Hey again, καλή εβδομάδα σε όλους και άντε και καλό χειμώνα (λέμε τώρα).  Έπειτα από μια πολύ όμορφη εβδομάδα-και κάτι παραπάνω-που πέρασα, επέστρεψα και πάλι στα μπλογκικά μου καθήκοντα, αν και η αλήθεια είναι πως προσπαθούσα να είμαι παρούσα στα των γραπτών μου, και κατά τη διάρκεια των mini διακοπών που έκανα μέχρι και σήμερα.  Τώρα λοιπόν θα περνάμε όμορφα μαζί με ενδιαφέρουσες ελπίζω, ταινιακές προτασούλες.  Έτσι σήμερα, είπα να ανεβάσω κάτι από τα ελάχιστα πιο παλιά (και συγκεκριμένα του 2008).  Η ταινία "Eden Lake" μου είχε μείνει μέχρι πρότινος στο μυαλό, ως μια από τις ταινίας, που όσο δούλευα στο video club της γειτονιάς μου, έβλεπα οτι έπιανε σκόνη στο μεσαίο ράφι του ταμπλό.  Και ποτέ δε κατάλαβα το γιατί.  Ίσως επειδή μέχρι τότε δε την είχα δει ούτε και εγώ για να τη προτείνω.  Και όπως φάνηκε, έκανα κακώς, γιατί σίγουρα είναι μια από τις πιο 'εκνευριστικές' και αφόρητα ζοφερές ταινίες, που θα μπορέσετε να επιλέξετε για μια θριλερική βραδιά.  Για να δούμε...


Η Jenny (Kelly Reilly) και ο boyfriend (και soon to be husband, αν και ακόμα δε το ξέρει) Steve (Michael Fassbender), αποφασίζουν να πάνε ταξιδάκι αναψυχής για το σαββατοκύριακο, προκειμένου να το σκάσουν από τη θορυβώδη πόλη και να κατευθυνθούν προς τις πιο πράσινες κι νωχελικές περιοχές του Ηνωμένου Βασιλείου.  Εκεί η καλόκαρδη Jenny, που είναι και νηπιαγωγός (κρατήστε το αυτό, καθώς έχει σημασία το επάγγελμά της σε ένα βαθμό, όσον αφορά τις μετέπειτα αντιδράσεις της στη ταινία) και ο hot Steve (γνωστός, ξεγνωστός από τότε, για τον Fassbender μιλάμε παιδιά) έχουν σκοπό να περάσουν ένα ρομαντικό διήμερο τα δυο τους, με βουτιές στην Eden Lake, φωτίτσα στην άκρη της λίμνης και μπόλικο sex μέσα στη μοναχική τους σκηνή.  Και ενώ οι πρώτες ενδείξεις φανερώνουν μια εκδρομή που θα τους μείνει αξέχαστη (καθότι ο Steve κουβαλάει μαζί του και ένα μονόπετρο, με μια κοτρόνα ΝΑ, για την πρόταση γάμου), τελικά θα μείνει πράγματι αξέχαστο, αλλά για διαφορετικούς λόγους.  Βλέπετε, την ήσυχη εξόρμησή τους, πρόκειται σύντομα να καταστρέψει μια παρέα από αγγλάκια-κωλόπαιδα, τα οποία βρίζουν, πλακώνονται στο ξύλο και κάνουν φασαρία, χωρίς να δίνουν δεκάρα για κανέναν.  Όταν μάλιστα εντοπίσουν το πρωταγωνιστικό δίδυμο, θα στρέψουν την κακόβουλη συμπεριφορά που διαθέτουν, απέναντί τους, ξεκινώντας μια σειρά από επικίνδυνες πλάκες που θα φέρει τη Jenny και τον Steve σε δύσκολη θέση.  Τα πράγματα όμως θα πάρουν σύντομα απειλητική τροπή, όταν τα μαλακισμένα τους κλέψουν το αυτοκίνητο.  Αυτό που πρόκειται να ακολουθήσει, είναι ένας αγώνας επιβίωσης.  Των ενηλίκων.  Τα πιτσιρίκια με αρχηγό τους τον διαταραγμένο Brett (Jack O'Connell) δεν είναι διατεθειμένα να σταματήσουν πουθενά.  Και ο θάνατος, δεν είναι με το μέρος τους...


Δε ξέρω αν τη συγκεκριμένη ταινία την έχεις δει, κάτι μου λέει όμως οτι δεν ήταν λίγοι εκείνοι, που είπαν να δώσουν μια ευκαιρία στον Harry Potter-Daniel Radcliffe να ξεφύγει πια από τον ρόλο του μάγου με την αστραπή στο κούτελο, και να τον απολαύσουν σε κάτι περισσότερο spooky, όπως ας πούμε στη ταινία "The Woman in Black", η οποία παίχτηκε τον περασμένο χειμώνα στις αίθουσες.
Μπορεί λοιπόν η ταινία να βασίζεται σε νουβέλα, και να αποτέλεσε κιόλας remake του παλαιότερου tv φιλμακίου του 1989 (στον οποίο σημειωτέων, το πρωταγωνιστικό ρόλο κρατάει ο κυριούλης που έπαιξε τον πατέρα του Harry Potter στην κινηματογραφική οκταλογία, ο Adrian Rawlis), αλλά οι κριτικές που απέσπασε, ήταν ως επί το πλείστον καλές, καθώς πολλοί τη χαρακτήρισαν ως μια αξιοπρεπή ταινία τρόμου, μεταφυσικού περιεχομένου.
Και γιατί σας τα λέω όλα αυτά;  Για να σας εξηγήσω οτι ο σκηνοθέτης του "The Woman in Black" (2012), είναι ο ίδιος που ανέλαβε τα γυρίσματα και του "Eden Lake".  Ο James Watkins μάλιστα, έγραψε και το σενάριο της ταινίας, το οποίο μπορεί να μη σκίζει και από πρωτοτυπία, είναι όμως αρκούντως disturbing και με μια οπτική απόδοση, που σου ξυπνάει τους χειρότερους εφιάλτες.
Επίσης, σε περίπτωση που αναρωτιέσαι τι άλλο έχει κάνει το παιδί, να σου πω οτι δεν έχει κάνει τίποτα άλλο, πέρα από κάνα δυο ακόμη σενάρια (ανάμεσά του και ένα για μια ταινία που λέγεται "My Little Eye" και φαίνεται ενδιαφέρουσα).  Οπότε εσύ, μέχρι να αποφασίσει και για τίποτα καινούριο, μπορείς να δεις το "Eden Lake" και να μη ξαναπάς ποτέ για πικ-νικ με τον φίλο στου στο δάσος.  Τι ωραία!


Με το που διάβασα το story της ταινίας, μου ήρθε αυτομάτως στο μυαλό το "Long Weekend" (το οποίο έχω φιλοξενήσει και στο blog), μιας που και εκείνο πραγματεύεται την ιστορία ενός ζευγαριού που αποφασίζει να πάει μια εκδρομή, η οποία τελικά του βγαίνει σε πολύ, πολύ κακό.
Αν και οι ομοιότητες των δυο ταινιών σταματούν επί της ουσίας στην υπόθεση, εντούτοις και οι δυο χαρακτηρίζονται τόσο από ένα κραυγαλέο ένστικτο επιβίωσης, όσο και από την διάσταση του φόβου/δέους, που χαρακτηρίζει τον άνθρωπο όταν βρίσκεται κοντά στη φύση.
Στο "Long Weekend" η ανησυχία του ζευγαριού, πηγάζει από διάφορα φαινόμενα, τα οποία ενώ στα μάτια τους φαντάζουν περίεργα, είναι τελικά μια έμμεση αναφορά στην 'εκδικητική' μανία της φύσης, απέναντι στην καταστροφικότητα του ανθρώπου.  Αντιθέτως, το "Eden Lake" αποτελεί ένα πρώτης τάξεως εφιαλτικό ταξίδι, που έχει ως βασικό στόχο να μας κάνει κοινωνούς της ανθρώπινης θηριωδίας, όπως αυτή πηγάζει από οργισμένους εφήβους, οι οποίοι βρίσκουν τον αποδιοπομπαίο τράγο που ζητούν, στα πρόσωπα δυο αγνώστων.  Άνθρωπος vs. ανθρώπου σημειώσατε Χ.


Μπορεί η ταινία να μη προσφέρει έντονες συγκινήσεις από πλευράς περιεχομένου, μιας που τέτοιου είδους σεναριακές προσπάθειες έχουμε δει σωρό, παρόλα αυτά αξίζει να τη τσεκάρει κανείς, κυρίως, επειδή θίγει με τρόπο υποδόριο, ένα κοινωνικό θέμα που μαστίζει τη σύγχρονη Βρετανία: αυτό της ανήλικης εγκληματικότητας.
Σύμφωνα με τις τελευταίες έρευνες, υπολογίζεται οτι στη Μεγάλη Βρετανία το ποσοστό της ανήλικης εγκληματικότητας, ξεπερνάει το 20% του συνόλου της, με αποτέλεσμα να έχει μετατραπεί πλέον σε μια πραγματική, κοινωνική μάστιγα την εποχής μας, η οποία οχι μόνο δεν επιδέχεται εύκολα 'γιατρειάς', αλλά και τα επιπρόσθετα κοινωνικοπολιτικά προβλημάτα που αντιμετωπίζει πια σε μεγάλο βαθμό η Ευρώπη, σίγουρα οξύνουν ακόμα περισσότερο τη κατάσταση.  Θέματα όπως η φτώχεια, η ανέχεια, η ανεργία, ο αλκοολισμός και τα ναρκωτικά, καθώς και άλλα, οικογενειακής φύσεως όπως η κακοποίηση ή η παραμέληση, μπορούν να οδηγήσουν ένα παιδί ή έναν έφηβο, σε παραβατικές δραστηριότητες, οι οποίες θέτουν σε κίνδυνο οχι μόνο τον εαυτό του, αλλά και άλλους.  Το "Eden Lake" είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πως διοχετεύεις την οργή σου, απέναντι στους άλλους, όντας προσωπικότητα βαθιά προβληματική.  Εν προκειμένω, ο επικίνδυνος χαρακτήρας των παιδιών (και κυρίως αυτός του Brett), φαίνεται να είναι το αποτέλεσμα μιας εξίσου προβληματικής και δυσλειτουργικής οικογένειας.
Συνεπώς, μπορεί να μη περιμένετε από τη ταινία μια δόση αιματηρού τρόμου, αυτό όμως που θα δείτε είναι πολύ χειρότερο.  Κυρίως, επειδή είναι τόσο ανυπόφορα πραγματικό.


Εκτός από τις ερμηνείες όλων, οι οποίες είναι σωστές και ορθές, με ψυχολογικές διακυμάνσεις που παραπέμπουν σε ρεαλιστικές αντιδράσεις (και κυρίως αυτή της Reilly η οποία όντας και νηπιαγωγός, είναι ακόμα μια ευάλωτη ψυχολογικά, απέναντι στο bullying που δέχεται αυτή και ο φίλος της), άκρως σοκαριστική είναι και η σκηνοθεσία, η οποία μετατρέπει ένα κατά τα άλλα ειδυλλιακό περιβάλλον, σε πραγματική Κόλαση.  Η γαλήνια λίμνη, τα καταπράσινα δέντρα και η μυστικιστική ομορφιά του δάσους, γίνονται όπλα στα χέρια της ομάδας των ανηλίκων, οι οποίοι είναι αποφασισμένοι να μη χαριστούν στο νεαρό ζευγάρι.
Και σαν να μην φτάνουν όλα αυτά, το επερχόμενο τέλος της ταινίας σε αφήνει εξίσου άναυδο, επειδή και αυτό αποτελεί μια ακόμα φέτα σκληρής πραγματικότητας, και αδιανόητης τρέλας, που σιγοντάρει τη φράση "they are just children".  Ναι μπορεί.  Του διαόλου ίσως!!
Σκληρή, ωμή και επικίνδυνα κοντά σε μια καθημερινότητα που πονάει, το "Eden Lake" είναι ένα θρίλερ που θα σε καθηλώσει, θα σε τσαντίσει και θα σε κάνει να ξεστομίσεις πράγματα, που μάλλον ούτε εσύ φανταζόσουν.  Δες τη.

Τι έμαθα από τη ταινία:  Οτι ο Fassbender έχει παίξει σε καλά ταινιάκια, ακόμα και πριν γίνει υπερδιάσημος, οτι η γυναίκα του Dr. John Watson, είναι καλή εδώ και οτι όταν οι καταστάσεις το απαιτούν, τα σαπισμένα κουφάρια των ζώων και η λάσπη, είναι ένα εξαίρετο καμουφλάζ.  Ιου.


No trivia