Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Biography. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Biography. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2013

The Wolf of Wall Street: Greed makes the world go round

NEW ARRIVAL

Χρόνια Πολλά και καλές γιορτούλες να έχουμε!  Επιστρέψαμε μέσα στην ανάπαυλα γιατί στην τελική οι ταινίες της τρέχουσας περιόδου, αυτό επιβάλουν.  Εκτός πάντως από την νέα ταινία του Scorsese, με την οποία θα ασχοληθούμε σήμερα, θα σας πρότεινα να ρίξετε μια ματιά και στο "The Secret Life of Walter Mitty", μια από τις κινηματογραφικές εκπλήξεις της χρονιάς με έναν ολότελα διαφορετικό απ'οτι μας έχει συνηθίσει, Ben Stiller.  Σε ρόλο πρωταγωνιστή αλλά και στην σκηνοθεσία, ο Stiller παρουσιάζει το ταξίδι του ονειροπόλου Walter Mitty, στην προσπάθειά του να προσαρμοστεί στην πραγματικότητα του κόσμου, δίνοντας τέλος στις καθημερινές, ηρωικές του φαντασιώσεις.  Νοσταλγική και γλυκόπικρη όσο η ίδια η ζωή, είναι μια ταινία που αξίξει να δείτε.  Εναλλακτική επιλογή είναι και το "Only Lovers Left Alive" του Jim Jarmusch (το οποίο θα κυκλοφορήσει την Πρωτοχρονιά), με τους Tilda Swinton και Tom Hiddleston στους ρόλους δυο βαμπιρικών εραστών.
Στα δικά μας σήμερα, θα πούμε μερικά πράγματα για το αμφιλεγόμενο όπως φαίνεται, "The Wolf of Wall Street" με την hands-down, πιο τρελή ερμηνεία του DiCaprio, ever.


Ο Jordan Belfort (Leonardo DiCaprio) έχει ακριβώς αυτό που χρειάζεται προκειμένου να φτάσει ψηλά: φιλοδοξία και μια ακόρεστη δίψα για χρήμα.  Και που αλλού μπορεί να εξαργυρώσει και τα δυο αν οχι στο Χρηματιστήριο;
Ξεκινώντας ως αμούστακος νεαρός με μπόλικα όνειρα, ο Belford θα βρεθεί σύντομα βαθιά χωμένος στην 'χρήμα-κόκα-γυναίκες' νοοτροπία των φρενιασμένων χρηματιστών της Wall Street, αποκτώντας μέντορες ζωής, πάνω στους οποίους θα αρχίσει σταδιακά να χτίζει την προσωπική του αυτοκρατορία.  Όταν έρθουν αργότερα η δόξα και η αναγνώριση, ο Belfort θα αποτελέσει ένα από τα πιο ηχηρά ονόματα του χώρου, οχι μόνο εξαιτίας της ανταγωνιστικής πορείας της νεο-δημιουργημένης εταιρείας του, αλλά και εξαιτίας της, οχι και τόσο διακριτικής του παρουσίας.  Με τις απάτες και τις κομπίνες να διαδέχονται η μια την άλλη, το χρήμα να ρέει άφθονο, τα ναρκωτικά να αποτελούν μια φυσιολογική καθημερινότητα και τις γυναίκες να αρκούνται στο ρόλο της μηχανής του σεξ, ο ανουσιουργηματικός χαρακτήρας του πρωταγωνιστή θα κληθεί να πληρώσει για όλα και πρώτα απ'ολα για το υπέρτατο αμάρτημά του: την απληστία.


Βασισμένο στο ομότιτλο, αυτοβιογραφικό βιβλίο του Jordan Belfort, το "The Wolf of Wall Street" αποτελεί ένα συνονθύλευμα καρικατουρίστικων ερμηνειών και ακραιφνούς υπερβολής, κάτι που μοιάζει να αποτελεί έτσι κι αλλιώς αυτοσκοπό του Martin Scorsese.
Η σύγχρονη, αμερικανική ιστορία (και οχι μόνο) γλύφει ακόμα πληγές που μοιάζουν ανεπούλωτες στον χρόνο, πληγές που χάσκουν ακόμα ορθάνοιχτες κάτω από την στραπατσαρισμένη εικόνα ενός αμερικάνικου ονείρου-φούσκα, που έμελλε να σκάσει, αποκαλύπτοντας το γιγαντιαίο κενό αξιών που κρυβόταν μέσα της.
Τα μαθήματα που δεν έγιναν παθήματα, αποτελούν παράδοση της ανθρώπινης πραγματικότητας, με το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα των καιρών μας να αποτελεί η σημερινή κρίση, σε καμία περίπτωση αυστηρά και μόνο οικονομική.
Η τυφλή προσήλωση στο χρήμα, η απληστία και η περιρρέουσα πεποίθηση μιας κατά τα άλλα, κούφιας κυριαρχίας, αποτελούν μοτίβα που κυριαρχούν στην ταινία του Scorsese, με τον ίδιο να ανανεώνεται κινηματογραφικά, αλλά να κρατάει παράλληλα και τις παραδοσιακές, σκηνοθετικές του τακτικές.  Αν υπάρχει κάτι βέβαια το οποίο φαίνεται να ωθείται μπροστά από την διαχρονική δεινότητα του Scorsese, είναι η ολοκληρωτικά καυστική διάσταση με την οποία παρουσιάζεται ένα σοβαρό κοινωνικοοικονομικό θέμα, το οποίο μοιάζει να επανέρχεται διαρκώς στο προσκήνιο στο πέρας του χρόνου.  Και ακριβώς εκεί είναι που η ταινία απογειώνεται.


Το 2000 είχε μεταφερθεί στην μεγάλη οθόνη δια χειρός Mary Harron, το "κατάμαυρο" αισθητικά "American Psycho" του Bret Easton Ellis, ο οποίος περιέγραφε με τα πιο σοκαριστικά, ζοφερά χρώματα την σχιζοφρενική διάσταση των early 90s, όπως αυτά βιώνονταν από τον πρωταγωνιστή του, Patrick Bateman, έναν γιάπη κολλημένο με την γυμναστική, την σωστή διατροφή, το αψεγάδιαστο ντύσιμο, τα κυριλέ εστιατόρια και την εκδήλωση πάσης φύσεως μισογυνιστικής συμπεριφοράς μέσα από την κατακρεούργηση κάθε άτυχου θηλυκού έβαζε στο μάτι.
Το κινηματογραφικό αποτέλεσμα της Harron ήταν η επιτομή της μαύρης κωμωδίας, με τον ρόλο του Christian Bale να περνάει στο πάνθεον των πιο cult, σύγχρονων ερμηνειών.  Μανιασμένος και βουτηγμένος στην ίδια του την ματαιοδοξία, σκιαγραφεί ιδανικά το πορτραίτο της εποχής του, μέσα από μια υπέροχα κριτική σκηνοθεσία της Harron, για μια ολόκληρη δολαριολαγνική γενιά.
Στα ίδια μονοπάτια κινείται το τρίωρο πόνημα του Scorsese, λειτουργώντας επί της ουσίας ως μια εθιστική εξτραβαγκάντζα που καταβαραθρώνει την μπριγιαντινέ σχολή της Wall Street, ξεμπροστιάζοντας τους ιθύνοντες των τεράστιων οικονομικών σκανδάλων, καθώς και ολόκληρου του συστήματος που τροφοδοτούσε την διαιώνιση ενός κιτσάτου life style.
Οι αντιδράσεις βέβαια δεν άργησαν να ξεσπάσουν, καθώς δεν έλειψαν και εκείνοι οι οποίοι μάλλον δεν αντιλήφθηκαν την καυστικότατη ματιά του Scorsese και της ομάδας του, με αποτέλεσμα να κατηγορήσουν τον δημιουργό, αλλά και τον Leonardo DiCaprio για....μισογυνισμό και εκθειασμό όλων των κακώς κειμένων που οδήγησαν την αμερικάνικη κοινωνία στην δική της κρίση αξιών.  Παιδιά, για πάρτε το λιγάκι από την αρχή.


Παρά την μεγάλη της διάρκεια, το "The Wolf of Wall Street" αποτελεί ένα εξαιρετικά καλοφτιαγμένο "οδοιπορικό" στα τρελαμένα μονοπάτια του Belfort τον οποίο εδώ ενσαρκώνει με περισσή μανία ένας DiCaprio, ο οποίος δεν μοιάζει σε τίποτα με τον ηθοποιό που έχουμε μέχρι σήμερα συνηθίσει.  Εθισμένος στα λεφτά και τα ναρκωτικά, όπως και στην γυναίκα που σέρνει καράβια (έδωσε μάλιστα και στην υπερπολυτελή θαλαμηγό του, το όνομα της αιθέριας ξανθιάς συζύγου, την οποία φυσικά συνέχιζε να απατά), την φήμη και την δόξα, μεθυσμένος από την εξουσία και την πρώτη θέση θεωρείο στην απατεωνίστικη ζωή που δημιούργησε για εκατοντάδες εκκολαπτόμενους κλέφτες με κολαριστά κοστούμια και ρολόγια Rolex, ο DiCaprio δημιουργεί την υπέρτατη καρικατούρα, μένοντας πιστός σε αυτή μέχρι το τέλος της ταινίας, όταν και θα σε κάνει αναμφίβολα να αναφωνήσεις, "wow".
Το υποστηρικτικό cast δίνει την δική του ηχηρή παρουσία, με τον Jonah Hill να αναλαμβάνει χρέη γλοιώδους δεξιού χεριού του Belfort, την όμορφη Margot Robbie να κρατάει την θέση του pretty little thing με extra δόσεις τσαγανού και τον Matthe McConaughey να κάνει το δικό του απολαυστικό, πεντάλεπτο πέρασμα.
Το "The Wolf of Wall Street" είναι ένα μοναδικά καυστικό, ανουσιουργηματικό δημιούργημα που βομωλοχεί, προκαλεί και σαστίζει.  Ένας Scorsese σε σκηνοθετικό κρεσέντο και ένας DiCaprio στην πιο large ερμηνεία της ζωής του.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι ο Jon Bernthal μετά το "Τhe Walking Dead" έχει πάρει σβάρνα τις ταινίες, μιας που εκτός από τον μουστακαλή Brad εδώ, θα παίξει και στο πλευρό του Brad Pitt στο επερχόμενο "Fury" (Bernthal ftw!), οτι η ποσότητα γυμνού στην ταινία είναι τόση, που στο τέλος τίποτα δεν σου κάνει εντύπωση και οτι η ξανθιά τύπισσα που κάνει την γυναίκα του DiCaprio, είναι δυο χρόνια μικρότερή μου.  Με συγχωρείτε, παω στην γωνιά μου να κλάψω...


TRIVIA
  • Οι ηθοποιοί σνίφαραν καθαρότατατη...βιταμίνη B, για τις σκηνές που περιελάμβαναν "κοκαΐνη".  Παρά το γεγονός πως το όλο θέμα ήταν λίγο άβολο, οι βιταμίνες τους προσέφεραν extra ενέργεια προκειμένου να γυρίζουν τις σκηνές τους.
  • Στην σκηνή που ο DiCaprio φιλιέται με την Joanna Lumley (θα δείτε ποια είναι, μη σας κάνω και spoiler), ήταν τόσο νευρικός, που η σκηνή γυρίστηκε τουλάχιστον 27 φορές για να πετύχει!
  • Ο πατέρας του DiCaprio στην ταινία, είναι ο σκηνοθέτης Rob Reiner.
(ΠΗΓΗ IMDB)

Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

12 Years a Slave: I don't want to survive. I want to live

NEW ARRIVAL

Γεια σας και πάλι!  Παρασκευή και 13 σήμερα και εμείς θα εξαγνίσουμε την κακή αύρα της ημέρας, λέγοντας μερικά πράγματα για την καλύτερη ταινία της εβδομάδας, το "12 Years a Slave".  Φυσικά στις αίθουσες κυκλοφορεί και η συνέχεια του Hobbit, "The Desolation of Smaug", η οποία αποτελεί μια σαφέστατη βελτίωση σε σχέση με το πρώτο, μέτριο αποτέλεσμα.  Παρόλα αυτά θα ασχοληθούμε με το δημιούργημα του Steve McQueen επειδή όπως και να το κάνουμε, αποτελεί σίγουρα και μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς.  Για να δούμε...


Το 1841 ο Solomon Northup (Chiwetel Ejiofor), ένας ελεύθερος, καλλιεργημένος μαύρος, πέφτει στα χέρια αδίστακτων δουλεμπόρων που τον πουλούν ως σκλάβο με το όνομα Platt.  Ο Solomon θα υπομείνει μια δωδεκαετία ανείπωτης φρίκης και εξευτελισμού, περνώντας από διάφορα λευκά αφεντικά και γνωρίζοντας από πρώτο χέρι το ευρύ φάσμα των ανθρώπινων χαρακτήρων.  Ανάμεσα σε καταπράσινες καλαμιές και βαμβακοκαλλιέργειες, θα έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με τις κακουχίες και την απελπισία του λαού του, ενός λαού που δεν έμαθε ποτέ τι σημαίνει να είσαι ελεύθερος.  Και η σωτηρία του Northup από τις μελανές σελίδες της Ιστορίας, θα συνεχίσει να μοιάζει πολύ μακρινή...


Βασισμένη στην ομότιτλη αυτοβιογραφία του Solomon Northup όπως αυτή εκδόθηκε το 1853, η τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του Steve McQueen, αποτελεί μια σκληρή ματιά πάνω στα δεινά της δουλείας, εμποτισμένη ιδεολογικά καθώς ήταν, στην καθημερινότητα μιας πληθώρας αμερικάνικων πολιτειών κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα (και ήδη από τον 18ο).  Στον αντίποδα οι 'free slave states' συνέχιζαν να καλλιεργούν το αίσθημα της φυλετικής ισότητας ανάμεσα στους πολίτες, με τον McQueen να παρουσιάζει έτσι κι αλλιώς σε πρώτη φάση, την προ-δουλική ζωή του Northup, προκειμένου να καταστεί τελικά και πιο δραματικά χρήσιμη, η υποθεσιακή μετάβαση από την ελευθερία στην σκλαβιά.
Το "12 Years a Slave" δεν είναι μια ταινία ολοκληρωτικά πρωτότυπη στο σύνολό της, ενδεχομένως όμως να είναι και μια από τις πιο πλήρεις απεικονίσεις της ζοφερής εκείνης εποχής.  Το σενάριο εξάλλου του John Ridley λειτουργεί αποδοτικά στα πλαίσια της κινηματογραφικής καταγραφής μιας δεδομένα αληθινής ιστορίας, βάζοντας από νωρίς στον χορό όλους τους χαρακτήρες και φροντίζοντας το σενάριο ώστε να κινηθεί κυκλωτικά γύρω από τον πρωταγωνιστή, προκειμένου η χρονική διάρκεια των δώδεκα ετών, να μοιραστεί "αρμονικά" και να εξαντληθεί ανάμεσα στους ήρωες.  Το χρονικό πέρασμα αποτελεί ένα από τα πλέον επώδυνα που έχεις δει στον κινηματογράφο, κυρίως επειδή η αίσθηση του χρόνου παύει να υπάρχει, όπως ακριβώς και η ελπίδα της επικείμενης σωτηρίας.  Για τον λόγο αυτό, η χρονική διάρκεια της ζωής του Solomon φτάνει στο αποκορύφωμά της, με το ίδιο το τέλος της ταινίας, επειδή μόνο τότε έρχεται και η πικρή συνειδητοποίηση της απουσίας, μαζί με μερικές πινελιές γκρίζων κροτάφων.


Πριν προχωρήσω λίγο στα της σκηνοθεσίας και του cast, θα ήθελα να πω δυο πράγματα σχετικά με τις διάφορες χαζοκατηγορίες που συνοδεύουν τον McQueen από την πρώτη του ήδη, full length ταινία, το "Hunger", αναφορικά με την σκηνοθεσία του.
Όντας ένας από τους ταχύτατα ανερχόμενους, νέους δημιουργούς, ο McQueen έχει δημιουργήσει την δική του σκηνοθετική σφραγίδα, η οποία όμως σαφέστατα είναι επηρεασμένη από άλλους, σπουδαίους δημιουργούς του παρελθόντος.  Μου κάνει μεγάλη εντύπωση γιατί πολλοί χαρακτηρίζουν για παράδειγμα, τα πλάνα μεγάλης διάρκειας στα οποία αρέσκεται ο σκηνοθέτης, εξεζητημένα, αλλά και ως μια φανερή απόδειξη του καλλιτεχνικού ξιπάσματος του Βρετανού δημιουργού.  Δεν θυμάμαι κανέναν να χαρακτήριζε υπερβολικούς, ή υπερφίαλους σκηνοθέτες όπως ο Bella Tar και ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, οι οποίοι οχι μόνο είχαν καταστήσει το πλάνο-σεκάνς ως την κυρίαρχη σκηνοθετική τους ματιά, αλλά έμεναν πιστοί σε αυτό, οδηγώντας το μάλιστα στο απόγειο της καλλιτεχνικής του έκφρασης με πλάνα γεμάτα χρονική "υπερβολή" κάμποσων λεπτών.
Όσοι επιμένουν να ψευτοκουλτουριάζονται χαιρετίζοντας τα έργα των, έτσι κι αλλιώς, μεγάλων αυτών σκηνοθετών, ρίχνοντας παράλληλα στα Τάρταρα την χρήση των ίδιων τεχνικών από δημιουργούς που βρίσκονται στο στάδιο διαμόρφωσης του προσωπικού τους στυλ, θα με βρουν κάθετα αντίθετη.  Στην τελική, και ο ίδιος ο τίτλος της ταινίας, μας προϊδεάζει εδώ για το νούμερο ένα στοιχείο που κυριαρχεί στην ταινία: τον χρόνο.  Αν δεν δώσεις λοιπόν την αίσθηση του βασανιστικού περάσματός του μέσα από σκόρπια πλάνα 3λεπτης, 4λεπτης ή και 5λεπτης διάρκειας, αν δεν αφήσεις τις εκφράσεις του προσώπου να πρωταταγωνιστήσουν σε ένα γκρο πλάνο, αν δεν μεταδόσεις στο κοινό σου, την τρομακτικά μικρή, χρονική χαραμάδα που χωρίζει τον κρεμασμένο ήρωα από τον βέβαια θάνατο, τότε ποιος ο λόγος να μιλάμε για το "12 Years a Slave";


Στα δικά μας και πάλι και με μόνιμο συνεργάτη τον Michael Fassbender, ο Steve McQueen επιχειρεί να αναπαραστήσει μια ιστορία που την έχουμε δει πολλάκις στον κινηματογράφο.  Ενδεχομένως η ουσιαστική της διαφορά με άλλες ταινίες, να έγκειται στο γεγονός της συνολικά εξαιρετικής της παρουσίας, καθώς είτε μιλάμε για την σκηνοθεσία, είτε για το σενάριο, είτε φυσικά για τις ερμηνείες, η ταινία αποτελεί είναι εξαίσιο δείγμα οπτικοακουστικού δημιουργήματος υψηλής αισθητικής.
Η επιλογή των χώρων είναι ιδανική, με τα γυρίσματα να γίνονται σε τρεις διαφορετικές φυτείες που δίνουν το στίγμα των τότε καιρών και την φωτογραφία του Sean Bobbitt (επίσης βασικού συνεργάτη του McQueen), να φαντάζει ταυτόχρονα ειδυλλιακή και απειλητική, δημιουργώντας ανάμικτα συναισθήματα εξαιτίας της ελεγειακής της ομορφιάς από την μια, και της απάνθρωπης αγριότητας από την άλλη.
Το ίδιο μοτίβο σιγοντάρει και την σκηνοθεσία, η οποία δεν αφήνει τίποτα κρυφό, προκαλώντας το βλέμμα να μείνει προσηλωμένο πάνω στις σκηνές ακραιφνούς βίας και εξευτελισμού μέχρι και της τελευταίας ανθρώπινης αξιοπρέπειας.  Τα πλάνα μεγάλης διάρκειας είναι όντως λειτουργικά, προσφέροντας το επιπλέον δραματικό βάρος, σε μια έτσι κι αλλιώς στην ουσία της, κοινωνικοδραματική ταινία.
Όσον αφορά το cast, είναι σίγουρα ένα από τα καλύτερα που έχουμε δει φέτος, με τους Fassbender και Pitt να εξιλεώνονται για την παρουσία τους στο κακό "The Counselor".  Ο Fassbender κρατώντας τον ρόλο του αφεντικού δυνάστη, δίνει μια εξαιρετική ερμηνεία που φτάνει-εσκεμμένα-στα όρια της καρικατούρας, με την θρησκευτική βιτρίνα να αδυνατεί να καλύψει το αλκοολικό τέρας που κρύβεται από πίσω, αντιμετωπίζοντας μέρα με την μέρα την διπλή φύση του σαδιστή/πιστού που ξεσπά πάνω σε ένα αντικείμενου του πόθου, που τον έλκει τόσο, όσο τον απωθεί: την σκλάβα Patsey.
Στον πρωταγωνιστικό ρόλο του Solomon/Platt, o Chiwetel Ejiofor είναι ιδανικός, ερμηνεύοντας τον ρόλο του με πάθος και δύναμη, δημιουργώντας μια προσωπικότητα κόντρα στον καιρό της.  Το cast συμπληρώνουν με επίσης άψογη παρουσία οι Benedict Cumberbatch, Paul Dano, Paul Giamatti, Sarah Paulson, Lupita Nyongo'o και ο Brad Pitt στον ρόλο του Καναδού Bass, που λειτουργεί ως η μοναδική φωνή ενάντια στον θεσμό της δουλείας.
Το "12 Years a Slave" είναι μια ταινία που πρέπει να δεις.  Ή καλύτερα, να την θαυμάσεις.

Τι έμαθα από την ταινία:  Οτι το όνομα του πρωταγωνιστή είναι γλωσσοδέτης, οτι ο Fassbender όπου κι αν παίζει θα πρέπει να είναι ή γυμνός ή με σεξουαλική διάθεση και οτι ο Brad έμοιαζε λίγο παράταιρος οπτικά, με την εποχή του  Ήταν απλά σαν τον Brad Pitt με μούσι.



No trivia

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2013

Heavenly Creatures: Not that heavenly...

Γεια σας, γεια σας!  Επιστρέψαμε και πάλι μετά τις mini διακοπές των δυο ημερών στην ουσία, στο αεράτο Ναύπλιο, στο οποίο δεν σταμάτησε να φυσάει από την ώρα που πήγα μέχρι την ώρα που έφυγα.  Παρόλα αυτά και επειδή μου ήταν απαραίτητες έστω και μερικές μερούλες ανάπαυλας, επέστρεψα με φορτισμένες τις μπαταρίες μου για άπειρο διάβασμα και κλασική κριτική των αγαπημένων μας ταινιών.
Σήμερα λοιπόν και μιας που Δευτέρα δεν πρόλαβα να γράψω κάτι, θα ασχοληθούμε με ακόμη μια ταινία του Peter Jackson και συγκεκριμένα με το "Heavenly Creatures", ένα film που βασίζεται πάνω στην πραγματική ιστορία δυο ξεχωριστών κοριτσιών όπως αυτή έλαβε χώρα στην μακρινή Νέα Ζηλανδία.  Για να δούμε...


Είναι 1953 και βρισκόμαστε στην πόλη Christchurch, της Νέας Ζηλανδίας.  Εκεί η καθημερινότητα ακολουθεί τους δικούς της ρυθμούς, με την νεαρή πρωταγωνίστρια Pauline Parker (Melanie Lynskey) να βιώνει μια μάλλον βαρετή και αυστηρά καθορισμένη ζωή, φοιτώντας στο τοπικό παρθεναγωγείο και υμνώντας ολημερίς τον Κύριο, αναγκασμένη να περιορίζει την καλπάζουσα φαντασία της, για χάρη των αυταρχικών καθηγητριών και της τίμιας, εργατικής της μάνας.
Μια μέρα η άνευρη ζωή της Pauline θα αλλάξει οριστικά, όταν στο σχολείο της έρθει μια νέα μαθήτρια, η πολυταξιδεμένη και καπάτσα Juliet Hulme (Kate Winslet), με την οποία θα αναπτύξει από την αρχή έναν ισχυρό δεσμό φιλίας.  
Τα δυο κορίτσια θα αρχίσουν σταδιακά να έρχονται ολοένα και πιο κοντά χάρη στην αχαλίνωτη φαντασία που τις χαρακτηρίζει και που θα αποτελέσει στην ουσία την κινητήριο δύναμη, προκειμένου να δημιουργήσουν έναν δικό τους κόσμο και πιο συγκεκριμένα αυτόν ενός μυθικού βασιλείου ονόματι Borovnia.  Σε αυτόν τον κόσμο και οι δυο τους θα αναλάβουν πρωταγωνιστικούς ρόλους: η Juliet αυτόν της βασίλισσας Deborah και η Pauline αυτόν του συζύγου της, Charles.  
Κατασκευάζοντας πλαστελινάτα φιγουρίνια, φαντασιώνοντας ονειρεμένα κάστρα και ανθισμένους κήπους και περνώντας όλη τη μέρα η μια στο πλευρό της άλλης, τα δυο κορίτσια θα δεθούν άρρηκτα μεταξύ τους, οδηγούμενες σταδιακά σε μια σχέση εξάρτησης και μανίας.  Από εκεί και πέρα όποιος προσπαθήσει να μπει ανάμεσά τους, θα έχει άσχημα ξεμπερδέματα...


Η ταινία αυτή αποτελεί το ηθοποιϊκό ντεμπούτο τόσο της Kate Winslet, όσο και της Melanie Lynskey, οι οποίες εδώ κάνουν την πρώτη τους εμφάνιση ως σχεδόν στα όρια της τρέλας έφηβες, εξαρτημένες απόλυτα από μια άρρωστη, επιδραστική σχέση χωρίς διέξοδο.
Αυτό το κοινωνικό δράμα που αποφάσισε να μεταφέρει στην μεγάλη οθόνη ο Peter Jackson, βασίζεται στην πραγματική ιστορία των δυο ηρωίδων, η οποία συγκλόνισε την κοινωνία της Νέας Ζηλανδίας-και οχι μόνο-μιας που η εκδικητική τους πράξη (δεν σας λέω ποια για να αποφύγω τα spoiler), τις οδήγησε πίσω από της φυλακής τα σίδερα, και τον οριστικό τους χωρισμό για χάρη οχι μόνο της σωτηρίας των εαυτών τους, αλλά και όσων βρίσκονταν γύρω τους.  Εξαιτίας μάλιστα του γεγονότος πως ήταν ανήλικες, γλύτωσαν στο τσακ την θανατική ποινή με τις φήμες να τις θέλουν και πάλι ελεύθερες, μόνο υπό την προϋπόθεση πως δεν θα ξανασυναντούσε ποτέ η μια την άλλη.
Ο Jackson σκιαγραφεί με τεράστια προσοχή και φροντίδα, την περίοδο γνωριμίας των κοριτσιών με κατά τόπους σουρεαλιστικές πινελιές φαντασίας, ξεκάθαρη έλξη και υποψίες λεσβιακής διάθεσης, ακριβώς όπως αρμόζει στην φρέσκια και πληθωρική τους παρουσία, κερδίζοντας μάλιστα μια υποψηφιότητα για Oscar Καλύτερου Πρωτότυπου Σεναρίου, το οποίο έχασε τελικά το 1994 από το "Pulp Fiction".


Αναλαμβάνοντας την μεταφορά της υπόθεσης στην μεγάλη οθόνη παρέα με την γυναίκα του και μόνιμη συνεργάτη του Fran Welsh, ο Peter Jackson κατάφερε να κατασκευάσει από το κινηματογραφικό του μηδέν, έναν ολόκληρο κόσμο μέσα στον οποίο πραγματικότητα και φαντασία συνθέτουν ένα νέο περιεχόμενο, ένα εναλλακτικό, παράλληλο σύμπαν το οποίο μόνο οι πρωταγωνίστριές του είναι ικανές να απολαύσουν, γι' αυτό και οι οικογένειές τους στέκουν προσοχή μπροστά στην περαιτέρω εξέλιξη της όποιας σχέσης τους.
Έχοντας σκηνοθετήσει μέχρι τότε ταινίες με απολαυστικά χιουμοριστικό και σπλάτερ περιεχόμενο (τα λέγαμε την προηγούμενη φορά για το "Braindead"), σίγουρα προκαλεί ενδιαφέρον ο τρόπος που κατάφερε να μεταλαμπαδεύσει τα πραγματικά γεγονότα, την ηλικιακή τρέλα και τις πιο βαθιές, σκοτεινές πτυχές ενός χαρακτήρα στην ταινία του, βρίσκοντας κατά τρόπο προφανή στα πρόσωπα των Winslet-Lynskey, τις ιδανικές του πρωταγωνίστριες.
Η Winslet, κρατώντας τον ρόλο του γοητευτικού θηλυκού, γεμάτου αυτοπεποίθηση και θράσος, ερμηνεύει με τρόπο που μαγνητίζει τον ρόλο της Juliet, εκείνης που φαινομενικά κρατάει το πάνω χέρι στην ιδιαίτερη σχέση των κοριτσιών.  Παρόλα αυτά, αν κοιτάξει κανείς λίγο καλύτερα θα διαπιστώσει πως αυτή που έρχεται πρώτη με τρόπο κεκαλυμμένο και σαφέστατα υποχθόνιο, είναι η Lynskey (εξαιρετική στον ρόλο της Paulet), η οποία μπορεί να υποδύεται ένα εσωστρεφές και δίχως αυτοπεποίθηση πλάσμα, φαίνεται όμως πως ο αντίκτυπος αυτής της "επαφής" είναι μεγαλύτερος σε αυτήν απ'οτι στην Juliet, για τον απλό λόγο πως στην εφηβική, μοναχική της ψυχοσύνθεση, γίνεται αυτομάτως ολόκληρος ο κόσμος του ακριβώς αντίθετού της: της όμορφης, καλλίγραμμης και ατίθασης Juliet.  
Και όμως, όπως συμβαίνει πολλές φορές, αυτή και μόνο η προσοχή (η μοναδική προσοχή που δέχεται εδώ η Paulet, αν εξαιρέσουμε την άνευ πραγματικής σημασίας ερωτική επιθυμία που αισθάνεται ένας τύπος για εκείνην), θα λειτουργήσει ως η μαγική σταγόνα που θα την κάνει να βγει από το καβούκι της και να υπερσκελίσει τελικώς την παρουσία της Juliet, αναλαμβάνοντας τον ρόλο της ιεραρχικής παρουσίας στην σχέση τους.  Είναι λέτε τυχαίο το γεγονός πως αναλαμβάνει τον ρόλο του συζύγου της Juliet στο μαγικό τους βασίλειο;


Η σκηνοθεσία αποτελεί ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο της ταινίας (πέρα δηλαδή από τις πολύ καλές ερμηνείες), μιας που ο συνδυασμός των ψηφιακών εφέ, με την ρεαλιστική αναπαράσταση της ζωής των κοριτσιών, δημιουργεί ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα, ακόμη και αν η κινηματογραφική, τεχνολογική πρόοδος της εποχής, δεν εξυπηρετούσε απόλυτα τον σκοπό των δημιουργών.  Το γεγονός εξάλλου πως μόλις τρία χρόνια μετά, ο James Cameron σκηνοθέτησε τον "Τιτανικό" με την Winslet και πάλι παρούσα, είναι ενδεικτικό της ταχύτητας με την οποία τα νέα δεδομένα, ξεπερνούν κάθε φορά τους εξοπλισμικούς τους προκατόχους.  Ο Jackson πάντως με την επική τριλογία του 'Αρχοντα, έδειξε μια και καλή μερικά χρονάκια μετά, ποιος είναι το αφεντικό.
Επιστρέφοντας στα της ταινίας, το "Heavenly Creatures" χαρακτηρίζεται από μια αμφίδρομη σχέση ανάμεσα στο καλό και το κακό, το αθώο και το διαβολικό, γεγονός που περνάει έντονα στα μάτια του θεατή, ακόμα και μέσα από την σκηνοθεσία.  Για παράδειγμα ο επίπλαστος κόσμος των πρωταγωνιστριών ο οποίος παίρνει σάρκα και οστά, λειτουργεί την ίδια στιγμή ως προπύργιο της σχεσιακής τους εξάρτησης (και άρα ως προστατευτικό περιτύλιγμα του "κακού", αληθινού κόσμου που θέλει να τις χωρίσει), αλλά και ως ένα απρόσωπο περιβάλλον που μπορεί να μετατραπεί στην στιγμή σε ένα πρόστυχο σύμπαν, στο οποίο τα κορίτσια αισθάνονται χαμένες και βεβηλωμένες.  Αυτή ακριβώς η στιγμιαία συνειδητοποίηση της βρώμικης, επίπλαστης πραγματικότητας (και άρα της αληθινής τους ταυτότητας όταν βρίσκονται μαζί), αποτελεί το κομβικό σημείο στο οποίο η κατεύθυνση που θα ακολουθηθεί μπορεί να είναι μόνο μια: είτε η οριστική λήθη της καταστροφικής τους σχέσης, είτε το προσωπικό τους ολοκαύτωμα μέσα από την συνέχιση της επαφής.


Αν και σύμφωνα με τα τα λεγόμενα των πραγματικών γυναικών δεν υφίστατο ποτέ ερωτική σχέση ανάμεσά τους, εντούτοις η ταινία κάνει μια ξώφαλτση αναφορά στο σεξουαλικό τους δέσιμο, το οποίο φαίνεται απλώς να λειτουργεί συνδετικά ως το τελευταίο κομμάτι ενός παθιασμένου και αλληλοεξαρτώμενου δεσμού.
Συμπερασματικά θα λέγαμε πως το "Heavenly Creatures" είναι μια άκρως ενδιαφέρουσα και καλοφτιαγμένη μελέτη πάνω στην αληθινή ιστορία των δυο γυναικών, μια ταινία που εγκλωβίζει όλη την ανεμελιά, τις φαντασιώσεις και τον διαταραγμένο νου των ηρωίδων της.
 
Τι έμαθα από την ταινία: Οτι οι φιγούρες φτιαγμένες από πλαστελίνη θα μπορούσαν να είναι τόσο creepy, οτι η Winslet ήταν εντυπωσιακά όμορφη από μικρή και οτι η φυματίωση και η οστεομυελίτιδα, μπορούν να φέρουν ορισμένα άτομα τόσο κοντά...


TRIVIA
  • Και η Kate Winslet και η Melanie Lynskey έκαναν "καριέρα" με το ίδιο όνομα.  H Winslet ως Rose στον "Τιτανικό", ενώ η Lynskey ως Rose, στο "Two and  Half Men".
  • Σύμφωνα με τον Jackson, τα δυο κορίτσια είχαν μπει τόσο πολύ στο πετσί των ρόλων του, ώστε η σχέση τους ακόμα και στα διαλείμματα των γυρισμάτων ήταν ιδιαίτερα έντονη.
  • Όλες οι διηγήσεις της κινηματογραφικής Pauline, προέρχονται από το πραγματικό ημερολόγιο της αυθεντικής Pauline Parker.
  • Οι ηθοποιοί διαλέχτηκαν κυρίως λόγω της φυσικής τους ομοιότητας, με τους πραγματικούς χαρακτήρες.
(ΠΗΓΗ IMDB)

Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2013

Searching for Sugar Man: Zero in America, hero in South Africa

Καλημέρα και καλή εβδομάδα!  Σήμερα είπα να κάνουμε μια ακόμη εξαίρεση στο blog, από εκείνες που τις κάνω που και που, και να ασχοληθούμε αντί με κάποιο ταινιάκι-με την ευρύτερη σημασία του δηλαδή-, με κάποιο ντοκιμαντέρ, και μάλιστα, με ένα από τα καλύτερα οχι μόνο της φετινής χρονιάς, αλλά και των τελευταίων ετών θα έλεγε κανείς.  Σήμερα λοιπόν θα "φιλοξενήσουμε" το "Searching for Sugar Man", ένα απόλυτα cool, μουσικό ντοκιμαντέρ που προσπαθεί να ρίξει φως, σε έναν καλλιτέχνη αίνιγμα: τον Sixto "Jesus" Rodriguez.  Τι, δεν τον έχετε ακουστά;  Ούτε εγώ τον είχα.  Τώρα όμως τον έμαθα για τα καλά...Για πάμε then.


To "Searching for Sugar Man", είναι ένα βιογραφικό, μουσικό ντοκιμαντέρ, το οποίο έχει ως αφετηρία του την νότια Αφρική, εκεί που δυο ντόπιοι, αποφασίζουν να ξεκινήσουν μια έρευνα, προκειμένου να ανακαλύψουν στοιχεία σχετικά με τον τραγουδιστή-θρύλο που επηρέασε την γενιά τους: τον κρυμμένο πίσω από ένα ζευγάρι μαύρα γυαλιά, Rodriguez.
Η αλήθεια είναι πως από μουσική δεν σκαμπάζω και πολλά.  Καλύτερα θα έλεγα οτι τις περισσότερες φορές βρίσκομαι μάλλον βαθιά νυχτωμένη, και συνήθως περιμένω από κάποιον άλλον να με μυεί κάθε φορά στους καλύτερους δίσκους της χρονιάς, τις μπάντες και τους τραγουδοποιούς που αξίζουν την προσοχή μου.
Κάπως έτσι η παρακολούθηση του "Searching for Sugar Man", απαίτησε από εμένα να έχω τα αυτιά μου ανοιχτά, μιας που έχω και το κακό-εκτός όλων των άλλων δηλαδή-να εμπιστεύομαι το ένστικτό μου μέσα στα πρώτα λεπτά, οπότε και να διαμορφώνω μια απόλυτη γνώμη για το εκάστοτε μουσικό κομμάτι ή μουσική γενικότερα.  Έτσι λοιπόν ενώ μου είχαν προτείνει το συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ, ομολογώ οτι σε πρώτη φάση ήμουν αρκετά δύσπιστη ως προς το κατά πόσο θα μου αρέσει, μιας που η πρόταση είχε έρθει από άτομα που σκαμπάζουν αρκετά από ποικίλες, μουσικές γνώσεις.  Για να μην μακρηγορώ όμως σας λέω, οτι το "Searching for Sugar Man", δεν θα απαιτήσει από εσάς καμία μουσική γνώση.  Θα απαιτήσει όμως τον χρόνο, την ψυχή και το συναίσθημά σας.  Ακριβώς δηλαδή τα στοιχεία εκείνα τα οποία ο τραγουδιστικός μας "πρωταγωνιστής" διαθέτει.  Και με το παραπάνω θα έλεγα...


Το να παρακολουθήσει κανείς την πορεία και την πραγματική ιστορία αυτού του εκπληκτικού ταλέντου-γιατί όπως θα αντιληφθείτε και εσείς, περί εκπληκτικού ταλέντου πρόκειται-είναι κάτι το μαγικό, μιας που ούτε λίγο ούτε πολύ, ο Rodriguez, θεωρείτο τεράστια αποτυχία στην Αμερική, την ίδια στιγμή που στην νότια Αφρική, οι δίσκοι του πουλούσαν σαν τρελοί.  Και το καλύτερο;  Ο ίδιος δεν είχε ιδέα γι' αυτό!
Την εποχή που η νότια Αφρική "μαστιζόταν" από το Apartheid, τον φυλετικό διαχωρισμό δηλαδή των λευκών και των έγχρωμων, όπως αυτό εφαρμόστηκε ως επίσημη, κρατική πολιτική στην περιοχή, ο κόσμος βρήκε την αφορμή για κοινωνικό ξεσηκωμό, στα τραγούδια του Rodriguez και συγκεκριμένα στον δίσκο του, "Cold Fact".  Η ιστορία, ήθελε μια φοιτήτρια να φέρνει τον δίσκο στην Αφρική, ο οποίος έπειτα από ένα πάρτυ στο οποίο και παίχτηκε, ενθουσίασε τους πάντες, με αποτέλεσμα όλοι να προσπαθήσουν να αποκτήσουν ένα αντίτυπο.  Επί ματαίω όμως, μιας που κανείς δεν είχε ιδέα ποιος είναι ο μυστήριος, cool τύπος του εξώφυλλου, ο οποίο καθόταν οκλαδόν και τραγουδούσε για την κοινωνική ανισότητα, τα ναρκωτικά, το σεξ και ένα σωρό άλλα θέματα, τα οποία σύντομα, προκάλεσαν πονοκέφαλο στις τοπικές αρχές.  Αυτό είχε ως αποτέλεσμα αφενός να μπαναριστεί κάθε προσπάθεια απόκτησης του δίσκου του Rodriguez, και αφετέρου να κάνει τον νεαρόκοσμο της εποχής να τον αναζητήσει ακόμα πιο παθιασμένα.  Όλοι ξέρουμε πως όταν απαγορεύσεις κάτι από έναν έφηβο, του δίνεις την κατάλληλη αφορμή προκειμένου να το αναζητήσει με μεγαλύτερη μανία...
Και όσο το μουσικό ταξίδι για την αναζήτηση των ιχνών του στυλάτου καλλιτέχνη συνεχίζεται, τόσο οι αποκαλύψεις που έρχονται στο φως, είναι κάτι το ασύλληπτο...


Έχοντας στις αποσκευές του το βραβείο Κοινού και Κριτικών, του φεστιβάλ του Sundance, και όντας υποψήφιο για το Καλύτερο Ντοκιμαντέρ στα φετινά Oscar, το "Searching for Sugar Man", είναι ένα μικρό διαμαντάκι το οποίο πρέπει να δεις για να το πιστέψεις.  Από την σκηνοθεσία του, τα διαρκώς παρεμβαλλόμενα, υπέροχα τραγούδια του Rodriguez, τις διαρκείς αποκαλύψεις και το αέναο ξεδίπλωμα μιας ιστορίας εκπληκτικής, όσο και απίστευτα συγκινητικής και δημιουργικής, είναι αναμφίβολα η διαφορετική έκπληξη που περίμενες φέτος.
Δεν χρειάζεται να σας πω περισσότερα, καθότι δεν θα ήθελα να σας χαλάσω και την "μαγεία" του να παρακολουθείς ένα τόσο σπουδαίο ντοκιμαντέρ, απλά σας εύχομαι καλή απόλαυση και καλή ακρόαση.  Και καλά θα κάνετε, να μην σταματήσετε να πιστεύετε στα θαύματα και την ταπεινότητα που χαρακτηρίζει μερικούς ανθρώπους, ανεξάρτητα από το πως τους έρχονται τα πράγματα στη ζωή...

Πάρτε και ένα μικρό, μουσικό δείγμα για να σας πείσω ακόμα καλύτερα : )


Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2013

The Sessions: Sex for everyone

Καλημέρα καλημέρα και πάλι σε όλους!  Βρισκόμαστε μια εβδομάδα ακριβώς πριν από τα φετινά Blogoscars, και την αλήθεια μου θα την πω.  Καλά, είναι δυνατόν να έχουν μόνο 81 συμμετοχές, την εποχή που πέρσι συγκεντρώθηκαν 130 άτομα;  Για παρακαλώ μπείτε στην official σελίδα και δηλώστε συμμετοχή, γιατί μου φαίνεται πως το παραφορτώσαμε στον κόκκορα το event, και κρίμα είναι τέλος πάντων.
Στα δικά μας λοιπόν, σήμερα, θα ασχοληθούμε με μια ταινιούλα που προκάλεσε αίσθηση στις περασμένες, Νύχτες Πρεμιέρας και οχι άδικα, αφού αποτέλεσε μια από τις πιο fun επιλογές, ανεξάρτητα από το θέμα της, το οποίο και σοβαρό είναι και θα μπορούσε να καταλήξει σε βαρύ και ασήκωτο δράμα.  Κι όμως, το "The Sessions" είναι στην τελική μια από τις πιο feel good ταινίες της χρονιάς.  Και με το δίκιο του.  Για να δούμε...


Ο 38χρονος Mark O'Brien (John Hawkes), είναι ένας σπιρτόζος δημοσιογράφος και ποιητής, με καυστικό χιούμορ και ατακαδόρικη διάθεση, που ζει μια φιλήσυχη ζωή.  Θα έλεγε κανείς δηλαδή οτι ο Mark, αποτελεί τον τύπο της διπλανής πόρτας.  Σωστό.  Αποτελεί όμως και τον τύπο ο οποίος είναι καθηλωμένος από την ηλικία των έξι ετών, σε ένα ένα ογκώδες μεταλλικό κουτί, το οποίο τον κρατάει στην ζωή.  Ο Mark έχοντας προσβληθεί από πολιομυελίτιδα στην τρυφερή, παιδική του ηλικία, έχει στην ουσία περάσει όλα του τα χρόνια, υποστηριζόμενος από το μηχάνημα και με την βοήθεια πάντα μιας νοσοκόμας, η οποία είναι υπεύθυνη για την διαρκή φροντίδα του.  Αν και στην περίπτωσή του το σώμα είναι ασθενές, το πνεύμα δεν θα μπορούσε να είναι περισσότερο ζωηρό, μιας που έχοντας αποδεχτεί την κατάσταση στην οποία βρίσκεται, δεν παύει στιγμή να αστειεύται και να περνάει καλά όπως μπορεί.  Βέβαια οδεύοντας πλέον ολοταχώς προς τα 40, ο Mark έχει έναν κάποιον καημό και συγκεκριμένα έναν, ο οποίος ταυτίζεται με μια από τις μεγαλύτερες απολαύσεις της ζωής: το σεξ.  Βλέπετε ο ίδιος δεν έχει κάνει ποτέ στην ζωή του σεξ, μιας που η καθηλωτική του κατάσταση δεν του το επιτρέπει.  Παρόλα αυτά, ενεργητικός όπως είναι, θα αποφασίσει πως ποτέ δεν είναι αργά, θα συμβουλευτεί τον χιουμορίστα, φίλο του παπά, Father Brendan (William H. Macy), καθώς και την ατσάλινη βοηθό του, Vera (Moon Bloodgood), και θα προσλάβει μια sex surrogate, την Cheryl (Helen Hunt), η οποία θα τον βοηθήσει να γνωρίσει τις χαρές της σεξουαλικής συνεύρεσης.  Όπως είναι όμως φυσικό τα πράγματα δεν θα είναι και τόσο εύκολα, είτε μιλάμε για πρακτικούς, είτε για συναισθηματικούς λόγους...


Το "The Sessions" αποτελεί μια από εκείνες τις περιπτώσεις ταινιών, η οποία, όπως ανέφερα και πιο πάνω, παρά το γεγονός οτι έχει στο κέντρο της ένα θέμα-και δη υγείας-το οποίο και σοβαρό είναι και απειλητικό για την ίδια την ύπαρξη ενός ατόμου (απλό παράδειγμα το οποίο βλέπουμε σε κάποια φάση και εδώ, είναι τι γίνεται όταν κοπεί το ρεύμα), μοιάζει εντούτοις να λειτουργεί περισσότερο προσδιοριστικά, όσον αφορά την ταυτότητα και την προσωπικότητα του χαρακτήρα, παρά σαν αφορμή για κλάματα και δράματα.  Ο ίδιος μάλιστα ο σκηνοθέτης, δεν έχει ως στόχο την πρόκληση και του παραμικρού οίκτου του θεατή, απέναντι στον πρωταγωνιστή του.  Αντιθέτως, τον τοποθετεί σε μια θέση απόλυτου εναρμονισμού με την κατάστασή του, ανάγοντάς τον στην τελική σε έναν πραγματικό αγωνιστή της ζωής, χωρίς όμως τις περιττές υπερβολές και τις μελοδραματικές εξάρσεις που θα περίμενε κανείς.  Εξάλλου το γεγονός οτι η ταινία κέρδισε στο περσινό φεστιβάλ του Sundance, το Βραβείο Κοινού, καθώς και το Special Jury Prize, αποδεικνύει εκτός των άλλων, πως είναι και μια ταινία από τις χαρακτηριστικά ανεξάρτητες, από αυτές δηλαδή που κάθε χρονιά κερδίζουν ένα κομμάτι από την κινηματογραφική πίτα και καλά κάνουν.  Έτσι γιατί τις περισσότερες φορές το αξίζουν, ακριβώς όπως και εδώ.


Ο Αυστραλο-αμερικανός σκηνοθέτης, Ben Lewin, είχε θα λέγαμε και έναν παραπάνω, περισσότερο βιωματικό λόγο για τον οποίο ασχολήθηκε τόσο με την συγγραφή του σεναρίου, όσο και με την σκηνοθεσία του "The Sessions".  Ο λόγος είναι πως και ο ίδιος στην ηλικία των έξι ετών, 'χτυπήθηκε' από την πολιομυελίτιδα, με αποτέλεσμα έκτοτε οι πατερίτσες, να γίνουν η προέκταση του εαυτού του.
Βλέποντας δημιουργούς να αναλαμβάνουν να φέρουν εις πέρας ταινίες, οι οποίες περιλαμβάνουν μια εσάνς από δικά τους, προσωπικά θέματα και προβλήματα, θα έλεγε κανείς πως στην συγκεκριμένη περίπτωση, η αντικειμενική ματιά του σκηνοθέτη, μάλλον βρίσκεται κάπου στο μηδέν, με την υποκειμενική διάσταση του πράγματος να είναι αυτή που κυριαρχεί.  Και όμως, σε περιπτώσεις όπως αυτές του Levin, (αλλά και του εξίσου πρόσφατου David O. Russell, ο οποίος στην νέα του ταινία "Silver Linings Playbook", θέτει σε μια βάση το θέμα της διπολικής διαταραχής, από την οποία πάσχει και ο γιος του), αντικειμενικότητα και υποκειμενικότητα μοιάζουν να βαδίζουν χέρι-χέρι, και αυτό γιατί αφενός οι δημιουργοί δεν θέλουν να καταστεί το αποτέλεσμά τους ολοκληρωτικά προσωπικό, και αφετέρου γιατί όντας γνώστες της εκάστοτε θεματικής τους, ίσως και να αντιλαμβάνονται καλύτερα και πιο αποτελεσματικά τον τρόπο απόδοσης της ιστορίας τους.
Ο λόγος λοιπόν για τον οποίο αυτό το ταινιάκι μοιάζει τόσο απίστευτα αισιόδοξο, μάλλον θα πρέπει να αναζητηθεί εκτός από την διάθεση του σκηνοθέτη, και στην ειλικρινή αγάπη για ζωή του πραγματικού Mark O'Brien, μιας που η ταινία βασίζεται στην αληθινή του ιστορία και πιο συγκεκριμένα στην έκθεση που είχε γράψει ο ίδιος ο O'Brien με τίτλο, "On Seeing a Sex Surrogate". 


Η επιλογή του σωστού cast σε τέτοιου είδους ταινίες, οι οποίες βασίζονται ουσιαστικά στις ερμηνείες τους, είναι φυσικά καίριας σημασίας, μιας που είτε θα χαντακώσουν το όποιο εγχείρημα, είτε θα το απογειώσουν.  Στην περίπτωση του Sessions, το πράγμα μάλλον κλείνει περισσότερο προς το δεύτερο, αφού όλες οι ερμηνείες χαρακτηρίζονται από μια υπέροχα φρέσκια και αισιόδοξη αντιμετώπιση ενός θέματος που παίζει στο background και που η ερμηνεία του Hawkes, σε κάνει σχεδόν να ξεχνάς οτι πρόκειται για έναν άνθρωπο καθηλωμένο από πάντα, σε μια οδυνηρή, οριζόντια στάση.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της ταινίας, είναι οτι αντιμετωπίζει το σεξ, ως μιας μορφής κινητήρια δύναμη, ως ένα γεγονός που μπορεί να αλλάξει εντελώς την κοσμοθεωρία ενός ατόμου, όσο μη τελετουργικό και καθαρά συμβατικό κι αν είναι.  Είναι σαν ο ρομαντικός ποιητής Mark, να εμποτίζει λίγο αργότερα την ποίησή του με "βρώμικα" στιχάκια και πονηριά, τα οποία πηγάζουν απευθείας από την "δουλειά" που γίνεται, με την ευγενική Cheryl.
Η ταινία δεν μασάει τα λόγια της, αλλά αντιθέτως αποκτά από ένα σημείο και μετά, ένα καθαρό και επαναλαμβανόμενο, σεξουαλικό λεξιλόγιο, το οποίο μέσα στην αίθουσα, ίσως και να φέρει μερικούς πουριτανούς θεατές, σε δύσκολη θέση.  Άσχετα αν το σεξ είναι κάτι που-οποία έκπληξις!-κάνουν και αυτοί.
Ακριβώς λοιπόν επειδή οι shocking διάλογοι δίνουν και παίρνουν, είτε ως μορφή απλής συζήτησης, είτε κατά την διάρκεια των υποδείξεων από την Cheryl για το...τι πάει και που, ο Levin τους τοποθετεί στην υπόθεσή τους, ως ένα απόλυτα φυσιολογικό κομμάτι της καθημερινότητας ενός 40αρη παρθένου, χωρίς μυξοπαρθενικές αντιδράσεις και αποτροπιασμό.  Και ακριβώς για τον λόγο αυτό, η σεξουαλική απελευθέρωση του ήρωα γίνεται θέμα κοινό, ανάμεσα στον πνευματικό του, την βοηθό του και ένα σωρό ακόμη άτομα (πολλά από τα οποία αντιμετωπίζουν το ίδιο πρόβλημα υγείας, αν και σε μικρότερο βαθμό) τα οποία σπεύδουν προς βοήθεια.  Καμία ντροπή δεν έχει θέση εδώ.  Μόνο η ανθρώπινη περιέργεια, το ένστικτο και η βιωματική διαδικασία του σεξέρωτα.


Εκτός από την αφηγηματική μορφή της σκηνοθεσίας, οι ερμηνείες έχουν βεβαίως τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο.  Ο John Hawkes αποτελεί το αστέρι που λάμπει, και παρά το γεγονός οτι η καριέρα του ως ηθοποιός είχε ήδη ξεκινήσει από την δεκαετία του ΄80, η πραγματική αναγνώριση ήρθε μόλις τα τελευταία χρόνια.  Από το "Winter's Bone" και μετά, το όνομά του έγινε συνώνυμο αξιόλογων, indie ως επί το πλείστον παραγωγών, συνεχίζοντας να μας εκπλήσσει με την άγρια, ερμηνευτική του ικανότητα, και στο περσινό "Martha Marcy Mae Marlene".  Εδώ καταλήγοντας στο άλλο άκρο, αυτό ενός ευαίσθητου και τσαχπίνη άνδρα, δίνει ρέστα με την προσήλωση στον ρόλο του παράλυτου, αναπαριστώντας με τρομακτική ομοιότητα άτομα, που πάσχουν από την ίδια ασθένεια.  Και επειδή εξαιτίας της σωματικής του κατάστασης, η κάμερα επικεντρώνεται στο πρόσωπό του, δεν χρειαζόμαστε και άλλες υποδείξεις, αναφορικά με το μεγαλείο του Hawkes: βαθιά ανθρώπινος και γεμάτος θετική διάθεση, είναι πραγματικά υπέροχο να τον βλέπεις να επικοινωνεί, οχι μόνο με το στόμα, αλλά και με το βλέμμα του, σαρώνοντας ερμηνευτικά και αποτελώντας την μέγιστη αδικία που δεν προτάθηκε φέτος για Oscar.  Εξίσου καλός είναι και ο Macy, στον ρόλο του πάτερ, ο οποίος αποδεικνύει οτι το θρησκευτικό πνεύμα, μπορεί να συμβαδίζει άψογα με τις συζητήσεις περί ερωτικής πράξης, αποτελώντας τον τέλειο, χιουμοριστικό (ω ναι, ναι) παρτενέρ του Hawkes και δίνοντας μια απολαυστική ερμηνεία, ακομπλεξάριστη και χαλαρή.  Και η Hunt όμως, είναι όπως πάντα βράχος στον ρόλο που τις ανατίθεται.  Είτε ντυμένη, είτε γυμνή, αποκτά μια απρόσμενη χημεία με τον Hawkes, γίνεται μούσα του σεξ και αποδεικνύει οτι οι 50αρες ίσον με δυο 25αρες.
Το "The Sessions" είναι μια ταινία αισιόδοξη και απόλυτα feel good, με καλογραμμένος διαλόγους, σπιρτάδα και γλυκόπικρη ομορφιά.  Αν δεν την έχετε ήδη δει, ρίξτε μια ματιά και δεν θα απογοητευτείτε.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι αυτά τα πουκάμισα των '80s, είναι σκέτα έργα τέχνης, οτι το όνομα Moon Bloodgood είναι απλά τέλειο και οτι ένας πάτερ με αμφίεση σπορ και μπαντάνα στο κεφάλι, είναι must.


Νo trivia 



Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2013

Argo: The best fake movie ever

NEW ARRIVAL

Alloha και σήμερα!  Τι κάνουμε;  Ελπίζω καλά.  Καρα-χειμωνιάτικος ο καιρός σήμερα, ελπίζω να μην πνιγήκατε προσπαθώντας να πάτε στις δουλειές σας, και να είστε όλοι σώοι και αβλαβείς, για να περάσουμε σιγά σιγά στην σημερινή μας ταινία.  Αρχικά να πω κάπου εδώ, οτι χθες, ανακοινώθηκαν οι πληροφορίες σχετικά με τα φετινά Blogoscars, όπως αυτά θα αρχίσουν να "δίνονται" από τις 15 Φλεβάρη.  Αν θέλετε να μάθετε πως μπορείτε να συμμετάσχετε, καθώς και όλα τα καθέκαστα δεν έχετε, παρά να πάτε εδώ, και να τα μάθετε όλα!
Στο θέμα μας λοιπόν, σήμερα, θα ασχοληθούμε με το φαινόμενο Ben Affleck και πιο συγκεκριμένα με την νέα του σκηνοθετική απόπειρα, "Argo", για την οποία-σας το λέω από τώρα-μόνο καλά πράγματα έχω να πω.  Σίγουρα μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς.  Εύγε Ben!


Το 1979, Αμερική και Ιράν, οδηγήθηκαν σε μια διπλωματική σύγκρουση, με τους επαναστάτες Ιρανούς να διαδηλώνουν κατά των Η.Π.Α, ζητώντας να τους εκδώσουν τον πάλαι ποτέ Σάχη τους, τον οποίο οι ίδιοι είχαν ανατρέψει με πραξικόπημα.  Ο ίδιος όντας καρκινοπαθής και φοβούμενος για την ακεραιτότητά του, σε μια χώρα που έβραζε από θυμό και οργή, για την ανεκδιήγητα πλούσια και προκλητική του ζωή όσο κυβερνούσε, και ενώ ο λαός πεινούσε, θα ζητήσει άσυλο στους "Αμερικανούς φίλους", με αποτέλεσμα η μανία των Ιρανών να φουντώσει τόσο, ώστε να εισβάλουν τον Νοέμβριο του 1979 στην Αμερικάνικη Πρεσβεία του Ιράν, και να κρατήσουν τους υπαλλήλους όμηρους, για 444 ημέρες!
Την ίδια στιγμή μια ομάδα από υπαλλήλους της Πρεσβείας, θα καταφέρει να διαφύγει από τον χώρο, και να αναζητήσει άσυλο στο σπίτι του Καναδού πρέσβη.  Όσο όμως ο καιρός περνά, και οι επαναστάτες κινούν διαδικασίες αναγνώρισης των ομήρων, και διαπραγματεύσεων με την αμερικανική πλευρά, αναφορικά με την επιστροφή του Σάχη, τόσο τα πράγματα για την μικρή ομάδα θα γίνονται πιο δύσκολα, καθώς η επικινδυνότητα της κατάστασης καθιστά απαγορευτική οχι μόνο την έξοδό τους από την χώρα, αλλά ακόμη και την έξοδο από το σπίτι.
Και κάπου εκεί η CIA θα κάνει αισθητή την παρουσία της, στέλνοντας τον ειδικό στις φυγαδεύσεις, Tony Mendez (Ben Affleck), προκειμένου να καταφέρει να τους σώσει, πριν τα πράγματα αγριέψουν ακόμη περισσότερο.  Ο Mendez, θα πρέπει να βρει τώρα έναν πειστικό τρόπο, προκειμένου να τους απομακρύνει από την χώρα.  Αυτός θα είναι τελικά, οτι πιο τρελό και πιο...κινηματογραφικό, είχε αποφασίσει μέχρι τότε: θα βγάλει την ομάδα από το Ιράν, αναθέτοντάς τους τον ρόλο ενός...ψευδοσυνεργείου, που αναζητεί τις κατάλληλες τοποθεσίες για το γύρισμα μιας ταινίας επιστημονικής φαντασίας με τίτλο, "Argo".  Ο κινηματογράφος, στην υπηρεσία του πολίτη.


Ο Ben Affleck αποτελεί μια ιδιόμορφη περίπτωση δημιουργού, μιας που η προσωπικότητά του χαρακτηρίζεται από μια ξεκάθαρα διττή φύση, οι διαφορές μάλιστα τις οποίας παίζουν, στα δυο άκρα.  Από τη μια πλευρά λοιπόν ο Affleck, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένας κακός (ή στις καλύτερες στιγμές του, μέτριος) ηθοποιός, ο οποίος με τις ταινιακές του επιλογές, προκαλεί πάντα ερωτηματικά, γέλια (ενώ δεν μιλάμε για κωμωδία), ή απλώς μια παντελή έλλειψη ενδιαφέροντος, γεγονός που σε οδηγεί απευθείας στο ερώτημα, "γιατί αυτός ο τύπος εξακολουθεί να υπάρχει;".  Λοιπόν σε αυτό, μπορούμε να δώσουμε μια κάποια απάντηση.  Αρχικά το Hollywood, ποτέ δεν έχει κρύψει την αγάπη του σε όμορφα πρόσωπα και όμορφα σώματα, τα οποία διαθέτουν ένα ελάχιστο υποκριτικό ταλέντο που τα συνοδεύει, και που σε πολλές περιπτώσεις, είναι αρκετό.  Μη μου πείτε οτι δεν θα κατατάσσατε και τον Affleck σε αυτή την κατηγορία, μιας που αποτελεί κλασικό παράδειγμα ηρωικού (βλ. το σπαραξικάρδιο "Armageddon", στο οποίο παρόλα αυτά όλοι έχουμε κλάψει, τη στιγμή που το 'Ι Don't Want to Miss a Thing', αρχίζει να ακούγεται.  Παραδεχτείτε το!) γόη, με δυνατό σαγόνι, πέτρα κορμί και λοξό χαμόγελο για απευθείας λιώσιμο γλυκανάλατων συμπρωταγωνιστριών.
Η αλήθεια είναι πως ο Affleck ίσως και να σήκωνε πολλές φορές το βάρος και το άχτι πολλών ακόμη τυπάδων που έκαναν καριέρα βασισμένοι στις σεσουλικές ρομαντζοκωμωδίες της συμφοράς, και τα άνευ λόγου ύπαρξης dramedy, που έχουν έναν και μοναδικό στόχο: το κλάμα, το κλάμα, το κλάμα.
Βέβαια και ο Ben, δεν μας βοηθούσε να τον δούμε και λίγο πιο σοβαρά.  "Forces of Nature", "Boiler Room", "Bounce", "Daredevil" (oh god...), "Gigli" (μια από τις χειρότερες ταινίες, όλων των εποχών, στην οποία έπαιζε με την τότε αγαπημένη του, Jennifer Lopez.  Όσο δηλαδή δεν της έπιανε τον κώλο και δεν της έδινε παπαρατσίστικα φιλιά στο videoclip, 'Jenny from the Block...), "Surviving Christmas", είναι μόνο μερικές από τις κακοταινίες στις οποίες τον έχουμε δει.  Και ερωτώ, θυμόταν κανείς, μετά από τόση σαβούρα οτι το μακρινό 1997 ο Affleck είχε κερδίσει με τον Μatt Damon, το Oscar Καλύτερου Σεναρίου για το "Good Will Hunting";


Και να μη το θυμάστε δηλαδή, δεν σας κατηγορώ, μιας που φήμες ήθελαν τον Affleck να στρίβει χόρτο και να αφήνει το βάρος του σεναρίου, αποκλειστικά τον Damon.  Όπως και να' χει, είναι να απορεί κανείς, πως στο καλό ο Affleck, δεν αντιλήφθηκε ήδη από τότε, οτι το πραγματικό του ταλέντο εντοπιζόταν οχι μπροστά, αλλά, πίσω από τις κάμερες.  Κάλλιο αργά πάντως, παρά ποτέ.
Το 2010 μάλλον φαίνεται πως αποτέλεσε το κομβικό εκείνο σημείο, στο οποίο ο διάσημος ηθοποιός έκανε την προσωπική του ενδοσκόπηση, και αποφάσισε να δοκιμάσει τις δυνάμεις του, στην σκηνοθεσία, ξεκινώντας ήδη από το 2007 με το πολύ καλό, "Gone Baby Gone" στο οποίο πρωταγωνιστούσε ο αδελφός του, Cassey Affleck.
Η πορεία του ήταν έκτοτε ανοδική, καθώς έπειτα από την συμμετοχή του στο-καθόλου κακό-"The Company Men", επρόκειτο να στρογγυλοκαθήσει στην θέση του σκηνοθέτη, δημιουργώντας μικρά διαμαντάκια, με προσοχή και σύνεση.  Ακριβώς δηλαδή όπως δεν θα τον είχαμε σκεφτεί να πράττει κατά το παρελθόν.
Σειρά είχε το 2008 το "The Town", μια μιουταρισμένη σε ένταση, αλλά με γενναίες, υποδόριες δόσεις, περιπέτεια, η οποία πραγματευόταν την ιδανική ληστεία από μια παρέα κακοποιών.  Ο Affleck απέδειξε οτι διαθέτει κινηματογραφικό μάτι και μια εντυπωσιακά καλή σκηνοθετική στάση, η οποία εκτεινόταν και στο σενάριο, το οποίο είχε γράψει από κοινού με τους Peter Craig και Aaron Stockard.
Από εκείνη τη στιγμή και μετά ο Affleck, έστρεψε τα φώτα της δημοσιότητας πάνω του, με πολλούς να κάνουν λόγο για ένα νέο, ανερχόμενο ταλέντο.  Επειδή όμως υπήρχαν και εκείνοι που απέδωσαν την επιτυχία του στις συγκυρίες της στιγμής, εκείνος επέστρεψε φέτος με το "Argo", σαρώνοντας τα βραβεία και αποδεικνύοντας οτι ο δρόμος που επέλεξε, δεν έχει κοντινή ημερομηνία λήξης.  Και καλά κάνει.


Κερδίζοντας πριν από μερικές μέρες την Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ταινίας, αλλά και αυτή για την Καλύτερη Σκηνοθεσία, ο Ben, μπορεί να χαμογελάει, έπειτα από την οσκαρική του απουσία στην κατηγορία της Σκηνοθεσίας, μιας που αντικειμενικά έχει κάνει μια από τις καλύτερες φετινές δουλειές.
Το "Argo" είναι ένα διπλωματικό/κατασκοπικό θρίλερ για γερά νεύρα, αφού μπορεί να μην χαρακτηρίζεται από σεναριακές εξάρσεις, καταφέρνει όμως να δημιουργήσει το πολυπόθητο σασπένς, μέσα από την δεξιοτεχνική σκηνοθεσία του Affleck.  Ο ίδιος εξάλλου τοποθετεί τον δικό του, πρωταγωνιστικό ρόλο στο "περιθώριο", αφήνοντας όλο το υπόλοιπο και υπέρλαμπρο cast που έχει συγκεντρώσει, να λάμψει από μόνο του.  O Bryan Cranston θυμίζει το "Breaking Bad", alter ego του σε μια ακόμη δυναμική ερμηνεία, ο γηραιός αθυρόστομος Alan Arkin, κερδίζει μια υποψηφιότητα Β' Ανδρικού Ρόλου για τον ρόλο του, ενώ και ο John Goodman, γεμίζει την οθόνη με το πληθωρικό του ταμπεραμέντο.  Την ίδια στιγμή, ο Scot McNairy, κάτι μας λέει οτι θα μας απασχολήσει πολύ στο μέλλον (στα φετινά του, και η ερμηνεία στο πλευρό του Brad Pitt, στο underrated "Killing Them Softly), ενώ χαρήκαμε που είδαμε και την 'επιστροφή' της Clea DuVall, μιας ηθοποιού με γνήσιο ταλέντο και ετερόκλητη υποκριτική γκάμα.
'Οσον αφορά την υποθεσιακή βάση του "Argo", ο Affleck δεν μοιάζει να έχει καμία διάθεση για μελοδραματισμούς και πατριωτισμό, παρουσιάζοντας τα πράγματα όσο το δυνατόν περισσότερο αποστασιοποιημένος, και χρησιμοποιώντας εν προκειμένω τα ιστορικά επίκαιρα, προκειμένου να αναπαραστήσει περισσότερο πειστικά, και όσο γίνεται πιο αυθεντικά, το ταραχώδες κλίμα της εποχής.  Συνεργός του Ben σε αυτή την ταινία, είναι και το εξαιρετικό μοντάζ με τα ουσιώδη κατ και την αέναη περιπλάνηση της κάμερας, από το ένα πρόσωπο στο άλλο, και τούμπαλιν, με την παράλληλη καταγραφή των "ιστορικών" γεγονότων και της αντιθετικής δράσης αμερικάνικης και ιρανικής πλευράς.
Στην ουσία η ταινία δίνει το στίγμα μιας εποχής εν βρασμώ, χωρίς όμως πομπώδεις στιγμές και ηρωικούς διαλόγους.  Ίσα ίσα, οι διάλογοι του "Argo", χαρακτηρίζονται από σπιρτάδα, φρεσκάδα και ταχύτητα, εμπλέκοντας μέσα τους έντονο, και το χιουμοριστικό στοιχείο.  Ταυτόχρονα ο Affleck μοιάζει να χειρίζεται ιδανικά την κάμερα, καταγράφοντας συναισθήματα, συγκρούσεις και κινδύνους, οδηγώντας την ταινία σε ένα εξαίσιο, σασπενικό κρεσέντο, που σε κάνει να κρατιέσαι από την άκρη της θέσης σου.  Μερικές extra, χιτσκοκικές πινελιές, ποτέ δεν έβλαψαν κανέναν.


Η αυτή καθεαυτή υπόθεση της ταινίας, μέσα στην ταινία είναι πανέξυπνη, και αποδεικνύει πως πολλές φορές η πραγματική ζωή είναι larger than cinema, δίνοντάς μας να καταλάβουμε οτι υπάρχουν πολλές ιστορίες εκεί έξω οι οποίες δεν έχουν ακόμα ειπωθεί, περιμένοντας την στιγμή που κάποιος θα αποφασίσει να ασχοληθεί μαζί τους και να τις φέρει στο φως.
Βεβαίως, επειδή μιλάμε και για μια ταινία με γνήσιο, πολιτικό περιεχόμενο, ήταν φυσικό να υπάρξουν και αντιδράσεις (ακόμα και αν η υπόθεση είναι όσο το δυνατόν πιο απλή, απογυμνωμένη από υπονοούμενα σχετικά με την "αντίπαλη" πλευρά), μιας που δεν ήταν λίγοι αυτοί που κατηγόρησαν τον Affleck για ξεκάθαρη "αμερικανιά", ενώ και η ιρανική πλευρά έδωσε την απάντησή της, λέγοντας ότι ετοιμάζει και αυτή την δική της οπτική των πραγμάτων, λέγοντας χαρακτηριστικά: "Οτι κάνετε εσείς, εμείς το κάνουμε καλύτερα".  Μάλιστα...
Ανεξάρτητα πάντως από τα πραγματικά συμφέροντα που κρύβονταν πίσω από την original υπόθεση, η κατάσταση δεν αλλάζει, το γεγονός δηλαδή οτι ο Affleck δρα σαν ένας ουδέτερος παρατηρητής, καταγράφοντας τα γεγονότα χωρίς (ιδιαίτερη) βία, αλλά με πολύ δημιουργικό πάθος.
Το "Argo" είναι μια ταινία που μιλάει για την καλύτερη, ψεύτικη ταινία που...δεν γυρίστηκε ποτέ!  Έχοντας στο πλευρό του την ιδιαίτερη "παλιακή" φωτογραφία, την αχαλίνωτη σκηνοθεσία του και μερικές από τις καλύτερες ερμηνείες της χρονιάς, ο Ben Affleck πρέπει σίγουρα να είναι περήφανος για το δημιούργημά του.  Εμείς είμαστε.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι οι αρχή της που γίνεται υπό την μορφή storyboards, είναι τέλεια, οτι ο Affleck με αυτή την κόμμωση, θα μπορούσε να ήταν άνετα να ήταν Έλληνας τραγουδιστής των '70s (με απαραίτητη χρυσή καδένα), και οτι ο George Clooney εκτελεί χρέη executive producer.


No trivia

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013

Bronson: He wanted to be famous. He became a prisoner.

Χαιρετώ, χαιρετώ!  Σήμερα η αλήθεια είναι πως είμαι ενθουσιασμένη, αναφορικά με την ταινία για την οποία πρόκειται να γράψω το κατιτίς μου.  Είδα το "Bronson" πριν από μερικές μέρες, και μετά το τέλος του αναρωτιόμουν, πως στο καλό γινόταν να μου έχει ξεφύγει τόσο καιρό.  Από την άλλη βέβαια κατα-ευχαριστήθηκα το γεγονός οτι στην τελική, την είδα για πρώτη φορά.  Επίσης έμεινα εμβρόντητη και ήθελα να τη δω πάλι και πάλι και πάλι, κάτι που έχει καιρό να μου συμβεί με κάποια ταινία.  Όπως και να έχει το "Bronson" δεν απευθύνεται σε όλους, καθώς η τρέλα που κουβαλάει, σίγουρα θα βρει πολλούς που θα την δουν ως κάτι "too much".  Ακόμη κι αν δεν είναι έτσι.  Ακόμη κι αν πρόκειται για μια μεγάλη σκηνοθετική στιγμή στην καριέρα του Nicolas Winding Refn, και μια τιτανοτεράστια στιγμή στην ερμηνευτική καριέρα του Tom Hardy.  Για πάμε.


Ο Michael Peterson, γεννημένος στο Luton της Αγγλίας, αποτελούσε έναν από τους τρεις γιους της οικογένειας Peterson.  Σαν παιδί διέφερε κάπου από τα άλλα, αφού η ευστροφία και η εξυπνάδα του, καλύπτονταν από την ανάγκη του για ξύλο, η οποία είχε αρχίσει να καλλιεργείται μέσα του, από πολύ μικρή ηλικία.  Όταν αργότερα, και συγκεκριμένα στην ηλικία των 23 ετών, διέπραξε ένοπλη ληστεία στο τοπικό ταχυδρομείο, καταδικάστηκε σε επτάχρονο εγκλεισμό στη φυλακή.  Κάπου εκεί έγινε ξεκάθαρο οτι η βίαιη προσωπικότητα του μικρού Michael, μάλλον δεν ήταν κάτι το περαστικό, αλλά φάνηκε να γίνεται έκτοτε όχημα, μιας βίαιης, τρελαμένης και διάσημης ζωής.
Όπως είχε δηλώσει αργότερα ο ίδιος ο Peterson (μιας που η ταινία βασίζεται στα πραγματικά γεγονότα της ζωής του-όπως έχει χαρακτηριστεί-πιο βίαιου φυλακισμένου της Βρετανίας), βασικός σκοπός της ζωής του, ήταν να γίνει διάσημος, και κατά κάποιον τρόπο ο σκοπός του επιτεύχθηκε πανηγυρικά.
Η ταινία ακολουθεί τη ζωή της αλλόφρονης προσωπικότητας του Michael, όπως αυτός την εξιστορεί μέσα από το "κελί" του, παραθέτοντας εικόνες και στιγμές από το πηγαινέλα του στις φυλακές, το τρελάδικο, και τις πράξεις βίας που σημάδεψαν-κυριολεκτικά-όσους έτυχε να βρεθούν στο πέρασμά του.  Αξίζει να πούμε εδώ, οτι ο Peterson, από την επτάχρονη παραμονή του στη φυλακή, ήδη από το 1974, πέρασε τελικά όλη του τη ζωή εκεί, μιας που οχι μόνο έζησε 30 χρόνια σε πλήρη απομόνωση, αλλά μέχρι και σήμερα δεν έχει αποφυλακιστεί.  Αυτό είναι το χρονικό μιας φιλόδοξα σχιζοφρενούς προσωπικότητας.


Την αμαρτία μου θα την πω.  Μέχρι την εμφάνιση του Refn με το εκστατικό "Drive", αγνοούσα παντελώς την ύπαρξη αυτού του σκληροπυρηνικού σκηνοθέτη, με το ξεχωριστό προσωπικό στυλ, την ωμή βία και το εκπληκτικό στήσιμο ατμόσφαιρας.  Ακόμα και πέρσι δηλαδή, με τη δημιουργία της πιο badass ταινίας της χρονιάς, η οποία κατέκτησε την κορυφή στις προσωπικές, ταινιακές μου επιλογές, δεν ήμουν σίγουρη αν αυτός ο σκηνοθέτης έχει κάτι το διαφορετικό, κάτι που να τον κάνει να ξεχωρίζει από όλους τους άλλους και που μπορεί να σε βάλει στο τριπ μιας καταφανούς, σκληρής πραγματικότητας με κινηματογραφικές εξάρσεις, περασμένων εποχών.  Οχι, δεν ήμουν σίγουρη.  Μετά το "Bronson" όμως, δεν έχω καμία αμφιβολία.
Είναι γεγονός πως όσο καλή και αν είναι η ερμηνεία ενός ηθοποιού ή όσο έξυπνο και αν είναι το σενάριο, πάντα θα θέλουμε να βλέπουμε τη γέννηση νέων δημιουργών-auter, οι οποίοι θα μπορούν να ξεχωρίζουν, χάρη στον δικό τους τρόπο με τον οποίο έχουν αποφασίσει να βλέπουν και να στήνουν το cinema.  Μεγάλοι δημιουργοί όπως ο Kubrick, ο Tarkovski, o Fellini ή ο Antonioni, κατάφεραν να γράψουν με ανεξίτηλους μαρκαδόρους το όνομά τους στον κινηματογραφικό πίνακα, ακριβώς γιατί είχαν πάντα κάτι να πουν.  Είτε μέσα από τη σκηνοθεσία, είτε μέσα από την υπόθεση, είτε μέσα από τον-πολλές φορές βαρύγδουπο, αλλά πάντα ξεκάθαρα εκεί-σχολιασμό τους για θέματα ποικίλης ύλης (από την θρησκεία και την πνευματικότητα, μέχρι το αμιγώς κοινωνικό και πανανθρώπινο), αυτοί και άλλοι τόσο σκηνοθέτες, είχαν καταφέρει να διαμορφώσουν ένα προσωπικό ύφος, που τους έκανε να ξεχωρίζουν.  Πιστεύω ακράδαντα (έπειτα και από την παρακολούθηση του "Valhala Rising" το οποίο θα μπει κάποια στιγμή στο blog), οτι ο Refn είναι σίγουρα ένας auter των καιρών μας.  Και πολύ το γουστάρω αυτό.


Αυτός ίσως ήταν και ένας λόγος (το γεγονός δηλαδή οτι πάντα με έλκει μια καλή σκηνοθεσία που κρύβει άσσους στο μανίκι), για τον οποίο δεν κατάφερα να αγαπήσω το "Holy Motors", το οποίο μπορεί με τις σινεφίλ αναφορές του να πέτυχε διάνα στις καρδιές πολλών κινηματογραφόφιλων (μάλλον περισσότερο από όσο είμαι εγώ, μιας που μέχρι σήμερα δεν έχω αντιληφθεί τον λόγο όλου αυτού του χαμού με την ταινία), για εμένα όμως έχασε πολύ στο κομμάτι της σκηνοθεσίας.  Τα πλάνα που χαρακτηρίστηκαν από άλλους μαγικά, για εμένα ήταν απλά, συνοδευτικά πλάνα της εκάστοτε ιστορίας που μας διηγόταν ο Carax και τίποτα περισσότερο.  Αντιθέτως, παρακολουθώντας το "Bronson", αντιλήφθηκα μερικές ξεκάθαρες, σκηνοθετικές αναφορές σε μεγάλους σκηνοθέτες και αυτό εγώ θεωρώ τρομερή μαγκιά.  Το να "ξεπατικώσεις" κατά κάποιον τρόπο εικονικές στιγμές του κινηματογράφου και να τις μεταφέρεις στην ταινία σου, ως πρώτης τάξεως gags (βλ. την τελική σκηνή του "Holy Motors", ή αυτή με τους πιθήκους), είναι συμπαθές και χαριτωμένο.  Το να κάνεις όμως μια ωδή σε έναν μεγάλο δημιουργό μέσα από τη σκηνοθεσία σου, και την δημιουργία μιας ατμόσφαιρας που σου φέρνει στο μυαλό τις ανατριχιαστικές στιγμές του σατυρικού, κοινωνικού σχολιασμού του Kubrick στο "A Clockwork Orange" ή το "Eyes Wide Shut", ή ακόμη και το σαγηνευτικά άρρωστο σύμπαν του David Lynch, το βρίσκω πραγματικά υπέροχο.  Είναι βεβαίως δίκοπο μαχαίρι, το να καταφέρεις να κρατηθείς στα standards των δικών σου καιρών, και να μην καταλήξεις σκηνοθετικό κακέκτυπο άλλων δημιουργών.  Και εδώ ο Refn κάνει εξαιρετική δουλειά.


Παίρνοντας το γενικότερο πλαίσιο της ταραχώδους ζωής του Michael Peterson (ο οποίος εντός της φυλακής έγινε το πολύ κακό και εμπνευσμένο κατευθείαν από τον διάσημο ηθοποιό, alter ego του, Charles Bronson), ο Refn, υφαίνει με σκηνοθετική μαεστρία, μια ερμηνεία μεγατόνων από τον θηριώδη για τις ανάγκες του ρόλου, Tom Hardy, αποτελώντας σίγουρα μια από τις καλύτερες στιγμές και των δυο.
Μέσα από την αφήγηση του ίδιου του Hardy/Bronson, έρχεται στο φως ο χαρακτήρας του πιο διάσημου φυλακισμένου στην Βρετανία, ο οποίος διακατέχεται από μια σχεδόν ζωώδη, αεικίνητη διάθεση για βία, γρονθοκοπήματα και ξύλο, γεγονός που τον καθιστά και τόσο απαθή απέναντι σε κάθε μορφής εξουσιαστική βία, η οποία δρα φυσικά στον αντίποδα της δικής τους μανίας.  Το εύστοχο κινηματογραφικό εύρημα που χρησιμοποιεί ο Refn, τοποθετώντας τον ήρωα σε μια θεατρική σκηνή, πάνω στην οποία δίνει το προσωπικό του ρεσιτάλ σε έναν ρόλο ζωής, καθιστά ταυτόχρονα την ταύτιση κινηματογράφου-θεάτρου κάτι περισσότερο από προφανή, με το "κοινό" στα πόδια του Bronson να τον χειροκροτεί και να τον επευφημεί σε αυτό το κρεσεντικό, one man show.  Ταυτόχρονα, μπορεί το voice over του Hardy, να μην είναι κάτι καινούριο, παρόλα αυτά σίγουρα προσδίδει έναν τόνο ιδιαιτερότητας, από τι στιγμή μάλιστα που έχουμε τη δυνατότητα να δούμε όλη τη ζωή του, στο πλαίσιο κατακερματισμένων χρονικά, σκηνών.
O Refn δεν μασάει τα λόγια του, αλλά χαρίζει απλόχερα ατμόσφαιρα και εξαιρετικά καδραρίσματα, μέσα από τη χρήση των φωτεινών του πηγών (ακόμα και στη παραπάνω φωτογραφία, το φως που λούζει τον Hardy πάνω από το κεφάλι του, τον φέρνει ακριβώς στο προσκήνιο, σαν να βρίσκεται διαρκώς στη προσωπική του θεατρική σκηνή), και φίλτρων-κυρίως κόκκινο και μπλε-, χρώματα που άλλοτε παραπέμπουν σε λιντζικές, και άλλοτε σε κιουμπρικές καταστάσεις (η σκηνή δε με τον Hardy στο δωμάτιο του θείου του, με τις κοκκινωπές αποχρώσεις, παραπέμπει απευθείας στη δουλειά του Kubrick).  Παράλληλα τα κοντινά του πλάνα, ή αντιστοίχως τα αποστασιοποιημένα που βάζουν την κάμερά του στον ρόλο του παρατηρητή, η φρενήρης σε στιγμές κινηματογράφηση, τα low shots, τα τράβελινγκ και τα πανοραμικά πλάνα, όλα δηλώνουν κομμάτια αυτού του ανθρώπου που γεμίζει τα πλάνα της κάθε σκηνής.  Του "all i ever wanted to be was famous", Bronson.


Η σκηνοθεσία του Refn μαρτυρά κάτι από καθαρόαιμο, βρετανικό κινηματογράφο, με δυναμικές δόσεις από cinema Guy Ritchie, αποδεικνύοντας οτι μπορεί να προσαρμοστεί εύκολα στην υποθεσιακή και-γιατί οχι;- καταγωγικική προέλευση της κάθε ιστορίας που πραγματεύεται.
Βέβαια αξίζει να κάνουμε και μια αναφορά στον Tom Hardy, ο οποίος με αυτόν ακριβώς τον ρόλο, αποδεικνύει πέρα από το πασιφανές ταλέντο του, και το πόσο αφοσιωμένος ηθοποιός είναι, με το να "γίνει" ο Bronson.  Ξυρισμένο κεφάλι, τσιγκελωτό μουστάκι, τρελό βλέμμα, extra extra κιλά, μύες και ολοκληρωτική αλλαγή στην προφορά, μαρτυρούν οτι αυτός ο ρόλος-πρόκληση απέδωσε καρπούς, και τον έκανε αναμφίβολα έναν από τους περισσότερα υποσχόμενους ηθοποιούς της γενιάς του.  Γεγονός πάντως είναι οτι μέχρι σήμερα έχει αποδείξει την αξία του με τη συμμετοχή σε πολλές, και καλές ταινίες-και κάποιες αστοχίες που βέβαια του τις συγχωρούμε- ερμηνεύοντας πάντα εικονικούς ρόλους και παραδινόμενος απόλυτα στην εκάστοτε ερμηνεία του.  Ένας ρόλος απόλυτης σχιζοφρένιας, υπέροχου ταλέντου και ορμητικής δύναμης, από τον Hardy.  Εμείς υποκλινόμαστε.
Το "Bronson" είναι μια ταινία που πρέπει να δει κάθε fan αυτού του είδους κινηματογράφου.  Σκληρή, εντυπωσιακή στην δημιουργία της και απόλυτα σαγηνευτική, είναι μια ταινία που θα τριγυρνάει στο μυαλό σας για πολύ καιρό αφού την δείτε.  Πιστέψτε με.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι το soundtrack της, είναι οτι πιο εθιστικό έχω ακούσει τελευταία, οτι το "It's a Sin" των Pet Shop Boys δεν θα είναι ποτέ ξανά το ίδιο στο μυαλό μου και οτι το μουστάκι του Hardy είναι όλα τα λεφτά.

TRIVIA
  • Ο ρόλος του Bronson προοριζόταν αρχικά για τον Jason Statham.  Χαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχ.  Χαχαχαχαχαχαχαχα.
  • Ο Bronson έκανε καθημερινά 2.500 push-ups επί πέντε εβδομάδες προκειμένου να αποκτήσει τον όγκο του Bronson(!).
(ΠΗΓΗ IMDB)






















 


Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2012

Lawless: Booze, brothers and a wet county

NEW ARRIVAL

Καλημέρα καλημέρα guyz!  Λοιπόν αυτή τη βδομάδα βγήκαν στις αίθουσες δυο ταινίες που περίμενα εναγωνίως από τότε που είχα δει τα trailers τους.  Τις είδα τελικώς και τις δυο και έχω να πω οτι δεν έπεσα και πολύ έξω στις προβλέψεις μου οτι πρόκειται για καλές ταινίες.  Πρώτη είδα στις δημοσιογραφικές, το "Lawless"-με το οποίο θα ασχοληθούμε και σήμερα-, ένα γκάνγκστερ, δράμα εποχής, με πολύ καλές ερμηνείες και μια αξιοπρεπή προσπάθεια στο σύνολό του.  Χθες, είδα και το "Killing them Softly" την οποία βρήκα αριστουργηματική ως προς τη σκηνοθεσία της, και η μπόλικη (μπόλικη όμως) αθυροστομία της, την έκανε για εμένα ακόμη πιο απολαυστική.  Σε αυτό βέβαια, μάλλον δε συμφώνησε καμιά 10ρια άτομα, που άρχισαν να τη κάνουν με ελαφρά από την αίθουσα.  Όπως και να έχει, για τη νέα ταινία του Brad του Pitt, θα μιλήσουμε από Δευτέρα, οπότε σας θέλω τριγύρω.  Πάμε σήμερα για "Lawless".


Βρισκόμαστε στο 1931, την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης και της Ποταπαγόρευσης, και όπως με έχει μάθει σωστά το "Boardwalk Empire", δεν υπάρχει περίπτωση να δεις περισσότερο αλκοόλ σε καμία άλλη εποχή, πέραν από αυτή της Ποταπαγόρευσης.
Εν προκειμένω, στο Franklin County της Virginia, τρια αδέλφια κάνουν αυτό που ξέρουν καλύτερα: διυλίζουν αλκοόλ, πουλώντας το στη συνέχεια στις γύρω φάρμες, τα νέγρικα κουτούκια και διάφορους άλλους καλοθελητές που επιθυμούν να αγοράσουν το διάφανο ουίσκι της οικογένειας Bondurant.  Οχι δηλαδή οτι οι μοναδικοί προμηθευτές είναι αυτοί, αφού αν για κάτι είναι γνωστή η συγκεκριμένη, υγρή κομητεία του Franklin, αυτό είναι βεβαίως, ο τεράστιος αριθμός παράνομων διυλιστηρίων που βρίσκονται καμουφλαρισμένα σε όλη της την επικράτεια.
Όταν λοιπόν βλέπεις οτι έχεις του χεριού σου ακόμα και τον τοπικό σερίφη, και ο θρύλος για την αντρίκια δύναμη και ατρομιτότητά σου, καλά κρατεί, το μόνο σίγουρο είναι οτι θα τσινίσεις στην guest εμφάνιση ενός νέου, γλοιώδη και σαδιστή Special Deputy ονόματι Charlie Rakes (Guy Pearce) ο οποίος έχει έρθει για να σου κάνει τη ζωή Κόλαση.  Απαιτώντας μερίδιο από τη μπάζα της πώλησης του αλκοόλ, προκειμένου να μη βάλει λουκέτο στη παράνομη δράση των κατοίκων, ο Rakes θα γίνει ο φόβος κι ο τρόμος της περιοχής, χάρη στην καθικίστικη φύση του.  Ο τουμπανοσοφός όμως, Forrest Bondurant (Tom Hardy), o μπεκρής αδελφός του που ρίχνει ξύλο, Howard (Jason Clarke) και ο άβγαλτος ακόμη, βενιαμίν της οικογένειας, Jack (Shia LaBeouf), θα υψώσουν ανάστημα και δε θα αφήσουν το καλογυαλισμένο λουστρίνι του Rakes, να τους πατήσει κάτω.  Για πόσο όμως;


Η νέα ταινία του Αυστραλού John Hillcoat, δεν είναι αυτό ακριβώς που μας είχε προϊδεάσει το trailer, ούτε και το επιβλητικό του cast.  Αν δηλαδή περιμένεις να δεις μπόλικο πιστολίδι, ατέλειωτη δράση και περιπέτεια τσίτα τα γκάζια, μάλλον θα απογοητευθείς οικτρά και καλά θα κάνεις να περιμένεις το "Gangster Squad" για τέτοια φάση.  Παρόλα αυτά, το "Lawless" είναι μια ταινία με την οποία θα περάσεις καλά στη κινηματογραφική αίθουσα, αφού μπορεί να της λείπουν οι πολλές, extra δόσεις αδρεναλίνης και τεστοστερόνης, αναπληρώνει όμως αυτό που δεν έχει, όχι τόσο χάρη στο σενάριό της (το οποίο είναι καλό, αλλά μέχρι εκεί), αλλά κυρίως χάρη στις πολύ καλές ερμηνείες ολόκληρου του πρωταγωνιστικού cast, την ατμοσφαιρική σκηνοθεσία και την εξαιρετική απόδοση μιας εποχής που έχει περάσει ανεπιστρεπτί.


Ο Hillcoat έπειτα από τη συνεργασία του με τον επίσης Αυστραλό, και υπεραλαντούχο σε διάφορους τομείς, μουσικούς και μη, Nick Cave, στο πολύ καλό "The Proposition" (στο οποίο ο Cave εκτέλεσε χρέη σεναριογράφου), αποφάσισε να μείνει πιστός στις κινηματογραφικές του επιλογές και να χρησιμοποιήσει και πάλι τον παλιόφιλο τον Nick, στο σενάριο του "Lawless".
Πέρα από την παραγωγική συνεργασία των δυο τους, φαίνεται πως ο Hillcoat αρέσκεται και στην ιδιαίτερη περσόνα του Guy Pearce, ο οποίος σχεδόν σε όλη του τη καριέρα, επιμένει να υποδύεται ρόλους υπέροχα μισητούς, που τον καθιστούν αυτομάτως στο μάτι του θεατή, ως τον "bad seed" της υπόθεσης.  Έτσι, μετά τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Guy, στο "The Propostition", τα τηλέφωνα έπεσαν και ο Pearce δέχθηκε και παίξει ένα ακόμη σκουλήκι στη κινηματογραφική του πορεία.  Σωστός.
Αν πάλι θυμάσαι το όνομα του σκηνοθέτη και από άλλες ταινίες-συγκεκριμένα ταινία-τότε αγαπητέ μου δε πέφτεις καθόλου έξω, μιας που o Hillcoat μετέφερε στη μεγάλη οθόνη το υπέροχο όπως λένε (μιας που αυτή τη περίοδο εντρυφώ σε άλλα έργα του) βιβλίο του Cormac McCarthy, "The Road".
Πιστός λοιπόν και στη λογοτεχνική του τροφή, ο Ηillcoat αποφάσισε να στηρίξει το "Lawless" στη βιογραφική νουβέλα του Matt Bondurant (εγγονού του τρίτου και μικρότερου εκ των αδελφών, του Jack δηλαδή) "The Wettest county in the Word", με την ανάλογη φυσικά, σεναριακή προσαρμογή.


Πέρα από την απουσία μιας χειροπιαστής δράσης, αν θα έπρεπε να πω και κάτι ακόμα που με ενόχλησε κάπως στη ταινία, αυτό μάλλον θα αφορούσε σε ένα βαθμό τη σκηνοθεσία, πράμα οξύμωρο καθώς γενικώς βρήκα οτι ο Hillcoat απέδωσε με πολύ εποχικές πινελιές την συγκεκριμένη, ταραχώδη περίοδο.  Και τι εννοώ λοιπόν;
Εννοώ, οτι υπήρχαν στιγμές μέσα στην πλοκή του έργου, στις οποίες η όποια σεναριακή συνοχή έσπαγε με τρόπο βροντερό, και εσύ έπρεπε να προσπαθήσεις να ενώσεις τα κομμάτια προκειμένου, οχι να βγάλεις νόημα, αλλά να αντιμετωπίσεις την κάμερα του σκηνοθέτη, ως μια ρέουσα κατάσταση.  Η υποθεσιακή συνέχεια που θα έπρεπε να υπάρχει, κάπου χαλαρώνει, η κάμερα εκτελεί τα πολύ βασικά της χρέη (βλ. ρόλο παρατηρητή) και γενικώς όταν στρέφεται πάνω στα πρόσωπα και τις καταστάσεις, μοιάζει σαν κάτι να λείπει.  Αντιθέτως, όποτε βλέπουμε πανοραμικά πλάνα της wannabe Virginia (τα γυρίσματα έγιναν ως επί το πλείστον στην Georgia) ή τις ελάχιστες σκηνές που περιλαμβάνουν traveling, τότε ως δια μαγείας ο κινηματογραφικός φακός του Hillcoat μεταμορφώνεται και το μάτι μας γεμίζει με όλη εκείνη την αγροτική, παλιομοδίτικη ομορφιά, με τους καπνούς των διυλιστηρίων, τα χωριάτικα μπαρ, τα υπέροχα κοστούμια, και την vintage διάθεση που αποπνέει το τοπιακό, αλλά και το έμψυχο υλικό της ταινίας.
Αν είστε λοιπόν από αυτούς, που δεν είναι ιδιαίτερα απαιτητικοί ως προς τα θέματα της "συμπεριφοράς" της κάμερας, δεν θα έχετε κανένα πρόβλημα να απολαύσετε την ιδιωματισμική ομορφιά και τη μαγκιά του "Lawless".


Το κλασικά crime σενάριο, βοηθάει πολλές ταινίες να ξεφεύγουν τον σκόπελο των αρνητικών κριτικών, ιδιαιτέρως όταν πρόκειται για προσαρμογές τύπου "Drive" και "Killing them Softly" που έχουν να σου δώσουν αβέρτα πράγμα (btw πιστεύω οτι μέχρι τώρα, το "Killing them Softly" είναι το "Drive" της χρονιάς, αλλά αυτά θα τα πούμε από τη Δευτέρα).
Μπορεί εδώ το σενάριο να κρατάει έναν κάπως, ουδέτερο ρόλο, καθώς δεν είναι αυτό που θα μπορούσε να οδηγήσει τη ταινία στη καταστροφή, ούτε όμως και στην εκπληκτική της αναγνώριση, καταφέρνει όμως να κρατάει τα μπόσικα και να δίνει τροφή σε αυτό που νομίζω πως είναι το καλύτερό της στοιχείο: οι ερμηνείες.
Όλοι, ανεξαιρέτως, δίνουν στο "Lawless" ωραίες, μεστές ερμηνείες και-ω του θαύματος!-ακόμα και ο Shia LaBeouf ταιριάζει γάντι μέσα στο όλο γκανγκστεροφεύγοντας σκηνικό.
Πιο συγκεκριμένα ο Tom Hardy είναι επιβλητικός με τον όγκο του (βλέπετε δε πρόλαβε να χάσει τη μυϊκή μάζα που είχε αποκτήσει για τον χαρακτήρα του Bane), λιγομίλητος και μουντρούχος, με ιδανικά προσαρμοσμένη, χωριάτικη ομιλία και πολύ καλή χημεία, με την σαγηνευτική (εντάξει δε πάει πιο όμορφη ρε κοπελιά) Jessica Chastain, η οποία υποδύεται φυσικά, τη μοιραία γυναίκα.  Παράλληλα, ο Pearce δίνει μια ακόμη κακιασμένη ερμηνεία που του πάει πολύ, και κλέβει τις εντυπώσεις με μπριγιαντινέ μαλλί χωρίστρα, leather γαντάκια σε διάφορες αποχρώσεις (και με kinky διάθεση παρακαλώ) και ατσαλάκωτο look, ενώ και η παρουσία της Mia Wasikowska δίνει ένα απαραίτητο, φρέσκο touch, χάρη στην εύθραυστη ομορφιά της.  Κάπου εκεί θα δείτε και τον Gary Oldman να κάνει ένα πέρασμα στον ρόλο ενός μεγαλοαφεντικού γκάνγκστερ, με παρουσία μικρή, αλλά πληθωρική.  Τέλος, αξίζει να σημειώσουμε οτι το ηττοπαθές και καημένο βλέμμα του LaBeouf επιτέλους αποδίδει-αλληλούια!-αποτυπώνοντας στον πανί έναν χαρακτήρα που αντρώνεται από τις πισωμαχαιρικές καταστάσεις, παύει να είναι το πιτσιρίκι που φοράει τα ρούχα του μπαμπά και αποκτά μερικά much needed κότσια (μαζί με ένα shotgun στο χέρι, καθότι συνήθως αυτά τα δυο, πάνε μαζί).
Το "Lawless" δεν είναι μια πρωτότυπη ταινία-ούτε κατά διάνοια-, μιας που όλα είναι συμβατικά δοσμένα, αλλά ταυτόχρονα καλά.  Η σκηνοθεσία, οι ερμηνείες, το σενάριο, η ατμόσφαιρα.  Όλα καλά, αλλά τίποτα το εξαιρετικά φοβερό.  Είναι όμως στη τελική και μια ταινία που έχει μαγκιά, attitude και country νότες να τη σιγοντάρουν (δια χειρός Nick Cave εννοείται).  Μερικές φορές για να περάσουμε καλά, ακόμα και αυτό αρκεί.

Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι η Chastain κάνει το πρώτο της-μάλλον-φουλ γυμνό, οτι τις ίδιες ζακετούλες που φοράει ο Hardy, φοράει και ο παππούς μου και οτι ο Gary Oldman είναι ο Gary Oldman.  Σε περίπτωση δηλαδή που δε το ξέρατε.


No trivia