Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013

Miss Violence: No secrets in this house

NEW ARRIVAL  (από τις 7 Νοεμβρίου στις αίθουσες)

Καλημέρες καλημέρες!  Χθες δεν προλάβαμε να ανεβάσουμε κάποια ταινιούλα, αλλά δεν θα αφήναμε και το σαββατοκύριακο να πάει χαμένο, μιας που αν μη τι άλλο μπορούμε να προτείνουμε καινούρια ταινιούλα που θα βγει στις αίθουσες την επόμενη εβδομάδα.  Πιο συγκεκριμένα θα ασχοληθούμε με την νέα ταινία του Αλέξανδρου Αβρανά, "Miss Violence", η οποία προκάλεσε αίσθηση στο φεστιβάλ της Βενετίας, από το οποίο απέσπασε μάλιστα τον Αργυρό Λέοντα, αλλά και το βραβείο Ά Ανδρικού για την ερμηνεία του Θέμη Πάνου, στον ρόλο του πατέρα.  Σας το λέω από τώρα πάντως πως η ταινία δεν είναι για ευαίσθητα στομάχια και σίγουρα οχι για όλους.  Τι εννοώ με αυτό;  Θα καταλάβετε...


Στα ενδέκατα γενέθλια της η μικρή Αγγελική πέφτει από το μπαλκόνι του σπιτιού, βρίσκοντας τραγικό θάνατο, με ένα αινιγματικό όμως χαμόγελο να ζωγραφίσει το πρόσωπό της.  Η οικογένεια ταραγμένη από το σοκ της αυτοκτονίας, θα προσπαθήσει να συνεχίσει στην δύσκολη καθημερινότητά της, μια καθημερινότητα που σκιαγραφεί με μελανά χρώματα την ζοφερή οικονομική κατάσταση-και οχι μόνο-της σύγχρονης Ελλάδας.
Καθώς το σεναριακό κουβάρι αρχίζει να ξετυλίγεται, τα μυστικά που βρίσκονται καλά θαμμένα κάτω από το vintage χαλί του σπιτιού, θα αρχίσουν να αναδεύονται, απαιτώντας να βγουν στην επιφάνεια και να καταπνίξουν μέχρι και την τελευταία ρανίδα λογικής.  Αν δηλαδή αυτή υπήρξε και ποτέ...


Η "Miss Violence" αποτελεί την δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Αλέξανδρου Αβρανά και όπως όλα δείχνουν αποτελεί και την πιο πολυσυζητημένη, οχι μόνο εξαιτίας της σημαντικής της διάκρισης και βράβευσης στο μεγάλο κινηματογραφικό φεστιβάλ της Βενετίας, αλλά και εξαιτίας της σκληρής θεματικής την οποία πραγματεύεται.
Καταρχάς να τονίσουμε πως και αυτό το δημιούργημα τοποθετείται σίγουρα μέσα στην ομάδα των ελληνικών ταινιών του λεγόμενου πια "weird greek cinema" μιας που οι δημιουργοί στην αναζήτηση της στυλιζαρισμένης αισθητικής και των ακραίων κοινωνικοπολιτικών πειραματισμών, μοιάζουν να ακολουθούν πλέον μια κοινή τακτική, μια παντιέρα η οποία απογειώθηκε μέσα από τον "Κυνόδοντα" του Γιώργου Λάνθιμου.
Το γεγονός πως οι περισσότεροι πια-σίγουρα οχι όλοι-Έλληνες δημιουργοί έχουν στραφεί σε μια εναλλακτική, σκηνοθετικά, απεικόνιση της σκληρότητας με την οποία βάλλεται η "αγία ελληνική οικογένεια" από παντού, αποτελεί μεν μια κάποια πρωτοτυπία, σίγουρα όμως όταν αυτό επαναλαμβάνεται διαρκώς, παύει σταδιακά να χαρακτηρίζεται από την πρότερη δυναμική του με αυτό να ωθεί εκ των πραγμάτων τον κάθε δημιουργό στην αναζήτηση της νέας έκπληξης, της νέας πρόκλησης και της ενσωμάτωσης της βίας σε κάθε της μορφή, σε μια προσπάθεια να ακουστεί δυνατά και καθαρά η αποδόμηση του τριπτύχου "πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια".


Μια από τις έξυπνες και σκηνοθετικά λειτουργικές επιλογές στην παρουσίαση της ταινίας, είναι η σταδιακή εξέλιξη των μικρών ανατροπών με τις οποίες γεμίζει ο Αβρανάς τις σκηνές του, καθιστώντας άκρως ενδιαφέρουσα την καταληκτική τους πορεία.  Ταυτόχρονα το κατακερματισμένο, απότομο μοντάζ δίνει ένα κοφτό, σχεδόν επιτακτικής ανάγκης ύφος, το οποίο πυροδοτεί επί της ουσίας ολόκληρη την επερχόμενη μετάβαση εξουσίας, η οποία πέφτει βαριά σαν ταφόπλακα πάνω στους ήρωες, παρά την αρχική εκτίμηση πως η λύτρωση είχε επιτέλους χτυπήσει την πόρτα.
Η σκηνοθεσία του Αβρανά ακολουθεί κλασικά μοτίβα χρωματικού φίλτρου και παλιακής αισθητικής, επιβεβαιώνοντας την τάση των δημιουργών μας τα τελευταία χρόνια στην αποτύπωση μιας εν δυνάμει σουρεαλιστικής εικόνας, μιας παλαιωμένης ματιάς πάνω στην ανθρώπινη φύση και την αγριότητα που κρύβουμε μέσα μας.
Θα ήταν υποκριτικό να μην πούμε πως κάποιες ομοιότητες του "Miss Violence" με τον "Κυνόδοντα" σε "χτυπούν" απευθείας στις αισθήσεις με την έναρξη της ταινίας, μιας που εκτός από την δημιουργική προσέγγιση (η οποία τείνει πλέον να είναι ακριβώς η ίδια, με ελάχιστες μόνο αλλαγές), και η ιστορία επικεντρώνεται στην παρουσίαση μιας εις βάθους προβληματικής οικογένειας, τα μυστικά της οποίας αποκαλύπτονται προοδευτικά, με τον θεατή βέβαια να είναι έτσι κι αλλιώς υποψιασμένος από την αρχή πως κάτι δεν πάει καθόλου καλά.  Και αυτό το κάτι είναι για ακόμη μια φορά "ο πατέρας αφέντης".


Η πατριαρχική εξουσία και το αρσενικό καταδυνάστευμα αποτελούν πάγιες σεναριακές τακτικές μεγάλων σκηνοθετών, όπως των αδελφών Taviani στο "Padre padrone", αλλά και του εποχής "Δόγματος 95", "Festen" του Thomas Vintenberg το οποίο μοιράζεται εξίσου πολλά κοινά στοιχεία με το "Miss Violence" περιλαμβάνοντας τα απολύτως απαραίτητα: μια γιορτή, έναν θηλυκό θάνατο, μια σκληρή αποκάλυψη, έναν πατέρα που δεν ήταν ποτέ πατέρας και το τρύπιο μετά.
Αν κάποιος προσέξει από την αρχή το καδράρισμα του πατέρα σε σχέση με την υπόλοιπη οικογένεια, αντιλαμβάνεται γρήγορα τον ρόλο που επιτελεί στην προκειμένη περίπτωση η σκηνοθεσία, καθιστώντας μας διαρκώς μάρτυρες ενός κατακερματισμένου κορμιού, το οποίο φιλμάρεται με το πρόσωπο εκτός κάδρου. Ενδεχομένως και να μιλάμε για μια ξεκάθαρη νύξη της οικουμενικότητας αυτού του πατέρα- ψευδοπροστάτη, που πρώτος προδίδει οτι σημαντικότερο έχει κανείς στην ζωή του.
Το γεγονός πως από την ταινία του Αβρανά απουσιάζει και το πιο μικρό στοιχείο αισιοδοξίας και προστατευτισμού εξάλλου (ή το οποίο όταν υπάρχει εμφανίζεται σε περιορισμένες δόσεις και πάντα στα όρια του αποστειρωμένου), είναι απλώς μια ακόμη ένδειξη του ζοφερού, άρρωστου κλίματος μέσα στο οποίο ο όρκος σιωπής περιδιαβαίνει ανάμεσα στις πόρτες που ο "αφέντης" επιβάλει να παραμένουν ανοιχτές.  "Δεν έχουμε τίποτα να κρύψουμε σε αυτό το σπίτι", λέει. Όχι, εκτός από ματωμένες ψυχές και φόβο, τίποτα άλλο...
Οι ερμηνείες εξίσου χαρακτηριστικές, κινούνται στα όρια του επιτιδευμένου και του ξώφαλτσα ρεαλιστικού με τον Θέμη Πάνου να κερδίζει το στοίχημα (και το βραβείο) του λύκου μεταμφιεσμένου σε αμνό του Θεού και την Ελένη Ρουσσινού να κυριαρχεί σε μια σχεδόν σχιζοφρενική ερμηνεία.
Το "Miss Violence" δεν είναι μια ταινία που δεν έχεις ξαναδεί.  Διαθέτει όμως ατμόσφαιρα, πολύ καλή σκηνοθεσία (αν και πρέπει να είστε έτοιμοι για τις άκρως disturbing στιγμές που την συνοδεύουν), βουβές ερμηνείες και έναν τίτλο, η αποκρυπτογράφηση του οποίου έρχεται ξαφνικά και αδυσώπητα, στην καλύτερη ίσως, στιγμή της ταινίας.  Αν μπορεί να χαρακτηριστεί έτσι δηλαδή...

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι το τραγούδι της Shaya δεν θα είναι ποτέ ξανά το ίδιο για εμένα, οτι κάνει ένα πέρασμα ο Μηνάς Χατζησάββας και ο Χρήστος Λούλης.


No trivia

Παρασκευή 24 Μαΐου 2013

Hannibal: Feeding your fears

Hey there, επιστρέψαμε πάλι για ακόμη μια μερούλα, τώρα που κουτσά στραβά έχω λίγο χρόνο.  Σήμερα είπα να ασχοληθούμε με την περίπτωση της νέας τηλεοπτικής σειράς "Hannibal" η οποία αποτελεί την νέα, προσωπική μου μανία και την προτείνω ανεπιφύλακτα σε όσους έχουν γερό στομάχι και αντέχουν τα κανιβαλιστικά υπονοούμενα με τα οποία βρύθει η πραγματικά καλοφτιαγμένη σειρά του NBC.  Here we go.


Η ιστορία της σειράς βασίζεται στην ιδιάζουσα σχέση και συνεργασία που αναπτύσσεται ανάμεσα στον κανίβαλο-ψυχίατρο Dr. Lecter (Mads Mikkelsen) και τον Will Graham (Hugh Dancy), έναν νεαρό criminal profiler του FBI ο οποίος έχει το χάρισμα (και την κατάρα μαζί), να ταυτίζεται σε κάθε crime scene με τον εκάστοτε δολοφόνο, βάζοντας τον εαυτό του στην θέση του και ακολουθώντας τα εγκληματικά του βήματα μέχρι το οριστικό τέλος του κάθε άτυχου θύματος.
Ο Will βέβαια εκτός από αυτή του την "έκτη αίσθηση" η οποία τον καθιστά βασικό και αναπόσπαστο κομμάτι της υπηρεσίας του, διακατέχεται από έντονες ψυχολογικές μεταπτώσεις και πνευματική ανισορροπία, μιας που δεν είναι και οτι πιο υγιές για τον ψυχισμό σου, το να ασχολείσαι όλη μέρα με κατακρεουργημένα κορμιά και ανθρώπινα σώματα που παραπέμπουν σε σφαχτάρια.  Για τον λόγο αυτό ο chief Jack Crawford (Laurence Fishburne), συστήνει στον Will να επισκεφθεί έναν παλιό γνώριμο ο οποίος θα τον βοηθήσει να αντιμετωπίζει την αποτρόπαια καθημερινότητα της δουλειάς του.  Αυτός δεν είναι φυσικά άλλος, από τον well-mannered, ατσαλάκωτο και εκλεπτυσμένο Dr. Lecter, ο οποίος γίνεται το δεξί χέρι του περίεργου νεαρού αν και οχι χωρίς την δική του "ανταμοιβή" από την όλη υπόθεση.  Βλέπετε οι έρευνες του FBI για έναν κατά συρροήν δολοφόνο ο οποίος αρπάζει από τα θύματά του τα ζωτικά τους όργανα, τον αφορά άμεσα.  Γιατί αν μη τι άλλο τι είναι το κρασί χωρίς ένα καλό κομμάτι κρέας;


Με τον δημιουργό της σειράς Bryan Fuller να αποτελεί ήδη παλιά καραβάνα της τηλεοπτικής δημιουργίας μιας που μετράει στο ενεργητικό του σειρές όπως οι "Dead Like Me", "Heroes" και "Pushing Daisies", το "Hannibal" αποτελεί ένα αμάλγαμα ψυχιατρικής θεωρίας και αποκρουστικής τρέλας, το οποίο δεν σκοτίζεται για επιφανειακές ευκολίες, προτιμώντας μάλλον περισσότερο τον δύσκολο και μακρύ δρόμο της σταδιακά δομημένης πλοκής, προσφέροντας έτσι στους τηλεθεατές την δυνατότητα να ταυτιστούν σε μεγαλύτερο βαθμό οχι τόσο με τον Hannibal, όσο με τον Will.
Το γεγονός πως από το πρώτο κιόλας επεισόδιο ο Dancy είναι αυτός ο οποίος κρατάει την πρωταγωνιστική σκυτάλη, αφήνει να εννοηθεί πως οι δημιουργοί της σειράς δεν βιάζονται να καταστήσουν τον Lecter ως τον καταφανή villain της υπόθεσης, δίνοντας το ελεύθερο στην ιστορία να πάρει τον χρόνο της, να μεστώσει και να κατακαθίσει μέσα σου ακριβώς όπως τα ακριβά κρασιά τα οποία καταναλώνει με τόση απόλαυση ο ευφυής, κοστουμαρισμένος Lecter.
Αν και κάποιους ίσως τους ξενίσει λίγο το γεγονός πως η σειρά απαιτεί από εκείνους υπομονή προκειμένου να εξελιχτεί και να τους παρασύρει, γεγονός είναι πως ξέρει τι κάνει μιας που όταν μπλέκεις με τον πολύσημο κόσμο της ψυχιατρικής, της ιατροδικαστικής και των νευρώσεων, δεν γίνεται να μεταπηδάς διαρκώς από την μια εξέλιξη στην άλλη, και να εκβιάζεις σεναρικά το κάθε φορά, μονόωρο επεισόδιο, καθώς το μόνο που θα καταφέρεις να πετύχεις, είναι μια τρύπα στο νερό.  Και κανείς δεν θέλει να δει μια ακόμη τηλεοπτική αρλούμπα.


Φαντάζομαι πως όταν ακούστηκε για πρώτη φορά η είδηση σχετικά με την δημιουργία μιας σειράς η οποία θα βασιζόταν στον εικονικό χαρακτήρα που ερμήνευσε με περισσή πιστότητα ο Antony Hopkins, πολλοί θα ήταν εκείνοι (ανάμεσά τους και εγώ), οι οποίοι προβληματίστηκαν ως προς το πως θα μπορούσε να υποδυθεί κανείς το ίδιο εξαιρετικά και μάλιστα στα πρότυπα μιας τηλεοπτικής σειράς, τον πανέξυπνο και μέγιστο χειραγωγό, Hannibal Lecter.  Το πρώτο επεισόδιο ήταν μόνο η αρχή προκειμένου να καταλάβω οτι αυτή η σειρά έχει οτι χρειάζεται για να γίνει must.
Καταρχάς η δική μου ανησυχία δεν είχε να κάνει μόνο με το όλο concept, αλλά με την παρουσία του Hugh Dancy στον κεντρικό ρόλο τον οποίο θεωρούσα πάντα κάπως γλυκανάλατο.  Ε λοιπόν η παρουσία του στην σειρά αποτελεί σίγουρα μια από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις που έχω δει, μιας που ο ρόλος οχι μόνο του ταιριάζει γάντι, αλλά και ο ίδιος έχει καταφέρει να βρει μια τρομερή ισορροπία ανάμεσα στην λογική και την παράνοια, συνδυάζοντας εξαιρετικά τις σκοτεινές ματιές και την εφιαλτική του πραγματικότητα, με μια καλά κρυμμένη και σχεδόν δολοφονική τάση (γεγονός που απορρέει από την ταύτισή του με τον δολοφόνο), φέρνοντας κάπως στο μυαλό τις προσεγμένες κινήσεις του Dexter ο οποίος ακολουθεί νοερά την αιμάτινη πορεία κάθε εγκλήματος.
Ο χαρακτήρας του Dancy βέβαια σκιαγραφείται ως ένας τύπος με πολλαπλά εσωτερικά "προβλήματα", εύθραυστος, μοναχικός και σε στιγμές επικίνδυνος, οχι μόνο για τους γύρω του, αλλά και για τον ίδιο του τον εαυτό.  Μέσα από ένα φυσίκ γεμάτο κατακερματισμένες και κοφτές αντιδράσεις, μυαλό ξυράφι και πολυδιάστατες ψυχολογικές διεργασίες, ο Dancy δίνει σίγουρα την καλύτερη ερμηνεία στην μέχρι τώρα καριέρα του.


Απάναντι από τον Dancy βεβαίως, θα συναντήσουμε και έναν δυναμικό Mads Mikkelsen ο οποίος αποτελεί ιδανική περίπτωση Lecter, χάρη στην ψύχραιμη και ουδέτερη στάση του, την αλφαδιασμένη του χωρίστρα και τις μπροκάρ γραβάτες του.  Αποτελώντας τον υπεράνω πάσης υποψίας τύπο επειδή ακριβώς βρίσκεται μέσα σε όλα, αλλά και πουθενά (γεγονός που θα έπρεπε να τον καθιστά νούμερο ένα ύποπτο για διάφορα atrocities), καταφέρνει να ελίσσεται και να έχει από κοντά όλο το ερευνητικό team, το οποίο προσπαθεί να εξιχνιάσει την μια σοκαριστική δολοφονία μετά την άλλη, γνωρίζοντας έτσι εκ των έσω κάθε βήμα, κάθε απόφαση, κάθε νέο στοιχείο.  Εκτελώντας παράλληλα χρέη μεγάλου puppet-master, καταφέρνει και υπολογίζει με ακρίβεια την κάθε του κίνηση, χωρίς παρόλα αυτά εμείς ως θεατές να γινόμαστε μάρτυρες του παραμικρού συμβάντος που τον αφορά, μέχρι την στιγμή που κάτι τέτοιο πρέπει απλά να το δούμε.  Ο Mikkelsen δίνει έτσι μια ακόμη αξιόλογη ερμηνεία, κάτι δηλαδή στο οποίο τον έχουμε έτσι κι αλλιώς συνηθίσει.
Οι απόλυτα cool παρουσίες των Dancy-Mikkelsen έρχονται και κουμπώνουν ιδανικά με την προσεγμένη σκηνοθεσία της σειρά, της φαντασιακές σεκάνς και τα οπτικά backwards, δημιουργώντας ένα καθόλα ρεαλιστικό, αλλά ταυτόχρονα φευγάτο σύμπαν μέσα στο οποίο είσαι την ίδια στιγμή θηρευτής και θήραμα.  Ο κάθε ένας από τους χαρακτήρες ξεχωριστά (με έμφαση στους δυο πρωταγωνιστές, αλλά και τον Fishburne), καλούνται να αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα προσωπικούς δαίμονες και προβλήματα, με τον φαινομενικά μόνο συγκρατημένο Lecter να φαντάζει αργότερα οχι και τόσο συγκρατημένος, επισκεπτόμενος με την σειρά του τον δικό του ψυχίατρο.


Αν θα έπρεπε να επαινέσουμε συνοπτικά για κάτι αυτή την σειρά, θα ήταν σίγουρα για την αρμονική σύνδεση χαρακτήρων και καταστάσεων, τις εξαιρετικές της ερμηνείες και την εις βάθος ανάλυση των χαρακτήρων η οποία έρχεται αβίαστα και λογικά.  Ακόμη κι αν κάπου βαρεθείς το ψυχολογικό μπλα μπλα, το story σίγουρα θα σε αποζημιώσει με μια ακόμη βάναυση εικόνα, βγαλμένη θαρρείς από τους χειρότερους, αποκαλυπτικούς εφιάλτες.  Οχι μόνο τους δικούς τους, αλλά και τους δικούς σου.

Τι έμαθα από την σειρά: Οτι καλό είναι να μην τρως κάτι την ώρα που την βλέπεις, οτι ο Mads έχει διατελέσει χασάπης και οτι ο σε ένα cameo θα δεις την πάλαι ποτέ μικρή Anna Chlumsky, την οποία σίγουρα θυμάσαι ως "κορίτσι" του Macaulay Culkin στην ταινία, "Το Κορίτσι μου" (μεσημέρια σαββατοκύριακου στο MEGA).


TRIVIA
  • Ο Lawrence Fishburne και η σύζυγός του στην σειρά Gina Torres, είναι παντρεμένοι και στην πραγματικότητα.
  • Ο Dancy και ο Mikkelsen είχαν συνεργαστεί και πάλι στην ταινία "Arthur", εκεί όπως υποδύονταν αντίστοιχα τον Galadhad και τον Tristan.
  • O τίτλος του κάθε επεισοδίου είναι παρμένος και από ένα διαφορετικό γαλλικό πιάτο. 
(ΠΗΓΗ IMDB)

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2013

Pieta: Holy Mother

Aloha και πάλι!  Τετάρτη σήμερα και ήρθε η ώρα για την δεύτερη ταινία της εβδομάδας.  Αύριο μην ξεχνάτε, όσοι δεν έχετε δει το "Beasts of the Southern Wild", κυκλοφορεί στις ελληνικές αίθουσες, οπότε αν είστε λάτρεις του "μαγικού", ανεξάρτητου κινηματογράφου, απλά μην τη χάσετε.
Στα δικά μας τώρα, τον τελευταίο καιρό, όλο προσπαθώ να δω μερικές ακόμη ταινίες, προκειμένου να κλείσω επιτέλους τις blogoscar-ικές μου λίστες, αν και μεταξύ μας, μάλλον έχουν ήδη κλειδώσει.  Παρόλα αυτά, όλο και κάτι που μου έχει ξεφύγει βλέπω.  Χθες το βράδυ λοιπόν ήταν η ώρα του "Pieta", της νέας ταινίας του Kim Ki-duk, και συνεπώς επειδή την βρήκα αξιοπρεπή, είπα να την ανεβάσω και να σας την προτείνω.  Όσοι αγαπάτε τον ασιατικό κινηματογράφο και έχετε ήδη πλαστεί με τις καλοφτιαγμένες ταινίες εκδίκησης, μάλλον θα βρείτε το "Pieta" μια από τα ίδια, παρόλα αυτά κάτι που μπορείς να του ρίξεις μια ματιά, χωρίς να χάσεις τον χρόνο σου.  "Pieta" λοιπόν και βλέπουμε..,


O Lee-Kang do, είναι ένας περιθωριακός τύπος ο οποίος ζει ολομόναχος κάπου στην Νότια Κορέα.  Η καθημερινή του εργασία περιορίζεται στους ακρωτηριασμούς άτυχων εργατών, οι οποίοι αφού έχουν πάρει από τα αφεντικά του, δάνειο (η επιστροφή του οποίου έχει αυξηθεί μέσα στον ένα μόνο μήνα, επί 10), αδυνατούν να επιστρέψουν τα χρήματα, με αποτέλεσμα το τσιράκι των μεγάλων κεφαλιών, να τους πολτοποιεί πόδια και χέρια, προκειμένου στην τελική να εισπράξει το ποσό της ασφάλειας.
Μια μέρα θα κάνει την εμφάνισή της, μια μυστήρια γυναίκα η οποία θα γίνει σκιά του ήρωα, με την δικαιολογία οτι αποτελεί την από πάντα χαμένη, μητέρα του.  Ο Kang do, θα ζητήσει εξηγήσεις, χωρίς να λάβει και πολλές απαντήσεις, από την αναπάντεχη επιστροφή της μάνας.
Έχοντας πλέον στο πλευρό του την γυναίκα που κάποτε τον εγκατέλειψε, ο Kang do, θα βρει στο πρόσωπό της αυτό που πάντα του έλειπε: την πραγματική οικογένεια.  Τα πράγματα όμως δεν είναι και τόσο απλά, μιας που η όμορφη γυναίκα κρύβει ένα καλά κρυμμένο μυστικό το οποίο θα ανατρέψει τα πάντα.  Και πως δεν θα μπορούσε άλλωστε, από την στιγμή που βρισκόμαστε στην καρδιά του σύγχρονου, ασιατικού κινηματογράφου;  Και δη, σε αυτόν του Kim Ki-duk.


Την αλήθεια μας να την πούμε.  Όλοι οι μεγάλοι δημιουργοί βιώνουν κάποια στιγμή στην καριέρα τους μια πτωτική τάση, γεγονός που είναι σε έναν βαθμό λογικό και αποδεκτό.
Ο Kim Ki-duk, έπειτα από το πραγματικά εντυπωσιακό, κινηματογραφικό δείγμα των αρχών της περασμένης δεκαετίας, φάνηκε πως τα τελευταία χρόνια έχει αποδυναμωθεί αρκετά, τόσο σε επίπεδο σεναρίου, όσο και σε επίπεδο καθαρής σκηνοθεσίας.  Ταινίες όπως το "The Isle", το "Samaritan Girl" και κυρίως τα "Bad Guy" και "Spring, Summer, Fall, Winter...and Spring", αποτελούν αναμφίβολα την αφρόκρεμα αυτού του spiritual σκηνοθέτη εκ Νοτίου Κορέας.
Όπως ήταν φυσικό και ο duk, οδηγήθηκε σε ένα σχετικό, δημιουργικό βάλτωμα, με ταινίες, που δεν χαρακτηρίζονται τόσο από την ιδιαίτερη αισθητική του ματιά, ούτε και από την προφανή και διαρκή χρήση συμβόλων ή συμβολικών καταστάσεων.  Ο duk εξάλλου θα λέγαμε οτι αποτελεί μια περίπτωση σκηνοθέτη που αρέσκεται να διηγείται σχεδόν, τις ταινίες του στο κοινό, υπό την μορφή αλληγοριών και παραβολών, εμπλέκοντας τις περισσότερες φορές και πολλά θρησκευτικά ψήγματα.  Για παράδειγμα το "Spring...", είναι μια κατεξοχήν πνευματική ταινία, η οποία βρίθει σημειολογικών στοιχείων, βουδιστικών διδαχών και μιας φυσιολατρικής διάστασης, όλα τοποθετημένα αρμονικά μέσα στα προσεχτικά του κάδρα και την προσηλωμένη σκηνοθεσία.
Έχοντας λοιπόν δει αυτά, μπορώ από την μια πλευρά να αντιληφθώ το σούσουρο που προκάλεσε η "επιστροφή" του duk, με το "Pieta".  Από την άλλη βέβαια δεν μπορώ και να μην παραδεχτώ οτι η ταινία δεν αποτελεί και κάτι το οποίο δεν έχεις ξαναδεί.


Καταρχάς να ξεκαθαρίσουμε κάτι.  Το "Pieta" είναι όντως μια καλή και σκληρή ταινία, από αυτές που μας έχουν συνηθίσει δημιουργοί όπως ο duk και ο πιο αμείλικτος Chan-wook Parn.  Έχει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που καθιστούν μια ταινία εκδίκησης, σχεδόν σίγουρη, συνταγή επιτυχίας: δράμα, ωμή πραγματικότητα και μια διαρκή πάλη ανάμεσα στο καλό και στο κακό, γεγονός που στο "Pieta" παίρνει αυτομάτως μια διαφορετικά μορφή, αρκεί να αναλογιστεί κανείς τον λόγο για τον οποίο ο duk αποφασίζει να ονομάσει έτσι την ταινία του.
Καταρχάς είναι ένας σκηνοθέτης ο οποίος σχεδόν πάντα μαρτυρά τις διαθέσεις του, ήδη, από την επιλογή του τίτλου της ταινίας του.  Στην προκειμένη περίπτωση το Pieta, δεν είναι καθόλου τυχαίο, καθώς αυτομάτως μπαίνει στο παιχνίδι η έννοια του θρησκευτικού.
Ακόμα και αν κάποιος δεν την έχει δει, είναι αδύνατον να μην κάνει την σύνδεση ανάμεσα στον τίτλο της και το διάσημο γλυπτό του Michelangelo, το οποίο αναπαριστά την Παναγία, να κρατάει στην αγκαλιά της το σώμα του Χριστού, μετά από την Σταύρωση.  Ξεκάθαρος σε αυτό ο duk χρησιμοποιεί εξάλλου το ίδιο ακριβώς concept, και στην επίσημη αφίσα της ταινίας.  Έτσι λοιπόν από την στιγμή που αποφασίσεις να δεις το "Pieta", το κομμάτι της θρησκευτικότητας (και κυρίως αυτό του Χριστιανισμού) θα πρέπει να παίζει οχι στο πίσω μέρος του μυαλού σου, αλλά να πηγαίνει χέρι χέρι με κάθε σκηνή της.  Και η αλήθεια είναι πως σε αυτό ο duk, σε βοηθάει εξαιρετικά.
Σε πρώτη φάση, το γεγονός οτι ο duk δεν σου δίνει ένα σαφές background (ή καλύτερα δεν σου δίνει κανένα), των πρωταγωνιστών, αλλά προτιμά να στους γνωρίσει με τρόπο ξαφνικό, σαν να γίνεσαι μάρτυρας του τώρα, από ένα κάποιο σημείο της ζωής τους και μετά, καθιστά αυτομάτως το story, ως κάτι το παγκόσμιο, κάτι το οικουμενικό.  Στο "Oldboy", μαθαίνουμε σχεδόν τα πάντα για τον ήρωα, μέσα στο πρώτο τέταρτο.  Εδώ το μόνο που ξέρουμε είναι πως ο ήρωας είναι μόνος.  Τίποτα άλλο.  Το μόνο ίσως στοιχείο που μας δίνεται εσκεμμένα από τον σκηνοθέτη, και από το οποίο μπορούμε να βγάλουμε ένα κάποιο συμπέρασμα, είναι ένα γυναικείο σκίτσο (απρόσωπο κι αυτό), κολλημένο πάνω σε έναν στόχο, στον οποίο ο πρωταγωνιστής καρφώνει ένα μαχαίρι.  Για ποια πρόκειται;  Για κάποια ερωτική του απογοήτευση;  Για κάποια φίλη που τον πρόδωσε;  Για κάποια από τους οφειλέτες;  Η απάντηση δίνεται σύντομα, με την εμφάνιση της εξαφανισμένης μητέρας.  Η γυναίκα στο σκίτσο, είναι πιθανότατα, η πιο ουσιαστική, θηλυκή απουσία που μπορεί να υπάρξει στην ζωή ενός άνδρα: η μάνα.


Η συνύπαρξη σεξουαλικότητας, βίας και θρησκευτικότητας, είναι η Αγία Τριάδα του duk, η οποία κάνει την εμφάνισή της, σε πολλές από τις ταινίες του, με αποτέλεσμα η "Pieta" να μην αποτελεί εξαίρεση, ιδιαίτερα όταν δηλώνεται ως η επιστροφή του εξαιρετικού κάτα τα άλλα σκηνοθέτη, τσεπώνοντας μάλιστα φέτος και τον Χρυσό Λέοντα στο φεστιβάλ της Βενετίας.
Αν κάποιος αποφάσιζε παρόλα αυτά, να το προχωρήσει λίγο πιο μακριά το θέμα, τότε στο παραπάνω σκίτσο, δεν θα μπορούσε να μην σχολιάσει και το πληθωρικό στήθος της γυναίκας, το οποίο ταυτίζεται απόλυτα κατά την φροϋδική άποψη, με το Οιδιπόδειο το οποίο υποτίθεται πως κουβαλούν και πως τελικώς αποζητούν οι άνδρες σε όλη τους την ζωή.  Αν και προσωπικά αυτή η άποψη δεν με βρίσκει απόλυτα σύμφωνη, εντούτοις εδώ, δεν γίνεται να αποδεχτώ αυτό το prop που αποφάσισε να τοποθετήσει ο duk, ως κάτι το τυχαίο.  Το μεγάλο στήθος παραπέμπει αυτόματα στον θηλασμό, και κατ' επέκταση στον απογαλακτισμό (κυριολεκτικό και μεταφορικό), τον οποίο κάθε παιδί πρέπει να υποστεί, και το οποίο αποτελεί σύμφωνα με την φροϋδική ψυχολογία, την "αρχή του κακού".
Αν όλο αυτό το παιχνίδι του σκηνοθέτη έμενε μόνο στο σκίτσο, τότε ίσως και να μη μιλούσαμε για Οιδιπόδεια και μητρικό σεξουαλισμό, αλλά το γεγονός οτι το "Pieta" χαρακτηρίζεται από τον τίτλο του, μέχρι και το τέλος του από την παρουσία της μάνας (οχι μόνο αυτή του ήρωα, αλλά και άλλων), τότε γίνεται κατανοητό οτι το παιχνίδι της εκδίκησης, δεν πασάρεται στους θεατές αυτούσιο, αλλά μέσα στο περιβάλλον μιας "θρήσκας" αυτοθυσίας, μιας αντιφατικής σεξουαλικότητας, η οποία παραπέμπει επίσης στον τρόπο με τον οποίο έχει ερμηνευτεί το ίδιο το έργο του Michelangelo, καθώς και μιας, έτσι κι αλλιώς, καθαρτικής διαδικασίας η οποία απαρτίζεται με την σειρά της από τρία στάδια: αμάρτημα, τιμωρία, λύτρωση.


Η διαρκής επανεμφάνιση της ιδέας της μητέρας (γιατί πρόκειται περισσότερο περί ιδέας, μιας που ο duk μας καλεί και πάλι να ακούσουμε την παραβολή του), και το γεγονός οτι ο ήρωάς μας μεγάλωσε χωρίς την παρουσία της και άρα χωρίς το αναγκαίο Οιδιπόδειο, λειτουργούν ιδανικά στο πλαίσιο της εκδίκησης, προκειμένου ακόμα και αν δεν έχουμε απτά στοιχεία για τις ζωές των εμπλεκομένων, να καταλάβουμε εντούτοις τι(τους) συμβαίνει.  Η μοναδική ένσταση που ενδεχομένως έχω, αφορά κυρίως τον τρόπο προώθησης και διαφήμισης της ταινίας, η οποία μπορεί να απαρτίζεται από πολλά και ενδιαφέροντα κομμάτια, αφενός όμως είναι μια ταινία που ο υποψιασμένος θεατής έχει αντιληφθεί, λίγο πολύ, από την αρχή και αφετέρου, χρειάζεται την δική σου συμμετοχή, και το ανοιχτό σου μυαλό, προκειμένου να συνδυάσεις τα στοιχεία που σου δίνονται, και να αντιληφθείς την πραγματική της αξία εκεί που υπάρχει: οχι στην έννοια της ταινίας εκδίκησης, αλλά στην-σε ένα βαθμό-επιστροφή του duk στις κλασικές του θεματικές, εκείνες που αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης ύπαρξης και πνεύματος.
Η σκηνοθεσία του σίγουρα δεν χαρακτηρίζεται από την αίγλη των περασμένων του μεγαλείων, περιορίζεται όμως και από τις τοποθεσίες των γυρισμάτων.  Εντούτοις υπάρχουν πλάνα που χαρακτηρίζονται από έναν ωμό λυρισμό, καθώς και πολλά κοντινά των πρωταγωνιστών, παραπέμποντας σχεδόν στην αρχέγονη πάστα του κινηματογράφου, τότε που οι βουβές ταινίες έπρεπε να αλληλεπιδρούν με το κοινό, και να το γεμίζουν συναίσθημα, αποκλειστικά και μόνο μέσω της εξωτερίκευσης του λόγου και των συμπαρομαρτούντων του, στα πρόσωπα των ηρώων.
Το "Pieta" είναι μια καλή ταινία, σίγουρα οχι τόσο σπουδαία όσο οι βραβεύσεις και οι συζητήσεις που έχει προκαλέσει.  Μια ταινία που παρόλα αυτά, αξίζει να της ρίξεις μια ματιά.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι το τέλος της είναι μεγαλειώδες, οτι υπάρχει μια σκηνή στην οποία η Θεία Κοινωνία παίρνει σάρκα και οστά (εντελώς όμως) και οτι "τραβάω λοιπόν, σε όλα μια κόκκινη γραμμή".


No trivia

Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2013

Django Unchained: The "D" is silent

Hello hello και πάλι!  Ενθουσιασμός επικρατεί σήμερα στο ακροατήριο (δηλαδή σε εμένα), μιας που θα ασχοληθούμε με μια από τις καλύτερες ταινίες για φέτος, το "Django Unchained", οπότε καταλαβαίνετε, περιμένω έναν παρόμοιο ενθουσιασμό και από εσάς.  Στην τελική μιλάμε και για τον Tarantino ορε!  Χωρίς πολλά πολλά λοιπόν ξεκινάμε.  Και να θυμίσω βεβαίως και πάλι οτι καλά θα κάνετε να αρχίσετε να ετοιμάζετε σιγά σιγά τις λίστες σας, για τα επερχόμενα blogoscars τα οποία θα ξεκινήσουν στις 15 Φεβρουαρίου.  Μπείτε λοιπόν εδώ (http://blogoscars.gr/post/40596761690/blogoscars-2013), δηλώστε συμμετοχή, και ετοιμαστείτε για την προσωπική σας, κινηματογραφική δικαίωση. Yeah!


O Django (Jamie Foxx), είναι ένας σκλαβωμένος έγχρωμος που ακολουθεί την ίδια μοίρα με εκατομμύρια άλλους δούλους, την εποχή των λευκών αφεντικών και των αχανών φυτειών που χρειάζονται τα δικά τους χέρια προκειμένου αυτά να ευδοκιμήσουν, αλλά και οι πλούσιοι να γίνουν πλουσιότεροι.
Όταν ένα βράδυ, ένας μυστήριος, Γερμανός κυνηγός επικηρυγμένων, ο οποίος περιδιαβαίνει τις πολιτείες δηλώνοντας...οδοντογιατρός, και συστηνόμενος με το όνομα Dr. King Schultz (Christoph Waltz), συναντήσει δυο αδέλφια που μεταφέρουν δούλους, θα αποφασίσει να εξαγοράσει τον Django, για έναν πολύ συγκεκριμένο λόγο.  Αυτή θα είναι εξάλλου και η στιγμή που η ζωή του βαριόμοιρου σκλάβου θα πάρει νέα τροπή, ξεκινώντας από το βασικότερο όλων: θα αποκτήσει την ελευθερία του (και ένα τρε σικ επίθετο, Django Free-man), και θα "μαθητεύσει" στο πλευρό του δανδή και "σφάζοντας με το γάντι", Schultz, με τους δυο άνδρες να αναπτύσσουν μια ιδιάζουσα φιλία, αλλά και μιας πρώτης τάξεως επαγγελματική σχέση.  Ο Django είναι έτοιμος πια να διεκδικήσει την γυναίκα του πίσω, και να την σώσει από την πλουμιστή έπαυλη του γοητευτικού, αλλά τρελαμένου ιδιοκτήτη μιας, εκ των μεγαλύτερων φυτειών του Μισισίπι με την ονομασία, CandyLand.  Ποιος είδε όμως τον Calvin Candie (Leonardo di Caprio) και δεν τον φοβήθηκε;  This is going to be a bloodbath...


Κάθε φορά που ο Tarantino σκηνοθετεί μια νέα ταινία, αυτή γίνεται αυτοστιγμεί talk of the town, και πως θα μπορούσε άλλωστε να μην γίνει;
Όπως κάθε φορά, έτσι και τώρα ο Tarantino επιστράτευσε αγαπημένα κινηματογραφικά είδη, υπόγειες αναφορές και μνείες σε ηθοποιούς-είδωλα της εποχής τους, προκειμένου να δημιουργήσει ένα "southern-ίζον" (ο Tarantino δήλωσε οτι παρά το γεγονός οτι η ταινία του είναι western, προτιμά τον όρο southern, εξαιτίας των νότιων περιοχών όπου έγιναν τα γυρίσματα) πανηγύρι βίας, ατακαδόρικων διαλόγων και κλασικού, προσωπικού στυλιζαρίσματος.  Και έτσι όμως, για ακόμη μια φορά, τόσο το "Django Unchained", όσο και η ταινία της Bigelow, "Zero Dark Thirty", μπήκαν τελικά στο στόχαστρο πολλών, κατηγορώντας τες, ούτε λίγο, ούτε πολύ, οτι δεν εκφράζουν το γνήσιο αμερικανικό, πατριωτικό αίσθημα, προτιμώντας περισσότερο να μην χαϊδέψουν αυτιά, αλλά να φωνάξουν δυνατά μέσα σε αυτά, το πως έχουν τα πράγματα, όταν σηκώσεις το χαλάκι της Ιστορίας (είτε αυτή πρόκειται για το σύγχρονο τώρα, είτε για το δυτικό παρελθόν), και όλος ο κοινωνικοπολιτικός συρφετός κάνει την εμφάνισή του, χωρίς φόβο, αλλά με μπόλικες δόσεις πρόκλησης.
Μπορεί λοιπόν το απογυμνωμένο κυνηγητό του Bin Laden και τα νοσηρά παρελκόμενα της CIA για την επίτευξη του εκάστοτε στόχου, να μην αρέσουν, πάντα όμως θα βρίσκεται κάποιος που θα αποφασίζει να προχωρήσει ένα βήμα παραπέρα και να ανοίξει και το άλλο μάτι, που μέχρι τότε παρακολουθούσε γλαρό τις ηρωικές παπάτζες του-εν προκειμένω-αμερικανικού-όφιλου κοινού, το οποίο σαφέστατα γούσταρε με τον πατριώτη, τον θυσιαζόμενο, τον ήρωα.  Η αλήθεια όμως είναι οτι με τα δυο μάτια, βλέπεις πάντα καλύτερα και γιατί οχι, μακρύτερα.
Και καλά, να το καταλάβω (που δεν τον καταλαβαίνω), όσον αφορά την Bigelow, η οποία μάλλον θα μπαίνει στο στόχαστρο, έχοντας αποφασίσει σε ένα cinema που μιλάει έξω από τα δόντια (ακριβώς δηλαδή όπως είχε κάνει και με το "The Hurt Locker", μερικά χρόνια πριν), τον Tarantino δεν τον έχουν πια καταλάβει;  21 χρόνια μετά και ακόμα συζητάμε για την βία στις ταινίες του και για την παντελή "σαςεχωολουςχεσμενοσύνη" του;  Ε no way!


Οχι, οχι, εμείς εδώ δεν θα ασχοληθούμε με αυτά τα άνευ λόγου και ουσίας θέματα που αφορούν τα κινηματογραφικά δημιουργήματα ενός από τους καλύτερους, σύγχρονους δημιουργούς, γιατί στην τελική τον αγαπάμε και τον γουστάρουμε γι' αυτό το καθαρά αναφορικό και σε στιγμές, αυτοαναφορικό του cinema, αυτόν τον προς διδασκαλία, ακραιφνή μιμητισμό του, ο οποίος όμως γίνεται πάντα με σεβασμό, αυτοσυγκράτηση και πίστη σε όλους εκείνους, τους με τη σειρά τους μεγάλους, που τον έχουν εμπνεύσει και τον έχουν γαλουχήσει.  Δεν θα αναζητήσουμε ούτε τους λόγους της βίας, ούτε και αν αυτό είναι political correct, ούτε τίποτα που δεν έχει να κάνει με αυτή την αναθεματισμένη χρυσή τομή που έχει καταφέρει να βρει ο Tarantino, ανάμεσα στο εμπορικό cinema και την auter διάθεση, πασπαλισμένη διαρκώς από τις δικές του, σκηνοθετικές εμπνεύσεις και τους μαγκιόρικους διαλόγους.  Γιατί ξέρετε κάτι;  Το "Django Unchained", είναι pure Tarantino.  Και δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα καλύτερο από αυτό.
Καταρχάς φέρνει και πάλι στο προσκήνιο τα αγαπημένα spaghetti western των ΄70s, τότε που τα ονόματα των Sergio Leone και Ennio Morricone ήταν οτι πιο hot κυκλοφορούσε στην πιάτσα, καθιστώντας τον Clint Eastwood στην συνείδηση του κοινού, ως τον πιο αντρουά Καλό του τελικού κύκλου των western, αυτών που βρίσκονταν μακριά από τα εντυπωσιακά καλοφτιαγμένα, αλλά καθόλα πατριωτικά κατασκευάσματα του John Ford και των άλλων μεγάλων Αμερικανών σκηνοθετών, επαναπροσδιορίζοντας ένα είδος για τελευταία φορά, πριν αυτό χαθεί οριστικά.
Στα western των Ιταλών, το βάρος είχε πλέον μετατοπιστεί στον περιθωριοποιημένο, μοναχικό καβαλάρη με το προσωπικό συμφέρον, που δεν έδινε δεκάρα τσακιστή για το κοινό καλό.
Τόσο το μοτίβο αυτών των ευρωπαϊκων δημιουργημάτων, όσο και η μουσική τους υπόκρουση, παίρνει και πάλι σάρκα και οστά στον Quentin, ο οποίος δεν διστάζει για ακόμη μια φορά να απλώσει τον ταινιακό του καμβά, και να μας καλέσει να μαντέψουμε τα gags, τις επιρροές και τα cameo του.  Πόσο τυχαίο μπορεί να είναι δηλαδή που ο Franco Nero (βλ. παρακάτω φωτο), ο original "Django" (1966) της ταινίας του Sergio Corbucci, κάνει ένα μικρό πέρασμα από εδώ;  Ακριβώς, καθόλου.


Εκτός βέβαια από την ξεκάθαρη παρουσία όλων εκείνων των στοιχείων επιρροής του σκηνοθέτη, ο Tarantino έχει δημιουργήσει και ένα άκρως ενδιαφέρον story, πάνω στο οποίο βρίσκουν αυτές οι αναφορές πρόσφορο έδαφος, με αποτέλεσμα να ανάγονται τελικά σε κάτι δικό του, κάτι εντελώς πρωτότυπο το οποίο έχει εμποτίσει με κάτι το ειλικρινά ξεδιάντροπο: έναν σαρδόνιο εμπαιγμό του τοπικού, "λευκού" δυνάστη.
Σε πρώτη φάση το ζεύγος Django-Dr. Schultz, είναι από μόνο του μια πρόκληση εποχής, μιας που το να βάζεις έναν Γερμανό να αποκτά κολλητιλίκια με έναν έγχρωμο, είναι κάτι που έρχεται στην πρώτη γραμμή πυρός, ήδη από την αρχή, μιας που από την μια πλευρά οι υπόλοιποι λευκοί εχθρεύονται τον Django, ενώ από την άλλη, οι υπόλοιποι έγχρωμοι τον αντιμετωπίζουν σαν να έχει φιλήσει κατουρημένες ποδιές για να αποκτήσει την ελευθερία και το προνόμιο να καβαλάει το δικό του άλογο.  Ο Django ανάγεται σταδιακά στον μοναχικό ήρωα των spaghetti, αφού οι δικοί του τον κοιτούν με μισό μάτι, οι λευκοί τον βασανίζουν και η μοναδική σκέψη που τρέφει την καρδιά του, είναι η δίψα για εκδίκηση και η σωτηρία της καλής του, η σωτηρία της...γερμανόφωνης Broomhilda (Kerry Washington).
Ταυτόχρονα ο Tarantino κλείνει υπονομευτικά το μάτι, και στην περίπτωση του σαδιστή Candie, ο οποίος μπορεί εξωτερικά να αποτελεί το απαύγασμα της αριστοκρατικής ομορφιάς (minus τα σαπίοδοντα), παρόλα αυτά δεν λες οτι διαθέτει και το μυαλό ξουράφι, μιας που όπως γίνεται κατανοητό, το δεξί του χέρι που τον ενημερώνει και τον συμβουλεύει για τα πάντα είναι ένας...ηλικιωμένος νέγρος, και συγκεκριμένα ο Samuel L. Jackson, υπό το όνομα Stephen, και μια ερμηνεία για πολλά γέλια και χειροκροτήματα.
Ο Tarantino όμως, επειδή όταν πάρει φόρα δεν σταματάει με τίποτα, καταφέρνει μέσα από την ταινία του, οχι μόνο να κάνει έναν σχολιασμό πάνω στην αιώνια, φυλετική διαμάχη λευκών και έγχρωμων (μαντέψτε ποιανού το μέρος παίρνει)  αλλά και μια αναφορά στο πολιτιστικό χάσμα που χωρίζει τον Ευρωπαίο, από τον Αμερικάνο.  O Dr. Schultz είναι μορφωμένος, μιλάει σαν ευγενής άλλης εποχής και διαθέτει ένα καυστικό χιούμορ που σπάει κόκαλα.  Αντιθέτως, ο Candie είναι ένα άξεστο πλουσιόπαιδο, κοντόφθαλμο και κουτοπόνηρο, που αρέσκεται να βλέπει άντρες να σκοτώνονται στο ξύλο, δίνοντας ξόφαλτσα φιλιά στην ασχημομούρα αδελφή του.  U mad America?


Για την σκηνοθεσία τι μπορούμε εμείς οι ταπεινοί, κοινοί θνητοί να πούμε;  Τίγκα στην υπερβολική σπλατεριά (όταν η δράση το επιτρέπει, μιας που μιλάμε και για μια δυομισάωρη ταινία!), σώματα να πέφτουν σακατεμένα από τα άλογα, το βαμβάκι (και οχι το χώμα) να βάφεται κόκκινο, ζελατινώδη αιματίλα να εκτοξεύεται από στομάχια, κεφάλια και οτι άλλο θες, και όλα αυτά πάντα με απαράμιλλο στυλ.  Η κάμερα του Tarantino ακολουθεί από κοντά τις περιπέτειες των ηρώων, αφήνοντας χώρο και χρόνο προκειμένου αυτοί να αναπνεύσουν και να εξελιχθούν κατά το δοκούν, αφήνοντας παράλληλα χρόνο και στον θεατή να ταυτιστεί με τον έναν, να μισήσει τον άλλον και να ξεσηκωθεί για χατίρι του πολύ κακού πια, Django.  Σκηνοθεσία εν ολίγοις που τα έχει όλα: φρενήρεις στιγμές, cool σκηνές και τέρμα τα γκάζια σεκάνς.  Extra bonus οι διάλογοι-λουκούμι και ολόκληρο το OST, όπου το ένα κομμάτι είναι καλύτερο από το άλλο, και θες να το ακούς σε μια ατέρμονη λούπα, ξανά και ξανά και ξανά...
Οι ερμηνείες είναι το πιο γλυκό κερασάκι σε τούρτα που θα γευτείς τελευταίως.  Ο Jamie Foxx είναι "πιο cool πεθαίνεις".  Μάθε οτι η cool-οσύνη του ήταν τόσο μεγάλη, ώστε στην ταινία χρησιμοποίησε το δικό του άλογο, το οποίο έχει ονομάσει Cheetah.  Πςςςςςςςς!  Φάτσα, στήσιμο και ατάκες τύπου "i like the way you die boy", απλά θα μείνουν στην ιστορία.  Ο di Caprio είναι μια σάπια παρουσία από μόνος του, έντονα αντιθετικός με τον καθωσπρέπει Waltz, φουριόζος και τσαντίλας, σίγουρα ο ρόλος του Candie αποτελεί μια από τις πιο προκλητικές ερμηνείες της καριέρας του και είναι τόσο καλός κακός, που τον γουστάρεις τρελά, ακόμα και όταν είναι τόσο καθίκι.  Βέβαια αν έπρεπε να βραβεύσω κάποιον για την ερμηνεία του, αυτός θα ήταν αναμφίβολα ο Waltz.  Υπέροχος, ανυπέρβλητος, κάνει την υποκριτική να φαίνεται τόσο εύκολη και αβίαστη, είτε κάθεται και απολαμβάνει μια μπύρα, είτε κάνει παζάρια, είτε εκτελεί εν ψυχρώ διάφορους άτυχους που θα βρεθούν στο πέρασμά του.  Εξαιρετικοί οι διάλογοί του, σχεδόν όλη η ταινία ριγμένη στην πλάτη του, εκφραστικότητα στο φουλ και ευτυχώς που έχουμε και τα blogoscars, για να πάρει μια τιμητική θέση στην κατηγορία του Α' Ανδρικού. Ε μα!
Γενικώς το "Django Unchained" είναι καθαρόαιμος Tarantino, και από τους καλούς μάλιστα (έχει κάνει βασικά ποτέ κακή ταινία;).  Δράση, χιούμορ, αίμα, badass μουσική και ένα western υπερθέαμα, συνθέτουν μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς.  Hands down.  Μη την χάσεις!

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι το μαλλί του Jackson είναι οτι καλύτερο έχω δει, έπειτα από εκείνο του Bardem στο "No Country for Old Men", οτι το μπλε συνολάκι του Django είναι τέλειο, και οτι ο Tarantino έχει γίνει λίγο σαπιοκοιλιάς.  Να τα λέμε αυτά.



TRIVIA
  • Ο ρόλος του Django είχε γραφτεί αρχικά από τον Tarantino για τον Will Smith.  Όταν ο Will αρνήθηκε, τον τσίμπησε ο Foxx.  Μπράβο Will, άλλη μια επιτυχημένη επιλογή στην τρομερή καριέρα σου.
  • Ενώ η ταινία γυριζόταν στο Wyoming, ο Tarantino νοίκιασε έναν τοπικό κινηματογράφο και πρόβαλε ταινίες samurai και western από την προσωπική του συλλογή.  Και εγώ ήμουν εδώ.  Μάλιστα...
  • O Tarantino αποκάλυψε στο Comic-Con οτι ο Foxx και η Washington, υποδύονται εδώ τους προ προ προ πάππους του χαρακτήρα John Saft, από τις ταινίες "Shaft", γεγονός που επιβεβαιώνεται από το πλήρες όνομα της Washington στην ταινία: Broomhilda Von Shaft.  Τελειότητα.
  • Η Lady Gaga ήταν υποψήφια για τον ρόλο της αδελφής του di Caprio.
  • O Russ Tumblyn, είχε παίξει το 1965 σε μια ταινία στην οποία ο χαρακτήρας του λεγόταν 'Son of a Gunfighter' και ο τίτλος της οποίας ήταν αυτός ακριβώς.  Ο Tarantino χρησιμοποίησε στο Django την ηθοποιό-κόρη του Tumblyn, Amber Tumblyn, προκειμένου να υποδυθεί έναν χαρακτήρα με το όνομα 'Daughter of a Son of  Gunfighter".
  • O di Caprio είχε νοιώσει πολύ άβολα που υποδυόταν έναν τόσο κακό χαρακτήρα και επιπλέον ρατσιστή.  Ο Tarantino τότε του είπε οτι έπρεπε να είναι οσο το δυνατόν πειστικότερος και να φτάσει στα άκρα, διαφορετικά το κοινό, δε θα του το συγχωρούσε.
  • Στη σκηνή που ο di Caprio χτυπάει το χέρι του στο τραπέζι, όντως το κόβει, αλλά συνεχίζει να παίζει.  Αργότερα ο Tarantino χαρακτήρισε τη στιγμή αυτή "mesmerizing".
  • Tο μπλε κοστούμι του Django βασίζεται στον διάσημο πίνακα, "The Blue Boy".  Αυτός ο πίνακας ενέπνευσε τον κλασικό σκηνοθέτη του βωβού κινηματογράφου, F.W Murnau, να γυρίσει την ταινία του, "Τhe Boy in Blue".  O Μurnau έχει μείνει γνωστός για την δημιουργία της σκηνοθετικής τεχνικής γνωστής ως "unchained" camera technique.  My mind has just been blown away...
  • Μετά το ατύχημα με το άλογο που είχε ο Waltz, και στο οποίο έσπασε την κλείδα του, ο Foxx αποφάσισε να του κάνει ένα δώρο για να αισθανθεί καλύτερα την επόμενη φορά που θα πρέπει να ιππεύσει: μια σέλα με ζώνη ασφαλείας!
(ΠΗΓΗ IMDB)

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013

Bronson: He wanted to be famous. He became a prisoner.

Χαιρετώ, χαιρετώ!  Σήμερα η αλήθεια είναι πως είμαι ενθουσιασμένη, αναφορικά με την ταινία για την οποία πρόκειται να γράψω το κατιτίς μου.  Είδα το "Bronson" πριν από μερικές μέρες, και μετά το τέλος του αναρωτιόμουν, πως στο καλό γινόταν να μου έχει ξεφύγει τόσο καιρό.  Από την άλλη βέβαια κατα-ευχαριστήθηκα το γεγονός οτι στην τελική, την είδα για πρώτη φορά.  Επίσης έμεινα εμβρόντητη και ήθελα να τη δω πάλι και πάλι και πάλι, κάτι που έχει καιρό να μου συμβεί με κάποια ταινία.  Όπως και να έχει το "Bronson" δεν απευθύνεται σε όλους, καθώς η τρέλα που κουβαλάει, σίγουρα θα βρει πολλούς που θα την δουν ως κάτι "too much".  Ακόμη κι αν δεν είναι έτσι.  Ακόμη κι αν πρόκειται για μια μεγάλη σκηνοθετική στιγμή στην καριέρα του Nicolas Winding Refn, και μια τιτανοτεράστια στιγμή στην ερμηνευτική καριέρα του Tom Hardy.  Για πάμε.


Ο Michael Peterson, γεννημένος στο Luton της Αγγλίας, αποτελούσε έναν από τους τρεις γιους της οικογένειας Peterson.  Σαν παιδί διέφερε κάπου από τα άλλα, αφού η ευστροφία και η εξυπνάδα του, καλύπτονταν από την ανάγκη του για ξύλο, η οποία είχε αρχίσει να καλλιεργείται μέσα του, από πολύ μικρή ηλικία.  Όταν αργότερα, και συγκεκριμένα στην ηλικία των 23 ετών, διέπραξε ένοπλη ληστεία στο τοπικό ταχυδρομείο, καταδικάστηκε σε επτάχρονο εγκλεισμό στη φυλακή.  Κάπου εκεί έγινε ξεκάθαρο οτι η βίαιη προσωπικότητα του μικρού Michael, μάλλον δεν ήταν κάτι το περαστικό, αλλά φάνηκε να γίνεται έκτοτε όχημα, μιας βίαιης, τρελαμένης και διάσημης ζωής.
Όπως είχε δηλώσει αργότερα ο ίδιος ο Peterson (μιας που η ταινία βασίζεται στα πραγματικά γεγονότα της ζωής του-όπως έχει χαρακτηριστεί-πιο βίαιου φυλακισμένου της Βρετανίας), βασικός σκοπός της ζωής του, ήταν να γίνει διάσημος, και κατά κάποιον τρόπο ο σκοπός του επιτεύχθηκε πανηγυρικά.
Η ταινία ακολουθεί τη ζωή της αλλόφρονης προσωπικότητας του Michael, όπως αυτός την εξιστορεί μέσα από το "κελί" του, παραθέτοντας εικόνες και στιγμές από το πηγαινέλα του στις φυλακές, το τρελάδικο, και τις πράξεις βίας που σημάδεψαν-κυριολεκτικά-όσους έτυχε να βρεθούν στο πέρασμά του.  Αξίζει να πούμε εδώ, οτι ο Peterson, από την επτάχρονη παραμονή του στη φυλακή, ήδη από το 1974, πέρασε τελικά όλη του τη ζωή εκεί, μιας που οχι μόνο έζησε 30 χρόνια σε πλήρη απομόνωση, αλλά μέχρι και σήμερα δεν έχει αποφυλακιστεί.  Αυτό είναι το χρονικό μιας φιλόδοξα σχιζοφρενούς προσωπικότητας.


Την αμαρτία μου θα την πω.  Μέχρι την εμφάνιση του Refn με το εκστατικό "Drive", αγνοούσα παντελώς την ύπαρξη αυτού του σκληροπυρηνικού σκηνοθέτη, με το ξεχωριστό προσωπικό στυλ, την ωμή βία και το εκπληκτικό στήσιμο ατμόσφαιρας.  Ακόμα και πέρσι δηλαδή, με τη δημιουργία της πιο badass ταινίας της χρονιάς, η οποία κατέκτησε την κορυφή στις προσωπικές, ταινιακές μου επιλογές, δεν ήμουν σίγουρη αν αυτός ο σκηνοθέτης έχει κάτι το διαφορετικό, κάτι που να τον κάνει να ξεχωρίζει από όλους τους άλλους και που μπορεί να σε βάλει στο τριπ μιας καταφανούς, σκληρής πραγματικότητας με κινηματογραφικές εξάρσεις, περασμένων εποχών.  Οχι, δεν ήμουν σίγουρη.  Μετά το "Bronson" όμως, δεν έχω καμία αμφιβολία.
Είναι γεγονός πως όσο καλή και αν είναι η ερμηνεία ενός ηθοποιού ή όσο έξυπνο και αν είναι το σενάριο, πάντα θα θέλουμε να βλέπουμε τη γέννηση νέων δημιουργών-auter, οι οποίοι θα μπορούν να ξεχωρίζουν, χάρη στον δικό τους τρόπο με τον οποίο έχουν αποφασίσει να βλέπουν και να στήνουν το cinema.  Μεγάλοι δημιουργοί όπως ο Kubrick, ο Tarkovski, o Fellini ή ο Antonioni, κατάφεραν να γράψουν με ανεξίτηλους μαρκαδόρους το όνομά τους στον κινηματογραφικό πίνακα, ακριβώς γιατί είχαν πάντα κάτι να πουν.  Είτε μέσα από τη σκηνοθεσία, είτε μέσα από την υπόθεση, είτε μέσα από τον-πολλές φορές βαρύγδουπο, αλλά πάντα ξεκάθαρα εκεί-σχολιασμό τους για θέματα ποικίλης ύλης (από την θρησκεία και την πνευματικότητα, μέχρι το αμιγώς κοινωνικό και πανανθρώπινο), αυτοί και άλλοι τόσο σκηνοθέτες, είχαν καταφέρει να διαμορφώσουν ένα προσωπικό ύφος, που τους έκανε να ξεχωρίζουν.  Πιστεύω ακράδαντα (έπειτα και από την παρακολούθηση του "Valhala Rising" το οποίο θα μπει κάποια στιγμή στο blog), οτι ο Refn είναι σίγουρα ένας auter των καιρών μας.  Και πολύ το γουστάρω αυτό.


Αυτός ίσως ήταν και ένας λόγος (το γεγονός δηλαδή οτι πάντα με έλκει μια καλή σκηνοθεσία που κρύβει άσσους στο μανίκι), για τον οποίο δεν κατάφερα να αγαπήσω το "Holy Motors", το οποίο μπορεί με τις σινεφίλ αναφορές του να πέτυχε διάνα στις καρδιές πολλών κινηματογραφόφιλων (μάλλον περισσότερο από όσο είμαι εγώ, μιας που μέχρι σήμερα δεν έχω αντιληφθεί τον λόγο όλου αυτού του χαμού με την ταινία), για εμένα όμως έχασε πολύ στο κομμάτι της σκηνοθεσίας.  Τα πλάνα που χαρακτηρίστηκαν από άλλους μαγικά, για εμένα ήταν απλά, συνοδευτικά πλάνα της εκάστοτε ιστορίας που μας διηγόταν ο Carax και τίποτα περισσότερο.  Αντιθέτως, παρακολουθώντας το "Bronson", αντιλήφθηκα μερικές ξεκάθαρες, σκηνοθετικές αναφορές σε μεγάλους σκηνοθέτες και αυτό εγώ θεωρώ τρομερή μαγκιά.  Το να "ξεπατικώσεις" κατά κάποιον τρόπο εικονικές στιγμές του κινηματογράφου και να τις μεταφέρεις στην ταινία σου, ως πρώτης τάξεως gags (βλ. την τελική σκηνή του "Holy Motors", ή αυτή με τους πιθήκους), είναι συμπαθές και χαριτωμένο.  Το να κάνεις όμως μια ωδή σε έναν μεγάλο δημιουργό μέσα από τη σκηνοθεσία σου, και την δημιουργία μιας ατμόσφαιρας που σου φέρνει στο μυαλό τις ανατριχιαστικές στιγμές του σατυρικού, κοινωνικού σχολιασμού του Kubrick στο "A Clockwork Orange" ή το "Eyes Wide Shut", ή ακόμη και το σαγηνευτικά άρρωστο σύμπαν του David Lynch, το βρίσκω πραγματικά υπέροχο.  Είναι βεβαίως δίκοπο μαχαίρι, το να καταφέρεις να κρατηθείς στα standards των δικών σου καιρών, και να μην καταλήξεις σκηνοθετικό κακέκτυπο άλλων δημιουργών.  Και εδώ ο Refn κάνει εξαιρετική δουλειά.


Παίρνοντας το γενικότερο πλαίσιο της ταραχώδους ζωής του Michael Peterson (ο οποίος εντός της φυλακής έγινε το πολύ κακό και εμπνευσμένο κατευθείαν από τον διάσημο ηθοποιό, alter ego του, Charles Bronson), ο Refn, υφαίνει με σκηνοθετική μαεστρία, μια ερμηνεία μεγατόνων από τον θηριώδη για τις ανάγκες του ρόλου, Tom Hardy, αποτελώντας σίγουρα μια από τις καλύτερες στιγμές και των δυο.
Μέσα από την αφήγηση του ίδιου του Hardy/Bronson, έρχεται στο φως ο χαρακτήρας του πιο διάσημου φυλακισμένου στην Βρετανία, ο οποίος διακατέχεται από μια σχεδόν ζωώδη, αεικίνητη διάθεση για βία, γρονθοκοπήματα και ξύλο, γεγονός που τον καθιστά και τόσο απαθή απέναντι σε κάθε μορφής εξουσιαστική βία, η οποία δρα φυσικά στον αντίποδα της δικής τους μανίας.  Το εύστοχο κινηματογραφικό εύρημα που χρησιμοποιεί ο Refn, τοποθετώντας τον ήρωα σε μια θεατρική σκηνή, πάνω στην οποία δίνει το προσωπικό του ρεσιτάλ σε έναν ρόλο ζωής, καθιστά ταυτόχρονα την ταύτιση κινηματογράφου-θεάτρου κάτι περισσότερο από προφανή, με το "κοινό" στα πόδια του Bronson να τον χειροκροτεί και να τον επευφημεί σε αυτό το κρεσεντικό, one man show.  Ταυτόχρονα, μπορεί το voice over του Hardy, να μην είναι κάτι καινούριο, παρόλα αυτά σίγουρα προσδίδει έναν τόνο ιδιαιτερότητας, από τι στιγμή μάλιστα που έχουμε τη δυνατότητα να δούμε όλη τη ζωή του, στο πλαίσιο κατακερματισμένων χρονικά, σκηνών.
O Refn δεν μασάει τα λόγια του, αλλά χαρίζει απλόχερα ατμόσφαιρα και εξαιρετικά καδραρίσματα, μέσα από τη χρήση των φωτεινών του πηγών (ακόμα και στη παραπάνω φωτογραφία, το φως που λούζει τον Hardy πάνω από το κεφάλι του, τον φέρνει ακριβώς στο προσκήνιο, σαν να βρίσκεται διαρκώς στη προσωπική του θεατρική σκηνή), και φίλτρων-κυρίως κόκκινο και μπλε-, χρώματα που άλλοτε παραπέμπουν σε λιντζικές, και άλλοτε σε κιουμπρικές καταστάσεις (η σκηνή δε με τον Hardy στο δωμάτιο του θείου του, με τις κοκκινωπές αποχρώσεις, παραπέμπει απευθείας στη δουλειά του Kubrick).  Παράλληλα τα κοντινά του πλάνα, ή αντιστοίχως τα αποστασιοποιημένα που βάζουν την κάμερά του στον ρόλο του παρατηρητή, η φρενήρης σε στιγμές κινηματογράφηση, τα low shots, τα τράβελινγκ και τα πανοραμικά πλάνα, όλα δηλώνουν κομμάτια αυτού του ανθρώπου που γεμίζει τα πλάνα της κάθε σκηνής.  Του "all i ever wanted to be was famous", Bronson.


Η σκηνοθεσία του Refn μαρτυρά κάτι από καθαρόαιμο, βρετανικό κινηματογράφο, με δυναμικές δόσεις από cinema Guy Ritchie, αποδεικνύοντας οτι μπορεί να προσαρμοστεί εύκολα στην υποθεσιακή και-γιατί οχι;- καταγωγικική προέλευση της κάθε ιστορίας που πραγματεύεται.
Βέβαια αξίζει να κάνουμε και μια αναφορά στον Tom Hardy, ο οποίος με αυτόν ακριβώς τον ρόλο, αποδεικνύει πέρα από το πασιφανές ταλέντο του, και το πόσο αφοσιωμένος ηθοποιός είναι, με το να "γίνει" ο Bronson.  Ξυρισμένο κεφάλι, τσιγκελωτό μουστάκι, τρελό βλέμμα, extra extra κιλά, μύες και ολοκληρωτική αλλαγή στην προφορά, μαρτυρούν οτι αυτός ο ρόλος-πρόκληση απέδωσε καρπούς, και τον έκανε αναμφίβολα έναν από τους περισσότερα υποσχόμενους ηθοποιούς της γενιάς του.  Γεγονός πάντως είναι οτι μέχρι σήμερα έχει αποδείξει την αξία του με τη συμμετοχή σε πολλές, και καλές ταινίες-και κάποιες αστοχίες που βέβαια του τις συγχωρούμε- ερμηνεύοντας πάντα εικονικούς ρόλους και παραδινόμενος απόλυτα στην εκάστοτε ερμηνεία του.  Ένας ρόλος απόλυτης σχιζοφρένιας, υπέροχου ταλέντου και ορμητικής δύναμης, από τον Hardy.  Εμείς υποκλινόμαστε.
Το "Bronson" είναι μια ταινία που πρέπει να δει κάθε fan αυτού του είδους κινηματογράφου.  Σκληρή, εντυπωσιακή στην δημιουργία της και απόλυτα σαγηνευτική, είναι μια ταινία που θα τριγυρνάει στο μυαλό σας για πολύ καιρό αφού την δείτε.  Πιστέψτε με.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι το soundtrack της, είναι οτι πιο εθιστικό έχω ακούσει τελευταία, οτι το "It's a Sin" των Pet Shop Boys δεν θα είναι ποτέ ξανά το ίδιο στο μυαλό μου και οτι το μουστάκι του Hardy είναι όλα τα λεφτά.

TRIVIA
  • Ο ρόλος του Bronson προοριζόταν αρχικά για τον Jason Statham.  Χαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχ.  Χαχαχαχαχαχαχαχα.
  • Ο Bronson έκανε καθημερινά 2.500 push-ups επί πέντε εβδομάδες προκειμένου να αποκτήσει τον όγκο του Bronson(!).
(ΠΗΓΗ IMDB)






















 


Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2012

Faster, Pussycat! Kill! Kill!: Some girls are bigger than others

Καλημέρα, καλημέρα, καλή εβδομάδα και όλα τα συναφή!  Σήμερα θα ξεκινήσουμε την κριτική μας εβδομάδα, με έναν τρόπο λιγάκι ανορθόδοξο, μιας που θα ασχοληθούμε με μια ταινία από το μακρινό 1965.  Και τι ταινία ε;  Exploitation από τα λίγα.  Το "Faster, Pussycat! Kill! Kill! είναι η επιτομή του film με γρήγορα (και καλά) αυτοκίνητα, βία, ολίγον από σεξ και φυσικά μεγάλα μπούστα.  Αν θέλετε λοιπόν να περάσετε μια άκρως cult βραδιά με φίλους, σας τη συνιστώ ανεπιφύλακτα.


Η ταινία ξεκινάει με ένα κοντινό στους μηρούς και τις γυμνές κοιλιές των τριών πρωταγωνιστριών, οι οποίες φορώντας μικροσκοπικά, στραφταλιζέ μπουστάκια και βρακάκια με χάντρες, χορεύουν φρενιτωδώς σε κάποιο strip club, με ένα σωρό λιγούρια τριγύρω να γλείφονται και να γουρλώνουν να μάτια πεινασμένοι.  Αμέσως μετά η κάμερα κάνει cut, και μας μεταφέρει σε ένα ερημικό τοπίο στη μέση του πουθενά, οπού υπό τους ήχους ενός λάγνου, μουσικού κομματιού καμπαρετζίδικης εμπνεύσεως, βλέπουμε τρία αυτοκίνητα να ρολλάρουν πάνω στον χωματόδρομο, αφήνοντας πίσω τους σκόνη και άπειρη κακία.
Το story θα μπορούσε και να τελειώνει κάπου εδώ, με εμάς να απολαμβάνουμε τα διάφορα ευτράπελα που οι τρεις θανατηφόρες τύπσσες, θα αντιμετώπιζαν στη πορεία τους.  Παρόλα αυτά η υπόθεση εμπλουτίζεται ακόμα περισσότερο.  Όταν στην οθόνη κάνει την εμφάνισή του ένα ζευγαράκι, και η αρχηγός του γκρουπ, η πληθωρική και uber κακιασμένη Varla (Tura Satana), προκαλέσει το αρσενικό για μια mini κόντρα ταχυτήτων, τα πράγματα θα ξεφύγουν από τον έλεγχο και με μια καρατεκιά της, θα τον αφήσει σέκο.  Αποφασίζοντας να απαγάγουν την αρραβωνιαστικιά του θύματος, θα καταλήξουν σε ένα κακοφορμισμένο σπιτάκι, εκεί που ζει έναν ανώμαλος γέρος, με τον προβληματικό στα μυαλά, αλλά υπερτούμπανο, νεαρό γιο του, καθώς και με τον πιο normal ήρωα της ταινίας, τον μεγαλύτερο γιο.  Εκεί η Ιταλίδα Σπεράντζα Βρανά, Rosie (Haji), η μόνο βυζιά και ζωγραφιστό φρύδι, Varla και η crazy girl Ζωή Λάσκαρη, Billie (Lori Williams) θα τα βρουν επιτέλους, σκούρα.  Και καλά θα πάθουν.


Ο σκηνοθέτης της ταινίας Russ Meyer, ήταν αν μη τι άλλο μια ενδιαφέρουσα περίπτωση δημιουργού, μιας που έμεινε για πάντα πιστός στο είδος του exploitation/sexploitation film, υπηρετώντας το μέχρι και το τέλος της ζωής του, το 2004.
Ο ίδιος είχε ξεκινήσει από νωρίς τη σκηνοθεσία μικρού μήκους ταινιών, κερδίζοντας μάλιστα το ένα βραβείο μετά το άλλο, αν και κάτι μας λέει οτι από τα 15 του, σίγουρα δεν είχε αρχίσει να δείχνει ακόμη τη τεράστια μανία του προς το μεγάλο, γυναικείο στήθος.  Αργότερα, εκτέλεσε χρέη κάμεραμαν στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ σύντομα άρχισε να εργάζεται ως φωτογράφος στο Playboy, φωτογραφίζοντας μερικά από τα πρώτα "κουνελάκια".
Λίγο αργότερα ο Meyer γύρισε και την πρώτη του, κινηματογραφική ταινία με τίτλο "The Immoral Mr. Teas", τη πρώτη soft πορνό ταινία, που έκανε περισσότερο από $1 εκατομμύριο εισπράξεις, καθιερώνοντας μάλλον στη συνείδηση του κοινού, τη παρουσία του Meyer, ως του σκηνοθέτη του exploitation είδους.  Και αν όντως έτσι έγινε, δεν έπεσαν καθόλου έξω.
Έπειτα από τον Mr. Teas, ακολούθησαν ταινίες όπως οι "Lorna" (1964), "Mudhoney" (1965), "Motor Psycho" (1965) και "Faster, Pussycat! Kill! Kill!" (1965), η οποία θεωρείται από τους περισσότερους, ως το αριστούργημά του.  Με αυτή ακριβώς τη ταινία, ολοκλήρωσε και την 'Gothic' δημιουργική του περίοδο, την ονομασία της οποίας βάσισε στο ασπρόμαυρο των συγκεκριμένων ταινιών.
Ο Meyer εργάστηκε και για τον κολοσσό, 20th Century Fox, σκηνοθετώντας το "Beyond the Valley of the Dolls" (1970) το οποίο αποτέλεσε μάλιστα, τεράστια εμπορική επιτυχία, πατώντας αυτή τη φορά στα παραδοσιακά του μοτίβα, αλλά υπό τις ευλογίες ενός μεγάλου studio.  Τελικά ο ίδιος αποφάσισε να επιστρέψει λίγο αργότερα στο προσωπικό, camp και ανεξάρτητο στυλ του, γεμάτο από σεξ, βία, επικίνδυνες γυναίκες και μπόλικο ξύλο.


Η ταινία και τελικά η σκηνοθεσία του Russ Meyer είναι εν προκειμένω μια pop art φαντασίωση, και προφανώς αυτός είναι και ο λόγος που η ταινία έχει δημιουργήσει και έχει κρατήσει μέχρι και τις μέρες μας, το απαράμιλλης αισθητικής, cult, αποτέλεσμά της.
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός οτι η πρωταγωνίστρια, μαζί με τις φίλες της (μια εκ των οποίων είναι και ερωμένη της, η μελαχρινή Rosie) μοιάζουν με σύγχρονες, super ηρωίδες, αφού αγαπούν τα γρήγορα αυτοκίνητα, είναι αδίστακτες, επικίνδυνα σαγηνευτικές και μπορούν να σε ξεκάνουν με τα ίδια τους τα χέρια.  Σκέψου απλά οτι ηθοποιοί όπως ο Statham ή ο πιο παλιά καραβάνα, Sylvester Stalone, έχουν χτίσει καριέρες ολόκληρες πάνω σε μια αδρεναλινάτη πορεία, γεμάτη άπειρο πιστολίδι, ξύλο με το κιλό και ορδές κακών, που τους εκμηδενίζουν με το πάτημα μιας και μόνο σκανδάλης.  Εδώ τα πράγματα αλλάζουν.  Η γυναίκα είναι αυτή που βγαίνει μπροστά, σκληραγωγημένη μεν, αλλά χωρίς να αποχωρίζεται ποτέ τη υπερ-θηλυκή της διάσταση (το υπερβολικά μεγάλο στήθος δεν ανταποκρίνεται μόνο στους φετιχιστές, ή τους άνδρες γενικώς, που δε μπορούν να κρατήσουν το βλέμμα τους μακριά από ένα πλούσιο μπούστο, αλλά αποτελεί και μια ξεκάθαρη νύξη στην ίδια την ιδέα του φεμινισμού), διεκδικώντας με τον δικό της τρόπο κομμάτι, από τη μερίδα του λεόντος.  Τον ανδροκρατούμενο δηλαδή κόσμο.


Η πρωταγωνίστρια Tura Satana, αποτελούσε μια ιδιάζουσα περίπτωση γυναίκας.  Έχοντας ξεκινήσει από την ηλικία των 13 ετών να εργάζεται ως εξωτική χορεύτρια σε stip clubs, άρχιζε να παίζει από νωρίς σε ταινίες χαμηλού προϋπολογισμού, υποδυόμενη ως επί το πλείστον την-έτσι κι αλλιώς-πληθωρική τυχοδιώκτη.  Στο "Faster...." η εικόνα της δεν αλλάζει, όπως ακριβώς και το αβυσσαλέο της ντεκολτέ, που νομίζεις οτι ανά πάσα στιγμή θα αφήσει το στήθος της να πεταχτεί έξω και να σου χώσει ένα βυζοσκάμπιλο που θα είναι όλο δικό σου.  Και αν βλέπω χαμογελάκια να σχηματίζονται στο πρόσωπό σας, μάθετε, οτι η αλήθεια δεν απέχει και πολύ από αυτό.
Ο τρόπος με τον οποίο είναι ντυμένη (φουλ του μαύρου) και ο οποίος παραπέμπει σε μέλος συμμορίας, τα αδρά της χαρακτηριστικά, η απουσία χαμόγελου (ή η διαβολική του παρουσία) και το ταυτόχρονα εκφοβιστικό και άγρια γοητευτικό της, μακιγιάζ, όλα δηλώνουν μια προετοιμασμένη φυσιογνωμία που είναι έτοιμη για οποιοδήποτε ρίσκο.  Το ενδιαφέρον εδώ είναι οτι η διάθεση της αρχηγού δεν είναι τόσο να σαγηνεύσει με τα πλούσια ελέη της, αλλά περισσότερο να "ευνουχίσει" σε έναν βαθμό, όποιον άντρα βρίσκεται απέναντί της, με το να μοστράρει από μόνη της και με τρόπο απροκάλυπτο, το στήθος της.  Αν το πάμε δηλαδή και ακόμη πιο μακριά, το γυναικείο στήθος που είναι αιωνίως ταυτισμένο με το Οιδιπόδειο ενός άνδρα, εδώ αλλάζει χρήση και δε γίνεται πλέον θεμιτό για αυτό που είναι, αλλά αποκρουστικό για όλα αυτά που υπονοεί.
Σε καμία περίπτωση ο σκοπός δεν είναι να βγάλουμε από τη μύγα ξύγκι, αλλά είναι πολύ ενδιαφέρον πως ακόμα και σε b-movie ταινίες όπως αυτή, ενυπάρχουν στοιχεία εποχής και κοινωνικοπολιτικών προεκτάσεων, γεγονός που γίνεται ξεκάθαρο εδώ, με μια δεύτερη ανάγνωση της ταινίας.  Εξάλλου ας μη ξεχνάμε οτι βρισκόμαστε ακόμη στη δεκαετία του '60, τότε που η έννοια της απελευθέρωσης είχε πάρει τεράστιες διαστάσεις σε ποικίλους τομείς της καθημερινότητας.  Και τι καλύτερο να κάνεις μια "ελαφριά" ταινία εποχής, που να μιλάει για την "ζουμερή" κατάσταση του ίδιου τότε;


Όσον αφορά τις ερμηνείες μπορείτε φυσικά να μη περιμένετε τίποτα, αφού τα πάντα σε αυτή τη ταινία είναι υπερβολικά και εντελώς στημένα.  Η προφορά της δήθεν Ιταλίδας, η τρέλα της ξανθιάς χαζογκόμενας, ακόμα και ο ρόλος των αρσενικών (που εκ των πραγμάτων βρίσκεται στα Τάρταρα με έναν ηλικιωμένο πατέρα σε καροτσάκι και έναν γιο με διανοητικό πρόβλημα) είναι υποτυπώδης, αν και ο daddy της παρέας παραδίδει μια άκρως πειστική ερμηνεία, κυρίως χάρη στο αλλοπαρμένο, κακόβουλο βλέμμα του που στάζει μισογυνισμό από χιλιόμετρα μακριά.
Η σκηνοθεσία του Meyer είναι αυτή που σε κερδίζει αμέσως εξαιτίας του γρήγορου μοντάζ, της καρτουνίστικης αισθητικής του και των σκηνών όπως αυτές με τις πρωταγωνίστριες μέσα στο αμάξι και καλά να οδηγούν, αλλά τα σύννεφα στο background να παραμένουν ασάλευτα (και το κούνημα να προέρχεται προφανώς από το δύσμοιρο, παραγωγικό team που κουνούσε τα αυτοκίνητα με τα περισσής μανίας).
Το "Faster, Pussycat! Kill! Kill!" είναι μια από αυτές τις ταινίες που βλέπεις για να περάσεις καλά, πραγματική τροφή του inner, καμένου σου nerd, που ζητάει πότε πότε να το ταΐσεις κάτι εντελώς καλτ και απολαυστικά κακοφτιαγμένου.  Μέσα από χιουμοριστικούς, camp διαλόγους, καρατέκα ξυλίκικη έμπνευση, λουπαριστές μουσικές νότες, κακές γυναίκες και μια στοιχειώδη υπόθεση, αλλά και με λίγη τροφή για σκέψη, αυτή η ταινία είναι must see.  Σκέψου απλά τη μνεία που έκανε για χάρη της ο Quentin Tarantino στο "Death Proof" και θα καταλάβεις οτι μιλάμε για ΤΗΝ έμπνευση.

Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι ο σωματαράς γιος, μοιάζει αρκετά με μια πιο brutal εκδοχή του Marlon Brando, οτι η σκηνή με τα catfights και τις ιαχές καράτε είναι άπαιχτες και οτι εγώ ένα από τα poster θα το κάνω μπλουζάκι.  Τέλος.


 No trivia






































































Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2012

Seven Psycopaths: Guns, mafia and a Shih-Tzu

NEW ARRIVAL

Καλημέρα σε όλους!  Όπως σας είχα πει από την Τετάρτη, αυτή την εβδομάδα είχα βάλει στο μάτι δυο ταινίες, το "The Hunt" και το "Seven Psychopaths", και το καλό είναι πως και οι δυο αποδείχτηκαν σοφές επιλογές, για τους δικούς της λόγους η καθεμία.  Βλέποντας λοιπόν χθες το βράδυ το "Seven Psycopaths" αντιλήφθηκα δυο πράγματα: καταρχάς, πόσο διαφορετική ήταν η ταινία, σε σχέση με αυτό που φανταζόμουν (με τη καλή έννοια), και κατά δεύτερον, πως μια απλή στη σύλληψή της ιδέα, μπορεί να γίνει η κινητήριος δύναμη, για τη δημιουργία μιας τόσο απολαυστικά οτινανικής προσπάθειας.  Οι ψυχοπαθείς δεν είναι για όλους.  Είναι όμως και οι επτά υπέροχοι (εντάξει ο Colin Farrell οχι και τόσο, μιας που είναι λίγο κομπάρσος, αλλά δε βαριέσαι).  Τι έλεγες λοιπόν για εκείνη την επίσκεψη στον κινηματογράφο;


Ο Μarty (Colin Farrell) είναι ένας νεαρός σεναριογράφος του Hollywood, o οποίος αναζητεί μάταια το next good screenplay, αφού η έμπνευση του μοιάζει να έχει βγάλει φτερά, και να έχει αντικατασταθεί από ένα μπουκάλι, χρυσίζονοτος whiskey.  Και ενώ στύβει το μυαλό του να προχωρήσει την ιστορία του με τίτλο "Seven Psychopaths", ο αποτυχημένος ηθοποιός φίλος του, Billy (Sam Rockwell), κάνει οτι περνάει από το χέρι του, προκειμένου να τον βοηθήσει και μέσα από τρελές καταστάσεις, να αφυπνίσει την σεναριογραφική του ιδιότητα.  Παράλληλα ο Billy, προκειμένου να βγάλει τα προς το ζειν, αρέσκεται να απαγάγει σκυλιά, μαζί με έναν άλλον φίλο του, τον μυστηριώδη Hans (Christopher Walken).  Και ενώ τα πράγματα μοιάζουν από την αρχή στριμόκωλα, έρχεται να προστεθεί στην ιστορία και ένα αφεντικό της μαφίας, ο σκληροτράχηλος Charlie (Woody Harrelson), ο οποίος χάνει το αξιαγάπητο Shih-Tzu του, επειδή φυσικά ο Billy το απαγάγει.  Αυτό που δε ξέρει βέβαια είναι οτι το αφεντικό του σκυλιού, είναι ένα καραφλό καθίκι, που δεν έχει τον παραμικρό ενδοιασμό να σκοτώσει τον οποιονδήποτε, προκειμένου να πάρει το κατοικίδιό του πίσω.  Και έτσι ξαφνικά οι πρωταγωνιστές, μπλέκουν σε ένα μαφιόζικο κυνηγητό, ιδανικό για story ταινίας.  Και κάπως έτσι το σενάριο του Marty αρχίζει να γράφεται από μόνο του.  Με τη μόνη διαφορά οτι ο Marty και η παρέα του, το ζουν πραγματικά.


Ο σκηνοθέτης της ταινίας Martin McDonagh, αποτελεί μια από εκείνες τις κλασικές περιπτώσεις σκηνοθετών, που μεταφέρουν στις ταινίες τους, την σύγχρονη κουλτούρα της χώρας τους, καθώς και τις ιδιομορφίες και την ιδιοσυγκρασία των κατοίκων της.  Στη προκειμένη περίπτωση αυτή των Ιρλανδών.  Δεν είναι εξάλλου καθόλου τυχαίο που για ακόμη μια φορά ο Farrell επιλέγεται προκειμένου να υποδυθεί στην ουσία τον...εαυτό του, έναν αλκοολικό, Ιρλανδό δηλαδή, με έφεση στις ωραίες γυναίκες.  Και αν με ρωτήσετε, αυτό είναι και το χαρακτηριστικό του McDonagh, το γεγονός δηλαδή οτι σε όλες του τις ταινίες (οι οποίες ακόμα δεν είναι και πολλές βεβαίως, βεβαίως) φροντίζει να εκχύει δόσεις μαύρου χιούμορ, γεμάτες από τραγικά ευτράπελα, που οι καταστάσεις και οι ήρωες, κάνουν να φαίνονται κωμικά και σπλατερικές στιγμές που σε μια δραματική ταινία ή σε κάποιο horror θα φάνταζαν σοκαριστικές, εδώ όμως φαντάζουν αναπόσπαστο κομμάτι του κόσμου των δικών του παράνομων.
Ο ΜcDonagh είναι "παιδί" των καιρών του, καιροί στους οποίους το χαρακτηριστικό ταραντινίστικο style, έχει γίνει πλέον μανιέρα για πολλούς σκηνοθέτες, με άλλους να το ευλογούν, και άλλους να δικαιολογούν την απουσία πλοκής μέσα από αιμάτινες θάλασσες, κομμένα χειροπόδαρα και λεπιδίστικα ξεντεριάσματα.  Ο McDonagh παίζει ευτυχώς στη πρώτη κατηγορία, αφού ούτε το παρακάνει με τις σαφέστατες παραπομπές στον τρισμέγιστο Tarantino, ούτε όμως χρειάζεται να το κάνει, αρκούμενος σε μια έξυπνη και αποδοτική υπόθεση για τη ταινία του.  Μια ιστορία για μια ιστορία, η οποία παίρνει σάρκα και οστά, με τους χάρτινους πρωταγωνιστές, να αποτελούν επί της ουσίας τους πρωταγωνιστές, τόσο της σεναριακής προσπάθειας του ήρωα, όσο και της ταινιακής δημιουργίας του ΄Αγγλου σκηνοθέτη.  Nice one.


Έχοντας στο ενεργητικό του μόλις δυο μεγάλου μήκους ταινίες, και ένα short story ("Six Shooter") για το οποίο μάλιστα κέρδισε το 2006 το Oscar, o McDonagh φαίνεται πως σε αυτή, τη νέα του ταινία, παίρνει δάνεια από το εξίσου καλό "In Bruges" του 2008, πακέτο με τον Farrell και δημιουργεί για ακόμη μια φορά, μια μαύρη κωμωδία, είδος που όπως φαίνεται αρέσκεται να σκηνοθετεί.  Και γιατί οχι, αφού είναι πολύ καλός σε αυτό.
Με δικό του σενάριο, ο McDonagh δημιουργεί μια απρόσμενη περιπέτεια, που ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια σου μέσα στην αίθουσα, με έναν τρόπο σταδιακό και ομολογουμένως ευφυές.  Σε πολλούς η προσπάθειά του αυτή, ίσως φέρει στο νου την ταινία του Marc Forster, "Stranger than Fiction".  Εκεί ο Will Ferell συνειδητοποιεί οτι η ζωή του ολόκληρη, αποτελεί την επίπλαστη ιστορία μιας συγγραφέως, με αποτέλεσμα η αφηγηματική της γραφή, να δημιουργεί τεράστια προβλήματα σε ολόκληρο το φάσμα της κοινωνικής ζωής του πρωταγωνιστή και οχι μόνο.
Κάπως έτσι το μοτίβο της "ιστορίας μέσα σε ιστορία" αποδίδει τα μέγιστα στο "Seven Psychopaths" καταφέρνοντας να υφάνει καταστάσεις και δρώμενα, με τρόπο απρόσμενα ρεαλιστικό.  Παράλληλα η διαμόρφωση των χαρακτήρων επέρχεται μέσα από τη συγγραφή από τους ίδιους, του σεναρίου, όσο βεβαίως και από την συγγραφή του σεναρίου από τον ίδιο τον σκηνοθέτη.  Εξάλλου η προσοχή στη λεπτομέρεια που έχει δοθεί, έτσι ώστε το story του Marty να μη ξεφεύγει από εκείνο του McDonagh, είναι πραγματικά εντυπωσιακό, και δύσκολο στην απόδοση.  Παρόλα αυτά καταφέρνει να γίνει τόσο αναπόσπαστο κομμάτι της κανονικής ταινίας, ώστε αμέσως γίνεσαι κοινωνός της γνώσης, ολόκληρης της υπόθεσης, χωρίς όμως να είσαι και σίγουρος σχετικά με το πως θα τελειώσει τέλος πάντων αυτό το καλογραμμένο αστείο.  Και στη τελική, για να μη μπερδεύεσαι, κράτα στο μυαλό σου οτι το "Seven Psychopaths" είναι μια διαδραστική ταινία, καθώς βλέπεις πως επί της ουσίας το σενάριο του McDonagh, ταυτίζεται με αυτό του ήρωα-Marty, πιάνονται χεράκι-χεράκι και προχωρούν μαζί.  Κυριολεκτικά.


Η εμπλοκή όλων αυτών των ευτραπελικών ηρώων, δίνει τις απαραίτητες χιουμοριστικές δόσεις, προκειμένου η ταινία να περάσει σε ένα άλλο επίπεδο, αυτό της καθαρά μαύρης κωμωδίας.  Ο χαρακτήρας του Marty αναπτύσσεται μέχρι ενός σημείου μόνο, και η αλήθεια είναι πως ο Farrell αδυνατεί να αντεπεξέλθει πλήρως, κυρίως εξαιτίας της φυσικής του-όπως το βλέπω εγώ τουλάχιστον-αδυναμίας να υποδυθεί.  Οχι δηλαδή οτι το στυλ "κακό παιδί που μπεκροπίνει", δεν αποδίδει, το γεγονός όμως οτι δίπλα από τον Farrell βρίσκεται κάθε φορά ένα μπουκάλι αλκοόλ, μου δίνει να καταλάβω οτι σε ένα βαθμό ο σκηνοθέτης, θέλει από εμένα να μην είμαι σκληρή με τον Ιρλανδό γόη, και να αποδώσω ένα αδιάφορο παίξιμο, στο γεγονός οτι υποδύεται πάντα τον αλκοολικό.  Και εδώ μια απ'τα ίδια είναι, αλλά ευτυχώς τη κατάσταση σώζουν όλοι οι υπόλοιποι.
Ο Sam Rockwell για παράδειγμα, είναι αυτός που κερδίζει τις εντυπώσεις, χάρη στον εντελώς ψυχωτικό του χαρακτήρα.  Νευρωτικός, εκφραστικός και με τις καλύτερες ατάκες, είναι σίγουρα αυτός που ξεχωρίζει, και αν με ρωτάτε, καιρός ήταν, έπειτα από τη παρουσία του σε αρκετές μέτριες παραγωγές.  Φυσικά, δε πρέπει να ξεχνάμε και τον πάντα ιδιαίτερο, Woody Harrelson, ο οποίος βρίσκεται στα παραδοσιακά του λημέρια, αυτά των τρελαμένων αφεντικών της μαφίας, δίνοντας για ακόμη μια φορά μια απολαυστική ερμηνεία.  Ενδεχομένως η πιο "όμορφη" παρουσία έρχεται από τον Walken, ο οποίος αποτελεί και τον μοναδικό ήρωα με ένα συμπαγές παρελθόν, που δικαιολογεί απόλυτα τη παρουσία του μέσα στην ταινία, ενώ ευχάριστη είναι και η παρουσία-έκπληξη του υπέροχου Tom Waits, ο οποίος βάζει το δικό του λιθαράκι στο στήσιμο αυτής της τρελιάρικης ταινίας.  Guest star το αξιολάτρευτο Shih-Tzu, το οποίο δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας.  Κορυφαία στιγμή, η αγέρωχη και ατάραχη παρουσία του, σε μια τίγκα στους πυροβολισμούς, σκηνή.  Απλά, όλα τα λεφτά..


Εκτός από τη σκηνοθεσία που έχει ένα κάποιο ενδιαφέρον (κυρίως εξαιτίας των περιοχών των γυρισμάτων, όπως η αμερικανική έρημος), και οι ερμηνείες ταιριάζουν γάντι σε αυτή τη buddy comedy, που τζαμάρει με πυροβολισμούς, far fetched κίνητρα, ωραίες ατάκες. και μια γενικότερη διάθεση για παραβατική, τρελιάρικη ζωή.
To "Seven Psychopaths" είναι μια διασκεδαστική ταινία που μπορείς να δεις με τους κολλητούς ή τη κοπέλα σου/αγόρι σου στο σινεμαδάκι, και να περάσεις κι εσύ μια fun βραδιά.  Δε χρειάζεται να βλέπουμε συνέχεια σινεφιλίδικα ταινιάκια.  Μερικές φορές, είναι απαραίτητη μια τέτοια ταινία, για να σκάσει και λίγο το χειλάκι σου.  Τι μερικές δηλαδή, αυτό έχει γίνει πλέον απαραίτητο.

Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι η σεκάνς στο νεκροταφείο είναι άψογη, οτι κρίμα στην Όλγα και οτι ο Jodiac είναι νεκρός.  Ναι, όπως τ' ακούς.


No trivia