Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δράμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δράμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2015

White God: Uprising

Το "White God" ή αλλιώς "Feher isten" στα ουγγρικά, κέρδισε το 2014 το βραβείο Ένα Κάποιο Βλέμμα στο φεστιβάλ των Καννών, αποτελώντας μια από τις πολλές και καλές ξενόγλωσσες ταινίες που είχαμε την τύχη να απολαύσουμε τόσο μέσα στο 2014, όσο και τώρα, στις αρχές του 2015.  Έχοντας να διαλέξει κανείς ανάμεσα σε ταινίες όπως το "Ida" του Pawel Pawlikofski, το πρόσφατο "Force Majeure" του Ruben Ostlund, αλλά και τα πολυαναμενόμενα "The Tribe" του Miroslav Slaboshpitsky, "Leviathan" του Andrey Zvyagintsev και "Winter Sleep" του Nuri Bilge Ceylan, σίγουρα η απόφαση δεν είναι εύκολη, αφού καθεμιά από τις παραπάνω ταινίες, αποτελούν-για τους δικούς τους λόγους η καθεμία-σύγχρονα, κινηματογραφικά αριστουργήματα.
Το "White God" με την σειρά του, κερδίζει επάξια μια θέση σε αυτή την λίστα, καθώς αναδεικνύεται σταδιακά ως μια καθόλα σκληρή, αλλά οπτικά πανέμορφη αλληγορία για την σύγχρονη εποχή της απανθρωποίησης και της κοινωνικής απομόνωσης.


H δεκατριάχρονη Lili έρχεται αντιμέτωπη με την απόφαση του πατέρα της να αφήσει στον δρόμο τον ημίαιμο σκύλο της, Hagen, καθώς μετά από τα παράπονα των ενοίκων της πολυκατοικίας στην οποία διαμένουν, ο σκύλος πρέπει να φύγει από το διαμέρισμα.  Η Lili θα ξεκινήσει τότε με το ποδήλατό της, ένα αστικό ταξίδι, προκειμένου να εντοπίσει και να σώσει τον υπάκουο Hagen, πριν τα ίχνη του χαθούν εντελώς.  Η ζωή όμως εκεί έξω δεν είναι εύκολη για τους τετράποδους φίλους του ανθρώπου, καθώς η εκμετάλλευση και η σκληρότητα καραδοκούν σε κάθε γωνιά.  Όπως όμως μας έχει συνηθίσει και η ίδια η Ιστορία, έρχεται κάποια στιγμή που οι καταπιεσμένοι εξεγείρονται.  Και τότε μπορείς μόνο να τρέξεις με όλη σου την δύναμη.


Η φετινή χρονιά αποτέλεσε πραγματική αποκάλυψη για τις ξενόγλωσσες ταινίες, καθώς όπως αναφέραμε και παραπάνω, οι περισσότερες από αυτές κατάφεραν να καταχωρηθούν στην φετινή, κινηματογραφική μας μνήμη, ως εξαιρετικά δείγματα, σκηνοθετικής και σεναριακής γραφής.
Ένα χαρακτηριστικό το οποίο φάνηκαν να μοιράζονται, παρά τις ολοκληρωτικά διαφορετικές ιστορίες τους, είναι το θέμα του συμβατικού σεναρίου.  Για να μην παρεξηγηθούμε, όταν λέω συμβατικό σενάριο στην προκειμένη περίπτωση, εννοώ πως οι δημιουργοί μοιάζουν να επέλεξαν-φαινομενικά-απλές και λιτές υποθέσεις, μέσα από τις οποίες αναδύθηκαν υπέροχες ερμηνείες και αληθινά, κινηματογραφικές σκηνοθεσίες, ειλικρινά πιστές στην 7η Τέχνη.
Δίχως να έχω δει ακόμα το "Leviathan" και το "Winter Sleep" του Nuri Bilge Ceylan, μπορώ να πω με μια σχετική βεβαιότητα, πως πράγματι αυτό ισχύει σε μεγάλο βαθμό.  Για παράδειγμα στο ασπρόμαυρο "Ida", η υπόθεση θέλει μια νεαρή, μέλλουσα μοναχή, να έρχεται αντιμέτωπη με το οικογενειακό της παρελθόν, ενώ στο καυστικό "Force Majeure", μια ελεγχόμενη χιονοστιβάδα «καταπλακώνει» την καλολουστραρισμένη εικόνα της τέλειας οικογένειας.  Από εκεί και πέρα, τόσο ο Pawlikoski, ο οποίος επαναφέρει τον θεατή-την μνήμη του θεατή-στην επιβλητικότητα του πολωνικού κινηματογράφου, όσο και ο Σουηδός Ruben Ostlund που επαναπροσδιορίζει με τρόπο σύγχρονο την μεγάλη, κινηματογραφική παράδοση της Σουηδίας, απογειώνουν τις ταινίες τους μέσα από καθαρά φιλμικά μέσα, ανάγοντας τελικά τις ιστορίες τους, σε κάτι περισσότερο από απλές ιστορίες.


Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση του Ούγγρου Kornel Mundruczo, ο οποίος προφασιζόμενος την εγκατάλειψη ενός σκύλου, στήνει γύρω από την περιπέτειά του, μια ζοφερή αλληγορία για την ξενοφοβία και τον ρατσισμό που φωλιάζει στην καρδιά του ανθρώπου.
Για πολλούς ο τίτλος της ταινίας αποτελεί τον λπογικό αναγραμματισμό της ταινίας του Samuel Fuller, "White Dog", στην οποία ένας λευκός σκύλος έχει εκπαιδευτεί προκειμένου να επιτίθεται και να σκοτώνει μαύρους πολίτες.  Η αντιστροφή των δυο γραμμάτων στον τίτλο γίνεται εμφανής, όταν ο θεατής αρχίζει να αντιλαμβάνεται το τι ακριβώς εκπροσωπεί ο Hagen, καθώς κάποιοι ίσως έχουν την εύλογη απορία, γιατί ο τίτλος μιλάει για έναν λευκό Θεό, από την στιγμή που το μόνο που βλέπουμε είναι ένας κανελής σκύλος.  Είναι απλό.  Σε αντίθεση με την ταινία του Fuller, εδώ οι άνθρωποι κρατούν τον ρόλο του white god, παραπέμποντας σε έναν βαθμό στην ναζιστική αντίληψη περί αρίας, λευκής φυλής, με τον Hagen εκπροσωπεί τους απανταχού καταπιεσμένους και φοβισμένους αυτού του κόσμου, πλάσματα πληγωμένα-κυριολεκτικά και μεταφορικά-από την καταλυτική επίδραση της ξενοφοβικής μανίας και του πνιγηρού ρατσισμού.


To "White God" αποτελεί μια από τις καλύτερες ταινίες της φετινής σοδειάς, οχι μόνο εξαιτίας της αλληγορικής του έμπνευσης (η οποία τρυπώνει αργά, αλλά σταθερά κάτω από το δέρμα του θεατή μέχρι που γίνεται αφόρητα επίπονη), αλλά και εξαιτίας της καταληκτικής δουλειάς που έχει γίνει τόσο σε επίπεδο σκηνοθεσίας, όσο και φωτογραφίας δια χειρός Marcell Rev.
Η κάμερα τοποθετείται σε χαμηλό επίπεδο, κινηματογραφώντας τον κόσμο του Hagen από το ύψος του, δίνοντας έτσι, ξεκάθαρα, την δυνατότητα στο κοινό, να βιώσει την εγκατάλειψη και την εκμετάλλευση του «σκύλου»-θύματος, σε πρώτο πρόσωπο.  Ενδιαφέρον προκαλούν και ορισμένα υποκειμενικά πλάνα, από την οπτική του σκύλου που ταυτίζουν ακόμη περισσότερο το βλέμμα του θεατή, με αυτό του τετράποδου πρωταγωνιστή.
Υπάρχουν, παράλληλα, μερικές υπέροχα χορογραφημένες σκηνές, οι οποίες παραπέμπουν εμφανώς, ανά στιγμές, σε σκηνές θρίλερ, προσδίδοντας στην ταινία μια αίσθηση σασπένς, αλλά και φρίκης, με τον Mundruczo να κάνει εξαιρετική δουλειά στο καδράρισμα και στις ιδιαίτερες γωνίες λήψης, καθιστώντας έτσι το "White God" ένα μικρό, κινηματογραφικό αριστούργημα.
Αν το έχετε δει, αναζητήστε το για την απρόσμενη ομορφιά του, την τεχνική αρτιότητα των δημιουργών και την καλύτερη τελική σεκάνς (και πλάνο) που έχετε δει σε ταινία εδώ και πολλά χρόνια.  Ένα πλάνο για κινηματογραφική ανθολογία, το δίχως άλλο.

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2014

The Babadook: Don't let it in!

Χαιρετώ και πάλι!  Μερικούς μήνες μετά την τελευταία μου ανάρτηση (πολύ θα ήθελα να τα είχαμε πει και πιο πρόσφατα, αλλά δυστυχώς ο χρόνος μου έχει φτάσει πλέον στα όρια της εξαΰλωσης), είπα να επιστρέψω εκτάκτως όσο προλαβαίνω (που δεν προλαβαίνω, γκουχου γκουχου), για να πούμε δυο πραγματάκια για μια σπουδαία ταινία, την οποία είχα την τύχη να δω στις πρόσφατες Νύχτες Πρεμιέρας.


Το "The Babadook" δεν μοιάζει με τίποτα από αυτά που έχω δει τα τελευταία χρόνια, καθώς είναι ένα φιλμ που παραπέμπει περισσότερο στον γνήσιο, ψυχολογικό τρόμο του «ένδοξου», θριλερικού παρελθόντος.
H Amelia (Essie Davis) είναι μια μητέρα που μεγαλώνει μόνη της τον επτάχρονο γιο της Robbie (Daniel Henshall).  Η καθημερινότητά τους δεν είναι καθόλου εύκολη, καθώς πέρα από το γεγονός πως εκείνη συνεχίζει, να υποφέρει από την απώλεια του συζύγου της, καλείται παράλληλα να αντιμετωπίζει και τα βίαια ξεσπάσματα του γιου της, ο οποίος μοιάζει να αποτραβιέται ολοένα και περισσότερο στον εαυτό του.
Η κατάσταση πρόκειται να χειροτερέψει, όταν ο μικρός Robbie αρχίσει να εκδηλώνει τρομακτικές αντιδράσεις, εξαιτίας ενός τέρατος, που όπως ο ίδιος υποστηρίζει, εμφανίζεται μέσα στο σπίτι.  Στην προσπάθειά της να τον καθησυχάσει, η Amelia θα βυθιστεί με την σειρά της, σε έναν παραληρηματικό κόσμο, απόλυτου τρόμου, διαισθανόμενη πως πράγματι, κάτι κακό ελοχεύει μέσα στο μουντό σπιτικό τους: ένα πλάσμα μανιασμένο, άρρωστο και γεμάτο πικρία.

 

Η Αυστραλέζα Jennifer Kent ντεμπουτάρει φέτος σκηνοθετικά με μια ταινία βασισμένη στην μικρού μήκους ταινία της, "Monster", η οποία μετράει ήδη εννέα χρόνια, δημιουργώντας αυτή την φορά έναν κόσμο τόσο απόκοσμο, μα και τόσο γνώριμο, ώστε είναι πρακτικά αδύνατον να μη παρασυρθείς από την κλειστοφοβική του ατμόσφαιρα.
Δηλώνοντας μεγάλη fan του horror είδους, η Kent παραδέχτηκε ότι το Babadook είναι το αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης προσπάθειας, η οποία φαίνεται να συνδέεται άμεσα με το πρότερο υλικό του Monster, δηλώνοντας μάλιστα σε συνεντεύξεις πως ένα μέρος της ταινίας βασίζεται σε βιωματικά γεγονότα.
Αν και δεν μπορούμε να πούμε πολλά, δεδομένης της αντισυμβατικότητας του σεναρίου και γιατί θέλοουμε να αποφύγουμε τυχόν "διαρροές" στην-μάλλον απίθανη-περίπτωση που δούμε την ταινία να έρχεται στην Ελλάδα, μπορούμε εντούτοις να δώσουμε μερικά παραδείγματα, ως προς το γιατί το "The Babadook" αποτελεί ένα από τα πιο πρωτότυπα και συνάμα πιο συνταρακτικά horror film, των τελευταίων ετών.


Η γυναικεία παρουσία στις ταινίες τρόμου, έχει προοδευτικά αλλάξει ριζικά στην εποχή μας, σε σχέση με την εμφάνιση στην δεκαετία του '60, του "Grand Dame Guignol" ρεύματος, μιας σειράς δηλαδή ταινιών, στις οποίες τον κεντρικό ρόλο κρατούσαν γυναίκες-δολοφόνοι.
Σε αυτού του είδους τα φιλμ (τα οποία λειτούργησαν και ως αφετηρία για την ανάδειξη του μετέπειτα είδους του "giallo" και του αμερικάνικου exploitation), οι γυναίκες έπαψαν να αρκούνται στον ρόλο του ανήμπορου θύματος που περίμενε είτε την ανδρική σωτηρία, είτε τον αναπόφευκτο θάνατο, διεκδικώντας λίγη από την horror-ική πίτα που συνήθιζαν να απολαμβάνουν μέχρι τότε οι άνδρες πρωταγωνιστές.
Η μάγισσα, η ψυχωτική ερωμένη (ή σύζυγος), καθώς και το θύμα που αποζητά, αυτή τη φορά, εκδίκηση, υπήρξαν μερικοί από τους πιο κλασικούς ρόλους γυναικών στον κινηματογράφο του 1960-1970, με τις Bette Davis, Joan Crowford (μαζί στο "Whatever Happened to Baby Jane?"), Barbara Steele και Shelley Winters να αποτελούν μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά ονόματα του πρότερου κινηματογράφου του τρόμου.
Απέναντι στο ανδρικό μοτίβο του serial killer, του φετιχιστή δολοφόνου, του σαδιστή και του πρωταγωνιστή με τα φροϋδικά σύνδρομα, η καταπιεσμένη σεξουαλικότητα των γυναικών συνηγορεί στην ανάδυση ενός νέου "τέρατος", κατά τρόπο όμοιο με αυτόν του Norman Bates στο "Psycho".  Πίσω από κάθε μανιασμένη τσεκουριά ("Strait-Jacket"), πίσω από κάθε φιλέτιασμα μέχρι το κόκκαλο ("Αudition"), κρύβεται μια γυναίκα που θέλει να πάρει τον έλεγχο της ζωής της στα χέρια της και να απελευθερωθεί από τις σεξουαλικές προκαταλήψεις και τα πρέπει του φύλου της. Και θα το επιδιώξει με κάθε τρόπο.


Μέχρι πρότινος ο σύγχρονος κινηματογράφος του τρόμου είχε αντικειμενοποιήσει πλήρως την έννοια της γυναίκας, που συνήθως θα αποτελούσε τον εύκολο στόχο, πάσης φύσεως τρελών και ψυχωτικών δολοφόνων.  Παρόλα αυτά τα τελευταία χρόνια το κλίμα μοιάζει, να αντιστρέφεται, με τις γυναίκες να μετατρέπονται σε δυναμικές ηρωίδες, ικανές να διαχειριστούν δύσκολες και συνήθως, εν δυνάμει θανατηφόρες καταστάσεις.
Αυτή η επιστροφή στον κινηματογράφο του Tobe Hooper, εκεί όπου η Marilyn Burns βγήκε καταματωμένη, αλλά ζωντανή από τον εφιάλτη του «Σχιζοφρενή Δολοφόνου με το Πριόνι» (1974), αλλά και του Ridley Scott, με την Sigourney Weaver να τα βάζει με τον υπέρτατο, εξωγήινο θηρευτή στο "Alien" του 1979, αποτελεί σαφέστατα μια επιστροφή στην παράδοση του θηλυκού τρόμου, που ταινίες όπως το πρόσφατο "You're Next", καταφέρνουν να ανανεώσουν, έστω και στιγμιαία.
Ένα από τα καλύτερα sub-genres της κατηγορίας αυτής, είναι αναμφίβολα το ευρύτερο πλαίσιο της μητρότητας, όπως αυτό εκφράστηκε επιτυχημένα στο "Rosemary's Baby" του Polanski το 1968 και πολύ πιο ακραία και γραφικά, στο "The Brood" του David Cronenberg δέκα περίπου χρόνια μετά.
Η έννοια της μητρότητας και της δίχως όρια αγάπης της μητέρας προς τα παιδιά της, αποτελούσε πάντα ένα από τα μεγαλύτερα θέματα ταμπού.  Οι περιπτώσεις της επιλόχειας κατάθλιψης που διαρρηγνύουν αυτή την φυσική ένωση μητέρας-παιδιού, καταγράφονται με ψιλά γράμματα στους πρώτους μήνες ζωής ενός βρέφους, με το οικείο περιβάλλον να «καταχωνιάζει» το φοβερό αυτό μυστικό, βαθιά μες την ντουλάπα.  Η Lynne Ramsay πέτυχε, εν προκειμένω, την κατάδειξη αυτής της πλευράς της μητρότητας, μέσα από το "We Need to Talk About Kevin", ένα φιλμ που καταπιάνεται με την εκ γενετής αντιπαλότητα μεταξύ μητέρας-παιδιού, μια αντιπαλότητα που πηγάζει από την ίδια κοινωνική νόρμα που δαιμονοποιεί τόσο την μητέρα ενός παιδιού-«τέρας», όσο και εκείνη η οποία δεν γίνεται να βιώσει εκ των πραγμάτων την έννοια της μητρότητας.  


Το "Τhe Babadook" είναι η ευτυχής συγκυρία πολλών εκ των παραπάνω, με την υπόθεση να διαδραματίζεται σε ένα σκοτεινό, «άρρωστο» σχεδόν σπίτι.  Η Essie Davis στον ρόλο της μητέρας και ο μικρός Daniel Henshball αποτελούν ένα εξαιρετικό, ερμηνευτικό δίδυμο, ενώ η σκηνοθεσία της Kent σε συνδυασμό με την απειλητική φωτογραφία του Radek Ladczuk, δημιουργούν το ιδανικό περιβάλλον σύγχρονου τρόμου, μακριά από εύκολα jump scares και προβλέψιμες καταστάσεις.
Δεν θα μπορούσαμε να πούμε κάτι παραπάνω γι' αυτή την αυστραλιανή παραγωγή, καθώς η αξία της έγκειται στην πρωτοτυπία του σεναρίου και τον αυθεντικό τρόμο που ελοχεύει δίπλα μας και γύρω μας, ανά πάσα στιγμή.  Έναν τρόμο τόσο πραγματικό, όσο και το σκοτάδι που μας τυλίγει.


Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2014

Nebraska: A road trip

NEW ARRIVAL

Επιστροφή και πάλι μετά από καιρό απουσίας, λόγω άπειρου φόρτου εργασίας.  Ευτυχώς να λέμε που υπάρχουν και τα blogoscrars και θα ξε-αραχνιάσει λιγάκι ο blog.  Όσοι δεν έχετε ακόμα δηλώσει συμμετοχή, μη περιμένετε.  Μπείτε εδώ και ετοιμαστείτε για μια πραγματικά δύσκολη, μπλογκοσκαρική χρονιά.
Btw φέτος θα φιλοξενήσω στο blog μου και έναν καινούριο, καλό φίλο (εξού και το μερεμετάκι στην εμφάνιση, μη μας περάσει και για τίποτα 'βλαχάρες, τελευταίες'), οπότε σύντομα θα μας δείτε με το καλό να ετοιμάζουμε πυρετωδώς official και unofficial λίστες, posters, OSTs, καλύτερες ταινίες, ερμηνείες και τα σχετικά.  Φρενίτιδα...
Όσον αφορά την ταινία για την οποία αποφάσισα να αναρτήσω το κατιτίς μου, πρόκειται αναμφίβολα για την ταινία της εβδομάδας και σίγουρα για μια από τις καλύτερες για φέτος.  Το "Nebraska" του Alexander Payne, αποτελεί ένα υπέροχο δείγμα road trip, τόσο λιτό και απέριττο, όσο εν προκειμένω, μια νωχελική μέρα στην αμερικάνικη πολιτεία της Νebraska.


Ο Woody (Bruce Dern) είναι ένας σύζυγος και πατέρας που ποτέ δεν φάνηκε να τα καταφέρνει ιδιαίτερα καλά, σε καμία από αυτές τις δυο του ιδιότητες.
Με τον χρόνο να αφήνει σταδιακά τα σημάδια του στο μυαλό του, η οικογενειακή κατάσταση της καθημερινής πραγματικότητας των πρωταγωνιστών πρόκειται να αλλάξει, όταν ο ίδιος αποφασίσει να ταξιδέψει μέχρι την Nebraska, ξεκινώντας μάλιστα το μακρύ του ταξίδι με τα...πόδια.  Την απρόβλεπτη απόφαση του πατέρα του, θα προσπαθήσει να αλλάξει ο David (Will Forte), o οποίος θα κάνει οτι μπορεί προκειμένου να τον σταματήσει και να τον "επαναφέρει" στην, κατά τα άλλα, δίχως νόημα, πραγματικότητά του.  Ο Woody, ανένδοτος, επιμένει πως πρέπει να φτάσει μέχρι την Nebraska, προκειμένου να εισπράξει ένα εκατομμύριο δολάρια, τα οποία κληρώθηκαν στο όνομά του, στα πλαίσια μιας διαφημιστικής προώθησης προϊόντων.  Ο David, θα αναγκαστεί να ακολουθήσει τον πατέρα του σε ένα ταξίδι που είναι τελικά κάτι περισσότερο από αυτό που φαίνεται...


Ο Alexander Payne επιστρέφει δυο χρόνια μετά τους "Απογόνους" του, υπογράφοντας ένα γλυκόπικρο, οικογενειακό δράμα, με μπόλικες δόσεις χιούμορ και κεντρικό πυλώνα, την ερμηνευτική πληθωρικότητα του Bruce Dern, ο οποίος λειτουργεί εδώ ως νούμερο ένα, συναισθηματικός οδοστρωτήρας.
Αν και το "Nebraska" αποτελεί την έβδομη, μόλις, ταινία του Payne, καταφέρνει να αποτελέσει και αυτή τμήμα, της εντελώς ανθρωποκεντρικής δουλειάς του σκηνοθέτη, ο οποίος επιλέγει εδώ το ασπρόμαυρο φορμάτ, αφενός για να ενισχύσει την αισθητική της ταινίας του, και αφετέρου για να καταστήσει ενδεχομένως σαφή, την απόλυτη φύση του-επί της αρχής-γεροπερίεργου Woody: άσπρο ή μαύρο.  Τίποτα ενδιάμεσο.
Φυσικά ο υποψήφιος για 'Best Achievement in Cinematography' Oscar, ελληνικής καταγωγής, Phedon Papamichael, αποτελεί έτσι κι αλλιώς μια από τις καλύτερες αφορμές για να δει κανείς το "Nebraska", μιας που η καλλιτεχνική, φωτογραφική του συμβολή στο οπτικό αποτέλεσμα της ταινίας, προσδίδει στο σενάριο του Bob Nelson, το ιδανικό πάτημα προκειμένου να αναπτυχθεί μέσα σε ένα καθόλα λυρικό πλαίσιο.


Όπως γίνεται πάντως σαφές, αυτή ακριβώς η ποιητική εικόνα των συντελεστών, έρχεται σε έντονη αντιδιαστολή με τα καθημερινά προβλήματα που αντιμετωπίζουν τόσες και τόσες οικογένειες, με μια εξ' αυτών να αποτελεί στην συγκεκριμένη περίπτωση, τους κεντρικούς ήρωες της υπόθεσης.
Φυσικά η αφορμή για το αυτοκινητικό ταξίδι πατέρα/γιου, δεν είναι καθόλου τυχαία, μιας που αποτελεί την καταλληλότερη ευκαιρία για προσωπικές ενδοσκοπήσεις, αλλά και φαμιλιακό bonding μεταξύ πάλαι ποτέ αδιάφορου πατέρα και συναισθηματικά στιγματισμένου γιου.  Ο ανεξάρτητος, αμερικάνικος κινηματογράφος άλλωστε, πάντα χρησιμοποιούσε την δυναμική του "road trip film" προκειμένου να μεταβιβάσει σε μεταφορικό/αλληγορικό επίπεδο στην συνείδηση του θεατή, όλα όσα βλέπει εκείνος να συμβαίνουν στην μεγάλη οθόνη.  Από το ελευθεριακό "Easy Rider" του Dennis Hopper, ύμνο στην αμερικάνικη ιδεολογία των 'ανοιχτών οριζόντων' και το εμβληματικό "Bandlands" του Terrence Mallick, μέχρι το φεμινιστικό γκάζι των "Thelma and Louise", ακόμη και την επαναπόκτηση της ταυτότητας του ήρωα στο "Paris, Texas" του Wim Weders, ο κινηματογράφος του δρόμου, του ταξιδιού και της ερημικής σκόνης, αποτελούσε, αποτελεί και θα συνεχίσει να αποτελεί την καλύτερη ευκαιρία για έναν ήρωα να διεκδικήσει τον δικό του 'τελικό προορισμό'.


Το "Nebraska" αποτελεί σεναριακά την επιτομή της προσπάθειας επανασύνδεσης (και κυρίως, της προσπάθειας επικοινωνίας) πατέρα/γιου, υπό το πρίσμα μιας αφορμής η οποία συμπυκνώνεται στην πεποίθηση του Woody πως πράγματι έχει γίνει πλούσιος.  Εκτός όμως από το κεντρικό μοτίβο της ταινίας, η υπόθεση διανθίζεται παράλληλα και από την εμπλοκή ενός σωρού άλλων χαρακτήρων, ο καθένας από τους οποίους δίνει και το δικό του, προσωπικό στίγμα.
Την προσοχή παρόλα αυτά κλέβει ο Bruce Dern, ο οποίος υποδύεται συγκλονιστικά τον ηλικιωμένο πατέρα με όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα ενός ανθρώπου που αισθάνεται παραγκωνισμένος, δίχως λόγο να ζει, μακριά από τις δραστηριότητες που τον κατέτασσαν κάποτε στα ενεργά μέλη της κοινωνίας.  Το ενδιαφέρον μάλιστα του σεναρίου έχει να κάνει ιδιαίτερα, με τον τρόπο με τον οποίο χτίζεται από την αρχή η παρουσία του Woody, ως αλκοολικού, πεισματάρη, γεροξεκούτη, μόνο για να αποκαλυφθεί στην συνέχεια πως τα πράγματα, ίσως και να μην είναι ακριβώς έτσι.  Τον ρόλο της αποκατάστασης της "φήμης" του, αναλαμβάνει η αθυρόστομη και ξύπνια σύζυγος Kate (ένα όνειρο η Squibb), που κάπου ανατρέπει τα δεδομένα και δίνει το πραγματικό στίγμα του ήρωα Woody.
Το "Nebraska" είναι μια ταινία γεμάτη ζεστασιά, χιούμορ και αληθινούς ανθρώπους, μια ταινία που ασχολείται με μια φέτα πραγματικής ζωής, θέτοντας ως προβληματική τους οικογενειακούς δεσμούς, την σχέση πατέρα/γιου και την ανάγκη των ανθρώπων να συνεχίσουν να ζουν και να πορεύονται κυνηγώντας πάντα τον επόμενό τους προορισμό.

Τι έμαθα από την ταινία: Oτι ο ξάδερφος Cole, είναι ο αδελφός του Macaulay Culkin στο "Home Alone", οτι η μουσική του Mark Orton είναι υπέροχη και οτι το τέλος της είναι αυτό που ταιριάζει σε κάθε τέτοιου είδους ταινία.




TRIVIA

  • Για τον ρόλο του David πέρασαν από οντισιόν οι Bryan Cranston, Matthew Modine, Paul Rudd και Casey Affleck.
  • Για τον ρόλο του Woody πέρασαν επίσης απο οντισιόν οι Gene Huckman, Robert Forster, Jack Nicholson (!) και Robert Duvall.
  • H Paramount είχε αντιδράσει όταν ο Payne αποφάσισε να σκηνοθετήσει την ταινία του σε ασπρόμαυρο.  Όταν βέβαια οι πρώτες διθυραμβικές κριτικές ξεκίνησαν, άλλαξαν γνώμη...
(ΠΗΓΗ IMDB)

Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2014

Short Term 12: Everyone needs a short term pause from life

Hello!  Επιστρέψαμε και πάλι, αν και όπως όλα δείχνουν, μάλλον θα τα λέμε όλο και πιο αραιά, μιας που όντας και πάλι φοιτήτρια, ο χρόνος μου θα είναι πλέον μηδαμινός.  Υπόσχομαι όμως στην πρώτη ευκαιρία, να επιστρέφω εδώ, προκειμένου να μιλάμε για αγαπημένες ταινίες, σύγχρονες αλλά και παλιές.
Αυτή η εβδομάδα, είναι ίσως μια από τις καλύτερες, κινηματογραφικά, μιας που κυκλοφόρησαν στις αίθουσες δυο, από τις πιο πολυαναμενόμενες ταινίες της φετινής χρονιάς.  Έχουμε από την μια πλευρά, την νέα ταινία του David O. Russell, "American Hustle" με ένα cast-βόμβα και από την άλλη έχουμε το φολκ thing των αδελφών Κοέν, "Ιnside Llweyn Davis", το οποίο έσπασε καρδιές χάρη στο μελωδικό του soundtrack και την υπέροχη σκηνοθεσία.
Εμείς σήμερα θα πούμε μερικά πράγματα για μια ταινία η οποία παίχτηκε και στις περασμένες Νύχτες Πρεμιέρας, με όσους την είδαν να κάνουν λόγο για ένα πραγματικά αξιόλογο film.  Και έτσι ακριβώς είναι.  "Short Term 12".


Η Grace (Brie Larson) είναι μια νεαρή η οποία εργάζεται σε ένα foster care facility, για παιδιά που αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα στο σπίτι τους, με το φαινόμενο της σεξουαλικής ή της γενικότερης κακοποίησης, να αποτελεί και το πιο σύνηθες.
Όταν μια μέρα φτάσει στις εγκαταστάσεις του Short Term 12 (έτσι ονομάζεται η εγκατάσταση η οποία φιλοξενεί τα παιδιά) η Jayden, μια πιτσιρίκα που κουβαλάει τα δικά της προβλήματα, η Grace θα προσπαθήσει να την προσεγγίσει, προκειμένου να την βγάλει όσο γίνεται από το μοναχικό της καβούκι.  Στην πορεία όμως θα συνειδητοποιήσει πως μοιράζεται μαζί της, πολλά περισσότερα κοινά απ'οτι θα μπορούσε να φανταστεί.  Τα φαντάσματα του παρελθόντος θα επιστρέψουν για ακόμη μια φορά, "τρομάζοντας" το τώρα και την ζωή που προσπαθεί να φτιάξει η Grace, δίπλα στον αγαπημένο της Mason (John Gallagher Jr.) ο οποίος εργάζεται μαζί της.  Η ίδια θα κληθεί να αντιμετωπίσει μια και καλή το φριχτό της παρελθόν, αν τουλάχιστον θέλει να ελπίζει σε ένα μέλλον οριστικά αποδεσμευμένο από όλα όσα συνεχίζουν να την στοιχειώνουν...


Το "Short Term 12" αποτελεί την πρώτη, μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη Destin Cretton και βασίζεται στο ομώνυμο, short film του.
Αν θα έπρεπε να μιλήσουμε για τα καλύτερα, indie films της χρονιάς, σίγουρα αυτή η ταινία θα βρισκόταν μέσα στο top 5, επειδή διαθέτει όλα εκείνα τα στοιχεία που καθιστούν τον ανεξάρτητο κινηματογράφο τόσο δύσκολο να του αντισταθείς.
Καταρχάς η ταινία πραγματεύεται ένα σκληρό θέμα, με τον πλέον διακριτικό τρόπο, επιλέγοντας την έμμεση οδό προκειμένου να καταστήσει κατανοητή στους θεατές μια θεματική, την οποία σε άλλες ταινίες έχουμε δει ουκ ολίγες φορές να γίνεται αφορμή για ακραιφνή βία και επίπονες σκηνές.  Έτσι κι αλλιώς η ανάλαφρη σκηνοθεσία του Cretton, βοηθάει ακόμα περισσότερο στην δημιουργία ενός γενικού, "προβληματικού" υπόβαθρου, μέσα στο οποίο ο κάθε χαρακτήρας αντιμετωπίζει και αντιμετωπίζεται ως μια ακόμη σπασμένη, ανθρώπινη κούκλα.  Γνωρίζουμε εξάλλου πως πολλές φορές η δημιουργία μια υπονοητικής, καταστασιακής βάσης, μπορεί να λειτουργήσει πολύ πιο αποτελεσματικά, από την πιο δύσκολη, την πιο γλαφυρή αποτύπωση βίας στο κινηματογραφικό πανί.  Και αυτό επιλέγει να κάνει εδώ ο δημιουργός, παρουσιάζοντας μεν μια ζοφερή πραγματικότητα, εγκλωβισμένη δε, μέσα σε ένα indie, χρωματικό σύμπαν.


Οι ερμηνείες αποτελούν μια ακόμη ένδειξη πως ο ανεξάρτητος, αμερικάνικος κινηματογράφος είναι γεμάτος από νεαρά ταλέντα, κάτι το οποίο η Brie Larson αποδεικνύει εδώ, με τον καλύτερο τρόπο.
Το πρόσωπό της-από τα πιο εκφραστικά που κυκλοφορούν εκεί έξω αυτή την περίοδο-είναι γεμάτο αμηχανία, κεκαλυμμένο φόβο και ανησυχία, γεγονός που αντικατοπτρίζεται τόσο πάνω στα παιδιά τα οποία βρίσκονται υπό την επίβλεψή της, όσο και στην σχέση της η οποία δοκιμάζεται καθημερινά, εξαιτίας του φορτίου που έχει επωμιστεί και η ίδια στην ζωή της.
Η Larson αποτελεί μια ταχύτατα ανερχόμενη indie queen, παίζοντας επίσης και στο φετινό "The Spectacular Now", μια ακόμη ταινία την οποία θα φιλοξενήσουμε εδώ, γιατί αποτελεί κλασική περίπτωση pretty, little movie, από αυτές που ταιριάζουν, αν μη τι άλλο, στο προσωπικό μου γούστο.
Εκτός από την Larson, όλοι κινούνται σε ρυθμούς ρεαλιστικής υποκριτικής, δημιουργώντας ένα σύνολο ατόμων που ζουν και υπάρχουν, αντιμέτωποι με τις καθημερινές δυσκολίες, τις χαρές και τις λύπες.  Ο Cretton δεν επιλέγει να ωραιοποιήσει καταστάσεις ή να προβεί σε μια ηρωοποίηση των χαρακτήρων του, επιλέγει απλά να παρουσιάσει την εσωτερική πάλη του καθενός, μέσα από μια όμορφη σκηνοθεσία, μερικές αξιοπρόσεκτες ερμηνείες (όπως αυτή της Jayden/Kaitlyn Dever) και καλογραμμένους διαλόγους που δεν λένε πολλά, λένε όμως τα απολύτως απαραίτητα και ουσιώδη.


Η ταινία λειτουργεί ως μια μιουταρισμένη γροθιά στο στομάχι, στήνοντας ένα γαϊτανάκι διαρκούς χαρμολύπης στο οποίο συμμετέχουν όλοι.  Η μετάβαση από το ευτυχές στο δυστυχές και τούμπαλιν γίνεται ξαφνικά, αποδεικνύοντας πάλι πως η ζωή είναι γεμάτη σκαμπανεβάσματα και συνεπώς το μόνο που μπορείς να κάνεις, είναι είτε να ορθώσεις ανάστημα, είτε να την αφήσεις να σε παρασύρει και να σε καταπιεί.  
Το "Short Term 12" είναι μια ταινία που παρουσιάζει με τα πιο απλά μέσα, την αλήθεια του να είσαι άνθρωπος.  Εύθραυστη, συγκλονιστική και πάνω απ'ολα βαθιά λυτρωτική.  Αναζητήστε την.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι ένα ρόπαλο του baseball πάντα είναι χρήσιμο σε ένα σπίτι, οτι πάντα θα υπάρχει κάποιος που δεν βλέπει τι συμβαίνει, επειδή έτσι τον συμφέρει και οτι θέλουμε κι άλλες τέτοιες ταινίες.


No trivia













































Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

12 Years a Slave: I don't want to survive. I want to live

NEW ARRIVAL

Γεια σας και πάλι!  Παρασκευή και 13 σήμερα και εμείς θα εξαγνίσουμε την κακή αύρα της ημέρας, λέγοντας μερικά πράγματα για την καλύτερη ταινία της εβδομάδας, το "12 Years a Slave".  Φυσικά στις αίθουσες κυκλοφορεί και η συνέχεια του Hobbit, "The Desolation of Smaug", η οποία αποτελεί μια σαφέστατη βελτίωση σε σχέση με το πρώτο, μέτριο αποτέλεσμα.  Παρόλα αυτά θα ασχοληθούμε με το δημιούργημα του Steve McQueen επειδή όπως και να το κάνουμε, αποτελεί σίγουρα και μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς.  Για να δούμε...


Το 1841 ο Solomon Northup (Chiwetel Ejiofor), ένας ελεύθερος, καλλιεργημένος μαύρος, πέφτει στα χέρια αδίστακτων δουλεμπόρων που τον πουλούν ως σκλάβο με το όνομα Platt.  Ο Solomon θα υπομείνει μια δωδεκαετία ανείπωτης φρίκης και εξευτελισμού, περνώντας από διάφορα λευκά αφεντικά και γνωρίζοντας από πρώτο χέρι το ευρύ φάσμα των ανθρώπινων χαρακτήρων.  Ανάμεσα σε καταπράσινες καλαμιές και βαμβακοκαλλιέργειες, θα έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με τις κακουχίες και την απελπισία του λαού του, ενός λαού που δεν έμαθε ποτέ τι σημαίνει να είσαι ελεύθερος.  Και η σωτηρία του Northup από τις μελανές σελίδες της Ιστορίας, θα συνεχίσει να μοιάζει πολύ μακρινή...


Βασισμένη στην ομότιτλη αυτοβιογραφία του Solomon Northup όπως αυτή εκδόθηκε το 1853, η τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του Steve McQueen, αποτελεί μια σκληρή ματιά πάνω στα δεινά της δουλείας, εμποτισμένη ιδεολογικά καθώς ήταν, στην καθημερινότητα μιας πληθώρας αμερικάνικων πολιτειών κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα (και ήδη από τον 18ο).  Στον αντίποδα οι 'free slave states' συνέχιζαν να καλλιεργούν το αίσθημα της φυλετικής ισότητας ανάμεσα στους πολίτες, με τον McQueen να παρουσιάζει έτσι κι αλλιώς σε πρώτη φάση, την προ-δουλική ζωή του Northup, προκειμένου να καταστεί τελικά και πιο δραματικά χρήσιμη, η υποθεσιακή μετάβαση από την ελευθερία στην σκλαβιά.
Το "12 Years a Slave" δεν είναι μια ταινία ολοκληρωτικά πρωτότυπη στο σύνολό της, ενδεχομένως όμως να είναι και μια από τις πιο πλήρεις απεικονίσεις της ζοφερής εκείνης εποχής.  Το σενάριο εξάλλου του John Ridley λειτουργεί αποδοτικά στα πλαίσια της κινηματογραφικής καταγραφής μιας δεδομένα αληθινής ιστορίας, βάζοντας από νωρίς στον χορό όλους τους χαρακτήρες και φροντίζοντας το σενάριο ώστε να κινηθεί κυκλωτικά γύρω από τον πρωταγωνιστή, προκειμένου η χρονική διάρκεια των δώδεκα ετών, να μοιραστεί "αρμονικά" και να εξαντληθεί ανάμεσα στους ήρωες.  Το χρονικό πέρασμα αποτελεί ένα από τα πλέον επώδυνα που έχεις δει στον κινηματογράφο, κυρίως επειδή η αίσθηση του χρόνου παύει να υπάρχει, όπως ακριβώς και η ελπίδα της επικείμενης σωτηρίας.  Για τον λόγο αυτό, η χρονική διάρκεια της ζωής του Solomon φτάνει στο αποκορύφωμά της, με το ίδιο το τέλος της ταινίας, επειδή μόνο τότε έρχεται και η πικρή συνειδητοποίηση της απουσίας, μαζί με μερικές πινελιές γκρίζων κροτάφων.


Πριν προχωρήσω λίγο στα της σκηνοθεσίας και του cast, θα ήθελα να πω δυο πράγματα σχετικά με τις διάφορες χαζοκατηγορίες που συνοδεύουν τον McQueen από την πρώτη του ήδη, full length ταινία, το "Hunger", αναφορικά με την σκηνοθεσία του.
Όντας ένας από τους ταχύτατα ανερχόμενους, νέους δημιουργούς, ο McQueen έχει δημιουργήσει την δική του σκηνοθετική σφραγίδα, η οποία όμως σαφέστατα είναι επηρεασμένη από άλλους, σπουδαίους δημιουργούς του παρελθόντος.  Μου κάνει μεγάλη εντύπωση γιατί πολλοί χαρακτηρίζουν για παράδειγμα, τα πλάνα μεγάλης διάρκειας στα οποία αρέσκεται ο σκηνοθέτης, εξεζητημένα, αλλά και ως μια φανερή απόδειξη του καλλιτεχνικού ξιπάσματος του Βρετανού δημιουργού.  Δεν θυμάμαι κανέναν να χαρακτήριζε υπερβολικούς, ή υπερφίαλους σκηνοθέτες όπως ο Bella Tar και ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, οι οποίοι οχι μόνο είχαν καταστήσει το πλάνο-σεκάνς ως την κυρίαρχη σκηνοθετική τους ματιά, αλλά έμεναν πιστοί σε αυτό, οδηγώντας το μάλιστα στο απόγειο της καλλιτεχνικής του έκφρασης με πλάνα γεμάτα χρονική "υπερβολή" κάμποσων λεπτών.
Όσοι επιμένουν να ψευτοκουλτουριάζονται χαιρετίζοντας τα έργα των, έτσι κι αλλιώς, μεγάλων αυτών σκηνοθετών, ρίχνοντας παράλληλα στα Τάρταρα την χρήση των ίδιων τεχνικών από δημιουργούς που βρίσκονται στο στάδιο διαμόρφωσης του προσωπικού τους στυλ, θα με βρουν κάθετα αντίθετη.  Στην τελική, και ο ίδιος ο τίτλος της ταινίας, μας προϊδεάζει εδώ για το νούμερο ένα στοιχείο που κυριαρχεί στην ταινία: τον χρόνο.  Αν δεν δώσεις λοιπόν την αίσθηση του βασανιστικού περάσματός του μέσα από σκόρπια πλάνα 3λεπτης, 4λεπτης ή και 5λεπτης διάρκειας, αν δεν αφήσεις τις εκφράσεις του προσώπου να πρωταταγωνιστήσουν σε ένα γκρο πλάνο, αν δεν μεταδόσεις στο κοινό σου, την τρομακτικά μικρή, χρονική χαραμάδα που χωρίζει τον κρεμασμένο ήρωα από τον βέβαια θάνατο, τότε ποιος ο λόγος να μιλάμε για το "12 Years a Slave";


Στα δικά μας και πάλι και με μόνιμο συνεργάτη τον Michael Fassbender, ο Steve McQueen επιχειρεί να αναπαραστήσει μια ιστορία που την έχουμε δει πολλάκις στον κινηματογράφο.  Ενδεχομένως η ουσιαστική της διαφορά με άλλες ταινίες, να έγκειται στο γεγονός της συνολικά εξαιρετικής της παρουσίας, καθώς είτε μιλάμε για την σκηνοθεσία, είτε για το σενάριο, είτε φυσικά για τις ερμηνείες, η ταινία αποτελεί είναι εξαίσιο δείγμα οπτικοακουστικού δημιουργήματος υψηλής αισθητικής.
Η επιλογή των χώρων είναι ιδανική, με τα γυρίσματα να γίνονται σε τρεις διαφορετικές φυτείες που δίνουν το στίγμα των τότε καιρών και την φωτογραφία του Sean Bobbitt (επίσης βασικού συνεργάτη του McQueen), να φαντάζει ταυτόχρονα ειδυλλιακή και απειλητική, δημιουργώντας ανάμικτα συναισθήματα εξαιτίας της ελεγειακής της ομορφιάς από την μια, και της απάνθρωπης αγριότητας από την άλλη.
Το ίδιο μοτίβο σιγοντάρει και την σκηνοθεσία, η οποία δεν αφήνει τίποτα κρυφό, προκαλώντας το βλέμμα να μείνει προσηλωμένο πάνω στις σκηνές ακραιφνούς βίας και εξευτελισμού μέχρι και της τελευταίας ανθρώπινης αξιοπρέπειας.  Τα πλάνα μεγάλης διάρκειας είναι όντως λειτουργικά, προσφέροντας το επιπλέον δραματικό βάρος, σε μια έτσι κι αλλιώς στην ουσία της, κοινωνικοδραματική ταινία.
Όσον αφορά το cast, είναι σίγουρα ένα από τα καλύτερα που έχουμε δει φέτος, με τους Fassbender και Pitt να εξιλεώνονται για την παρουσία τους στο κακό "The Counselor".  Ο Fassbender κρατώντας τον ρόλο του αφεντικού δυνάστη, δίνει μια εξαιρετική ερμηνεία που φτάνει-εσκεμμένα-στα όρια της καρικατούρας, με την θρησκευτική βιτρίνα να αδυνατεί να καλύψει το αλκοολικό τέρας που κρύβεται από πίσω, αντιμετωπίζοντας μέρα με την μέρα την διπλή φύση του σαδιστή/πιστού που ξεσπά πάνω σε ένα αντικείμενου του πόθου, που τον έλκει τόσο, όσο τον απωθεί: την σκλάβα Patsey.
Στον πρωταγωνιστικό ρόλο του Solomon/Platt, o Chiwetel Ejiofor είναι ιδανικός, ερμηνεύοντας τον ρόλο του με πάθος και δύναμη, δημιουργώντας μια προσωπικότητα κόντρα στον καιρό της.  Το cast συμπληρώνουν με επίσης άψογη παρουσία οι Benedict Cumberbatch, Paul Dano, Paul Giamatti, Sarah Paulson, Lupita Nyongo'o και ο Brad Pitt στον ρόλο του Καναδού Bass, που λειτουργεί ως η μοναδική φωνή ενάντια στον θεσμό της δουλείας.
Το "12 Years a Slave" είναι μια ταινία που πρέπει να δεις.  Ή καλύτερα, να την θαυμάσεις.

Τι έμαθα από την ταινία:  Οτι το όνομα του πρωταγωνιστή είναι γλωσσοδέτης, οτι ο Fassbender όπου κι αν παίζει θα πρέπει να είναι ή γυμνός ή με σεξουαλική διάθεση και οτι ο Brad έμοιαζε λίγο παράταιρος οπτικά, με την εποχή του  Ήταν απλά σαν τον Brad Pitt με μούσι.



No trivia

Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2013

Prisoners: A(maze)ing crime thriller

Επιστροφή και πάλι λοιπόν.  Την περασμένη εβδομάδα δεν κατάφερα να αναρτήσω κάποια ταινιούλα, λόγω χρόνου, αλλά και πιο προσωπικών θεμάτων, οπότε νομίζω ήταν επιτακτική η ανάγκη ξε-αραχνιάσματος του blog αυτή την εβδομάδα.  Έτσι κι αλλιώς, και οι ταινίες που βγήκαν σήμερα Πέμπτη, 21 Νοεμβρίου, και λίγες είναι, και μέτριας κατάστασης.  Αν εξαιρέσουμε δηλαδή το μουσικό ντοκιμαντέρ, "Searching for Sugarman" το οποίο κέρδισε πέρσι το Oscar καλύτερου ντοκιμαντέρ, ο νέος "Thor" είναι αποτελεσματικός για μια fun βραδιά, ενώ ο "Συνήγορος" του Ridley Scott, με ένα cast-βόμβα (Michael Fassbender, Brad Pitt, Javier Bardem, Penelope Cruz και Cameron Diaz), ας πούμε πως σε κάνει να αναπολείς τις παλιές, καλές "Blade Runner" και "Alien" εποχές.  Φόλα ολκής.
Για τον λόγο αυτό είπα να επικεντρωθώ σε μια ταινία, η οποία είναι σίγουρα μια από τις καλύτερες για την φετινή χρονιά, θυμίζοντας αυθεντικά, καλογυρισμένα θρίλερ του παρελθόντος (του οχι και τόσο μακρινού).  "Prisoners" λοιπόν.


Το αμερικάνικο όνειρο στο επίκεντρο: ένα ταπεινό, πλην ζεστό σπιτικό, μια αγαπημένη οικογένεια, φίλοι, παιδιά, χαρά, γιορτή.
H ευτυχισμένη καθημερινότητα δεν αργεί να κομματιαστεί, όταν η μικρή Anna της οικογένειας Dover καθώς και η φίλη της Joy (της έτερης φαμίλιας), εξαφανίζονται κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες.  Οι υποψίες βέβαια δεν αργούν να πέσουν πάνω στο μυστήριο RV το οποίο λίγο πριν το κακό, βρίσκεται παρκαρισμένο στην άκρη του δρόμου, κοντά στο σημείο όπου οι δυο μικρές έπαιζαν ανέμελες με τα αδέρφια τους λίγο πριν.
Και ενώ η αστυνομία μπαίνει στον χορό, αναλαμβάνοντας δράση με επικεφαλή τον detective Loki (Jake Gyllenhaal), ο Keller Dover (Hugh Jackman), θα αποφασίσει να πάρει τον νόμο στα χέρια του προκειμένου να βρει τα παιδιά, πριν να είναι πλέον πολύ αργά.  Το σφτιχτοπλεγμένο κουβάρι της υπόθεσης όμως, θα αποκαλύψει πολλά και αρκούντως σοκαριστικά μυστικά που θα αναδιαμορφώσουν εκ νέου τον ψυχισμό και την εικόνα των εμπλεκομένων χαρακτήρων, για την ασφάλεια και κυρίως, για την ίδια την ζωή.


Ο Καναδός σκηνοθέτης Denis Villeneuve ("Polytechnique", "Incendies") επιστρέφει και πάλι στα κινηματογραφικά δρώμενα, στήνοντας έξοχα ένα πολυεπίπεδο σενάριο, αποτελεσματικό και απόλυτα λειτουργικό, στα πλαίσια του ενοχικού ξεδιπλώματος της διαφορετικής πλευράς, στην οποία βρίσκετακαθένας από τους πρωταγωνιστές του.
Επί της ουσίας το "Prisoners" είναι ένα ψυχολογικό πλανάρισμα ετερόκλητων χαρακτήρων, οι αποφάσεις των οποίων οδηγούν σε σωρό, τις αλυσιδωτές αντιδράσεις που συνοδεύουν κάθε σκέψη και κάθε ζοφερή συνειδητοποίηση.
Δεν είναι εύκολο να κρατήσεις το ενδιαφέρον του θεατή αμείωτο, ιδιαίτερα όταν μιλάμε για μια, κατά τα άλλα', "συνηθισμένη" πλοκή στα πλαίσια της σινεματικής εμπειρίας.  Παρόλα αυτά, αυτό που με ζηλευτή μαεστρία κατορθώνει εδώ ο Villeuneve, έχοντας ως μπούσουλα το καλογραμμένο σενάριο του Aaron Guzikowski (ο οποίος ήταν βέβαια υπεύθυνος και για το σενάριο του "Contraband"), είναι η κατασκευή ενός γερού, κοινωνικοδραματικού οικοδομήματος το οποίο απαρτίζεται στα επιμέρους τμήματά του από μερικές απόλυτα πυροδοτικές, crime στιγμές, συναισθηματικές εξάρσεις και puzzle-ικές αποκαλύψεις, που ανάγουν πλέον το πεπατημένο μοτίβο "έχασα την κόρη μου και θα τιμωρήσω τους πάντες για να την βρω", σε ένα πρώτης τάξεως ζευγαρωτό αποτέλεσμα θύτη/θύματος, νόμου/αυτοδικίας, σωστού/λάθους.


Είναι σχεδόν σίγουρο πως οι περισσότεροι έχετε ήδη δει την ταινία και το πιθανότερο είναι πως έχετε καταλήξει με την σειρά σας στα ίδια συμπεράσματα, δεν μπορώ όμως κι εγώ να μην εντυπωσιαστώ από το γεγονός πως το "Prisoners" αποτελεί την ιδανική επιλογή τόσο για όσους ήθελαν να επισκεφτούν τις αίθουσες για να δουν απλά μια ταινία, όσο κι για εκείνους που αναζητούσαν το κάτι περισσότερο.
Η επιλογή των ηθοποιών αποτελεί ένα ακόμη ενδεικτικό στοιχείο της επιτυχημένης συνταγής που χρησιμοποιήθηκε, μιας που εκτός από το υπερ-διάσημο πρωταγωνιστικό δίδυμο (στο οποίο αμφότεροι είναι καλοί), η τοποθέτηση του Gyllenhaal στον ρόλο του ντετέκτιβ, μοιάζει σαν ένα πονηρό κλείσιμο του ματιού στον πρωταγωνιστικό του ρόλο στο εξίσου καλό (και παρόμοιας σεναριακής φύσεως) "Zodiac", εκεί όπου αναλάμβανε και πάλι τον ρόλο του ντετέκτιβ (αν και ερασιτέχνη), μιας που ως δημοσιογράφος/καρτουνίστας είχε επιδοθεί στην ανακάλυψη του Zodiac, του κατά συρροήν δολοφόνου που σκότωνε ζευγαράκια σε ερημιές.
Εκτός από τον Gyllenhaal πάντως, όλοι είναι εξαιρετικοί.  Τολμώ να πω πως ο Jackman δίνει μια από τις καλύτερες ερμηνείες τις καριέρας του στον ρόλο του εκδικητικού πατέρα.  Εκφραστικός, με φουλ ένταση και επιβλητική παρουσία, είναι ιδανικός ως Keller Dover, έχοντας μάλιστα και μια πολύ καλή χημεία με τον κωλοπαιδίστικης έμπνευσης Gyllenhaal.  Δεν χρειάζεται να πούμε και πολλά για το μήλον της έριδος Paul Dano, ο οποίος αποτελεί έτσι κι αλλιώς έναν από τους καλύτερους ηθοποιούς της γενιάς του (σε αυτό συμβάλει βέβαια και η ιδιαίτερη φάτσα του).  Σιγοντάροντας όλους αυτούς, έρχεται και η Melissa Leo, την οποία τη λες και αγνώριστη, αποτελώντας μια ενδιαφέρουσα παρουσία στην ταινία.


Η σκηνοθεσία είναι υποβλητική: βροχερό περιβάλλον, παγωμένη ατμόσφαιρα και μουντά χρώματα, συνθέτουν έναν σκοτεινό κόσμο στον οποίο παιδιά χάνονται, οικογενειακά μυστικά βαραίνουν την πραγματικότητα σαν τρομερή ταφόπλακα και πληγωμένοι ενήλικες αναζητούν την εξιλέωση μέσα από μια φριχτή καθημερινότητα μίμησης.
Το "Prisoners" είναι μια ταινία που αξίζει να δεις, καθώς μπορεί να παραπέμπει στην παραδοσιακής κοπής κινηματογραφική πραγματικότητα (αρχή-μέση-τέλος), καταφέρνει όμως παράλληλα να παραμείνει πιστή στον μύθο μιας εξελισσόμενης δράσης που εκπλήσσει, σοκάρει, αποκαλύπτει και αποκαθηλώνει μέχρι τελευταίας στιγμής.  Τι αποκαθηλώνει;  Μα την ιερότητα της αγίας, αμερικανικής οικογένειας, μαζί με τα όρια μέχρι τα οποία είναι διατεθειμένος να φτάσει κανείς για να προστατέψει τους δικούς του.  Αν υπάρχουν κι αυτά δηλαδή...

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι ο Gyllenhaal είναι τούμπανος, οτι αυτή η Maria Bello έχει πάρει παραμάζωμα τους κινηματογραφικούς συζύγους και οτι μια σφυρίχτρα είναι πάντα χρήσιμη.


TRIVIA
  • Σε πρώτη φάση τα ονόματα των Christian Bale-Mark Wahlberg και Bryan Singer ακούγονταν για την ταινία, μέχρι την στιγμή που οι δυο ηθοποιοί επέλεξαν τελικά το "The Fighter".
  • Το όνομα της Melissa Leo στην ταινία είναι, Holly Jones.  Το ίδιο όνομα είχε και ένα κοριτσάκι το οποίο είχε απαχθεί και είχε δολοφονηθεί το 2010 στο Τορόντο.
(ΠΗΓΗ IMDB)

Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2013

Ain't Them Bodies Saints: No saints, just humans

NEW ARRIVAL

Alloha και πάλι!  Καταρχάς να πω ένα "welcome" βρε αδελφέ, στα καινούργια μέλη της κινηματογραφικής μας ομάδας!  Ελπίζω να περάσετε καλά και εσείς μαζί με εμάς : )  Have fun!
Πέμπτη σήμερα και φυσικά έχουμε νέες ταινιούλες στις αίθουσες και μάλιστα για όλα τα γούστα, έτσι για να διαλέξεις.  Έχουμε και λέμε λοιπόν: "Βρέχει Κεφτέδες 2" για animation κατάσταση, οσκαρικό-όπως όλα δείχνουν-Tom Hanks στο "Captain Phillips", χαριτωμενιές του Levitt στο σκηνοθετικό του ντεμπούτο "Don Jon", κάτι από τα παλιά με "Meet Don Joe", ανάλαφρη Audrey Tautou στο "L'Ecume Des Jours" και φυσικά την ταινία που διάλεξα να μοιραστώ μαζί σας, το "Ain't Them Bodies Saints" του David Lowery για κοινωνικοδραματικές καταστάσεις.


H Ruth (Rooney Mara) και ο Bob (Cassey Afleck) είναι ένα νεαρό ζευγάρι full ερωτευμένο, προορισμένο σε τούτη την ζωή να μείνουν για πάντα ο ένας δίπλα στον άλλο.  Ακόμα κι αν αυτό σημαίνει πως οι λάθος επιλογές αποτελούν μονόδρομο γι' αυτούς, με την "Bonnie and Clyde" ατμόσφαιρα να διαχέεται στην οθόνη από τα πρώτα κιόλας λεπτά της ταινίας.
Όταν ο Bob πληρώσει το τίμημα της παρανομιακής τους ζωής με την φυλάκισή του για κάμποσα χρόνια, η Ruth θα κληθεί να μεγαλώσει μόνη της την κορούλα τους, προσπαθώντας να σταθεί στα πόδια της, χωρίς όμως και να ξεχνά ποτέ τον μεγάλο της έρωτα, τον οποίο περιμένει καρτερικά να γυρίσει πίσω.  Και ενώ η ζωή μοιάζει να έχει δρομολογηθεί για την ίδια, τα μαντάτα της δραπέτευσης του Bob γίνονται το νούμερο ένα θέμα στην μικρή πόλη των περιχώρων του Τέξας.  Η Ruth αρχίζει να ζει και πάλι με την ελπίδα οτι ο Bob θα επιστρέψει για να "σώσει" εκείνη και το παιδί τους από μια καθημερινότητα σε αναμονή, μια πραγματικότητα δίχως νόημα και οικογενειακή ουσία.  Ο Bob όμως έχει και μερικούς ανοιχτούς λογαριασμούς εκεί έξω, λογαριασμούς που μοιάζουν να μην είναι διατεθειμένοι να τον αφήσουν να βρεθεί και πάλι στο πλευρό της μοναδικής του αγάπης...


Αν η παραπάνω περίληψη της ταινίας σου φάνηκε περισσότερο μελιστάλαχτη απ'οτι θα ήθελες, είναι επειδή και η ταινία αν χαρακτηρίζεται από μερικά οροθετημένα στοιχεία αυτά είναι μεταξύ άλλων η ήπιων τόνων σκηνοθεσία, οι μπόλικοι διάλογοι και ο τεράστιος, άσβεστος έρωτας του ζευγαριού ο οποίος βρίσκεται στο κέντρο όλης της ταινιακής υπόθεσης, ωθώντας το σενάριο προς την τετελεσμένη του κατάληξη.
Ο σκηνοθέτης David Lowery στο τρίτο μεγάλου μήκους δημιούργημά του (έχουν προηγηθεί τα "Deadroom" και "St. Nick"), επιστρέφει στην καρδιά του αμερικάνικου, ανεξάρτητου κινηματογράφου, βουτώντας την ταινία του βαθιά μέσα στα ηλιοκαμένα, αγροτικά χρώματα του Τέξας και στρέφοντας την προσοχή του στην θεματική της αιώνιας, πεπρωμενικής αγάπης, πασπαλισμένης με δόσεις γήινου μελοδράματος.
Το concept μάλλον παραβολικό μοιάζει με τους Mara και Affleck να κρατούν καλά τους ρόλους των πρωτόπλαστων που υπέπεσαν εν προκειμένω στο ολέθριο αμάρτημα της redneck-ικής ανυποταγής απέναντι στους πολιτειακούς νόμους.  Φυσικά η "τιμωρία" είναι σκληρή και για τους δυο μιας που εμπεριέχει περισσότερο την σκληρότητα του αποχωρισμού, παρά την αυτή καθεαυτή τιμωρία της φυλάκισης για τον Bob και της μοναξιάς για την Ruth.  Ακόμα και έτσι όμως ο Lowery (ο οποίος υπογράφει και το σενάριο) φροντίζει να κοσμήσει την ιστορία του με περιρρέον συναίσθημα το οποίο αν μη τι άλλο πυροδοτεί τις αντιδράσεις των πρωταγωνιστών, μεταγγίζοντας πρέπουσες ποσότητες και στο κοινό, το οποίο αντιλαμβάνεται και αποδέχεται την κινηματογραφική αυτή σχέση ως την νούμερο ένα ανάγκη.


Η ταινία προβλήθηκε σε εμάς για πρώτη φορά, στο πρόσφατο κινηματογραφικό φεστιβάλ "Νύχτες Πρεμιέρας" και η αλήθεια είναι πως από τα διάφορα σχόλια που έπιασαν τα αυτιά μου, δεν ήταν λίγοι εκείνοι οι οποίοι την θεώρησαν βαρετή και κάπως μια από τα ίδια.  Ως προς το δεύτερο συμφωνούμε κάπου.  Ως προς το πρώτο, οχι και τόσο.
Η αλήθεια είναι πως το "Ain't Them Bodies Saints" ακολουθεί μια δική μου, αγαπημένη πορεία και συγκεκριμένα αυτή της ενασχόλησης με τα θέματα και το περιβάλλον του αμερικάνικου νότου.  Καταλαβαίνω πως η διαρκής προώθηση των νεο-indie ταινιών με ράθυμο περιεχόμενο, γοητευτικά πλάνα φυσιολατρικής αισθητικής και δράματα καθημερινών, απλών ανθρώπων, μπορεί και να ξενίσει ορισμένους καθώς όλο το παραπάνω ίσως και να παρερμηνευτεί ως "βαρετό", παρόλα αυτά θεωρώ πως η ατμόσφαιρα των συγκεκριμένων ταινιών, μπορεί να προσφέρει μια πρώτης τάξεως βάση για την ανάδειξη, κατά κύριο λόγο, σπουδαίων ψυχογραφημάτων της κάθε ατομικής υπόστασης.  Αυτό ακριβώς το γεγονός έρχεται και κουμπώνει ιδανικά ως προς το αμιγώς κινηματογραφικό του κομμάτι, με τις πλούσιες εικόνες (ακόμη και μιας εν δυνάμει ντεκαντανς) του νότου.
Η ταινία σίγουρα δεν είναι για όσους αναζητούν το σασπένς και την περιπέτεια, καθώς αποτελεί ένα καθαρόαιμο κοινωνικοδραματικό κατασκεύασμα, που ενδυναμώνεται από την όμορφη σκηνοθεσία και την εξαίσια χημεία του πρωταγωνιστικού διδύμου.


Φυσικά και δεν πρέπει να περιμένεις κάτι το εξαιρετικά διαφορετικό (και ποιος περιμένει δηλαδή πια από τον κινηματογράφο και οχι μόνο;) τόσο ως προς την υπόθεση, όσο και ως προς την σκηνοθεσία, όπως και να το κάνουμε όμως, το "Ain't Them Bodies Saints", είναι ένα γοητευτικό, μικρό ταινιάκι γεμάτο χρωματική "ζεστασιά" και υπέροχα πλάνα, με τις-όπως αναφέραμε και παραπάνω-εξαιρετικές ερμηνείες των Mara και Affleck να κυριαρχούν.  H Rooney Mara έχει αποδείξει εξάλλου την δυνατότητά της να μεταμορφώνεται και να καταλήγει από το ένα ερμηνευτικό άκρο στο άλλο, υποδυόμενη εδώ την εύθραυστη, αλλά δυναμική Ruth.  Από την άλλη και ο Affleck μοιάζει να έχει αποκτήσει το απαιτούμενο ηθοποιϊκό τσαγανό, κάνοντας καλές επιλογές και δίνοντας μια χαμηλών τόνων, αλλά ενδιαφέρουσα ερμηνεία στο πλευρό της Mara με την οποία διαθέτουν μάλιστα και μια απρόσμενα καλή χημεία.
Το "Ain't Them Bodies Saints" είναι μια ταινία που αγγίζει τα όρια της λυρικότητας σε σημεία, τοποθετημένη όμως τόσο απόλυτα και τόσο ολοκληρωτικά μέσα στην μοναχική καθημερινότητα, ώστε η πλανική ποίηση και η ρεαλιστικότητα της σκηνοθεσίας να γίνονται ένα και το αυτό.  Αν ψάχνεις για κάτι ήρεμο και καλό, τότε έχεις βρει την ταινία που ψάχνεις.

Τι έμαθα από την ταινία:  Οτι παίζει και ο Lundy από τον "Dexter" (και είναι καλός), οτι βλέπουμε και το Ben Foster (το σεριφιλίκι του πάει) και οτι μη ψάχνεις να βρεις νόημα στον τίτλο, κατά τύχη τους έσκασε.

No trivia


Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2013

Fruitvale Station:One step closer...

NEW ARRIVAL 

Επιστροφή και πάλι λοιπόν.  Μετά από μια εβδομάδα και πάλι εδώ, να μιλήσουμε για μια νέα ταινιούλα η οποία κυκλοφόρησε από χθες, 17 Οκτωβρίου στις αίθουσες και που αξίζει την αμέριστη  προσοχή σας.  Μιλάμε βεβαίως για το "Fruitvale Station", μια ταινία που πολλοί από εμάς είχαν την ευκαιρία να δουν πρώτοι στις φετινές, 19ες Νύχτες Πρεμιέρας και η οποία μας άφησε με τις καλύτερες εντυπώσεις.  Το "Fruitvale Station" είναι μια καθαρά δραματική ταινία, η οποία όμως έχει όλα εκείνα τα προτερήματα μιας αυθεντικά ανεξάρτητης παραγωγής, γεγονός που γίνεται αντιληπτό από τα πρώτα κιόλας λεπτά της.  Εναλλακτικά θα μπορούσες να προτιμήσεις στις αίθουσες το "About Time", μια ρομαντική κομεντί η οποία επίσης ξεφεύγει από τον ανόητο μπούσουλα πολλών εκ των ομοίων της.  
Συνεχίζουμε λοιπόν...


Ο Oscar Grant (Michael B. Jordan) είναι ένας νεαρός άνδρας, ο οποίος κάπου έχει χάσει τον δρόμο στην ζωή του.  Έχοντας κάνει φυλακή και συνεχίζοντας να πουσάρει στην πιάτσα ναρκωτικά προκειμένου να ζήσει την οικογένειά του, μοιάζει σαν την κλασική περίπτωση του ατόμου δίχως επιστροφή.  Τα πράγματα όμως δεν είναι ακριβώς έτσι, μιας που ο Oscar μια ημέρα πριν τον νέο χρόνο, αποφασίζει να ενδώσει στην ατομική του ενδοσκόπηση και να αλλάξει ρότα.  Ξεφορτώνεται άρον άρον το τελευταίο ναρκωτικό πακέτο και ξεκινάει την προσπάθεια για εύρεση μιας "νόμιμης" , όπως λέει και ο ίδιος, εργασίας.  Η κατάσταση μοιάζει δύσκολη, αλλά οχι αναστρέψιμη μιας που στο πλευρό του θα βρεθεί γρήγορα η αγαπημένη του Sophina (Melonie Diaz), για την πρέπουσα ηθική υποστήριξη, καθώς και η μικρούλα Tatiana, τιμή και καμάρι του μπαμπά-Oscar.  Όσο όμως η μέρα ξετυλίγεται μπροστά τους σαν κουβάρι, τόσο η περιρρέουσα αίσθηση απειλής μοιάζει να καταπλακώνει τα όνειρα και την ανάγκη του Oscar για την ευκαιρία που θα τον βοηθήσει να ορθοποδήσει μια και καλή.  Και δυστυχώς αυτή η απειλή δεν αργεί να κάνει την εμφάνισή της...


Το "Fruitvale Station" είναι η ταινία που προκάλεσε την μεγαλύτερη αίσθηση στα κινηματογραφικά φεστιβάλ όπου εμφανίστηκε και από τα οποία αποχώρησε κρατώντας ανα χείρας τα περισσότερα βραβεία στα οποία ήταν υποψήφια, όπως το Un Certain Regard-Avenir Prize στις Κάννες, καθώς και τα βραβεία Κοινού (για δραματική ταινία) και Grand Jury Prize στο indie φεστιβάλ του Sundance.
Ενδεχομένως η μεγάλη της επιτυχία να βασίζεται στα πραγματικά γεγονότα πάνω στα οποία στηρίχθηκε, αναπαριστώντας ιδανικά (αλλά καθόλα τραγικά όπως επιτάσσει η ιστορία), την υπόθεση του εικοσιδυάχρονου Oscar Grant ο οποίος έπεσε νεκρός στον σταθμό της Καλιφόρνια, Fruitvale, από τα πυρά ενός αστυνομικού και εν μέσω εκατοντάδων αυτοπτών μαρτύρων οι οποίοι κατέγραψαν με τα κινητά τους τηλέφωνα το τραγικό συμβάν.  Ξημέρωνε πρωτοχρονιά του 2009.
Η ταινία αποτελεί το full length σκηνοθετικό ντεμπούτο του Ryan Coogler ο οποίος μετέφερε συγκλονιστικά στην μεγάλη οθόνη μια πλοκή, βγαλμένη μέσα από το πιο σκληρό πρόσωπο, της πιο φριχτής καθημερινότητας. 
Παρά το γεγονός πως σε τέτοιου είδους films είναι πολύ εύκολο για κάποιον να ξεφύγει και να οδηγήσει τον θεατή σε υπερβολικούς συναισθηματισμούς και συγκινητικές ευκολίες, εντούτοις ο Coogler μοιάζει να ξέρει καλά τι κάνει, απογυμνώνοντας εντελώς τους χαρακτήρες του από δήθεν ηθοποιϊκά περιτυλίγματα και σπρώχνοντάς τους μπροστά στην κάμερα μόνο με την ιδιότητα του "next door person".  Και εκεί ακριβώς βρίσκεται όλη η ουσία της ταινίας: αφενός στην απόλυτα νατουραλιστική της σκηνοθεσία και αφετέρου στις "φυσικές" ερμηνείες του πρωταγωνιστικού cast.



Αναμφίβολα η σκηνοθεσία της ταινίας αποτελεί ένα από τα δυνατά της χαρτιά.  Όπως ανέφερα και στην κριτική που έγραψα για το Fruitvale στο Reel.gr, ο δημιουργός μεταχειρίζεται την κάμερά του σαν ένα "ηδονοβλεπτικό φάντασμα" (αυτό μου άρεσε και το κρατώ : P), αφήνει δηλαδή εμάς τους θεατές να "εισβάλουμε" στον χώρο και την προσωπική ζωή του ήρωα, γνωρίζοντας βέβαια εκ των προτέρων πως οτιδήποτε προηγηθεί, οποιαδήποτε πράξη και αν συντελεστεί, όλα αποτελούν έναν συγκυριακό μονόδρομο που θα οδηγήσει στο αναπόφευκτο τέλος.  Εν προκειμένω η γνώση του θεατή για τα πεπραγμένα, αλλά οχι του πρωταγωνιστή, δημιουργούν ένα ολοκληρωτικά κινηματογραφικό παιχνίδι στο οποίο αρέσκονταν και μεγάλοι σκηνοθέτες, όπως ο Hitchcock ο οποίος φρόντιζε να καθιστά το κοινό, κομμάτι των ταινιών του, παρέχοντάς τους την πρότερη γνώση (χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το εκπληκτικό θρίλερ δωματίου, "The Rope").  Έτσι και εδώ ο Coogler πετυχαίνει την δημιουργία ενός πρώτης τάξεως συναισθηματικού μόνο σασπένς, μιουτάροντας την στιγμή της κορύφωσης σε ένα στιγμιαίο πυροβολικό άκουσμα και τίποτα παραπάνω.
Χαρακτηριστική είναι και η κλασική αφηγηματική που ακολουθεί η ταινία, με ελάχιστα flashbacks τα οποία λειτουργούν κυρίως ενισχυτικά στην απόφαση του Oscar να πάρει την ζωή του στα χέρια του, με την όλη θεματική της τελευταίας ημέρες να χτίζει διαρκώς την αγωνία και το τετελεσμένο γεγονός του μοιραίου συμβάντος.  Αυτή μάλιστα η αντίθεση που χαρακτηρίζει το σταδιακά προωθούμενο σενάριο, από το ξαφνικό, ολιγόλεπτο τέλος, είναι που πυροδοτούν επί της ουσίας το ενδιαφέρον διαμορφώνοντας άριστα το πλάνο ενός μικρού, αλλά θαυματουργού indie film.



Φυσικά κατά τραγική ειρωνεία η ιστορία του Oscar ενισχύεται (κινηματογραφικά μόνο) από το concept της προσωπικής του αλλαγής, το οποίο συμπίπτει παράλληλα με την αλλαγή του χρόνου και άρα το γενικότερο κλίμα επαναπροσδιορισμού και νέων στόχων που υποθετικά θέτουν πολλοί άνθρωποι την συγκεκριμένη στιγμή.  
Όπως περιμένεις οι ερμηνείες είναι υπέροχες, με τον Michael B. Jordan στον πρωταγωνιστικό ρόλο να ξεχωρίζει εύκολα, κυρίως επειδή η όλη του απόδοση μοιάζει εντελώς αβίαστη.  Στο πλευρό του θα δούμε γνωστές φυσιογνωμίες, όπως την βραβευμένη με Oscar για τον ρόλο της στο "The Help", Octavia Spencer, καθώς και την Melonie Diaz, κλασική επιλογή σε τέτοιου κοινωνικοδραματικές ταινίες.  
Το "The Fruitvale Station" αποτελεί μια ταινιακή περίπτωση που ξεχωρίζει χάρη στην γενναία ερμηνεία του βασικού ήρωα, καθώς και της προσοχής με την οποία έχει προσεγγίσει ο σκηνοθέτης το ευαίσθητο θέμα της.  Είναι στην ουσία ένα κοινωνικό δράμα που βρίσκεται βαθιά ριζωμένο στην καθημερινότητα του κόσμου, εμπλέκοντας ξεκάθαρα τα στοιχεία του φυλετικού ρατσισμού, των στερεοτύπων και του απρόοπτου της ζωής. 
Δώστε της μια ευκαιρία και περιμένω εντυπώσεις : )

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι κάνει ένα μικρό, αλλά εντελώς disturbing πέρασμα ο Chad Michael Murray, οτι ο αστυνομικός που σκότωσε τον Oscar καταδικάστηκε σε δυο χρόνια και αποφυλακίστηκε μετά από 7 μήνες (...) και οτι την ταινία πρέπει να την δεις.  Αυτό.


No trivia

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2013

Tore Tanzt (a.k.a "Nothing Bad Can Happen"): Just like Jesus

Hello again!  Ψάχνοντας ταινιούλα για να βάλω σήμερα, κατέληξα σε εκείνη που τριβέλιζε, για άγνωστο μέχρι στιγμής λόγο, το μυαλό μου σήμερα το πρωί.  Είναι μια από εκείνες τις ταινίες για τις οποίες διαβάζεις στις Νύχτες Πρεμιέρας και σου κάνουν εντύπωση.  Προσωπικά, τα περισσότερα ταινιάκια που τυγχάνει να παρακολουθώ στο φεστιβάλ μου είναι εντελώς άγνωστα σε πρώτη φάση.  Επειδή όμως θεωρώ πως μεγαλύτερη ουσία έχει για κάποιον να δει φιλμάκια τα οποία είναι σχεδόν αδύνατον να κυκλοφορήσουν στην χώρα μας, έτσι και η φετινή μου λίστα απαρτιζόταν στο σύνολό της από ανεξάρτητα δημιουργήματα που περίμεναν να τα ανακαλύψεις.
Σήμερα λοιπόν, εκτός από τις standard ταινίες που κυκλοφορούν στις αίθουσες με μπόλικο καλό πράγμα (σου προτείνω "Luton", "Prisoners", "Le Passe" και ένα "Despicable Me 2" για να δέσει το γλυκό), θα τσεκάρουμε το "Tore Tanzt" μια ταινία σκληρή και ολοκληρωτικά παραβολική, μόνο για τα γερά νεύρα και στομάχια.


O Tore είναι ένας νεαρός που δεν έχει στον ήλιο μοίρα.  Δεν έχει οικογένεια, δεν έχει σπίτι και κανέναν που ουσιαστικά να νοιάζεται γι' αυτόν.  Στην προσπάθειά του να ζήσει λίγο ακόμη, τάσσεται στο πλευρό των "The Jesus Freaks", μια ομάδα από χαμένα παιδιά τα οποία δοξάζουν τον Κύριο και προσπαθούν να ζουν σύμφωνα με τις διδασκαλίες του στο πλαίσιο όμως μια μοντέρνας, σύγχρονης πραγματικότητας.
Ο αλτρουιστής Tore βλέποντας πως κάποιοι από τους εμπλεκόμενους μένουν μόνο στα λόγια, ζώντας κατά τα άλλα μια φυσιολογική ζωή γεμάτη πειρασμούς, αποφασίζει να μαζέψει τα πράγματά του και να μετακομίσει στο σπίτι του Benno, ενός άνδρα τον οποίο γνώρισε τυχαία στον δρόμο, όταν το αυτοκίνητό του χάλασε.  Τότε ο Tore παρέα με έναν φίλο του επικαλέστηκαν το όνομα του Θεού τους, προκειμένου να βοηθήσουν τον Benno και την οικογένειά του να βάλει μπροστά το αυτοκίνητο.  Το "θαύμα" έγινε τελικά και μια ιδιάζουσα φιλία ξεκίνησε ανάμεσα στους δυο άνδρες.  Φυσικά ο Tore δεν είχε καμία ιδέα για τις φριχτές στιγμές που τον περίμεναν στο Κολαστήριο του Benno, εκεί όπου η πίστη του θα δοκιμαζόταν ολοκληρωτικά και αμετάκλητα...


Το κινηματογραφικό ντεμπούτο της Katrin Gebbe είναι τολμηρό και σίγουρα δεν μασάει τα λόγια του.  Βασικά και μόνο η σκέψη πως η συγκεκριμένη ταινία αποτελεί δημιούργημα ενός γυναικείου μυαλού, είναι αρκετή για να σοκάρει, ακόμη και αν βάλουμε στην άκρη όλες τις έτσι κι αλλιώς σοκαριστικές στιγμές του "Tore Tanzt".
Η σκληρότητα που χαρακτηρίζει την συγκεκριμένη ταινία, είναι κάτι το οποίο έχουμε συνηθίσει στον κινηματογράφο χρόνια τώρα.  Από τον πολιτικό σχολιασμό του Pasolini στο-στα όρια εμετικό-"Salo" και το σαρκοφαγωμένο "Society" του Brian Yuzna, μέχρι το βίαιο "Irreversible" του Gaspar Noe (το οποίο περιλαμβάνει μια από τις πλέον σκληρές και αναγνωρίσιμες σκηνές βιασμού στην μεγάλη οθόνη) και-γιατί οχι;-τον δικό μας "Κυνόδοντα", πολλοί σκηνοθέτες χρησιμοποιούν την βία ως μέσο έκφρασης και αρκετές φορές καυτηριασμού των κακώς κειμένων της ανθρωπότητας.  Είτε μιλάμε για κοινωνικοπολιτικούς σχολιασμούς, είτε για την θέση της γυναίκας στην σημερινή εποχή, είτε ακόμη και για τις μύχιες και βαθιά διαταραγμένες φύσεις των ατόμων, ο κινηματογράφος κατάφερνε από πάντα να ξεμπροστιάζει και να προκαλεί, επειδή ακριβώς μέσα σε αυτόν τίποτα δεν μένει κρυφό.  Είναι γεγονός εξάλλου πως τα οπτικοακουστικά του στοιχεία σε καθηλώνουν και σε καθιστούν κατά κάποιον τρόπο έναν ηδονοβλεπτικό συνεργό όλων εκείνων των ετερόκλητων θεματικών που θέλει να σου παρουσιάσει, αδύναμο στην όποια αντίδραση μέσα στην σκοτεινή, κινηματογραφική αίθουσα.  Με το "Tore Tanzt" θα το καταλάβεις καλά αυτό.


Το ενδιαφέρον κομμάτι αυτής της ταινίας είναι πως καταφέρνει να καταστήσει τον πρωταγωνιστή της έναν ήρωα οικουμενικό και διαχρονικό, κυρίαρχο στον χρόνο και αναλλοίωτο στην δυναμική του.  Αυτό που γίνεται μάλιστα εμφανές σταδιακά, είναι και η πρόθεση της σκηνοθέτιδας (η οποία έχει αναλάβει και το σενάριο), να μιλήσει για την θρησκευτικότητα και την πίστη, παρουσιάζοντας στο κοινό της έναν νέο Μεσσία, έναν "μεταμορφωμένο" Χριστό, ψηλό και ξερακιανό, ξανθό, με γαλάζια μάτια και πράο βλέμμα γεμάτο κατανόηση και κρυφή, απλοϊκή γνώση.  Ο Tore μετουσιώνεται σιγά σιγά σε σωτήριο όχημα κατά τρόπο κοινό με εκείνον που κάποτε ο Χριστός θυσιάστηκε για το καλό ολόκληρης της ανθρωπότητας.  Ο Tore βλέπει, βασανίζεται, υποφέρει και υπομένει στωικά κάθε κακουχία για το καλό αυτή τη φορά, οχι όλου του κόσμου (πόσα μπορεί να κάνει πια ένας ξεχασμένος από τους πάντες έφηβος;), αλλά των δυο παιδιών της οικογένειας που με την σειρά τους κωφεύουν και σιωπούν μπροστά στην βαρβαρότητα του "πατέρα αφέντη" και της μάνας που αδιαφορεί.
Επί της ουσίας το "Tore Tanzt" αποτελεί μια γλαφυρή αλληγορία του δρόμου των μαρτυρίων του Ιησού, ο οποίος μοιάζει ίδιος και απαράλλαχτος καρμποναρισμένος στις γολγοθικές μέρες του αγγελικού Tore.  Έξυπνος και ιδιαίτερα αποτελεσματικός, κινηματογραφικά, ο τρόπος που επιλέγει η Gebbe να παρουσιάσει τα ανθρώπινα μαρτύρια ενός πια "υπερανθρώπου".  Η δοκιμασία της πίστης, της λογικής και το μεγάλο "γιατί" βάλλουν από παντού την ταινία, η οποία βασίζεται και σε πραγματικά γεγονότα.  Το περίμενες έτσι δεν είναι;


Σκηνοθετικά το "Tore Tanzt" είναι ένα μελαγχολικό κατασκεύασμα με πολλά, κενά πλάνα των φυλλωμάτων των δέντρων που κουνιούνται νωχελικά στο αεράκι, θυμίζοντας διαρκώς πως η Φύση είναι παρούσα στο ανθρώπινο δράμα, αλλά σπάνια συμμετέχει σε αυτό.  Στην ουσία μιλάμε για μια προοδευτικά σκοτεινή ατμόσφαιρα, μουντή και δυσοίωνη η οποία δηλώνει τρανή παρουσία, λειτουργώντας ως το αποκαλυπτικό επιστέγασμα του φιλμ.  Οι γκριζαρισμένες αποχρώσεις και ο περιορισμένος χώρος για την δράση της κάμερας στο εσωτερικό του σπιτιού, εντείνουν ακόμη περισσότερο την αγωνία και το τελολογικό της υπόθεσης το οποίο αντιλαμβάνεσαι έτσι κι αλλιώς από ένα σημείο και μετά, στην προσπάθειά σου να δικαιολογήσεις την παραιτημένη φύση του Tore.  Και κάπου εκεί συνειδητοποιείς τους λόγους για τους οποίους αυτή η ταινία σου μιλάει για την πιο παλιά ιστορία του κόσμου: αυτή των παθών του Υιού του Θεού.
Σπαρακτικό στο σύνολό του και απάνθρωπο μέσα στην ιστορία του, το "Tore Tanzt" είναι μια ταινία που αξίζει την προσοχή σου, μόνο όμως αν είσαι κατάλληλα προετοιμασμένος.  Να σημειώσουμε πως και η πρωταγωνιστική παρουσία του Julius Feldmeier είναι εξαιρετική.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι δύσκολα γίνονται θαύματα, οτι η πίστη δοκιμάζεται καθημερινά και οτι πρέπει να είσαι πάντα προετοιμασμένος για την απανθρωπιά του ανθρώπου.


No trivia

Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2013

The Station Agent: Loneliness and railroads

Γεια σας και πάλι.  Δεν κατάφερα ούτε την περασμένη εβδομάδα να αναρτήσω δεύτερη ταινιούλα, οπότε αρκέστηκα στην μια.  Πραγματικά ελπίζω να μη γίνει συνήθεια αυτό, γιατί θα ήθελα να τα λέμε πιο συχνά μέσα από το blog.  Θα προσπαθήσω λοιπόν να φτιάξω ένα καλύτερο πρόγραμμα προκειμένου να μπαίνουν τουλάχιστον δυο ταινίες την εβδομάδα και από εκεί και πέρα βλέπουμε.  Εσείς παρόλα αυτά ελπίζω να συνεχίσετε να με "επισκέπτεστε" και εγώ υπόσχομαι να σας τροφοδοτώ με όμορφες ταινίες, όπως και η σημερινή.  Αν πάντως προτιμήσετε σινεμαδάκι σήμερα, έχω να σας προτείνω κάτι σε χιουμοριστικό "Don Jon" ή κοινωνικό "Gloria".  Αν πάλι θέλετε μια περιπετειούλα αστυνομική έτσι για να περάσει η ώρα και τίποτα περισσότερο, κάντε μια επίσκεψη στο "2 Guns" με πρωταγωνιστές τους Denzel Washington και Mark Wahlberg.
Στα δικά μας τώρα, το "The Station Agent" είναι μια ταινιούλα που είδα παρέα με το αγόρι το καλοκαιράκι και πολύ μου άρεσε.  Είναι από εκείνες τις "pretty little movies" που όλοι λίγο πολύ έχουμε δει στην ζωή μας, σε ανύποπτη στιγμή κυρίως και χωρίς να το περιμένουμε.  Αν αρέσκεσαι λοιπόν σε χαμηλών τόνων ταινίες, σου έχω πρόταση.


O Fin (Peter Dinklage) είναι ένας μοναχικός άνδρας που πάσχει από νανισμό.  Αποκομμένος από τον κόσμο και με μοναδικό φίλο το γηραιό του αφεντικό, ο Fin εργάζεται σε ένα κατάστημα μοντελισμού τρένων, μιας που ο θαυμασμός του για οτιδήποτε τα αφορά είναι δεδομένος.
Όταν ένα πρωί ο φίλος και ιδιοκτήτης του μαγαζιού σωριαστεί νεκρός, ο Fin θα αναγκαστεί να φύγει μακριά από την πόλη του Hoboken σε αναζήτηση της μοίρας του.  Οχι όμως οποιασδήποτε μοίρας μιας που ο συγχωρεμένος ο Henry είχε κάνει το κουμάντο του αφήνοντας τον μικροκαμωμένο του φίλο υπεύθυνο ενός πραγματικού σταθμού τρένων στην μέση του αγροτικού πουθενά.  Αποφασίζοντας να δοκιμάσει εκεί την τύχη του, συνεχίζοντας έτσι την μοναχική του ζωή μακριά από τον κόσμο και τις λοξές του ματιές, o Fin θα μετακομίσει σύντομα δίπλα στις αγαπημένες του σιδηροδρομικές γραμμές.  Φυσικά δεν ξέρει πως η κατά τα άλλα ειδυλλιακή για τον ίδιο, απομονωμένη τοποθεσία, πάει πακέτο με τον Joe (Bobby Cannavale) έναν ομιλητικότατο πωλητή hot dog και την Olivia (Patricia Clarkson), μια γυναίκα που προσπαθεί να αντιμετωπίσει τους δικούς της δαίμονες...


O σκηνοθέτης Thomas McCarthy ("Win Win") δημιουργεί ένα μικρό αλλά θαυματουργό ταινιάκι που βαδίζει στα χνάρια της καθαρόαιμης και σύγχρονης ανεξάρτητης ταινίας του αμερικάνικου κινηματογράφου.  Ο Peter Dinklage φυσικά αποτελεί τον ιδανικό εμπνευστή όλων αυτών που θέλει να επισημάνει ο σκηνοθέτης (και τα οποία δεν διαφέρουν και πολύ σε σχέση με άλλες ταινίες παρόμοιου κοινωνικοδραματικού περιεχομένου) μαγειρεύοντας και συνταιριάζοντας αρμονικά τις ζωές και τα θέλω τριών εντελώς διαφορετικών χαρακτήρων, που όμως κατά έναν περίεργο τρόπο έρχονται κοντά με τρόπο αμήχανο και απρόσμενο, όπως ακριβώς και στην πραγματική ζωή.
Ο Dinklage αναλαμβάνει χρέη "social pariah" εξαιτίας του διαφορετικού του παρουσιαστικού που τον καθιστά δακτυλοδεικτούμενου και βορά στα σχόλια ανεγκέφαλων hillbillies, κρατώντας τον σταθερά σε μια κατάσταση κοινωνικής αποξένωσης χωρίς όμως να αποζητά και την απελευθέρωσή του από αυτήν.  Η ζωή του μοιάζει περισσότερο σαν αποδοχή της όποιας του κατάστασης, βολευμένος στην μοναξιά και κατά έναν περίεργο τρόπο, ήσυχο με αυτήν.
Στον αντίποδα βρίσκεται ο Joe, ένας λαλίστατος τύπος που πουλάει hot dogs και καφέδες στην καντίνα του πατέρα του, αισιόδοξος και ολίγον φαφλατάς, αλλά καλή καρδιά, αποτελεί βεβαίως το άλλο άκρο του ταπεινού και λιγομίλητου Fin, δημιουργώντας μαζί του ένα απρόσμενο κινηματογραφικό ντουετάκι που λειτουργεί αποτελεσματικά.
Όσον αφορά το θέμα της γυναικείας παρουσίας, η Clarkson αναλαμβάνει δράση ως ώριμη, γοητευτική αρτίστα με πόνο στην καρδιά, ολοκληρώνοντας μια τριάδα ετερόκλητων προσώπων το καθένα από τα οποία επιτελεί τον δικό του λειτουργικό σκοπό.


H ταινία διαθέτει ισορροπημένες χιουμοριστικές και δραματικές στιγμές, χωρίς να καταλήγει ολοκληρωτικά ούτε στην μια, ούτε στην άλλη πλευρά.  Έτσι κι αλλιώς σκοπός του σκηνοθέτη είναι να μας καταστήσει θεατές του μεταβατικού εκείνου σημείου στην ζωή του κεντρικού ήρωα, την στιγμή δηλαδή που θα πρέπει να σταθεί στα δικά του πόδια μόνος του, μακριά από την δεδομένη κάλυψη και "συντροφιά" του φίλου Henry.
Ενδιαφέρον πάντως είναι αν προσέξει κανείς το πως σηματοδοτείται η μετάβαση του ήρωα από το ιδανικό, το σχεδόν "ονειρικό", στον κατά τα άλλο ζοφερό κόσμο της καθημερινότητας.  Και τι εννοούμε.  Όσο ο Fin εργαζόταν στο κατάστημα μοντελισμού καθαρίζοντας και επιδιορθώνοντας τρενάκια και γραμμές, το νανικό του παρουσιαστικό δεν αποτελούσε κάτι το παράταιρο στον κόσμο των μινιατούρων, καθώς μέσα σε αυτές ο ίδιος φάνταζε γίγαντας.  Αντιθέτως όταν ήρθε η στιγμή για την έξοδό του στην πραγματική ζωή, η μετάβασή του αναλογικά αλλάζει, αλλά ουσιαστικά παραμένει η ίδια.  Ο Fin και πάλι θα είναι υπεύθυνος για την φροντίδα των τρένων, αυτή την φορά όμως από την σκοπιά του station agent, του ατόμου δηλαδή που φέρνει εις πέρας οτιδήποτε έχει να κάνει με αληθινά, θορυβώδη, ταχύτατα τρένα.  Η διαφορά έγκειται στο οτι τώρα ο ίδιος αποτελεί την μινιατούρα μπροστά στον θαυμαστό κόσμο των σιδηροδρομικών γραμμών και της ίδιας της ζωής τελικά.  Από αυτό γίνεται αντιληπτό και γιατί ο σκηνοθέτης επέλεξε τον Dinklage για τον συγκεκριμένο ρόλο: για να αποδώσει πολύ πιο απτά την δύσκολη αλλαγή που οφείλει να υποστεί ο χαρακτήρας του προκειμένου να προχωρήσει παρακάτω.  Στο πλευρό του βέβαια και οι άλλοι δυο βιώνουν τις δικές τους αλλαγές (άλλος περισσότερο έντονα, άλλο λιγότερο) με τον κινητήριο όμως μοχλό να εντοπίζεται στην παρουσία του Fin.


Η σκηνοθεσία του McCarthy είναι όμορφη και σε στιγμές μελαγχολική, σαν φίνο καλοκαιρινό αεράκι που τρυπώνει στο σπίτι μέσα από τις χαραμάδες των παραθύρων.  Έτσι ακριβώς δηλαδή είναι καμωμένο και το "The Station Agent" στο σύνολο του: ανάλαφρο και γοητευτικό μέσα στην ολοκληρωτική του απλότητα.
Τα πλάνα του σκηνοθέτη βρίθουν αγροτικής ομορφιάς, ενώ η διαρκής αντιπαραβολή του Fin με τα πελώρια τρένα και τον πελώριο κόσμο γενικότερα, τον τοποθετούν στο κέντρο της δράσης.  Η μεγαλύτερη διάρκεια της ταινίας χαρακτηρίζεται από τους διαλόγους των πρωταγωνιστών και τα συναισθηματικά τους ξεσπάσματα, με το όλο τριγύρω περιβάλλον να σιγοντάρει ουσιαστικά στην αντιμετώπιση face to face με τα προβλήματα και τις προσωπικές ανησυχίες του καθενός από τους ήρωες.
Όπως περιμένεις ο Dinklage κλέβει εύκολα την παράσταση, ενώ στο πλευρό του και ο προσφάτως βραβευμένος με Emmy για την εξαιρετική του παρουσία στο "Boardwalk Empire", Βobby Cannavale, είναι εξίσου καλός.  Για την Clarkson δεν χρειάζεται επίσης να πούμε πολλά, καθώς πάντα αποτελεί έναν καλό λόγο για να δεις μια ταινία.
Συνοψίζοντας το "The Station Agent" αποτελεί την ιδανική αφορμή αν θες να απολαύσεις ένα όμορφο, μικρό, λιτό και απέριττο ταινιάκι.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι παίζει και η Michelle Williams, οτι ο Peter τα ρίχνει τα γκομενάκια και εδώ (οχι μόνο στο "Game of Thrones") και οτι ο Cannavale είναι ζευγάρι με τη Rose Byrne (καλά αυτό δεν το έμαθα από την ταινία, το έμαθα γενικώς).


 No trivia