Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μυστήριο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μυστήριο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 8 Μαΐου 2013

Trance: Strawberry

NEW ARRIVAL

Χαιρετώ again guyz!  Σήμερα ας μιλήσουμε για κάτι καινούριο, και συγκεκριμένα για την νέα ταινία του Danny Boyle που κυκλοφορεί από αύριο, 9/5 στους κινηματογράφους.  Να καταθέσω εδώ σε πρώτη φάση πως η ταινία μου άρεσε αρκετά, καθώς είδα κάτι καλοφτιαγμένο και απρόσμενα φρέσκο σε στιγμές, το οποίο κατέστησε την κάπου δαιδαλώδη αφήγηση τελικώς κατανοητή και καθοριστικής σημασίας για την κατανόηση του σεναρίου.   Ξεκινάμε.


O Simon (James McAvoy), είναι ένας εργαζόμενος σε έναν λονδρέζικο οίκο δημοπρασιών ο οποίος αντιμετωπίζει κάποια φλέγοντα, προσωπικά ζητήματα.  Πιο συγκεκριμένα έχει ξεμείνει από λεφτά, με αποτέλεσμα μην βρίσκοντας άλλη λύση, να αποφασίσει να συνεργαστεί με μια ομάδα ληστών, οι οποίοι ένα ωραίο πρωί μπουκάρουν στον οίκο, και ξεσηκώνουν έναν πίνακα του Goya.  Πάνω στην αναμπουμπούλα όμως, ο Simon τρώει μια στο κεφάλι από τον Franck (Vincent Cassel), τον αρχηγό της ομάδας, και πέφτει κάτω αναίσθητος.  Όταν συνέρχεται συνειδητοποιεί με τρόμο, πως δεν έχει ιδέα που βρίσκεται ο πίνακας, την ίδια στιγμή που ο Franck τον αναζητά επίμονα.  Έτσι λοιπόν προκειμένου να καταφέρει να θυμηθεί, επισκέπτεται μια υπνοθεραπεύτρια, την γοητευτική Elizabeth (Rosario Dawson), από την οποία θα ζητήσει βοήθεια, προκειμένου βήμα βήμα να εντοπίσει και πάλι τα ίχνη του χαμένου έργου τέχνης.  Από εκεί και πέρα η κατάσταση παρεκτρέπεται επικίνδυνα μιας που όλοι πρόκειται να εγκλωβιστούν σε ένα παραισθησιογόνο ταξίδι, από το οποίο η μόνη διαφυγή είναι μια: να καταφέρεις να "ξυπνήσεις"...


Μετά το κινηματογραφικό του διάλειμμα, και την ανάληψη της τελετής έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του Λονδίνου, ο Danny Boyle επιστρέφει και πάλι στα σινεματικά δρώμενα, αυτή την φορά κατασκευάζοντας ένα τριπαριστό ταινιάκι, το οποίο μπορεί να χάνει λίγο στο θέμα της ρεαλιστικότητας, δεν παύει όμως να αποτελεί μια καλή και καθόλα εντυπωσιακή περιπέτεια αποπλάνησης και παραπλάνησης.  Όταν ένα σκηνοθέτης εξάλλου, έχει καταφέρει να σου δώσει στο παρελθόν μερικά αξιοθαύμαστα κατασκευάσματα ετερόκλητης μάλιστα σύνθεσης, τότε δεν γίνεται παρά να περιμένεις πως και οι παροντικές του δημιουργίες, θα είναι το ίδιο καλές.  Ταινίες όπως το παραληρηματικό "Trainspotting", το ζομπιακά ανανεωτικό "28 Days Later", καθώς και το κοινωνικοδραματικό "Slumdog Millionaire" με την τεράστια βραβειακή-και οχι μόνο-επιτυχία του, αποδεικνύουν αν μη τι άλλο, πως ο Boyle διαθέτει ακόμα τσαγανό και ενδιαφέρουσα σκηνοθετική οπτική, ικανή να σε κρατήσει στην θέση σου μέχρι την ύστατη στιγμή του τέλους, χωρίς να έχεις πάρει χαμπάρι πότε πέρασε η ώρα.  Ακόμα και το πιο πρόσφατο "127 Hours" με πρωταγωνιστή τον "κοντεύω να γίνω μαϊντανός", James Franco, αποτέλεσε ένα εξαιρετικό δείγμα του πόσο άρτιο και σύγχρονο μπορεί να δείχνει ένα κλειστοφοβικό θρίλερ, το οποίο βασίζεται κατά κύριο λόγο στο "one man show" του εκάστοτε ηθοποιού (ομολογουμένως ο Franco έδωσε τον καλύτερό του εαυτό σε μια εξαιρετική ερμηνεία), μιας που ο Boyle φρόντισε να ντύσει την ιστορία του, οχι μόνο με τον αυτοβιογραφικό μανδύα, αλλά και με περιρρέουσες φυσιολατρικές και καθόλα ανθρωποκεντρικές πινελιές, οι οποίες σε συνδυασμό με την πολύχρωμη σκηνοθεσία, δημιουργούσαν ένα άκρως θελκτικό αποτέλεσμα.


Ακούγοντας σήμερα τον Κουτσογιαννόπουλο να λέει πως το "Trance" είναι μια καλή ταινία που κάπου κολλάει στο θέμα του ρεαλισμού και του κατά πόσο μπορούν να συμβούν όλα αυτά τα οποία συμβαίνουν, θα συμφωνήσω σίγουρα μαζί του, χωρίς βέβαια στην προκειμένη περίπτωση να έχει τελικά και τόσο σημασία το κατά πόσο μπορεί ή δεν μπορεί να υπάρξει μια τέτοια κατάσταση.  Και εξηγώ.
Tο πως αντιλαμβάνεται ο καθένας από εμάς το κομμάτι της πραγματικότητας, και πως αποφασίζει να εισάγει τις δικές του βιωματικές εμπειρίες στο πλαίσιο μιας ταινίας, διαφέρει σε πολύ μεγάλο βαθμό.  Ακόμα θυμάμαι άτομα που απορούσαν με την διάρκεια που έκανε το φορτηγάκι με τον di Caprio να πέσει στο ποτάμι, στο "Inception", και ας είχε "μαλλιάσει" η γλώσσα του Nolan να εξηγεί μέχρι εκείνη την στιγμή ονειρικά επίπεδα, συνειδητά, υποσυνείδητα και slow motion χρόνους.  Όταν για τους δικούς σου λόγους δε μπαίνεις ποτέ στο mood της κάθε ταινίας, δεν γίνεται να έχεις απαιτήσεις απτού ρεαλισμού, γιατί πολύ απλά πολλές ταινίες δεν αποσκοπούν σε αυτό.  Γιατί ακριβώς σου αρέσουν οι ταινίες τρόμου;  Υπάρχει ποτέ περίπτωση στην προσπάθειά σου να ξεφύγεις από έναν δολοφόνο, να σκοντάψεις γύρω στις 32 φορές και να τρέχεις με όλη σου την δύναμη, την ίδια στιγμή που ο evil one σε πλησιάζει περπατώντας και τελικώς σε ξεκοιλιάζει σαν γουρούνι στο σφαγείο;  Προφανώς οχι, το δέχεσαι όμως γιατί γνωρίζεις οτι θα δεις μια horror ταινία.  That's all.


Ας πάρουμε για παράδειγμα δυο ταινίες του Boyle.  Τι πιθανότητες υπάρχουν ένα παιδί από την Ινδία να απαντήσει σωστά σε εντελώς τυχαίες ερωτήσεις, τις απαντήσεις των οποίων ξέρει επειδή με τον έναν ή με το άλλον τρόπο τις έχει ζήσει στην ζωή του;  Καμία λέω εγώ, απλώς ο Boyle βρήκε έναν πρωτότυπο, αφηγηματικό τρόπο προκειμένου να περάσει στην μεγάλη οθόνη τις περιπέτειες ενός νεαρού απόκληρου.  Από την άλλη πλευρά ένας νεαρός άνδρας παγιδεύεται στα βραχώδη όρη της Utah, όταν ένας τεράστιος βράχος καταπλακώνει το χέρι του.  Αναγκάζεται να πίνει τα ούρα του για πέντε μέρες προκειμένου να μην αφυδατωθεί, όταν παίρνει την απόφαση να κόψει τελικά το χέρι του, να περιφερθεί αιμορραγώντας μέσα στην καυτή έρημο, μέχρι που μια οικογένεια τον βρίσκει, τον μεταφέρει στο νοσοκομείο και τελικά ο άνδρας επιζεί.  Παρατραβηγμένο ε;  Κι όμως, το "127 Hours" βασίζεται στην αληθινή ιστορία του πεζοπόρου Aron Ralston, ο οποίος αναγκάστηκε να ακρωτηριάσει το ίδιο του το χέρι προκειμένου να επιβιώσει.
Συνοψίζοντας, το "Trace" είναι μια από εκείνες τις ταινίες όπου το σενάριο μπορεί να σου φανεί λίγο-έως πολύ-τραβηγμένο, μιας που δεν ανταποκρίνεται πλήρως στην αντίληψή σου περί πραγματικότητας.  Εγώ σου προτείνω να μη το σκέφτεσαι και τόσο γιατί στην τελική, πόσα είναι αυτά που δεν ξέρουμε για τον κόσμο εκεί έξω;  Oh so many...
Αφήνοντας λοιπόν κατά μέρος το θέμα του σεναρίου (το οποίο είναι τόσο παραπλανητικό, όσο και ολόκληρη η ταινία), το "Trance" καταφέρνει και σε κερδίζει χάρη στην μεθυστική, κατακερματισμένη σκηνοθεσία του Danny Boyle, ο οποίος εκμεταλλεύεται στο φουλ κάθε αντικατοπτριστική επιφάνεια (από παρκε-ταρισμένα πατώματα και καθρέφτες, μέχρι τζαμαρίες και νερό), δημιουργώντας μια εντελώς ψευδαισθητική κατάσταση μέσα στην οποία οι ήρωες δρουν και υπάρχουν.  Κάποιες φορές χωρίς να το γνωρίζουν ούτε καν οι ίδιοι...
Το εύρημα της ύπνωσης παίζει εδώ καταλυτικό ρόλο, φέρνοντας στην επιφάνεια αναμνήσεις, απωθημένα και καταπιεσμένες μνήμες, οι οποίες μπορεί να μην εμβαθύνουν σε πιο ιατρικούς όρους (δεν χρειάζεται κιόλας), δημιουργούν όμως το ιδανικό παραπέτασμα και την κατάλληλη αφετηρία για μια πρώτης τάξεως τροφή του στυλ "μην εμπιστεύεσαι ότι βλέπεις", και θα αρκεστώ εδώ.


Από πλευράς ερμηνειών, κάνουν όλοι καλή δουλειά, με τον McAvoy σε ρόλο που δεν τον έχουμε συνηθίσει, τον Cassel σε αυτού του κλασικού κωλόπαιδου και την Dawson σε ρόλο μοιραίας ψυχιάτρου/υπνοθεραπεύτριας, η οποία τα δίνει όλα για την Τέχνη.  Και όταν λέμε όλα, εννοούμε όλα.  Και το πλούσιο στήθος της και το άλλο που σέρνει και καράβι.
Γενικώς το "Trance" αποτελεί ενδεχομένως την πιο ενδιαφέρουσα κινηματογραφική επιλογή της εβδομάδας, αφού καταφέρνει να σε ξεγελάσει και να μεταποιηθεί μέσω ενός κρεσεντικού τρανσ-αρίσματος σε κάτι το διαφορετικό.  Αξιόλογο το πρωταγωνιστικό cast, απόλυτα ταιριαστό το μουσικό score, με συμμετοχές από Moby, Emeli Sande, Unkle, ακόμα και μια εκτέλεση από την ίδια την Dawson, και μια σκηνοθεσία λουκούμι, συνθέτουν το άκρως ενδιαφέρον νέο ταινιάκι του Boyle.  Δες το.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι τα γυμνά της Dawson θα καθηλώσουν τα ανδρικά πλήθη, οτι όλοι κρύβουμε έναν bad ass μέσα μας και οτι ο Vincent πρέπει να πηδήξει σε όποια ταινία παίζει.  Είναι νόμος.


TRIVIA
  • Σε πρώτη φάση υποψήφιος για τον ρόλο του Franck ήταν ο Michael Fassbender, αλλά λόγω προγράμματος αναγκάστηκε να αποχωρήσει.  Έτσι ο ρόλος δόθηκε στον Cassel.
  • Υποψήφιες επίσης για τον γυναικείο ρόλο ήταν επίσης οι Scarlett Johansson και Eva Green.  Έχω μια μικρή υποψία πως ο Boyle ήθελε να δείξει οπωσδήποτε στην ταινία του μεγάλο στήθος.  Δεν εξηγείται αλλιώς...
(ΠΗΓΗ IMDB)

Τετάρτη 3 Απριλίου 2013

Stoker: It runs in the family

Hello again.  Όπως σας είπα για σήμερα Τετάρτη, ετοίμαζα να ανεβάσω το "Stoker", μια από τις πολύ καλές ταινίες που μπόρεσα να απολαύσω αυτή την περίοδο.  Με μερικά σκαμπανεβάσματα στην ψυχολογία, θα προσπαθήσω να είμαι όσο το δυνατόν πιο αντικειμενική και right to the point, αναφορικά με αυτά που πιστεύω πως ήθελε να περάσει ο Chan-wook Park, μέσω της ταινίας του.  Και επίσης να πως από τώρα, πως αν δεν την έχετε δει, καλά θα κάνετε να μην περιμένετε για πολύ ακόμη...


Μετά τον θάνατο του πατέρα της (Dermot Mulroney), η ιδιόρρυθμη India (Mia Wasikowska), κλονισμένη και βαθιά προβληματισμένη/προβληματική, θα κλειστεί ακόμα περισσότερο στον εαυτό της, κάνοντας οτι περνάει από το χέρι της, προκειμένου να αποφεύγει συστηματικά την παρουσία της ψυχρής της μητέρας, Evelyn (Nicole Kidman).  Και ενώ οι σχέσεις των δυο γυναικών πατούν σε τεντωμένο σκοινί, ιδιαίτερα μετά την ολοκληρωτική "αποχώρηση" της πατρικής/συζυγικής φιγούρας από το σπίτι, ένας άλλος γοητευτικός άνδρας, πρόκειται να κάνει την εμφάνισή του, στο σπίτι των Stoker, δηλώνοντας πως ορίζεται και ο ίδιος από το κοινό αίμα που τρέχει στις φλέβες του.  Ο νεοφερμένος δεν είναι άλλος, από τον μικρότερο αδελφό του πατέρα της India, Charlie (Matthew Goode).  Ο μυστηριώδης θείος Charlie, θα αρχίσει να κινείται μέσα στο σπίτι, γεμάτος αυτοπεποίθηση, σαγηνεύοντας την νέα χήρα, και προκαλώντας τις ματιές της νεαρής India.  Κοσμογυρισμένος και μοναχικός καθώς είναι, θα αποτελέσει τον αρσενικό πόλο έλξης για τις ηρωίδες του σπιτιού, οι οποίες θα τον δουν σαν το βάζο με το μέλι.  Για τελείως διαφορετικούς λόγους βεβαίως, η καθεμία.  Και φυσικά, όπως κάθε οικογένεια που σέβεται τον εαυτό της, έτσι και οι Stoker, θα εξακολουθήσουν να κρύβουν καλά τα μυστικά τους.  Μέχρι δηλαδή αυτά να βγουν στην επιφάνεια και οι αλήθειες τους να γκρεμίσουν τα πάντα...


Όπως έχεις ήδη ακούσει, το "Stoker", αποτελεί το αγγλόφωνο, κινηματογραφικό ντεμπούτο του νοτιοκεράτη Chan-wook Park, ο οποίος μεταφέρει στιλιζάρισμα, ατμόσφαιρα και-όπως αναμενόταν-εκπληκτική σκηνοθεσία, ακόμα και σε αυτή την πρώτη του, χολιγουντιανή απόπειρα.
Η αλήθεια είναι πως εδώ και καιρό βλέπαμε μια συγκεκριμένη κινητικότητα των Ασιατών δημιουργών, ως προς τον εμπορικό, αμερικανικό κινηματογράφο, μιας που όλοι αναζητούν μετά την καταξίωση, την αναγνώριση, και σε ένα μεγαλύτερο (ή μάλλον ΤΟ μεγαλύτερο) σινεματικό κοινό.  Και τι καλύτερο από το να ξεκινήσουν την προσπάθεια αυτή, από το Hollywood;
Όσον αφορά τον απόηχο της ταινίας του Park, τα πράγματα μάλλον δεν ήταν τελικά και τόσο ενδεικτικά του ταλέντου του, μιας που μπορεί το κοινό να αγκάλιασε το "Stoker", κριτικοί όμως, και σινεφιλίδικοι παντογνώστες, φάνηκε να τιμωρούν (υπέρ του δέοντος αν ρωτάτε εμένα), το κατά τα άλλα φτωχό σενάριο του πρωταγωνιστή του Prison Break, Wentworth Miller.  Αν είναι έτσι, τότε τι έχει να πει κανείς για το "The Last Stand", το αμερικάνικο ντεμπούτο του Jee-woon Kim, ενός δημιουργού μερικών, εκ των καλυτέρων σύγχρονων, νοτιοκορετικών ταινιών όπως οι "A Tale of two Sister", "Bitersweet Life" και "I Saw the Devil";  Ένας γερασμένος πλέον Arnie, πιστολίδι, τρεχαλητό και ένα όσο δεν πάει κλισεδιάρικο σενάριο, που όμως κάτι μας λέει πως όλο αυτό, μάλλον έγινε εξεπιτούτου από τον Kim, δεδομένης της ικανότητας των Ασιατών να μεταπηδούν από το ένα ταινιακό είδος στο άλλο, και να παραδίδουν μαθήματα κινηματογράφου, με όποιο κι αν καταπιάνονται.  Εν προκειμένω ο Kim πλήρωσε μάλλον "ακριβά" την επιθυμία μιας "επιστροφής στις παλιές ρίζες και ολίγον από b-movie crime", θεωρώντας προφανώς πως θα είχε ανάλογο αντίκτυπο με το...ασιατικό του western, "The Good, the Bad and the Weird".  Sorry Kim, εδώ είναι Αμέρικα, κι αν δεν είσαι ταραντινικός από γεννησιμιού σου, auteur, κλασικός, hip ή ένας ακόμη Ben Affleck, "stick to your own cinema style".  Δεν είδες και τον Park;  Μια γαμιστερή (με το μπαρδόν δηλαδή) ταινία είπε να κάνει, να πετάξει μέσα και τον αποφυλακισμένο πια Wentworth, και η ατάκα "ωραία ταινία, αλλά το σενάριο ok", έδωσε και πήρε.  Να υποθέσω πως αν είχε αναλάβει ο Park και αυτό το πόστο, όλα θα είχαν πάει κατ' ευχήν;


Δεν ξέρω γιατί προκλήθηκε ένα σχετικό θέμα, αναφορικά με τις αδυναμίες του σεναρίου, από την στιγμή που το ίδιο το σενάριο επέβαλε στην υπόθεση να αποτελέσει, μια ιστορία δωματίου.  Το γεγονός οτι υπάρχουν αρκετές σκηνές που διαδραματίζονται εκτός της εντυπωσιακής έπαυλης, δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο, εκτός από αυτό που μόλις έγραψα (ή ίσως και να έχει μια βαθύτερη έννοια, αλλά θα πρέπει να προχωρήσω σε spoilers για όσους δεν το έχουν δει και δεν θέλω).  Αντιθέτως όλο το ψυχολογικό παιχνίδι ανάμεσα σε αυτό το προκλητικό τρίγωνο, παίζεται μέσα στο σπίτι.  Με άλλα λόγια, ο κατεξοχήν πυρήνας της οικογενειακής γαλήνης, της ζεστασιάς και της ασφάλειας σπάει στην στιγμή, μόνο για να μεταμορφωθεί σε ένα τεράστιο παζλ, τα κομμάτια του οποίου θα αρχίσουν να μπαίνουν αργά, αλλά σταθερά στην θέση τους, αποκαλύπτοντας το πραγματικό, disturbing προσωπείο αυτού, που σίγουρα έχεις αρχίσει να ψυλλιάζεσαι.
Ο Park, έχοντας παράδοση στην εννοιολογική σκηνοθεσία και τις πρωτοποριακές τεχνικές, δεν διστάζει να φέρει μερικές από αυτές, στο "Stoker", το οποίο στο μεγαλύτερο μέρος της διάρκειάς του, μοιάζει με έναν ζωντανό, κινούμενο πίνακα, πολύ θελκτικό για να μην τον προσέξεις.  Από τους χρωματισμούς του εσωτερικού του σπιτιού (έντονα κόκκινα, βαθιά μπλε, ξεπλυμένα πράσινα και εκτυφλωτικά κίτρινα), και τις μυστηριώδεις γωνιές των κήπων, μέχρι το ντύσιμο των ηρώων που παραπέμπει σε άλλη εποχή, καθώς και τον συνδυασμό αυτού, με μια καθημερινότητα απτή και βαρετή (είναι εντυπωσιακό το πόσο κόντρα μοιάζει να έρχεται για παράδειγμα, ο συνηθισμένος χώρος του σχολείου, με το επιβλητικό κτίσμα στο οποίο ζει η India), o Park, καταφέρνει να δώσει το στίγμα μιας ταραχώδους ατμόσφαιρας, την οποία αντιλαμβάνεσαι κατά τρόπο υπόγειο, σαν να ξέρεις πως κάτι δεν πάει καλά, αλλά να μην μπορείς να εντοπίσεις και τι ακριβώς είναι αυτό.  Αυτό, είναι το ταλέντο του Park, να δημιουργεί καταστάσεις και κλίμα, από τις πιο καθημερινές πτυχές της ανθρώπινης ζωής, συνδυάζοντας παράλληλα υφές ετερόκλητες, χρώματα, αισθήσεις, στυλ, ακόμα και στοιχεία άλλων, θαρρείς, εποχών, πετυχαίνοντας πάντα ένα ραφιναρισμένο αποτέλεσμα που εντυπωσιάζει.  Οτι δηλαδή κάνει και στο "Stoker", με το αποτέλεσμα να είναι κάτι παραπάνω από ικανοποιητικό.


Η προβληματική ενός μυστικού, η οποία θέτει τα θεμέλια μιας γενικότερης δράσης, αποτελεί πάγια τακτική στις ταινίες του Park, είτε πρόκειται για ένα μυστικό το οποίο αποκρύπτεται από εμάς τους θεατές, είτε για ένα θέμα το οποίο ενδεχομένως να μην γνωρίζουν κάποιοι, από τους υπόλοιπους εμπλεκόμενους της ταινίας, όπως γίνεται για παράδειγμα στο "Thrist", στο οποίοι οι συμπρωταγωνιστές δεν γνωρίζουν οτι ο καλόκαρδος ιερέας, έχει μεταμορφωθεί σε βρικόλακα (κάτι στο οποίο εμείς γινόμαστε μάρτυρες, από τα πρώτα λεπτά).  Στην προκειμένη περίπτωση, το "Stoker", αποτελεί ένα γαϊτανάκι κρυμμένων σκέψεων και λόγων, από το οποίο μόνο οι επιθυμίες της Kidman, μοιάζουν να πλησιάζουν σε κάτι φαινομενικά λογικό και φυσικά απτό.  Η λαγνεία της εξάλλου, γίνεται εμφανής από την αρχή, μέσα από χαμογελάκια, πετάρισμα των βλεφάρων και προσεγμένη εμφάνιση, σε μια προφανή προσπάθεια να αποκαλύψει την δική της επιθυμία απέναντι στον θείο Charlie.  Αντιθέτως, οι μύχιες σκέψεις των Goode και Wasikoska, είναι αυτές που αφορούν, και αυτές που μέσα από ένα ολίγον μεταφυσικό πρίσμα (η India έχει την ικανότητα να αντιλαμβάνεται πράγματα, τα οποία οι άλλοι δεν μπορούν), έρχονται και κλειδώνουν η μια με την άλλη, δημιουργώντας έναν αναπόφευκτα άρρηκτο δεσμό, ανάμεσα στους δυο τους.  Έτσι κι αλλιώς αυτό δεν είναι δύσκολο να το αντιληφθεί κανείς, ήδη από την αρχή, και μέσα από το αυστηρά προσωπικό και μοναχικό περιβάλλον (αυτό του εαυτού της δηλαδή), με το οποίο πορεύεται η India.
Έχω την εντύπωση πως το όνομα της ηρωίδας, δεν είναι διόλου τυχαίο, μιας που όπως φαίνεται, θα αποτελέσει έναν ακόμη "προορισμό", για τον πολυταξιδεμένο Charlie, γεγονός που κάνει την σύνδεση/ταύτισή του, ακόμη πιο προφανή.  Κάπου εδώ, θα αρκεστώ να σας πως, πως όσοι έχετε παρακολουθήσει "Dexter", θα βρείτε και μια ξεκάθαρη σχέση ανάμεσα στην προσωπικότητα του Michael C. Hall, και της Mia Wasikoska, μια σχέση που εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την στάση και το ιδιαίτερο παίξιμό της στην ταινία.


Είτε το story μας παραπέμπει στην αποδόμηση της οικογενειακής εστίας, είτε σε πιο βαθιά, ψυχολογικά μυστικά στα οποί εμπλέκονται ζητήματα φροϊδικών αναφορών και δεν συμμαζεύεται, η αλήθεια είναι πως οτι κι αν θέλει να πει ο Miller, παρέα με τον Park, το κάνουν πολύ καλά.  Δεν χρειάζεται εξάλλου να πούμε και πολλά για την εκπληκτική σκηνοθεσία του νοτιοκορεάτη, πέρα από το οτι θα σας συνεπάρει και θα σας μαγέψει.  Και για εμένα που είμαι εμμονική με αυτά τα θέματα και τα ψάχνω, η τριχρωμία μπλε-κόκκινο-κίτρινο, είναι πάλι εκεί, για να μας υπενθυμίσει οτι βλέπουμε κάποιον που ξέρει από κινηματογράφο.
Οι ερμηνείες είναι αναμενόμενα εξαιρετικές (όπως και η φωτογραφία βεβαίως, βεβαίως).  Η Kidman είναι ταυτόχρονα ψυχρή, απόμακρη, σχεδόν κέρινη, αποτελώντας την ιδανική αποπροσωποποιημένη μητέρα και την wannabe ερωμένη.  Και ο Goode όμως, θυμίζει σε στιγμές τον χαρακτήρα του Christian Bale από το "American Psycho".  Εντελώς ψυχωτικός και με ένα παγωμένο χαμόγελο συνεχώς στα χείλη του, αποτελεί παρουσία διαβολικά ήρεμη, μέχρι την στιγμή της απαραίτητης ανατροπής.  Βέβαια, την παρουσία κλέβει εύκολα η Wasikowska η οποία υποδύεται τον ρόλο της με αλλοπρόσαλλη, ιδιάζουσα και σκοτεινή πίστη.  Με κορακί μαλλί, ντύσιμο καλόγριας και δολοφονικά βλέμματα, σίγουρα δεν είναι η τύπισσα με την οποία θες να έχεις και πολλά πάρε δώσε.  Καλύτερα, ούτε κι εκείνη θέλει...
Το "Stoker" στο σύνολό του, είναι μια ταινία που αξίζει να την δεις, για όλα τα παραπάνω και για ακόμη περισσότερα.  Ας προσθέσουμε λοιπόν σε αυτά και την υπέροχη μουσική του Clint Mansell, καθώς και το εξαίσιο τραγούδι της Emily Wells, "Becomes the Color", το οποίο ακούγεται στο τέλος.  Δείτε την.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι τα γυαλιά δεν έπαθαν τίποτα, οτι τα μαλλιά της Kidman είναι στάχυα και οτι ο οργασμός, μπορεί να επιτευχθεί και με άλλους τρόπους.


TRIVIA
  • Πρώτη επιλογή για τους ρόλους ήταν η Jodie Foster και η Carey Mulligan.
  • Το σενάριο ήταν στην "Βlack List" με τα καλύτερα σενάρια του 2010.  
(ΠΗΓΗ IMDB)
 

Παρασκευή 22 Μαρτίου 2013

Μπιγκ Χιτ: Ένα ελληνικό neo-noir, όπως δεν το έχεις ξαναδεί

 NEW ARRIVAL

Καλημέρα σε όλους!  Σήμερα θα μιλήσουμε για μια ελληνική προσπάθεια, από αυτές για τις οποίες δεν μιλάω και πολύ συχνά στο blog μου (τις ελληνικές ταινίες δηλαδή, μιας που το είδος που πραγματεύεται η σημερινή, είναι από τα αγαπημένα μου).  Το "Μπιγκ Χιτ" του Κάρολου Ζωναρά, είναι μια ταινία που παίρνει και δεν παίρνει τον εαυτό της στα σοβάρα, και γίνεται ένα από εκείνα τα απρόσμενα cult, ελληνικά δημιουργήματα, στα οποία είναι αδύνατον να πεις οχι.  Οπότε μη του πεις.  Δες το.


Ο υπαστυνόμος Αριστείδης Κορμάς (Μελέτης Γεωργιάδης), καλείται να εξιχνιάσει την μυστήρια αυτοκτονία ενός συναδέλφου του (τον οποίο υποδύεται για ελάχιστα δευτερόλεπτα ο...Σπύρος Μπιμπίλας), ο οποίος έδωσε τέλος στην ζωή του, στο γραφείο του σπιτιού του και με την γυναίκα του να γυροφέρνει στον πάνω όροφο.  Αργότερα όταν ο υπαστυνόμος αντιμετωπίσει την ψυχρή στάση της χήρας Φαρμάκη (Ευγενία Αποστόλου), καθώς και την αδιαφορία των υψηλά ισταμένων του στο Σώμα, θα αρχίσει να ζώνεται από τα φίδια, έχοντας την υποψία πως κάτι βρώμικο παίζεται στην Υπηρεσία του.  Κάτι που έχει να κάνει φράγκα μεγαλοεπιχειρηματιών και την κάλυψη των νονών της νύχτας...
Χωρίς να χάσει καιρό, αλλά μετατρέποντας το περίεργο αυτό κουβάρι σε προσωπικό του αγώνα, ο υπαστυνόμος, θα χτυπήσει πόρτες, θα κάνει ερωτήσεις και θα προσπαθήσει να βρει τους ανθρώπους που κρύβονται στις σκιές, κινώντας τα νήματα.  Όσο όμως πιο βαθιά στην υπόθεση, τον οδηγεί το ένστικτό του, τόσο σε μεγαλύτερο κίνδυνο φαίνεται να θέτει τον εαυτό του, αλλά και την γυναίκα του, Μισέλ (Katie O' Wallis).  Το τίμημα ενός ηθικού άνδρα, θα είναι σκληρό σε αυτόν τον γεμάτο διαφθορά και σαπίλα κόσμο...


Σήμερα δεν θα πούμε πολλά πράγματα για την ταινία, όπως κάνουμε στις υπόλοιπες κριτικές, για τον απλό λόγο πως "what you see, is what you get", που λέγανε και στο χωριό μου.  Δεν έχουμε εδώ κοινωνικούς σχολιασμούς, και αμπελοφιλοσοφίες και διδάγματα και πάει λέγοντας.  Έχουμε έναν σκηνοθέτη, που αποφάσισε με τον δικό του τρόπο να τιμήσει το noir αριστούργημα του Fritz Lang, "Τhe Big Heat", δημιουργώντας το ελληνικό του "αδελφάκι".
Για να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα, οι δυο ταινίες ομοιάζουν μόνο ως προς το σεναριακό τους περιεχόμενο, μιας που ο Ζωναράς, αποφάσισε να πατήσει πάνω στην υπόθεση της ταινίας του Lang, μεταφέροντάς την όμως, στην ελληνική, εξίσου ζοφερή πραγματικότητα.  Έχουμε τον καλό υπαστυνόμο που προσπαθεί να σταθεί στο ηθικό του ύψος, μέσα σε έναν κοινωνικό βούρκο, ο οποίος μοιάζει να τον τραβάει σε ολοένα και μεγαλύτερο βάθος, απειλώντας να τον πνίξει.  Πέρα από αυτό όμως, ο σκηνοθέτης και η ομάδα του, είπαν να εμπλουτίσουν το θέμα με καρικατουρίστικες ερμηνείες, και αρκετό μπινελίκι σε καίρια σημεία, με το "Που' σουνα μωρή;", να αποτελεί σίγουρα, το δικό μου αγαπημένο.


Δημιουργός του-κατά πολλούς-cult, "Ο Γιος του Τσάρλυ", o Ζωναράς, δεν πήρε αψήφιστα αυτή την νέα του προσπάθεια, εισάγοντας στην ταινία την τεχνική του ντουμπλαρίσματος, και βάζοντας τις φωνές άλλων ηθοποιών να ακούγονται πάνω στα πρόσωπα των ερμηνευτών που βλέπουμε στην οθόνη.  Πέρα από την δημιουργία μιας εικόνας που σου φέρνει στο μυαλό ταινίες περασμένων δεκαετιών (τότε δηλαδή που ο ήχος "φοριόταν" πάνω στο οπτικό κομμάτι του φιλμ), ο Ζωναράς, πέτυχε και την μείωση του χρόνου γυρισμάτων σε μόλις, 20 ημέρες, περιορίζοντας σαφέστατα το budget του και χτίζοντας τελικά έναν ταινιακό κόσμο, ο οποίος εύκολα παραπέμπει στο τότε, αλλά και στο τώρα.
Φυσικά η φωτογραφία της ταινίας παρέμεινε ασπρόμαυρη, τα μπατσικά props ανέγγιχτα (must η καπαρντίνα με τον σηκωμένο γιακά), ενώ και η ενσωμάτωση σκηνών, από την original ταινία, φάνηκε να λύνει τα χέρια των συντελεστών, σε στιγμές όπως για παράδειγμα η έκρηξη (δεν λέω περισσότερα σε περίπτωση που κάποιος δεν έχει δει το original, αλλά έτσι κι αλλιώς αν δείτε το "Μπιγκ Χιτ", θα πρέπει να προετοιμαστείτε για αρκετά spoilers), αλλά να αποτελεί παράλληλα και ένα έξυπνο εύρημα το οποίο ταυτίζει ακόμα σε μεγαλύτερο βαθμό τις δυο ταινίες.


Το cast απαρτίζεται από εξαιρετικές φάτσες, που δίνουν στην ταινία την κατάλληλη εσάνς.  Ο Μελέτης Γεωργιάδης, αποτελεί κλασική επιλογή πια (σίγουρα τον θυμάσαι και από "Το Κακό") για b-movie-ζουσες ταινίες, και είναι φυσιογνωμία εμβληματική στον ρόλο του αμέμπτου ηθικής, Αριστείδη Κορμά.  Η Katie O'Wallis σε διπλό ρόλο, υποδύεται την Γαλλίδα σύζυγο του υπαστυνόμου, και την τρελοκαμπέρο Lori, γκόμενα του παρατρεχάμενου, του πλούσιου αφεντικού που κρύβεται πίσω από όλα αυτά.  Κάπου μέσα στην ταινία, θα δεις γνώριμες φάτσες και θα ακούσεις τις εξίσου γνώριμες, ντουμπλαριστές φωνές (π.χ του Μποσταντζόγλου), με όλο αυτό το γαϊτανάκι να προσδίδει στην ταινία μια καθόλα, cult, ερμηνευτική διάσταση.
Το "Μπιγκ Χιτ" είναι μια ταινία η οποία αποτελεί ευχάριστη έκπληξη, μέσα στις πολλές κακές (ευτυχώς και κάποιες καλές), ελληνικές ταινίες της αρπαχτής.  Έχει ατμόσφαιρα, jazz μουσικούλα, διαλόγους εμφανώς στιλιζαρισμένους, αλλά και τόσο ταιριαστούς με τα φώτα των δρόμων, τα στριπτιτζάδικα και την βρωμιά της μεγαλούπολης.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι τον Μάϊκ Βαρδακαστάνη, υποδύεται ο θείος του σκηνοθέτη και είναι ο αγαπημένος μου, οτι το 'Καλαματιανός' είναι και γαμώ τα παρατσούκλια και οτι η υστεροφημία του Μπιμπίλα περιλαμβάνει άπειρες γκόμενες, και μια νεανίζουσα φωτογραφία του, στην οποία μοιάζει με τον Μάκη Δελαπόρτα.  Epic win.


No trivia

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013

The Ghost Ship: Covered horror

Καλημέρα σε όλους, καλή εβδομάδα και καλή καθαρά Δευτέρα να έχουμε.  Κοιτάξτε μόνο να μην παραβαραρύνετε με το φαγητό και δεν μπορείτε να δείτε την ταινία που θα σας προτείνω σήμερα, αν και έτσι κι αλλιώς, όπως είχα πει και από την περασμένη εβδομάδα, όντας παλιά, απευθύνεται σε πιο σινεφίλ κοινό, μιας που είναι σίγουρο πως αν κάποιος αποφασίσει να την δει (ο οποίος στην τελική δεν πολυασχολείται και με τον κινηματογράφο), θα βαρεθεί την ζωή του.  Όσοι λοιπόν θέλουν να μάθουν το κατιτίς παραπάνω, μιας που και εγώ την ταινία την είδα υπό την καθοδήγηση του καθηγητή στις ιντερνετικές διαλέξεις που έκανα, μπορούν να απολαύσουν το "The Ghost Ship", μιας ταινία με πραγματικό, κεκαλυμμένο τρόμο, του 1943.  Προσέξτε, δεν μιλάμε για την μούφα που κυκλοφόρησε με τον ίδιο σχεδόν τίτλο το 2002.  Μιλάμε για μια μια b movie (από πλευράς όμως, μόνο προϋπολογισμού και τίποτα άλλο), της δεκαετίας του ΄40, παραγόμενη από ένα από τα μεγαλύτερα στούντιο της εποχής: το RKO.

Ο νεαρός Tom Merriam (Russell Wade), αποτελεί το νέο μέλος του πληρώματος του πλοίου Altair, στο οποίο και αναλαμβάνει την θέση του 3ου αξιωματικού, "κάτω" φυσικά από τον σοβαρό και μετρημένο καπετάνιο, Will Stone (Richard Dix), παλιά καραβάνα του ναυτικού, που έχει φάει την θάλασσα με το κουτάλι, αποτελώντας κλασική περίπτωση ανθρώπου που ζει και αναπνέει για τα ταξίδια.
Από την αρχή κιόλας, φαίνεται πως οι σχέσεις των δυο ανδρών δεν θα μπορούσαν να ήταν καλύτερες, μιας που ο Merriam, στον οποίο κολλάνε το παρατσούκλι "Tertius" (λόγω της "τρίτης" θέσης του στην ιεραρχία), φαίνεται να βρίσκει στο πρόσωπο του καπετάνιου, την φιλοδοξία του να αναλάβει κάποια στιγμή και αυτός το τιμόνι ενός πλοίου, ενώ και ο Stone, θυμάται και νοσταλγεί τα νεανικά του χρόνια, όταν παιδαρέλι ακόμα μπάρκαρε με το πρώτο του σκαρί, περνώντας τελικά μια ολόκληρη ζωή μακριά από την αγκαλιά μιας γυναίκας και την σταθερότητα μιας οικογενειακής εστίας.
Όταν λίγο μετά τον απόπλου, αρχίσουν να συμβαίνουν περίεργα φαινόμενα, τα οποία περιλαμβάνουν τον θάνατο κάποιον μελών του πληρώματος, ο Merriam θα θορυβηθεί από την κατάσταση και θα προσπαθήσει να ρίξει λίγο φως σε αυτή την ιστορία.  Στην προσπάθειά του όμως να βρει τους λόγους αυτής της θαλασσινής κατάρας, όλα μοιάζουν να οδηγούν στον καπετάνιο.  Τον καπετάνιο που έχει μανία με τον έλεγχο και την εξουσία...


Βρισκόμαστε στην δεκαετία του '40, σε μια εποχή όπου ο ήχος αποτελούσε ήδη αναπόσπαστο κομμάτι των ταινιών, ήδη από τις περασμένες δεκαετίες, μιας που μέχρι και τα πρώτα χρόνια του '30, τουλάχιστον ένα 80% των κινηματογραφικών αιθουσών, παρουσίαζαν ταινίες οι οποίες είχαν τελικώς καλοδεχθεί και προσαρμοστεί στις απαιτήσεις του ήχου.
Γεγονός είναι πάντως, πως ο κινηματογράφος βίωνε εκείνα τα χρόνια δυο, από τις πιο ρηξικέλευθες αλλαγές του: τον ερχομό του ήχου και λίγο αργότερα, του χρώματος.  Φυσικά αυτή η μετάβαση δεν ήταν καθόλου απλή και εύκολη, αλλά χρειάστηκαν προσαρμογές, τεχνικές αλλαγές και ένα σωρό άλλες μετατροπές, προκειμένου να οδηγηθούμε στην φυσική πρόοδο της 7ης Τέχνης.  Ακόμη και αν οι προσπάθειες είχαν ξεκινήσει πολύ νωρίτερα (από τα τέλη του 1880), εντούτοις το έδαφος ήταν μόλις τότε πρόσφορο, προκειμένου κάτι τέτοιο να γίνει πραγματικότητα.
Δεν είναι τυχαίο που κάθε φορά αναφερόμαστε στην Χρυσή Εποχή του Hollywood, η οποία εντοπίζεται κάπου στο '50, παρόλα αυτά οι βάσεις της, είχαν αρχίσει να θέτονται πολύ νωρίτερα, με το σημερινό μας "Ghost Ship", να αποτελεί μια πολύ καλή ευκαιρία, προκειμένου να το δούμε αυτό και στην πράξη.
Η παραγωγή της ταινίας όπως είπαμε, έγινε από ένα από τα μεγαλύτερα, στούντιο παραγωγής, της RKO, η οποία μετρούσε στο ενεργητικό της σπουδαίες ταινίες, όπως το "Citizen Kane".  Μιας και μιλάμε στην συγκεκριμένη περίπτωση για το "Ghost Ship", μια ταινία τρόμου, δίχως τρόμο, η RKO, διέφερε ολοκληρωτικά από άλλες στουντιακές παραγωγές, αφού σε αντίθεση με τις ταινίες της Universal ("Frankenstein", "Dracula"), προτιμούσε να κρατάει την πηγή του τρόμου της, κρυφή.  Ακολουθούσε αν θέλετε το μονοπάτι του υπαινικτικού φόβου, χωρίς να αποκαλύπτει ποτέ το όποιο τέρας, το οποίο έτσι κι αλλιώς δεν λειτουργούσε και τόσο στα πρότυπα του σωματοποιημένου τρόμου.  Αν μάλιστα έπρεπε να βρούμε κάποιον υπεύθυνο, γι' αυτή την στρατηγική της κεκαλυμμένης φοβίας, αυτός θα μπορούσε να αναζητηθεί στο πρόσωπο, του κινηματογραφικού παραγωγού και σεναριογράφου, Val Lewton.


O Val Lewton ήταν ένας άνθρωπος ο οποίος παρέα με τους συνεργάτες του, προσπαθούσε να βγάζει πάντα το καλύτερο δυνατόν, από οτι ήταν διατεθειμένη να του προσφέρει η εποχή.  Για παράδειγμα, όπως φαίνεται και από το "Ghost Ship", η χρήση του ήχου, γινόταν στα χέρια του σωστό χρυσωρυχείο εννοιών και υπονοούμενων, μέσω των οποίων μπορούσε να δώσει το στίγμα, να δημιουργήσει την κατάλληλη-ζοφερή εδώ-ατμόσφαιρα και να "παίξει" στην ουσία με όλα τα καλούδια που του έδινε, προκειμένου να δημιουργήσει έναν κόσμο απειλητικό και τρομακτικό, όσο και μίζερα καθημερινό.
Αυτό που ίσως έκανε τις ταινίες του να ξεχωρίζουν, ταινίες "φτηνές", οι οποίες πολλές φορές χρησιμοποιούσαν σκηνικά άλλων φιλμ (όπως γίνεται και εδώ, μιας που το σκηνικό του πλοίου, αποτελούσε τμήμα της ταινίας "Pacific Liner" του 1939), είναι πως ο Lewton, φαινομενικά, δημιουργούσε μια υποθεσιακή κατάσταση, με σκοπό τις περισσότερες φορές αυτή, να παραπέμπει σε b-movie, horror-ικές διαστάσεις, εντούτοις, αν κάποιος αποφάσιζε να τις κοιτάξει λίγο καλύτερα, θα έβλεπε πως αυτές παρέπεμπαν σε πολύ ουσιαστικότερα, οικουμενικά θέματα.  Για παράδειγμα η ταινία του "Cat People", αφορά μια γυναίκα που μεταμορφώνεται σε γάτα.  Στην ουσία όμως, είναι μια ταινία η οποία εξερευνά τα όρια της γυναικείας ετεροσεξουαλικότητας.  Το ίδιο ισχύει και για το "I Walked With a Zombie", μια ταινία η οποία επί της ουσίας μιλά για τις δυσκολίες ενός γάμου, τα στερεότυπα και τον εξαναγκασμό των ατόμων να χωρέσουν σε καλούπια τα οποία δεν τους ταιριάζουν.
Όπως γίνεται φανερό, ο Lewton δεν θα μπορούσε να αναλωθεί σε κλασικά μοτίβα, προχειροδουλεμένου τρόμου, αλλά επιλέγει να τον καταστήσει σαφή, μέσα από την χρήση όλων των υλικών που μπορεί να έχει στην διάθεσή του: από τα σκηνικά και τον φωτισμό, μέχρι τα ηχητικά μοτίβα, τα οποία στο "Ghost Ship" είναι εκείνα που χτίζουν την πρέπουσα ατμόσφαιρα, αργά, σταδιακά και αποκαλυπτικά.
Βλέποντας εξάλλου κανείς την ταινία, σίγουρα αρχίζει να απορεί ως προς το, ποιο είναι το φάντασμα του πλοίου;, τι θέλει να μας δείξει ο σκηνοθέτης, με την έντονη χρήση των θαλασσινών ήχων και των μεταλλικών κρότων του πλοίου;, τι κρύβεται τέλος πάντων, πίσω από το πλήρωμα, τον καπετάνιο, ακόμα και το ίδο το όνομά του καραβιού;.  Κρύβονται πολλά, βασικά μια ολόκληρη κοσμοθεωρία στο πως πρέπει να αντιμετωπίζεται δημιουργικά το χτίσιμο ενός εν δυνάμει σασπένς.  Και με βάση αυτό, το "The Ghost Ship" είναι σίγουρα, ένα από τα πιο underrated, κλασικά ταινιάκια εποχής.


Επειδή μάλιστα οι κόσμοι του καλού και του κακού, είναι συνήθως στις ταινίες του σαφέστατοι, ο Lewton θεωρεί, πως το καλύτερο είναι να αποδείξει πως μπορεί ο χαρούμενος, φωτεινός κόσμος να είναι καλός και σωστός και τίμιος, εκ πρώτη όψεως, αυτός όμως που κρύβεται από πίσω του, ο σκοτεινός και απειλητικός, είναι έτη φωτός πιο ενδιαφέρον, κατάλληλος για κάθε τρομακτική και ουσιαστική πινελιά, την οποία απαιτεί για χάρη του εαυτού του, αλλά και του κοινού του.  Όπως εξάλλου είχε δηλώσει και ο ίδιος ο Lewton, "αυτά που φαντάζονται οι θεατές όταν βλέπουν τις ταινίες μου, είναι απείρως χειρότερα από αυτά που πρόκειται να τους δείξω εγώ...", δίνοντας προφανών το έναυσμα στο κοινό για την κινητοποίηση μιας φοβικής σκέψης, η ξυσμένη επιφάνεια της οποίας (από τον Lewton και την ομάδα του), προσφέρει το ποσοτικό μερίδιο το οποίο είναι μονάχα απαραίτητο, αφήνοντας στην διακριτική ευχέρεια του κοινού να ενώσει τα κομμάτια και να αντιληφθεί τις πραγματικές πηγές του τρόμου.
Το "The Ghost Ship", χαρακτηρίζεται από μια καθόλα απλοϊκή ιστορία και από μερικούς ακόμη πιο απλούς διαλόγους, έχει όμως φροντίζει να κεντήσει τους ήρωές της με μοτιβικά ψήγματα, τα οποία μέσα από την επανάληψη αποκτούν φρικιαστική σάρκα και οστά.
Η ταινία, όπως κάθε ταινία τρόμου που σέβεται τον εαυτό της, ξεκινάει με ένα πλάνο στο οποίο βλέπουμε το πλοίο να βγαίνει μέσα από την ομιχλώδη θάλασσα, γεγονός που δίνει αυτόματα το στίγμα πως αυτό που θα δούμε, θα είναι βυθισμένο μέσα σε αυτήν την ονειρική αχλή, η οποία δεν προοικονομεί τίποτα το καλό.  Γενικώς η εικόνα και ο ήχος, "ταξιδεύουν" χεράκια χεράκι, μεταδίδοντας τα νοήματά τους, χωρίς όμως ο Lewton να ξεχνά ποτέ, ποιος είναι ο βασικός πρωταγωνιστής του φιλμ: ο ήχος.  Ο τρόπος μάλιστα με τον οποίον αποφασίζει να το καταστήσει αυτό σαφές, είναι κάτι παραπάνω από έξυπνος, μιας που βάζει έναν μουγγό (μέλος του πληρώματος), να σκέφτεται, με το δικό του voice over να "ακούγεται", αποτελώντας στην ουσία την ακουστική σκέψη του, που εμείς μπορούμε να αντιληφθούμε με τον τρόπο αυτό.  Ο μουγγός μάλιστα, δεν είναι καθόλου τυχαία παρουσία, μιας που φαίνεται να λειτουργεί σαν μια άλλη Πυθία, μαντεύοντας τα μελλούμενα και νοιώθοντας από νωρίς το κακό που μοιάζει να συσσωρεύεται στο πλοίο, ατάραχο, διάφανο και μολυσματικό.


Θα μπορούσαμε να μιλάμε για πολύ ακόμα γι' αυτήν την ταινία, παρόλα αυτά, θα αρκεστώ να σας επισημάνω μερικά μόνο από τα μπόλικα μοτίβα της, τα οποία λειτουργούν καταλυτικά και εκφράζουν απόλυτα την κοσμοθεωρία των δημιουργών της.
Στην παραπάνω εικόνα, βλέπουμε έναν τεράστιο γάντζο, ο οποίος κινείται με μανία από την μια πλευρά του πλοίου στην άλλη, με το πλήρωμα να αδυνατεί να τον περιορίσει, θέτοντας τους έτσι όλους σε κίνδυνο.  Θα λέγαμε οτι αυτά τα καθημερινά αντικείμενα του πλοίου, είναι που μεταμορφώνονται στα πολυαναμενόμενα τέρατα.  Τεράστιες αλυσίδες και βαριοί γάντζοι, αλλάζουν θέση, και από ρεαλιστικά στοιχεία, γίνονται υπερρεαλιστικά, αποκτώντας νέες ιδιότητες και λειτουργίες.  Παράλληλα, όπως θα διαπιστώσετε, και το μοτίβο του μαχαιριού, δίνει τον δικό του τόνο στην ταινία, καθώς το βλέπουμε σε διάφορες σκηνές να επαναλαμβάνεται, εντείνοντας την ζοφερότητα του κλίματος.
Το γεγονός πως παράλληλα, το μουσικό score που υποστηρίζει τους εκάστοτε διαλόγους, είτε μειώνεται σε ένα απλό βουητό, είτε λειτουργεί με τέτοιον τρόπο, προκειμένου να υποδηλώσει αλλαγές στις διαθέσεις των ηρώων, αποτελεί μια extra πινελιά, η οποία με τα minimum μέσα (λέγεται πως αν θες να στυλιζάρεις εύκολα μια ταινία, μπορείς να βιαστείς στα τερτίπια του ήχου, βασικό στοιχείο των horror ταινιών), επιτελεί τους δικούς της σκοπούς.  Το παλαντζάρισμα του πλοίου στα κύματα, οι μεταλλικοί ήχοι και το άκουσμα του αέρα, δημιουργούν το κατάλληλο κλίμα μέσα στο οποίο το story εξελλίσεται ακριβώς πάνω στην λειτουργία του ήχου.
Αν θα έπρεπε να το πάμε και πιο μακριά, θα μπορούσαμε να κάνουμε και μια ειδική μνεία, όσον αφορά τα ονόματα που έχουν δοθεί σε ήρωες και πλοίο.  Το όνομα Altair, είναι συνυφασμένο από τα μεσαιωνικά χρόνια με μια δυσοίωνη διάσταση, που παραπέμπει σε κάτι το κακό και το μελλούμενο.  Επίσης εύκολα κανείς υποθέτει πως η λέξη μοιάζει πολύ με το "altar" που σημαίνει βωμός.  Μήπως το πλοίο είναι μια μοναχική οντότητα κακού, γεμάτη πόνο και θάνατο, η οποία απαιτεί την θυσία του πληρώματός της, προκειμένου να συνεχίζει να παραμένει ζωντανή;  Κάπως σαν τον Overlook Hotel στο "The Shining" ένα πράγμα...
Τελικώς το "The Ghost Ship" είναι μια ταινία με πολλά κλειδωμένα μυστικά, τα οποία περιμένει να ξεκλειδώσεις.  Είτε μιλάμε για την χρήση του ήχου, είτε για τις εννοιολογικές παραπομπές των ονομάτων ή και τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα, αυτή η ταινία έχει πολύ ψωμί.  Αρκεί να έχεις την διάθεση να την ανακαλύψεις.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι η τελική της σκηνή, λέει πολλά, προσέξτε την, οτι ο ψεύτικος ουρανός είναι απλά τέλειος, και οτι η χρήση του μουσική κρεσέντου, λέει και αυτό τα δικά του.

Traileraki δεν έχουμε, όπως επίσης και trivia.  Τρέχω για τον ταραμά...


Παρασκευή 15 Μαρτίου 2013

Side Effects: One pill can make the difference...

Aloha!  Τι κάνουμε;  Έπειτα από δυο Παρασκευές χωρίς ταινιούλα, σπάμε το σερί, και επανερχόμαστε στην κλασική, τριήμερη πρόταση κάθε εβδομάδα.  Αυτό βέβαια δεν ξέρω κατά πόσο θα συνεχιστεί, μιας που όπως όλα δείχνουν, βρήκα δουλειά, οπότε η συχνότητα με την οποία θα εμφανίζομαι στο blogaki, σίγουρα θα αλλάξει...Συνεπώς, θα το ευχαριστηθώ όσο ακόμα μπορώ, και όταν με το καλό ξεκινήσω, θα δω και πως ακριβώς θα οργανώνω τον χρόνο μου κινηματογραφικώς.  Σήμερα λοιπόν, και μέχρι την επόμενη εβδομάδα, κατά την οποία σκέφτηκα να μιλήσουμε για κάτι πιο κλασικό, επιστρέφοντας σε παλιές ταινιούλες, θα δούμε λίγο την νέα ταινία του Sodenbergh, "Side Effects", η οποία αποτέλεσε ευχάριστη έκπληξη για εμένα, μιας που την βρήκα πραγματικά καλή.  Και μιας που η εβδομάδα αυτή, δεν ενδείκνυται για τρομερές, ταινιακές επιλογές, καλά θα κάνετε να της ρίξετε μια ματιά.


Η Εmily (Rooney Mara), είναι μια νεαρή κοπέλα, η οποία αντιμετωπίζει πρόβλημα κατάθλιψης.  Το γεγονός οτι ο άντρας της Martin (Channin Tatum), βρίσκεται εδώ και τέσσερα χρόνια στην φυλακή, σίγουρα δεν βοηθάει την όμορφη Emily, να αντεπεξέλθει στην "ασθένειά" της, παρά το γεγονός πως εκείνη φαίνεται να οδηγείται σε μια σχετική έκρηξη, όταν τελικά ο Martin αποφυλακίζεται.
Όταν έπειτα από μια απόπειρα αυτοκτονίας η Emily, αρχίσει να συμβουλεύεται τον ψυχίατρο, Dr. Jonathan Banks (Jude Law), τα πράγματα θα αρχίσουν να καλυτερεύουν για εκείνη, μιας που το συνταγογραφούμενο χάπι Ablixa, με το οποίο την προμηθεύει ο γιατρός, φαίνεται να κάνει την δουλειά του.  Οχι όμως για πολύ, καθώς έπειτα από ένα τραγικό συμβάν, οι ζωές όλων των εμπλεκομένων σε αυτή την μυστήρια ιστορίας ψυχανάλυσης, θα ακολουθήσουν πορείες διαφορετικές, και αρκετά σκοτεινές.  Πορείες εμπλεκόμενων συμφερόντων, αλήθειας και ψέματος...


O Steven Sodenbergh, είναι μια ενδιαφέρουσα υπόθεση δημιουργού, μιας που από την μια πλευρά βλέπεις πως η καριέρα του έχει σημαδευτεί από μια πληθώρα καλών ταινιών (εντάξει και μερικών μετριοτήτων, τι να κάνουμε;), παρόλα αυτά, μάλλον και ο ίδιος δεν ξέρει τι θέλει πια, μιας που οι συνεχιζόμενες δηλώσεις περί παραίτησής του από το cinema, συνεχίζονται.  Και μάλλον θα συνεχίζονται και για πολύ ακόμη...
Το μεγάλου μήκους, κινηματογραφικό του ντεμπούτο, "Sex, Lies and Videotape", υπήρξε ένα μεγάλο χιτ, έγινε αμέσως μια από τις πιο σημαντικές ταινίες της καριέρας του (αν οχι η σημαντικότερη δηλαδή), τσίμπησε μια υποψηφιότητα για Οscar Kαλύτερου Σεναρίου, και έκανε τους κριτικούς να σουσουρεύουν γι' αυτό το νέο ταλέντο.  Την ίδια στιγμή η ανοδική πορεία δεν άργησε να ακολουθήσει το όνομά του, με ταινίες όπως οι "King of Hill", "Out of Sight" (η οποία αποτέλεσε και την μοναδική αξιοσημείωτη, ηθοποιϊκή παρουσία της Jennifer Lopez, άντε μαζί με κάνα "The Cell", αλλά για τελείως διαφορετικούς λόγους εκεί) και "The Limey".  Το 2001 ήταν εκείνος ο οποίος κατάφερε να οδηγήσει την Julia Roberts στην νίκη του πρώτου της Oscar, αυτό για τον ρόλο της Erin Brockovich, στην ομώνυμη ταινία, ενώ την ίδια χρονιά, είδε και μια άλλη ταινία του, το "Traffic" να κερδίζει ούτε λίγο, ούτε πολύ, τέσσερα βραβεία, αυτά για Καλύτερη Σκηνοθεσία (για τον ίδιο), Καλύτερο Σενάριο, Καλύτερο Editing και Καλύτερου 'Β Ανδρικού, για τον Benicio del Toro.
Αργότερα, μερικές αστοχίες όπως το "Solaris" και το "Full Frontal", δεν ανέκαμψαν και πολύ την φόρα του, καθώς το στιλιζαρισμένο "Ocean's Eleven", έφερε και πάλι στο προσκήνιο τις καλοστημένες ταινίες με κομπίνες, ληστείες και ατσαλάκωτα γοητευτικούς πρωταγωνιστές (ε, δεν είναι λίγο να μαζεύεις για την ταινία σου τους, George Clloney, Brad Pitt και Matt Damon).
Φτάνοντας στο σήμερα, ίσως οι ταινιακές του απόπειρες να έχουν κάπως αποδυναμωθεί, καθώς ταινίες όπως το "Contagion" και κυρίως το κακό "Haywire", σίγουρα δεν ανταποκρίνονται στο ταλέντο του σκηνοθέτη.  Ακόμα και αν ο ίδιος δηλώνει πάντως, οτι το "Side Effects", πρόκειται να είναι η τελευταία του ταινία πριν αποσυρθεί, για να αφήσει χώρο στα νέα ταλέντα, δεν φανταζόμαστε να μπορούσε να το κάνει με καλύτερο τρόπο, μιας που η συγκεκριμένη ταινία είναι σίγουρα η καλύτερη που έχει κάνει, εδώ και καιρό.  Ναι, καλύτερη και από την κοιλιακή "Magic Mike".


Το "Side Effects" είναι μια ταινία εμμονών, οι οποίες αποτελούν και την κινητήριο δύναμη του φιλμ.  Γεμάτη από αμφιβολίες, ένοχα μυστικά και μια υπόθεση η οποία ξεδιπλώνεται σε διαφορετικά στάδια μπροστά στα μάτια σου, αποτελεί ίσως το καλύτερο θρίλερ που έχεις δει τον τελευταίο καιρό.  Και για να το ξεκαθαρίσουμε και αυτό μια και καλή, άλλο το θρίλερ (βλ. Hitchcock και ταινίες τίγκα στο σασπένς και το μυστήριο), κι άλλο η ταινία τρόμου (αίματα και τα συναφή), άντε γιατί αν ξανακούσω ατάκες τύπου "Αααα αυτό δεν μου αρέσει, είναι θρίλερ" (αληθινή ατάκα που έχω ακούσει από πελάτισσα στο video club που δούλευα, όταν είδε το εξώφυλλο του "Pan's Labyrinth"), δεν θα κρατηθώ και θα πέσει ένα κάποιο δούλεμα.
Στα δικά μας και πάλι, ο Soderbergh έχει κάνει εδώ μαεστρική δουλειά, υφαίνοντας με τρόπο εξαιρετικό ένα story με διακυμάνσεις, το οποίο δεν σε αφήνει σε ησυχία μέχρι και το τέλος.  Αντιθέτως, βρίσκεται απέναντί σου και μοιάζει να σε κοροϊδεύει στα μούτρα, εμφανίζοντας κάθε φορά και από ένα διαφορετικό επίπεδο το οποίο δεν είχες φανταστεί, έτσι ώστε μέχρι να χωνέψεις και εκείνο, να κάνει πάλι την εμφάνισή του κάτι άλλο, και να σε βάλει να μελετήσεις την ταινία για ακόμη μια φορά, από την αρχή.
Το γεγονός οτι αποφασίζει να ασχοληθεί θεματικά, με τα προβλήματα και τις "παρενέργειες" που μπορεί να απορρέουν από λανθασμένη δοσολογία ή φάρμακα τα οποία ενδεχομένως να μην ανταποκρίνονται σε έναν ασθενή όπως θα έπρεπε, λειτουργούν καταλυτικά προκειμένου το σενάριο να απογειωθεί, και μαζί του και οι ερμηνείες, οι οποίες είναι όλες αρκετά καλές, με εξαίρεση την Rooney Mara, η οποία είναι ερμηνευτικά ασύλληπτη (και εκνευριστικά όμορφη).


Η αστικά δομημένη σκηνοθεσία του Soderbergh, δημιουργεί ένα καθαρά αδηφάγο περιβάλλον, μέσα στο οποίο προσπαθείς να καταλάβεις ποιος είναι τελικά ο θύτης και ποιος το θύμα, γεγονός που αποτελεί ένα από τα βασικά ατού της ταινίας, καθώς όπως θα διαπιστώσεις, ακόμα και το πρωταγωνιστικό cast, μοιάζει έρμαιο αυτής της πολη-κής βαβούρας και του χάους, μην μπορώντας (και ίσως μην θέλοντας) να ξεκολλήσουν από αυτό, ακόμα και χρωματικώς.  Μαύρο, επαγγελματικό μπεζ, λευκό και αποχρώσεις του γαλάζιου, είναι τα χρώματα τα οποία κυριαρχούν τόσο στις αποχρώσεις που χαρακτηρίζουν την πόλη, όσο και το ενδυματολογικό των ηρώων.
Όσον αφορά το ψυχαναλυτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσει τους πρωταγωνιστές ο σεναριογράφος Scott Z. Burns, πιστός συνεργάτης του Soderbergh σε διάφορες ακόμη παραγωγές, μάλλον αποτελεί την ιδανική πηγή έμπνευσης και συνταιριάσματος με την αποστειρωμένη εικόνα της Νέας Υόρκης, παραπέμποντας οπτικά σε ταινίες όπως το "Shame", ένα από τα πιο πρόσφατα και χαρακτηριστικά, εμμονικά παραδείγματα, στα οποία η θέση της πόλης απέναντι στον ήρωα, είναι καίριας σημασίας.
Μακριά, αλλά και την ίδια στιγμή τόσο κοντά στην σύγχρονη, ψυχαναλυτική πραγματικότητα, ο Soderbergh αποφασίζει να γεμίσει την ταινία του από αμφισβήτηση και μια έντονη ιδέα ενός παιχνιδιού γάτας-ποντικιού, το οποίο όμως δε σε αφήνει να αντιληφθείς ποιος υποδύεται τι.  Εξάλλου οι πραγματικές συνέπειες που πολλές φορές δημιουργούν φάρμακα και ναρκωτικά, δημιουργούν παράλληλα ένα καθημερινό σύμπαν μέσα στο οποίο πολλά μπορούν να συμβούν, και μάλιστα, οχι ιδιαιτέρως ευχάριστα...


Από πλευράς ερμηνειών, ο σκηνοθέτης επιμένει να χρησιμοποιεί παλιούς γνώριμους, όπως την Catherine Zeta-Jones στον ρόλο της πρώην ψυχαναλύτριας της πρωταγωνίστριας, καθώς και τον Chaninng Tatum, ο οποίος όπως φαίνεται αποτελεί και την πιο πρόσφατη μανία του σκηνοθέτη.  Στον αντίποδα, ο Jude Law, ολίγον καραφλός και πολύ καλός στον ρόλο του, εξακολουθεί να αποτελεί μια στιβαρή επιλογή για τους απανταχού σκηνοθέτες, αν και όπως καταλάβατε την παράσταση κλέβει με μεγάλη ευκολία η Rooney Mara.  Καταθλιπτική, κατατονική, με το πρόσωπό της να μιλάει από μόνο του, και να σκιαγραφεί έτσι τα πολυποίκιλα συναισθήματά της, αποτελεί αναμφίβολα ένα από τα μεγάλα, νεαρά ταλέντα του Hollywood, γεγονός που για εμένα φαίνεται πολύ πιο ουσιαστικά εδώ, παρά στο φιντσερικό "The Girl With the Dragon Tattoo".  Πραγματικό σίφουνας.
Το "Side Effects" είναι μια ταινία που σίγουρα θα εκτιμήσουν τόσο οι fan του κινηματογράφου, όσο και εκείνοι που θέλουν να περάσουν μια ωραία, σινεματική βραδιά.  Σασπένς, μυστήριο και μια ονειρική μουσική που ξεκλέβει χώρο και ακολουθεί κατά πόδας την υπόθεση (θυμίζοντας αρκετά την κρυσταλλική μουσική των Nox Arcana), δημιουργούν ένα καλοδουλεμένο περιβάλλον μέσα στο οποίο τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται...

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι ο Soderberg είχε σκεφτεί αν δώσει τον κεντρικό ρόλο στην Lindsey Lohan(...), οτι ο Tatum έχει κάτι που με χαλάει και οτι η Catherine, καλύτερα θα ήταν να μην είχε τραβηχτεί και τόσο πολύ...



No trivia

Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2012

Spring, Summer, Fall, Winter...and Spring: Human and Nature

Καλημέρα και καλή εβδομάδα να'χουμε!  Όσοι από εσάς έχετε αποδράσει κατά Θεσσαλονίκη μεριά, με αφορμή το 53ο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ, καλά να περνάτε, αν και αυτό είναι το μόνο σίγουρο αν κρίνω από το πρόγραμμα τους φεστιβάλ.  Για όλους τους υπόλοιπους που ξεμείναμε εδώ, άντε να πούμε για καμιά ταινία να περάσει και η ώρα πιο δημιουργικά, γιατί πάλι του απαλεύτου είναι τέτοιες μέρες-ειδικά δηλαδή όταν τις ξεκινάς προσπαθόντας να βρεις δουλειά, και κλασικά, δε βρίσκεις τίποτα.  Έτσι για να πνίξω και εγώ τον πόνο μου (πολύ μελούρα έπεσε), είπα να ασχοληθώ με μια ταινία πιο σινεφίλ και στοχαστική, σε σχέση τουλάχιστον με όσες ανέβασα τη περασμένη εβδομάδα.  "Spring, Summer, Fall, Winter...and Spring" λοιπόν.


Το πότε και το ακριβές που, δεν έχουν καμία σημασία, σε αυτή την διδακτική ταινία του Κορεάτη σκηνοθέτη, Kim-ki Duk, η οποία σκιαγραφεί με τον πιο νατουραλιστικό και παραδοσιακά θρησκευτικό τρόπο, το ανθρώπινο ταξίδι μέχρι και τη στιγμή της ύψιστης, προσωπικής απελευθέρωσης: της νιρβάνα.
Σε μια λίμνη στη μέση του πουθενά, βρίσκεται ένας πλωτός ναός, πάνω στον οποίο κατοικεί ένας σεβάσμιος Δάσκαλος του Βουδισμού, και ένα πιτσιρίκι το οποίο μαθητεύει κοντά του, με στόχο-φανταζόμαστε-να πατήσει μια μέρα στα χνάρια του Δασκάλου του, και να φτάσει στην ατομική του φώτιση, μέσω της εναρμόνισής του με τη Φύση.
Και ενώ οι εποχές περνούν, και το παιδί μετατρέπεται σε έφηβο, η σαρκική λαγνεία θα κάνει ισχυρή την εμφάνισή της, υπό τη μορφή μιας νέας κοπέλας που επισκέπτεται τη μονή, προς αναζήτηση γιατρειάς για την "ασθένεια" που κουβαλάει.  Ο νεαρός πια μοναχός, θα έρθει αντιμέτωπος με τα πρωτόγονα ένστικτά του, με τρόπους που πάνε κόντρα στις διδαχές του ασκητισμού και την ίδια την ιδέα του Βουδισμού.  Και οι εποχές περνάνε...


Για τον Kim-ki Duk, είχαμε πει μερικά πράγματα αρκετό καιρό πριν, όταν είχα ανεβάσει στο blog μια ακόμη ταινία του, και συγκεκριμένα το σοκαριστικό "Bad Guy".
Ο Duk, διατηρώντας μια κλασικά arthouse καριέρα ήδη από τη δεκαετία του ΄90, αποτελεί μέχρι και τις μέρες μας, ένα από τα πιο δυνατά, κινηματογραφικά ονόματα που έχει να επιδείξει η Νότια Κορέα, μετρώντας 18 ταινίες στο ενεργητικό του, στις περισσότερες από τις οποίες εκτελεί παράλληλα χρέη παραγωγού και σεναριογράφου.
Η πιο πρόσφατη δουλειά του, "Pieta", κέρδισε στο φετινό φεστιβάλ της Βενετίας, τον Χρυσό Λέοντα, και όπως όλα δείχνουν ο Duk έχει ακόμη ψωμί να δώσει στους απανταχού λάτρεις των ταινιών του.
Βέβαια το να αποτελεί κανείς υποστηρικτή της δουλειάς του συγκεκριμένου σκηνοθέτη, είναι ταυτόχρονα μια απολαυστική, αλλά και μυσταγωγική εμπειρία, κυρίως γιατί ο Duk είναι από εκείνους τους δημιουργούς που δεν αφήνει στις ταινίες του, τίποτα στη τύχη.  Από το καδράρισμα του περιβάλλοντα χώρου, το στήσιμο των ηθοποιών του, την απουσία, πολλές φορές, της πρόζας, και την χρήση της μουσικής, μέχρι τη χρήση των συμβόλων, την εικαστικότητα των πλάνων του και την παραβολική διάθεση όσον αφορά το περιεχόμενο της ιστορίας του, ο Duk είναι ένας μεγάλος, σύγχρονος δημιουργός επειδή σου δίνει τη δυνατότητα να μιλήσεις για τη ταινία του, να εντοπίσεις πράγματα, κρυμμένες αναφορές ή και απροκάλυπτες παραπομπές σε οικουμενικά θέματα, όπως αυτά της θρησκείας, της πίστης, της ανθρώπινης ύπαρξης και της Φύσης.  Πράγματα δηλαδή τα οποία στο "SSFWAS" (a.k.a Spring, Summer, Fall, Winter...and Spring) αποτελούν το ζουμί.  Και είναι μπόλικο.


Ο Βουδισμός είναι ίσως η μοναδική θρησκεία στην οποία η εναρμόνιση του ατόμου με τη Φύση, είναι τόσο πρωταρχικής σημασίας, προκειμένου το άτομο, να καταφέρει να αγγίξει την υπέρτατη πνευματική κατανόηση, και να φτάσει έτσι στη πλήρη φώτιση, μέσω μιας καθαρά διαλογιστικής κατάστασης.  Στη προκειμένη περίπτωση ο Duk, χρησιμοποιεί με τρόπο έξυπνο την έννοια της θρησκείας και των εποχών, προκειμένου να αποτυπώσει με τρόπο κινηματογραφικό το ταξίδι προς την ενηλικίωση του νεαρού πρωταγωνιστή, καθώς και οτι συνεπάγεται αυτό. 
Η ταινία ξεκινάει με την 'Ανοιξη, και μια πόρτα που ανοίγει, προκειμένου να μπούμε σιγά σιγά στον πνευματικό κόσμο του Βουδισμού.  Η πόρτα αποτελεί στην ουσία την απαρχή μιας υπερβατικής ιστορίας, μιας παραβολής, η οποία έχει ως στόχο να διδάξει, να καταστήσει βιωματική την έννοια της Γνώσης και να πει σε εμάς τους θεατές ένα παραμύθι, σχετικά με τη πορεία ζωής του πρωταγωνιστή.  Και όπως όλα τα παραμύθια, δεν έχει χώρο, ούτε χρόνο, αλλά μοιάζει να είναι περισσότερο αρθρωμένη μέσα σε έναν εξω-πραγματικό και εντελώς αλληγορικό κόσμο, απογυμνωμένη από κάθε τι κοσμικό και επίπλαστο.  Άνθρωπος και Φύση πρέπει να είναι ένα.  Είναι όμως;
Η συζήτηση σχετικά με το "φαίνεσθαι" και το "είναι", είναι τεράστια, και δε θα μπούμε σε τέτοια λημέρια, αξίζει όμως να τονίσουμε οτι η ταινία του Duk είναι ακριβώς αυτό: παρουσιάζεται ως μια αφηγηματική ιστορία, που είναι όμως το παραμύθι της μύησης του ανθρώπου στη ζωή, και το γεγονός μάλιστα οτι ο σκηνοθέτης, χρησιμοποιεί το εύρημα της εναλλαγής των εποχών για να δηλώσει τόσο το πέρασμα του χρόνου, όσο και για να τονίσει την εικαστικότητα των σκηνών, είναι κάτι παραπάνω από ευφυές.  Είναι καταλυτικό για την αξία της ταινίας.

 

Όπως είπαμε και πριν, τίποτα δεν είναι τυχαίο, πράγμα που επιβεβαιώνεται από τα πρώτα κιόλας λεπτά της ταινίας, στα οποία βλέπουμε την παιδική ηλικία του ήρωα, να "εκπροσωπείται" από την Άνοιξη.  Πρόκειται για την αναγέννηση και την απόκτηση γνώσης του χαρακτήρα, μέσω της πιο ζωη-κής εποχής του χρόνου.  Μέσα εκεί ο μικρός, γίνεται κοινωνός της γνώσης, η άγνοιά του σχετικά με την Φύση-την τάξη της οποία διαταράσσει, υποκινούμενος από τη παιδική του αφέλεια-και τον κόσμο παύει να υπάρχει και συνεπώς, οποιαδήποτε άλλη "αμαρτία" του επιφυλάσσεται για το μέλλον, είναι πια διπλά κολάσιμη.  Ο λόγος;  Μα φυσικά το γεγονός οτι έχει πλέον γνωρίσει την έννοια του θανάτου, αντιλαμβάνεται το σωστό και το λάθος, και συνεπώς, όποιο μελλοντικό παραπάτημα θα σημαίνει οτι έχει γίνει πλέον εις γνώσιν του.
Αμέσως μετά, ακολουθεί το Καλοκαίρι (με ένα μόνο πέρασμα, δηλώνεται και η συμπίεση του χρόνου) στο οποίο ο πιτσιρικάς έχει φτάσει στην εφηβεία, με το σαρκικό του ένστικτο να αρχίζει να κοχλάζει (ο νεαρός, παρακολουθεί με μεγάλο ενδιαφέρον δυο φίδια να ερωτοτροπούν).  Λίγο αργότερα βλέπει μια κοπέλα, μαζί με τη μητέρα της, να πλησιάζουν τη μονή.  Και πάλι όμως το γεγονός οτι ο ήρωας τις παρακολουθεί να έρχονται, έχοντας σκαρφαλώσει πάνω σε μια τεράστια, πέτρινη φιγούρα του Βούδα, δηλώνει μόνο ένα πράγμα (διόλου τυχαίο φυσικά) : ακόμα και έτσι, η σαρκική του λαχτάρα είναι οριοθετημένη, υπό το άγρυπνο βλέμμα του Πεφωτισμένου Θεού.  Η λογοκρισία (εκ του Δασκάλου) είναι αναπόφευκτη, αλλά παράλληλα αποδεκτή, μιας που ο Βουδισμός επιτρέπει τη νιρβάνα, μέσω της σεξουαλικής επαφής.  Όταν μάλιστα αυτή τοποθετείται μέσα στη Φύση, όπως εδώ, τότε η σεξουαλική συνεύρεση, παύει να είναι μόνο ένστικτο, αλλά εμπεριέχεται πλέον σε αυτή και η δύναμη της αρχέγονης, και αιώνιας Φύσης (π.χ το νερό, παραπέμπει στη διαρκή ροή και στην αέναη αναγέννηση, υπερτονίζοντας τη σημασία του έρωτα μέσα στη ταινία, στο πλαίσιο όμως του ταξιδιού του πρωταγωνιστή, μέσα στη ζωή και τα παθήματα που γίνονται μαθήματα).


Άνοιξη-παιδί, Καλοκαίρι-έφηβος, Φθινόπωρο-νεαρός άνδρας, Χειμώνας-ώριμος άνδρας, Άνοιξη-παιδί.  Ακόμα και από τον τίτλο, μπορεί κανείς να βγάλει το συμπέρασμα οτι η ταινία του Duk είναι τελικά μια ελεγεία πάνω στον κύκλο της ζωής και την αδιατάρακτη δύναμη της Φύσης, η οποία υπήρχε πολύ καιρό πριν την εμφάνιση του ανθρώπου πάνω στη Γη, και θα εξακολουθήσει να υπάρχει ακόμη και μετά τον θάνατό μας.
Εκτός από το ταξίδι ζωής, μέσω των βουδιστικών διδαχών, ο Duk (ο οποίος υποδύεται την "τελευταία" ηλικία του ήρωα, όπως βλέπεις στη πιο πάνω φωτογραφία) θέτει πανανθρώπινα ζητήματα (όπως ο θάνατος και η πάλη με τις ενοχές) μέσα από την ταινία του, η οποία αποτελεί στην κυριολεξία ένα έργο τέχνης, τόσο χάρη στο περιεχόμενό της, όσο και στη σκηνοθεσία της, η οποία παραπέμπει ευχάριστα στους πίνακες των αναγεννησιακών ζωγράφων (οι αντικατοπτρισμοί στο νερό, οι κάθετοι κορμοί των δέντρων και το οριζόντιο, πράσινο τοπίο στο φόντο, τα άλλοτε ψυχρά και άλλοτε θερμά χρώματα, όλα συνηγορούν σε μια οπτική πανδαισία με περιεχόμενο.  Η τέχνη κάνει κύκλους, όπως ακριβώς και η ζωή, γιατί η τέχνη είναι ζωή και τούμπαλιν.)
Ως προς τη σκηνοθεσία, ο Duk επιλέγει μια πιο αποστασιοποιημένη ματιά, τοποθετώντας τη κάμερά του μακριά από τα πρόσωπα των ηρώων, στερώντας από εμάς-επίτηδες προφανώς-τις στομφώδεις και μελοδραματικές τους εκφράσεις, οι οποίες θα αποτελούσαν αναπόσπαστο κομμάτι μιας δυτικής ταινίας.  Οχι όμως εδώ.  Η Φύση δεν ενδιαφέρεται για τα ανθρώπινα δράματα, και ο Duk το καθιστά ξεκάθαρο αυτό, με τη χρήση μακρινών λήψεων, μέσω των οποίων το άτομο μοιάζει σαν μια μικρή, ανεπαίσθητη κουκκίδα, στην οργιαστική χλωρίδα του κόσμου.  Το άτομο μηδενίζεται, το σαρκίο απογυμνώνεται του πνεύματός του, και ο υπέρτατος στόχος είναι η ένωση και η ολοκληρωτική εναρμόνιση με τη Φύση και άρα τον Θεό.
Εκτός από την όποια, ρεαλιστική δράση των ηρώων στα πλαίσια της ιστορίας, ο Duk φροντίζει να την ντύνει και με έναν μεταφυσικό μανδύα, που καθιστά την ιδέα περί παραβολής, ακόμα πιο αισθητή.  Υπάρχουν σκηνές, οι οποίες δε μπορούν να εξηγηθούν λογικά, όπως το οτι ο πλωτός ναός μοιάζει να κινείται διαρκώς, χωρίς όμως ποτέ να φεύγει από τη θέση του (η ασταμάτητη πορεία των πραγμάτων, η ροή του νερού αλλιώς), το γεγονός οτι ο δάσκαλος παρακολουθεί τον μικρό μαθητή, χωρίς να εξηγείται το πως πέρασε τη λίμνη, αφού ο μικρός είχε πάρει τη βάρκα ή ακόμα και η επιστροφή της βάρκας από μόνη της, στον ναό.
Το "Spring, Summer, Fall, Winter...and Spring" είναι μια ωδή πάνω στην ίδια τη ζωή.  Μέσα από μια αλληγορική ματιά, ο Duk διηγείται τον αιώνιο αγώνα του ανθρώπου να φτάσει στη Κάθαρση, έχοντας για εργαλείο τα γραπτά και τις προσευχές του Βουδισμού, μέσω των οποίων μπορεί κάποιος να οδηγηθεί στην ύστατη απελευθέρωση από τα δεσμά του κόσμου, μόνο αφού βιώσει τον προσωπικό του Γολγοθά.  Η ανάβαση είναι σκληρή, η ανταμοιβή όμως αιώνια.  Ακριβώς δηλαδή όπως και το βλέμμα του αγάλματος στο τέλος, που αντικρίζει ολόκληρη τη πλάση.  Αιώνιο.

Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι το σκηνικό είναι φτιαγμένο και η λίμνη τεχνητή, εδώ και χρόνια (O_O), οτι ο σκύλος που συμβολίζει τη πίστη και η γάτα τη πανουργία, παίζουν τους δικούς τους ρόλους και οτι το κλείσιμο της ταινίας, είναι εξαίσιο.


No trivia

Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2012

Black Death: Repent while you can...

Hello again.  Μετά από πολύ καιρό (βασικά δε ξέρω καν αν έχω ανεβάσει πάλι ταινία παρόμοιου περιεχομένου, ένα μυαλό το'χω κι εγώ) σήμερα θα πούμε δυο πραγματάκια για ένα φιλμ, που αποπνέει Μεσαίωνα.  Πιο συγκεκριμένα το "Black Death", το είχα στο νου μου εδώ και αρκετό καιρό, εξαιτίας της υπόθεσης η οποία είχε τραβήξει τη προσοχή μου σε πρώτη φάση, αλλά και του πρωταγωνιστικού cast που συνηθίζουμε πια να βλέπουμε σε παρόμοια projects.  Για του λόγου το αληθές να σας πω, οτι πρωταγωνιστής είναι ο Sean Bean και όλοι καταλαβαίνουμε τι σημαίνει αυτό.  Για πάμε να δούμε.


Βρισκόμαστε κάπου στο 1300-φτύσε με, και η βουβωνική πανώλη (γνωστή και ως "μαύρη πανώλη" ή "μαύρος θάνατος"), έχει ήδη κάνει την εμφάνισή της στην Αγγλία, αποδεκατίζοντας τεράστιους αριθμούς πληθυσμών.  Κάπου εκεί, ένας νεαρός μοναχός ο Osmund (Eddie Redmayne), αποδέχεται τον ρόλο του οδηγού μιας ομάδας περιπλανώμενων πολεμιστών, οι οποίοι αναζητούν κάτι πολύ συγκεκριμένο: ένα χωριό στο οποίο λέγεται οτι οι νεκροί επιστρέφουν και πάλι στον κόσμο των ζωντανών.  Έτσι, με μπροστάρη τον Osmund και αρχηγό τον σκληροτράχηλο Ulrich (Sean Bean), η ομάδα θα προσπαθήσει να δώσει μια απάντηση, για την αινιγματική ζωή των κατοίκων του μικρού χωριού, το οποίο όπως όλα δείχνουν, είναι το μοναδικό προπύργιο υγείας, μέσα στον σηψαιμικό θάνατο που επικρατεί τριγύρω.  Και πως έχουν καταφέρει αυτοί οι άνθρωποι να μείνουν ζωντανοί, μακριά από την "οργή του Θεού", όπως χαρακτηρίστηκε η θανατηφόρα αυτή ασθένεια;  Η αποκάλυψη της αλήθειας είναι απρόβλεπτη.  Όπως ακριβώς και ο αιώνιος πόλεμος ανάμεσα στον Θεό και τον Διάβολο.  Το καλό και το κακό...


Το «Black Death» είναι ένα από εκείνα τα ταινιάκια που βλέπεις για να περάσεις την ώρα σου, και τη περνάς τελικά καλά.  Δεν πρόκειται να αναζητήσουμε θέματα όπως αυτά που είδαμε στο "Killing Them Softly", αλλά ως ένα βαθμό, έχει και αυτό τη δική του αξία, παρότι πραγματεύεται ζητήματα τα οποία έχουμε ξαναδεί σε παρόμοιου περιεχομένου ταινίες και οχι μόνο.  Έτσι λοιπόν όπως μπορείτε να καταλάβετε, δεδομένου και της εποχής στην οποία διαδραματίζεται η ιστορία, τα ζευγάρια θεμάτων που παίζουν είναι κυρίως ο θάνατος και η ζωή, η πίστη και η απουσία της, ο Θεός και ο-ας τον πούμε-Διάβολος, και εδώ ο σκηνοθέτης Chrostopher Smith κάνει οτι περνάει από το χέρι του, προκειμένου να κρατήσει τα πράγματα απλά, αλλά ενδιαφέροντα.  Και το καταφέρνει.
Ο Smith έχει κάνει μέχρι τώρα μερικές ακόμη ενδιαφέρουσες επιλογές, σκηνοθετώντας ως επί το πλείστον θρίλερ ή ταινίες τρόμου, όπως το πολύ καλό και mind fucking "Triangle" (για το οποίο θα πούμε κάποια στιγμή και εδώ), το spooky "Creep", καθώς και τη μαύρη κωμωδία με extra extra δόσεις gore, "Severance".  Μπορεί καμία από αυτές να μη δρέπει δάφνες για τη πρωτοτυπία της, είναι όμως μια καλή ευκαιρία να τις τσεκάρετε σήμερα, για να μπείτε και λίγο σε Halloween κλίμα. 


Στο "Black Death" μπορεί ο τρόμος ως σπλάτερ να λείπει, όμως υπάρχει αυτή η μυστηριακή ατμόσφαιρα των μεσαιωνικής εποχής ιστοριών, καθώς και η εμπλοκή με τη θρησκεία και τις πάσης φύσεως ειδωλολατρικές εκδηλώσεις της πίστης, έτσι ώστε η ταινία σε αφήνει ικανοποιημένο, αν ζητάς και εσύ αυτό από εκείνη.
Σκέψου λίγο το "Game of Thrones" στο πιο μαζεμένο του όμως, χωρίς την υπερσεξουαλική φύση και το αίμα που ρέει, και θα έχεις μια καλή εικόνα σχετικά με το τι πραγματεύεται το "Black Death".
H αλήθεια βέβαια είναι, πως εκτός από την εποχή που είναι ίδια και σε αυτές τις παραγωγές, υπάρχουν δυο πρόσωπα στη ταινία, που θα σου φέρουν κατευθείαν στο μυαλό την επικών διαστάσεων σειρά, του ΗΒΟ.  Το πρώτο είναι φυσικά ο Sean Bean, ο οποίος έχω πειστεί πλέον οτι έχει γεννηθεί για να παίζει τέτοιους ρόλους-στολή μαχητή, σπαθιά στα χέρια, μακρύ λαδωμένο μαλλί και μούσια- μιας που όπως και να το κάνουμε του πάνε πολύ.  Το δεύτερο άτομο, είναι ακόμα πιο ενδιαφέρον αφού πρόκειται για την Carise van Houten, το πραγματικό όνομα της οποίας μπορεί να μη σας λέει κάτι, σίγουρα όμως σου λέει αυτό στη σειρά όπου υποδύεται την Melisandre.  Ξέρεις τώρα, εκείνη τη μάγισσα που γέννησε τον δαίμονα του σκότους;  Ε, ο χαρακτήρας της εδώ, δε διαφέρει και πολύ από αυτόν στο Game of Thrones...


Τα γυρίσματα της ταινίας έγιναν στη Γερμανία (αν με ρωτούσατε θα έλεγα οτι έγιναν μάλλον σε σκανδιναβικά εδάφη) και όπως θα δείτε, από πλευράς τουλάχιστον ατμόσφαιρας, η παραγωγή έχει πετύχει διάνα.  Καταπράσινα δάση, χωριάτικοι οικισμοί, σπηλιές, σκληρή πέτρα και κρύο, συναρμολογούν μια εικόνα ακριβώς όπως έχουμε συνηθίσει να τη βλέπουμε σε σειρές και ταινίες ίδιου περιεχομένου.  Παρόλα αυτά εκείνο που κατά πάσα πιθανότητα θα σας ιντριγκάρει περισσότερο στο "Black Death" είναι η σταδιακή αλλαγή του μοναχού Osmund (εκπληκτικός εδώ ο Redmayne), ο οποίος στο ταξίδι του, βλέπει πια πίσω από το παραπέτασμα της αυστηρής πειθαρχίας και της ύπαρξης ενός υπέρτατου όντος, ανακαλύπτοντας οτι ο άνθρωπος είναι τελικά πολύ πιο καταστροφικός, ακόμα και από την πιο επικίνδυνη ασθένεια...
Εκτός από τη σκηνοθεσία η οποία πατάει στα αφηγηματικά της μονοπάτια (ειλικρινά αν δεν έχει κάτι περισσότερο ενδιαφέρον η σκηνοθεσία για να σχολιάσω, νοιώθω σαν κάτι να λείπει από τη ταινία), το story έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, κυρίως χάρη στον τρόπο με τον οποίο ξεδιπλώνεται και με τον οποίο οι αποκαλύψεις έρχονται στο φως, επίπονες και άγριες.
Η έννοια της πίστης κερδίζει έδαφος, ο Θεός είναι ο υπέρτατος κριτής και η πανώλη η τιμωρία του πάνω στους ανθρώπους, για όλα τα κακά που έχει προκαλέσει η επίγεια ζωή τους.  Συνεπώς τι σημαίνει αυτό για όσους δεν έχουν υποστεί ακόμα την οργή του Δημιουργού;  Οτι δε πιστεύουν;  Οτι αναστένουν τους νεκρούς τους, χάρη στη βαθιά πίστη τους σε κάτι σατανικό και αρχαίο;  Ή μήπως όλα αυτά είναι τελικά μια ανθρώπινη παρεξήγηση, μια φριχτή σύμπτωση που κάνει τον μανδύα της δεισιδαιμονίας να απλώνεται ακόμα πιο βαρύς, πάνω από τα κεφάλια των αγράμματων και των φτωχών;


Εκτός από την ικανοποιητική σκηνοθεσία και τις υπέροχα ομιχλώδεις τοποθεσίες των γυρισμάτων, οι ερμηνείες είναι επίσης καλές, με τον Redmayne βεβαίως να ξεχωρίζει.
Η αλήθεια είναι πως όταν είχα δει το "One Week with Marilyn" είχα απορήσει με την ερμηνεία του νεαρού  Βρετανού, καθώς μου είχε φανεί το λιγότερο αδιάφορος.  Στο "Black Death" αντιθέτως είναι πολύ καλός, με μια γκάμα συναισθημάτων να τον χαρακτηρίζει και να του δίνει νεύρο και ψυχή.
Στο πλευρό του πάντα αξιόλογος σε τέτοιους ρόλους, είναι και ο Shean Bean, στον ρόλο του δυναμικού, πιστού άντρα, γεγονός που δημιουργεί ωραία αντίθεση με το νεαρό της ηλικίας του Redmayne ο οποίος φαντάζει μπροστά του πιτσιρίκι.  Και αυτό εξυπηρετεί.
Σε γενικές γραμμές το "Black Death" είναι μια ταινία που έχει όλο το πακέτο, αν θες να δεις κάτι για να περάσεις ευχάριστα την ώρα σου (όσο ευχάριστα δηλαδή, δεδομένου του θέματός του).  Έχει καλές ερμηνείες, ωραία υπόθεση, ταιριαστή σκηνοθεσία και πετυχαίνει ιδανικά την αναπαράσταση της κακορίζικης εκείνης εποχής.  Τσεκάρετέ την.

Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι τα ρούχα του Game of Thrones, είναι δανικά από εδώ, οτι ο θρύλος του Bean ζει, και οτι ο τον ρόλο της van Houten, διεκδίκησε και η Lena Headey.  Οποία έκπληξις!


No trivia

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

Sound of My Voice: Masters, Masters everywhere

Καλημέρα καλημέρα και πάλι.  Σήμερα, είπα να αλλάξω λιγάκι ρεπερτόριο και να μη βάλω ταινιούλα που παρακολούθησα στο φεστιβάλ, αλλά μια άλλη την οποία είχα σταμπάρει καιρό τώρα και ήθελα οπωσδήποτε να τη δω για τη φετινή χρονιά (και επειδή είμαι ναι νέρντουλας μεγάλος, ίσως, και για τα Blogoscars όταν με το καλό ξεκινήσουν).
To "Sound of My Voice" είναι μια από εκείνες τις ανεξάρτητες που μου αρέσουν πολύ και μιας που για Παρασκευή σκέφτομαι να αναεβάσω "Amour" (θα έχουμε μπόλικα να πούμε εκεί), είπα σήμερα να μη το πολυβαρύνω το κλίμα, αν και η σημερινή μας ταινία έχει κάτι από φιλοσοφικό υπόβαθρο και σύγχρονη εποχή.  Ξεκινάμε λοιπόν.


O Peter (Christopher Denham) και η Lorna (Nicole Vicius) είναι ένα νεαρό ζευγάρι δημοσιογράφων, το οποίο αποφασίζει να διεισδύσει στους κόλπους μιας αίρεσης (cult) προκειμένου να καταγράψει από κοντά τον τρόπο με τον οποία δρα και κινείται αυτή η οργάνωση.
Στη κεφαλή αυτής της μυστήριας ομάδας, βρίσκεται η ακόμα πιο μυστήρια Maggie (Brit Marling) μια ξανθομαλλούσα, αλαφροΐσκιωτη παρουσία που δηλώνει οτι έχει έρθει από το μέλλον (και συγκεκριμένα το 2054) σε μια προσπάθεια να προετοιμάσει, την εκλεκτή γκάμα των ανθρώπων που αποφάσισαν να την 'ακολουθήσουν', για το επικείμενο και ολίγον από post apocalyptic μέλλον στο οποίο, ο Γ' Παγκόσμιος Πόλεμος έχει ήδη συμβεί.
Και ενώ ο Peter θα ξεκινήσει το ρεπορτάζ με τη διάθεση να το φτάσει στα άκρα, θα πιάσει τον εαυτό του να αναρωτιέται σχετικά με το εάν τα λεγόμενα της Maggie είναι αληθινά.  Χωρίς να έχει πλέον τη δυνατότητα να ξεχωρίσει το ψέμα, από τη πραγματικότητα (σάμπως και μπορούσε από την αρχή;) θα αρχίσει να βυθίζεται ολοένα και περισσότερο στο ασαφές πέπλο που καλύπτει αυτή τη νεαρή προφήτη.  Τελικά τι είναι όλα αυτά;  Μια καλοστημένη απάτη ή ένα σύγχρονο θαύμα;


Την Κυριακή που είχαμε πάρει εδώ στο σπίτι το Έθνος (σε μεγάλο βαθμό για τον τόμο του Αρκά βασικά), έτυχε να πέσει το μάτι μου σε ένα μονοσέλιδο αφιέρωμα, σε κάποιο ένθετο, για την πρωταγωνίστρια της ταινίας, Brit Marling.  Σύμφωνα με αυτό, κάποιοι την χαρακτηρίζουν ήδη ως μια 'θλιμένη Meryl Streep', πράγμα που στα τριάντα σου, θεωρείται ήδη τεράστια επιτυχία.
Για να πάρουμε όμως λίγο τα πράγματα από την αρχή, η πρώτη φορά την οποία άκουσα για την Marling ήταν στις περσινές Νύχτες Πρεμιέρας (κοίτα να δεις!), όταν και προβλήθηκε στο φεστιβάλ το sci-fi δράμα, "Another Earth".
Λίγο καιρό αργότερα έφτασε η στιγμή να το δω κι εγώ, και εξεπλάγην πολύ ευχάριστα από την ταινία, η οποία ήταν ομολογουμένως ένα οπτικό υπερθέαμα ελάχιστων χρημάτων, αν σκεφτεί κανείς οτι το budget της ήταν μόλις κάτι χιλιάδες δολάρια.
Μιας που έχω γράψει και για το "Another Earth" μπορείτε να αναζητήσετε εκεί περισσότερες πληροφορίες, απλώς κρατήστε εδώ οτι πρόκειται για μια εξαιρετική, ανεξάρτητη προσπάθεια, από πλευράς σεναρίου και σκηνοθεσίας.  Και κάπου εδώ κολλάει και η πολυτάλαντη Brit Marling.
Όντας σεναριογράφος, παραγωγός, σκηνοθέτης και ηθοποιός, η Marling αποτελεί ένα από τα πιο ανερχόμενα ονόματα του ανεξάρτητου, αμερικανικού κινηματογράφου, που έχει κάνει ήδη αισθητή τη παρουσία της στη μεγάλη οθόνη.  Το γεγονός μάλιστα οτι ετοιμαζόμαστε να δούμε και εμείς τους ηθοποιικούς της καρπούς σε δυο νέες ταινίες, μαρτυρά πολλά.  Και οχι όποιες κι όποιες.  Η πρώτη είναι το "Αrbitrage", στην οποία πρωταγωνιστεί στο πλευρό μεγάλων ονομάτων όπως ο Richard Gere, η Susan Sarandon και ο Tim Roth, ενώ θα την απολαύσουμε και στο νέο film του Robert Redford, "The Company You Keep", με ένα ακόμη εξαίρετο cast (Redford, Julie Christie, Richard Jenkins, Nick Nolte, Stanley Tucci, Susan Sarandon, Brendan Gleeson και Shia LeBeouf).  Well, things are sure looking good for Brit Marling.


Η αλήθεια είναι πως η Αμερικανίδα Βrit, έχει κάθε λόγο να τα πηγαίνει περίφημα μιας που και ταλέντο διαθέτει, και εξακολουθεί να διακατέχεται από εκείνη την indie γοητεία που την ανέδειξε.  Τρανό παράδειγμα είναι και η σημερινή ταινία.
Όπως θα έχετε καταλάβει, η φετινή χρονιά είναι πλούσια από πλευράς ταινιακών επιλογών, και ήδη υπάρχουν εκείνες που έχουν ξεχωρίσει.
Αναμφίβολα μια από τις πιο hyped προτάσεις για φέτος, είναι η νέα ταινία του Paul Thomas Anderson, "Τhe Master", η οποία για πολλούς πραγματεύεται την ιστορία μιας αίρεσης(;), που παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες με την Σαϊεντολογία και την πορεία του αρχηγού της, στον προσηλυτισμό πιστών.
Με την ίδια ακριβώς ιστορία καταπιάνεται και το "Sound of My Voice" μόνο σε μια σαφέστατα μικρότερη κλίμακα, και φυσικά μπορεί στη προκειμένη περίπτωση να μη μιλάμε για την Σαϊεντολογία, αλλά το μόνο σίγουρο είναι πως και πάλι στο προσκήνιο βρίσκεται μια ομάδα πιστών που θα έκανε τα πάντα για τον δικό της, φουτουριστικό Master, ο οποίος εδώ είναι μια γυναίκα: η Maggie.
Η ιστορία αρχίζει να εκτυλίσσεται τμηματικά, θέτοντας στο επίκεντρο την ουσία της πίστης (ακριβώς όπως φανταζόμαστε οτι συμβαίνει σε παρόμοιες, αληθινές περιπτώσεις και βγάζοντας προς το παρόν στην απ' έξω τυχόν οικονομικά ή άλλα συμφέροντα).  Έχουμε δηλαδή στην αφετηρία ένα ζευγάρι που αποφασίζει να ξεμπροστιάσει τις απάτες αυτής της περίεργης (μπορεί και τρελής στα μάτια τους) γυναίκας.  Σε επόμενη φάση και ενώ έχουν για τα καλά μπει στη διαδικασία μεταλαμπάδευσις πληροφοριών από το μέλλον (το οποίο παρόλα αυτά ομοιάζει τρομακτικά με το παρόν), ο ένας από τους δυο αρχίζει σιγά σιγά να ξεστρατίζει και να μπαίνει επισήμως πλέον στην διαδικασία του 'πιστεύω'.  Αμφισβήτηση και πίστη πάνε σε τέτοιες καταστάσεις χεράκι-χεράκι, και είναι δύσκολο να προβλέψεις κάθε φορά το τι από τα δυο θα σε κερδίσει.  Όταν βρίσκεσαι εξάλλου τόσο βαθιά σε άγνωστα νερά, είναι πολύ πιθανό να παρασυρθείς και να βουλιάξεις μια για πάντα.  Και αυτό ακριβώς παρουσιάζει η ταινία: το πόσο εύκολα μπορεί κανείς να χάσει τον εαυτό του, μέσα σε αυτή τη μαζική και φρενήρη επιφώτιση, με την οποία νομίζει οτι έχει αποκτήσει 'επαφή'.


Με τη Marling οικονομολόγο στο σενάριο και σε αυτά που θέλει να πει, και τον Zal Batmanglitj εξίσου λιτό και απέριττο στη σκηνοθεσία του, το "Sound of My Voice" λέει αυτά που θέλει και αφήνει πολλά στη δική σου ερμηνεία, κατά κάποιον τρόπο σα να μπάζει και εσένα μέσα στη cult διάθεσή του και δίνοντάς σου τη δυνατότητα να διαλέξεις τη πλευρά που επιθυμείς να υποστηρίξεις.
Πολλά στοιχεία μέσα στη ταινία αποκτούν διττό νόημα, και ακόμα και μετά το τέλος της, μάλλον θα βρεις τον εαυτό σου να αδυνατεί να δώσει μια σαφή απάντηση.  Από που ήρθε η Maggie;  Γιατί κυκλοφορεί με μια μπουκάλα οξυγόνου στο υπόγειο που γίνονται οι μυστικές τους συναντήσεις;  Ξέρει όντως πράγματα για τους πιστούς της, ή είναι μια πρώτης τάξεως χειραγωγός που τους αποσπά πληροφορίες, χωρίς καν να το αντιληφθούν;
Αυτά και άλλα πολλά ερωτήματα που μοιάζουν αναπάντητα, δίνουν σε αυτό το φιλμ πολλές διαφορετικές, κατευθυντήριες γραμμές και αφήνουν ακόμα και το κλείσιμο...ανοιχτό, προς δική σου ανάλυση.  Κάτι μάλλον ιδιαιτέρως έξυπνο, αν αναλογιστεί κανείς το πόσο περίπλοκες και πολυδιάστατες είναι συνήθως τέτοιου είδους ιστορίες.  Πόσο εύκολα μπορείς να πεις τι είναι ή τι δεν είναι μια θρησκευτική, υπαρξιακή σέχτα με spiritual διδαχές και enlightenment υποσχέσεις;  Καθόλου.


Από ηθοποιία, μην αναζητήσετε και κάνα κρυμμένο ταλέντο, καθώς ως επί το πλείστον η Marling είναι αυτή που και πάλι στρέφει τη προσοχή επάνω της.  Τελείως μυσταγωγική και σαν να έχει ξεπεταχτεί κυριολεκτικά από το πουθενά, θυμίζει ταυτόχρονα μια εύθραυστη και ευάλωτη παρουσία, αλλά και μια κακιασμένη μέγαιρα που εξυπηρετεί τους δικούς της, κρυφούς σκοπούς.
Η σκηνοθεσία περιορίζεται σχεδόν σε ένα δωμάτιο (ή τουλάχιστον όλα τα αποκρυφιστικά πάνω στα οποία βασίζεται η ταινία), είναι απλούστατη και έτσι κι αλλιώς δεν έχει σκοπό να σε εντυπωσιάσει, αλλά να αφήσει την ιστορία της να μιλήσει.
Το "Sound of My Voice" είναι μια 'μικρή' σε διάρκεια ταινία, αλλά μεγάλη στα θέματα που θίγει.  Αν και ακόμα δεν έχουμε δει το "The Master", τολμώ να πω οτι είναι σαν το ανεξάρτητο, δίδυμό της μιας που σαφέστατα οι διαφορές μεταξύ τους είναι αχανείς.  Παρόλα αυτά, η κοινή θεματολογία και όλα εκείνα που απορρέουν από αυτή (πίστη, προβληματισμός, η επίδραση του ψευδοπροφήτη(;) ) και τόσα άλλα, είναι που κάνουν αυτό το εργάκι, άξιο της ματιάς σας, δίνοντας μάλιστα και ένα ενδιαφέρον twist στο τέλος που απαιτεί και πάλι τη δική σας ερμηνεία.

Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι το να ξερνάς ομαδικώς, έχει άλλη χάρη, οτι ακόμα και οι τύπισσες από το μέλλον, δε μπορούν να αντισταθούν σε μια γούνα και οτι ο μυστικός χαιρετισμός είναι ίσως, από τα πιο γελοία πράγματα που έχω δει τελευταία.


No trivia