Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ασιατικός κινημ/φος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ασιατικός κινημ/φος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 6 Μαΐου 2013

Wandafuru raifu (a.k.a After Life): Memories of eternity

Καλή εβδομάδα σε όλους και χρόνια πολλά!  Ελπίζω να τα περάσατε όμορφα αυτές τις μέρες, να φάγατε και καμιά πετσούλα και να βγήκατε νικητές στο τσούγκρισμα των αυγών.  Όπως και να' χει, επιστρέψαμε και εμείς-οχι οτι φύγαμε δηλαδή-στην καθιερωμένη, εβδομαδιαία κριτικούλα μας, ξεκινώντας την εβδομάδα με μια ταινία η οποία καθόταν στον υπολογιστή μου, πάνω από χρόνο.  Έφτασε λοιπόν κάποια στιγμή η ώρα να την δω, και αυτή η ώρα ήταν χθες.  Και αναρωτιόμουν με τον εαυτό μου πως δεν την είχα προτιμήσει νωρίτερα.  Γλυκόπικρο και σκηνοθετημένο με τα πιο απλά μέσα, το "After Life" είναι μια ταινία μνήμης και επιλεκτικής αποφυγής της λήθης.  Για να δούμε...


Κάπου σε μια περιοχή της Ιαπωνίας (πιθανολογούμε, μιας που ποτέ δεν μαθαίνουμε πραγματικά), μια ομάδα ατόμων έχει αναλάβει την περίεργη δουλειά προετοιμασίας των...πεθαμένων, σχετικά με το ταξίδι προς την αιωνιότητα το οποίο ο καθένας τους πρόκειται μετά από λίγο καιρό να πραγματοποιήσει.
Πιο συγκεκριμένα αυτή η παρέα ανθρώπων η οποία ζει σε ένα κατά τα άλλα εγκαταλελειμμένο και πολυκαιρισμένο κτίριο, έχει αναλάβει την πολύ σημαντική δουλειά της συζήτησης με τον αποθανόντα, προκειμένου εκείνος να καταφέρει να διαλέξει μια ανάμνηση από την ζωή του, με την οποία στην συνέχεια θα πορευτεί στο φαντασματικό του "πάντα".  Στην ουσία ο καθένας από αυτούς, διαλέγει την πιο προσφιλή, την πιο όμορφη και και την πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής του, με την οποία πρόκειται να "ζήσει" έκτοτε, ξεχνώντας όλη την υπόλοιπη γήινη ύπαρξή του.
Φυσικά ανάμεσα σε όλα αυτά τα ετερόκλητα άτομα, υπάρχουν ηλικιωμένοι και νέοι, άτομα μοναχικά και άτομα που έζησαν την ζωή τους στο φουλ, άτομα που αρνούνται να διαλέξουν ανάμνηση και άτομα που απλώς θέλουν να ξεχάσουν μια μονότονη ή επίπονη αλλοτινή πραγματικότητα.  Παρόλα αυτά, όσοι τελικά καταλήγουν στην εμπειρία που θέλουν να κουβαλήσουν μαζί τους, βιώνουν μια απρόβλεπτη κινηματογραφική κατάσταση, καθώς τα άτομα που είναι υπεύθυνα για την ομαλή "μετάβαση", σκηνοθετούν με καθαρά κινηματογραφικά μέσα τις επιλεγμένες αναμνήσεις, προκειμένου μέσα από την βιώσή τους, να επέλθει τελικώς η αναχώρηση των ψυχών...


Το γεγονός οτι αγαπώ τον ασιατικό κινηματογράφο, δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν μπόλικοι δημιουργοί εκεί έξω, τους οποίους δεν έχω τσεκάρει ποτέ και ντροπή μου γι' αυτό.
Ένας από αυτούς είναι και ο σκηνοθέτης/σεναριογράφος του "After Life", Hirokazu Koreeda, του οποίου την φιλμογραφία αν εξετάσει κανείς λίγο περισσότερο, θα δει πως πέρα από το γεγονός πως οι 9 στις 10 ταινίες του αποτελούν κοινωνικοδραματικά ταινιάκια με φιλοσοφικές προεκτάσεις, μοιάζει παράλληλα να ακολουθεί το υποθεσιακό περιεχόμενο των "μεγάλων παλιών" πολύ πιο πιστά, σε σχέση με άλλους σύγχρονους δημιουργούς, οι οποίοι μοιάζουν να έχουν δημιουργήσει έτσι κι αλλιώς την δική τους σχολή στυλιζαρισμένης βίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, μεγάλη επίδραση στο έργο του Koreeda, φαίνεται πως έχει ασκήσει η θεματική του Yasujiro Ozu, ο οποίος πραγματευόταν στις ταινίες του το βάρος της τρίτης ηλικίας, την μοναξιά, την νέα, εκμοντερνισμένη Ιαπωνία και τον αντίκτυπό της στην παραδοσιακή μέχρι τότε ζωή, την αποξένωση των παιδιών από τους γονείς και τελικά, τον θάνατο.  Αυτό ακριβώς το σκεπτικό ακολουθεί και ο Koreeda στην ταινία του "Still Walking" (2008), στην οποία δυο παιδιά επισκέπτονται τους ηλικιωμένους τους γονείς, προκειμένου να τιμήσουν τον θάνατο του μεγαλύτερου γιου της οικογένειας, ο οποίος είχε χαθεί από πνιγμό, δεκαπέντε χρόνια πριν.  Φέρνοντας μαζί τις οικογένειές τους, θα διαπιστώσουν οτι οι σχέσεις με τους γονείς τους έχουν πλέον αλλάξει...
Ταινίες όπως το "Maborosi" (1995), το "Nobody Knows" (2004) και το "I Wish" (2011), αποτελούν κλασικά παραδείγματα των σταθερών σινεματικών αξιών του Koreeda, ο οποίος υφαίνει δραματικά και κοινωνικά, τοποθετώντας τις ταινίες του σχεδόν πάντα, μέσα σε ένα θανατερό, και όμως τόσο βγαλμένο μέσα από την απτή καθημερινότητα, περιτύλιγμα.


Το "After Life" αποτελεί μια από τις πιο αυτοαναφορικές ταινίες που έχω δει, αφού καταφέρνει να συνδυάζει τόσο το κομμάτι της αφήγησης (το οποίο είναι προφανές πως χρησιμοποιείται ως δεκανίκι, προκειμένου ο σκηνοθέτης να μας μιλήσει για τα πραγματικά σημαντικά θέματα της ανθρωπότητας), όσο και το έξυπνο εύρημα της σκηνοθεσίας των αναμνήσεων, για να μας παρουσιάσει στην τελική την ίδια την προέλευση και αξιότητα του κινηματογράφου.
Ο λόγος για τον οποίο δεν είχα αγαπήσει ιδιαίτερα το πρόσφατο "Holy Motors" και παρά το γεγονός πως η αυτοαναφορικότητα ήταν εκεί και σου χαμογελούσε μες τα μούτρα, ήταν επειδή το είχα βρει στην καλύτερη περίπτωση, επιτηδευμένο μέχρι αηδίας.  Ήταν τόσο προφανές το που το πήγαινε ο Carax, τόσο κατανοητό πως όλο αυτό το, κατά τα άλλα δίχως νόημα, αποκτούσε υπόσταση όταν προσπαθούσες να το ερμηνεύσεις μέσα από την οπτική της ουσίας του κινηματογράφου, ώστε έχανε για εμένα, οποιοδήποτε νόημα μεγαλύτερης ενασχόλησης μαζί του, επειδή ακριβώς δεν σε άφηνε να χαθείς μόνος στην εκτυφλωτική μαγεία που προσφέρει το cinema.  Σε έπαιρνε από το χεράκι και σε καθοδηγούσε, και δυστυχώς η εξαιρετική σκηνοθεσία και φωτογραφία δεν αρκούν, ακόμα και αν αποτελούν βασικά (η σκηνοθεσία το βασικότερο ίσως) συστατικά της ομορφιάς της μεγάλης οθόνης.
Όλα αυτά έρχονται εδώ τελείως τούμπα, μιας που ο Koreeda οχι μόνο αφήνει διάσπαρτα στοιχεία προκειμένου ο θεατής να σκεφτεί και να αναρωτηθεί για τα αιώνια ζητήματα της ύπαρξης τους ανθρώπου, αλλά το κάνει και με τέτοια αφτιασίδωτη ταπεινότητα, ώστε κατορθώνει να σε εγκλωβίσει σε αυτόν το άχρονο και άτοπο κόσμο, εκεί όπου η πορεία της όποιας ύπαρξης εξαρτάται από την ιδανική και σωστή επιλογή της μνήμης, της ανάμνησης, του ίδιου του παρελθόντος.


Χωρίς να ξεφεύγει ποτέ από τον χώρο του παλιού κτίσματος (εκτός από μια σεκάνς στην οποία η πρωταγωνίστρια-εργαζόμενη, που είναι επίσης νεκρή, περιφέρεται δίχως προορισμό μέσα στην γεμάτη από κόσμο πόλη), αλλά καθιστώντας τον πραγματικό και ταυτόχρονο ονειρικό (οι πεθαμένοι που εισέρχονται στο κτίριο, μπαίνουν σε αυτό μέσα από ένα ομιχλώδες εξωτερικό, το οποίο ποτέ δεν αντιλαμβανόμαστε επακριβώς περί τίνος πρόκειται, την ίδια στιγμή που λίγο αργότερα, τα δέντρα, τα τζιτζίκια και ο γαλάζιος ουρανός, δηλώνουν πως το εξωτερικό είναι καθόλα ρεαλιστικό), ο Koreeda δημιουργεί ένα παράλληλο σύμπαν, το οποίο λειτουργεί ως η τελευταία στάση των νεκρών, παραπέμποντας σε εναλλακτικό Καθαρτήριο, μέσα στο οποίο έχουν όλοι θέση και δικαίωμα στην ανάμνηση.  Κάνοντας ακόμα και μια έμμεση αναφορά στην ύπαρξη του Παραδείσου και της Κόλασης (υπονοείται πως δεν υπάρχει τίποτα από τα δυο, αλλά δεν γίνεται ξεκάθαρο και τι ακριβώς συναντάμε στην μετά θάνατον ζωή), δίνει την δυνατότητα στους χαρακτήρες του μέσα από συνεντευξιακές συνεδρίες να αποτιμήσουν την παρουσία τους πάνω στην Γη, σαν μια μορφή τελευταίας εξομολόγησης λίγο πριν την εν μέρει λήθη η οποία τους περιμένει.  Οι χαμένες ευκαιρίες, η μοναξιά, ο συμβιβασμός, τα νιάτα και τα γηρατειά, έρχονται σε διαρκή αντίθεση μεταξύ τους, με τους ήρωες να θυμούνται και να πράττουν, την ίδια στιγμή που πολλοί από αυτούς αναζητούν την επιστροφή στα παιδικά τους χρόνια (ψήγματα της προυστικής θεωρίας είναι σχεδόν παντού διάσπαρτα), άλλους να διαθέτουν μνήμες από τις πρώτες στιγμές της μωρουδιακής τους ύπαρξης και συνειδητότητας, ενώ υπάρχουν και εκείνοι που κρατούν ως πιο σημαντική στιγμή στην ζωή τους, το άγγιγμα και την μυρωδιά της μητέρας και του πατέρα (το Οιδιπόδειο στο αντίστροφό του).
Όπως γίνεται κατανοητό ο Koreeda δεν αναλώνεται σε εντυπωσιακές σκηνοθετικές τεχνικές, ούτε και σε πομπώδες σενάριο, προκειμένου να διαλεχτεί με εμάς τους θεατές αναφορικά με ζητήματα οικουμενικά και αιώνια.  Τοποθετεί απλά τους ήρωές του στην καρέκλα του συνεντευξιαζόμενου (ή του εξομολογούμενου), αφήνοντάς τους να θυμηθούν και να βιώσουν στην συνέχεια, με την βοήθεια του "κινηματογράφου".


Η αγνή αυτοαναφορικότητα της ταινίας δεν γίνεται να σε αφήσει αδιάφορο, καθώς η σύλληψη της αναπαράστασης της ανάμνησης (η βάση του κινηματογράφου από την αρχή της ύπαρξής του, ήταν από πάντα η αναπαράσταση της πραγματικότητας και η ρεαλιστική απεικόνιση της ζωής), είναι ευφυέστατη.  Στην ουσία ο κάθε ήρωας μπορεί να αναγεννηθεί και να συνεχίσει το ταξίδι του, μόνο μέσω της επίδρασης ενός στημένου σκηνικού, ενός συνεργείου που παλεύει να ικανοποιήσει ανάγκες και μιας κάμερας που καταγράφει γεγονότα.  Όπως ακριβώς ο καθένας από εμάς βιώνει σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό τα διδάγματα μιας ταινίας, έτσι ακριβώς μας λέει και ο Koreeda, πως η ταύτιση της φρέσκιας, ζωντανής, κινηματογραφημένης ανάμνησης, με την νεκρή ψυχή, είναι κάτι το φυσιολογικό και το απόλυτα λογικό.  Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός πως ο σκηνοθέτης αποφασίζει να χρησιμοποιήσει την έννοια του cinema, ως το μεταφορικό μέσο προς μια άλλη διάσταση, καθώς εξ' ορισμού η ίδια η τέχνη του κινηματογράφου, είναι μια τέχνη θανάτου, μια τέχνη που καταγράφει ολογράμματα και "φαντάσματα", τα οποία πεθαίνουν κάθε δευτερόλεπτο.  Με το πέρας κάθε σκηνής, και κάθε στιγμής, οι προβαλλόμενες εικόνες χάνονται στην λήθη, με αποτέλεσμα ο Koreeda να δημιουργεί εδώ μια εξαιρετικά ποιητική και εντελώς αυτοαναφορική σχέση, ανάμεσα στον κινηματογράφο και την επίδρασή του πάνω στα άτομα, τα οποία "χάνονται" μέσα του...
Το "After Life", είναι μια ξεχωριστή ταινία, για όποιον αποφασίσει να την δει και να ανακαλύψει όλα εκείνα τα στοιχεία που την καθιστούν ξεχωριστή.  Εδώ το μόνο που κατάφερα ήταν ένα μικρό ξύσιμο της επιφάνειάς της, που ακόμα και αυτή, έχει τόσα να σου πει.  Δείτε την οπωσδήποτε ιδιαίτερα αν είστε σε ανάλογο mood, και περιμένω τις εντυπώσεις σας.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι η ζωή είναι κύκλος, οτι το βύθισμα στο νερό της μπανιέρας δημιουργεί ασφάλεια και οτι ακόμα και μια ανθισμένη κερασιά, μπορεί να είναι τα πάντα για έναν άνθρωπο...

Προτίμησα το παρακάτω απόσπασμα, γιατί στο trailer η κλασική φωνή που παρουσιάζει την ταινία, απλά ήταν καταστροφή για την ατμόσφαιρα της ταινίας...



No trivia

Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2013

Milocrorze - A love story: Surrealistic love

Καλησπέρα σε όλους!  Επιστρέψαμε και σήμερα με μια ταινιούλα την οποία οι περισσότεροι, μάλλον δεν θα γνωρίζουν.  Δεν πειράζει όμως, θα σας την γνωρίσω εγώ γιατί είναι ένα αποτέλεσμα τόσο σουρεαλιστικό και εντυπωσιακά καμμωμένο, ώστε ιδιαίτερα οι λάτρεις του ασιατικού cinema, δεν γίνεται να το προσπεράσουν.  Όσοι βέβαι συμμετείχαν στα φετινά Blogoscars, σίγουρα έχουν πάρει μια γερή πρέφα, αναφορικά με το τι πάει να πει "Mirokuroze" (όπως είναι ο original τίτλος του).  Για όλους τους υπόλοιπους είμαι εγώ εδώ, προκειμένου να σας μυήσω σε αυτό το άκρως, οτινανικό, σινεματικό ταξιδάκι.  Πάμε!


Μάλιστα.  Λοιπόν, είναι λιγάκι δύσκολο να περιγράψω την επακριβή ιστορία της συγκεκριμένης ταινίας, αλλά θα προσπαθήσω.  Και οτι καταλάβατε, καταλάβατε.
Η ταινία μας ξεκινά με την γνωριμία ενός καροτομάλλη πιτσιρικά, με φούξια σατέν παντελονάκι, και λαχανί πουλόβερ, ο οποίος ζει μια μοναχική και ανέμελα καρτουνίστικη ζωή, στο ταπεινό, πλήν σουρεαλιστικό (αρχίσαμε) σπιτικό του.  Μια μέρα ο γλυκούλης Ovreneli Vreneligare (ναι αυτό είναι το όνομά του, και ετοιμαστείτε να το ακούσετε στην ταινία γύρω στις εκατό φορές), θα πέσει ξερός από την ομορφιά της 30αρας Mirokuroze, με την οποία θα αποφασίσουν να...συζήσουν!  Και ο Ovreneli Vreneligare είναι τόσο ευτυχισμένος...
Από το σημείο εκείνο και μετά, αρχίζουν να μπλέκονται στην υπόθεση (ποια υπόθεση;) της ταινίας, ένα σωρό χαρακτήρες, ο καθένας από τους οποίους ακολουθεί την δική του story-κή πορεία, δημιουργώντας το προσωπικό του, υποθεσιακό γαϊτανάκι.  Η πιο ενδιαφέρουσα χωρίς αμφιβολία, ιστορία, είναι αυτή του καλοσυνάτου Tamon, ο οποίος ερωτεύεται μια ανθοπώλη, και αποφασίζει να την κάνει κορίτσι του.  Ο Tamon βέβαια είναι και ολίγον κινητή καταστροφή, μιας που όπου πάει, η γκαντεμιά τον ακολουθεί.  Έτσι λοιπόν θα πρέπει να περάσει από τα σαράντα κύματα (και κάτι παραπάνω), προκειμένου να καταφέρει να ζήσει την ζωή που επιθυμεί, στο πλευρό της όμορφης Yuri.  Και εν το μεταξύ ο Ovreneli Vreneligare, έχει μεγαλώσει και βλέπουμε την συνέχεια, και της δικής του ιστορίας αγάπης, διότι όπως λέει και ο τίτλος, αν αυτή η ταινία μιλάει για κάτι, αυτή είναι η αγάπη.  Μμμμ, όπως κι αν τη δεις δηλαδή.


Λοιπόν που λέτε, τον σκηνοθέτη, Yoshimasa Ishibashi, προφανέστατα και δεν τον ήξερα.  Οχι οτι έχει κάνει και πολλές, κινηματογραφικές δουλειές, αλλά αυτό μάλλον δεν έχει και μεγάλη σημασία, μιας που ο Ishibashi φαίνεται πως αποτελεί έτσι κι αλλιώς, καλλιτεχνική και τρελιάρικη προσωπικότητα εκεί στην Ιαπωνία.
Πιο συγκεκριμένα, είναι ένας καλλιτέχνης ο οποίος ασχολείται με το video, τις experimental ταινιούλες (κάτι καταλάβαμε) και την performance, ανήκοντας παράλληλα σε μια τοπική κολεκτίβα του Kyoto, την 'Kyupi Kyupi'.  Παράλληλα, έχει σκηνοθετήσει δουλειές για μουσεία τέχνης, και γενικότερα μάλλον τον λες ανήσυχη και εφευρετική φύση.
Το "Milocrorze", είναι μια ταινία που σαφέστατα δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί στην κινηματογραφική ζήτηση του κοινού, μιας που τα πάντα σε αυτήν την παραγωγή ουρλιάζουν σουρεαλισμό, κιτς αισθητική, εναλλακτική πραγματικότητα και τέλος πάντων όλα αυτά που μπορεί να κάνουν μια ταινία να ξεχωρίζει έτη φωτός από άλλες.  
Η αλήθεια είναι, πως αποφάσισα να την συμπεριλάβω στο blog μου, διότι πέρα από μια εντελώς διαφορετική πρόταση, είναι μια ταινία την οποία προσωπικά απόλαυσα στο έπακρο, για τον βασικό λόγο οτι λατρεύω οτιδήποτε έχει να κάνει με τα anime.  Το "Μilocrorze", έχει μια παιχνιδιάρικη διάθεση, και μια σεναριακή διάθεση που δύσκολα την εγκλωβίζεις σε καθημερινά, στερεοτυπικά καλούπια, ακριβώς όπως συμβαίνει σε εκατοντάδες anime, τα οποία μπορεί να μην ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα όπως την ξέρουμε, καταφέρνουν να δημιουργήσουν όμως το δικό τους σύμπαν, μέσα στο οποίο κάθε λέξη και κάθε πράξη, είναι απολύτως αποδεκτές και στην τελική, συμβατικές.  Σκεφτείτε το λοιπόν, σαν ένα live action anime.   Και μετά απολαύστε το.


Η αισθητική του "Milocrorze" νομίζεις πως είναι βγαλμένη από το μυαλό ενός τύπου, ο οποίος έχει αγαπημένο alter ego, τον μαυροπάνθηρα "Shaft", εμπνέεται από τις pulp μουσικές γέφυρες των ταινιών της δεκαετίας του '70, και λατρεύει παράφορα την pop art ματιά του Andy Warhol.  Αν τα πάρετε όλα αυτά και τα ρίξετε σε ένα δυνατό μπλέντερ, προσθέτοντας κάτι από καρακιτσάτο, τηλεοπτικό παιχνίδι του ΄80, σαμουραϊκή, eastern παράδοση και φαντεζί κοστούμια εποχής Ρένας Βλαχοπούλου, τότε έχετε πιάσει το νόημα του "Milocrorze".  Ένα μικρό δηλαδή, μη φανταστείτε.
Μακριά από οτι σας έχω προτείνει μέχρι τώρα, αναφορικά με την ασιατική κουλτούρα, η ταινία του Ishibashi, είναι ένα ξέφρενο, οπτικοακουστικό υπερθέαμα, το οποίο σίγουρα θα σας προσφέρει στιγμές απόλυτου fun, αλλά και σαφέστατου εντυπωσιασμού.  Σε στιγμές, ίσως μάλιστα σας θυμίσει και το "I'm a Cyborg but that's OK", ένα-κατά την γνώμη μου-underrated διαμαντάκι του Chan-wook Park, το οποίο εξετάζει το θέμα της ψυχικής νόσου, μέσα από ένα νέο, σουρεαλιστικό πρίσμα, το οποίο προσωπικά, δεν είχα εντοπίσει ποτέ άλλοτε σε ταινία, με παρόμοια θεματική.  Οι ομοιότητες ανάμεσα στις δυο ταινίες, εντοπίζονται στις πρωτότυπες, σκηνοθετικές τεχνικές και την δόμηση της κατάλληλης ατμόσφαιρας, προκειμένου ο σκηνοθέτης να καθοδηγήσει μαεστρικά τον θεατή, στο απελευθερωτικό του τέλος: είτε αυτό πρόκειται να χτιστεί μέσα σε μια ψυχιατρική πτέρυγα, είτε να οδηγηθεί σε ένα τελικό κρεσέντο, μέσα στο "παλάτι", μιας πόλης βυθισμένης στη σήψη και την παρακμή, όπως γίνεται στο "Milocrorze".


Φυσικά, προκειμένου να μπορέσει να στηθεί το όλο εγχείρημα του Ishibashi, είναι απαραίτητη η ύπαρξη ενός ορισμένου, σεναριακού μοτίβου, το οποίο όπως καταλαβαίνετε, είναι το πολυφορεμένο θέμα της αγάπης.  Ακόμα και έτσι όμως, ο δημιουργός, αποφασίζει να το χρησιμοποιήσει μόνο ως μια αφορμή, προκειμένου να μας διηγηθεί το παραμύθι-εξτραβαγκάντζα του, χωρίς να υποπέσει στο ολίσθημα της ανίας και των συμβατικών, χαζοβιολέ ρομάντζων.  Αντιθέτως, ακόμα και το υποτυπώδες "love story" που εκτυλίσσεται ανάμεσα στο πιτσιρίκι, και την 30αρα, είναι φτιαγμένο από μια αθώα και εντελώς έξω από τα πλαίσια της παρεξήγησης, κατάσταση.  Βέβαια θεωρούμε και έξυπνο από μέρους του, πως το πράγμα δεν παίζει ανάποδα, να έχουμε δηλαδή έναν 30αρη, που σπιτώνει ένα ανήλικο κοριτσάκι.  Αυτό μάλλον δεν θα θέλαμε να το δούμε, ακόμα και στα πλαίσια μιας αλληγορίζουσας αναπαράστασης τύπου, "ο έρως χρόνια δεν κοιτά".
Επιστρέφοντας πάλι στο βασικό μας θέμα, ο Ishibashi, κάνει αυτό που βλέπουμε σε πολλές σύγχρονες, χολιγουντιανές χαζομάρες του σωρού, ενδεχομένως με καυστική διάθεση απέναντί τους (ή και οχι, δεν το γνωρίζω αυτό), μιας που αποφασίζει και ο ίδιος να πλέξει διαφορετικές μεταξύ τους ιστορίες, μέσα στα ίδια κάδρα, με κατά κάποιον τρόπο, η μια, να μας οδηγεί οπτικά στην έναρξη της άλλης, και πάει λέγοντας.  Ακόμα και έτσι όμως, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την διάθεσή του, για πολύχρωμες, ζαχαρούχες σεκάνς, slow motion που προσδίδει κάτι από το extra ηρωικό στον πρωταγωνιστή, και μια ανάγκη να μπλέξει πολλά και διάφορα στοιχεία κουβάρι, προκειμένου να απογειώσει τις-έστω-εμπλεκόμενες, ιστορίες αγάπης, οι οποίες στην τελική δεν μπλέκονται ουσιαστικά μεταξύ τους, αλλά μόνο κατ' εικόνα.  Και μάλιστα σύντομη.


Η τελική σεκάνς, είναι πραγματικά από τα πιο εντυπωσιακά στιγμιότυπα που έχω δει τελευταία σε ταινία, διότι παραπέμπει εύκολα, ακόμα και σε graphic novel δημιούργημα, γεμάτο αίμα, θάνατο και πόρνες.  Και πωρωτική μουσική, έτσι για να γίνει ακόμα πιο νόστιμο.
Όσον αφορά ερμηνείες και τα συναφή, τι να πω και εγώ η κοινή θνητή;  Αν διάβαζα το σενάριο, θα ήθελα και εγώ να παίξω, ακόμα και αν έκανα κάποια που περπατάει στο βάθος του δρόμου και παίζει σε φλου.  Οι υποκριτικές ικανότητες των συμμετεχόντων, δεν τίθεται αμφιβολία οτι είναι καλές, επειδή ακριβώς τα βγάζουν υπέροχα πέρα, σε αυτό το φαντασιόπληκτο κατασκεύασμα, που περιλαμβάνει ούτε λίγο, ούτε πολύ, ότι μπορείς να φανταστείς.  Ιδιαίτερα kudos, αξίζουν φυσικά στον ταλαίπωρο κεντρικό ήρωα, και το φραουλένιο αγοράκι (φραουλένιο γιατί έχει πορτοκαλί μαλλί, ακριβώς όπως και ο Ichigo στο "Bleach", το οποίο "ichigo", σημαίνει φράουλα.  Ε τι σκατά μάθαμε τόσα χρόνια που το βλέπαμε;), ο οποίος κερδίζει τις εντυπώσεις.  Κυρίως επειδή είναι τόσο φραουλένιος.
Το "Milocrorze" είναι για αυτούς που αγαπούν τις περίεργες και παράδοξες ταινίες, αυτούς που αρέσκονται στο οτινανικό παραλήρημα του σύγχρονου, ασιατικού κινηματογράφου και γι' αυτούς που τολμούν στην τελική να δουν, κάτι διαφορετικό.  Δεν πρόκειται να την ξεχάσετε αυτήν την ταινία.  Με τίποτα.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι η αγάπη μακραίνει το μαλλί, οτι το καπάκι της κατσαρόλας, έχει και άλλη χρήση και οτι στην φαντασίωση ενός αρσενικού, η ποθητή γυναίκα, μένει για πάντα νέα.

No trivia

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2013

Pieta: Holy Mother

Aloha και πάλι!  Τετάρτη σήμερα και ήρθε η ώρα για την δεύτερη ταινία της εβδομάδας.  Αύριο μην ξεχνάτε, όσοι δεν έχετε δει το "Beasts of the Southern Wild", κυκλοφορεί στις ελληνικές αίθουσες, οπότε αν είστε λάτρεις του "μαγικού", ανεξάρτητου κινηματογράφου, απλά μην τη χάσετε.
Στα δικά μας τώρα, τον τελευταίο καιρό, όλο προσπαθώ να δω μερικές ακόμη ταινίες, προκειμένου να κλείσω επιτέλους τις blogoscar-ικές μου λίστες, αν και μεταξύ μας, μάλλον έχουν ήδη κλειδώσει.  Παρόλα αυτά, όλο και κάτι που μου έχει ξεφύγει βλέπω.  Χθες το βράδυ λοιπόν ήταν η ώρα του "Pieta", της νέας ταινίας του Kim Ki-duk, και συνεπώς επειδή την βρήκα αξιοπρεπή, είπα να την ανεβάσω και να σας την προτείνω.  Όσοι αγαπάτε τον ασιατικό κινηματογράφο και έχετε ήδη πλαστεί με τις καλοφτιαγμένες ταινίες εκδίκησης, μάλλον θα βρείτε το "Pieta" μια από τα ίδια, παρόλα αυτά κάτι που μπορείς να του ρίξεις μια ματιά, χωρίς να χάσεις τον χρόνο σου.  "Pieta" λοιπόν και βλέπουμε..,


O Lee-Kang do, είναι ένας περιθωριακός τύπος ο οποίος ζει ολομόναχος κάπου στην Νότια Κορέα.  Η καθημερινή του εργασία περιορίζεται στους ακρωτηριασμούς άτυχων εργατών, οι οποίοι αφού έχουν πάρει από τα αφεντικά του, δάνειο (η επιστροφή του οποίου έχει αυξηθεί μέσα στον ένα μόνο μήνα, επί 10), αδυνατούν να επιστρέψουν τα χρήματα, με αποτέλεσμα το τσιράκι των μεγάλων κεφαλιών, να τους πολτοποιεί πόδια και χέρια, προκειμένου στην τελική να εισπράξει το ποσό της ασφάλειας.
Μια μέρα θα κάνει την εμφάνισή της, μια μυστήρια γυναίκα η οποία θα γίνει σκιά του ήρωα, με την δικαιολογία οτι αποτελεί την από πάντα χαμένη, μητέρα του.  Ο Kang do, θα ζητήσει εξηγήσεις, χωρίς να λάβει και πολλές απαντήσεις, από την αναπάντεχη επιστροφή της μάνας.
Έχοντας πλέον στο πλευρό του την γυναίκα που κάποτε τον εγκατέλειψε, ο Kang do, θα βρει στο πρόσωπό της αυτό που πάντα του έλειπε: την πραγματική οικογένεια.  Τα πράγματα όμως δεν είναι και τόσο απλά, μιας που η όμορφη γυναίκα κρύβει ένα καλά κρυμμένο μυστικό το οποίο θα ανατρέψει τα πάντα.  Και πως δεν θα μπορούσε άλλωστε, από την στιγμή που βρισκόμαστε στην καρδιά του σύγχρονου, ασιατικού κινηματογράφου;  Και δη, σε αυτόν του Kim Ki-duk.


Την αλήθεια μας να την πούμε.  Όλοι οι μεγάλοι δημιουργοί βιώνουν κάποια στιγμή στην καριέρα τους μια πτωτική τάση, γεγονός που είναι σε έναν βαθμό λογικό και αποδεκτό.
Ο Kim Ki-duk, έπειτα από το πραγματικά εντυπωσιακό, κινηματογραφικό δείγμα των αρχών της περασμένης δεκαετίας, φάνηκε πως τα τελευταία χρόνια έχει αποδυναμωθεί αρκετά, τόσο σε επίπεδο σεναρίου, όσο και σε επίπεδο καθαρής σκηνοθεσίας.  Ταινίες όπως το "The Isle", το "Samaritan Girl" και κυρίως τα "Bad Guy" και "Spring, Summer, Fall, Winter...and Spring", αποτελούν αναμφίβολα την αφρόκρεμα αυτού του spiritual σκηνοθέτη εκ Νοτίου Κορέας.
Όπως ήταν φυσικό και ο duk, οδηγήθηκε σε ένα σχετικό, δημιουργικό βάλτωμα, με ταινίες, που δεν χαρακτηρίζονται τόσο από την ιδιαίτερη αισθητική του ματιά, ούτε και από την προφανή και διαρκή χρήση συμβόλων ή συμβολικών καταστάσεων.  Ο duk εξάλλου θα λέγαμε οτι αποτελεί μια περίπτωση σκηνοθέτη που αρέσκεται να διηγείται σχεδόν, τις ταινίες του στο κοινό, υπό την μορφή αλληγοριών και παραβολών, εμπλέκοντας τις περισσότερες φορές και πολλά θρησκευτικά ψήγματα.  Για παράδειγμα το "Spring...", είναι μια κατεξοχήν πνευματική ταινία, η οποία βρίθει σημειολογικών στοιχείων, βουδιστικών διδαχών και μιας φυσιολατρικής διάστασης, όλα τοποθετημένα αρμονικά μέσα στα προσεχτικά του κάδρα και την προσηλωμένη σκηνοθεσία.
Έχοντας λοιπόν δει αυτά, μπορώ από την μια πλευρά να αντιληφθώ το σούσουρο που προκάλεσε η "επιστροφή" του duk, με το "Pieta".  Από την άλλη βέβαια δεν μπορώ και να μην παραδεχτώ οτι η ταινία δεν αποτελεί και κάτι το οποίο δεν έχεις ξαναδεί.


Καταρχάς να ξεκαθαρίσουμε κάτι.  Το "Pieta" είναι όντως μια καλή και σκληρή ταινία, από αυτές που μας έχουν συνηθίσει δημιουργοί όπως ο duk και ο πιο αμείλικτος Chan-wook Parn.  Έχει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που καθιστούν μια ταινία εκδίκησης, σχεδόν σίγουρη, συνταγή επιτυχίας: δράμα, ωμή πραγματικότητα και μια διαρκή πάλη ανάμεσα στο καλό και στο κακό, γεγονός που στο "Pieta" παίρνει αυτομάτως μια διαφορετικά μορφή, αρκεί να αναλογιστεί κανείς τον λόγο για τον οποίο ο duk αποφασίζει να ονομάσει έτσι την ταινία του.
Καταρχάς είναι ένας σκηνοθέτης ο οποίος σχεδόν πάντα μαρτυρά τις διαθέσεις του, ήδη, από την επιλογή του τίτλου της ταινίας του.  Στην προκειμένη περίπτωση το Pieta, δεν είναι καθόλου τυχαίο, καθώς αυτομάτως μπαίνει στο παιχνίδι η έννοια του θρησκευτικού.
Ακόμα και αν κάποιος δεν την έχει δει, είναι αδύνατον να μην κάνει την σύνδεση ανάμεσα στον τίτλο της και το διάσημο γλυπτό του Michelangelo, το οποίο αναπαριστά την Παναγία, να κρατάει στην αγκαλιά της το σώμα του Χριστού, μετά από την Σταύρωση.  Ξεκάθαρος σε αυτό ο duk χρησιμοποιεί εξάλλου το ίδιο ακριβώς concept, και στην επίσημη αφίσα της ταινίας.  Έτσι λοιπόν από την στιγμή που αποφασίσεις να δεις το "Pieta", το κομμάτι της θρησκευτικότητας (και κυρίως αυτό του Χριστιανισμού) θα πρέπει να παίζει οχι στο πίσω μέρος του μυαλού σου, αλλά να πηγαίνει χέρι χέρι με κάθε σκηνή της.  Και η αλήθεια είναι πως σε αυτό ο duk, σε βοηθάει εξαιρετικά.
Σε πρώτη φάση, το γεγονός οτι ο duk δεν σου δίνει ένα σαφές background (ή καλύτερα δεν σου δίνει κανένα), των πρωταγωνιστών, αλλά προτιμά να στους γνωρίσει με τρόπο ξαφνικό, σαν να γίνεσαι μάρτυρας του τώρα, από ένα κάποιο σημείο της ζωής τους και μετά, καθιστά αυτομάτως το story, ως κάτι το παγκόσμιο, κάτι το οικουμενικό.  Στο "Oldboy", μαθαίνουμε σχεδόν τα πάντα για τον ήρωα, μέσα στο πρώτο τέταρτο.  Εδώ το μόνο που ξέρουμε είναι πως ο ήρωας είναι μόνος.  Τίποτα άλλο.  Το μόνο ίσως στοιχείο που μας δίνεται εσκεμμένα από τον σκηνοθέτη, και από το οποίο μπορούμε να βγάλουμε ένα κάποιο συμπέρασμα, είναι ένα γυναικείο σκίτσο (απρόσωπο κι αυτό), κολλημένο πάνω σε έναν στόχο, στον οποίο ο πρωταγωνιστής καρφώνει ένα μαχαίρι.  Για ποια πρόκειται;  Για κάποια ερωτική του απογοήτευση;  Για κάποια φίλη που τον πρόδωσε;  Για κάποια από τους οφειλέτες;  Η απάντηση δίνεται σύντομα, με την εμφάνιση της εξαφανισμένης μητέρας.  Η γυναίκα στο σκίτσο, είναι πιθανότατα, η πιο ουσιαστική, θηλυκή απουσία που μπορεί να υπάρξει στην ζωή ενός άνδρα: η μάνα.


Η συνύπαρξη σεξουαλικότητας, βίας και θρησκευτικότητας, είναι η Αγία Τριάδα του duk, η οποία κάνει την εμφάνισή της, σε πολλές από τις ταινίες του, με αποτέλεσμα η "Pieta" να μην αποτελεί εξαίρεση, ιδιαίτερα όταν δηλώνεται ως η επιστροφή του εξαιρετικού κάτα τα άλλα σκηνοθέτη, τσεπώνοντας μάλιστα φέτος και τον Χρυσό Λέοντα στο φεστιβάλ της Βενετίας.
Αν κάποιος αποφάσιζε παρόλα αυτά, να το προχωρήσει λίγο πιο μακριά το θέμα, τότε στο παραπάνω σκίτσο, δεν θα μπορούσε να μην σχολιάσει και το πληθωρικό στήθος της γυναίκας, το οποίο ταυτίζεται απόλυτα κατά την φροϋδική άποψη, με το Οιδιπόδειο το οποίο υποτίθεται πως κουβαλούν και πως τελικώς αποζητούν οι άνδρες σε όλη τους την ζωή.  Αν και προσωπικά αυτή η άποψη δεν με βρίσκει απόλυτα σύμφωνη, εντούτοις εδώ, δεν γίνεται να αποδεχτώ αυτό το prop που αποφάσισε να τοποθετήσει ο duk, ως κάτι το τυχαίο.  Το μεγάλο στήθος παραπέμπει αυτόματα στον θηλασμό, και κατ' επέκταση στον απογαλακτισμό (κυριολεκτικό και μεταφορικό), τον οποίο κάθε παιδί πρέπει να υποστεί, και το οποίο αποτελεί σύμφωνα με την φροϋδική ψυχολογία, την "αρχή του κακού".
Αν όλο αυτό το παιχνίδι του σκηνοθέτη έμενε μόνο στο σκίτσο, τότε ίσως και να μη μιλούσαμε για Οιδιπόδεια και μητρικό σεξουαλισμό, αλλά το γεγονός οτι το "Pieta" χαρακτηρίζεται από τον τίτλο του, μέχρι και το τέλος του από την παρουσία της μάνας (οχι μόνο αυτή του ήρωα, αλλά και άλλων), τότε γίνεται κατανοητό οτι το παιχνίδι της εκδίκησης, δεν πασάρεται στους θεατές αυτούσιο, αλλά μέσα στο περιβάλλον μιας "θρήσκας" αυτοθυσίας, μιας αντιφατικής σεξουαλικότητας, η οποία παραπέμπει επίσης στον τρόπο με τον οποίο έχει ερμηνευτεί το ίδιο το έργο του Michelangelo, καθώς και μιας, έτσι κι αλλιώς, καθαρτικής διαδικασίας η οποία απαρτίζεται με την σειρά της από τρία στάδια: αμάρτημα, τιμωρία, λύτρωση.


Η διαρκής επανεμφάνιση της ιδέας της μητέρας (γιατί πρόκειται περισσότερο περί ιδέας, μιας που ο duk μας καλεί και πάλι να ακούσουμε την παραβολή του), και το γεγονός οτι ο ήρωάς μας μεγάλωσε χωρίς την παρουσία της και άρα χωρίς το αναγκαίο Οιδιπόδειο, λειτουργούν ιδανικά στο πλαίσιο της εκδίκησης, προκειμένου ακόμα και αν δεν έχουμε απτά στοιχεία για τις ζωές των εμπλεκομένων, να καταλάβουμε εντούτοις τι(τους) συμβαίνει.  Η μοναδική ένσταση που ενδεχομένως έχω, αφορά κυρίως τον τρόπο προώθησης και διαφήμισης της ταινίας, η οποία μπορεί να απαρτίζεται από πολλά και ενδιαφέροντα κομμάτια, αφενός όμως είναι μια ταινία που ο υποψιασμένος θεατής έχει αντιληφθεί, λίγο πολύ, από την αρχή και αφετέρου, χρειάζεται την δική σου συμμετοχή, και το ανοιχτό σου μυαλό, προκειμένου να συνδυάσεις τα στοιχεία που σου δίνονται, και να αντιληφθείς την πραγματική της αξία εκεί που υπάρχει: οχι στην έννοια της ταινίας εκδίκησης, αλλά στην-σε ένα βαθμό-επιστροφή του duk στις κλασικές του θεματικές, εκείνες που αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης ύπαρξης και πνεύματος.
Η σκηνοθεσία του σίγουρα δεν χαρακτηρίζεται από την αίγλη των περασμένων του μεγαλείων, περιορίζεται όμως και από τις τοποθεσίες των γυρισμάτων.  Εντούτοις υπάρχουν πλάνα που χαρακτηρίζονται από έναν ωμό λυρισμό, καθώς και πολλά κοντινά των πρωταγωνιστών, παραπέμποντας σχεδόν στην αρχέγονη πάστα του κινηματογράφου, τότε που οι βουβές ταινίες έπρεπε να αλληλεπιδρούν με το κοινό, και να το γεμίζουν συναίσθημα, αποκλειστικά και μόνο μέσω της εξωτερίκευσης του λόγου και των συμπαρομαρτούντων του, στα πρόσωπα των ηρώων.
Το "Pieta" είναι μια καλή ταινία, σίγουρα οχι τόσο σπουδαία όσο οι βραβεύσεις και οι συζητήσεις που έχει προκαλέσει.  Μια ταινία που παρόλα αυτά, αξίζει να της ρίξεις μια ματιά.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι το τέλος της είναι μεγαλειώδες, οτι υπάρχει μια σκηνή στην οποία η Θεία Κοινωνία παίρνει σάρκα και οστά (εντελώς όμως) και οτι "τραβάω λοιπόν, σε όλα μια κόκκινη γραμμή".


No trivia

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012

Nameless Gangster: The wannabe gangster of the year

Καλησπέρα, καλησπέρα!  Άντε καλή εβδομάδα να έχουμε για ακόμη μια φορά, καλή και κινηματογραφική.  Όπως θα έχετε ακούσει ήδη, τη παράσταση όσον αφορά τα σινεματζίδικα πράγματα, θα κλέψει αυτές τις μέρες το "The Hobbit", η πολυναμενόμενη νέα ταινία του Peter Jackson.  Βέβαια, είχα σήμερα την τύχη να δω στη δημοσιογραφική και μια πολύ όμορφη ταινία, το "The Perks of Being a Wallflower", το οποίο βγαίνει επίσης τη Πέμπτη και για το οποίο θα μιλήσουμε την Τετάρτη.  Σήμερα λοιπόν, και μιας που είχαμε και απουσία την Παρασκευή, θα δούμε πάλι κάτι εκ νότιας Κορέας, και πιο συγκεκριμένη το "Nameless Gangster".  Enjoy!


Το "Nameless Gangster" βρίσκει την υποθεσιακή του βάση, κάπου στις αρχές του ΄90, όταν η Κυβέρνηση μη μπορώντας να αντέξει άλλο την έντονη εγκληματικότητα και crime ζωή της δεύτερης μεγαλούπολης της Νότιας Κορέας, Busan, (με πρώτη βεβαίως τη Seoul), αποφάσισε να θέσει σε εφαρμογή ένα σχέδιο "σκούπα", προκειμένου να καθαριστεί η περιοχή από τη μαφιόζικη δράση και τα αφεντικά της νύχτας.
Η ταινία ξεκινάει με την απόφαση του Προέδρου Roh Tae-woo να κυρίξει τον πόλεμο κατά του οργανωμένου εγκλήματος, μόνο για να επιστρέψει λίγο αργότερα στο παρελθόν και μάλιστα στο 1982, προκειμένου έτσι να γνωρίσουμε έναν εκ τους βασικούς πρωταγωνιστές της ιστορίας.  O Mr. Choi (Choi Min-sik), είναι ένας διεφθαρμένος τελωνειακός, ο οποίος μαζί με τους έτερες συναδέλφους φροντίζουν να κάνουν τα στραβά μάτια και να παίρνουν το μερίδιό τους σε είδος και χρήμα, όταν οι καταστάσεις στο λιμάνι το απαιτούν.  Όταν όμως η κατάσταση δυσκολέψει και η παράνομη δράση τους αποκαλυφθεί, τότε κάποιος θα πρέπει να παίξει τον ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου.  Και επειδή ο Mr. Choi δε το θέλει αυτό, αποφασίζει μετά από την "απόλυσή" του, να εμπλακεί με τη μαφία, προκειμένου να χρησιμοποιήσει τις παλιές του διασυνδέσεις, για δικό του συμφέρον.  Έτσι, θα βρεθεί σύντομα στο πλευρό ενός έμπορου ναρκωτικών, και η ζωή του παράνομου θα αποτελεί πλέον μονόδρομο για εκείνον.  Αυτή η ζωή όμως, δεν είναι και τόσο ειδυλλιακή, όσο την είχε φανταστεί...


Όταν δει κανείς το "Nameless Gangster", μπορεί να διαπιστώσει εύκολα οτι το συγκεκριμένο film, θα μπορούσε να είναι η ασιατική εκδοχή του Scorsese, για κάθε μια από τις γκανγκστερικές, "κακόφημες" ταινίες που είχε γυρίσει κυρίως την δεκαετία του ΄70, έχοντας στο επίκεντρο ως βασική πρωταγωνίστρια, την ίδια την πόλη: τη Νέα Υόρκη.
Έτσι και εδώ ο σκηνοθέτης Jong-bin Yun, γράφει το σενάριο και κινηματογραφεί ένα καθαρά σκορσέζικο story, με τη διαφορά οτι επικεντρώνει τη προσοχή του, οχι τόσο στην παρουσία της πόλης του Busan, όσο στους ανθρώπους που την κατοικούν, και μάλιστα αυτούς που εξαιτίας των επιλογών τους, αποτελούν το ζουμί και την νυχτερινή καρδιά της.
Σε αντίθεση με τον κινηματογράφο του Scorsese, εκεί όπου οι πρωταγωνιστές είναι περιθωριοποιημένοι, τρελοί, χωρίς στον ήλιο μοίρα, με μια ακατάπαυστα κινούμενη Νέα Υόρκη που δεν κοιμάται ποτέ, και που αποτελεί επί της ουσίας τον βασικό υπαίτιο, για όλα τα δεινά αυτών των μικρών ηρώων, ο Yun, καθιστά ορατή τη θέση του από την αρχή, κάνοντας τους χαρακτήρες του έρμαια μια προσωπικής διάθεσης για διαφθορά και παρανομία, και οχι αποτελέσματα ενός γενικότερου κοινωνικοπολιτικού αναβρασμού.  Για παράδειγμα στο "Taxi Driver", ο Travis δεν φέρει την απόλυτη ευθύνη των πράξεών του, μέσα στο μετα-βιετναμέζικο περιβάλλον της Αμερικής, αφού οι πληγές και η τρέλα του πολέμου, τον έχουν μετατρέψει σε αυτό το προβληματικό και διαταραγμένο πλάσμα το οποίο είναι.


Ο Yun μοιάζει να παίζει στην απέναντι όχθη, εκεί που σημασία έχει το χρήμα, η φήμη και οι οπαδοί.  Βέβαια δε θα μπορούσε να έχει εντάξει την θεματική του και σε κάποια διαφορετική βάση, εξαιτίας της τεράστιας πολιτισμικής διαφοράς, ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση.  Πόσο πράγματι μεγάλη, είναι η σημασία που δίνει ο πολιτισμός της Ανατολής όσον αφορά το θέμα της οικογένειας, της παράδοσης και της τιμής;  Όπως δε θα μπορούσαμε να αντιληφθούμε μια κατασκευασμένη πάνω στο θέμα της τιμής, ιστορία, από πλευράς αμερικανικού κινηματογράφου (οχι δηλαδή με την έννοια που υπάρχει στην παράδοση Ιαπώνων, Κορεατών κ.λ.π), άλλο τόσο δε θα γινόταν να δούμε μια ασιατική παραγωγή, απαγκιστρωμένη από αυτά τα κλασικά της μοτίβα (εκτός κι αν μιλάμε για το είδος του τρόμου, όπου εκεί τα πράγματα αλλάζουν).  Ακόμα και στην ταινία του Coppola, "Apocalypse Now", δεν έχει τόση σημασία η τιμή του colonel Kurtz, όσο η μη τιμή του, και εκεί η τιμωρία έρχεται απ' έξω.  Αντιθέτως εδώ, η τιμωρία έρχεται εκ των έσω, μέσα από την ομάδα των γκάνγκστερ οι οποίοι για ζητήματα όπως η τιμή και η προδοσία, δε δίνουν και πολλές ευκαιρίες εξιλέωσης.  Επειδή ακριβώς η εκάστοτε απόφαση προέρχεται στον μεγαλύτερο βαθμό, από το συμφέρον του ατόμου, και πολύ λιγότερο από τον περιβάλλοντα χώρο του.


Στο σύνολό της η ταινία, δεν είναι κάτι που δεν έχεις ξαναδεί, αλλά σίγουρα μπορείς να περάσεις πολύ ευχάριστα την ώρα σου (ή μάλλον τις δυο ώρες, τις οποίες διαρκεί η ταινία), παρακολουθώντας μια κλασικού, αφηγηματικού τύπου, γκανγκστερική ταινία, η οποία όμως μειώνει σε ένταση το βίαιο κομμάτι της, για χατίρι της μπόλικης πρόζας.  Αν λοιπόν περιμένετε οτι το "Nameless Gangster" είναι μια ταινία που δικαιολογεί απόλυτα τον τίτλο της, μάλλον κάπου θα απογοητευθείτε, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν είναι μια συμπαθητική έτσι κι αλλιώς, προσπάθεια.
Το γεγονός δε οτι οι διάλογοι είναι αυτοί που κυριαρχούν, δημιουργεί ένα ενδιαφέρον γύρω από την πορεία του κεντρικού ήρωα, καθώς η εξέλιξη του χαρακτήρα του, γίνεται καθόλα κατανοητή και ρευστή, στα πλαίσια της μπίζνας, η οποία αποτελεί το βασικό τμήμα της μαφίας, του οποίου εμείς γινόμαστε θεατές.
Στην ουσία ο Yun μας μπάζει σε έναν κόσμο συναλλαγών, συμφωνιών, απειλών και μιας μπεκροκανατικής καθημερινότητας, αδιαφορώντας σε έναν μεγάλο βαθμό για το τι γίνεται όταν το πράγμα στραβώνει.  Υπάρχουν σκηνές βίας και ξύλου, αλλά ακόμη και τότε φαίνεται οτι η κατάληξη δεν θα είναι θανατηφόρα για κανέναν.  Πως είναι δηλαδή η μαφιόζικη οικογένεια των Corleone στον "Νονό";  Καμία σχέση.
Βέβαια όπως απαιτείται και από την εποχή, μπορείς να απολαύσεις παράλληλα, απαράμιλλο ΄90s style με διπλοκουμπωτά σακάκια, μπριγιαντινέ μαλλί, τεράστια χρυσά Rolex και μια υλιστική αισθητική που παραπέμπει σε ταινίες όπως το "Wall Street" και το σατυρικό, "American Psycho".  Και αυτό σίγουρα δίνει το δικό του touch στη ταινία.  Το άλλο πάλι, το δίνει ο πρωταγωνιστής της Choi-Min sik, ο οποίος μετά από "Oldboy", αποφάσισε να γίνει μαφιόζικη καρικατούρα.  Και καλά έκανε γιατί ο ρόλος, του πάει γάντι.


Μπορεί τα χρόνια να έχουν παρα-περάσει, ο Choi-Min sik όμως, εξακολουθεί να είναι ο συγκλονιστικός Oh-dae Sue, ακόμα και σε αυτή τη ταινία.  Το υποκριτικό του ταλέντο δε τον έχει εγκαταλείψει στιγμή μιας που ξεχωρίζει με χαρακτηριστική ευκολία, μέσα στην πλειάδα πρωταγωνιστών και δευτερα-γωνιστών.  Άλλοτε ταπεινός και χαζός, και άλλοτε φωνακλάς, διεκδικητικός και ύπουλος, είναι ο τέλειος συνδυασμός χαρακτηριστικών, τα οποία συνθέτουν την πορεία ενός ιδιόμορφου γκάνγκστερ, που ταυτόχρονα είναι, και δεν είναι.
Στο πλευρό του και ο Jun-woo Ha, τον οποίο έχεις δει στο "Chaser" (στον ρόλο του κακού), αλλά και στο "Yellow Sea", είναι εξίσου καλός, και απρόσμενα ταιριαστός με τον sik, ίσως επειδή η σύνδεση τους είναι τελικά, τόσο ετερόκλητη.  Υποστηρικτικά βεβαίως, λειτουργούν και όλοι οι παρατρεχάμενοι που βρίσκονται γύρω τους, πιο πολύ βέβαια όσον αφορά τον Mr. Choi, τη ζωής του οποίου ενδιαφερόμαστε εν προκειμένω να μάθουμε.
Το "Nameless Gangster" είναι μια καθαρόαιμη, μαφιόζικη ταινία, την οποία δε λες ακριβώς περιπέτεια, αν και σίγουρα έχει τις δικές της ανατροπές.  Σίγουρα αξίζει να την τσεκάρεις αν θες ένα καλό ταινιάκι χωρίς πολλά πολλά, αλλά πρόσεξε μη τη ξεκινήσεις ενώ είσαι κουρασμένος, γιατί το πιθανότερο είναι οτι θα καταλήξεις κοιμισμένος στον καναπέ, με τη ταινία να παίζει μόνη της.  Για δες την.

Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι ο sik είναι το "παιδί" της καρπαζιάς, οτι θα δεις να παίζει και ο ασιάτης Σταμάτης Κόκοτας, και οτι όπως επίσης και ένας κύριος, με το καρέ που πάντα ήθελα.

No trivia

Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2012

Rentaneko (a.k.a Rent a Cat): Is a cat the solution to loneliness?

18ες Νύχτες Πρεμιέρας

Καλησπέρα καλησπέρα, από τον βροχερό Πειραιά!  Τι ωραία μέρα και πόσο μ' αρέσει όταν είναι έτσι σκοτεινή και βροχερή, αλλά να είμαι και σπίτι μου, να τα λέμε αυτά.  Όπως βλέπετε επιστρέψαμε και πάλι σε κινηματογραφικές προτάσεις από το τελευταίο φεστιβάλ της Αθήνας, τις Νύχτες Πρεμιέρας.  Αν και αυτή την εβδομάδα οι αίθουσες θα είναι γεμάτες από πολλές και διαφορετικές ταινιακές επιλογές, προκειμένου να διαλέξετε αυτή που ταιριάζει σε εσάς, εμείς, θα αρχίσουμε να μιλάμε γι' αυτές από την Παρασκευή και μέχρι την επόμενη εβδομάδα.  Έχετε λοιπόν το νου σας οτι σας περιμένουν το αμιγώς κινηματογραφικό πόνημα του Leos Carax, "Holy Motors" (ταινία για λίγους, αλλά πραγματική πρόκληση για τους πολλούς), το οπτικοακουστικό υπερθέαμα των αδελφών Watchowski, "Cloud Atlas", το γοτθικό animation του Tim Burton, "Frankenweenie", αλλά και το σινεφιλικό δημιούργημα του Christian Mungiu, "Beyond the Hills".  Για πιο ελαφριές καταστάσεις κυκλοφορεί και μια χαλαρή κωμωδία ηλικίας, με τους Meryl Streep και Tommy-Lee Jones, το "Hope Springs", ενώ κυκλοφορεί και το αριστουργηματικό "Nosferatu" (1922) του μεγάλου F.W Murnau, με αφορμή τη νεο-αναζωογονημένη μας αγάπη, απέναντι στα βαμπίρια.  Σήμερα εντούτοις, θα ασχοληθούμε με ένα ταινιάκι εξ Ιαπωνίας, το οποίο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα μια υποτιπώδη Amelie, αλλά και με την εμπλοκή χαριτωμένων, γούνινων τετράποδων: ψιψίνων φυσικά!  Btw, welcome νέε αναγνώστη : )


H Sayoko είναι μια νεαρή, μοναχική κοπέλα που ζει σε κάποια πόλη της Ιαπωνίας, η οποία συνδυάζει κάτι από αστική, κτιριακή διαμόρφωση και παραδοσιακή, ταυτόχρονα, ζωή, δίπλα στις καλαμιές, το ποτάμι και τη νωχελική καλοκαιρινή ατμόσφαιρα της εποχής.
Η πρωταγωνίστρια δεν είναι και το πιο φυσιολογικό άτομο που έχεις δει, καθώς βγάζει τα προς το ζην με έναν ενδιαφέροντα τρόπο: νοικιάζει γάτες σε ανθρώπους!  Η Sayoko όμως φροντίζει τα γατάκια της και δεν τα δίνει όπου κι όπου.  Τα άτομα τα οποία αποφασίζουν να νοικιάσουν μια γατούλα, είναι συνήθως μοναχικά και απογοητευμένα από την ίδια τη ζωή, οπότε θα έλεγε κανείς πως η νεαρή "επιχειρηματίας", τους προσφέρει μια μορφή μουστακλίδικης ψυχοθεραπείας.  Όταν μάλιστα έπειτα από το πέρας του συμφωνημένου χρόνου ενοικίασης, τα γατάκια γυρνάνε στο σπίτι, ο ψυχαναλυόμενος, έχει συνήθως λύσει το πρόβλημα του (όπως κι αν μεταφράζεται δηλαδή αυτό), με την Sayoko να υποδέχεται στο σπίτι περιχαρής, την κάθε της ψιψίνα.  Παρόλα αυτά, από την αρχή κιόλας της ταινίας, υπάρχει μια βασική αντίφαση πάνω στην οποία φαίνεται πως πατάει έτσι κι αλλιώς το συγκεκριμένο εργάκι: η Sayoko εξακολουθεί να είναι μόνη, παρέα με τις γάτες της, την ίδια στιγμή που όλοι της οι πελάτες, έχουν καταφέρει να κάνουν το επόμενο βήμα στη ζωή τους.  Και εκείνη;  Πότε θα το κάνει;


Αν και όπως έχετε καταλάβει, αρέσκομαι ιδιαίτερα στον ασιατικό κινηματογράφο (παλαιότερο και σύγχρονο), παρόλα αυτά, έχω μια τάση να βλέπω περισσότερο ταινίες νοτιοκορεατών δημιουργών (άντε και κάνα Χονγκ-Κόνγκ) και πολύ λιγότερο Κινέζων ή Ιαπώνων.  Ο λόγος μάλλον πρέπει να αναζητηθεί στον παράφορο "έρωτά" μου για τον Chan-wook Park, γεγονός που πρέπει να ξεπεράσω κάποια στιγμή, ευχαριστώ πάρα πολύ.
Στη προκειμένη περίπτωση για παράδειγμα, το "Rentaneko" είναι σκηνοθετημένο από μια Ιαπωνέζα δημιουργό, την Naoko Ogigami, για τη δουλειά του οποίου δεν έχω τη παραμικρή ιδέα.  Έτσι κι αλλιώς βέβαια, και από ότι είδα, η φιλμογραφία του είναι και από μόνη της περιορισμένη, οπότε δε μπορώ να πω με σιγουριά τι είδους σκηνοθέτρια είναι η κ. Ogigami.  Μπορώ όμως να πω σίγουρα οτι το "Rentaneko" μου θύμισε τελικά πολύ την αγαπητή μου ταινία του Park, "I'm a Cyborg but that's OK", κυρίως όσον αφορά τη φαντασιακή αναπαράσταση ορισμένων σκηνών, αλλά και του σοβαρού κοινωνικού μηνύματος που ενυπάρχει μέσα σε αυτές, και που παρά το γεγονός οτι είναι διαφορετικό, εντούτοις είναι πικρά απτό.  Και για εμένα τέτοιου είδους ταινίες που καταφέρνουν να συνδυάζουν μια γλυκόπικρη επίγευση, με δόσεις πραγματικής ζωής, είναι που αποτελούν πραγματικές, ανεξάρτητες παραγωγές, άξιες προσοχής.  Και πιστεύω οτι το "Rentacat" είναι μια τέτοια.


Στο "I'm a Cyborg but that's OK", η πρωταγωνίστρια (νεαρή και εκεί), κλείνεται σε ένα ψυχιατρείο, επειδή πιστεύει οτι είναι...cyborg.  Το θέμα μπορεί να φαντάζει χιουμοριστικό, αλλά τελικά δεν είναι, διότι η ψύχωση της Su-jeong την αποτρέπει από το να φάει και τη παραμικρή ποσότητα κανονικού φαγητού, εξαιτίας του φόβου της οτι μπορεί να βραχυκυκλώσει!  Για τον λόγο αυτό η Su, "τρέφεται" μόνο με...μπαταρίες(!), τις οποίες και γλύφει, προκειμένου να επαναφορτιστεί.
Σε τέτοια περίπου μονοπάτια κινείται και η ταινία της Ogigami, αν και εδώ η ηρωίδα δε φαίνεται να διακατέχεται από κάποιον ακραία διαταραγμένο ψυχισμό, ίσως μόνο από κάποιες προσωπικές εμμονές (βλ. γάτες), καθώς και από την αδυναμία της να κοινωνικοποιηθεί.
Ενώ η ταινία του Park, παρουσιάζει με τρόπο γλαφυρό το πρόβλημα ενός (ή και πολλών) διαταραγμένων προσωπικοτήτων που χρίζουν ιατρικής βοήθειας, καταφέρνει να ξεφύγει από τα τετριμμένα, και να δημιουργήσει ένα παραμύθι πάνω στη δύναμη της φιλίας, της αγάπης και της ανάγκης για επικοινωνία, πράγματα δηλαδή που μπορούν να βοηθήσουν καταλυτικά στην αντιμετώπιση ψυχικών νοσημάτων (σε πρώτη βάση τουλάχιστον).  Με απόλυτο σεβασμό απέναντι σε αυτό που θέλει να πει, λειτουργεί και η Ogigami, η οποία μέσα από μια γλυκιά και χαριτωμένη σκοπιά, παρουσιάζει ένα ολοένα και αυξανόμενο πρόβλημα των καιρών μας: τη μοναξιά.  Φροντίζοντας να μη μεταφέρει τη ταινία του στο άλλο άκρο, αυτό δηλαδή του μελοδράματος και της φτηνής συγκίνησης, δημιουργεί ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο τα αντικρουόμενα συναισθήματα και η ανάγκη της προσωπικής απελευθέρωσης, "καίγονται" από την άνευ ανταλλάγματος αυτοθυσία της πρωταγωνίστριας (η Sayoko δίνει, χωρίς να ζητάει τίποτα).


Η ουσία της μοναξιάς και της καθημερινής ρουτίνας, εκφράζεται έξυπνα μέσα από τη σκηνοθεσία, καθώς στην ουσία η δράση της Sayoko επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά μέσα από ένα και μόνο μοτίβο.  Η Sayoko βγαίνει με το καροτσάκι με τις γάτες στον δρόμο, διαλαλεί την ενοικιαζόμενη πραμάτεια της, κάνει τη συμφωνία με το άτομο εκείνο που θα θεωρήσει οτι πληρεί τις προϋποθέσεις της, του νοικιάζει τη γάτα και στη συνέχεια επανέρχεται στο σπίτι, μέχρι τη στιγμή που θα πάρει και πάλι το κατοικίδιό της πίσω (κάτι που γίνεται με μια τρομερή συμπύκνωση χρόνου, που μπορεί να αφήσει πολλούς να αναρωτιούνται αν τελικά τα ζωάκια παραδίδονται στους πελάτες, μόνο για μια ημέρα!).
Γυμνή από ένα υποθεσιακά, ενδιαφέρον story (δεν υπάρχει στην ουσία υπόθεση, το πράγμα εξαντλείται από τη πρώτη ενοικίαση, όπως ακριβώς και εσύ.  Αυτό όμως είναι το ζητούμενο) και βασισμένη αποκλειστικά και μόνο στην αμελί-στικη παρουσία της Mikako Ichikawa, το "Rentaneko" είναι μια ταινία την οποία είναι σίγουρο οτι θα απολαύσεις, αν σου αρέσει δηλαδή αυτό το είδος της quirky, ανεξάρτητης ταινίας. 
Η αλήθεια είναι πως αυτή η καθημερινή λούπα της Sayoko και η επιφανειακή τελικά επαφή της με τους πελάτες της (οι οποίοι με τη σειρά τους βιώνουν τη δική τους μοναξιά και αποτελούν διάφορα μέλη μιας κοινωνίας, από την ηλικιωμένη γυναίκα, και τον παντρεμένο οικογενειάρχη, μέχρι την εξίσου νεαρή εργένισσα), αποτελεί και το ηθικό δίδαγμα του σκηνοθέτη.  Αν δηλαδή κάποιος δεν αντιληφθεί σε πρώτη φάση από μόνος του, το γεγονός οτι έχει ανάγκη από μια συντροφική βοήθεια, τότε είναι πολύ δύσκολο να βρεθεί λύση σε αυτό που τον ταλανίζει, γιατί απλά δεν έχει ακόμα βρει τι είναι αυτό.  Για παράδειγμα στην ταινία, όλοι αντιλαμβάνονται το πρόβλημα της μοναξιάς τους, γιατί αποφασίζουν να κάνουν κάτι γι' αυτό και συγκεκριμένα να νοικιάσουν μια γάτα.  Η Sayoko αποτελεί στην ουσία τον μεσάζοντα για τη "θεραπεία" αυτών των ανθρώπων, οχι όμως και για τη δική της, καθώς από εκείνη λείπει η συνειδητοποίηση της κατάστασής της και άρα, η γνώση.  Εκείνοι που την έλαβαν, πέρασαν στο επόμενο στάδιο της ζωής τους.  Οχι όμως και η νεαρή ηρωίδα μας.


Η σκηνοθεσία της Ogigami είναι γεμάτη ζεστά χρώματα και φως, γεγονός που έρχεται κόντρα με την κατά τα άλλα προβληματική καθημερινότητα της Sayoko, αλλά αυτή είναι και η ανάγκη του σκηνοθέτη, να μας παρουσιάσει δηλαδή μια ταυτόχρονα εναλλακτική, αλλά και τόσο πιστά στα προβλήματα των καιρών μας, πραγματικότητα.
Το τοπίο της ταινίας το οποίο παραπέμπει σίγουρα σε μια διαφορετική, χρονική εποχή, προσδίδοντας μια σταλιά αναγκαίας ντεκαντάνς (και κιτς, αν κρίνουμε από το παλαβιάρικο ντύσιμο της πρωταγωνίστριας), βοηθάει στο να δημιουργηθεί το κατάλληλο περιβάλλον, μέσα από το οποίο ο θεατής θα αρχίσει να αναρωτιέται σχετικά με το αν στη τελική, πρόκειται για ένα εντελώς διαφορετικό, χωροχρονικό κομμάτι, μέσα στη φυσιολογική ροή του χρόνου όπως τον ξέρουμε.
Παραπέμποντας την ίδια στιγμή σε κάτι το ονειρικό, αλλά και σε κάτι το καθημερινά επίπονο, το "Rentaneko" ενδύεται το κοστούμι της χιουμοριστικής ταινίας, τη στιγμή που ξεκάθαρα είναι κάτι ολότελα διαφορετικό.  Αξίζει να του ρίξετε μια ματιά αν μη τι άλλο για την όμορφη σκηνοθεσία, τις ζεστές ερμηνείες και την ειλικρίνεια που βγάζει.

Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι ο ανανάς είναι σίγουρα μια πρωτότυπη επιλογή για το ιερό/βωμό της γιαγιάς σου, οτι τα ιαπωνέζικα τζιτζίκια ακούγονται το ίδιο, ακόμα και στο Lineage(!!) και οτι η γυναίκα που συνεχώς "της την λέει" από την διπλανό κήπο, δεν είναι γυναίκα.  Είναι κυριούλης, ο οποίος μάλιστα έχει παίξει και σε ταινίες του Park. Χα!

No trivia


Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2012

Fa yeung nin wa (a.k.a In the Mood for Love): We won't be like them

Καλημέρες, καλημέρες!  Τετάρτη σήμερα και από αύριο έχουμε μια ουσιαστικά, νέα ταινία που βγαίνει στις αίθουσες, κι αν μάλιστα δεν είστε fan, καλύτερα να το αφήσετε.  Η Bella, ο Edward και ο Jacob, επιστρέφουν για το τελευταίο μέρος του "The Twilight Saga", "The Breaking Dawn-Part 2", κλείνοντας έτσι μια και καλή το όραμα; της συγγραφέως Stephanie Meyer, σχετικά με τη μεταφορά του βαμπιρικού love story της, στον κινηματογράφο.  Αν πάλι δεν είστε και πολύ θερμοί οπαδοί της ελαφριάς βαμπιρολαγνείας, τότε μπορείτε να επισκεφθείτε τον ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟ για μια πολύ καλή δόση "Monsieur Lazhar" ή να πάτε να δείτε τελικά το "The Hunt" που τόσο καιρό σας πρήζω και πιστέψτε με, αξίζει τα λεφτά του.  Στα καθ'ημάς, σήμερα το menu έχει κάτι από Ανατολή στα καλύτερά της (θα μου πείτε και πότε δεν ήταν;).  Το "In the Mood of Love" είναι μια ήπιων τόνων ιστορία αγάπης, με εξαιρετική σκηνοθεσία, υπέροχη ατμόσφαιρα και λιτές, αλλά ταυτόχρονα απόλυτα δυναμικές ερμηνείες.  Μια ταινία που πρέπει να δείτε σίγουρα...


Βρισκόμαστε στο Χόνγκ Κόνγκ του 1962.  Δυο ζευγάρια μετακομίζουν την ίδια στιγμή σε δυο γειτονικά διαμερίσματα, τα οποία (εκείνη την εποχή τουλάχιστον), διέθεταν κοινούς, τη κουζίνα, αλλά και άλλους χώρους.  Αυτομάτως ο σκηνοθέτης καθιστά έντονη τη παρουσία, της όμορφης Mrs. Chan (Maggie Cheung) και του εκλεπτυσμένου Mr. Chow (Tony Leung Chiu Wai), οι οποίοι από την πρώτη στιγμή θα αρχίσουν να αναπτύσσουν έναν ενδιαφέροντα δεσμό, κυρίως μέσα από το βλέμμα.  Όταν οι υποψίες τους, σχετικά με την εξωσυζυγική σχέσει των συζύγων τους (οι οποίοι τα έχουν μπλέξει μεταξύ τους), επιβεβαιωθεί και από τους δυο, τότε το πρωταγωνιστικό μας "ζευγάρι" θα οδηγηθεί στα δικά του ερωτικά μονοπάτια, συνάπτοντας σχέση μεταξύ τους, αλλά με μια διαφορά: η δική τους σχέση είναι οριοθετημένη και ελεγχόμενη.  Ένα ελεγχόμενο πάθος θα έλεγε κανείς.  Και αυτό είναι που στην ουσία θα ορίσει τις ζωές και των δυο για πάντα.


Ο Kar Wai Wong, είναι ένας Κινέζος σκηνοθέτης, με πολλές ταινίες στο ενεργητικό του, οι περισσότερες εκ των οποίων έχουν χαρακτηριστεί ως μικρά αριστουργήματα, κερδίζοντας το ένα βραβείο μετά το άλλο, στα διάφορα κινηματογραφικά φεστιβάλ ανά τον κόσμο.  Η αλήθεια είναι βέβαια πως το " Ιn the Mood for Love", έχει χαρακτηριστεί από τους περισσότερους, ως η καλύτερη στιγμή της καριέρας του, και οχι τυχαία, καθώς έχει καταφέρει να συνδυάσει τόσο τη φόρμα, όσο και το περιεχόμενο του έργου του, με έναν τρόπο μοναδικό και απόλυτα αισθαντικό.  Στις νεότερές του ταινίες, όπως οι "2046" και "My Blueberry Nights", ο Wai μοιάζει να έχει απομακρυνθεί από το φορμαλιστιστικό του στοιχείο, επικεντρώνοντας γραφή και σκηνοθεσία, περισσότερο στο περιεχόμενο και το story του film.  Χωρίς να είναι απαραίτητα κακό αυτό, φαίνεται εντούτοις πως έχει χάσει κάπου το στοιχείο εκείνο, που καθιστούσε ταινίες όπως το "In the Mood For Love", σημειολογικές και αλληγορικές αναπαραστάσεις της ανθρώπινης κατάστασης, μέσα από τα σκηνοθετικά του τεχνάσματα.  Μένει να δούμε αν με τη νέα του ταινία, "The Grandmasters" την οποία οι fan περίμεναν για καιρό, θα μπορέσει να επανακάμψει όσον αφορά το καθαρό κομμάτι της συμβολικής του φόρμας.  Μέχρι τότε, μπορούμε να ασχοληθούμε με τη σημερινή μας ταινία, η οποία είναι τόσο πλούσια καλλιτεχνικά, ώστε η κάθε της σκηνή, η κάθε τοποθέτηση των ηρώων, η κάθε κουβέντα που θα πουν, αποτελεί μέγιστο κοινωνό νοήματος.  Και αυτό είναι πραγματικά "αποκαλυπτικό".


Η ουσία και η πρωτοτυπία αν θέλετε του "In the Mood for Love", έγκειται σε δυο, βασικά χαρακτηριστικά του: πρώτον, οτι η γνωριμία των ηρώων γίνεται οχι με το σπάσιμο των κωδικών ηθικής, αλλά με το ακριβώς αντίθετο.  Με το μη σπάσιμο.  Στην ουσία μπορεί να μιλάμε για ένα παράνομο ζευγάρι, το γεγονός όμως οτι δε πατούν ποτέ έξω από την αυστηρά καθορισμένη συμπεριφορά τους, αλλά ζουν έναν έρωτα δικών τους, ασφαλιστικών δικλείδων, δίνει αν μη τι άλλο αμέσως την εικόνα ενός πάθους υπαρκτού, αλλά κεκαλυμμένου.  Το δεύτερο είναι, πως τα πάντα παίζονται μέσω του βλέμματος, και εδώ ο Wai πετυχαίνει διάνα για έναν πολύ απλό λόγο.  Ο ίδιος ο πυρήνας του κινηματογράφου, είναι το βλέμμα.  Συνεπώς η ταινία είναι βγαλμένη μέσα από τις κοινά αποδεκτές νόρμες του σινεμά.
Εξίσου πιστός σε αυτό που κάνει παραμένει και όταν αποφασίζει να προβεί σε ένα κλασικό σπάσιμο, κινηματογραφικού κώδικα, το οποίο για τη Δύση, είναι μάλλον απαγορευτικό.  Σαν γνήσιος ασιάτης όμως, ο Wai, αποφασίζει οτι το "πήδημα του άξονα" (η αλλαγή θέσης της κάμερας από τη μια πλευρά, στην άλλη, η οποία οδηγεί στην οπτική σύγχυση του θεατή) του ταιριάζει, από τη στιγμή μάλιστα που ενδιαφέρεται για την αισθητική του καδραρίσματός του.  Για ακόμη μια φορά, η φόρμα κυριαρχεί.
Εκτός από τη γοητευτική, αλλά και κάπως καταθλιπτική διάσταση που παίρνει στα μάτια μας η εικόνα ενός σκοτεινού Χονγκ Κόνγκ, γεμάτου όμως από πορφυρά χρώματα, ημίφως και βροχή, ο σκηνοθέτης μας καθιστά απλούς παρατηρητές της ιστορίας του, γεγονός που εξυπηρετείται ιδανικά, από την θέση της κάμερας, η οποία λειτουργεί πάντα ως ένα τρίτο πρόσωπο, κινηματογραφώντας τις καταστάσεις, με μάτι ουδέτερο και ξένο.  Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το γεγονός, οτι μέσα στο διαμέρισμα η κάμερα παραμένει σταθερά στον διάδρομο, χωρίς ποτέ να βλέπουμε τα δωμάτια των ηρώων, αλλά ούτε και τους έτερους συζύγους, τους οποίους βλέπουμε μόνο κατακερματισμένους (μια πλάτη, ένα χέρι, μια μέση).  Ο λόγος;  Μα για τον Wai δεν έχει σημασία.  Οτιδήποτε περιττό ή οτιδήποτε υπονοείται, δεν έχει αυτούσιο λόγο ύπαρξης μέσα στη ταινία του.  Το δέσμιο love story έχει τον πρώτο λόγο.


Ο off screen χώρος και η συμπύκνωση του χρόνου, επιτελούν τον δικό τους ρόλο στην ταινία, καθώς ο Wai, απολαμβάνει να μας παρουσιάζει την ιστορία του, μέσα από καθαρά, κινηματογραφικούς τρόπους.  Το off screen (κυρίως ακούμε τους συζύγους να μιλούν, ενώ την ίδια στιγμή βλέπουμε το πρωταγωνιστικό μας ζευγάρι σε πρώτο πλάνο) εξυπηρετεί στην εικαστικότητα της ταινίας, αλλά και στην συμβολική αναπαράσταση της αξίας των βοηθητικών ηρώων.  Οι άπιστοι σύζυγοι δεν χρειάζεται να φανούν ποτέ, επειδή ακριβώς πέρα από την ύφανση του κινήτρου που οδηγεί σιγά σιγά τους ήρωες μας σε μια δική τους σχέση, δεν επιτελούν κανέναν άλλο σκοπό.  Όσο για τη συμπύκνωση του χρόνου, αυτό επιτυγχάνεται με διάφορους τρόπους, από το σβήσιμο της εικόνας, και το εκπληκτικό μοντάζ, μέχρι τις εναλλαγές των ονειρεμένων φορεμάτων της πρωταγωνίστριας (46 στον αριθμό παρακαλώ, αν και δε φορέθηκαν όλα στη ταινία), προσδίδοντας την δική του, εικαστική πινελιά.
Το "In the Mood for Love" είναι τελικά μια ταινία για την μοναξιά, γεγονός που προδίδεται μέσα από το βλέμμα (όπως είπαμε και παραπάνω), τη λουπαριστή, μουσική επένδυση, ακόμα και το slow motion (μια ακόμη φορμαλιστική χρήση μέσα στη ταινία), και γενικώς με τη χρήση καθαρά φιλμικών μέσων.  Ο Wai δεν καταφεύγει σε φτηνούς μελοδραματισμούς προκειμένου να κατανοήσουμε τη φύση του ερωτικού story των πρωταγωνιστών, αλλά αρκείται να μας υπενθυμίσει σε στιγμές οτι η εποχή και η απιστία, δε μπορούν να συμβαδίσουν.  Το τραγικό μιλάει από μόνο του, οι πληροφορίες παραμένουν πίσω από την κουρτίνα και ο θεατής καλείται να τις ανακαλύψει σταδιακά μόνος του.  Και να οδηγηθεί και αυτός στην όποια λύτρωση αποζητούν οι ήρωες.


Οι ερμηνείες των κεντρικών ηρώων πατούν στο mute, και παραμένουν χωρίς τα δακρύβρεχτα ξεσπάσματα, ψύχραιμες και περιεκτικές.  Είναι όμως ταυτόχρονα προσεγμένες μέχρι και την παραμικρή λεπτομέρεια.  Από το στήσιμο και την ενδυματολογική τους φροντίδα, μέχρι τους διαλόγους και το βλέμμα, τα πάντα λειτουργούν εξυπηρετικά για το story, αλλά και για την πρόκληση του βαθύτερου συναισθήματος.
Όπως καταλαβαίνετε η σκηνοθεσία είναι υψηλής ποιότητας, με πολλά ακόμη σκηνοθετικά ευρήματα, ένα εκ των οποίων είναι και η ύπαρξη θεατρικών στοιχείων, σε σκηνές κατά τις οποίες το παράνομο ζευγάρι, υποδύεται τους αντίστοιχους συζύγους(!), σε μερικές από τις πιο ευφυείς σκηνές της ταινίας.  Ο Wai έχει τη δυνατότητα σαν άλλος μάγος του κινηματογράφου να σε παρασύρει και να σε μπερδεύει, κάνοντάς σε να πιστέψεις αυτά που ο ίδιος θέλει.  Μέχρι δηλαδή το επόμενο πλάνο οπού αναφωνείς "ααααα, δεν ήταν αυτός".  Οχι, δεν ήταν.
Αυτό το εύρημα της θεατρικής παράστασης μέσα στην ταινία, είναι που δίνει στην τελική το ζητούμενο twist σε αυτό το love story, πετυχαίνοντας να το ξεχωρίσει από πολλά ακόμη ρομάντζα τα οποία έχουμε δει, και τα οποία πατούν πάνω σε παραδοσιακά, ξενέρωτα μονοπάτια.
Το "In the Mood for Love" είναι μια εξόχως δομημένη ταινία, αν και μοιάζει να προορίζεται περισσότερο για τις πιο σινεφιλίδικες καρδιές.  Παρόλα αυτά, αν της δώσετε μια ευκαιρία, είναι σίγουρο οτι θα σας αποζημιώσει και με το παραπάνω.  Αισθαντικό, επίπονο και τόσο γοητευτικό, είναι ένα film που θα μιλήσει τόσο στη καρδιά, όσο και στο μυαλό σας.  Το ιδανικό δηλαδή.

 Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι το τέλος είναι υπέροχο, οτι τα φορέματα επίσης και οτι τώρα περιμένω με αγωνία την καινούρια ταινία του Wai, για να δω αν έχει μεγαλουργήσει και εκεί.



 TRIVIA
  • Η ταινία χρειάστηκε 15 μήνες προκειμένου να ολοκληρωθεί.
  • Το μακιγιάζ και το ντύσιμο της πρωταγωνίστριας χρειαζόταν καθημερινά γύρω στις 5 ώρες!
  • Το νούμερο του δωματίου στο οποίο έμενε ο ήρωας στο ξενοδοχείο είναι 2046.  Η επόμενη δηλαδή ταινία του Wai.
(ΠΗΓΗ IMDB)

Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2012

Spring, Summer, Fall, Winter...and Spring: Human and Nature

Καλημέρα και καλή εβδομάδα να'χουμε!  Όσοι από εσάς έχετε αποδράσει κατά Θεσσαλονίκη μεριά, με αφορμή το 53ο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ, καλά να περνάτε, αν και αυτό είναι το μόνο σίγουρο αν κρίνω από το πρόγραμμα τους φεστιβάλ.  Για όλους τους υπόλοιπους που ξεμείναμε εδώ, άντε να πούμε για καμιά ταινία να περάσει και η ώρα πιο δημιουργικά, γιατί πάλι του απαλεύτου είναι τέτοιες μέρες-ειδικά δηλαδή όταν τις ξεκινάς προσπαθόντας να βρεις δουλειά, και κλασικά, δε βρίσκεις τίποτα.  Έτσι για να πνίξω και εγώ τον πόνο μου (πολύ μελούρα έπεσε), είπα να ασχοληθώ με μια ταινία πιο σινεφίλ και στοχαστική, σε σχέση τουλάχιστον με όσες ανέβασα τη περασμένη εβδομάδα.  "Spring, Summer, Fall, Winter...and Spring" λοιπόν.


Το πότε και το ακριβές που, δεν έχουν καμία σημασία, σε αυτή την διδακτική ταινία του Κορεάτη σκηνοθέτη, Kim-ki Duk, η οποία σκιαγραφεί με τον πιο νατουραλιστικό και παραδοσιακά θρησκευτικό τρόπο, το ανθρώπινο ταξίδι μέχρι και τη στιγμή της ύψιστης, προσωπικής απελευθέρωσης: της νιρβάνα.
Σε μια λίμνη στη μέση του πουθενά, βρίσκεται ένας πλωτός ναός, πάνω στον οποίο κατοικεί ένας σεβάσμιος Δάσκαλος του Βουδισμού, και ένα πιτσιρίκι το οποίο μαθητεύει κοντά του, με στόχο-φανταζόμαστε-να πατήσει μια μέρα στα χνάρια του Δασκάλου του, και να φτάσει στην ατομική του φώτιση, μέσω της εναρμόνισής του με τη Φύση.
Και ενώ οι εποχές περνούν, και το παιδί μετατρέπεται σε έφηβο, η σαρκική λαγνεία θα κάνει ισχυρή την εμφάνισή της, υπό τη μορφή μιας νέας κοπέλας που επισκέπτεται τη μονή, προς αναζήτηση γιατρειάς για την "ασθένεια" που κουβαλάει.  Ο νεαρός πια μοναχός, θα έρθει αντιμέτωπος με τα πρωτόγονα ένστικτά του, με τρόπους που πάνε κόντρα στις διδαχές του ασκητισμού και την ίδια την ιδέα του Βουδισμού.  Και οι εποχές περνάνε...


Για τον Kim-ki Duk, είχαμε πει μερικά πράγματα αρκετό καιρό πριν, όταν είχα ανεβάσει στο blog μια ακόμη ταινία του, και συγκεκριμένα το σοκαριστικό "Bad Guy".
Ο Duk, διατηρώντας μια κλασικά arthouse καριέρα ήδη από τη δεκαετία του ΄90, αποτελεί μέχρι και τις μέρες μας, ένα από τα πιο δυνατά, κινηματογραφικά ονόματα που έχει να επιδείξει η Νότια Κορέα, μετρώντας 18 ταινίες στο ενεργητικό του, στις περισσότερες από τις οποίες εκτελεί παράλληλα χρέη παραγωγού και σεναριογράφου.
Η πιο πρόσφατη δουλειά του, "Pieta", κέρδισε στο φετινό φεστιβάλ της Βενετίας, τον Χρυσό Λέοντα, και όπως όλα δείχνουν ο Duk έχει ακόμη ψωμί να δώσει στους απανταχού λάτρεις των ταινιών του.
Βέβαια το να αποτελεί κανείς υποστηρικτή της δουλειάς του συγκεκριμένου σκηνοθέτη, είναι ταυτόχρονα μια απολαυστική, αλλά και μυσταγωγική εμπειρία, κυρίως γιατί ο Duk είναι από εκείνους τους δημιουργούς που δεν αφήνει στις ταινίες του, τίποτα στη τύχη.  Από το καδράρισμα του περιβάλλοντα χώρου, το στήσιμο των ηθοποιών του, την απουσία, πολλές φορές, της πρόζας, και την χρήση της μουσικής, μέχρι τη χρήση των συμβόλων, την εικαστικότητα των πλάνων του και την παραβολική διάθεση όσον αφορά το περιεχόμενο της ιστορίας του, ο Duk είναι ένας μεγάλος, σύγχρονος δημιουργός επειδή σου δίνει τη δυνατότητα να μιλήσεις για τη ταινία του, να εντοπίσεις πράγματα, κρυμμένες αναφορές ή και απροκάλυπτες παραπομπές σε οικουμενικά θέματα, όπως αυτά της θρησκείας, της πίστης, της ανθρώπινης ύπαρξης και της Φύσης.  Πράγματα δηλαδή τα οποία στο "SSFWAS" (a.k.a Spring, Summer, Fall, Winter...and Spring) αποτελούν το ζουμί.  Και είναι μπόλικο.


Ο Βουδισμός είναι ίσως η μοναδική θρησκεία στην οποία η εναρμόνιση του ατόμου με τη Φύση, είναι τόσο πρωταρχικής σημασίας, προκειμένου το άτομο, να καταφέρει να αγγίξει την υπέρτατη πνευματική κατανόηση, και να φτάσει έτσι στη πλήρη φώτιση, μέσω μιας καθαρά διαλογιστικής κατάστασης.  Στη προκειμένη περίπτωση ο Duk, χρησιμοποιεί με τρόπο έξυπνο την έννοια της θρησκείας και των εποχών, προκειμένου να αποτυπώσει με τρόπο κινηματογραφικό το ταξίδι προς την ενηλικίωση του νεαρού πρωταγωνιστή, καθώς και οτι συνεπάγεται αυτό. 
Η ταινία ξεκινάει με την 'Ανοιξη, και μια πόρτα που ανοίγει, προκειμένου να μπούμε σιγά σιγά στον πνευματικό κόσμο του Βουδισμού.  Η πόρτα αποτελεί στην ουσία την απαρχή μιας υπερβατικής ιστορίας, μιας παραβολής, η οποία έχει ως στόχο να διδάξει, να καταστήσει βιωματική την έννοια της Γνώσης και να πει σε εμάς τους θεατές ένα παραμύθι, σχετικά με τη πορεία ζωής του πρωταγωνιστή.  Και όπως όλα τα παραμύθια, δεν έχει χώρο, ούτε χρόνο, αλλά μοιάζει να είναι περισσότερο αρθρωμένη μέσα σε έναν εξω-πραγματικό και εντελώς αλληγορικό κόσμο, απογυμνωμένη από κάθε τι κοσμικό και επίπλαστο.  Άνθρωπος και Φύση πρέπει να είναι ένα.  Είναι όμως;
Η συζήτηση σχετικά με το "φαίνεσθαι" και το "είναι", είναι τεράστια, και δε θα μπούμε σε τέτοια λημέρια, αξίζει όμως να τονίσουμε οτι η ταινία του Duk είναι ακριβώς αυτό: παρουσιάζεται ως μια αφηγηματική ιστορία, που είναι όμως το παραμύθι της μύησης του ανθρώπου στη ζωή, και το γεγονός μάλιστα οτι ο σκηνοθέτης, χρησιμοποιεί το εύρημα της εναλλαγής των εποχών για να δηλώσει τόσο το πέρασμα του χρόνου, όσο και για να τονίσει την εικαστικότητα των σκηνών, είναι κάτι παραπάνω από ευφυές.  Είναι καταλυτικό για την αξία της ταινίας.

 

Όπως είπαμε και πριν, τίποτα δεν είναι τυχαίο, πράγμα που επιβεβαιώνεται από τα πρώτα κιόλας λεπτά της ταινίας, στα οποία βλέπουμε την παιδική ηλικία του ήρωα, να "εκπροσωπείται" από την Άνοιξη.  Πρόκειται για την αναγέννηση και την απόκτηση γνώσης του χαρακτήρα, μέσω της πιο ζωη-κής εποχής του χρόνου.  Μέσα εκεί ο μικρός, γίνεται κοινωνός της γνώσης, η άγνοιά του σχετικά με την Φύση-την τάξη της οποία διαταράσσει, υποκινούμενος από τη παιδική του αφέλεια-και τον κόσμο παύει να υπάρχει και συνεπώς, οποιαδήποτε άλλη "αμαρτία" του επιφυλάσσεται για το μέλλον, είναι πια διπλά κολάσιμη.  Ο λόγος;  Μα φυσικά το γεγονός οτι έχει πλέον γνωρίσει την έννοια του θανάτου, αντιλαμβάνεται το σωστό και το λάθος, και συνεπώς, όποιο μελλοντικό παραπάτημα θα σημαίνει οτι έχει γίνει πλέον εις γνώσιν του.
Αμέσως μετά, ακολουθεί το Καλοκαίρι (με ένα μόνο πέρασμα, δηλώνεται και η συμπίεση του χρόνου) στο οποίο ο πιτσιρικάς έχει φτάσει στην εφηβεία, με το σαρκικό του ένστικτο να αρχίζει να κοχλάζει (ο νεαρός, παρακολουθεί με μεγάλο ενδιαφέρον δυο φίδια να ερωτοτροπούν).  Λίγο αργότερα βλέπει μια κοπέλα, μαζί με τη μητέρα της, να πλησιάζουν τη μονή.  Και πάλι όμως το γεγονός οτι ο ήρωας τις παρακολουθεί να έρχονται, έχοντας σκαρφαλώσει πάνω σε μια τεράστια, πέτρινη φιγούρα του Βούδα, δηλώνει μόνο ένα πράγμα (διόλου τυχαίο φυσικά) : ακόμα και έτσι, η σαρκική του λαχτάρα είναι οριοθετημένη, υπό το άγρυπνο βλέμμα του Πεφωτισμένου Θεού.  Η λογοκρισία (εκ του Δασκάλου) είναι αναπόφευκτη, αλλά παράλληλα αποδεκτή, μιας που ο Βουδισμός επιτρέπει τη νιρβάνα, μέσω της σεξουαλικής επαφής.  Όταν μάλιστα αυτή τοποθετείται μέσα στη Φύση, όπως εδώ, τότε η σεξουαλική συνεύρεση, παύει να είναι μόνο ένστικτο, αλλά εμπεριέχεται πλέον σε αυτή και η δύναμη της αρχέγονης, και αιώνιας Φύσης (π.χ το νερό, παραπέμπει στη διαρκή ροή και στην αέναη αναγέννηση, υπερτονίζοντας τη σημασία του έρωτα μέσα στη ταινία, στο πλαίσιο όμως του ταξιδιού του πρωταγωνιστή, μέσα στη ζωή και τα παθήματα που γίνονται μαθήματα).


Άνοιξη-παιδί, Καλοκαίρι-έφηβος, Φθινόπωρο-νεαρός άνδρας, Χειμώνας-ώριμος άνδρας, Άνοιξη-παιδί.  Ακόμα και από τον τίτλο, μπορεί κανείς να βγάλει το συμπέρασμα οτι η ταινία του Duk είναι τελικά μια ελεγεία πάνω στον κύκλο της ζωής και την αδιατάρακτη δύναμη της Φύσης, η οποία υπήρχε πολύ καιρό πριν την εμφάνιση του ανθρώπου πάνω στη Γη, και θα εξακολουθήσει να υπάρχει ακόμη και μετά τον θάνατό μας.
Εκτός από το ταξίδι ζωής, μέσω των βουδιστικών διδαχών, ο Duk (ο οποίος υποδύεται την "τελευταία" ηλικία του ήρωα, όπως βλέπεις στη πιο πάνω φωτογραφία) θέτει πανανθρώπινα ζητήματα (όπως ο θάνατος και η πάλη με τις ενοχές) μέσα από την ταινία του, η οποία αποτελεί στην κυριολεξία ένα έργο τέχνης, τόσο χάρη στο περιεχόμενό της, όσο και στη σκηνοθεσία της, η οποία παραπέμπει ευχάριστα στους πίνακες των αναγεννησιακών ζωγράφων (οι αντικατοπτρισμοί στο νερό, οι κάθετοι κορμοί των δέντρων και το οριζόντιο, πράσινο τοπίο στο φόντο, τα άλλοτε ψυχρά και άλλοτε θερμά χρώματα, όλα συνηγορούν σε μια οπτική πανδαισία με περιεχόμενο.  Η τέχνη κάνει κύκλους, όπως ακριβώς και η ζωή, γιατί η τέχνη είναι ζωή και τούμπαλιν.)
Ως προς τη σκηνοθεσία, ο Duk επιλέγει μια πιο αποστασιοποιημένη ματιά, τοποθετώντας τη κάμερά του μακριά από τα πρόσωπα των ηρώων, στερώντας από εμάς-επίτηδες προφανώς-τις στομφώδεις και μελοδραματικές τους εκφράσεις, οι οποίες θα αποτελούσαν αναπόσπαστο κομμάτι μιας δυτικής ταινίας.  Οχι όμως εδώ.  Η Φύση δεν ενδιαφέρεται για τα ανθρώπινα δράματα, και ο Duk το καθιστά ξεκάθαρο αυτό, με τη χρήση μακρινών λήψεων, μέσω των οποίων το άτομο μοιάζει σαν μια μικρή, ανεπαίσθητη κουκκίδα, στην οργιαστική χλωρίδα του κόσμου.  Το άτομο μηδενίζεται, το σαρκίο απογυμνώνεται του πνεύματός του, και ο υπέρτατος στόχος είναι η ένωση και η ολοκληρωτική εναρμόνιση με τη Φύση και άρα τον Θεό.
Εκτός από την όποια, ρεαλιστική δράση των ηρώων στα πλαίσια της ιστορίας, ο Duk φροντίζει να την ντύνει και με έναν μεταφυσικό μανδύα, που καθιστά την ιδέα περί παραβολής, ακόμα πιο αισθητή.  Υπάρχουν σκηνές, οι οποίες δε μπορούν να εξηγηθούν λογικά, όπως το οτι ο πλωτός ναός μοιάζει να κινείται διαρκώς, χωρίς όμως ποτέ να φεύγει από τη θέση του (η ασταμάτητη πορεία των πραγμάτων, η ροή του νερού αλλιώς), το γεγονός οτι ο δάσκαλος παρακολουθεί τον μικρό μαθητή, χωρίς να εξηγείται το πως πέρασε τη λίμνη, αφού ο μικρός είχε πάρει τη βάρκα ή ακόμα και η επιστροφή της βάρκας από μόνη της, στον ναό.
Το "Spring, Summer, Fall, Winter...and Spring" είναι μια ωδή πάνω στην ίδια τη ζωή.  Μέσα από μια αλληγορική ματιά, ο Duk διηγείται τον αιώνιο αγώνα του ανθρώπου να φτάσει στη Κάθαρση, έχοντας για εργαλείο τα γραπτά και τις προσευχές του Βουδισμού, μέσω των οποίων μπορεί κάποιος να οδηγηθεί στην ύστατη απελευθέρωση από τα δεσμά του κόσμου, μόνο αφού βιώσει τον προσωπικό του Γολγοθά.  Η ανάβαση είναι σκληρή, η ανταμοιβή όμως αιώνια.  Ακριβώς δηλαδή όπως και το βλέμμα του αγάλματος στο τέλος, που αντικρίζει ολόκληρη τη πλάση.  Αιώνιο.

Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι το σκηνικό είναι φτιαγμένο και η λίμνη τεχνητή, εδώ και χρόνια (O_O), οτι ο σκύλος που συμβολίζει τη πίστη και η γάτα τη πανουργία, παίζουν τους δικούς τους ρόλους και οτι το κλείσιμο της ταινίας, είναι εξαίσιο.


No trivia

Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου 2012

The Secret World of Arietty: The 'children' of the underfloor

Καλησπέρα σε όλους και πάλι.  Αν και χθες δε πρόλαβα να ανεβάσω ταινιούλα, είπα να το κάνω σήμερα, έτσι για να μη φεύγουμε και πολύ από το πρόγραμμά μας.  Αποφάσισα λοιπόν να συνεχίσω τον Σεπτέμβρη, με μια ταινιούλα που είδα το καλοκαίρι, και που πραγματικά με εντυπωσίασε με την απλότητά των τόσο σοβαρών, αλλά και τόσο κατανοητών, ηθικών και ανθρώπινων μηνυμάτων της.  Μιλάω βεβαίως για το "The Secret World of Arietty", ένα γιαπωνέζικο animation, από αυτά που αγαπάμε πάντα να βλέπουμε.  Κι αν αναρωτιέστε αν αξίζει τον κόπο, σας λέω οτι αξίζει.  Here we go.


Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα αγόρι που το έλεγαν Sho.  O Sho λοιπόν (για να μιλήσουμε και σε ενεστωτικό χρόνο) είναι ένα παιδί, λίγο διαφορετικό από τα άλλα, μιας που υποφέρει από καρδιακά προβλήματα, τα οποία τον καθιστούν ανίκανο να τρέξει, να παίξει και να ζήσει σαν ένα φυσιολογικό παιδί.  Για τον λόγο αυτό, αποφασίζεται να επισκεφθεί το σπίτι της θείας του στην εξοχή, προκειμένου να προετοιμαστεί μέσα στη γαλήνη και την ησυχία του πράσινου κόσμου γύρω του, για την επερχόμενη, δύσκολη εγχείρηση στην οποία θα πρέπει να υποβληθεί.
Από την πρώτη μέρα κιόλας που πατάει το πόδι του στο πατρικό της μητέρας του και νυν σπίτι της θείας Shadako, θα έρθει αντιμέτωπος με μια περίεργη, μικροσκοπική οικογένεια που όπως θα αντιληφθεί, ζει κάτω από το πάτωμα του σπιτιού!  Πιο συγκεκριμένα, ο Sho, θα γνωρίσει την περιπετειώδη κόρη της οικογένειας Clock, Arietty, η οποία κάνει τα πρώτα της βήματα ως "borrower".  Και τι είναι αυτό;  Είναι απλό.  Η οικογένειά της, δανείζεται ένα σωρό πράγματα από το σπίτι, προκειμένου να μπορέσει και εκείνη με τη σειρά της να ζήσει.  Κύβοι ζάχαρης, σπάγκος και ψίχουλα ψωμιού, είναι μερικά μόνο από τα-μικροσκοπικά για εμάς, τεράστια σε ποσότητα για εκείνους-αντικείμενα, που κάνουν την καθημερινότητά τους ευκολότερη.  Τι γίνεται όμως όταν η Arietty καταλάβει οτι η κάλυψή τους έχει προδοθεί και οτι επιπλέον, η υπηρέτρια του σπιτιού, ξεκινάει έναν αγώνα προκειμένου να ξετρυπώσει την τοσοδούλικη οικογένειά της, και να καρπωθεί τη 'δόξα' του ευρήματός της;  Και τελικά, ο Sho, είναι ένας ακόμη από εκείνους τους ανθρώπους που θέλουν το κακό της, ή ένας πραγματικός φίλος;


Η ταινία αποτελεί μεταφορά της νουβέλας "The Borrowers", τη Βρετανίδας συγγραφέως για παιδιά, Mary Norton και παρά το γεγονός οτι το γνωστό σε όλους μας, Studio Chibli, ήθελε να προχωρήσει σε μια μεταφορά του συγκεκριμένου βιβλίου εδώ και...σαράντα χρόνια(!), τελικά κατάφεραν να οδηγήσουν την ιστορία σε παραγωγή, μόλις το 2009.
Αν και έχουμε συνηθίσει τον Hayao Miyazaki στον ρόλο του σκηνοθέτη, τέτοιων εντυπωσιακών, animation προσπαθειών, εντούτοις η συγκεκριμένη ταινία αποτελεί σκηνοθετικό προϊόν του animator, Hiromasa Yionebayashi, ο οποίος είχε συνεργαστεί με τον Miyazaki και για άλλα animation, όπως τα αγαπημένα μας πια, "Howl's Moving Castle", "Ponyo" και "Spirited Away".  Στη προκειμένη περίπτωση ο Miyazaki κράτησε τον ρόλο του production planner.
Παρά το γεγονός οτι η αναγνωρισιμότητά του, δεν έφτασε εκείνη άλλων κλασικών, japanese παραγωγών όπως το "Princess Mononoke" ή το "Spirited Away" που απευθύνονται έτσι κι αλλιώς, και σε λίγο μεγαλύτερα 'παιδιά', κατάφερε εντούτοις να σκοράρει παγκοσμίως γύρω στα $150 εκατομμύρια, πράγμα που έφερε έτσι την Arietty, τέταρτη, στην κατάταξη των πιο πετυχημένων εμπορικά, animation.
Όπως και να' χει, μπορεί όντως δύσκολα να αγγίζει την αξία των προκατόχων του, παρόλα αυτά το "The Secret World of Arietty" έχει τη δική του απαράμιλλη γοητεία και παιδική αθωότητα, που το καθιστούν must see για τους fan, και οχι μόνο.


Η ιστορία ξεκινάει στην ουσία από τη στιγμή που ο Sho, φτάνει στο σπίτι της θείας του.  Από εκεί και πέρα η μια δράση πυροδοτεί την άλλη, και το πράγμα καταλήγει σε πανωλεθρία για την οικογένεια της Arietty, το μέγεθος της οποίας, δε της επιτρέπει να τα 'βάζει' με τους, κανονικού μεγέθους, ανθρώπους.
Σε αντίθεση όμως με το μέγεθός τους, τόσο οι Clocks, όσο και η Arietty συγκεκριμένα, διακατέχονται από ένα βαθύ ένστικτο επιβίωσης, το οποίο είναι αυτό που τους υποκινεί να παλεύουν μέρα με τη μέρα και να ζουν την κάθε τους στιγμή στο φουλ.
Αυτό αποτελεί στην τελική και την ουσία του συγκεκριμένου animation: η ανάγκη κάποιου να παλεύει και να μη παραδίνεται αμαχητί σε τίποτα.  Είτε αυτό λέγεται κακιασμένη υπηρέτρια που χώνει τη μύτη της εκεί που δε τη σπέρνουν, είτε λέγεται σοβαρό πρόβλημα υγείας.
Είναι όμορφο να βλέπεις πόσο αρμονικά και αβίαστα έχει συνδεθεί μέσα από την πλοκή, ο αγώνας του μικρού Sho, ο οποίος αντιμετωπίζει το πρόβλημα με τη καρδιά του, αλλά και ο γολγοθάς της οικογένειας των borrowers, για τους οποίους η κάθε μέρα είναι και ένα τεράστιο βουνό δυσκολίας.  Και όμως, δε τα παρατούν, αλλά συνεχίζουν να προσπαθούν για οτι καλύτερο μπορούν.  Η μητέρα φροντίζει το σπίτι, ο πατέρας κουβαλάει τα αγαθά, και με τη βοήθεια της Arietty, τα πράγματα δείχνουν ελπιδοφόρα.  Επειδή όμως μιλάμε για την παράδοση των Ιαπώνων, οι οποίοι όλο και κάτι θέλουν να σε διδάξουν μέσα από τα κινούμενα σχέδιά τους, οι ζωές και των δυο πλευρών δεν είναι και τόσο εύκολες, καθώς ο καθένας τους, καλείται να αντιμετωπίσει και από ένα εμπόδιο το οποίο θα αποκαλύψει στη συνέχεια, το είδος του ανθρώπου το οποίο είναι: λιγόψυχος ή αγωνιστής;


Το εξίσου ενδιαφέρον της υπόθεσης έχει να κάνει με το πως αντιμετωπίζονται οι κακοτυχίες από τους πρωταγωνιστές, αναφορικά μάλιστα και με το μέγεθός τους.
Από τη μια πλευρά ο Sho, αν και μπροστά στα μάτια της Arietty είναι ένας γίγαντας, εντούτοις στην αρχή της ταινίας (και σε ένα μεγάλο ποσοστό της), μοιάζει φοβισμένος για την επερχόμενη εγχείρηση, αγχωμένος και με μια απαισιόδοξη διάθεση στο μυαλό του, σχετικά με την έκβάσή της.  Αντιθέτως η γλυκιά Arietty, είναι αισιόδοξη, χαρούμενη και ζωηρή, παρά το γεγονός οτι η ζωή της απειλείται διαρκώς από πράγματα που εμάς μας φαίνονται τουλάχιστον αστεία: μια...ακρίδα, μια γάτα, ή η απουσία προσανατολισμού μέσα στον κήπο, μπορεί να αποτελέσουν θανάσιμο κίνδυνο για εκείνη και την οικογένειά της.  Και όμως, εκείνη αγωνίζεται και προσπαθεί, σε πείσμα όλων αυτών.
Επομένως θα έλεγε κανείς, οτι η δύναμη της ψυχής, δεν έχει να κάνει με το ύψος ή το μέγεθος, αλλά με τον τρόπο με τον οποίο αποφασίζεις να δεις τα πράγματα και με το κατά πόσο τελικά, πιστεύεις στον ίδιο σου τον εαυτό.  Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός οτι ο Sho εμψυχώνεται από την ατρόμητη Arietty, και παίρνει κουράγιο, καθώς στον αντίποδα αυτού, υπάρχει και η πραγματική φιλία που της προσφέρει απλόχερα εκείνος, καθώς και η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης απέναντι στους ομοίους του.  Και αυτό είναι το σημαντικότερο μάθημα ζωής που παίρνουν και οι δυο.


Από πλευράς animation όπως μπορείτε να δείτε, μιλάμε για ακόμη μια φορά για την παραδοσιακή, επιτυχημένη συνταγή του στούντιο Chibli με τις πολύχρωμες, ζαχαρένιες του εικόνες, την κουκλίστικη πανδαισία αντικειμένων και τα υπερφωτισμένα πλάνα, που σε κανονική ταινία θα ανήκαν μάλλον αποκλειστικά στον Terrence Malick.
Μάλλον αδύνατον να της αντισταθεί κανείς, το "The Secret World of Arietty", αποτελεί ένα ήπιων τόνων, οπτικοακουστικό θέαμα, που θα σας γεμίσει ζεστασιά και πιθανότατα θα ζωγραφίσει στο πρόσωπό σας, ένα θλιμμένο χαμόγελο.  Αν αυτό το animation ήταν μυρωδιά, σίγουρα θα ήταν μοσχομυριστά, σπιτικά, κουλουράκια κανέλας.  Δείτε το.

Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι ο καλύτερος τρόπος να κάνεις οικονομία, είναι να είσαι τόσο δα μικρός, οτι η παράφραση του human being, σε human bean, είναι πολύ εύστοχη, και οτι το κοκαλάκι της Arietty για τα μαλλιά, είναι μια πατέντα που όλα τα κοριτσάκια έχουμε δοκιμάσει κάποια στιγμή: αγαπημένο μανταλάκι.

Και μη ξεχνιόμαστε, ιαπωνέζικα με υπότιτλους.  Οχι μεταγλωτισμένο στα αγγλικά, έλεος!

No trivia