Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τρόμου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τρόμου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2014

The Babadook: Don't let it in!

Χαιρετώ και πάλι!  Μερικούς μήνες μετά την τελευταία μου ανάρτηση (πολύ θα ήθελα να τα είχαμε πει και πιο πρόσφατα, αλλά δυστυχώς ο χρόνος μου έχει φτάσει πλέον στα όρια της εξαΰλωσης), είπα να επιστρέψω εκτάκτως όσο προλαβαίνω (που δεν προλαβαίνω, γκουχου γκουχου), για να πούμε δυο πραγματάκια για μια σπουδαία ταινία, την οποία είχα την τύχη να δω στις πρόσφατες Νύχτες Πρεμιέρας.


Το "The Babadook" δεν μοιάζει με τίποτα από αυτά που έχω δει τα τελευταία χρόνια, καθώς είναι ένα φιλμ που παραπέμπει περισσότερο στον γνήσιο, ψυχολογικό τρόμο του «ένδοξου», θριλερικού παρελθόντος.
H Amelia (Essie Davis) είναι μια μητέρα που μεγαλώνει μόνη της τον επτάχρονο γιο της Robbie (Daniel Henshall).  Η καθημερινότητά τους δεν είναι καθόλου εύκολη, καθώς πέρα από το γεγονός πως εκείνη συνεχίζει, να υποφέρει από την απώλεια του συζύγου της, καλείται παράλληλα να αντιμετωπίζει και τα βίαια ξεσπάσματα του γιου της, ο οποίος μοιάζει να αποτραβιέται ολοένα και περισσότερο στον εαυτό του.
Η κατάσταση πρόκειται να χειροτερέψει, όταν ο μικρός Robbie αρχίσει να εκδηλώνει τρομακτικές αντιδράσεις, εξαιτίας ενός τέρατος, που όπως ο ίδιος υποστηρίζει, εμφανίζεται μέσα στο σπίτι.  Στην προσπάθειά της να τον καθησυχάσει, η Amelia θα βυθιστεί με την σειρά της, σε έναν παραληρηματικό κόσμο, απόλυτου τρόμου, διαισθανόμενη πως πράγματι, κάτι κακό ελοχεύει μέσα στο μουντό σπιτικό τους: ένα πλάσμα μανιασμένο, άρρωστο και γεμάτο πικρία.

 

Η Αυστραλέζα Jennifer Kent ντεμπουτάρει φέτος σκηνοθετικά με μια ταινία βασισμένη στην μικρού μήκους ταινία της, "Monster", η οποία μετράει ήδη εννέα χρόνια, δημιουργώντας αυτή την φορά έναν κόσμο τόσο απόκοσμο, μα και τόσο γνώριμο, ώστε είναι πρακτικά αδύνατον να μη παρασυρθείς από την κλειστοφοβική του ατμόσφαιρα.
Δηλώνοντας μεγάλη fan του horror είδους, η Kent παραδέχτηκε ότι το Babadook είναι το αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης προσπάθειας, η οποία φαίνεται να συνδέεται άμεσα με το πρότερο υλικό του Monster, δηλώνοντας μάλιστα σε συνεντεύξεις πως ένα μέρος της ταινίας βασίζεται σε βιωματικά γεγονότα.
Αν και δεν μπορούμε να πούμε πολλά, δεδομένης της αντισυμβατικότητας του σεναρίου και γιατί θέλοουμε να αποφύγουμε τυχόν "διαρροές" στην-μάλλον απίθανη-περίπτωση που δούμε την ταινία να έρχεται στην Ελλάδα, μπορούμε εντούτοις να δώσουμε μερικά παραδείγματα, ως προς το γιατί το "The Babadook" αποτελεί ένα από τα πιο πρωτότυπα και συνάμα πιο συνταρακτικά horror film, των τελευταίων ετών.


Η γυναικεία παρουσία στις ταινίες τρόμου, έχει προοδευτικά αλλάξει ριζικά στην εποχή μας, σε σχέση με την εμφάνιση στην δεκαετία του '60, του "Grand Dame Guignol" ρεύματος, μιας σειράς δηλαδή ταινιών, στις οποίες τον κεντρικό ρόλο κρατούσαν γυναίκες-δολοφόνοι.
Σε αυτού του είδους τα φιλμ (τα οποία λειτούργησαν και ως αφετηρία για την ανάδειξη του μετέπειτα είδους του "giallo" και του αμερικάνικου exploitation), οι γυναίκες έπαψαν να αρκούνται στον ρόλο του ανήμπορου θύματος που περίμενε είτε την ανδρική σωτηρία, είτε τον αναπόφευκτο θάνατο, διεκδικώντας λίγη από την horror-ική πίτα που συνήθιζαν να απολαμβάνουν μέχρι τότε οι άνδρες πρωταγωνιστές.
Η μάγισσα, η ψυχωτική ερωμένη (ή σύζυγος), καθώς και το θύμα που αποζητά, αυτή τη φορά, εκδίκηση, υπήρξαν μερικοί από τους πιο κλασικούς ρόλους γυναικών στον κινηματογράφο του 1960-1970, με τις Bette Davis, Joan Crowford (μαζί στο "Whatever Happened to Baby Jane?"), Barbara Steele και Shelley Winters να αποτελούν μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά ονόματα του πρότερου κινηματογράφου του τρόμου.
Απέναντι στο ανδρικό μοτίβο του serial killer, του φετιχιστή δολοφόνου, του σαδιστή και του πρωταγωνιστή με τα φροϋδικά σύνδρομα, η καταπιεσμένη σεξουαλικότητα των γυναικών συνηγορεί στην ανάδυση ενός νέου "τέρατος", κατά τρόπο όμοιο με αυτόν του Norman Bates στο "Psycho".  Πίσω από κάθε μανιασμένη τσεκουριά ("Strait-Jacket"), πίσω από κάθε φιλέτιασμα μέχρι το κόκκαλο ("Αudition"), κρύβεται μια γυναίκα που θέλει να πάρει τον έλεγχο της ζωής της στα χέρια της και να απελευθερωθεί από τις σεξουαλικές προκαταλήψεις και τα πρέπει του φύλου της. Και θα το επιδιώξει με κάθε τρόπο.


Μέχρι πρότινος ο σύγχρονος κινηματογράφος του τρόμου είχε αντικειμενοποιήσει πλήρως την έννοια της γυναίκας, που συνήθως θα αποτελούσε τον εύκολο στόχο, πάσης φύσεως τρελών και ψυχωτικών δολοφόνων.  Παρόλα αυτά τα τελευταία χρόνια το κλίμα μοιάζει, να αντιστρέφεται, με τις γυναίκες να μετατρέπονται σε δυναμικές ηρωίδες, ικανές να διαχειριστούν δύσκολες και συνήθως, εν δυνάμει θανατηφόρες καταστάσεις.
Αυτή η επιστροφή στον κινηματογράφο του Tobe Hooper, εκεί όπου η Marilyn Burns βγήκε καταματωμένη, αλλά ζωντανή από τον εφιάλτη του «Σχιζοφρενή Δολοφόνου με το Πριόνι» (1974), αλλά και του Ridley Scott, με την Sigourney Weaver να τα βάζει με τον υπέρτατο, εξωγήινο θηρευτή στο "Alien" του 1979, αποτελεί σαφέστατα μια επιστροφή στην παράδοση του θηλυκού τρόμου, που ταινίες όπως το πρόσφατο "You're Next", καταφέρνουν να ανανεώσουν, έστω και στιγμιαία.
Ένα από τα καλύτερα sub-genres της κατηγορίας αυτής, είναι αναμφίβολα το ευρύτερο πλαίσιο της μητρότητας, όπως αυτό εκφράστηκε επιτυχημένα στο "Rosemary's Baby" του Polanski το 1968 και πολύ πιο ακραία και γραφικά, στο "The Brood" του David Cronenberg δέκα περίπου χρόνια μετά.
Η έννοια της μητρότητας και της δίχως όρια αγάπης της μητέρας προς τα παιδιά της, αποτελούσε πάντα ένα από τα μεγαλύτερα θέματα ταμπού.  Οι περιπτώσεις της επιλόχειας κατάθλιψης που διαρρηγνύουν αυτή την φυσική ένωση μητέρας-παιδιού, καταγράφονται με ψιλά γράμματα στους πρώτους μήνες ζωής ενός βρέφους, με το οικείο περιβάλλον να «καταχωνιάζει» το φοβερό αυτό μυστικό, βαθιά μες την ντουλάπα.  Η Lynne Ramsay πέτυχε, εν προκειμένω, την κατάδειξη αυτής της πλευράς της μητρότητας, μέσα από το "We Need to Talk About Kevin", ένα φιλμ που καταπιάνεται με την εκ γενετής αντιπαλότητα μεταξύ μητέρας-παιδιού, μια αντιπαλότητα που πηγάζει από την ίδια κοινωνική νόρμα που δαιμονοποιεί τόσο την μητέρα ενός παιδιού-«τέρας», όσο και εκείνη η οποία δεν γίνεται να βιώσει εκ των πραγμάτων την έννοια της μητρότητας.  


Το "Τhe Babadook" είναι η ευτυχής συγκυρία πολλών εκ των παραπάνω, με την υπόθεση να διαδραματίζεται σε ένα σκοτεινό, «άρρωστο» σχεδόν σπίτι.  Η Essie Davis στον ρόλο της μητέρας και ο μικρός Daniel Henshball αποτελούν ένα εξαιρετικό, ερμηνευτικό δίδυμο, ενώ η σκηνοθεσία της Kent σε συνδυασμό με την απειλητική φωτογραφία του Radek Ladczuk, δημιουργούν το ιδανικό περιβάλλον σύγχρονου τρόμου, μακριά από εύκολα jump scares και προβλέψιμες καταστάσεις.
Δεν θα μπορούσαμε να πούμε κάτι παραπάνω γι' αυτή την αυστραλιανή παραγωγή, καθώς η αξία της έγκειται στην πρωτοτυπία του σεναρίου και τον αυθεντικό τρόμο που ελοχεύει δίπλα μας και γύρω μας, ανά πάσα στιγμή.  Έναν τρόμο τόσο πραγματικό, όσο και το σκοτάδι που μας τυλίγει.


Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

Frankenstein: It's alive! It's alive!

Καλημέρες, καλημέρες!  Σήμερα είπα να επανέλθω με κάτι κλασικό, παρά το γεγονός πως και αυτή η εβδομάδα βρίθει κινηματογραφικών επιλογών.
Έχουμε και λέμε: "Μικρά Αγγλία" του Παντελή Βούλγαρη, "Runaway Day" του Δημήτρη Μπαβέλλα, την ευχάριστη κομεντί "Enough Said", μια από τις τελευταίες ταινίες του James Gandolfini, το ανεκδιήγητο "Homefront" με τους James Franco και Jason Statham (μη γελάτε δεν είναι αστείο), το πολύ καλών ερμηνειών, "Behind the Candelabra", με τους Michael Douglas και Matt Damon και τέλος το αχρείαστο remake της "Carrie" το οποίο είναι απλά μέτριο.  Μπορεί και κακό.
Σε μια τέτοια λοιπόν εβδομάδα, ελάχιστων φωτεινών εξαιρέσεων, αξίζει να ρίξουμε μια ματιά σε μια από τις πιο εικονικές ταινίες τερατικής έμπνευσης της κινηματογραφικής ιστορίας: τον "Frankenstein" του James Whale.


Ο Dr. Henry Frankenstein (Colin Clive) είναι ένας εμμονικός επιστήμονας που επιδιώκει την απόλυτη θέωση, μέσα από την ανάσταση ενός πλάσματος που δεν υπήρξε ποτέ.  Τριγυρνώντας στα νεκροταφεία μαζί με τον πιστό του βοηθό προκειμένου να συλλέξει ανθρώπινα μέλη, προβαίνει τελικώς στην δημιουργία του υπέρτατου όντος, μέσω της συρραφής των σάρκινων κομματιών.  Το αξιοθαύμαστο όμως κατασκεύασμά του, γαλβανισμένο στο έπακρο, δεν είναι αυτό που ο Frankenstein περίμενε.  Εξάλλου ένα μπερδεμένο, άβουλο ον με άναρθρες κραυγές, πελώριο και επικίνδυνο, δεν μπορεί να έχει θέση στην "φυσιολογική" ανθρώπινη κοινωνία.  Και στην τελική, πότε η διαφορετικότητα μπόρεσε να συμβαδίσει αρμονικά με την κοινά αποδεκτή έννοια του νορμάλ ή ακόμη και με την περιφραγμένη θρησκευτική αντίληψη, περί της δημιουργίας του κόσμου (και κατ' επέκταση του πρώτου αγνού ανθρώπου) από έναν πανταχού παρόντα Θεό;


Η ταινία του James Whale αποτέλεσε μια από τις πιο χαρακτηριστικές και ρηξικέλευθες παραγωγές της δεκαετίας του '30 στο είδος του horror (το 1931 είχαμε και την κυκλοφορία του "Dracula", με τον Bela Lugosi να υποδύεται τελικά τον θρυλικό Κόμη, αποτυγχάνοντας στο cast για τον ρόλο του "Frankenstein", o οποίος κατέληξε στην έτερη επιβλητική φυσιογνωμία του Boris Karloff), οχι μόνο εξαιτίας των τεχνικών της στοιχείων και της λειτουργικής πια χρήσης του ήχου (μόλις τρία χρόνια πριν, ο ήχος είχε κάνει επίσημα την εμφάνισή του, στην πρώτη part talkie ταινία, "The Jazz Singer"), αλλά και της κοινωνιολογικής προσέγγισης που πολλοί φάνηκαν να δίνουν στον, τρομερό για την εποχή του, "Frankenstein".
Το κινηματογραφικό αποτέλεσμα του Whale βασίστηκε στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Mary Shelley, η οποία ξεκίνησε την συγγραφή του, μόλις στα δεκαεννιά της χρόνια.  Λέγεται μάλιστα πως η σύλληψη της ιδέας για έναν από τους πιο κλασικούς νεκροζώντανους (αν οχι τον πιο κλασικό) που γνώρισε ποτέ η λογοτεχνία και ο κινηματογράφος, ήρθε στον...ύπνο της, όταν ονειρεύτηκε την ιστορία ενός τρελού επιστήμονα ο οποίος ένοιωσε τρομοκρατημένος, μπροστά στο φοβερό πλάσμα που έφερε στην ζωή.
Παρά το γεγονός πως η ταινία μοιράζεται πράγματι, αρκετά κοινά στοιχεία με το βιβλίο, εντούτοις ο Whale μοιάζει να την έχει μετουσιώσει σε μια ατόφια, κινηματογραφική παρουσία, που ταιριάζει περισσότερο στην σκηνοθετική του καριέρα, αλλά και στις προσωπικές του επιλογές.


Πολλές από τις ταινίες τρόμου της "χρυσής εποχής" του Χόλιγουντ, βρίσκονταν πάντα ένα βήμα μπροστά, ωθούμενες από μια σειρά βαθύτερων αιτιών (πολλές φορές φιλοσοφικών προεκτάσεων), που καθιστούσαν επιτακτική την δημιουργία τους.
Ένα από τα πιο παραδοσιακά θέματα στα οποία ο άνθρωπος προσπαθεί να δώσει απαντήσεις από την στιγμή της γέννησής του, είναι η ιδέα του θανάτου.  Γιατί ερχόμαστε στη ζωή;  Γιατί πεθαίνουμε;  Τι βρίσκεται πέρα από τον θάνατο;  Αυτού του είδους τα ρητορικά ερωτήματα, ταλανίζουν για αιώνες ολόκληρους την ανθρωπότητα, μια ανθρωπότητα που έχει καταφύγει στην Τέχνη προκειμένου να ανακουφίσει την διαρκή και κατ' ουσίαν, μάταιη αναζήτηση του 'γιατί γεννιόμαστε' και 'γιατί πεθαίνουμε'.  Η ζωγραφική, η μουσική, η λογοτεχνία, η ποίηση, ο κινηματογράφος, παρουσιάζονται ως οι διαφορετικοί δρόμοι, τα ενδιαφέροντα μέσα που μπορεί να επιλέξει κανείς, προκειμένου να ικανοποιήσει σε έναν κάποιον, ψηγματικό βαθμό την ανάγκη του να πιστέψει σε κάτι και να δώσει σκόρπιες ερμηνείες σε όλα εκείνα τα ερωτήματα που κινούνται παράλληλα με την εξέλιξη του ανθρώπου.
Το 1922 ο J.W Murnau σκηνοθέτησε το "Nosferatu", μια από της πρώτες ταινίες τρόμου, η οποία εκ φύσεως περιέκλειε την αγωνία για την αιώνια ζωή, τοποθετώντας στο προσκήνιο την τρωκτική φυσιογνωμία του Graf Orlof (ακόμη κι αν ο Max Schreck δεν εμφανίζεται παρά ελάχιστα λεπτά σε όλη την ταινία).  Ο Murnau όμως δεν έμεινε εκεί.  Αντιθέτως, επέλεξε να χρησιμοποιήσει την απειλητική παρουσία του Orlof ως μια ευφυή αλληγορία πάνω στην φρίκη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και των αμέτρητων θυμάτων του.
Στα ίδια μονοπάτια κινείται και ο "Frankenstein" ο οποίος θίγει δυο βασικά ζητήματα: αυτό του αντιθετικού ζεύγους, επιστήμη-πίστη, αλλά και αυτό της διαφορετικότητας.  Βλέπετε ο James Whale ήταν ομοφυλόφιλος.


Η προσωπική ζωή του Whale, λέγεται πως επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο με τον οποίο παρουσίασε πιο ευαισθητοποιημένα και ανθρώπινα το πρωταγωνιστικό του τέρας, επειδή ακριβώς βίωνε την ταύτιση με την αποξένωση και την ενοχοποίηση του Frankenstein εξαιτίας της διαφορετικότητάς του.  Σε μια εποχή μάλιστα όπου η λογοκρισία και το κόψιμο των σκηνών, στον κόσμο του αμερικάνικου πουριτανισμού, αποτελούσε την πεπατημένη, η ομοφυλοφιλική πορεία του Whale αποτελούσε έξτρα αφορμή για τον ίδιο, προκειμένου να μετατοπίσει αυτό ακριβώς το κοινωνικό βάρος σε ένα παρεξηγημένο πλάσμα που δεν είναι υπεύθυνο για τις πράξεις του, ένα πλάσμα που κινείται με γνώμονα το ένστικτο και την υβριστικής προελεύσεως φύση του.  Επί της ουσίας είτε μιλάμε για τον Frankenstein, είτε για τον Whale, είναι ένα και το αυτό.
Στον αντίποδα η ζευγαρική παρουσίαση των καταστροφικών αποτελεσμάτων της επιστήμης από την μια πλευρά, αλλά και η ανάγκη του ανθρώπου να φτάσει τον Θεό, λειτουργούν επίσης ως ένα από τα πιο γνωστά μονοπάτια πλοκής, ιδιαίτερα στο είδος του horror, το οποίο μας έχει προσφέρει έτσι κι αλλιώς μερικές σπουδαίες ταινίες πάνω σε αυτή την θεματική.  Φυσικά, η αντιφατική διάσταση ανάμεσα στην αιώνια επιδίωξη του ατόμου να φτάσει την θεϊκή δημιουργία, και την, για ακόμη μια φορά παρέμβαση των λογοκριτών για την αφαίρεση οποιουδήποτε στοιχείου θεωρείτο βλάσφημο (όπως έγινε με την φράση "Now i know what it's like to BE God!"), φανερώνει αν μη τι άλλο και την καθαρά ανθρώπινη φύση της κινηματογραφικής δημιουργίας.
Το "Frankenstein" είναι μια ταινία που είναι πολλά περισσότερα, από μια απλή, ξώφαλτση μεταφορά του λογοτεχνικού δημιουργήματος στην μεγάλη οθόνη: είναι μια ταινία για την θνητή μας φύση, την διαρκή πάλη με τις προσωπικές μας επιλογές και τα κακώς κείμενα που δεν πρέπει ποτέ να αποδίδονται στους Frankensteins αυτού του κόσμου, αλλά σε αυτούς που τους δημιούργησαν.

Τι έμαθα από την ταινία:  Οτι τα ζωγραφιστά background ήταν τόσο cool, οτι ο Karloff ήταν τόσο cool, οτι ο Frankenstein ήταν, είναι και θα είναι τόσο cool.


TRIVIA
  • Τα παπούτσια που φορούσε ο Boris Karloff ζύγιζαν δεκατρία κιλά το ένα!
  • Επίσης πρότεινε να αφαιρέσει ένα τμήμα από τη γέφυρα των δοντιών του, για να είναι πιο επιτυχημένο το μακιγιάζ με το βαθουλωμένο μάγουλο!
  • Ο Karloff θεωρείται από τους ηθοποιούς που άργησε να κάνει το breakthrough του στον κινηματογράφο.  Ξεκίνησε την καριέρα του στα 44.
(ΠΗΓΗ IMDB)

Πέμπτη 30 Μαΐου 2013

Braindead (a.k.a Dead Alive): It's a gore fest!

Καλημερούδια, καλημερούδια γλυκά μου αγγελούδια.  Την ώρα που θα διαβάζετε τούτες δω τις λέξεις, το πιθανότερο είναι πως θα βρίσκομαι στον δρόμο για το Ναύπλιο.  Συνεπώς μιας που θα λείψω για τρεις μερούλες, είπα να μην σας αφήσω έτσι, αλλά να σας προτείνω μια ταινιούλα.  Βέβαια η σημερινή μου πρόταση περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στο κοινό που αρέσκεται να βλέπει αρκετά αηδιαστικά και της λεγόμενης "ίου!" αντίδρασης ταινιάκια, μιας που το λέω από τώρα για να είμαστε εντάξει: δεν έχω δει στην ζωή μου πιο σπλάτερ, πιο gory και πιο οτι αιματηρή ταινία από το "Braindead".  Και πιστέψτε με, έχω δει πολλά περίεργα.  Σαν κι αυτό...τίποτα.


Πόσο εκνευριστικό είναι εκεί που όλα πάνε καλά στην ζωή σου, να δαγκωθεί ξαφνικά η μάνα σου μια μέρα από μια Sumatran rat monkey, η οποία την μετατρέπει λίγο αργότερα σε κακάσχημο, δαγκωνιάρικο ζόμπι;  Δεν τσαντίζεσαι όταν σου συμβαίνει αυτό;
Στην προκειμένη περίπτωση ο μαμάκιας Lionel (Timothy Balme) δεν είχε και άλλη επιλογή από το να μείνει πιστός στο πλευρό της και να την φροντίζει ακόμα και μετά τον εμφανέστατο κατά τα άλλα θάνατό της.  Αλλά για κάτσε.  Όλα έχουν τα όριά τους.  Μη φανταστείς πως ο Lionel δεν ήθελε να ξεφύγει από τα μητρικά δεσμά.  Είναι βλέπεις που είχε μπει μες την μέση και η Paquita, μια φλογερή υπάλληλος του τοπικού μανάβικου και ολίγον απ'ολα καταστήματος, η οποία είχε δει στα Ταρό που της έριξε η γιαγιά της, πως θα δενόταν συναισθηματικά και αμετάκλητα με έναν "μαύρο ιππότη".  Φυσικά τον Lionel δεν τον λες μαύρο ιππότη (ούτε καν ένα άλογο δεν καβαλάει), παρόλα αυτά έχοντας γλυκαθεί και ο ίδιος από το ενδιαφέρον της κοπέλας (μιας που μέχρι τότε το μόνο ενδιαφέρον που λάμβανε ήταν από την γραφική του μάνα-καρακάξα) θα δώσουν τελικά το πολυπόθητο πρώτο ραντεβού στον...ζωολογικό κήπο.  Όπως είναι φυσικό η μάνα θα στήσει καρτέρι για την ραντεβουδίστικη χαλάστρα, μόνο που η δική της μέρα θα πάει κατά διαόλου όταν την δαγκώσει το πιο άσχημο πράγμα που θα δεις ποτέ σου.  Μάνα becomes zombie.  Και αυτή είναι μόνο η αρχή μιας που ο Lionel και η Paquita θα αναγκαστούν να τα "δώσουν όλα" στο πιο απίστευτο gore fest που έχεις δει ποτέ σε ταινία...


Ενδεχομένως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της ταινίας είναι πως αποτελεί σκηνοθετικό αποτέλεσμα του Peter Jackson.
Κι όμως, ο Jackson πριν αρχίσει να ασχολείται με τα σοβαρά του δημιουργήματα, υπήρξε μέγιστος κάφρος μιας που εκτός από την τελειότητα της σημερινής ταινίας, στα πρώτα χρόνια της behind the camera καριέρας του γύρισε και το "Bad Taste", o τίτλος του οποίου προφανέστατα δηλώνει και το όποιο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα της ταινίας, η οποία θέλει ένα μάτσο εξωγήινους να αποδεκατίζουν τον πληθυσμό μιας μικρής πόλης, θέλοντας να καρπωθούν την ανθρώπινη σάρκα για την...διαγαλαξιακή fast-food αλυσίδα τους!
Είναι γεγονός πως μετά το τέλος του "Braindead" προσπαθούσα να καταλάβω 1) τι ακριβώς είχα παρακολουθήσει επί μιάμιση ώρα, και 2) πως γίνεται όλος αυτός ο κρεάτινος ορυμαγδός να προέρχεται από τα χέρια τoυ τύπου που απεικόνισε με σχεδόν αιθέρια λυρικότητα τον κόσμο του Tolkien;
Το ακόμα πιο απολαυστικό γεγονός βέβαια είναι πως ο Jackson και όλη η παρέα του, δείχνουν να το διασκεδάζουν και με το παραπάνω, μιας που δεν θα γινόταν έτσι κι αλλιώς να πάρει τον εαυτό του στα σοβαρά, στο πλαίσιο μιας τόσο hardcore και καθόλα horror ιστορίας.  Όταν δε, βλέπεις πως μέσα από όλο αυτό το αποτέλεσμα πιάνονται χεράκι-χεράκι το μαύρο χιούμορ και ένας εν δυνάμει κοινωνικός προβληματισμός, τότε αντιλαμβάνεσαι πως ίσως και η εμφανής προσπάθεια για πρόκληση οπτικού σοκ, δεν είναι το μόνο που σου προσφέρει αυτή η ταινία.


Αν κάνει κάποιος ένα πέρασμα από την φιλμογραφία του Jackson θα διαπιστώσει πως η ενασχόλησή του με διαφορετικά κινηματογραφικά είδη υπήρξε συνεχής ήδη από την δεκαετία του ΄70, και παρά το γεγονός πως φαίνεται να έχει πάρει απόφαση πλέον να επιστρέφει διαρκώς στις καλές εποχές του Άρχοντα.  Αν δεν είναι χαρακτηριστικό το οτι πρόκειται να σκηνοθετήσει ακόμα δυο ταινίες Hobbit, τότε δεν ξέρω τι είναι....
Όπως και να' χει είναι σίγουρα πάντα ενδιαφέρον να βλέπεις από που ξεκινάνε καταξιωμένοι σκηνοθέτες οι οποίοι ενδεχομένως να έχουν ακολουθήσει πια, μια ολοκληρωτικά διαφορετική κινηματογραφική πορεία.  Εξίσου ενδιαφέρον δηλαδή με το να δεις το "Braindead" για μια διαφορετική προσέγγιση της σχέσης μάνας-γιου.
To 1960 o Alfred Hitchcock προκάλεσε σοκ και δέος με το "Psycho", μιας ταινίας η οποία αντιμετώπισε ένα σωρό προβλήματα κατά το προπαρασκευαστικό της στάδιο, επειδή οι άπαντες παραγωγοί έβρισκαν το περιεχόμενό του τρομερά disturbing.  Βλέπετε η πουριτανική αμερικάνικη κοινωνία του '60 δεν δεχόταν ούτε σκοτωμούς σε ντουζιέρες, ούτε και τα ερωτικά μπλεξίματα της πρωταγωνίστριας με έναν χωρισμένο νεαρό πάνω στο κρεβάτι, με το σουτιέν φάτσα μόστρα.  Ακόμα και αν με βάση την ομώνυμη νουβέλα του Robert Bloch, o Hitchcock δημιούργησε μια ολόκληρη ταινία πάνω σε ένα άριστο ψυχαναλυτικό γράφημα ενός διαταραγμένου γιου, εμμονικού με την μητέρα του σε τέτοιον βαθμό ώστε να γίνει ο ίδιος η μητέρα του, η αναγνώριση της ταινίας από κοινό και κριτικούς ήρθε τελικά με το πέρας το χρόνου. 
Είναι προφανές πως σε καμία περίπτωση δεν θέλω (και δεν μπορώ εξάλλου) να ταυτίσω τα δυο δημιουργήματα.  Είναι όμως και προφανές πως οι βλέψεις του Jackson είναι ακριβώς οι ίδιες: να παρουσιάσει με τον δικό του σπλατερικό τρόπο τον ευνουχισμό του Lionel από την μητέρα του και την αναπόφευκτη ώρα του εξίσου αναπόφευκτου, οριστικού απογαλακτισμού.


Με την τεράστια "βοήθεια" των δεκάδων επί δεκάδων γαλονιών "αίματος" και με το στήσιμο του όλου σκηνικού πάνω σε μια βήτα διαλογής κατάσταση, ο Jackson κάνει μια σαφέστατη αναφορά στον ψυχολογικό ευνουχισμό του πρωταγωνιστή και το μοντέλο της μάνας μέγαιρας, η οποία μετά τον θάνατο του συζύγου έχει βεντουζώσει πάνω στον άτυχο γιο, σαν βδέλλα.  Φυσικά όλη αυτή η θεματική η οποία λειτουργεί σαν αφετηρία για το ζομπιακό χάος που πρόκειται να προκληθεί λίγο αργότερα, λειτουργεί καλά και πειστικά, αν και προφανώς δεν εμβαθύνεται λεπτό, χάρη στην γρήγορη και επιφανειακή προσέγγιση του σκηνοθέτη και του σεναριογράφου Stephen Sinclair, σε ένα κατά τα άλλα θέμα αέναης συζήτησης.  Το μαύρο χιούμορ αποτελεί επίσης ένα από τα χαρακτηριστικά που κυριαρχούν στην ταινία, η οποία καθιστά και το love story των δυο νεαρών πρωταγωνιστών ως ευχή και κατάρα μαζί.  Ε άμα το βλέπει και η γιαγία σου στα Ταρό οτι το πεπρωμένο σου είναι γεμάτο από μαυρίλα και θάνατο, καλύτερα να την ακούς....
Φυσικά από ένα film που φέρει τον συγκεκριμένο τίτλο, δεν γίνεται να μην περιμένεις και το αντίστοιχο ξεκοίλιασμα, ξεντέριασμα και οτι άλλο σε ξε- υπάρχει.  Στην ουσία βέβαια οτι και να σκεφτείς, το "Braindead" το έχει ήδη προχωρήσει ένα βήμα πιο πέρα, με ένα εντοσθιακό σύστημα να σε κυνηγάει από μόνο του για να σε πνίξει, ένα εξαμβλωματικό μωρό να ανοίγει στην μέση το πρόσωπο μιας άτυχης νεαράς, και έναν ακόμη έρμο να παθαίνει εξαιρετικό fatality, με την σπονδυλική του στήλη να τραβιέται με βία από το σώμα του.  Επειδή όμως και το πράγμα είναι γυρισμένο με την b αισθητική να πλανάται ήδη από την πρώτη σκηνή, δε θα έπρεπε να σε ανησυχεί τόσο το θέμα του τρόμου, όσο αυτό της απόλυτης, ανατριχιαστικής και στα όρια αηδίας η οποία συνοδεύει κάθε βασανιστικό καρέ.  Έυγε Jackson!


Συμπέρασμα:  Το "Braindead" είναι μια ταινία που απευθύνεται αποκλειστικά και περιορισμένα σε fans.  Η ιδανική της προβολή θα ήταν σετάκι με το "Evil Dead" προκειμένου μετά να συζητηθεί αναλυτικώς και με επιχειρήματα, το ποια κρατάει τα σκήπτρα της καλύτερης του είδους της.  Περιμένω προτάσεις για μάζωξη.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι ο πρωταγωνιστής μοιάζει με τον Matthew Bellamy των MUSE, οτι δεν θα φάω ΠΟΤΕ custard cream και οτι στις επόμενες διακοπές μου θα προσπαθήσει να μην μπάσω στην χώρα μου μια Sumatran rat monkey, αν και κάτι τέτοιο φαντάζομαι πως θα ήταν αυτό ακριβώς που χρειαζόμαστε.


TRIVIA
  • Λέγεται πως η συγκεκριμένη ταινία αποτελεί και την πιο αιματηρή στην ιστορία του κινηματογράφου (με βάση το "αίμα" που χρησιμοποιήθηκε στην διάρκεια της παραγωγής).
  • Για του λόγου το αληθές, στην τελευταία σκηνή της ταινίας μόνο, χρησιμοποιήθηκαν 300 λίτρα ψεύτικου αίματος.
  • Η ενοικιάση της ταινίας στην Σουηδία (και πιθανώς και σε άλλες χώρες), συνοδευόταν από σακούλες για...εμετό!
(ΠΗΓΗ IMDB)

Δευτέρα 27 Μαΐου 2013

The Faculty: Alienation gets real

Hello again και καλή εβδομάδα σε όλους.  Λοιπόν επειδή τώρα τελευταία όλο δεν έχω χρόνο να δω ταινίες, και όταν τελικά έχω λίγο, δε μπορώ να κάτσω να παιδέψω το μυαλό μου με "βαριές" ταινίες, το σαββατοκύριακο που μας πέρασε αποφάσισα να ξαναδώ μια από τις καλύτερες νεανικές ταινίες των '90s, το "The Faculty".  Την συγκεκριμένη ταινία όλο και κάποια φορά την είχα πετύχει στην τηλεόραση, αλλά ποτέ δεν είχα καταφέρει να την δω ολόκληρη.  Έτσι λοιπόν σε μια από τις κλασικές μου αναζητήσεις για την απάντηση στο αιώνιο ερώτημα, "και τώρα τι βλέπουμε;", είπα να την δω αυτή την φορά ολόκληρη.  Με το που ακούγεται το "The Kids Aren't Alright" των Offspring στην πρώτη σκηνή, ξέρω οτι θα περάσω ένα απολαυστικό μιαμισάωρο και δεν πέφτω έξω, μιας που αν το "The Faculty" μεταφράζεται σε κάτι αυτό είναι σε ένα συνονθύλευμα χαρακτηριστικών, '90s αναφορών και αισθητικής, αδύνατον να του αντισταθείς.


Το σενάριο απλό και γνωστό.  Μια ομάδα μαθητών αρχίζει να υποψιάζεται πως οι καθηγητές του σχολείου είναι εξωγήινοι, όταν η καθημερινή ρουτίνα δίνει την σκυτάλη σε μια σειρά περίεργων φαινομένων τα οποία συνδέονται με τις εξίσου περίεργες συμπεριφορές του προσωπικού.
Η παρέα δεν είναι και ακριβώς παρέα από την αρχή της ταινίας, μιας που περιλαμβάνει εκπροσώπους από όλες τις κοινωνικές κλίκες που χαρακτηρίζουν την λυκειακή ζωή.  Μπροστάρης αυτής της ετερόκλητης ομάδας η οποία θα προσπαθήσει να σώσει την πόλη από τους παρασιτικούς εξωγήινους που θέλουν να κυριαρχήσουν την Γη, είναι ο Zeke (Josh Hartnett) ένας πανέξυπνος αλλά αλιτήριος τύπος ο οποίος χασομεράει πασάροντας χάπια καφεΐνης ως ναρκωτικά στους συμμαθητές του και προφυλακτικά με γεύση κεράσι στην συνεσταλμένη καθηγήτρια της Λογοτεχνίας, Miss Elizbeth Burke (Famke Janssen).  Κάπου εκεί θα δεις και τον παραδοσιακό καρπαζοεισπράκτορα του σχολείου τον οποίο υποδύεται ο Elijah Wood, την "bitchy miss pretty face", Delilah Profitt (Jordana Brewster), με το επίθετό της να δηλώνει ξεκάθαρα τις βλέψεις για περαιτέρω κοινωνική ανέλιξη και παραμονή στο πλευρό του αθληταρά Stan (Shawn Hatosy) για λόγους πρεστίζ.  Φυσικά δεν λείπει ούτε το φρικιό με την ρετσινιά της λεσβίας Stokely (Clea DuVall), καθώς και το χαζοβιόλικο βλαχαδερό από την Atlanta, Marybeth (Laura Harris) y'all!


Αν και τόσο καιρό έλεγα να στρωθώ να την δω επιτέλους παρόλα αυτά δεν ήξερα οτι πίσω από τις κάμερες καθόταν ο Robert Rodriguez τον οποίο έχουμε συνηθίσει σε μια εντελώς διαφορετική κατηγορία ταινιών, περισσότερο b-movie-στικης αισθητικής.  Την στιγμή βέβαια που πας να σκεφτείς κάτι τέτοιο, αρχίζεις να βάζεις και όλα τα κομμάτια του "The Faculty" στην σειρά (δεν είναι δα και τόσο δύσκολο να το κάνεις), και καταλήγεις στο συμπέρασμα πως αυτή η ταινία ίσως και να είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σκηνοθετικά δείγματα του Rodriguez, το οποίο λειτουργεί με την σειρά του ως μια νεανική ανθολογία σχολικών, κινηματογραφικών επιρροών, sci-fi πινελιών, εξωγήινης λογοτεχνίας και ποπ κουλτούρας, με την οποία θα ταυτιστείς, ιδιαίτερα αν ανήκεις σε κάποια από την κατηγορία των πρωταγωνιστών (φαντάζομαι τον εαυτό μου σαν ένα περίεργο υβρίδιο της Stokely με τον μοναχικό και εντελώς geeky χαρακτήρα του Wood).
Αυτό που καταφέρνει αναμφίβολα και με μεγάλη επιτυχία ο Rodriguez, είναι να δημιουργήσει μια ταινία ύμνο για την εποχή, η οποία βλέπεται καλύτερα από μια χρονική απόσταση (ιδανική εν έτι 2013), επειδή ακριβώς εγκλωβίζει την ουσία των '90s μέσα σε ένα μάτσο κάρε.  Από τα trends στα ρούχα (φαρδιές μπλούζες και παντελόνια, σφιχτοκουμπωμένα πουκάμισα, κοριτσίστικα χοντροπάπουτσα και total black look για το "μαύρο πρόβατο" της παρέας, το οποίο αποτελεί έτσι κι αλλιώς διαχρονική αξία) και τις μουσικές επιλογές (The Offspring, Garbage, Sheryl Crow, Oasis, καθώς και τον πάντα "in" David Bowie, αλλά και το μαθητικά επαναστατικό "Another Brick in the Wall"), μέχρι τον πασιφανή σχολικό διαχωρισμό των μαθητών και την οριοθετημένη στα πλαίσια ενός εν δυνάμει μονοδιάστατου χαρακτήρα, συμπεριφορά τους, όλα εδώ ουρλιάζουν αυθεντική 90ίλα.  Και γι' αυτό την αγαπώ.


Μη φανταστείτε βέβαια πως η αγάπη μου για τον κινηματογράφο της δεκαετίας του '90 είναι κοινή προς όλα τα είδη, αφού κατά γενική ομολογία εκείνη την περίοδο σκηνοθετήθηκαν και μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές μπαρούφες.  Ούτε είναι να πεις πως έζησα και την συγκεκριμένη ταινία στο φουλ, εκτός και αν τα δεκάχρονα (βλ. εμένα) οργιάζαν έτσι κι αλλιώς εκείνη την εποχή.  Θα έλεγε οτι έζησα περισσότερα μια ετεροχρονισμένη 90ίλα που μπήκε στο πετσί μου μέσα από τις παρέες, την οικογένειά μου και ένα σωρό άλλα ερεθίσματα από αυτά δηλαδή που όλοι δεχόμαστε, και την οποία νομίζω πως πέρασα σε ταυτόχρονη, παράλληλη προβολή με όλο το φουτουριστικό μιλένιουμ.
Γι' αυτό τον λόγο το "The Faculty" αν και δεν σου προσφέρει τίποτα το διαφορετικό ή κάτι με το οποίο να πρέπει να ασχοληθείς με αναλύσεις επί αναλύσεων, αποτελεί εντούτοις μια από τις πιο γλυκές (και γιατί οχι ένοχες) απολαύσεις τις οποίες θα παρακολουθήσεις, αν δεν το έχεις ήδη κάνει δηλαδή.
Παρόλα αυτά ακόμα και εδώ υπάρχουν πραγματάκια τα οποία μπορείς να τσιμπήσεις από εδώ και από εκεί, όπως για παράδειγμα την σημασία που έχει για έναν loner όπως ο Wood, να προσπαθήσει να κατατροπώσει ένα τσούρμο ανθρωπόμορφους εξωγήινους και να γίνει ο τοπικός ήρωας (και άρα να πάψει να αποτελεί τον καημένο του οποίου η "οικογένεια" συνθλίβεται καθημερινώς στον στύλο της σημαίας).  Προφανώς και δεν είναι τυχαίο επίσης το γεγονός της αποξένωσης, το οποίο στα αγγλικά ως alienation μπορεί να ερμηνευτεί τόσο κυριολεκτικά, όσο και μεταφορικά, αφού πάνω κάτω αυτό συμβαίνει στο σχολείο: κάτι διψασμένα παράσιτα επιδιώκουν να "αποξενώσουν" και να χειραγωγήσουν τους μαθητές, μετατρέποντάς τους σε πρώτης τάξεως παθητικά όντα με εποικιστικές τάσεις.  Κάτι καθημερινό δηλαδή...


Φυσικά αν προσέξετε λίγο καλύτερα θα δείτε πως το κάθε τραγούδι παίζει και σε συγκεκριμένη στιγμή της ταινίας, ανάλογα με το concept της κάθε σκηνής, και αυτό που σίγουρα προκαλεί θετική εντύπωση, είναι τα αρκετά καλά εφέ (δεδομένης της εποχής πάντα), με τα οποία παρουσιάζονται οι κακοί εξωγήινοι.
Στην ταινία επίσης σίγουρα θα απολαύσετε το οτινανικό cast, το οποίο δένει τέλεια, καθώς και μερικές ηθοποικές προσθήκες που κάνουν την διαφορά, όπως αυτή της Famke Janssen στον ρόλο της ταπεινής καθηγήτριας που αργότερα γίνεται sexy θηλυκό, του...Usher ο οποίος υποδύεται έναν από την ομάδα του football, του Jon Stewart στον ρόλο ενός εκ των καθηγητών, καθώς και της Salma Hayek σε ένα μικρό ρολάκι, μιας που φανταζόμαστε πως ο Rodriguez, απλώς δεν γινόταν να κάνει ταινία χωρίς αυτήν μέσα.
Όσον αφορά τους βασικούς πρωταγωνιστές, όλοι δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό (μεταξύ μας παίζουν σε σενάριο που ο καθένας μας θα ήθελε διακαώς να πρωταγωνιστήσει) χωρίς υπερβολές, με μια αγνώριστη Jordana Brewster, έναν συνήθη ύποπτο Hartnett και έναν Wood σε έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς ρόλους της περίεργης κινηματογραφικής του καριέρας (είναι γεγονός οτι ήρθε σε τούτο τον μάταιο κόσμο προκειμένου να υποδυθεί μόνο τον Frodo).
Κατά τα άλλα αν περιμένεις κλασική σχολική σκηνοθεσία, μερικές extra gore στιγμές και αναφορές σε βιβλία όπως το "Invasion of the Body Snatchers", δεν πέφτεις έξω μιας που τα παιδιά βασίζουν ακριβώς πάνω εκεί όλα τα ύποπτα συμπτώματα περί της αλλαγής στην συμπεριφορά των καθηγητών τους.  Εγώ να προσθέσω πάντως πως η όλη κατάσταση θυμίζει εκδοχή του "The Breakfast Club", υπό το πρίσμα βέβαια μιας εξωγήινης απειλής.


Εν κατακλείδι το "The Faculty" αποτελεί μια απολαυστική και καθόλα διασκεδαστική επιστροφή στο πρόσφατο ή και πιο παλιό παρελθόν σου.  Εγγυημένη πρόταση για ημέρες με περίεργα mood swings.  Believe me.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι μεταξύ μας την Ms. Burke, όλοι θα την ήθελαν να παραμείνει όπως έγινε μετά, οτι ο Hartnett είναι κατά τα άλλα διάνοια και πως όταν δεις μια γηραιά καθηγήτρια να πέφτει νεκρή πάνω σου, μέσα στην ντουλάπα του γραφείου των καθηγητών, σημαίνει πως ήρθε η ώρα να την κάνεις.  Plus, μάθε να κρύβεις επιτέλους τα πορνό σου και σε κάποιο άλλο σημείο πέρα από κάτω από το στρώμα σου.


 TRIVIA
  • Όταν ο Casey περιποιείται τα τραύματά του στην τουαλέτα, πάνω από το κεφάλι του είναι ένα γκράφιτι που λέει, "Τito & Tarantula", το όνομα της μπάντας που χρησιμοποιούσε ο Rodriguez σε διάφορες ταινίες του όπως το "Desperado" και το "From Dusk till Dawn".
  • O Jon Stewart παίζει τον καθηγητή Edward Furlong.  Στην πραγματικότητα ο ηθοποιός Edward Furlong υποδύθηκε τον John Connor στο "Terminator 2: Judgment Day", στην οποία τον καταδίωκε ο T-1000 Εξολοθρευτής, τον οποίο υποδυόταν ο Robert Patrick.  Ο Patrick υποδύεται επίσης στο The Faculty τον προπονητή της ομάδας football.
  • Ένα σύνθημα που φαίνεται στα αποδυτήρια λέει "Τhe will to win comes from within", αρκετά ταιριαστό αν σκεφτεί κανείς πως κάτι τέτοιο ισχύει και στην περίπτωση των παρασιτικών εξωγήινων οι οποίοι θέλουν να κερδίσουν, λειτουγόντας "μέσα" από τους ξενιστές/ανθρώπους.
 (ΠΗΓΗ IMDB)

Δευτέρα 1 Απριλίου 2013

Triangle: Punishment comes in waves...

Καλημέρα σε όλους, καλή εβδομάδα και καλό μήνα να έχουμε!  Προσοχή με τα ψέματα που θα σας πουν και θα πείτε σήμερα, 1η Απριλίου, και μέρα χαρά Θεού απόξω.  Μυρωδιές, ήλιος και ελαφρύ αεράκι, οτι πρέπει για μια γνήσια, ανοιξιάτικη μέρα.  Το λοιπόν, θα ξεκινήσουμε την εβδομάδα μας με μια ταινία, οχι και τόσο χαρούμενη, την οποία είχα δει κάτι μήνες πριν.  Θα ξεκινούσα με το "Stoker" (που κι αυτή δεν την λες αισιόδοξη), αλλά επειδή είμαι άτομο εμμονικό, και κάτι έχει σκαλώσει στο laptop μου, και περιμένω να δω τι ακριβώς είναι, σας το λέω από τώρα, δεν θα είχα και πολύ μυαλό να ασχοληθώ όπως θέλω με την ταινία του Chan-wook Park.  Συνεπώς, και επειδή Δευτέρα είναι, καλό είναι να δούμε και καμιά ταινία, ασχέτως αν κατα βάθος ξέρω πως όλοι θα δείτε αφενός, το τελευταίο επεισόδιο του "The Walking Dead", και αφετέρου, το πρώτο επεισόδιο της νέας σεζόν του "Game of Thrones".  Θα κάνω τα στραβά μάτια και θα σας προτείνω το "Triangle", μια ταινία πολύ διαφορετική από αυτό που θα περιμένατε...


H Jess (Melissa George), είναι μια μοναχική μητέρα, η οποία ζει μαζί με τον αυτιστικό της γιο, σε ένα μικρό σπίτι κάπου στην Αυστραλία.  Παρά το γεγονός πως φαίνεται να αντιμετωπίζει δυσκολίες στο μεγάλωμα του παιδιού, εντούτοις μοιάζει να μη τα παρατάει εύκολα, μιας που καταφέρνει να ανταποκρίνεται στις ανάγκες του, με περίσσια φροντίδα και αγάπη.
Όταν μια μέρα αποδεχτεί την πρόταση ενός φίλου, για μια ιστιοπλοϊκή απόδραση, παρέα με μερικούς ακόμη γνωστούς, η Jess, θα αρπάξει την ευκαιρία, προκειμένου να περάσει ένα ξέγνοιαστο-όσο γίνεται δηλαδή-Σάββατο, μέσα στην θάλασσα και τον ήλιο, αποζητώντας ουσιαστικά μερικές ώρες ανάπαυλας από την φροντίδα του μικρού της αγοριού, ο οποίος βρίσκεται έτσι κι αλλιώς ασφαλής στο "ειδικό" σχολείο για αυτιστικά παιδιά.
Ενώ όμως η βαρκάδα εκτυλίσσεται ειδυλλιακά, μια ξαφνική καταιγίδα, θα οδηγήσει το πλήρωμα στην αναζητήση καταφυγίου σε ένα διερχόμενο πλοίο, το οποίο θα σταματήσει για να τους περιμαζέψει.  Με την μόνη διαφορά πως, όπως και εσύ μπορείς να φανταστείς, κάτι φαίνεται να πηγαίνει πολύ, πολύ στραβά πάνω σε αυτό το κατά τα άλλα, εγκαταλελειμμένο πλοίο.  Κάτι, που μοιάζει να έχει τις ρίζες του στην ύπαρξη και τις επιλογές της ίδιας της Jess...


Για τον σκηνοθέτη της ταινίας, Christopher Smith, δεν έχουμε και πολλά να πούμε, από την άποψη, πως έχουμε ήδη πει, όταν είχα γράψει στο blogaki, μια ακόμη ταινία του, και συγκεκριμένα το μεσαιωνικό, "Black Death". 
Ο ίδιος αν και μετράει στο βιογραφικό του λίγα σχετικά πράγματα, εντούτοις φαίνεται πως ακόμα και αυτά, τα έχει κατασκευάσει με προσεγμένη πίστη στο ετερόκλητον του αντικειμένου του, μιας που μπορεί τα περισσότερα να χαρακτηρίζονται από μια κοινή γκάμα τρόμου, σασπενσικών πινελιών και καθαρόαιμου θρίλερ, είναι όμως ενταγμένα στην ουσία, σε διαφορετικά, ταινιακά είδη.
Στην προκειμένη περίπτωση το "Triangle", είναι μια ταινία που μπορεί εκ πρώτης όψεως να μη σου γεμίζει και πολύ το μάτι (γεγονός είναι για παράδειγμα πως η αφίσα της, παραπέμπει σε κακό horror, από εκείνα του σωρού που τείνουν να γεμίζουν τα ράφια των dvdάδικων), είναι όμως ένα ταινιάκι που απλώς αποφασίζει να αποκαλύψει αργά αργά τα χαρτιά του στους θεατές, κρατώντας κρυμμένους άσσους, που εξακολουθούν να βγαίνουν από το μανίκι, μέχρι και λίγο πριν από το τέλος της.  Σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να πιστέψετε πως τα πράγματα είναι τόσο απλά, όσο σε μια περιεκτική κριτική που μπορεί να διαβάσετε κάπου για το συγκεκριμένο εργάκι, μιας που όποιος αποφασίσει να σας την προτείνει, είναι γεγονός, πως δεν μπορεί να πει και πολλά πράγματα, παρά να περιοριστεί στα απολύτως απαραίτητα.  Και αυτό, γιατί το "Triangle" είναι από τις ταινίες που βλέπονται μια μόνο φορά, χάρη στις "εκπλήξεις" που σου επιφυλάσσει, και τις οποίες δεν απολαμβάνεις εννοείται στον ίδιο βαθμό, αν αποφασίσεις να την τιμήσεις, για δεύτερη φορά.  Προσωπικά, ακόμα ψάχνομαι να δω, ποια είναι η πρέπουσα παρουσίαση, με την οποία θα μπορέσω να αναφερθώ σε αυτήν όπως θέλω, αλλά και με τα λιγότερα-ή και καθόλου-spoilers...


Καταρχάς όσοι είχατε τσεκάρει την κριτική της ταινίας, "The Ghost Ship", την οποία είχα βάλει πρόσφατα (και ξαναλέω οτι δεν είναι η μεταφυσική, κακοφτιαγμένη χαζομάρα του 2002, με τον ίδιο τίτλο), μπορείτε να καταλάβετε σε ένα βαθμό και το consept, το οποίο κρύβεται πίσω από το "Triangle".
Οι ομοιότητες ως προς τις ονομασίες των δυο πλοίων, του κακού που μοιάζει να ελοχεύει σε κάθε γωνία και να πλανάται πάνω από τα κεφάλια των ηρώων, της εμπλοκής της ελληνικής μυθολογίας και του γενικότερου κλίματος που επικρατεί, σίγουρα δεν μπορεί να είναι τυχαίες, μιας που είναι πολύ πιθανό ο Smith, να εμπνεύστηκε από τα b-movies των περασμένων δεκαετιών, προκειμένου να δημιουργήσει τον νιχιλιστικό κόσμο της δικής του ταινίας. 
Εκτός βέβαια από μια σαφέστατη νύξη απέναντι σε παλαιότερες και ίσως, λιγότερο γνωστές επιδράσεις, ο Smith, καθιστά ξεκάθαρη και την επιρροή που μάλλον του άσκησε μια από τις καλύτερες και πιο κλασικές ταινίες, εσωτερικού τρόμου, που έγιναν ποτέ: το "The Shining" του Stanley Kubrick.
Χωρίς σαφέστατα να θέλω να προχωρήσω στο οποιοδήποτε spoiler, αναφορικά με το τι ακριβώς γίνεται στην ταινία, μπορώ εντούτοις να σας πω, πως η σύνδεση με την "Λάμψη", είναι πολύ πιο ουσιαστική απ'οτι αφήνουν να εννοηθεί, μερικά κοινά αντικείμενα και σκηνές.  Για παράδειγμα, έχουμε ένα τεράστιο, εγκαταλελειμμένο πλοίο, το οποίο θα αποτελέσει το σκηνικό της δράσης των ηρώων, ακριβώς όπως και το "Overlook Hotel", στην ταινία του μεγάλου σκηνοθέτη.  Έρημο ξενοδοχείο από τη μια, έρημο υπερ-καράβι από την άλλη.  Παράλληλα, τόσο οι φαντασιώσεις του Jack, μέσα στο ξενοδοχείο, οι οποίες τον οδηγούν στις παλιές, καλές, χρυσές εποχές της περιοχής, με την αίθουσα χορού να λειτουργεί και τους πάντες να διασκεδάζουν τσουγκρίζοντας σαμπάνιες, όσο και το ντεκόρ του πλοίου στο "Triangle", παραπέμπουν σε περασμένες χρονιές, οι οποίες μοιάζουν να έχουν σφραγίσει με την κατάληξη και την μοίρα τους, τους δυο αυτούς χώρους.  Μια ακόμη ομοιότητα παρατηρείται, όσον αφορά την ύπαρξη των λαβύρινθων, ο οποίος είναι μεν πιο ξεκάθαρος στην Λάμψη, είναι δε εμφανής σε έναν βαθμό, και μέσα στο πλοίο, χάρη στους δαιδαλώδεις διαδρόμους, μέσα από τους οποίους οι ήρωες, καλούνται να λύσουν το τρομερό μυστήριο.
Αν σε αυτές τις αυταπόδεικτες ομοιότητες, προσθέσετε την ύπαρξη ενός τσεκουριού, μιας αίθουσας χορού (ballroom), καθώς και ενός δωματίου που φέρει τον αριθμό 237 στην πόρτα (ναι, όλα αυτά υπάρχουν στην ταινία του Smith), τότε γίνεται κάτι περισσότερο από εμφανής η διάδραση ανάμεσα στα δυο films.  Υπάρχει κάποια χειροπιαστή ταύτιση ανάμεσα τους;  Οχι.  Υπάρχουν όμως σκηνές και αντικείμενα, που λειτουργούν σαν πρώτης τάξεως 'easter-eggs';  Βεβαιότατα...


Και φυσικά δεν σταματάμε μόνο εκεί.  Τόσο ο κλειστοφοβικός τρόμος που μοιάζει να πνίγει το ξενοδοχείο του Kubrick, όσο και αυτός που βυθίζει τον κόσμο του πλοίου στην παράνοια, αποτελούν τα καλύτερα, πρόσφορα εδάφη, προκειμένου να παιχτεί το φοβικό δράμα των πρωταγωνιστών, οδηγώντας μας κάθε φορά και σε διαφορετικά συμπεράσματα.  Για παράδειγμα πολλοί είχαν θεωρήσει πως η νουβέλα του King, αποτελούσε μια στοχευμένη γροθιά στο αμερικάνικο όνειρο και την οικογενειακή πραγματικότητα του πατριώτη Αμερικάνου, ακόμα και αν ο τρόπος που μεταφέρθηκε στην οθόνη, μάλλον είχε να κάνει με την εντελώς προσωπική ματιά του Kubrick, ο οποίος ήθελε να διηγηθεί τις δικές του ιστορίες (από το πως σκηνοθέτησε μαζί με τις μυστικές υπηρεσίες, την προσεδάφιση του Apollo 11 στην σελήνη, μέχρι το κεκαλυμμένο του κατηγορώ, απέναντι στις θηριωδίες του Γ' Ράιχ).  Στην προκειμένη περίπτωση, το "Triangle", μάλλον εξετάζει την θεματική του, μέσα από ένα καθαρά μυθολογικό πρίσμα, μέσα στο οποίο ο δημιουργός του, αποφασίζει να πετάξει και ορισμένα μοιρολατρικά ψήγματα, αναπόφευκτου μέλλοντος και εσωτερικής συνειδητοποίησης, τα οποία έρχονται και κλειδώνουν στο τέλος του, τότε δηλαδή που το τοπίο μοιάζει να καθαρίζει ολοκληρωτικά.
Έχετε στο μυαλό σας πως τα πάντα, παίζουν τον δικό τους ρόλο σε αυτό το underrated ταινιάκι, καθώς τίποτα δεν μοιάζει τυχαίο και φύρδην μίγδην ριγμένο μέσα στο σενάριο.  Αν πάρουμε για παράδειγμα το όνομα του πλοίου (Aeolus) και σκαλίσουμε λίγο την ελληνική μυθολογία (ή και οχι, μιας που που αναφέρεται μέσα στην ταινία αυτό που ο θεατής πρέπει να αντιληφθεί), θα δούμε οτι θεωρείτο ο πατέρας του Σίσυφου, ο οποίος είχε τιμωρηθεί από τους Θεούς επειδή ξεγέλασε τον Άδη.  Και η τιμωρία του;  Να ανεβάζει στην αιωνιότητα έναν μεγάλο βράχο στην κορυφή ενός βουνού, μέχρι που εκείνος έπεφτε από την άλλη μεριά, και ο Σίσυφος, αναγκαζόταν να τον ανεβάζει για ακόμη μια, ατέλειωτη φορά.  Τι σχέση έχει όμως αυτό με την ταινία;  Πιστέψτε με, μεγάλη...


Εκτός από την σκηνοθεσία η οποία περνάει στο μεδούλι σου τις απαραίτητες δόσεις φόβου, η ερμηνεία της Melissa George είναι ιδανική.  Φοβισμένη, μπερδεμένη και έτοιμη για όλα, σίγουρα καταφέρνει να σε κρατήσει στην άκρη της θέσης σου, μέχρι το αναπόφευκτο φινάλε που σκάει στο πρόσωπό σου, μαζί με την δική της τρομακτική συνειδητοποίηση, δημιουργώντας ένα αποτέλεσμα τρομακτικό και οδυνηρά εφιαλτικό.
Το "Triangle" είναι ένα καλοστημένο ταινιάκι τρόμου και πολλών άλλων, και καλά θα κάνεις να το δεις, αν δε το έχει ήδη τσεκάρει.  Και φυσικά περιμένω γνώμες, γιαί δεν φαντάζεσαι πως με "τρώει" να το συζητήσω.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι ο Liam Hemsworth έχει υπάρξει τούμπανο, οτι θεωρείται γρουσουζιά να σκοτώσεις έναν γλάρο, πριν από ένα ναυτικό ταξίδι και οτι το τρέξιμο που έριξε αυτή η George στην ταινία, απλά δεν υπάρχει.

To trailer το αποφεύγω, μιας που τα spoilers είναι άπειρα.

No trivia

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2013

Fido: It's hard to find-o a good zombie

Γεια σας, γεια σας!  Αργήσαμε λιγάκι να γράψουμε σήμερα, αλλά τι να γίνει που είμαι και εγώ από το πρωί στους δρόμους για διάφορες δουλείες, plus, ολίγον αρρωστούλα με τον λαιμό μου.  Περαστικά μου!
Το λοιπόν, δεν ξέρω αν τα μάθατε, αλλά αυτό το Σάββατο θα πραγματοποιηθεί το ετήσιο Zombie Walk Athens στην Πλατεία Συντάγματος, στο οποίο όπως καταλαβαίνετε, ντύνεστε το αγαπημένο σας ζομπάκι και σκάτε μύτη με φίλους και γνωστούς, για...αργό parade και mood απέθαντου.  Για περισσότερες λεπτομέρειες μπορείτε να τσεκάρετε και το official page της εκδήλωσης στο facebook.  Όλο αυτό το intro φυσικά και δεν το έκανα χωρίς λόγο, μιας που λόγο της επερχόμενης, πωρωτικής εκδήλωσης (στην οποία το Reel.gr είναι χορηγός), είπα να μπω σε ανάλογη διάθεση από σήμερα, με ένα ταινιάκι που περιλαμβάνει ζόμπια, αρκετά διαφορετικά απ'οτι τα έχουμε συνηθίσει.  "Fido" λοιπόν.


Κάπου σε ένα εναλλακτικό, '50s σύμπαν, οι πεθαμένοι ήρθαν και πάλι στην ζωή, όταν μια ραδιενεργή σκόνη από το διάστημα, έπεσε στην Γη, και τους έκανε να περπατήσουν και πάλι αργά και νωχελικά πάνω της.  Ακολούθησαν οι "Zombie Wars", οι οποίοι οδήγησαν το φρέσκο, ζωντανό, ανθρώπινο είδος στην νίκη, μετατρέποντας στην ουσία τους περπατιστούς απέθαντους σε σκλάβους.  Τους σκλάβους αυτούς φροντίζει να προμηθεύει η επικρατούσα οργάνωση, Zomcom, η οποία έχει αναλάβει χρέη προστάτη μετά το τέλος του πολέμου, σε μια προσπάθεια να κρατήσει τα εναπομείναντα ζόμπι, μακριά από τα ονειρεμένα, αμερικάνικα προάστια.  Παράλληλα, φροντίζει να παρέχει σε κάθε ζόμπι από ένα κολάρο, το οποίο έχει την δυνατότητα να εκμηδενίζει την σαρκοφάγα διάθεσή του, μετατρέποντάς το σε πειθήνιο πλάσμα, έτοιμο να κουρέψει το γκαζόν, να σου φτιάξει μια πίτα ή να ικανοποιήσει τις...περίεργες, σεξουαλικές σου ορέξεις.
Μέσα σε αυτό το αλλοπρόσαλλο κλίμα, ένας πιτσιρικάς, ο Timmy, θα βρει στο πρόσωπο του οικιακού του ζόμπι, με το όνομα Fido (Billy Conolly), τον φίλο και τον πατέρα που ζητά, μιας που ο δικός του φαίνεται να ενδιαφέρεται περισσότερο για τα κυριακάτικα γκολφ, παρά για τον ίδιο.  Παράλληλα και η μητέρα του, Helen, (Carrie-Anne Moss), μοιάζει να συμπαθεί και να αποδέχεται τα...απομεινάρια του Fido, προκαλώντας σούσουρα στην κουτσομπόλα γειτονιά.  Και εν το μεταξύ ο Fido, έχει και αυτός τις δικές του...ορμές.


Μέσα στο συνονθύλευμα των ίδιων, επαναλαμβανόμενων μοτίβων που αφορούν την νεκροζώντανη θεματική που πρώτος έθεσε στη βάση της ο George Romero, το "Fido" αποτελεί μια ανάσα φρέσκιας ιδέας, η οποία έσκασε το 2006, και την οποία και εσύ μπορεί μέχρι σήμερα να μην έχεις ανακαλύψει.  Κακώς, γιατί κι εγώ τώρα την ανακάλυψα.  Παρόλα αυτά, είτε την έχεις ήδη δει, είτε πρόκειται να την δεις κάποια στιγμή από εδώ και πέρα, σίγουρα θα συμφωνήσεις με το γεγονός, πως ο σκηνοθέτης Andrew Currie, αφήνει σίγουρα περιθώριο για εναλλακτικές προτάσεις που περιλαμβάνουν τις πολυφορεμένες ιδέες των ζόμπι, του αιμάτινος φαγώματος και της όλης αισθητικής που συνήθως ακολουθεί αυτές τις ταινίες.
Το να καταφέρνεις να επαναπροσδιορίσεις στην ουσία ένα είδος, το οποίο από πολλούς (και από εμένα), θεωρείται στο μεγαλύτερο μέρος του βαλτωμένο, δεν είναι εύκολη δουλειά, αλλά απαιτεί full φαντασία και μια έξυπνη ιδέα.  Όπως ακριβώς το ανόσιο δίδυμο των Simon Pegg και Edgar Wright, αποφάσισαν να παρωδίσουν με φλεγματιό τρόπο την ιστορία των ζόμπι, στο ανεκδιήγητα καλό, "Shaun of the Dead", έτσι και ο Currie, είπε να συνδυάσει την κλασάτη εποχή της δεκαετίας του '50, με την βρωμερή σαπίλα των νεκροζώντανων, προκειμένου να δημιουργήσει ένα πρωτότυπο στην σύλληψη και εξαιρετικά εκτελεσμένο ταινιάκι, το οποίο έχει και άλλα να σου πει (ιδιαίτερα όσον αφορά το στήσιμό του), αν βεβαίως του το επιτρέψεις.


Παραπέμποντας σαφέστατα σε κινηματογράφο περασμένων ετών, ο δημιουργός του "Fido" φροντίζει οχι μόνο να στιλιζάρει την εικόνα του και να φέρει μπροστά από την κάμερά του, τα απαραίτητα για την εποχή props, όπως για παράδειγμα τα εντυπωσιακά ντυσίματα και τα εκτυφλωτικά αυτοκίνητα, αλλά επιλέγει να "παίξει" και με την χρωματική του παλέτα, ταυτίζοντας στην ουσία την λειτουργική παρουσία του Technicolor, όπως αυτή αποτελούσε ολόκληρη, εικαστική σχολή στις παλιές ταινίες, με αυτό το σπτιρτόζο, b-movie ταινιάκι, ζομπιακής υπόθεσης.
Αν κάποιος είχε διαβάσει την κριτική μου για την ταινία, "The Adventures of Robin Hood" (ή είχε προσπαθήσει να την διαβάσει, μιας που μου είχε βγει μπόλικη), σίγουρα θα έχει καταλάβει ήδη τι εννοώ, μιας που η ταινία αυτή του Michael Curtiz, αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα εννοιολογικής χρήσης του Technicolor.  Για παράδειγμα ενώ εκεί, η Λαίδη Μάριον, αρχίζει σταδιακά να ταυτίζεται χρωματικά, με το παρδαλό outfit του Robin, δηλώνοντας ξεκάθαρα το προοδευτικό δέσιμό τους, βλέπουμε οτι συνεχίζει να τον "ακολουθεί" με τον ίδιο τρόπο, ακόμα και όταν τα πράγματα δυσκολεύουν για εκείνον, οπότε και περνάμε σε πιο σκούρες, ενδυματολογικές αποχρώσεις.  Αυτοστιγμεί, η Marion μεταπηδά στα μελανόχρωμα ρούχα (σκούρο πορφυρό, μωβ, καφέ), προκειμένου να αντιληφθούμε εμείς ως θεατές, το γεγονός, οτι συμπαραστέκεται μεν σιωπηρά στα δεινά του Robin, δηλώνοντας δε με καταφανώς κινηματογραφικό (και άρα οπτικό τρόπο), την ταύτισή της μαζί του: μέσω των χρωματικών διακυμάνσεων των κοστουμιών.  Ε λοιπόν, την ίδια ακριβώς τακτική, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει εδώ κι ο Andrew Currie, προκειμένου να είναι μέσα στο κλίμα της παλιακής σκηνοθεσίας.


Χαρακτηριστικό είναι πως και η μητέρα του Timmy, αρχίζει σιγά σιγά να εκδηλώνει το ενδιαφέρον της για τον Fido, μέσω των χρωματιστών της φορεμάτων, τα οποία όποτε βρίσκεται κοντά του, κυμαίνονται στα χρώματα του έντονου πράσινου, του φλογερού κόκκινου και κάθε άλλης ζωηρόχρωμης απόχρωσης.  Όσο φαίνεται πως ανταποκρίνεται σε αυτά ο Fido, τόσο μοιάζει να απωθείται ο ίδιος της ο σύζυγος, σε κάθε σκηνή με τον οποίο, ακόμα και αν εκείνη ντύνεται με φουλ χρώμα, εκείνος επιμένει στα πιο ξεπλυμένα και συντηρητικά, απόδειξη οτι η δική του μεταστροφή, μάλλον δεν ανταποκρίνεται σε θετική στάση απέναντι στο ζόμπι του σπιτιού.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η χρήση της τριχρωμίας κόκκινο-κίτρινο-μπλε, η οποία θεωρείτο οτι αποτελούσε την οπτική ολοκλήρωση που το μάτι του θεατή, αναζητούσε στις ταινίες περασμένων δεκαετιών, διακαώς και εντελώς υποσυνείδητα.  Αν προσέξει κανείς το "Fido", θα δει πως η ταινία, μάλλον παραμένει πιστή σε αυτόν τον κώδικα, μιας που η ύπαρξη του ενός χρώματος, είναι σχεδόν σίγουρο πως αργότερα, θα συνοδεύεται από την παρουσία και των άλλων δυο.  Προσέξτε σε μια σκηνή για παράδειγμα, την ύπαρξη λουλουδιών σε ένα πεζοδρομιακό παρτέρι (κίτρινα και κόκκινα) και πως αυτά αποκτούν ξαφνικά μια παραπάνω, ξεκάθαρη πινελιά του background, όταν έρχεται και σταματάει δίπλα τους, ένα εκτυφλωτικά μπλε αυτοκίνητο.
Τέτοιου είδους τεχνάσματα, μπορεί να τσεκάρει κανείς καθ όλη την διάρκεια της ταινίας, γεγονός, που της προσδίδει ένα παραπάνω αυθεντικό touch, το οποίο έρχεται σε έντονη αντίθεση, με το εσκεμμένο gore του θέματος.


Αν θες να μάθεις πως τα πάνε οι ερμηνείες, θα σου πω πολύ καλά, μιας που η Moss, προσδίδει την απαραίτητη εκλεπτυσμένη, αλλά και τσαμπουκαλεμένη της γοητεία, o σύζυγος Dylan Baker την απολαυστικά χλεχλέδικη παρουσία του, ενώ την ανατροπή κάνει ο θρυλικός κωμικός Billy Conolly στον ρόλο του Fido, τον οποίο ομολογουμένως δεν είχα αντιληφθεί πως έπαιζε αυτός, μέχρι που άρχισα να γράφω για την ταινία.  Εξαιρετικά...γρυλιστικός!
Το "Fido" είναι μια ταινία που καταφέρνει να ενώσει ετερόκλητα είδη (ολίγον από horror, ολίγον από παρωδία, κωμωδία και film εποχής), συνδυάζοντάς τα αρμονικά, και σερβίροντας ένα όμορφο αποτέλεσμα που σίγουρα θα σε αφήσει ικανοποιημένο με τις ισορροπημένες του δόσεις.  Τσέκαρέ το αμέσως.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι η Carrie-Anne Moss ήταν πραγματικά έγκυος στα γυρίσματα, οτι ο γλοιώδης γείτονας με το όνομα Mr. Theopolis, αποδεικνύει οτι παντού υπάρχει ένας Έλληνας και οτι μάλιστα πάντα παίρνει το πιο φίνο γκομενάκι.  Εν προκειμένω ένα θηλυκό ζόμπι με μίνι φούστα και ξανθό μαλλί.  Αμ πως!


No trivia 






Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

John Dies at the End: Soy Sauce is good for you

Γεια σας, γεια σας για ακόμη μια φορά!  Σήμερα, με τον καιρό να μας τα έχει χαλάσει μια και καλή, είναι πολύ πιθανό να αναζητήσετε μια εναλλακτική βραδιά, από αυτή που είχατε στο μυαλό σας, αναφορικά με κάποια έξοδο.  Φυσικά αναφέρομαι σε μια βραδιά στο σπίτι, με ταινιούλα, καλή παρέα και τζέρτζελο.  Και σας έχω το κατάλληλο πράγμα: "John Dies at the End".
Πριν περάσουμε όμως σε αυτό να σας θυμίσω για ακόμη μια φορά, οτι από τις 15 Φεβρουαρίου θα ξεκινήσουν τα πολυαγαπημένα μας Blogoscars για την πρέπουσα απονομή της...κινηματογραφικής δικαιοσύνης.  Όσοι δεν έχετε ακόμα εγγραφεί, μην ξεχνιέστε (αλλά και μην αγχώνεστε, μιας που η συμμετοχή θα λήξει στις 14 Φλεβάρη) και μπείτε εδώ (http://blogoscars.gr/post/40596761690/blogoscars-2013) προκειμένου να τσιμπήσετε μια θέση στην λίστα των συμμετεχόντων.
Και αφού τα'παμε και αυτά, περνάμε στο σημερινό μας ζουμί.  "John Dies at the End" then.


Όταν ένα νέο ναρκωτικό αρχίσει να κάνει τη γύρα του στην αγορά, δυο φίλοι, ο John (Rob Mayes) και ο Dave (Chase Williamson), θα βρεθούν προ...περίεργων εκπλήξεων όταν διαπιστώσουν οτι το "πράμα" με την ονομασία 'Soy Souce', το οποίο παραπέμπει σε μαύρη, γυαλιστερή γλίτσα, δεν σου προκαλεί τις γνωστές παρενέργειες των ναρκωτικών, αλλά μοιάζει να λειτουργεί περισσότερο σαν ένα μπουστάρισμα του εγκεφάλου σου, ο οποίος είναι πλέον σε φάση να αντιληφθεί το πως έχει πραγματικά, ο κόσμος που μας περιβάλει.
Η μαύρη σάλτσα, φαίνεται πως κρύβει από πίσω ένα τεράστιο, παγκόσμιο μυστικό το οποίο θέτει σε άμεσο κίνδυνο την ύπαρξη ολόκληρης της ανθρωπότητας, με αποτέλεσμα η σωτηρία αυτής να επαφίεται σε εκείνους που κατέχουν την γνώση, και άρα τους δυο, νεαρούς πρωταγωνιστές.  Στην πραγματικότητα, αυτή η ενέσιμη ουσία "ανοίγει" τα μάτια και το μυαλό, προκειμένου το άτομο να αντιληφθεί την ύπαρξη διαφορετικών διαστάσεων, τεράτων και απόκοσμων πλασμάτων, όπως αυτά περιδιαβαίνουν στον κόσμο μας, και μπαινοβγαίνουν σε αυτόν, από τα ποικίλα portals που διατηρούν, για την πιο εύκολη...μεταφορά τους, από και προς την γήινη πραγματικότητα.  O John και ο Dave, είναι τώρα οι μόνοι που μπορούν να δώσουν ένα τέλος σε αυτή την απόκοσμη απειλή που έχει βάλει στόχο τον αφανισμό του ανθρώπινου είδους.  Θα προλάβουν όμως;


Ο σκηνοθέτης της ταινίας, Don Coscarelli, δεν είναι και ο πιο mainstream τύπος που θα μπορούσες να φανταστείς, μιας που η κινηματογραφική του καριέρα κάθε άλλο, παρά σε εμπορικές επιτυχίες και βαρετές ιστορίες αναλώνεται.
Ακολουθώντας κατά πολλούς το παράδειγμα του μεγάλου Romero, ο οποίος έκανε την ιδέα του ζομπι, pop, ταυτίζοντάς το μια για πάντα με τις ταινίες τρόμου, αλλά και με βαθύτερες κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις, ο Coscarelli έπλεξε τον δικό του φανταστικό μύθο, ο οποίος μπορεί να μην έφτασε ποτέ το μέγεθος και την σινεματική αξία του Romero, κατάφερε εντούτοις να βρει μπόλικους θερμούς υποστηρικτές, δημιουργώντας το δικό του cult franchise, με την αρχή να γίνεται το 1979, και το "Phantasm".  Αργότερα ακολούθησαν πολλά ακόμη sequels, τα οποία από την εποχή του '70, βρήκαν πρόσφορο έδαφος μέχρι και τις μέρες μας, με την τελευταία προσθήκη (προς το παρόν δηλαδή), να γίνεται το 1998 με το "Phantasm IV: Oblivion".
Ο ίδιος βέβαια δεν αρκέστηκε στον δικό του μύθο, αλλά ενέταξε στην πορεία του και άλλα είδη, όπως το φαντασιακό "The Beastmaster", κάτι μεταξύ He-Man, Κόναν ο Βάρβαρος και She-ra, με έναν πρωταγωνιστή με αδαμιαία περιβολή και ορδές από ζώα(!), τα οποία τον βοηθούν στο εκδικητικό του ταξίδι.  Βεβαίως δεν γίνεται να μην κάνουμε και μια αναφορά στο πιο millennium δημιούργημά του, το original, και απόλυτα τρελιάρικο "Bubba Ho-Tep" (το έχουμε φιλοξενήσει και εδώ στο blog), και στο οποίο ένας γηραιός Elvis και ένας...έγχρωμος Kennedy(!!), βρίσκονται μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, η οποία τους έχει έτσι κι αλλιώς για νεκρούς, ζώντας σε ένα ήσυχο γηροκομείο κάπου στην Αμερική.  Εκεί οι δυο τους θα πρέπει να ενώσουν τις δυνάμεις τους, προκειμένου να αντιμετωπίσουν μια αρχαία απειλή, η οποία εισβάλει στο γηροκομείο και τρέφεται με τις ψυχές των ενοίκων ρουφώντας τες από την...οπίσθια οπή τους.
Αν σου φαίνεται αυτό το story περίεργο, που να δεις και το "John Dies at the End".


Για να μην ξεχνιόμαστε μιας που και εσύ θα το έχεις συνηθίσει δηλαδή, η ταινία βασίζεται σε μια κόμικ νουβέλα τρόμου, με την ίδια ονομασία και συγγραφέα τον Jason Pargin (ο οποίος όμως υπογράφει το βιβλίο του ως David Wong, όπως δηλαδή και ο πρωταγωνιστικός του ήρωας).
Η συγγραφική του προσπάθεια ξεκίνησε το 2001, υπό την μορφή webseries (όπως συμβαίνει αρκετά συχνά τώρα τελευταία), κατέληξε σε printed έκδοση το 2007, ενώ δυο χρόνια μετά κυκλοφόρησε και σε μορφή hard cover.
Η μεταφορά της νουβέλας στην μεγάλη οθόνη, υποθέτουμε πως αποτέλεσε εξαίσιο υλικό στα χέρια ενό b-γούστου γνώστη, όπως ο Coscarelli, και παρά το γεγονός οτι δεν έχω διαβάσει το βιβλίο, μπορώ να αντιληφθώ δυο πράγματα, τα οποία λειτουργούν παράλληλα και ως η ουσιαστική αντίφαση που μπορεί να χαντακώσει, αλλά και να ανυψώσει το συγκεκριμένο επίτευγμα.
Αρχικά, και όπως διάβασα από μερικά forums, το περιεχόμενο του βιβλίου είναι αρκετά διαφορετικό, και όπως είναι αναμενόμενο, πολύ πιο πλούσιο.  Συνεπώς, εκ των πραγμάτων, έχουμε μια ταινία που υστερεί αρκετά, ακόμα και όταν πρόκειται για ένα mindf*ck σενάριο, όπως αυτό.  Από την άλλη πλευρά βέβαια, το να καταφέρεις να αποδόσεις με τρόπο camp, και απροκάλυπτα b, την όλη αισθητική του βιβλίου, ακόμα και αν υστερείς σε λεπτομέρειες, είναι κάτι έτσι κι αλλιώς απολαυστικό, αφού όλοι αναγνωρίζουμε την "δύναμη" του κοινού που διψά για αίμα, βδελυγματικά τέρατα και μυστηριακές διαστάσεις που ξερνάνε τα πλάσματα του χειρότερού σου εφιάλτη.
Συνεπώς καταλήγουμε στο εξής συμπέρασμα: το "John Dies at the End", είναι μια από τις καλύτερες cult ταινίες της χρονιάς, αρκεί να μην έχεις διαβάσει το βιβλίο, προκειμένου να περιμένεις περισσότερα από όσα είναι σε θέση να σου δώσει.  Είναι μια από εκείνες τις ταινίες που πρέπει να την παίρνεις όπως σου έρχεται.  Γεμάτη δηλαδή από οργιώδη φαντασία, αποκρουστικά, ανθρώπινα απομεινάρια και μπόλικες fun πινελιές, που την καθιστούν την ιδανική camp συνοδεία, της τέλειας βραδιάς.


Χωρίς να παίρνει καθόλου στα σοβαρά τον εαυτό της, η ταινία είναι ένα συνονθύλευμα gore και pop αισθητικής, η οποία αν και κάπου στη μέση πάει να χάσει λίγο τον μπούσουλα, καταφέρνει να μαζέψει και πάλι την σκηνοθετική της καλούμπα, εν μέσω γλιστερών οφθαλμών που κάνουν πλοπ και πανέξυπνων, κρακενικών πλασμάτων που παραπέμπουν σε καρπεντερικά κακέκτυπα.
Το "John Dies at the End", συνοδεύεται από έναν από τους πιο "ξεδιάντροπους" τίτλους που έχουμε δει τελευταία, οχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά γιατί από μόνος του θέλει να αποτελέσει ένα τεράστιο spoiler, παραπέμποντας σε εκείνον τον αγαπημένο σου φίλο, που θα σου αναφέρει (καταλάθος, αλλά και τις περισσότερες φορές επίτηδες), το τέλος του βιβλίου που διαβάζεις ή της ταινίας που βλέπεις.  Στην πυρά!
Παρόλα αυτά μην ανησυχείς, γιατί το περιεχόμενο του τίτλου δεν είναι τόσο απλό, ακριβώς δηλαδή όπως και το σενάριο το οποίο έχει βάλει σκοπό να σε κάνει να αναφωνήσεις "wtf?", ουκ ολίγες φορές.  Η αλήθεια πάντως είναι, πως το συγκεκριμένο ανοσιούργημα, δεν ενδείκνυται για τους μη fans του είδους, μιας που μάλλον θα σας προκαλέσει ανακατέματα και αναγούλες.  Αφήστε το καλύτερα σε όσους αρέσκονται στο "άρρωστο" cinema των Cronenberg, μιας που η ταινία θα μπορούσε εύκολα να αποτελεί την πτυχιακή ενός θαυμαστή του sick σκηνοθέτη, γυρισμένη με τα πιο απλά μέσα και ουρλιάζοντας σε κάθε της σκηνή, την low budget προέλευσή της.
Η σκηνοθεσία θαρρείς και έχει πεταχτεί από το παράθυρο, μιας που η ανάγκη χρήσης CGI σε ορισμένες σκηνές, μάλλον παραπέμπει περισσότερο σε ζωγραφιά από το Paint του υπολογιστή, παρά σε κάποια σοβαρή προσπάθεια απόδοσης, ενός τέρατος για παράδειγμα.  Βέβαια, αν είσαι προετοιμασμένος γι' αυτό που θα δεις, καθόλου δε σε χαλάει αυτή η ολοκληρωτική απουσία ενός αξιοπρεπούς εφε, μιας που αυτό είναι και το ζητούμενο: η δημιουργία ενός φιλμ, το οποίο ξεγελάει τον εαυτό του, περιορισμένο σε μια βάση απλοϊκής αναπαράστασης των εκάστοτε στοιχείων, προκειμένου η "δεύτερη" διάστασή του, να γίνει ακόμη πιο αισθητή.  Συνεπώς, μη σας ξενίσει η σκηνοθετική ματιά σε στιγμές, γιατί είναι αυτό ακριβώς που χρειάζεται η ιστορία μας.


Και εκεί που λες οτι μια τέτοια προσπάθεια θα συνοδεύεται από ερμηνείες ηθοποιών που δεν έχεις δει στη ζωή σου, η παρουσία του Paul Giamatti μάλλον αλλάζει λίγο τις ισορροπίες, αφού σε κάνει να απορείς για ποιον λόγο δέχτηκε να παίξει σε μια τέτοια ταινία.  Η απάντηση είναι απλή και προφανής: γιατί είναι cool.  Αυτό.
Εκτός βέβαια από τον αγαπητό κουλτουρέ (ο οποίος έχει παίξει και σε μερικές ηλιθιότητες, να τα λέμε αυτά) ηθοποιό του Hollywood, το πέρασμά του κάνει και ένας ακόμη, λιγότερο γνωστός ονομαστικά, αλλά με μια φάτσα που αν τη μάθεις, δε την ξεχνάς ποτέ ξανά (και να θες δηλαδή).
Ο Doug Jones είναι ένας από τους πιο χαρισματικούς και χαμαιλεοντικούς ηθοποιούς που υπάρχουν εκεί έξω, τον οποίο βλέπεις ως επί το πλείστον να κρατάει τα μπόσικα στις ταινίες, χωρίς να βγαίνει ποτέ στην πρώτη, ερμηνευτική γραμμή.  Ο ρόλος που του έδωσε την ευκαιρία να λάμψει πραγματικά, ήταν αυτός του μυστηριώδους Πάνα, στο αριστοτεχνικό "Pan's Labyrinth" του del Toro, στην ταινία δηλαδή που υποδύθηκε ταυτόχρονα το καλό και το κακό (έπαιζε παράλληλα και τον αποτρόπαιο Pale Man).  Αν και η καριέρα του μετράει συμμετοχές σε μπόλικες ακόμα ταινίες, στις οποίες τις περισσότερες φορές είναι μεταμφιεσμένος σε κάτι, στο "John Dies at the End", τον βλέπουμε να κάνει ένα μικρό, αλλά ουσιαστικό πέρασμα, γεμίζοντας τα πλάνα με το ανάστημα, αλλά και την απόκοσμη παρουσία του.
Το "John Dies at the End" είναι μια ταινία μόνο γι' αυτούς που αγαπούν το συγκεκριμένο είδος.  Έχει χιούμορ και μια περιρρέουσα, οτινανικη διάθεση που δε σε αφήνει ασυγκίνητο.  Το τέλος δε, είναι απλά τέλειο!  Δείτε την για μια χαλαρή, παρεϊστικη βραδιά με μπόλικο ποπ-κορν και sodasssss.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι ο John μοιάζει υπερβολικά με τον Ορφέα Αυγουστίδη(...), οτι τα παϊδάκι και τα λουκάνικα, ποτέ δεν θα μπορέσω να τα ξαναδώ όπως είναι, και οτι ένα ψεύτικο χέρι, μπορεί τελικά, να σώσει την κατάσταση.

 

No trivia






















Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2012

Juan de los Muertos (a.k.a Juan of the Dead): Viva la revolution!

Hello hello!  Σήμερα το σκέφτηκα απο'δω, το σκέφτηκα απο'κει, και αποφάσισα να γράψω για μια ανεξάρτητη ταινιούλα εκ Κούβας, την οποία ήταν να δω στις Νύχτες Πρεμιέρας (τη τελευταία τους μέρα μάλιστα), αλλά τελικά κατέληξα να τη δω λίγο αργότερα.  Και συγκεκριμένα, μόλις ελάχιστες ώρες αργότερα, αγκαζέ με το boyfriend, στο σπίτι.  Η αλήθεια είναι, πως την περίμενα λίγο καλύτερη, αλλά στην τελική το "Juan de los Muertos" είναι μια ταινία-απόλαυση, για όλους τους fan των απέθαντων, που υπάρχουν εκεί εξώ.  Και είναι πολλοί.  Οι fan, οχι οι απέθαντοι.
Με αφορμή λοιπόν και το ξεκίνημα της τρίτης σεζόν του "The Walking Dead" (η οποία ξεκίνησε φορτσάτα, να τα λέμε αυτά), σήμερα η μέρα μας είναι αφιερωμένα στα χαριτωμένα ζόμπια, και δη αυτά της...κουβανικής καταγωγής, τα οποία για πρώτη φορά βλέπουμε στη μεγάλη οθόνη-αν δεν απατώμαι.  Ξεκινάμε λοιπόν.  Γκρρρουααα...


Τον Ιούλιο του 1953, ο Fidel Castro ξεκίνησε την επανάστασή του, κατά του Κουβανού διακτάτορα, Fulgencio Batista.  Το αποτέλεσμα μέτρησε υπέρ του μέχρι σήμερα 'σκυλιού μαύρου' Castro, και έτσι το 1959 ο Batista μάζεψε τα μπογαλάκια του, πήρε το κουβαδάκι του και πήγε σε άλλη παραλία-για να μιλήσουμε και με τρόπο ιστορικό.
59 χρόνια μετά, μια νέα επανάσταση μοιάζει να σιγοβράζει στο κουβανικό έδαφος, με μπροστάρη τον τεμπελχανά Juan (Alexis Diaz de Villegas), και τους έτερους 'συναδέλφους' στη τεμπελιά: τον κολλητό, κοιλαρά του, φίλο, τον ωραίο γιο του φίλου, μια τραβεστί όλα τα λεφτά, καθώς και τον τούμπανο φίλο της τραβεστί, ο οποίος παρά το παρουσιαστικό του, λιποθυμά στο λεπτό, μπροστά στην θέα του αίματος.  Και οι φίλοι μας, έχουν να δουν πολύ αίμα αυτές τις μέρες...


Ενώ όλα φαίνεται να κυλούν με τους ίδιους, νωχελικούς ρυθμούς στη πόλη, περίεργα κρούσματα βίας θα αρχίσουν να κάνουν την εμφάνισή τους, με τον πληθυσμό της περιοχής να μην έχει καλά καλά συνειδητοποιήσει οτι πρόκειται για κάτι πολύ σοβαρότερο: όπως έναν ιό για παράδειγμα που σε κάνει επιρρεπή στη λύσσα, τις άναρθρες κραυγές, το σάπισμα και την ακόρεστη όρεξη για ανθρώπινο κρέας.  Όταν τελικά ο Juan και η παρέα του πάρουν χαμπάρι το κακό που τους έχει βρει (προσθέστε στη παρέα και την νεαρά κόρη του Juan), τότε θα αποφασίσουν να δημιουργήσουν μια κερδοφόρα επιχείρηση, προκειμένου να εκμεταλλευτούν τη δύσκολη αυτή κατάσταση: θα εξοντώνουν-με το αζημίωτο βέβαια-κάθε ζόμπι το οποίο τους ζητείται από τους πελάτες (βλ. υγιείς ακόμη ανθρώπους).  Περιττό να πούμε οτι κάποια στιγμή το πράγμα ξεφεύγει εντελώς.  Ειδικά όταν στη μέση μπαίνει και η κυβέρνηση, η οποία πληροφορεί τους πολίτες οτι αυτοί που προκαλούν τον αιμάτινο χαμό, είναι επαναστάτες του αντίπαλου, πολιτικού μετώπου, οι οποίοι θέλουν να την ανατρέψουν.  Yeah right...


Έκτη μεγάλου μήκους ταινία του Αργεντινού, Alejandro Brugues, ο οποίος μέχρι τώρα έχει σκηνοθετήσει φιλμάκια, που η αλήθεια είναι πως δεν είχα ακούσει ποτέ στη ζωή μου.
Αν δε βαριέσαι να τον ψάξεις λίγο παραπάνω, κάποιοι τίτλοι του είναι οι "Personal Belongings", "Fabula" (σενάριο) και "Frutas en el Cafe" (πάλι σενάριο), αν και μεταξύ μας, δε νομίζω να έχουν το ίδιο fun με τη πιο πρόσφατη, ζομπίστικη προσπάθειά του.
Για την ιστορία, να σου πω επίσης, οτι το "Juan de los Muertos" έχει τσεπώσει σχεδόν όλα τα βραβειάκια των αντίστοιχων κινηματογραφικών φεστιβάλ στα οποία έχει συμμετάσχει, και προφανώς εννοούμε αυτά, του φανταστικού.  Στην Ελλάδα προβλήθηκε στη κατηγορία "Μετά τα μεσάνυχτα" και φανταζόμαστε οτι αν είχε συμμετάσχει στο φεστιβάλ του Sundance, θα ανήκε στη κατηγορία "Midnight Madness", στην οποία πολύ πιθανό και να κέρδιζε.
Βεβαίως μη περιμένετε να κλείσω αυτή τη μικρή, και συνήθως αφιερωμένη στον σκηνοθέτη της ταινίας, παράγραφο, χωρίς να αναφερθώ έστω και λίγο στο επικά cult poster της ταινίας, καθώς θα ήταν ντροπή.
Πολύ κακός Juan που ουρλιάζει στο προσκήνιο, με ψηφιακές πιτσιλιές αίματος στο μπλουζάκι;  Check.  Κοιλαράς φίλος στο πλάι, με bad ass ύφος χιλίων καρδιναλίων και βάλε;  Check.  Υπερcool γιος κοιλαρά φίλου στην άλλη πλευρά, με γυαλί Ray Ban και στάση 'γατάκια-ζόμπι, για ελάτε και θα σας δείξω εγώ.  Γατάκιααα';  Check.  Η αργεντίνικη σημαία να πιάνει όλο το background, ξεσκισμένη και μέσα σε ένα χρώμα κίτρινο σα τον ίκτερο;  Check.  Και φυσικά, κτίρια, εκρήξεις, και ολίγον από σαπιοχέρια στον πάτο του poster;  Μα φυσικά και check.  Απορώ τι άλλο θέλετε.  Μμμ, ίσως τον Godzilla να έχει αρπάξει τον Rex τον τυραννόσαυρο από τον λαιμό, ρίχνοντας δεξί κροσέ στα μούτρα του King Kong, και το George Romero να έχει αναληφθεί στα ουράνια μέσα σε ένα χρυσό φως, καθισμένος σε μια βελούδινη, μπορντό πολυθρόνα.  Ίσως...


Η ταινία είναι ένα από εκείνα τα εντελώς fun φιλμάκια, που συνήθως βλέπεις αραχτός μπροστά στη τηλεόραση, παρέα με τους κολλητούς και απλά κάνεις καφρίλες, αλλά ενδείκνυται και για όταν θες ζόμπι στο menu, χωρίς όμως την μεγάλη τρομάρα βρε αδελφέ!  Βάζεις έτσι να δεις τον Juan, με τον Κουβανοαργεντινό (τι ακριβώς είναι θα σας γελάσω) John Torturo ή αλλιώς Alexis Diaz de Villegas και ξενοιάζεις.
Η αλήθεια βέβαια είναι οτι ο Juan, είναι μια τόσο απροκάλυπτα b-movie φύσεως ταινία, ώστε ούτε οι ίδιοι οι ηθοποιοί δε παίρνουν τους εαυτούς τους στα σοβαρά, παραπέμποντας περισσότερο σε απολαυστικές, cult καρικατούρες, παρά σε ανθρώπους που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν το νεκροζώντανο κακό που τους απειλεί.
Το ωραίο με τη συγκεκριμένη παραγωγή, είναι η ατμόσφαιρα που αποπνέει η ίδια η Κούβα.  Παθιασμένη, καυτή και sexy, είναι πραγματικά αλλόκοτο το πως ο σκηνοθέτης έχει καταφέρει να κρατήσει αυτή την εικόνα, μέσα σε μια ταινία splatter.  Και όμως το κάνει τόσο καλά.  Είτε ρίχνοντας στο παιχνίδι πληθωρικές πόρνες, είτε βάζοντας να παιχτεί ένα ειδύλλιο ανάμεσα στη κόρη του Juan, και τον γιο του κολλητού του, είτε πάλι γεμίζοντας τα πλάνα του από καθάριο, γαλάζιο ουρανό και αλκοολικά τσουγκρίσματα, το σίγουρο είναι οτι ο Brugues δεν είναι καθόλου φειδωλός στη παρουσίαση της Κούβας, την οποία καθιστά ουσιαστική πρωταγωνίστρια, από τα πρώτα κιόλας λεπτά της ταινίας.  Και καλά κάνει.


Αν περιμένεις να δεις μια ταινία με την οποία θα τρομάξεις, σου έχω κακά μαντάτα καθώς αυτό που κυριαρχεί εδώ είναι το χιούμορ και το χιούμορ μόνο.  Οk ο Brugues μπορεί να επιλέγει και ολίγον από συναίσθημα, αλλά μη περιμένετε τίποτα δακρύβρεχτο, καθώς όπως είπαμε ο βασικός σκοπός είναι η πρόκληση μιας κωμικής φρίκης, μέσα σε ένα περιβάλλον που έχει αρχίσει να παραπαίει επικίνδυνα.
Και κάπου εδώ αυτοί που αρέσκονται στο κάτι παραπάνω, θα μπορέσουν να αντιληφθούν την ειρωνεία αυτού του κινηματογραφικού επιτεύγματος, όσον αφορά τη πολιτική του διάσταση.
Η κυβέρνηση εθελοτυφλεί και ενημερώνει τους πολίτες οτι οι νεκροί είναι στασιαστές, επαναστάτες που θέλουν να της πάνε κόντρα, αδιαφορώντας για το πραγματικό πρόβλημα που έχει κατακλύσει ολόκληρη τη Κούβα (και προφανώς, οχι μόνο).
Στην ουσία θα μπορούσαμε να πούμε οτι πρόκειται και για έναν έμμεσο, εύστοχο σχολιασμό, πάνω στην πολιτική ιστορία και τις κοινωνικές αναταραχές της χώρας;  Γιατί οχι;  Εξάλλου στο πρόσωπο των γραφικών ζόμπι, μπορούμε να αναζητήσουμε είτε το αντίπαλο, πολιτικό δέος, είτε την ίδια τη κυβέρνηση η οποία με μυαλό σαθρό, και σάπια πολιτική αντίληψη, εξακολουθεί να χειραγωγεί τους πολίτες της.  Και στη προκειμένη περίπτωση, με κάτι περισσότερο από καταστροφικά αποτελέσματα.
Ως προς τη σκηνοθεσία της, μιλάμε για μια έντιμη προσπάθεια, δεδομένου και του μικρού-όπως όλα δείχνουν-budget το οποίο φαίνεται να είχε η ταινία.  Τα ειδικά εφέ, μοιάζουν πολύ ειδικά και πολύ ψεύτικα, αλλά κάτι μου λέει οτι αυτό είχε στο μυαλό του και ο σκηνοθέτης.  Παράλληλα, οι ευτραπελικές καταστάσεις αποτελούν τη βάση της υπόθεσης, οι οτινανικοί χαρακτήρες το κερασάκι στη τούρτα και γενικώς όλο το γλυκό δένει, χάρη στη προσηλωμένη προσπάθεια του δημιουργού: να κάνει μια "χιουμοριστική", splatter ταινία με ζόμπια και υπόνοιες πολιτικού περιεχομένου.  Μα είναι να μη σ' αρέσει;

Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι ο εναπομένον νεαρός έπειτα από ένα zombie outbreak, είναι πάντα ωραίος, οτι ποτέ δε κατάλαβα γιατί ο χοντρούλης φορούσε τη στολή του δύτη και οτι το τέλος είναι 'πιο χολιγουντιανό πεθαίνεις'.


No trivia