Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φαντασίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φαντασίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2013

The World's End: Beer up and let's boo-boo!

Χαιρετώ για ακόμη μια εβδομάδα.  Παρά το γεγονός πως η διάθεση δεν χτυπάει και ακριβώς ταβάνι, θα προτείνω σήμερα μια ταινιούλα που πρέπει να δείτε για να διασκεδάσετε και να περάσετε μια απόλυτα fun βραδιά, ιδανικά, μαζί με την καλύτερή σας παρέα.
Πριν περάσουμε όμως στο "The World's End", να πούμε και δυο πράγματα για τις ταινίες που βγήκαν στις αίθουσες αυτή την εβδομάδα.  Έχουμε και λέμε λοιπόν: "Diana" (άστο καλύτερα), "Τhe Fifth Estate" (not bad, αλλά μπορούσε και πολύ καλύτερα), "La Grande Belezza" (δες το οπωσδήποτε, θα τα πούμε και απο'δω κάποια στιγμή γι'αυτή τη ταινία), "The Hunger Games: Catching Fire" (πολύ καλή συνέχεια του μέτριου πρώτου που αξίζει να την δεις, ιδιαίτερα αν αρέσκεσαι στην νεανική περιπέτεια φαντασίας) και last but not least, "The Broken Circle Breakdown" (ζευγαρικό σπαραξικάρδιο δράμα αξιώσεων, με εξαιρετικό soundtrack και δυνατές ερμηνείες).
Και τώρα στα δικά μας: "The World's End" it is!


Ο Gary King (Simon Pegg) και οι κολλητοί του, αποτελούσαν τον μόνιμο πονοκέφαλο της μικρής πόλης του Newton Heaven.  Σαν ζωηροί έφηβοι που ήταν, έμπλεκαν διαρκώς σε κωμικά ευτράπελα, έπιναν μέχρι πρωίας και γυρόφερναν τον τοπικό, γυναικείο πληθυσμό που άξιζε την προσοχή τους.
Τα χρόνια όμως πέρασαν, η παρέα διαλύθηκε και ο καθένας τράβηξε τον δρόμο του.  Ή μάλλον οχι ακριβώς, μιας που ο Gary δεν κατάφερε ποτέ να αφήσει πίσω το "ένδοξο", εφηβικό του παρελθόν.  Το αποτέλεσμα τον θέλει εγκλωβισμένο σε μια ενήλικη πραγματικότητα, από την οποία πασχίζει, αλλά δεν καταφέρνει να ξεφύγει.  Σε μια προσπάθεια να κρατηθεί λιγάκι περισσότερο από αυτά που κάποτε έμοιαζαν να έχουν σημασία, θα καλέσει σε reunion τους παλιούς του φίλους, προκαλώντας τους να ολοκληρώσουν την νύχτα της μεγάλης...μπυροποσίας των νιάτων τους.  Η "αποστολή" θέλει την παρέα να επισκέπτεται και τις δώδεκα(!) τοπικές pub, για ένα πρώτης τάξεως αλκοολικό όργιο, προκειμένου να τερματιστεί επιτέλους το λεγόμενο "Golden Mile".  Η επιστροφή τους όμως στην πόλη δεν θα είναι αυτό ακριβώς που είχαν φανταστεί, μιας που κάτι παράξενο μοιάζει να συμβαίνει εκεί και οι ίδιοι θα αποτελέσουν χωρίς να το ξέρουν, την μοναδική ελπίδα σωτηρία της ανθρωπότητας...


Με το "The World's End" ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης Edgar Wright ολοκληρώνει την κινηματογραφική του τριλογία "Cornetto", η οποία έχει χαρακτηριστεί έτσι με αφορμή την παρουσία ενός παγωτού Cornetto τόσο στο "Hot Fuzz", όσο και στο "Shaun of the Dead".  Φυσικά θα το δεις και στο "The World's End", στο οποίο εμφανίζεται ως περιτύλιγμα που παρασύρεται από τον αέρα, κάπου στο τέλος.
Η αλήθεια είναι πως περιμέναμε με ανυπομονησία την συγκεκριμένη ταινία, καθώς όσοι αρέσκονται στο χιούμορ και φυσικά στις πρωταγωνιστικές επιλογές του Wright, ξέρουν πως το δίδυμο Pegg-Frost αποτελούν εγγύηση για μια χαρακτηριστικά διασκεδαστική ταινία.  Όπως αντιλαμβάνεσαι λοιπόν, μιλάμε για ακόμη μια επιτυχία των Βρετανών φίλων μας, την οποία προσωπικά βάζω πολύ ψηλότερα από το αντίστοιχο δείγμα των Evan Goldberg και Seth Rogen, "This Is the End".
Οι δυο ταινίες εκτός από την πασιφανή ομοιότητα των τίτλων, μοιράζονται επί της ουσίας και την ίδια θεματική sci-fi-κής προέλευσης, με την βασική διαφορά να έγκειται στο γεγονός πως οι πρωταγωνιστές του "This Is the End", υποδύονται τους εαυτούς τους.  Ο James Franco, τον James Franco, o Jonah Hill μια ψωνισμένη εκδοχή του και πάει λέγοντας.
Αν και οι δυο ενδείκνυνται για κωμικές βραδιές, εντούτοις το οτινανικό αποτέλεσμα του Rogen είναι γεμάτο καφρίλα, αηδιαστικά ενσταντανέ, σεξουαλικές ατάκες και παρωδία all over the place.  Δεν είναι κακό, απλώς ακολουθεί την πεπατημένη της αμερικάνικης χοντροκοψιάς (η οποία δεν συμβαίνει και πάντα, να τα λέμε αυτά), αλλά και του καυτηριασμού του σύγχρονου star system.  Παρόλα αυτά το "The World's End" κερδίζει για εμένα στα σημεία, για τους λόγους που θα εξηγήσω παρακάτω.


Ας ξεκινήσουμε από το γεγονός πως η ταινία του Wright δεν αποτελεί μόνο αφορμή για γέλια, αλλά παρουσιάζει μέσα στο σύνολό της και κοινωνικοδραματικά δείγματα, τα οποία αναλαμβάνει να βγάλει μπροστά ένας υπέροχος Simon Pegg.
Το γεγονός πως ο Gary King αποτελεί τον συνδετικό κρίκο της παλιοπαρέας, δεν αποτελεί τυχαία επιλογή.  Ο King αποτελούσε το ίνδαλμα των φίλων του, ήταν κυριολεκτικά ο πάλαι ποτέ "βασιλιάς" τους, ο cool, ο γόης, ο αρεστός.  Με το πέρασμα των χρόνων όμως, η αποτυχία συνειδητοποίησης της ενήλικης κατάστασης, ο αλκοολισμός και η αδυναμία να αποτελέσει έναν λειτουργικό, αυτή την φορά, κρίκο της κοινωνίας, δημιούργησαν μια περσόνα γύρω από τον King, η οποία βρίσκεται προσκολλημένη στην εποχή της απόλυτης κυριαρχίας του, της απόλυτης επιρροής του.  Μη τον παρεξηγείται, ο Gary δεν είχε ποτέ βλέψεις να γίνει κάποιος πραγματικά σπουδαίος και τρανός, απλώς να γίνει κάποιος και δη, κάποιος με τον οποίο να μπορεί να τα βγάζει και ο ίδιος πέρα.
Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε πως η ταινία αποτελεί το ψυχογράφημα ενός χαμένου και ολοκληρωτικά παραιτημένου ατόμου, το οποίο συνεχίζει να τρέφει φρούδες ελπίδες σχετικά με την ικανότητά του να σταθεί στα πόδια του και να πετύχει.  Διόλου τυχαία οi Wright-Pegg αντιπαραβάλουν στην όποια επιτυχία των υπολοίπων (οι οποίοι αντιμετωπίζουν με την σειρά τους, τα δικά τους οικογενειακά θέματα), την μανία ολοκλήρωσης του "Golden Mile" από τον Gary, καθώς αυτό αποτελεί τελικά και το μοναδικό επίτευγμα σε ολόκληρη την ταλαίπωρη ζωή του.  Έχει ανάγκη να πιστέψει σε κάτι και να φέρει αποδείξεις αυτής της πίστης.  Εύστοχα ο Wright, αφήνει την ανάδειξη του προβλήματος του πρωταγωνιστή μέσα από μια παράλληλα δράση, η οποία θέλει την πόλη (και κατ' επέκταση ολόκληρη την ανθρωπότητα) σε κίνδυνο, δίνοντας έτσι την ευκαιρία στον προβληματικό χαρακτήρα, να γίνει τελικά κάποιος και συγκεκριμένα, ο νούμερο ένα αντι-ήρωας του πλανήτη.


Φυσικά η επιλογή του sci-fi περιεχομένου και είναι του προσωπικού μου γούστου και αποδίδεται καλά βρε αδερφέ, με μπόλικες αναφορές από εικονικές ταινίες του είδους, κάτι που απογειώνει την ταινία και την κάθε ταινία δηλαδή που κάνει κάτι τέτοιο, με σεβασμό βέβαια πάντα στο προϋπάρχον υλικό (βλ. "Frankenweenie").
Δεν θα αναφερθώ στο τι ακριβώς γίνεται, αν και αν έχεις δει μπόλικες ταινίες, αντιλαμβάνεσαι τι συμβαίνει από νωρίς.  Αξίζει βέβαια να σημειώσουμε πως τα πάντα μέσα στην ταινία έχουν κρυμμένα νοήματα και μπορούν να αποκρυπτογραφήσουν εύκολα, όλα τα στοιχεία που αποκρύπτονται σε πρώτη φάση (π.χ δώστε μεγάλη προσοχή στις ονομασίες των pubs, καθώς και στις εικόνες που έχουν, γιατί θα καταλάβετε πολλά).  Εντελώς λειτουργική στο πλαίσιο αυτό είναι και η επιλογή της μουσικής λίστας της ταινίας (oh so good!), όπου τα μουσικά κομμάτια χρησιμοποιούνται εύκολα ως τιτλικά υποκεφάλαια της ταινίας.
Όσον αφορά την σκηνοθεσία του Wright είναι φυσικά όπως την περιμένεις: γρήγορη και καλοφτιαγμένη, με απότομα cuts, βρετανικό στιλιζάρισμα και ένα μοντάζ που τρέχει με χίλια.  Εξίσου καλό είναι φυσικά και το cast, με τον Pegg να κρατάει τον καλύτερο ρόλο (και δράμα ο Simon, εύγε!), τον Frost να αποτελεί την παραδοσιακή μας απόλαυση και τους έτερους Martin Freeman, Paddy Considine, Eddie Marsan και Rosamund Pike, να αποδίδουν εξίσου απολαυστικά.
Το "The World's End" γεμάτο από βρετανικό χιούμορ, δράση, awesome σκηνές μάχης και μια άνετη ισορροπία ανάμεσα στο δραματικό και το κωμικό, είναι η ταινία που πρέπει οπωσδήποτε να δεις.  Τώρα!

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι παίζει και ο Pierce Brosnan, οτι ποτέ άλλοτε δεν ήταν τόσο δύσκολο να πιείς ένα ποτήρι μπύρας και οτι οι δίδυμοι είναι freaky για...διάφορους λόγους.


TRIVIA
  • Η αφίσα της pub, "The King's Head" αν προσέξετε καλά, αναπαριστά τον ίδιο τον Simon Pegg, ως Gary King.
  • Το poster της ταινίας είναι βασισμένο στο poster του "End of the World" το οποίο βασίζεται στην ίδια θεματική με αυτή του "The World's End".
  • Στην αρχή της ταινίας εκεί όπου η νεαρή ακόμη παρέα κάθετε σε έναν λόφο και...αγναντεύει, μπορείτε να δείτε αν προσέξετε καλά, μια μικρή φωτεινή κουκκίδα που πέφτει από τον ουρανό.  Χμμμ....
(ΠΗΓΗ ΙΜDB)
*Τσέκαρε εδώ και τα posters από τις pub της ταινίας.




















Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2013

Pacific Rim: The bigger the better

NEW ARRIVAL

Και ναι λοιπόν συγκίνηση!  Επιστρέψαμε και πάλι μετά από φουλ απουσία δυο μηνών και κάτι ψιλών και όπως βλέπετε επιστρέψαμε με κάτι πολύ bad ass, το "Pacific Rim".
Παρόλα αυτά τα διάφορα πράγματα που έχω στο μυαλό μου και που προσπαθώ να χωρέσω μέσα σε αυτόν τον χρόνο, με κάνει να σας υποσχεθώ το οτι θα προσπαθήσω να δίνω το παρόν όσο πιο συχνά μπορώ μέσα από το αιώνια αγαπημένο μου blogaki.  Θα υπάρχουν βέβαια και μέρες-οι περισσότερες θαρρώ-κατά τις οποίες θα είναι αρκετά δύσκολο να ανεβάσω ταινία λόγω χρόνου (μεταξύ μας ελπίζω να είναι δύσκολο γιατί αυτό σημαίνει πως θα έχω καταφέρει να κάνω αυτό που θέλω), θα μπορείτε όμως αν θέλετε να με τσεκάρετε στο Reel.gr και στο Cine.gr (ναι ξέρω δεν έχετε και την κάψα, απλά λέω).  Θα προσπαθήσω όμως ειλικρινά να γράφω όταν προλαβαίνω για ταινίες που έχουν γίνει hyped up, για ταινιάκια που αξίζουν έτσι κι αλλιώς μια αναφορά και γενικά για οτι παίρνω χαμπάρι και πρέπει να το μοιραστώ μαζί σας.

So, καλή χρονιά να έχουμε, δημιουργική και όσο το δυνατόν πιο ήρεμη παρακαλώ.  Άντε να αρχίζουμε!


Σε έναν κόσμο όπου η ανθρωπότητα έχει χάσει τον ύπνο της υπό την διαρκή απειλή τεράστιων εξωγήινων πλασμάτων που βγαίνουν από την θάλασσα και σπέρνουν την καταστροφή μέρα με την μέρα, οι χώρες έχουν πάψει πια τις φιλονικίες και τους πολέμους, αποφασίζοντας να δράσουν για το κοινό καλό και επενδύοντας σε γιγαντιαία, ρομποτικά κατασκευάσματα με την ονομασία "jaeger", προκειμένου να αντιμετωπίσουν όσο πιο αποτελεσματικά μπορούν τις ορδές των λεγόμενων "kaiju".
Τα πράγματα όμως δεν είναι και τόσο απλά μιας που για να μπορέσουν να κινηθούν αυτά τα τιτανοειδή, χρειάζονται απαραίτητα δυο "πιλότοι" οι οποίοι μπορούν να τα κατευθύνουν, μόνο όταν η εγκεφαλική τους δραστηριότητα φτάσει στο υπέρτατο πεδίο εναρμονισμού...
Όταν ο Raleigh (Charlie Hunnam) αναγκαστεί να επιστρέψει στην ενεργό δράση του χειριστή των jaeger μετά από ένα τραγικό, οικογενειακό συμβάν, θα αντιμετωπίσει την τεράστια και μάλλον τελολογική κατάσταση που επικρατεί αναφορικά με την κυριαρχία των kaiju, τα οποία μοιάζουν να έχουν αποθρασυνθεί ολοκληρωτικά, αυξάνοντας τις επιθέσεις τους και ανεβάζοντας κατακόρυφα τον δείκτη...δυσκολίας και επικινδυνότητάς του.  Ο Raleigh θα αναζητήσει τον συν-πιλότο του στο πρόσωπο της μικροκαμωμένης και ταλανισμένης από το φοβικό της παρελθόν, Mako (Rinko Kikuchi), σε μια προσπάθεια να ανακτήσει και πάλι τον έλεγχο του εαυτού του και να βοηθήσει στην σωτηρία του είδους του, πριν να είναι πολύ αργά.  Και εν το μεταξύ τα kaiju μοιάζουν να δρουν πολύ πιο διαφορετικά απ'οτι είχαμε φανταστεί.  Πιο συνειδητοποιημένα, πιο λογικά, πιο ανθρώπινα...


Το οπτικοακουστικό υπερθέαμα του Μεξικανού Guillermo del Toro, δικαίως διεκδικεί τον τίτλο του υπέρτατου φθινοπωρινού blockbaster, καθώς έχει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά της κλασικής συνταγής των "τέρμα τα γκάζια" περιπετειών, συνοδευόμενο παράλληλα από μια τεράστια λίστα διαφορετικών κινηματογραφικών επιδράσεων, καλλιτεχνικών ρευμάτων και κυρίως, ιαπωνικής κουλτούρας.
Εμπνευσμένος σαφέστατα από την κινηματογραφική ιστορία των μεγάλων ασιατικών studio (και κυρίως του Toho), o del Toro επαναφέρει τον μύθο του Godzilla και των ομοίων του σε ένα απολαυστικό και χορταστικό δύωρο ταινιάκι, ιδανικό για μια πραγματικά διασκεδαστική ταινιακή βραδιά.
Παρά το γεγονός οτι ο παραμυθατζίδικος αυτός δημιουργός, δεν καταφέρνει επί της ουσίας να επαναπροσδιορίσει ένα είδος στο οποίο έτσι κι αλλιώς πρωτοπόροι ήταν πάντοτε οι Ιάπωνες, εντούτοις πετυχαίνει σε έναν βαθμό να μπολιάσει τα αμερικάνικα, πατριωτικά ιδεώδη με νότες φαντασιακής προέλευσης και mecha-νίστικης αισθητικής, δημιουργώντας εντέλει ένα πολυπολιτισμικό συνονθύλευμα τερατικής ιστορίας και ποπ κουλτούρας.
Τα διάσημα για τα κινηματογραφικά τους τέρατα, στούντιο της Ιαπωνίας, αποτελούν την πρώτη και πιο εμφανή επίδραση του del Toro ο οποίος κάνει το ένα βήμα παραπέρα, προσδίδοντας στα εξαιρετικά καλοφτιαγμένα kaiju του, στοιχεία του θαλάσσιου περιβάλλοντος, κάνοντας άλλα να μοιάζουν με καρχαρίες, άλλα με αποκρουστικά ψαρικά υβρίδια, και άλλα με τεράστια καβουροειδή!  Μπορεί στην ουσία ο ετερόκλητος κατάλογος των Ασιατών να εξακολουθεί να κρατάει τα σκήπτρα (εκτός από τον Godzilla, η λίστα συνεχίζει και είναι ατέλειωτη: Mothra (τεράστιο σκωρο-πεταλουδοειδές), Gamera (χελώνα), Rodan (δυνοσαυρικό πετούμενο), Ghidorah (δυνοσαυρικό πετούμενο με τρία κεφάλια) κ.α), παρόλα αυτά δεν γίνεται παρά να αναγνωρίσουμε και να επικρατήσουμε την προσπάθεια του del Toro, ο οποίος μετέφερε με ειλικρινή bas ass-οσύνη τα φρικτά, εξωγήινα βδελύγματά του στην μεγάλη οθόνη.


Φυσικά τι είναι ένα τέρας μόνο και έρμο, χωρίς τον ταιριαστό του αντίπαλο;  Τίποτα θα μου πείτε και φυσικά θα έχετε δίκαιο.  Για τον λόγο αυτό έχουμε στημένα απέναντι από τα εντυπωσιακά kaiju, μια σειρά από επίσης εντυπωσιακά ρομπότ, τα λεγόμενα jaeger (από την γερμανική λέξη "jager" που σημαίνει κυνηγός) τα οποία είναι επιφορτισμένα με την εξολόθρευση των κακιασμένων πλασμάτων.  Στην συγκεκριμένη περίπτωση τα τεράστια αυτά δημιουργήματα αντλούν την δύναμή τους από την εμπειρία και την γνώση των χειριστών τους, κάνοντας ακόμη εμφανέστερη την προέλευση της mecha αισθητικής η οποία στα ασιατικά anime αποτελεί μια από τις κυρίαρχες τάσεις.  Εδώ ο del Toro κρατάει σταθερή και αυτή την αξία, εμμένοντας τελικά στην λογική του ανθρώπινου παράγοντα και οχι στην χρήση αυτόνομων δημιουργημάτων με δική τους νοημοσύνη.  Είναι σημαντικό ο πόλεμος να δοθεί ανάμεσα σε τέρατα και ανθρώπους, και οχι ανάμεσα σε τέρατα και "προηγμένα τέρατα".
Η τεχνολογία και η επιστήμη παίζουν εδώ τους δικούς τους υποστηρικτικούς ρόλους, με την στρατιωτική πειθαρχία και την ετοιμοπόλεμη αμερικανίζουσα πραγματικότητα (η οποία δεν αποφεύγει και τις cheesy σκηνές σε στιγμές) να είναι παρούσες, βαδίζοντας όμως στο πλευρό της τρελιάρικης και ριψοκίνδυνης επιστήμης η οποία βέβαια μοιάζει να "ντύνεται" περισσότερο μια κωμική υπόσταση, παρά κάποια ουσιαστική και λογικά υποστηριζόμενη θεωρία.
Ανάμεσα σε όλα τα καλώς κείμενα της ταινίας (μιλάμε για καθαρή, απενοχοποιημένη περιπέτεια φαντασίας έτσι κι αλλιώς), δεν ξεφεύγουν και οι χοντροκομμένες αμερικανιές, ιδιαίτερα κατά τον ηρωικό λόγο του Stacker (Idris Elba), του μεριδίου συμμετοχής στον πόλεμο της Κίνας και της Ρωσίας, οι οποίες αρκούνται στον ρόλο του κομπάρσου, καθώς και του τέλους της ταινίας.  Αλήθεια τώρα, απορείς ποιο μπορεί να είναι;


Όσον αφορά την σκηνοθεσία σίγουρα είναι από τις καλύτερες που έχεις δει στο είδος.  Φαντασμαγορική και εφετζίδικη, ταιριάζει γάντι στις δυναμικές σκηνές των συγκρούσεων δημιουργώντας παράλληλα ένα περιβάλλον απόλυτα καθηλωτικό το οποίο θα θες να συνεχιστεί μέχρι το τέλος.
Αν θα έπρεπε παρόλα αυτά να μιλήσουμε και για κάνα δυο πράγματα που ενοχλούν, σίγουρα πρώτο θα ερχόταν το ατέλειωτο μπλα μπλα των πρωταγωνιστών, γεγονός που οδηγεί σε μια αδικαιολόγητη καθυστέρηση έναρξης της πραγματικής δράσης, με αποτέλεσμα η σταδιακή εξέλιξη της υπόθεσης να σε βρει και λιγάκι χολωμένο, να περιμένεις τη στιγμή που επιτέλους θα ξεκινήσει να πέφτει το βρωμόξυλο.
Από την άλλη πλευρά ένα κάποιο πρόβλημα παρατηρείται και ως προς τις ερμηνευτικές ικανότητες του cast, καθώς μπορεί ο ρόλος του Elba να μην είναι και ιδιαίτερα απαιτητικός με τον ίδιο να είναι έτσι κι αλλιώς αρκετός, όταν όμως έρχεται η στιγμή του Hunnam και κυρίως της Kikuchi για να λάμψουν, κάπου φαίνεται πως το πράγμα στραβώνει.  Ο Hunnam περιορίζεται εμφανώς από το φυσίκ του all American boy, ενώ η Kikuchi σε κάνει να απορείς πως στο καλό ήταν υποψήφια για Oscar 'B Ρόλου στο "Babel".  Εκτός από την όμορφη παρουσία της (η ασιατική θεματική κυριαρχία οπτικοποιείται τελικά με την εικόνα της), μοιάζει να μη μπορεί να προσφέρει τίποτα άλλο.  Ερμηνευτικά δειλή και εντελώς μηχανική, δεν προσφέρει την παραμικρή γοητεία στον χαρακτήρα της, ακόμα και στο πλαίσια ενός τέτοιου είδους ταινίας στο οποίο έτσι κι αλλιώς δεν έχουμε βλέψεις για κάποια υποκριτική αποκάλυψη.
Συνοψίζοντας το "Pacific Rim" είναι η ιδανική αφορμή για να επισκεφτείς τις αίθουσες από αυτή τη Πέμπτη και να περάσεις μια fun βραδιά.  Έχει δράση, εξαιρετικά καλοφτιαγμένα εφέ, ένα 3D που της πάει βρε αδελφέ και μια υπόθεση που έχει χιλιωειπωθεί στο cinema, αλλά δεν μας χαλάει όταν μας δίνει ένα τόσο άρτια δουλεμένο αποτέλεσμα.  Λίγο να προσέχαμε τους ηθοποιούς μωρέ παιδί μου και θα είχαμε ΤΗΝ καλύτερη περιπέτεια της χρονιάς.  Αλλά δεν βαριέσαι, δεν μπορείς να τα έχεις και όλα...

Τι έμαθα από την ταινία:  Οτι ο Ron Perlman είναι αναντικατάστατος για τον del Toro, οτι το αγαπημένο μου τέρας είναι αυτό που επιτίθεται στο Σίδνεϊ (τυχαίο;) και οτι o Hunnam χωρίς τα μούσια είναι άλλος άνθρωπος.



TRIVIA
  • Ο σκηνοθέτης της ταινίας Travis Beacham υποστηρίζει πως είχε την ιδέα για το σενάριο, όταν ένα ομιχλώδες πρωί στεκόταν στην ακτογραμμή της Καλιφόρνια, με την αποβάθρα να φαντάζει σαν ένα πελώριο τέρας που σηκωνόταν από την θάλασσα.  Φαντάστηκε επίσης πως εκείνη την ώρα ένα ρομπότ θα βρισκόταν εκεί, για να προστατέψει την πόλη από την επίθεση.
  • Το "Gipsy Danger" είναι κατασκευασμένο και βαμμένο με τέτοιον τρόπο ώστε να παραπέμπει στα μαχητικά αεροσκάφη του Β' Παγκοσμίου.
(ΠΗΓΗ ΙMDB) 






























































































































Παρασκευή 21 Ιουνίου 2013

Man of Steel: Is it a plane? Is it a bird? No it's Man of Steel...

NEW ARRIVAL

Καλημέρες καλημέρες.  Σήμερα θα πούμε δυο πραγματάκια για την νέα ταινία με πρωταγωνιστή τον ήρωα με την κόκκινη κάπα, και οχι το κόκκινο βρακάκι, καθότι μερικές διαφορετικές πινελιές στον ήρωα της DC είναι εμφανέστατες στην ταινία του Zack Snyder.  Όπως επίσης και αρκετά πράγματα τα οποία μάλλον δεν του βγήκαν και πολύ καλά, κάνοντας την ταινία να απέχει πολύ μακριά από την εικόνα που δημιούργησε γι'αυτή το hype των τελευταίων μηνών.  Για να δούμε όμως τι πήγε στραβά...


Η ιστορία του αγαπημένου super hero ξεκινάει όπως φαντάζεσαι οτι θα ξεκινούσε, από την πρώτη στιγμή της μωρουδιακής του ύπαρξης, την ίδια στιγμή που ο πλανήτης Κρύπτον απειλείται με ολοκληρωτική εξαφάνιση, εξαιτίας της ολικής εκμετάλλευσης των φυσικών του πόρων.  Κάπου εκεί ο Jor-El (Russel Crowe) και η σύζυγός του Lara-Lor Van (Ayelet Zurer) φέρνουν στον μάταιο τούτο κόσμο ένα αγοράκι, το πρώτο που γεννιέται στον πλανήτη με φυσική γέννα μετά από πολλά χρόνια.  Και όσο οι γονείς προσπαθούν να αποφασίσουν τι θα κάνουν με τον νεοφερμένο γιόκα, ο στρατηγός Zod (Michael Shannon) αποφασίζει να εξεγερθεί κατά του ηλικιωμένου κατεστημένου, απαιτώντας να περάσει ο έλεγχος του πλανήτη στα χέρια του, πριν να είναι πολύ αργά.  Αψηφώντας την γηραιά αρχή θα κηρύξει πραξικόπημα, μόνο για να συλληφθεί λίγο αργότερα μαζί με τους υπόλοιπους αποστάτες και να καταδικαστούν σε κάτι δεκάδες χρόνια σε μια κρυογονική φυλακή απίστευτης λήθης.
Και ενώ ο Κρύπτον αρχίζει να αποτελεί σταδιακά παρελθόν, ένα μωράκι ταξιδεύει μέσα στο σύμπαν, καταλήγοντας κάποια στιγμή μέσα σε αγρούς και σπαρτά, εκεί όπου το ζεύγος Kent (Kevin Cistner-Diane Lane) θα αναλάβει να το μεγαλώσει.  Και όσο ο μικρός Clark μεγαλώνει, τόσο θα μεγαλώνουν και οι δυνάμεις του προετοιμάζοντάς τον για την στιγμή της υπέρτατης(;) μάχης: την στιγμή που ο general Zod θα ζητήσει και πάλι εκδίκηση.  Και φυσικά τον Κώδικα, με τον οποίο θα έχει την δυνατότητα να φτιάξει έναν νέο Κρύπτον, πάνω στα γήινα αποκαΐδια...


Ο Zack Snyder ενδεχομένως και να αποτελεί τον κυρίαρχο σκηνοθέτη της απενοχοποιημένης απόλαυσης μιας που από την πρώτη κιόλας ταινία του, το ζομπιακό remake "Dawn of the Dead" (που βασίζεται φυσικά στο original υλικό του George Romero), φάνηκε πως έχει κάθε λόγο να εδραιωθεί στην συνείδησή μας γιατί στην τελική το remake ήταν καλό.  Δεν ξέρω βέβαια αν σε αυτή μου την άποψη παίζει ρόλο η λατρεία μου για κάθε τι απέθαντο, παρόλα αυτά νομίζω πως ήταν έτσι κι αλλιώς μια από τις πιο τίμιες, σύγχρονες προσπάθειες σε ένα κινηματογραφικό είδος που έχει σχεδόν πια κορεστεί.
Φυσικά η κυρίαρχη στιγμή στην μέχρι τώρα σκηνοθετική του καριέρα ήταν η οπτική μεταφορά του graphic novel έπους των Frank Miller και Lynn Varley "300", μια ταινία που αν μη τι άλλο αποτέλεσε και την αφετηρία για την ελληνική μάστιγα που ακούει στο όνομα "τατουάζ Σπαρτιάτης-ελληνική σημαία-περικεφαλαία-ασπίδα".  Οκ...
Χωρίς να γίνεται από τους κριτικούς δεκτή ως κάτι το προκλητικά ενδιαφέρον και εντυπωσιακό, οι "300" κατάφεραν να φέρουν στο προσκήνιο την ιστορία του Λεωνίδα και των γενναίων του, ακόμα και μέσα από ένα καθαρά στυλιζαρισμένο πρίσμα υπερβολής και έντονου κινηματογραφικού στησίματος.  Παρόλα αυτά κανείς δεν αμφισβήτησε πως και οι "300" ήταν ακριβώς αυτό: μια ένοχη/απενοχοποιημένη απόλαυση, ιδανική για μια πρώτης τάξεως πώρωση με την καθόλα ταιριαστή, σκοτεινολαγνική του σκηνοθεσία.
Έκτοτε ο Zack δεν κατάφερε να ξεπεράσει τον εαυτό του, ούτε με το "Watchmen" (το οποίο παρόλα αυτά θεωρήθηκε τίμιο), ούτε όμως και με το λολιτίστικο "Sucker Punch", το οποίο είχε μια κατά τα άλλα σίγουρη συνταγή επιτυχίας: κορίτσια με δερμάτινα, στολές, όπλα, κοτσίδες, γλειφιτζούρια, έναν ορυμαγδό από απειλητικά πράγματα και ένα ομολογουμένως bad ass OST.


Και ερχόμαστε στο σήμερα, στην ταινία που όπως φάνηκε από όλο το διαφημιστικό σούσουρο, θα αποτελούσε την θριαμβευτική επιστροφή του Zack Snyder και γιατί οχι, θα κατάφερνε να επαναπροσδιορίσει έναν κατά τα άλλα παρεξηγημένο σκηνοθέτη με potentials.  Ε λοιπόν αυτό που λένε πως όπου ακούς πολλά κεράσια κράτα και μικρό καλάθι;  Καλά κάνουν που το λένε...
Κάθε φορά που μια ταινία προωθείται στην συνείδησή μας ως το επόμενο big hit του καλοκαιριού (ή όποιας άλλης εποχής, εν προκειμένω μας ενδιαφέρει ο τρόπος με τον οποίο γίνεται όλο αυτό), είμαστε τις περισσότερες φορές σίγουροι πως η ταινία αυτή θα είναι και καλή.  Προσωπική εκτίμηση είναι πως αυτό αποτελεί κατάλοιπο εποχής μπατμανικής τριλογίας του Nolan, μιας που καλοκαίρι επί καλοκαίρι κρεμόμασταν κυριολεκτικά από το σπιντάντο μάρκετινγκ που χαρακτήριζε και τις τρεις του ταινίες.  Δεν είναι τυχαίο εξάλλου πως η σχετική απογοήτευση του "The Dark Knight Returns" ήταν εν μέρει αποτέλεσμα οχι μόνο του σκηνικού μέσα στο οποίο έκλεισε η περιπέτεια του μασκοφόρου εκδικητή (προς το παρόν), αλλά και όλου του hype που είχε δημιουργηθεί γύρω από αυτό.  Δεν είναι και λίγο να παρακολουθείς μερικά χρόνια πριν το αριστουργηματικό "The Dark Knight", και η τρίτη συνέχεια να μοιάζει τελικά ως το πιο αδύναμο φιλμ του συνόλου.  Σκεφτείτε λοιπόν πως κάτι ανάλογο συνέβη δυστυχώς και στο "Man of Steel".


Μπορεί οι ελπίδες μας να ήταν μεγάλες και από το πρώτο trailer-ικό υλικό να φαινόταν πράγματι ως ένα δυναμικό αποτέλεσμα, εντούτοις ολόκληρο το σουπερηρωικό οικοδόμημα του Snyder και των συνεργατών του, καταρρέει μπροστά σου στην αίθουσα, μέσα σε ένα μακρόωρο (γύρω στις δυόμιση ώρες) και άνευ συνοχής δημιούργημα το οποίο αναλώνεται σε ηθικολογικές συζητήσεις, πατρικές ρήσεις και σχεδόν μούγκα στην στρούγκα από τον πρωταγωνιστή Henry Cavill, ο οποίος σου δίνει την αίσθηση οτι παραμένει ο χειρότερα ανεκμετάλλευτος "παίκτης" όλου του cast.
Πιάνοντας την ταινία σε πρώτη φάση από το σενάριο, γρήγορα διαπιστώνεις πως η ιστορία περιστρέφεται γύρω από γνωστές θεματικές, οι οποίες όμως δεν σε ενοχλούν και πολύ καθώς όντως, μπορείς να τις αντιμετωπίσεις ως ένα επαναμπουτάρισμα της γενεσιουργού μυθοπλασίας του Superman.  Από εκεί και πέρα βέβαια αντιλαμβάνεσαι επίσης πως το σενάριο είναι τόσο σκορποχώρι και γεμάτο χαζές τρύπες, ώστε κατευθείαν η ταινία έχει χάσει ένα από τα βασικά και κατά τα άλλα στιβαρά στοιχεία: την ιστορία της.
Χωρίς να φαίνεται να δίνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην σωστή δόμηση ενός πλάνου σχετικά με τα "πως" και τα "γιατί", ο David S. Goyer (βασικότατος συνεργάτης του Christophen Nolan ο οποίος εδώ αναλαμβάνει χρέη παραγωγού), περιορίζει την δράση στο δεύτερο μέρος της ταινίας το οποίο χαρακτηρίζεται μεν από το εφετζίδικο πατιρντί που περιμένεις, αλλά και από μια άψυχη διάθεση για την κάλυψη της οποίας επιστρατεύονται ψηφιακά εφέ 225 εκατομμυρίων δολαρίων.  Και αυτά όμως ακόμη δεν είναι ικανά να καλύψουν αυτό που λείπει: προσωπικότητα και χαρακτήρας.


Τα κάποια θετικά στοιχεία της, όπως η επιβλητική παρουσία του Cavill η οποία δυστυχώς δεν αφήνεται να προχωρήσει λίγο παραπέρα, η χημεία των Costner-Lane, το κλασικά καλό OST του Hans Zimmer, καθώς και η προσήλωση με την οποία ο Michael Shannon προσπάθησε να υποδυθεί τον κακό της υπόθεσης (με τον ίδιο να φαίνεται σε στιγμές περισσότερο γραφικός απ'οτι θα έπρεπε), δεν είναι ικανά να σηκώσουν το βάρος μιας ουσιαστικής απουσίας χημείας ανάμεσα στον Cavill και την Adams, των λεπομερειακών στιγμών που πετούν την λογική από το παράθυρο (πως γίνεται η Lois να κατέληξε μέσα στην παγωμένη σπηλιά σε χρόνο ντε τε, την ίδια στιγμή που η μονάδα που βρισκόταν εκεί εξακολουθούσε να αναρωτιέται τι κρύβεται εκεί χωρίς προφανώς να έχει καταφέρει να μπει μέσα, αποτελεί και για εμένα μυστήριο), την σχεδόν θρησκευτική παρουσία του Crowe που εμφανίζεται στα ξαφνικά και καθοδηγεί σαν άλλος Μεσσίας, καθώς και μιας πρόζας στα όρια του ερασιτεχνισμού που δεν κάνει τίποτα για να ενισχύσει την όποια δυναμική γίνεται να αναζητηθεί σε διάφορες γωνίτσες της ταινίας.
Το "Man of Steel" είναι τα κεράσια που δεν απολαύσαμε ποτέ, σκορπώντας στο πάτωμα από το μικρό μας καλάθι και δημιουργώντας περισσότερο μια αίσθηση ανικανοποίητου που δεν θα γινόταν να ικανοποιηθεί έτσι κι αλλιώς από το καλλιτεχνικό αποτέλεσμά του.  Μια χαμένη ευκαιρία, για έναν τίμιο επαναπροσδιορισμό του ίσως, πιο εικονικού σούπερ ήρωα του κομικίστικου σύμπαντος.  Κρίμα.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι ο Cavill είναι τούμπανο (να τα λέμε αυτά), οτι η το τραγόμουσο του Shannon είναι τόσο απειλητικό (not) και οτι η ξαφνική ερωτική χημεία Superman-Lane απλώς δεν κολλάει ρε παιδί μου.




TRIVIA
  • Στην τελική μάχη Zod-Superman, φαίνεται πάνω σε έναν δορυφόρο το logo "Wayne Enterprise".
  • O Henry Cavill και ο Russel Crowe είχα γνωριστεί μερικά χρόνια πριν και συγκεκριμένα στο "Proof of Life" εκεί όπου ο Cavill αποτελούσε έναν από τους extras που χρησιμοποιήθηκαν για την ταινία.  Ο ίδιος είχε λάβει ενθαρρυντικά σχόλια από τον Crowe να συνεχίσει τις προσπάθειες να γίνει ηθοποιός, ενώ είχε πάρει από αυτόν και αυτόγραφο, όντας ο αγαπημένος του ηθοποιός.
  • Στις περισσότερες σκηνές η κάπα του Superman είναι ψηφιακή.
  • O Ben Affleck ήταν υποψήφιος για την σκηνοθεσία της ταινίας, μέχρι που απέρριψε την πρόταση λέγοντας πως δεν ήταν εξοικειωμένος με τις VFX shots, και πως δεν πρέπει κανείς να αναλαμβάνει ταινίες με βάση το budget, αλλά το σωστό story που πρέπει να υπάρχει και που είναι το πιο σημαντικό.  Καρφάκι αγαπητέ Ben;
(ΠΗΓΗ IMDB)

Δευτέρα 17 Ιουνίου 2013

Monsters University: When Mike met Sully

NEW ARRIVAL

Γεια σας, γεια σας και καλή μας εβδομάδα.  Σήμερα θα ξεκινήσουμε με μια νέα άφιξη-επιτέλους-μετά από καιρό και συγκεκριμένα μια ταινιούλα που ενδείκνυται τόσο για τα μικρότερα, όσο και για τα μεγαλύτερα παιδιά.
Η αλήθεια είναι πως όταν ανακοινώθηκε πως η Pixar είχε στα σκαριά το prequel του "Monsters Inc.", προσωπικά δεν πέταξα και την σκούφια μου, καθώς θεώρησα πως μάλλον πάνε να βγάλουν από την μύγα ξύγκι, ιδιαίτερα δώδεκα χρόνια μετά το original υλικό.  Παρόλα αυτά μπορώ να πω πως το "Monsters University" ήταν καλύτερο απ'οτι το περίμενα (σαφέστατα οχι καλύτερο από το πρώτο), και οτι σίγουρα όσοι αποφασίσετε να το επισκεφθείτε στις αίθουσες, δεν θα απογοητευτείτε.  Here we go.


To "Monsters University" πραγματεύεται την ιστορία των δυο αγαπημένων μας ηρώων, πριν τις περιπέτειές τους ως ενήλικοι φοβιστές στο "Monsters Inc.", και πιο συγκεκριμένα την ιστορία της πρώτης τους συνάντησης, τότε που δεν τους έλεγες ακριβώς κολλητούς, αλλά περισσότερο άσπονδους εχθρούς.
Ο μικρούλης μονόφθαλμος Mike (με την φωνή του Billy Crystal στα αγγλικά και αυτή του Θανάση Τσαλταμπάση στα μεταγλωττισμένα), έχει ένα και μοναδικό όνειρο ζωής από την πρώτη στιγμή που επισκέφθηκε με το σχολείο του τον χώρο δράσης μερικών από τους πιο σημαντικούς μπαμπούλες ολόκληρου τους μπαμπουλοσύμπαντος: τον χώρο στον οποίο οι παιδικές πολύχρωμες πόρτες, οδηγούν σε κοιμισμένα αγγελούδια, τα οποία οι επαγγελματίες μπαμπούλες αρέσκονται να τρομάζουν εκμαιεύοντας την καλύτερη δυνατή τσιρίδα τους.
Παρά το γεγονός πως ο Mike ουδόλως τρομακτικός είναι, κάνει οτι μπορεί προκειμένου να καταφέρει να γίνει ένας από τους καλύτερους φοβιστές.  Στον αντίποδα, θα γνωρίσει τον γιγαντόσωμο, χνουδωτό Sully (με τις φωνές των John Goodma/Αντώνη Λουδάρο) ο οποίος έχει έμφυτο το ταλέντο της τρομάρας, φαίνεται όμως να μην δίνει την παραμικρή σημασία για την κολεγιακή του δράση και το επιμελές διάβασμα.
Όταν οι δυο τους γνωριστούν κατά τύχη θα ξεσπάσει ένας έντονος ανταγωνισμός μεταξύ τους, αναφορικά με το ποιος είναι ο καλύτερος.  Μέχρι την στιγμή δηλαδή που η συνέχιση της κολεγιακής τους ύπαρξης θα εξαρτηθεί από την μεταξύ τους συνεργασία...


Μετά τα στραβοπατήματα των "Cars 2" και "Brave", η Pixar φαίνεται να ξαναβρίσκει τον εαυτό της με το "Monsters University", εν μέρη βασίζοντας την επιτυχία του στην αναγνωρισιμότητα των κεντρικών του ηρώων και την αγάπη του κοινού για τους αιώνιους φίλους της μικρής, κοτσιδιάρας Boo, της πρώτης ταινίας.
Μπορεί να έχουμε ξαναδεί την επιστροφή χαρακτήρων ή ακόμη καλύτερα την κρυμμένη παρουσία τους υπό την μορφή "easter eggs" σε διάφορες άλλες ταινίες της Pixar, εντούτοις ο Mike και ο Sully φαίνεται να κρατούν μια ξεχωριστή θέση, χάρη στο εντελώς πρωτότυπο story με το οποίο τους γνωρίσαμε.  Εξάλλου στην προκειμένη περίπτωση μιλάμε και για το πρώτο prequel που κυκλοφορεί η Pixar, μιας που οτι άλλο έχουμε δει αποτελεί είτε original ταινία, είτε sequel.
O μάλλον άπειρος Dan Scanlon (δεν έχει σκηνοθετήσει άλλο animation, εκτός από την συμμετοχή του απο'δω και απο'κει σε ελάχιστα projects της εταιρείας), κάνει καλή δουλειά στο να επαναφέρει στην μνήμη μας τα συμπαθή τερατάκια που γνωρίσαμε πριν από δώδεκα χρόνια, αναζωπυρώνοντας σταδιακά και την σχέση ανάμεσά τους, παρά την αρχική τους-κινητήρια για την υπόθεση της ταινίας-κόντρα.
Χωρίς να χαρακτηρίζεται από ένα εξαιρετικά πρωτότυπο σενάριο, καταφέρνει εντούτοις να κρατήσει το ενδιαφέρον και το χιούμορ σε επίπεδα ικανά να κρατήσουν με την σειρά τους και εσένα επικεντρωμένο στον πολύχρωμο και πολύβουο χώρο του κολεγίου, στην απόδοση του οποίου έχει πετύχει διάνα.


Αναμφίβολα ένα από τα πιο χαρακτηριστικά και απολαυστικά στοιχεία της ταινίας, είναι η σκηνοθετική απόδοση του στερεοτυπικού θέματος του κολεγίου και όλης της τρέλας που επικρατεί στον χώρο του, τις αδελφότητές του, ακόμη και του διαχωρισμού των μαθητών με βάση το επίπεδο της cool-οσύνης τους.
Αν θα έπρεπε να μαντέψουμε, θα λέγαμε πως αυτή ακριβώς η απεικόνιση αποτελεί σίγουρα και μια σαφέστατη αναφορά σε όλους εκείνους τους σωρούς των χαζοαμερικάνικων ταινιών (σίγουρα δεν είναι όλες χαζές, άλλες τουλάχιστον ενέχουν το στοιχείο της ένοχης απόλαυσης) οι οποίες στήνουν ολόκληρα ευτραπελικά σκηνικά γύρω από τα λεγόμενα campuses.  Το ίδιο ακριβώς θα δεις να συμβαίνει και στο "Monsters Inc." με την διαφορά πως η ελευθερία του κινούμενου σχεδίου δίνει την δυνατότητα στους δημιουργούς να πλάσουν τον κόσμο με τα πιο τρελά και τερατίστικα υλικά που έχεις δει, καθώς φυσικά και με τις απαραίτητες δόσεις συναισθήματος και διδακτισμού που έχουμε πει οτι χαρακτηρίζουν τις ταινίες της Disney και της Pixar.
Στην πρώτη ταινία μάθαμε λοιπόν πως πρέπει να υπερνικάς τους φόβους σου και να αποδέχεσαι το ποιος πραγματικά είσαι, ένας χιουμορίστας πουά γίγαντας για παράδειγμα, ο οποίος καταλήγεις να γίνει ο καλύτερος φίλος ενός μικρού κοριτσιού, την ίδια στιγμή που θα έπρεπε να της προκαλείς τον απόλυτο τρόμο.  Αυτή την φορά το θέμα έχει να κάνει περισσότερο με την παρουσία του Mike, την πίστη στον εαυτό μας και το εσωτερικό πείσμα που μας κάνει να μη τα παρατάμε ποτέ, ακόμη και στις μεγαλύτερες δυσκολίες.  Και σε αυτό φυσικά το αποτέλεσμα παίρνει άριστα δέκα.  Όπως τις περισσότερες φορές εξάλλου.


Αν και σίγουρα το αποτέλεσμα ίσως να φαίνεται κάπου χλιαρό (φαντάζομαι κυρίως εξαιτίας της μεταγλώττισης και της ηλίθιας απόδοσης μερικών προζικών στιγμών που σίγουρα θα άξιζαν να τις ακούσουμε στα αγγλικά), εντούτοις το "Monsters University" αποτελεί την ιδανική επιλογή για μια fun βραδιά κυρίως επειδή έχεις την εγγύηση της Pixar.
Κατά τα άλλα οτι επιθυμήσεις θα το βρεις μέσα στην ταινία, ακόμα και μια υπόνοια της μελλοντικής Boo, την οποία δεν θα σου πω που να κοιτάξεις να την βρεις, είναι έκπληξη.  Παράλληλα το χιούμορ, τα εκτυφλωτικά σχεδόν χρώματα, ο fun διαχωρισμός των κοινωνικών ομάδων του κολεγίου σε προχωρημένους τύπους (με αντίστοιχα μπουφανάκια παρακαλώ), losers, ακόμα και εναλλακτικές, punk τερατοτύπισσες, καθώς και η όπως την περιμένεις χαζοβιόλικη δράση των πρωταγωνιστών, αποτελούν χαρακτηριστικά γνωρίσματα του κόσμου της Pixar τα οποία εμφανίζονται και εδώ κλασικά, παραδοσιακά, αν και με μια κάποια έλλειψη περαιτέρω πρωτοτυπίας η αλήθεια είναι.
Για εμένα πάντως, ένα γεγονός που μου έκανε εντύπωση, ήταν επίσης το σενάριο του Πρωταθλήματος Τρομάρας με το διαγωνιστικό του περιεχόμενο, το οποίο μου έφερε στο μυαλό το αντίστοιχο, τρίαθλο μαγείας αυτή την φορά, στην τέταρτη συνέχεια του Harry Potter, "Harry Potter and the Goblet of Fire".  Το βρήκα σίγουρα ωραία πινελιά, αν και όπως είπα, το γεγονός πως αμέσως σκέφτηκα το αντίστοιχο σενάριο του Potter, δεν με άφησε να απολαύσω στο φουλ την υποθεσιακή ιδέα των συντελεστών.


Αν θες να δεις κάτι fun αυτή την εβδομάδα, προτίμησε καλύτερα το "Monsters University".  Ευχόμουν να σου πω τα ίδια και το "Μan of Steel", αλλά η αλήθεια είναι πως μάλλον θα βαρεθείς οικτρά.  Άσε που η ταινία είναι και απλώς μέτρια.  Για τα κακώς κείμενα όμως του ατσαλογκόμενο, θα επανέλθουμε την Τετάρτη ή την Παρασκευή.  Till then, ετοιμάσω για μπαμπουλοφανταστικές στιγμές.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι ο Ρούλης (φοβερή μεταγλώτιση) έχει το πιο τρομακτικό skill, οτι ο τα σιδεράκια που φοράει ο Mike, το ξέρετε οτι τα φοράει χωρίς λόγο, έτσι δεν είναι; και οτι επίσης το μικρού μήκους ταινιάκι, "The Blue Umbrella" που το συνοδεύει, είναι τέλειο.


No trivia

Δευτέρα 27 Μαΐου 2013

The Faculty: Alienation gets real

Hello again και καλή εβδομάδα σε όλους.  Λοιπόν επειδή τώρα τελευταία όλο δεν έχω χρόνο να δω ταινίες, και όταν τελικά έχω λίγο, δε μπορώ να κάτσω να παιδέψω το μυαλό μου με "βαριές" ταινίες, το σαββατοκύριακο που μας πέρασε αποφάσισα να ξαναδώ μια από τις καλύτερες νεανικές ταινίες των '90s, το "The Faculty".  Την συγκεκριμένη ταινία όλο και κάποια φορά την είχα πετύχει στην τηλεόραση, αλλά ποτέ δεν είχα καταφέρει να την δω ολόκληρη.  Έτσι λοιπόν σε μια από τις κλασικές μου αναζητήσεις για την απάντηση στο αιώνιο ερώτημα, "και τώρα τι βλέπουμε;", είπα να την δω αυτή την φορά ολόκληρη.  Με το που ακούγεται το "The Kids Aren't Alright" των Offspring στην πρώτη σκηνή, ξέρω οτι θα περάσω ένα απολαυστικό μιαμισάωρο και δεν πέφτω έξω, μιας που αν το "The Faculty" μεταφράζεται σε κάτι αυτό είναι σε ένα συνονθύλευμα χαρακτηριστικών, '90s αναφορών και αισθητικής, αδύνατον να του αντισταθείς.


Το σενάριο απλό και γνωστό.  Μια ομάδα μαθητών αρχίζει να υποψιάζεται πως οι καθηγητές του σχολείου είναι εξωγήινοι, όταν η καθημερινή ρουτίνα δίνει την σκυτάλη σε μια σειρά περίεργων φαινομένων τα οποία συνδέονται με τις εξίσου περίεργες συμπεριφορές του προσωπικού.
Η παρέα δεν είναι και ακριβώς παρέα από την αρχή της ταινίας, μιας που περιλαμβάνει εκπροσώπους από όλες τις κοινωνικές κλίκες που χαρακτηρίζουν την λυκειακή ζωή.  Μπροστάρης αυτής της ετερόκλητης ομάδας η οποία θα προσπαθήσει να σώσει την πόλη από τους παρασιτικούς εξωγήινους που θέλουν να κυριαρχήσουν την Γη, είναι ο Zeke (Josh Hartnett) ένας πανέξυπνος αλλά αλιτήριος τύπος ο οποίος χασομεράει πασάροντας χάπια καφεΐνης ως ναρκωτικά στους συμμαθητές του και προφυλακτικά με γεύση κεράσι στην συνεσταλμένη καθηγήτρια της Λογοτεχνίας, Miss Elizbeth Burke (Famke Janssen).  Κάπου εκεί θα δεις και τον παραδοσιακό καρπαζοεισπράκτορα του σχολείου τον οποίο υποδύεται ο Elijah Wood, την "bitchy miss pretty face", Delilah Profitt (Jordana Brewster), με το επίθετό της να δηλώνει ξεκάθαρα τις βλέψεις για περαιτέρω κοινωνική ανέλιξη και παραμονή στο πλευρό του αθληταρά Stan (Shawn Hatosy) για λόγους πρεστίζ.  Φυσικά δεν λείπει ούτε το φρικιό με την ρετσινιά της λεσβίας Stokely (Clea DuVall), καθώς και το χαζοβιόλικο βλαχαδερό από την Atlanta, Marybeth (Laura Harris) y'all!


Αν και τόσο καιρό έλεγα να στρωθώ να την δω επιτέλους παρόλα αυτά δεν ήξερα οτι πίσω από τις κάμερες καθόταν ο Robert Rodriguez τον οποίο έχουμε συνηθίσει σε μια εντελώς διαφορετική κατηγορία ταινιών, περισσότερο b-movie-στικης αισθητικής.  Την στιγμή βέβαια που πας να σκεφτείς κάτι τέτοιο, αρχίζεις να βάζεις και όλα τα κομμάτια του "The Faculty" στην σειρά (δεν είναι δα και τόσο δύσκολο να το κάνεις), και καταλήγεις στο συμπέρασμα πως αυτή η ταινία ίσως και να είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σκηνοθετικά δείγματα του Rodriguez, το οποίο λειτουργεί με την σειρά του ως μια νεανική ανθολογία σχολικών, κινηματογραφικών επιρροών, sci-fi πινελιών, εξωγήινης λογοτεχνίας και ποπ κουλτούρας, με την οποία θα ταυτιστείς, ιδιαίτερα αν ανήκεις σε κάποια από την κατηγορία των πρωταγωνιστών (φαντάζομαι τον εαυτό μου σαν ένα περίεργο υβρίδιο της Stokely με τον μοναχικό και εντελώς geeky χαρακτήρα του Wood).
Αυτό που καταφέρνει αναμφίβολα και με μεγάλη επιτυχία ο Rodriguez, είναι να δημιουργήσει μια ταινία ύμνο για την εποχή, η οποία βλέπεται καλύτερα από μια χρονική απόσταση (ιδανική εν έτι 2013), επειδή ακριβώς εγκλωβίζει την ουσία των '90s μέσα σε ένα μάτσο κάρε.  Από τα trends στα ρούχα (φαρδιές μπλούζες και παντελόνια, σφιχτοκουμπωμένα πουκάμισα, κοριτσίστικα χοντροπάπουτσα και total black look για το "μαύρο πρόβατο" της παρέας, το οποίο αποτελεί έτσι κι αλλιώς διαχρονική αξία) και τις μουσικές επιλογές (The Offspring, Garbage, Sheryl Crow, Oasis, καθώς και τον πάντα "in" David Bowie, αλλά και το μαθητικά επαναστατικό "Another Brick in the Wall"), μέχρι τον πασιφανή σχολικό διαχωρισμό των μαθητών και την οριοθετημένη στα πλαίσια ενός εν δυνάμει μονοδιάστατου χαρακτήρα, συμπεριφορά τους, όλα εδώ ουρλιάζουν αυθεντική 90ίλα.  Και γι' αυτό την αγαπώ.


Μη φανταστείτε βέβαια πως η αγάπη μου για τον κινηματογράφο της δεκαετίας του '90 είναι κοινή προς όλα τα είδη, αφού κατά γενική ομολογία εκείνη την περίοδο σκηνοθετήθηκαν και μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές μπαρούφες.  Ούτε είναι να πεις πως έζησα και την συγκεκριμένη ταινία στο φουλ, εκτός και αν τα δεκάχρονα (βλ. εμένα) οργιάζαν έτσι κι αλλιώς εκείνη την εποχή.  Θα έλεγε οτι έζησα περισσότερα μια ετεροχρονισμένη 90ίλα που μπήκε στο πετσί μου μέσα από τις παρέες, την οικογένειά μου και ένα σωρό άλλα ερεθίσματα από αυτά δηλαδή που όλοι δεχόμαστε, και την οποία νομίζω πως πέρασα σε ταυτόχρονη, παράλληλη προβολή με όλο το φουτουριστικό μιλένιουμ.
Γι' αυτό τον λόγο το "The Faculty" αν και δεν σου προσφέρει τίποτα το διαφορετικό ή κάτι με το οποίο να πρέπει να ασχοληθείς με αναλύσεις επί αναλύσεων, αποτελεί εντούτοις μια από τις πιο γλυκές (και γιατί οχι ένοχες) απολαύσεις τις οποίες θα παρακολουθήσεις, αν δεν το έχεις ήδη κάνει δηλαδή.
Παρόλα αυτά ακόμα και εδώ υπάρχουν πραγματάκια τα οποία μπορείς να τσιμπήσεις από εδώ και από εκεί, όπως για παράδειγμα την σημασία που έχει για έναν loner όπως ο Wood, να προσπαθήσει να κατατροπώσει ένα τσούρμο ανθρωπόμορφους εξωγήινους και να γίνει ο τοπικός ήρωας (και άρα να πάψει να αποτελεί τον καημένο του οποίου η "οικογένεια" συνθλίβεται καθημερινώς στον στύλο της σημαίας).  Προφανώς και δεν είναι τυχαίο επίσης το γεγονός της αποξένωσης, το οποίο στα αγγλικά ως alienation μπορεί να ερμηνευτεί τόσο κυριολεκτικά, όσο και μεταφορικά, αφού πάνω κάτω αυτό συμβαίνει στο σχολείο: κάτι διψασμένα παράσιτα επιδιώκουν να "αποξενώσουν" και να χειραγωγήσουν τους μαθητές, μετατρέποντάς τους σε πρώτης τάξεως παθητικά όντα με εποικιστικές τάσεις.  Κάτι καθημερινό δηλαδή...


Φυσικά αν προσέξετε λίγο καλύτερα θα δείτε πως το κάθε τραγούδι παίζει και σε συγκεκριμένη στιγμή της ταινίας, ανάλογα με το concept της κάθε σκηνής, και αυτό που σίγουρα προκαλεί θετική εντύπωση, είναι τα αρκετά καλά εφέ (δεδομένης της εποχής πάντα), με τα οποία παρουσιάζονται οι κακοί εξωγήινοι.
Στην ταινία επίσης σίγουρα θα απολαύσετε το οτινανικό cast, το οποίο δένει τέλεια, καθώς και μερικές ηθοποικές προσθήκες που κάνουν την διαφορά, όπως αυτή της Famke Janssen στον ρόλο της ταπεινής καθηγήτριας που αργότερα γίνεται sexy θηλυκό, του...Usher ο οποίος υποδύεται έναν από την ομάδα του football, του Jon Stewart στον ρόλο ενός εκ των καθηγητών, καθώς και της Salma Hayek σε ένα μικρό ρολάκι, μιας που φανταζόμαστε πως ο Rodriguez, απλώς δεν γινόταν να κάνει ταινία χωρίς αυτήν μέσα.
Όσον αφορά τους βασικούς πρωταγωνιστές, όλοι δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό (μεταξύ μας παίζουν σε σενάριο που ο καθένας μας θα ήθελε διακαώς να πρωταγωνιστήσει) χωρίς υπερβολές, με μια αγνώριστη Jordana Brewster, έναν συνήθη ύποπτο Hartnett και έναν Wood σε έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς ρόλους της περίεργης κινηματογραφικής του καριέρας (είναι γεγονός οτι ήρθε σε τούτο τον μάταιο κόσμο προκειμένου να υποδυθεί μόνο τον Frodo).
Κατά τα άλλα αν περιμένεις κλασική σχολική σκηνοθεσία, μερικές extra gore στιγμές και αναφορές σε βιβλία όπως το "Invasion of the Body Snatchers", δεν πέφτεις έξω μιας που τα παιδιά βασίζουν ακριβώς πάνω εκεί όλα τα ύποπτα συμπτώματα περί της αλλαγής στην συμπεριφορά των καθηγητών τους.  Εγώ να προσθέσω πάντως πως η όλη κατάσταση θυμίζει εκδοχή του "The Breakfast Club", υπό το πρίσμα βέβαια μιας εξωγήινης απειλής.


Εν κατακλείδι το "The Faculty" αποτελεί μια απολαυστική και καθόλα διασκεδαστική επιστροφή στο πρόσφατο ή και πιο παλιό παρελθόν σου.  Εγγυημένη πρόταση για ημέρες με περίεργα mood swings.  Believe me.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι μεταξύ μας την Ms. Burke, όλοι θα την ήθελαν να παραμείνει όπως έγινε μετά, οτι ο Hartnett είναι κατά τα άλλα διάνοια και πως όταν δεις μια γηραιά καθηγήτρια να πέφτει νεκρή πάνω σου, μέσα στην ντουλάπα του γραφείου των καθηγητών, σημαίνει πως ήρθε η ώρα να την κάνεις.  Plus, μάθε να κρύβεις επιτέλους τα πορνό σου και σε κάποιο άλλο σημείο πέρα από κάτω από το στρώμα σου.


 TRIVIA
  • Όταν ο Casey περιποιείται τα τραύματά του στην τουαλέτα, πάνω από το κεφάλι του είναι ένα γκράφιτι που λέει, "Τito & Tarantula", το όνομα της μπάντας που χρησιμοποιούσε ο Rodriguez σε διάφορες ταινίες του όπως το "Desperado" και το "From Dusk till Dawn".
  • O Jon Stewart παίζει τον καθηγητή Edward Furlong.  Στην πραγματικότητα ο ηθοποιός Edward Furlong υποδύθηκε τον John Connor στο "Terminator 2: Judgment Day", στην οποία τον καταδίωκε ο T-1000 Εξολοθρευτής, τον οποίο υποδυόταν ο Robert Patrick.  Ο Patrick υποδύεται επίσης στο The Faculty τον προπονητή της ομάδας football.
  • Ένα σύνθημα που φαίνεται στα αποδυτήρια λέει "Τhe will to win comes from within", αρκετά ταιριαστό αν σκεφτεί κανείς πως κάτι τέτοιο ισχύει και στην περίπτωση των παρασιτικών εξωγήινων οι οποίοι θέλουν να κερδίσουν, λειτουγόντας "μέσα" από τους ξενιστές/ανθρώπους.
 (ΠΗΓΗ IMDB)

Δευτέρα 6 Μαΐου 2013

Wandafuru raifu (a.k.a After Life): Memories of eternity

Καλή εβδομάδα σε όλους και χρόνια πολλά!  Ελπίζω να τα περάσατε όμορφα αυτές τις μέρες, να φάγατε και καμιά πετσούλα και να βγήκατε νικητές στο τσούγκρισμα των αυγών.  Όπως και να' χει, επιστρέψαμε και εμείς-οχι οτι φύγαμε δηλαδή-στην καθιερωμένη, εβδομαδιαία κριτικούλα μας, ξεκινώντας την εβδομάδα με μια ταινία η οποία καθόταν στον υπολογιστή μου, πάνω από χρόνο.  Έφτασε λοιπόν κάποια στιγμή η ώρα να την δω, και αυτή η ώρα ήταν χθες.  Και αναρωτιόμουν με τον εαυτό μου πως δεν την είχα προτιμήσει νωρίτερα.  Γλυκόπικρο και σκηνοθετημένο με τα πιο απλά μέσα, το "After Life" είναι μια ταινία μνήμης και επιλεκτικής αποφυγής της λήθης.  Για να δούμε...


Κάπου σε μια περιοχή της Ιαπωνίας (πιθανολογούμε, μιας που ποτέ δεν μαθαίνουμε πραγματικά), μια ομάδα ατόμων έχει αναλάβει την περίεργη δουλειά προετοιμασίας των...πεθαμένων, σχετικά με το ταξίδι προς την αιωνιότητα το οποίο ο καθένας τους πρόκειται μετά από λίγο καιρό να πραγματοποιήσει.
Πιο συγκεκριμένα αυτή η παρέα ανθρώπων η οποία ζει σε ένα κατά τα άλλα εγκαταλελειμμένο και πολυκαιρισμένο κτίριο, έχει αναλάβει την πολύ σημαντική δουλειά της συζήτησης με τον αποθανόντα, προκειμένου εκείνος να καταφέρει να διαλέξει μια ανάμνηση από την ζωή του, με την οποία στην συνέχεια θα πορευτεί στο φαντασματικό του "πάντα".  Στην ουσία ο καθένας από αυτούς, διαλέγει την πιο προσφιλή, την πιο όμορφη και και την πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής του, με την οποία πρόκειται να "ζήσει" έκτοτε, ξεχνώντας όλη την υπόλοιπη γήινη ύπαρξή του.
Φυσικά ανάμεσα σε όλα αυτά τα ετερόκλητα άτομα, υπάρχουν ηλικιωμένοι και νέοι, άτομα μοναχικά και άτομα που έζησαν την ζωή τους στο φουλ, άτομα που αρνούνται να διαλέξουν ανάμνηση και άτομα που απλώς θέλουν να ξεχάσουν μια μονότονη ή επίπονη αλλοτινή πραγματικότητα.  Παρόλα αυτά, όσοι τελικά καταλήγουν στην εμπειρία που θέλουν να κουβαλήσουν μαζί τους, βιώνουν μια απρόβλεπτη κινηματογραφική κατάσταση, καθώς τα άτομα που είναι υπεύθυνα για την ομαλή "μετάβαση", σκηνοθετούν με καθαρά κινηματογραφικά μέσα τις επιλεγμένες αναμνήσεις, προκειμένου μέσα από την βιώσή τους, να επέλθει τελικώς η αναχώρηση των ψυχών...


Το γεγονός οτι αγαπώ τον ασιατικό κινηματογράφο, δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν μπόλικοι δημιουργοί εκεί έξω, τους οποίους δεν έχω τσεκάρει ποτέ και ντροπή μου γι' αυτό.
Ένας από αυτούς είναι και ο σκηνοθέτης/σεναριογράφος του "After Life", Hirokazu Koreeda, του οποίου την φιλμογραφία αν εξετάσει κανείς λίγο περισσότερο, θα δει πως πέρα από το γεγονός πως οι 9 στις 10 ταινίες του αποτελούν κοινωνικοδραματικά ταινιάκια με φιλοσοφικές προεκτάσεις, μοιάζει παράλληλα να ακολουθεί το υποθεσιακό περιεχόμενο των "μεγάλων παλιών" πολύ πιο πιστά, σε σχέση με άλλους σύγχρονους δημιουργούς, οι οποίοι μοιάζουν να έχουν δημιουργήσει έτσι κι αλλιώς την δική τους σχολή στυλιζαρισμένης βίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, μεγάλη επίδραση στο έργο του Koreeda, φαίνεται πως έχει ασκήσει η θεματική του Yasujiro Ozu, ο οποίος πραγματευόταν στις ταινίες του το βάρος της τρίτης ηλικίας, την μοναξιά, την νέα, εκμοντερνισμένη Ιαπωνία και τον αντίκτυπό της στην παραδοσιακή μέχρι τότε ζωή, την αποξένωση των παιδιών από τους γονείς και τελικά, τον θάνατο.  Αυτό ακριβώς το σκεπτικό ακολουθεί και ο Koreeda στην ταινία του "Still Walking" (2008), στην οποία δυο παιδιά επισκέπτονται τους ηλικιωμένους τους γονείς, προκειμένου να τιμήσουν τον θάνατο του μεγαλύτερου γιου της οικογένειας, ο οποίος είχε χαθεί από πνιγμό, δεκαπέντε χρόνια πριν.  Φέρνοντας μαζί τις οικογένειές τους, θα διαπιστώσουν οτι οι σχέσεις με τους γονείς τους έχουν πλέον αλλάξει...
Ταινίες όπως το "Maborosi" (1995), το "Nobody Knows" (2004) και το "I Wish" (2011), αποτελούν κλασικά παραδείγματα των σταθερών σινεματικών αξιών του Koreeda, ο οποίος υφαίνει δραματικά και κοινωνικά, τοποθετώντας τις ταινίες του σχεδόν πάντα, μέσα σε ένα θανατερό, και όμως τόσο βγαλμένο μέσα από την απτή καθημερινότητα, περιτύλιγμα.


Το "After Life" αποτελεί μια από τις πιο αυτοαναφορικές ταινίες που έχω δει, αφού καταφέρνει να συνδυάζει τόσο το κομμάτι της αφήγησης (το οποίο είναι προφανές πως χρησιμοποιείται ως δεκανίκι, προκειμένου ο σκηνοθέτης να μας μιλήσει για τα πραγματικά σημαντικά θέματα της ανθρωπότητας), όσο και το έξυπνο εύρημα της σκηνοθεσίας των αναμνήσεων, για να μας παρουσιάσει στην τελική την ίδια την προέλευση και αξιότητα του κινηματογράφου.
Ο λόγος για τον οποίο δεν είχα αγαπήσει ιδιαίτερα το πρόσφατο "Holy Motors" και παρά το γεγονός πως η αυτοαναφορικότητα ήταν εκεί και σου χαμογελούσε μες τα μούτρα, ήταν επειδή το είχα βρει στην καλύτερη περίπτωση, επιτηδευμένο μέχρι αηδίας.  Ήταν τόσο προφανές το που το πήγαινε ο Carax, τόσο κατανοητό πως όλο αυτό το, κατά τα άλλα δίχως νόημα, αποκτούσε υπόσταση όταν προσπαθούσες να το ερμηνεύσεις μέσα από την οπτική της ουσίας του κινηματογράφου, ώστε έχανε για εμένα, οποιοδήποτε νόημα μεγαλύτερης ενασχόλησης μαζί του, επειδή ακριβώς δεν σε άφηνε να χαθείς μόνος στην εκτυφλωτική μαγεία που προσφέρει το cinema.  Σε έπαιρνε από το χεράκι και σε καθοδηγούσε, και δυστυχώς η εξαιρετική σκηνοθεσία και φωτογραφία δεν αρκούν, ακόμα και αν αποτελούν βασικά (η σκηνοθεσία το βασικότερο ίσως) συστατικά της ομορφιάς της μεγάλης οθόνης.
Όλα αυτά έρχονται εδώ τελείως τούμπα, μιας που ο Koreeda οχι μόνο αφήνει διάσπαρτα στοιχεία προκειμένου ο θεατής να σκεφτεί και να αναρωτηθεί για τα αιώνια ζητήματα της ύπαρξης τους ανθρώπου, αλλά το κάνει και με τέτοια αφτιασίδωτη ταπεινότητα, ώστε κατορθώνει να σε εγκλωβίσει σε αυτόν το άχρονο και άτοπο κόσμο, εκεί όπου η πορεία της όποιας ύπαρξης εξαρτάται από την ιδανική και σωστή επιλογή της μνήμης, της ανάμνησης, του ίδιου του παρελθόντος.


Χωρίς να ξεφεύγει ποτέ από τον χώρο του παλιού κτίσματος (εκτός από μια σεκάνς στην οποία η πρωταγωνίστρια-εργαζόμενη, που είναι επίσης νεκρή, περιφέρεται δίχως προορισμό μέσα στην γεμάτη από κόσμο πόλη), αλλά καθιστώντας τον πραγματικό και ταυτόχρονο ονειρικό (οι πεθαμένοι που εισέρχονται στο κτίριο, μπαίνουν σε αυτό μέσα από ένα ομιχλώδες εξωτερικό, το οποίο ποτέ δεν αντιλαμβανόμαστε επακριβώς περί τίνος πρόκειται, την ίδια στιγμή που λίγο αργότερα, τα δέντρα, τα τζιτζίκια και ο γαλάζιος ουρανός, δηλώνουν πως το εξωτερικό είναι καθόλα ρεαλιστικό), ο Koreeda δημιουργεί ένα παράλληλο σύμπαν, το οποίο λειτουργεί ως η τελευταία στάση των νεκρών, παραπέμποντας σε εναλλακτικό Καθαρτήριο, μέσα στο οποίο έχουν όλοι θέση και δικαίωμα στην ανάμνηση.  Κάνοντας ακόμα και μια έμμεση αναφορά στην ύπαρξη του Παραδείσου και της Κόλασης (υπονοείται πως δεν υπάρχει τίποτα από τα δυο, αλλά δεν γίνεται ξεκάθαρο και τι ακριβώς συναντάμε στην μετά θάνατον ζωή), δίνει την δυνατότητα στους χαρακτήρες του μέσα από συνεντευξιακές συνεδρίες να αποτιμήσουν την παρουσία τους πάνω στην Γη, σαν μια μορφή τελευταίας εξομολόγησης λίγο πριν την εν μέρει λήθη η οποία τους περιμένει.  Οι χαμένες ευκαιρίες, η μοναξιά, ο συμβιβασμός, τα νιάτα και τα γηρατειά, έρχονται σε διαρκή αντίθεση μεταξύ τους, με τους ήρωες να θυμούνται και να πράττουν, την ίδια στιγμή που πολλοί από αυτούς αναζητούν την επιστροφή στα παιδικά τους χρόνια (ψήγματα της προυστικής θεωρίας είναι σχεδόν παντού διάσπαρτα), άλλους να διαθέτουν μνήμες από τις πρώτες στιγμές της μωρουδιακής τους ύπαρξης και συνειδητότητας, ενώ υπάρχουν και εκείνοι που κρατούν ως πιο σημαντική στιγμή στην ζωή τους, το άγγιγμα και την μυρωδιά της μητέρας και του πατέρα (το Οιδιπόδειο στο αντίστροφό του).
Όπως γίνεται κατανοητό ο Koreeda δεν αναλώνεται σε εντυπωσιακές σκηνοθετικές τεχνικές, ούτε και σε πομπώδες σενάριο, προκειμένου να διαλεχτεί με εμάς τους θεατές αναφορικά με ζητήματα οικουμενικά και αιώνια.  Τοποθετεί απλά τους ήρωές του στην καρέκλα του συνεντευξιαζόμενου (ή του εξομολογούμενου), αφήνοντάς τους να θυμηθούν και να βιώσουν στην συνέχεια, με την βοήθεια του "κινηματογράφου".


Η αγνή αυτοαναφορικότητα της ταινίας δεν γίνεται να σε αφήσει αδιάφορο, καθώς η σύλληψη της αναπαράστασης της ανάμνησης (η βάση του κινηματογράφου από την αρχή της ύπαρξής του, ήταν από πάντα η αναπαράσταση της πραγματικότητας και η ρεαλιστική απεικόνιση της ζωής), είναι ευφυέστατη.  Στην ουσία ο κάθε ήρωας μπορεί να αναγεννηθεί και να συνεχίσει το ταξίδι του, μόνο μέσω της επίδρασης ενός στημένου σκηνικού, ενός συνεργείου που παλεύει να ικανοποιήσει ανάγκες και μιας κάμερας που καταγράφει γεγονότα.  Όπως ακριβώς ο καθένας από εμάς βιώνει σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό τα διδάγματα μιας ταινίας, έτσι ακριβώς μας λέει και ο Koreeda, πως η ταύτιση της φρέσκιας, ζωντανής, κινηματογραφημένης ανάμνησης, με την νεκρή ψυχή, είναι κάτι το φυσιολογικό και το απόλυτα λογικό.  Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός πως ο σκηνοθέτης αποφασίζει να χρησιμοποιήσει την έννοια του cinema, ως το μεταφορικό μέσο προς μια άλλη διάσταση, καθώς εξ' ορισμού η ίδια η τέχνη του κινηματογράφου, είναι μια τέχνη θανάτου, μια τέχνη που καταγράφει ολογράμματα και "φαντάσματα", τα οποία πεθαίνουν κάθε δευτερόλεπτο.  Με το πέρας κάθε σκηνής, και κάθε στιγμής, οι προβαλλόμενες εικόνες χάνονται στην λήθη, με αποτέλεσμα ο Koreeda να δημιουργεί εδώ μια εξαιρετικά ποιητική και εντελώς αυτοαναφορική σχέση, ανάμεσα στον κινηματογράφο και την επίδρασή του πάνω στα άτομα, τα οποία "χάνονται" μέσα του...
Το "After Life", είναι μια ξεχωριστή ταινία, για όποιον αποφασίσει να την δει και να ανακαλύψει όλα εκείνα τα στοιχεία που την καθιστούν ξεχωριστή.  Εδώ το μόνο που κατάφερα ήταν ένα μικρό ξύσιμο της επιφάνειάς της, που ακόμα και αυτή, έχει τόσα να σου πει.  Δείτε την οπωσδήποτε ιδιαίτερα αν είστε σε ανάλογο mood, και περιμένω τις εντυπώσεις σας.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι η ζωή είναι κύκλος, οτι το βύθισμα στο νερό της μπανιέρας δημιουργεί ασφάλεια και οτι ακόμα και μια ανθισμένη κερασιά, μπορεί να είναι τα πάντα για έναν άνθρωπο...

Προτίμησα το παρακάτω απόσπασμα, γιατί στο trailer η κλασική φωνή που παρουσιάζει την ταινία, απλά ήταν καταστροφή για την ατμόσφαιρα της ταινίας...



No trivia

Τετάρτη 24 Απριλίου 2013

Iron Man 3: The suit is back!

NEW ARRIVAL

Καλημέρα καλημέρα!  Όπως σας είχα πει ήδη από Δευτέρα, αυτή θα είναι η μπλοκμπαστερική μας εβδομάδα, μιας που εκτός από το "Oblivion" που δεν το λες και κακό, αλλά το λες σπαστικό αναφορικά με το περιττό του δράμα, σας είχα πει πως θα αναφερθούμε και στο νέο Iron Man.  Και πως δεν θα μπορούσαμε άλλωστε από την στιγμή που έχει γίνει talk of the town, για διάφορους λόγους.  Από εσάς θέλω μόνο δυο πράγματα: πρώτον, να μην υπάρξει ο οποιοσδήποτε παραλληλισμός ανάμεσα στα νολανικά δημιουργήματα, και την popcorn απήχηση των ηρώων της Marvel και δεύτερον, να μην προσπαθήσετε να δείτε αυτή την νέα ταινία, μέσα από το πρίσμα της πιστής του μεταφοράς από το comic, γιατί τότε και εσείς θα απογοητευθείτε, και την καημένη την ταινία θα αδικήσετε η οποία μια χαρά καλοφτιαγμένη σουπερηρωική περιπέτεια είναι.  Αυτά και συνεχίζω.


Μετά την δευτερολεπτικά εξωγήινη αποστολή του στους Avengers, να μεταφέρει εκτός Γης τους πυρηνικούς πυραύλους που οι ανώτεροι του Nick Fury διέταξαν να ρίξουν στο Manhatan προκειμένου να λήξει η εισβολή των Chitauri (και μαζί τους δηλαδή να εξαφανιστεί και η παραμικρή αμερικάνικη τρίχα), ο Tony Stark (Robert Downey Jr.) έχει αποσυρθεί στο άβατό του, μαστορεύοντας ολημερίς τις iron man-ικές του στολές και βιώνοντας κάθε τόσο έντονες κρίσεις πανικού, μιας που η εμπειρία του στο πλευρό των Εκδικητών, μόνο προβλήματα φαίνεται να του προκάλεσε.  Έχοντας απομακρυνθεί από την Pepper (Gwyneth Paltrow) και εφιστώντας όλη του την προσοχή στην κατασκευή ενός εν δυνάμει στρατού, ο Stark είναι αποφασισμένος να μην αφήσει κανέναν άλλο να διαταράξει ξανά την "ησυχία" της χώρας του.  Εξωγήινο ή γήινο.
Βέβαια επειδή ως συνήθως οι ήρωες υπολογίζουν χωρίς τους ξενοδόχους (πόσο μάλλον ο Stark ο οποίος έχει έναν εγωισμό και μια ματαιοδοξία ΝΑ με το συμπάθιο), το παρελθόν θα του χτυπήσει την πόρτα, μεταμφιεσμένο σε Aldrich Killian (Guy Pearce), ενός ταπεινού ανθρωπάκου με μεγάλες ιδέες, ο οποίος φαίνεται πως έχει βρει την φόρμουλα του επόμενου κρίκου της ανθρώπινης εξέλιξης και ο οποίος δεν φαντάζει και τόσο ανθρωπάκος πια.  Την ίδια στιγμή ο αρχηγός μιας εξτρεμιστικής οργάνωσης γνωστός ως Mandarin (Ben Kingsley), θέτει σε εφαρμογή το δικό του τρομοκρατικό σχέδιο, απειλώντας την ευημερία ολόκληρου του έθνους.  Και όσο συμβαίνουν αυτά, o Stark θα πρέπει πρώτα να συμβιβαστεί με τον άνθρωπο μέσα στην στολή...


Για πρώτη φορά μετά τις δυο πρώτες ταινίες του Iron Man, ο σκηνοθέτης/ηθοποιός Jon Favreau (και κολλητός του Stark στην ταινία), αφήνει κατά μέρος την σκηνοθεσία και κρατάει απλά τα μπόσικα σε έναν ρόλο που δεν φαίνεται και πολύ, αρκεί όμως για να αποτελέσει την αφορμή προκειμένου ο Iron Man να αναλάβει και πάλι δράση.
Σε αυτό το τρίτο-και καλύτερο-installment του μαρβελικού ήρωα η σκηνοθεσία αφήνεται στα χέρια ενός κατεξοχήν περιπετειώδους τύπου, του Shane Black, του οποίου το όνομα μπορεί να μη σου λέει κάτι, θα σου πει όμως το σενάριο που έχει γράψει για το franchise του "Lethal Weapon", καθώς και το σενάριο μιας εκ των καλυτέρων ταινιών της δεκαετίας του '80, του "The Monster Squad".  Ταινίες όπως αυτή, το "Goonies" και το "Stand by Me", αποτελούν βασικούς λόγους για μαζώξεις στο σπίτι με καλή παρέα, σνακς και αναψυκτικά, έτσι για να μαθαίνουμε και εμείς οι "νεότεροι γέροι", και να θυμούνται τα original ραμολιμέντα (μαμά σ'αγαπώ).
Βέβαια, ο Black εκτός από την επιστροφή του στα σκηνοθετικά τεκταινόμενα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και με τον Robert Downey στο πλευρό του, είχε γυρίσει το 2005 το εντελώς underrated ταινιάκι, "Kiss Kiss Bang Bang", ένα νεο-noir δημιούργημα, με σύγχρονη ατμόσφαιρα, καλογραμμένο σενάριο και πρωταγωνιστή έναν Robert Downey (το "Iron Man" αποτελεί την δεύτερη συνεργασία τους), σε έναν από τους καλύτερους ρόλους της καριέρας του.  Λέγοντας αυτά, δεν νομίζω να έχετε ακόμα αμφιβολίες αναφορικά με το story της ταινίας.  Ακόμα κι αν είχατε όμως, είμαι σίγουρη πως θα τις ξεχνούσατε μετά το τέλος του φιλμ.


Βέβαια για να λέμε και τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη, το σενάριο του τρίτου Iron Man, χαρακτηρίζεται από μερικές ιδιαιτερότητες, για τις οποίες όμως δεν μπορώ να κάνω λόγο καθότι αυτό θα οδηγούσε σε φοβερά και τρομερά spoilers και αυτό δεν το θέλει κανείς.  Μπορώ και πάλι απλώς να σας θυμίσω πως πρέπει να κρατάτε στο πίσω μέρος του μυαλού σας (όλοι εσείς βασικά οι οποίοι έτσι κι αλλιώς διαβάζετε τα comic), οτι η ιστορία δεν εκτυλίσσεται όπως ακριβώς συμβαίνει στο χαρτί, αλλά με κάποιες μικρές, μα ζωτικές για τον χαρακτήρα της ταινίας, αλλαγές.  And that's that.
Όσον αφορά το θέμα της σκηνοθεσίας τώρα, πραγματικά δεν θα μπορούσαμε να ζητήσουμε κάτι παραπάνω, μιας που το θέαμα είναι εντυπωσιακό: καταιγιστική δράση, εφέ all over the place, ανατροπές και άφθονο γέλιο, αποτελούν βασικά χαρακτηριστικά μια περιπέτειας που θα σε αφήσει ικανοποιημένο από κάθε άποψη, αρκεί και εσύ να μην είσαι από εκείνους τους ψείρες που επί μονίμου βάσεως ψάχνουν τα αρνητικά (ιδιαίτερα σε τέτοιου είδους εφετζίδικες περιπέτειες), σχετικά με το κατά πόσο ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα το όλο θέμα, πως μπόρεσε ο Stark να πηδήξει από' δω, πως μπόρεσε να πηδήξει απο'κει και πόσο ανυπέρβλητος πατριωτισμός χωράει σε έναν σούπερ ήρωα.  Εμμ ναι, καταρχάς μόνος σου χαλάς όλο το fun της υπόθεσης, μιας που κανείς δεν είπε οτι θα παρακολουθήσεις υπαρξιακές, ταρκοφσκικές παπάτζες.  Πάρε για πράδειγμα μια από τις στολές του Iron Man και πιο συγκεκριμένα την παραπάνω.  Η οποία έχει τα χρώματα της αμερικάνικης σημαίας.  Έχει και ένα αστέρι στο στήθος.  Και μια σημαία να κυματίζει από πίσω της.  Φυσικά και ενέχει το στοιχείο του φλογερού πατριωτισμού, όπως ακριβώς και της εμπλοκής του Προέδρου.  Το καλό όμως είναι πως αυτό αποτελεί μόνο ένα μικρό λιθαράκι στην ιστορία του Iron Man επιτελώντας περισσότερο σκοπούς γεμίσματος των 130 λεπτών που διαρκεί, παρά μια καθεαυτή πατριωτίζουσα πλοκή.  Γι' αυτά έχουμε τον Will Smith στην Ημέρα Ανεξαρτησίας και τον Captain America.  Αρκούν.


Αφού το λύσαμε και αυτό, να πω πως πρόκειται επίσης να δείτε τον Iron Man πιο ανθρώπινο από ποτέ, μιας που ο ρόλος του Robert Downey μέσα στην στολή, είναι αρκετά πιο περιορισμένος απ'οτι στις προηγούμενες ταινίες.  Βέβαια αυτό καθόλου δεν μας χαλάει μιας που και οι σούπερ ήρωες έχουν τις στιγμές ενδοσκόπησής τους τύπου "που πάω, ποιος είμαι και τι κάνω", με αποτέλεσμα εδώ ο Tony Stark να βγαίνει τελικά πολύ πιο "ρεαλιστικός" και θνητός.  Φυσικά στο background παίζουν ένα σωρό θέματα που αφορούν την σχέση του με την Pepper, (η οποία εδώ αποκτάει πλέον καίρια θέση και υπόσταση, φεύγοντας μακριά από το ξενερουά παρουσιαστικό των πρώτων μεταφορών), με τον αμερικάνικο λαό, με την θέση του ως πολεμική μηχανή, την στάση του απέναντι στην νέα τρομοκρατική απειλή, αλλά και τα χαμένα όνειρα μιας πιο ιδεαλιστικής εποχής που έχει όμως περάσει ανεπιστρεπτί, θέματα τα οποία όπως θα αντιληφθείς, εμπλουτίζουν το σενάριο και δεν το αφήνουν να βαλτώσει σε μια ενδεχόμενη απλή δράση του ήρωα.  Γιατί όπως και να το κάνουμε όση δράση κι αν υπάρχει, όσο χρήμα κι αν έχει πέσει πάνω στο εφέ (και εδώ μιλάμε για 200$ εκατομμύρια), αν δεν υπάρχει και μια στοιχειώδεις πλοκή που να ξεχωρίζει αυτές τις ταινίες από τα εξαμβλώματα για παράδειγμα του Michael Bay, ε τότε θα μιλάμε για οπτικό περιεχόμενο χωρίς όμως καμία ουσία.  Γιατί αν οι ήρωες χαρακτηρίζονται έτσι, είναι πρωτίστως για τις επιλογές και τις συνθήκες που τους ανάγκασαν να σηκώσουν το βάρος ενός έθνους ή και ενός ολόκληρου πλανήτη στις πλάτες τους.
Όσον αφορά τις ερμηνείες, όλοι κάνουν την δουλεία τους καλά, με τον Downey να αποτελεί χιουμοριστικό χείμαρρο και άκρως γοητευτική, πληθωρική παρουσία, ενώ εξίσου καλή και κλασική πλέον (if you know what i mean) δουλειά κάνει και ο Guy Pearce, με εκείνη την περήφανη φάτσα του που θες να γυρίσεις και να του χώσεις καμιά ξανάστροφη.  Βέβαια τα εύσημα δεν θα μπορούσαν να πάνε σε κανέναν άλλον εκτός του Ben Kingsley, ο οποίος είναι μοναδικός και ανεπανάληπτος, ενώ είναι σίγουρο πως δίνει και μια από τις καλύτερες ερμηνείες που θα δεις τελευταία.


Επειδή λοιπόν αυτόν τον καιρό we need a hero περισσότερο από ποτέ, και αφού φαίνεται πως στην πραγματική ζωή το πράγμα κάπου κολλάει, ας απολαύσουμε τουλάχιστον τον "Iron Man 3", μια ταινία τέρμα τα γκάζια, με φουλ δράση, άκρως εντυπωσιακές σκηνές και εξαιρετικό cast, και ας χαθούμε για λίγο στην εκτυφλωτική μαγεία του μπλοκμπαστερικού cinema.  Γιατί το έχουμε κι αυτό ανάγκη.  Α, μην ξεχάσετε να παραμείνετε στην αίθουσα μετά το τέλος της ταινίας για ένα απολαυστικό, μαρβελικό "σφηνάκι".

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι οι κοιλιακοί της Paltrow είναι φέτες, οτι παίζει και η Rebecca Hall και οτι το τραγούδι "Im Blue" των Eifel 65 θα γίνει και πάλι μόδα.


No trivia