NEW ARRIVAL
Γεια σας, γεια σας και καλή μας εβδομάδα. Σήμερα θα ξεκινήσουμε με μια νέα άφιξη-επιτέλους-μετά από καιρό και συγκεκριμένα μια ταινιούλα που ενδείκνυται τόσο για τα μικρότερα, όσο και για τα μεγαλύτερα παιδιά.
Η αλήθεια είναι πως όταν ανακοινώθηκε πως η Pixar είχε στα σκαριά το prequel του "Monsters Inc.", προσωπικά δεν πέταξα και την σκούφια μου, καθώς θεώρησα πως μάλλον πάνε να βγάλουν από την μύγα ξύγκι, ιδιαίτερα δώδεκα χρόνια μετά το original υλικό. Παρόλα αυτά μπορώ να πω πως το "Monsters University" ήταν καλύτερο απ'οτι το περίμενα (σαφέστατα οχι καλύτερο από το πρώτο), και οτι σίγουρα όσοι αποφασίσετε να το επισκεφθείτε στις αίθουσες, δεν θα απογοητευτείτε. Here we go.
To "Monsters University" πραγματεύεται την ιστορία των δυο αγαπημένων μας ηρώων, πριν τις περιπέτειές τους ως ενήλικοι φοβιστές στο "Monsters Inc.", και πιο συγκεκριμένα την ιστορία της πρώτης τους συνάντησης, τότε που δεν τους έλεγες ακριβώς κολλητούς, αλλά περισσότερο άσπονδους εχθρούς.
Ο μικρούλης μονόφθαλμος Mike (με την φωνή του Billy Crystal στα αγγλικά και αυτή του Θανάση Τσαλταμπάση στα μεταγλωττισμένα), έχει ένα και μοναδικό όνειρο ζωής από την πρώτη στιγμή που επισκέφθηκε με το σχολείο του τον χώρο δράσης μερικών από τους πιο σημαντικούς μπαμπούλες ολόκληρου τους μπαμπουλοσύμπαντος: τον χώρο στον οποίο οι παιδικές πολύχρωμες πόρτες, οδηγούν σε κοιμισμένα αγγελούδια, τα οποία οι επαγγελματίες μπαμπούλες αρέσκονται να τρομάζουν εκμαιεύοντας την καλύτερη δυνατή τσιρίδα τους.
Παρά το γεγονός πως ο Mike ουδόλως τρομακτικός είναι, κάνει οτι μπορεί προκειμένου να καταφέρει να γίνει ένας από τους καλύτερους φοβιστές. Στον αντίποδα, θα γνωρίσει τον γιγαντόσωμο, χνουδωτό Sully (με τις φωνές των John Goodma/Αντώνη Λουδάρο) ο οποίος έχει έμφυτο το ταλέντο της τρομάρας, φαίνεται όμως να μην δίνει την παραμικρή σημασία για την κολεγιακή του δράση και το επιμελές διάβασμα.
Όταν οι δυο τους γνωριστούν κατά τύχη θα ξεσπάσει ένας έντονος ανταγωνισμός μεταξύ τους, αναφορικά με το ποιος είναι ο καλύτερος. Μέχρι την στιγμή δηλαδή που η συνέχιση της κολεγιακής τους ύπαρξης θα εξαρτηθεί από την μεταξύ τους συνεργασία...
Μετά τα στραβοπατήματα των "Cars 2" και "Brave", η Pixar φαίνεται να ξαναβρίσκει τον εαυτό της με το "Monsters University", εν μέρη βασίζοντας την επιτυχία του στην αναγνωρισιμότητα των κεντρικών του ηρώων και την αγάπη του κοινού για τους αιώνιους φίλους της μικρής, κοτσιδιάρας Boo, της πρώτης ταινίας.
Μπορεί να έχουμε ξαναδεί την επιστροφή χαρακτήρων ή ακόμη καλύτερα την κρυμμένη παρουσία τους υπό την μορφή "easter eggs" σε διάφορες άλλες ταινίες της Pixar, εντούτοις ο Mike και ο Sully φαίνεται να κρατούν μια ξεχωριστή θέση, χάρη στο εντελώς πρωτότυπο story με το οποίο τους γνωρίσαμε. Εξάλλου στην προκειμένη περίπτωση μιλάμε και για το πρώτο prequel που κυκλοφορεί η Pixar, μιας που οτι άλλο έχουμε δει αποτελεί είτε original ταινία, είτε sequel.
O μάλλον άπειρος Dan Scanlon (δεν έχει σκηνοθετήσει άλλο animation, εκτός από την συμμετοχή του απο'δω και απο'κει σε ελάχιστα projects της εταιρείας), κάνει καλή δουλειά στο να επαναφέρει στην μνήμη μας τα συμπαθή τερατάκια που γνωρίσαμε πριν από δώδεκα χρόνια, αναζωπυρώνοντας σταδιακά και την σχέση ανάμεσά τους, παρά την αρχική τους-κινητήρια για την υπόθεση της ταινίας-κόντρα.
Χωρίς να χαρακτηρίζεται από ένα εξαιρετικά πρωτότυπο σενάριο, καταφέρνει εντούτοις να κρατήσει το ενδιαφέρον και το χιούμορ σε επίπεδα ικανά να κρατήσουν με την σειρά τους και εσένα επικεντρωμένο στον πολύχρωμο και πολύβουο χώρο του κολεγίου, στην απόδοση του οποίου έχει πετύχει διάνα.
Αναμφίβολα ένα από τα πιο χαρακτηριστικά και απολαυστικά στοιχεία της ταινίας, είναι η σκηνοθετική απόδοση του στερεοτυπικού θέματος του κολεγίου και όλης της τρέλας που επικρατεί στον χώρο του, τις αδελφότητές του, ακόμη και του διαχωρισμού των μαθητών με βάση το επίπεδο της cool-οσύνης τους.
Αν θα έπρεπε να μαντέψουμε, θα λέγαμε πως αυτή ακριβώς η απεικόνιση αποτελεί σίγουρα και μια σαφέστατη αναφορά σε όλους εκείνους τους σωρούς των χαζοαμερικάνικων ταινιών (σίγουρα δεν είναι όλες χαζές, άλλες τουλάχιστον ενέχουν το στοιχείο της ένοχης απόλαυσης) οι οποίες στήνουν ολόκληρα ευτραπελικά σκηνικά γύρω από τα λεγόμενα campuses. Το ίδιο ακριβώς θα δεις να συμβαίνει και στο "Monsters Inc." με την διαφορά πως η ελευθερία του κινούμενου σχεδίου δίνει την δυνατότητα στους δημιουργούς να πλάσουν τον κόσμο με τα πιο τρελά και τερατίστικα υλικά που έχεις δει, καθώς φυσικά και με τις απαραίτητες δόσεις συναισθήματος και διδακτισμού που έχουμε πει οτι χαρακτηρίζουν τις ταινίες της Disney και της Pixar.
Στην πρώτη ταινία μάθαμε λοιπόν πως πρέπει να υπερνικάς τους φόβους σου και να αποδέχεσαι το ποιος πραγματικά είσαι, ένας χιουμορίστας πουά γίγαντας για παράδειγμα, ο οποίος καταλήγεις να γίνει ο καλύτερος φίλος ενός μικρού κοριτσιού, την ίδια στιγμή που θα έπρεπε να της προκαλείς τον απόλυτο τρόμο. Αυτή την φορά το θέμα έχει να κάνει περισσότερο με την παρουσία του Mike, την πίστη στον εαυτό μας και το εσωτερικό πείσμα που μας κάνει να μη τα παρατάμε ποτέ, ακόμη και στις μεγαλύτερες δυσκολίες. Και σε αυτό φυσικά το αποτέλεσμα παίρνει άριστα δέκα. Όπως τις περισσότερες φορές εξάλλου.
Αν και σίγουρα το αποτέλεσμα ίσως να φαίνεται κάπου χλιαρό (φαντάζομαι κυρίως εξαιτίας της μεταγλώττισης και της ηλίθιας απόδοσης μερικών προζικών στιγμών που σίγουρα θα άξιζαν να τις ακούσουμε στα αγγλικά), εντούτοις το "Monsters University" αποτελεί την ιδανική επιλογή για μια fun βραδιά κυρίως επειδή έχεις την εγγύηση της Pixar.
Κατά τα άλλα οτι επιθυμήσεις θα το βρεις μέσα στην ταινία, ακόμα και μια υπόνοια της μελλοντικής Boo, την οποία δεν θα σου πω που να κοιτάξεις να την βρεις, είναι έκπληξη. Παράλληλα το χιούμορ, τα εκτυφλωτικά σχεδόν χρώματα, ο fun διαχωρισμός των κοινωνικών ομάδων του κολεγίου σε προχωρημένους τύπους (με αντίστοιχα μπουφανάκια παρακαλώ), losers, ακόμα και εναλλακτικές, punk τερατοτύπισσες, καθώς και η όπως την περιμένεις χαζοβιόλικη δράση των πρωταγωνιστών, αποτελούν χαρακτηριστικά γνωρίσματα του κόσμου της Pixar τα οποία εμφανίζονται και εδώ κλασικά, παραδοσιακά, αν και με μια κάποια έλλειψη περαιτέρω πρωτοτυπίας η αλήθεια είναι.
Για εμένα πάντως, ένα γεγονός που μου έκανε εντύπωση, ήταν επίσης το σενάριο του Πρωταθλήματος Τρομάρας με το διαγωνιστικό του περιεχόμενο, το οποίο μου έφερε στο μυαλό το αντίστοιχο, τρίαθλο μαγείας αυτή την φορά, στην τέταρτη συνέχεια του Harry Potter, "Harry Potter and the Goblet of Fire". Το βρήκα σίγουρα ωραία πινελιά, αν και όπως είπα, το γεγονός πως αμέσως σκέφτηκα το αντίστοιχο σενάριο του Potter, δεν με άφησε να απολαύσω στο φουλ την υποθεσιακή ιδέα των συντελεστών.
Αν θες να δεις κάτι fun αυτή την εβδομάδα, προτίμησε καλύτερα το "Monsters University". Ευχόμουν να σου πω τα ίδια και το "Μan of Steel", αλλά η αλήθεια είναι πως μάλλον θα βαρεθείς οικτρά. Άσε που η ταινία είναι και απλώς μέτρια. Για τα κακώς κείμενα όμως του ατσαλογκόμενο, θα επανέλθουμε την Τετάρτη ή την Παρασκευή. Till then, ετοιμάσω για μπαμπουλοφανταστικές στιγμές.
Τι έμαθα από την ταινία: Οτι ο Ρούλης (φοβερή μεταγλώτιση) έχει το πιο τρομακτικό skill, οτι ο τα σιδεράκια που φοράει ο Mike, το ξέρετε οτι τα φοράει χωρίς λόγο, έτσι δεν είναι; και οτι επίσης το μικρού μήκους ταινιάκι, "The Blue Umbrella" που το συνοδεύει, είναι τέλειο.
No trivia
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Animation. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Animation. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Δευτέρα 17 Ιουνίου 2013
Δευτέρα 29 Απριλίου 2013
Le magasin des suicides: It's a black world out there...
Alloha και πάλι, καλή μεγάλη εβδομάδα και τα σχετικά. Λίγο ανορθόδοξος ο τρόπος με τον οποίο θα ξεκινήσουμε σήμερα, αναφορικά με το περιεχόμενο της ταινίας για την οποία θα σας πω δυο πραγματάκια. Βασικά είτε η επιλογή μου είναι right to the point, είτε αποτελεί επί της ουσίας μια τραγική ειρωνεία, οπότε όπως και να' χει, πάλι καλά είναι.
Σήμερα το λοιπόν θα ασχοληθούμε μετά από αρκετό καιρό με ένα ταινιάκι animation, το οποίο μάλιστα "έκλεισε" το φετινό Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου της Αθήνας. Προσωπικά το είχα βάλει στο μάτι αρκετό καιρό πριν, με αποτέλεσμα τώρα με το φεστιβάλ να το ξαναθυμηθώ και τελικά να το δω. Αν και η αλήθεια είναι πως έχω μερικές μικρο ενστάσεις, δεν μπορώ παρά να το χαρακτηρίσω ως ένα αξιοπρεπέστατο δείγμα animation ενηλίκων, το οποίο όμως έχει πολλά να μάθει και στους μικρότερους, αναφορικά με τον σκληρό κόσμο που τους περιμένει όταν πάρουν την σκυτάλη της ζωής από τους γονείς και βγουν εκεί έξω για να αγωνιστούν πλέον μόνοι. "Το μαγαζάκι των αυτοκτονιών" είναι εδώ. Θα ευχόμασταν να μην ήταν...
Θέλω να φανταστείτε κάτι. Κάτι που δεν απέχει και πολύ από την πραγματικότητά μας, αν και ευτυχώς δεν έχουμε φτάσει ακόμα σε τέτοια υπερβολικά όρια. Φανταστείτε λοιπόν την ύπαρξη μιας πόλης στην οποία ο κάθε πολίτης κουβαλάει στην πλάτη του και από ένα τεράστιο φορτίο δυστυχίας, γεγονός που τον καθιστά παραιτημένο από κάθε τι θετικό, όμορφο και αισιόδοξο έχει να του προσφέρει η ίδια η ζωή. Οχι βέβαια πως κάτι τέτοιο υπάρχει στην συγκεκριμένη πόλη, η οποία όντας βυθισμένη μέσα σε ένα μουρτζούφλικο γκρίζο και με την βροχή να μαστιγώνει δρόμους και πεζοδρόμια σε σχεδόν καθημερινή βάση, αποτελεί κατά κάποιον τρόπο την Κόλαση επί της Γης και αυτό γιατί όσοι ζουν μέσα της είναι ήδη "νεκροί", απλώς δεν τον ξέρουν ακόμα. Γιατί τι άλλο μπορεί να θεωρηθείς αν οχι ψυχικά και πνευματικά νεκρός από τη στιγμή που βιώνεις μια μίζερη και άνευ νοήματος ζωή;
Μέσα σε αυτό το θλιβερό τοπίο, εκεί όπου κανείς και τίποτα δεν φαίνεται να έχει σημασία, το μόνο πράγμα που φαίνεται να ευδοκιμεί κατά τρόπο φριχτά ειρωνικό, είναι ένα μαγαζί που ειδικεύεται στις...αυτοκτονίες. Τι καλύτερο να στήσεις μια επιχείρηση εκμεταλλευόμενος το "προϊόν" που πουλάει περισσότερο στην πόλη σου, δηλαδή τον θάνατο; Και η οικογένεια Tuvache κάνει αυτό ακριβώς που ξέρει καλύτερα: ειδικεύεται στην πώληση οριστικών τελών. Και το κάνει έξοχα.
Εν μέσω κρυστάλλινων δοχείων με δηλητήριο, κρεμάλες με το μέτρο, γιαπωνέζικα σπαθιά, κοφτερές λεπίδες μαχαιριών, shtoguns(!), όπλων και ένα σωρό άλλων θανατηφόρων αντικειμένων, ο πάτερ φαμίλιας Mishima είναι ο βασικός υπεύθυνος του μαγαζιού, ο οποίος φροντίζει να πουλάει το εμπόρευμά του στον κάθε απογοητευμένο πελάτη του με περίσσιο νάζι και τσαχπινιά, αντιλαμβανόμενος εξ' αρχής το γούστο του κάθε άτυχου που θα πατήσει το πόδι του στο μαγαζί. Βέβαια παρά το γεγονός οτι αποτελεί τον χρηματικό άρχοντα της περιοχής, παρέα με την πληθωρική και εξίσου καπάτσα γυναίκα του, φαίνεται πως η καταθλιπτική μπάλα έχει παρασύρει και τα δυο του παιδιά, μιας που από την μια πλευρά ο γιος του περνάει τις ώρες του ακονίζοντας ξυράφια για επίδοξους μελλοθάνατους, ενώ η κόρη του σαν άλλη πιτσιρίκα της οικογένειας Adamas, σκέφτεται διαρκώς τον θάνατο, ντυμένη σαν κάτι μεταξύ emo και death punk chick.
Όταν έρθει η κατά τα άλλα ευλογημένη στιγμή που η σύζυγος φέρει στον κόσμο το τρίτο παιδί της οικογένειας, τον μικρούλη Alan, τα πράγματα θα πάρουν εντελώς διαφορετική τροπή ήδη από την αίθουσα τοκετού μιας που ο Alan έχει κάτι που τον κάνει να ξεχωρίζει αμέσως: αντί να κλαίει, γελάει! Από εκεί και πέρα ο χαριτωμένος μπόμπιρας θα φέρει τα πάνω κάτω στην κοσμοθεωρία των Tuvache μιας που δεν θα σταματήσει να χαμογελάει και να προκαλέι πονοκέφαλο στους μουτρωμένους του γονείς, αντιμετωπίζοντας την ζωή γεμάτη φως και χαρά. Ακόμα κι αν δεν είναι. Δεν πειράζει, γιατί τώρα που είναι αυτός εδώ, θα κάνει τα πάντα προκειμένου να αλλάξει τον κόσμο μια και καλή...
Γνωστός για τις αισθηματικές του ταινίες ("The Hairdresser's Husband", "Intimate Strangers", "The Girl on the Bridge") o Γάλλος σκηνοθέτης Patrice Leconte, αποφάσισε να δοκιμάσει κάτι διαφορετικό και να δημιουργήσει ένα όλως περιέργως πολύχρωμο animation, το οποίο βασίστηκε στην ομώνυμη νουβέλα του Jean Teule.
Όπως έχουμε δει και τα τελευταία χρόνια, η τεχνική του animation χρησιμοποιείται πλέον προκειμένου να μιλήσει για πολύ πιο σκοτεινά θέματα, όπως η μοναξιά, η κατάθλιψη και ο θάνατος, χωρίς να μασάει τα λόγια της, αλλά καθιστώντας το περιεχόμενό της ανοιχτό τόσο στον κόσμο των μεγάλων, όσο και σε αυτόν των μικρών οι οποίοι θα πρέπει αφενός με προσοχή, και αφετέρου με ειλικρίνεια, να έρθουν σε επαφή με ζητήματα τα οποία θα παίξουν βασικό ρόλο μέσα στο κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο πρόκειται να μεγαλώσουν και αργότερα να δράσουν ως αυτόβουλα πλέον όντα.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά animation των τελευταίων ετών το οποίο περιστρέφεται γύρω από θέματα-taboo (όπως για παράδειγμα η ομοφυλοφιλία), είναι και η αυστραλιανή παραγωγή "Mary and Max" (για την οποία τα έχουμε πει και μέσα από το μπλογκάκι μας), η οποία μιλάει ανοιχτά για την μανιοκατάθλιψη, την αυτοκτονία και το σκληρό προσωπείο της μοναξιάς. Εδώ ο Leconte με σαφέστατα πιο ανάλαφρη διάθεση, η οποία προβάλλεται και μέσα από την χρήση των μουσικών κομματιών της ταινίας (η οποία σε στιγμές παραπέμπει σε μιούζικαλ), επιχειρεί τον δικό του (τους) κοινωνικό σχολιασμό, τοποθετώντας στον κέντρο της δράσης του μια θανατηφόρα πόλη, η οποία σαν άλλος ιός απελευθερώνει την δηλητηριώδη της δράση, καθιστώντας τους πολίτες έρμαια μιας τελολογικής αντίληψης περί του νέου σωστού και αποδεκτού. Το να σκοτώνεις πλέον τον εαυτό σου, αποτελεί κάτι το φυσιολογικό και καθημερινό, με το θέμα της γραφικότητας να εξαντλείται στην κλήση που "τρώει" κανείς από την αστυνομία, σε περίπτωση που αυτοκτονήσει σε δημόσιο χώρο!
Φυσικά ο σχολιασμός δεν αφορά μόνο το κοινωνικό της υπόθεσης αυτό καθ' εαυτό, αλλά και το φλέγον θέμα του περιβάλλοντος μιας που οι κλιματολογικές αλλαγές (προς το χειρότερο εννοείται), είναι αυτές που έχουν οδηγήσει τον πληθυσμό σε κατάθλιψη, οχυρωμένους μέσα στους κενούς τους πια εαυτούς με μόνη διέξοδο από αυτό το μαρτύριο, να φαντάζει φυσικά το ταξίδι προς τόπους χλοερούς.
Πάντως το έξυπνο μοτίβο του animation δεν περιορίζεται μόνο στο οξύμωρο της επιτυχίας ενός αυτοκτονικού μαγαζιού, αλλά δίνει αφορμές ακόμα και μέσα από τα ονόματα των πρωταγωνιστών που παραπέμπουν σε προσωπικότητες διεθνούς φήμης, οι οποίες οδηγήθηκαν στην αυτοκτονία. Για παράδειγμα η κόρη της οικογένειας ονομάζεται Marilyn, παραπέμποντας κατά τον Teule στην Merilyn Monroe, ενώ ο πατέρας με το όνομα Mishima παραπέμπει στον Yukio Mishima, έναν από τους πιο επιδραστικούς Ιάπωνες καλλιτέχνες, αφού ανάμεσα σε άλλα υπήρξε ποιητής, συγγραφές, σκηνοθέτης και ηθοποιός. Θεωρήθηκε ένας από τους σημαντικότερους Ιάπωνες δημιουργούς του 20ου αιώνα, ο οποίος μνημονεύεται μέχρι και σήμερα εκτός από τα έργα του και για το τελετουργικό sepuku που πραγματοποιήσε βάζοντας τέλος στην ζωή του. Και μιας που λέμε και αυτά, ο μεγαλύτερος γιος ονομάζεται Vincent, από το διάσημο ζωγράφο Vincennt van Gogh.
Όπως θα δείτε και εσείς πάντως, το animation είναι σαφέστατα επηρεασμένο από τον Tim Burton και τις δικές του ποε-ικές εμμονές, μιας που και ο πατέρας θυμίζει αφηρημένα ήρωα του γοτθικού κόσμου του Tim, ιδιαίτερα με εκείνους τους χαρακτηριστικούς μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια. Παρόλα αυτά ακόμα και αν κάποιες εμφανείς ομοιότητες υπάρχουν, το μαγαζάκι των αυτοκτονιών, καταφέρνει να ξεχωρίσει χάρη στην έντονη χρωματική του αντίθεση που είναι πιο έντονη μέσα στο μαγαζί, το οποίο αν και αποτελεί κόσμο του θανάτου, εντούτοις είναι ο πιο πολύχρωμος μέσα στην ταινία. Γιατί άραγε; Για να φαίνεται πιο ελκυστικός στο μάτι του πελάτη, ή γιατί για όλους όσους το επισκέπτονται, ο πραγματικός κόσμος, αυτός που είναι γεμάτος χρώμα και περίεργη ομορφιά, είναι ακριβώς αυτός;
Η χρήση του κατά τα άλλα παραδοσιακού, σχεδιαστικού, 2D animation είναι ιδανική για την διήγηση της ιστορίας μας, η οποία μπορεί να ξεκινάει από μακάβρια αφετηρία, έχει όμως τελικά ως σκοπό να αφυπνίσει συνειδήσεις περνώντας το μήνυμα πως ακόμα και αν δεν βλέπουμε τίποτα το θετικό στην ζωή, ακόμη κι αν είμαστε έτοιμοι να τα παρατήσουμε (ή το έχουμε ήδη κάνει), όλο και κάποια ακτίνα φωτός θα υπάρξει, αρκεί να είμαστε σε θέση να την αντιληφθούμε και να την εκμεταλλευτούμε.
Στην προκειμένη περίπτωση ακτίνα φωτός είναι ο μικρός Alan, με την μοναδική μου ένσταση να αφορά το γεγονός πως το σενάριο αναφορικά με τη δράση του πιτσιρικά, δεν είναι τόσο εμπλουτισμένο όσο θα το ήθελα, με αποτέλεσμα η λύση στο πρόβλημα να έρχεται λίγο ξαφνικά. Όπως και να' χει όμως η ταινία δεν παύει να αποδεικνύει πως ακόμα και μέσα στις πιο ζοφερές και μαύρες εποχές, μπορεί να υπάρξουν εκείνα τα ψήγματα αισιοδοξίας που θα κάνουν τελικά την διαφορά και θα σώσουν τις ψυχές μας από το σκοτάδι το βαθύ.
Όμορφο, τραγουδιστό και αρκετά αισιόδοξο μέσα στην απαισιοδοξία του, το "Le magasin des suicides" είναι ένα animation που θα σας κάνει να περάσετε καλά. Τελικά.
Τι έμαθα από την ταινία: Οτι οι κρέπες σώζουν, οτι ο χορός οι oriental χοροί χορεύονται γυμνοί και με αραχνοΰφαντα υφάσματα και οτι ποτέ δεν είναι αργά για την μια και μοναδική αλλαγή στην ζωή σου.
No trivia
Σήμερα το λοιπόν θα ασχοληθούμε μετά από αρκετό καιρό με ένα ταινιάκι animation, το οποίο μάλιστα "έκλεισε" το φετινό Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου της Αθήνας. Προσωπικά το είχα βάλει στο μάτι αρκετό καιρό πριν, με αποτέλεσμα τώρα με το φεστιβάλ να το ξαναθυμηθώ και τελικά να το δω. Αν και η αλήθεια είναι πως έχω μερικές μικρο ενστάσεις, δεν μπορώ παρά να το χαρακτηρίσω ως ένα αξιοπρεπέστατο δείγμα animation ενηλίκων, το οποίο όμως έχει πολλά να μάθει και στους μικρότερους, αναφορικά με τον σκληρό κόσμο που τους περιμένει όταν πάρουν την σκυτάλη της ζωής από τους γονείς και βγουν εκεί έξω για να αγωνιστούν πλέον μόνοι. "Το μαγαζάκι των αυτοκτονιών" είναι εδώ. Θα ευχόμασταν να μην ήταν...
Θέλω να φανταστείτε κάτι. Κάτι που δεν απέχει και πολύ από την πραγματικότητά μας, αν και ευτυχώς δεν έχουμε φτάσει ακόμα σε τέτοια υπερβολικά όρια. Φανταστείτε λοιπόν την ύπαρξη μιας πόλης στην οποία ο κάθε πολίτης κουβαλάει στην πλάτη του και από ένα τεράστιο φορτίο δυστυχίας, γεγονός που τον καθιστά παραιτημένο από κάθε τι θετικό, όμορφο και αισιόδοξο έχει να του προσφέρει η ίδια η ζωή. Οχι βέβαια πως κάτι τέτοιο υπάρχει στην συγκεκριμένη πόλη, η οποία όντας βυθισμένη μέσα σε ένα μουρτζούφλικο γκρίζο και με την βροχή να μαστιγώνει δρόμους και πεζοδρόμια σε σχεδόν καθημερινή βάση, αποτελεί κατά κάποιον τρόπο την Κόλαση επί της Γης και αυτό γιατί όσοι ζουν μέσα της είναι ήδη "νεκροί", απλώς δεν τον ξέρουν ακόμα. Γιατί τι άλλο μπορεί να θεωρηθείς αν οχι ψυχικά και πνευματικά νεκρός από τη στιγμή που βιώνεις μια μίζερη και άνευ νοήματος ζωή;
Μέσα σε αυτό το θλιβερό τοπίο, εκεί όπου κανείς και τίποτα δεν φαίνεται να έχει σημασία, το μόνο πράγμα που φαίνεται να ευδοκιμεί κατά τρόπο φριχτά ειρωνικό, είναι ένα μαγαζί που ειδικεύεται στις...αυτοκτονίες. Τι καλύτερο να στήσεις μια επιχείρηση εκμεταλλευόμενος το "προϊόν" που πουλάει περισσότερο στην πόλη σου, δηλαδή τον θάνατο; Και η οικογένεια Tuvache κάνει αυτό ακριβώς που ξέρει καλύτερα: ειδικεύεται στην πώληση οριστικών τελών. Και το κάνει έξοχα.
Εν μέσω κρυστάλλινων δοχείων με δηλητήριο, κρεμάλες με το μέτρο, γιαπωνέζικα σπαθιά, κοφτερές λεπίδες μαχαιριών, shtoguns(!), όπλων και ένα σωρό άλλων θανατηφόρων αντικειμένων, ο πάτερ φαμίλιας Mishima είναι ο βασικός υπεύθυνος του μαγαζιού, ο οποίος φροντίζει να πουλάει το εμπόρευμά του στον κάθε απογοητευμένο πελάτη του με περίσσιο νάζι και τσαχπινιά, αντιλαμβανόμενος εξ' αρχής το γούστο του κάθε άτυχου που θα πατήσει το πόδι του στο μαγαζί. Βέβαια παρά το γεγονός οτι αποτελεί τον χρηματικό άρχοντα της περιοχής, παρέα με την πληθωρική και εξίσου καπάτσα γυναίκα του, φαίνεται πως η καταθλιπτική μπάλα έχει παρασύρει και τα δυο του παιδιά, μιας που από την μια πλευρά ο γιος του περνάει τις ώρες του ακονίζοντας ξυράφια για επίδοξους μελλοθάνατους, ενώ η κόρη του σαν άλλη πιτσιρίκα της οικογένειας Adamas, σκέφτεται διαρκώς τον θάνατο, ντυμένη σαν κάτι μεταξύ emo και death punk chick.
Όταν έρθει η κατά τα άλλα ευλογημένη στιγμή που η σύζυγος φέρει στον κόσμο το τρίτο παιδί της οικογένειας, τον μικρούλη Alan, τα πράγματα θα πάρουν εντελώς διαφορετική τροπή ήδη από την αίθουσα τοκετού μιας που ο Alan έχει κάτι που τον κάνει να ξεχωρίζει αμέσως: αντί να κλαίει, γελάει! Από εκεί και πέρα ο χαριτωμένος μπόμπιρας θα φέρει τα πάνω κάτω στην κοσμοθεωρία των Tuvache μιας που δεν θα σταματήσει να χαμογελάει και να προκαλέι πονοκέφαλο στους μουτρωμένους του γονείς, αντιμετωπίζοντας την ζωή γεμάτη φως και χαρά. Ακόμα κι αν δεν είναι. Δεν πειράζει, γιατί τώρα που είναι αυτός εδώ, θα κάνει τα πάντα προκειμένου να αλλάξει τον κόσμο μια και καλή...
Γνωστός για τις αισθηματικές του ταινίες ("The Hairdresser's Husband", "Intimate Strangers", "The Girl on the Bridge") o Γάλλος σκηνοθέτης Patrice Leconte, αποφάσισε να δοκιμάσει κάτι διαφορετικό και να δημιουργήσει ένα όλως περιέργως πολύχρωμο animation, το οποίο βασίστηκε στην ομώνυμη νουβέλα του Jean Teule.
Όπως έχουμε δει και τα τελευταία χρόνια, η τεχνική του animation χρησιμοποιείται πλέον προκειμένου να μιλήσει για πολύ πιο σκοτεινά θέματα, όπως η μοναξιά, η κατάθλιψη και ο θάνατος, χωρίς να μασάει τα λόγια της, αλλά καθιστώντας το περιεχόμενό της ανοιχτό τόσο στον κόσμο των μεγάλων, όσο και σε αυτόν των μικρών οι οποίοι θα πρέπει αφενός με προσοχή, και αφετέρου με ειλικρίνεια, να έρθουν σε επαφή με ζητήματα τα οποία θα παίξουν βασικό ρόλο μέσα στο κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο πρόκειται να μεγαλώσουν και αργότερα να δράσουν ως αυτόβουλα πλέον όντα.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά animation των τελευταίων ετών το οποίο περιστρέφεται γύρω από θέματα-taboo (όπως για παράδειγμα η ομοφυλοφιλία), είναι και η αυστραλιανή παραγωγή "Mary and Max" (για την οποία τα έχουμε πει και μέσα από το μπλογκάκι μας), η οποία μιλάει ανοιχτά για την μανιοκατάθλιψη, την αυτοκτονία και το σκληρό προσωπείο της μοναξιάς. Εδώ ο Leconte με σαφέστατα πιο ανάλαφρη διάθεση, η οποία προβάλλεται και μέσα από την χρήση των μουσικών κομματιών της ταινίας (η οποία σε στιγμές παραπέμπει σε μιούζικαλ), επιχειρεί τον δικό του (τους) κοινωνικό σχολιασμό, τοποθετώντας στον κέντρο της δράσης του μια θανατηφόρα πόλη, η οποία σαν άλλος ιός απελευθερώνει την δηλητηριώδη της δράση, καθιστώντας τους πολίτες έρμαια μιας τελολογικής αντίληψης περί του νέου σωστού και αποδεκτού. Το να σκοτώνεις πλέον τον εαυτό σου, αποτελεί κάτι το φυσιολογικό και καθημερινό, με το θέμα της γραφικότητας να εξαντλείται στην κλήση που "τρώει" κανείς από την αστυνομία, σε περίπτωση που αυτοκτονήσει σε δημόσιο χώρο!
Φυσικά ο σχολιασμός δεν αφορά μόνο το κοινωνικό της υπόθεσης αυτό καθ' εαυτό, αλλά και το φλέγον θέμα του περιβάλλοντος μιας που οι κλιματολογικές αλλαγές (προς το χειρότερο εννοείται), είναι αυτές που έχουν οδηγήσει τον πληθυσμό σε κατάθλιψη, οχυρωμένους μέσα στους κενούς τους πια εαυτούς με μόνη διέξοδο από αυτό το μαρτύριο, να φαντάζει φυσικά το ταξίδι προς τόπους χλοερούς.
Πάντως το έξυπνο μοτίβο του animation δεν περιορίζεται μόνο στο οξύμωρο της επιτυχίας ενός αυτοκτονικού μαγαζιού, αλλά δίνει αφορμές ακόμα και μέσα από τα ονόματα των πρωταγωνιστών που παραπέμπουν σε προσωπικότητες διεθνούς φήμης, οι οποίες οδηγήθηκαν στην αυτοκτονία. Για παράδειγμα η κόρη της οικογένειας ονομάζεται Marilyn, παραπέμποντας κατά τον Teule στην Merilyn Monroe, ενώ ο πατέρας με το όνομα Mishima παραπέμπει στον Yukio Mishima, έναν από τους πιο επιδραστικούς Ιάπωνες καλλιτέχνες, αφού ανάμεσα σε άλλα υπήρξε ποιητής, συγγραφές, σκηνοθέτης και ηθοποιός. Θεωρήθηκε ένας από τους σημαντικότερους Ιάπωνες δημιουργούς του 20ου αιώνα, ο οποίος μνημονεύεται μέχρι και σήμερα εκτός από τα έργα του και για το τελετουργικό sepuku που πραγματοποιήσε βάζοντας τέλος στην ζωή του. Και μιας που λέμε και αυτά, ο μεγαλύτερος γιος ονομάζεται Vincent, από το διάσημο ζωγράφο Vincennt van Gogh.
Όπως θα δείτε και εσείς πάντως, το animation είναι σαφέστατα επηρεασμένο από τον Tim Burton και τις δικές του ποε-ικές εμμονές, μιας που και ο πατέρας θυμίζει αφηρημένα ήρωα του γοτθικού κόσμου του Tim, ιδιαίτερα με εκείνους τους χαρακτηριστικούς μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια. Παρόλα αυτά ακόμα και αν κάποιες εμφανείς ομοιότητες υπάρχουν, το μαγαζάκι των αυτοκτονιών, καταφέρνει να ξεχωρίσει χάρη στην έντονη χρωματική του αντίθεση που είναι πιο έντονη μέσα στο μαγαζί, το οποίο αν και αποτελεί κόσμο του θανάτου, εντούτοις είναι ο πιο πολύχρωμος μέσα στην ταινία. Γιατί άραγε; Για να φαίνεται πιο ελκυστικός στο μάτι του πελάτη, ή γιατί για όλους όσους το επισκέπτονται, ο πραγματικός κόσμος, αυτός που είναι γεμάτος χρώμα και περίεργη ομορφιά, είναι ακριβώς αυτός;
Η χρήση του κατά τα άλλα παραδοσιακού, σχεδιαστικού, 2D animation είναι ιδανική για την διήγηση της ιστορίας μας, η οποία μπορεί να ξεκινάει από μακάβρια αφετηρία, έχει όμως τελικά ως σκοπό να αφυπνίσει συνειδήσεις περνώντας το μήνυμα πως ακόμα και αν δεν βλέπουμε τίποτα το θετικό στην ζωή, ακόμη κι αν είμαστε έτοιμοι να τα παρατήσουμε (ή το έχουμε ήδη κάνει), όλο και κάποια ακτίνα φωτός θα υπάρξει, αρκεί να είμαστε σε θέση να την αντιληφθούμε και να την εκμεταλλευτούμε.
Στην προκειμένη περίπτωση ακτίνα φωτός είναι ο μικρός Alan, με την μοναδική μου ένσταση να αφορά το γεγονός πως το σενάριο αναφορικά με τη δράση του πιτσιρικά, δεν είναι τόσο εμπλουτισμένο όσο θα το ήθελα, με αποτέλεσμα η λύση στο πρόβλημα να έρχεται λίγο ξαφνικά. Όπως και να' χει όμως η ταινία δεν παύει να αποδεικνύει πως ακόμα και μέσα στις πιο ζοφερές και μαύρες εποχές, μπορεί να υπάρξουν εκείνα τα ψήγματα αισιοδοξίας που θα κάνουν τελικά την διαφορά και θα σώσουν τις ψυχές μας από το σκοτάδι το βαθύ.
Όμορφο, τραγουδιστό και αρκετά αισιόδοξο μέσα στην απαισιοδοξία του, το "Le magasin des suicides" είναι ένα animation που θα σας κάνει να περάσετε καλά. Τελικά.
Τι έμαθα από την ταινία: Οτι οι κρέπες σώζουν, οτι ο χορός οι oriental χοροί χορεύονται γυμνοί και με αραχνοΰφαντα υφάσματα και οτι ποτέ δεν είναι αργά για την μια και μοναδική αλλαγή στην ζωή σου.
No trivia
Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013
Wreck-It Ralph: Insert coin to start adventure
Hello again! Λοιπόν σήμερα είπα να το περάσουμε στο κάπως πιο ανάλαφρο, μιας που την Δευτέρα η κριτική μου βγήκε και λίγο τέρας, και μάλλον σας ξετίναξα. Sorry γι' αυτό, αλλά άμα έχεις να πεις και πράμα για τις τεχνικές και την ιστορία του κινηματογράφου, ε κάπου ξεχνιέσαι. Σήμερα όμως, και επειδή εδώ και κάνα δυο μέρες βρίσκομαι μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας μιας που είμαι ολίγον άρρωστη, είπα να μειώσω το μέγεθος του γραψίματος και να περιοριστώ στο να πω μερικά πραγματάκια για το animation της χρονιάς που αντικειμενικά, θα έπρεπε να πάρει το φετινό Oscar (βασικά, θα το έδινα προσωπικά εξ ημισείας στο "Wreck-It Ralph και το "Frankenweenie"). Δεν ήξερα δηλαδή οτι κάθε ταινία που βγάζει η Pixar, πρέπει να θεωρείται και instant classic, αφού αντικειμενικά το "Brave" δεν είναι επ ουδενί τόσο καλό, όσο άλλες δουλείες της. Τέλος πάντων, ο Ralph, τιμήθηκε τουλάχιστον δεόντως στα Βlogoscars, όπου τσίμπησε την 20η θέση και τώρα θα τον τιμήσουμε όπως πρέπει και εδώ στο blogaki μου.
Ο Wreck-It Ralph, αποτελεί τον βασικό, κακό κεντρικό ήρωα του arcade παιχνιδιού, "Fix-It-Felix Jr.". Όπως κάθε game που σέβεται τον εαυτό του, έτσι και αυτό, έχει τον δικό του villain, προκειμένου στον αντίποδα να βρίσκεται ο καλός και ηρωικός χαρακτήρας που σώζει κάθε φορά την κατάσταση, και που στην συγκεκριμένη περίπτωση ακούει στο όνομα, Felix.
Η δουλειά του Ralph λοιπόν, είναι να σκαρφαλώνει σε μια πολυκατοικία, και να γκρεμίζει οτι βρει στο πέρασμά του, έτσι ώστε να έρθει λίγο αργότερα ο Felix και να διορθώσει όλες τις ζημιές, με τον παίκτη να ανεβάζει σκορ και τον Ralph να καταλήγει στις λάσπες ξανά και ξανά και ξανά.
Ο ίδιος μην αντέχοντας άλλο την μοναξιά και την σκληρή αντιμετώπιση από τους υπόλοιπους χαρακτήρες του παιχνιδιού, επειδή είναι ο "bad guy", θα προσπαθήσει να αποδείξει οτι και οι κακοί, είναι ικανοί να κερδίσουν χρυσά μετάλλια, εγκαταλείποντας το δικό του, 8-bit arcade και εισβάλλοντας στον κόσμο του "Hero's Duty", ενός εξελιγμένου οπλικού παιχνιδιού, όπως τα ξέρουμε σήμερα. Αφού κάνει και εκεί τον σαματά του, θα καταλήξει σε ένα υπερ-ζαχαρούχο game, το "Sugar Rush", εκεί όπου θα γνωρίσει την quirky πιτσιρίκα Vanellope, η οποία αντιμετωπίζει τα δικά της προβλήματα. Και ξαφνικά ο Ralph θα βρεθεί διχασμένος ανάμεσα στις περιστάσεις. Να βοηθήσει την μικρή να κάνει το όνειρό της πραγματικότητα, ή να γυρίσει περήφανος και ικανοποιημένος στον δικό του κόσμο, ο οποίος όμως έχει αλλάξει ολοκληρωτικά; Και όσο οι καταστάσεις περιπλέκονται, μια άλλη, πανούργα απειλή, θέτει σε κίνδυνο, ολόκληρο τον κόσμο των ηλεκτρονικών...
Το "Wreck-It Ralph" είναι μια ταινία που χτυπάει κατευθείαν στις παιδικές αναμνήσεις του καθένα από εμάς. Όλοι έχουμε αναμφίβολα να διηγηθούμε πολλές και διαφορετικές ιστορίες, αναφορικά με τις τεράστιες και πολύχρωμες οθόνες των ηλεκτρονικών που συνόδευαν τις βόλτες μας στα λούνα πάρκ και τα ταξίδια μας, ενώ και τα μεγαλύτερα σε ηλικία μέλη της οικογένειάς μας, σίγουρα θυμούνται τις δικές τους επισκέψεις στα ουφάδικα, τότε που μαζεύονταν παρέες ολόκληρες για άπειρο κάψιμο και gaming μέχρι πρωίας.
Οι δικές μου αναμνήσεις έρχονται από το μιαμισάωρο ταξίδι με το πλοίο, από το λιμάνι της Κυλλήνης στην Ζάκυνθο, τότε που τα καράβια είχαν ακόμη μέσα ηλεκτρονικά και κυρίως Pac-Man, στο οποίο έμενα κρεμασμένη μέχρι να φτάσουμε. Από τις γλυκές μου αναμνήσεις δεν λείπει βέβαια ούτε και ο Sonic, με τον οποίο προσπαθούσα να πιάσω τα καταραμένα δακτυλίδια που όλο μου έπεφταν, στο SEGA του ξαδέρφου μου, το "Mortal Combat" που έπαιζα στο ATARI μου, καθώς και ένα σωρό άλλα παιχνιδάκια, συμπεριλαμβανομένου του TETRIS στο Game Boy, που μου είχε φάει τα καλύτερα χρόνια της ζωή μου, στην προσπάθεια να κάνω high score, καθώς και τον Donkey Kong με τον γιο του στο παιχνίδι του Super Nintendo. Ξέρετε από αυτά που δεν πάθαιναν ποτέ τίποτα, και όταν έβαζες την κασέτα και δεν έπαιζε, έπρεπε απλώς να του ρίξεις ένα γερό φύσημα (για να φύγουν και καλά οι σκόνες) και μετά έπαιζε μια χαρά. Αχχχχ ωραίες εποχές...
Γι' αυτά λοιπόν και για άλλα πολλά, μπορεί να καταλάβει κανείς γιατί ο Ralph μίλησε ή θα έπρεπε κανονικά να μιλήσει στις καρδιές όλων μας. Και βασικά γιατί εκτός από το συνονθύλευμα αναμνήσεων που φέρνει στο μυαλό σου, είναι και τρομερά cool σαν animation, οπότε ναι, παίζει και αυτό βασικό ρόλο.
Επιστρέφοντας στα παλιά, καλά της λημέρια, η Disney, δημιούργησε έναν κόσμο τόσο οικείο και τόσο απρόσμενα αληθινό, ώστε είναι μάλλον δύσκολο να βρει κάποιος το "Wreck-It Ralph", εξεζητημένο ή κακοδουλεμένο.
Παραπέμποντας άμεσα στο σκεπτικό των ζωντανών παιχνιδιών του Andy, στο "Toy Story", εκεί όπου τα παιχνίδια ζούσαν την δική τους, αληθινή ζωή, όταν ο Andy σταματούσε να αχολείται μαζί τους, έτσι και εδώ, χτίζεται το σκηνικό μιας ολόκληρης πραγματικότητας την οποία καθημερινά βιώνουν οι χαρακτήρες των παιχνιδιών, όταν αυτά κλείνουν για το βράδυ. Οι διάδρομοι που σουλατσάρουν χιλιάδες χαρακτήρες, σου φέρνουν επίσης στο μυαλό, την επιχείρηση που είχαν στήσει τα τέρατα στο "Mπαμπούλας Α.Ε", εκεί όπου εκπαιδεύονταν προκειμένου να μπορούν να αποδίδουν τα μέγιστα στην δουλειά τους. Έτσι και εδώ, ο Ralph, o Felix, η badass Calhoun, και όλοι οι άλλοι, φορούν την "μάσκα" τους και υποδύονται τους χαρακτήρες που οι απανταχού gamers έχουν συνηθίσει. Όταν όμως τα φώτα κλείσουν, οι bit-άτοι ήρωες επιστρέφουν στα ηλεκτρονικά τους σπίτια, εκεί όπου τρώνε πίτες, διασκεδάζουν και ξεσαλώνουν με βεγγαλικά και...μαρτίνι!.
Ο κόσμος του Ralph δεν διαφέρει ουσιαστικά σε τίποτα, από οτι μας έχει συστήσει μέχρι τώρα η Pixar και η Disney, μιας που στις ταινίες τους αυτή η εναλλακτική, κρυφή διάσταση στην οποία οι κατεξοχήν ήρωες μοιάζουν να παίρνουν έτσι κι αλλιώς σάρκα και οστά και να ζουν την δική τους ζωή, αποτελεί παραδοσιακά, κλασικό μοτίβο. Η διαφορά έγκειται επί της ουσίας στην ιδέα του να δημιουργήσεις έναν νέο κόσμο, ακολουθώντας φυσικά τα μονοπάτια που εδώ και χρόνια έχεις σκάψει. Και αφού έδωσες πνοή σε όλα εκείνα τα πλάσματα που πλάθουν την παιδική φαντασία (παιχνίδια, αυτοκινητάκια, τον Μπαμπούλα, τα ζωάκια του ζωολογικού κήπου κ.λ.π), έφτασε η στιγμή να αποκαλύψεις και την καθημερινότητα όλων εκείνων των ετερόκλητων χαρακτήρων που βρίσκονται "κλεισμένοι" πίσω από μια γυάλινη οθόνη.
Αυτό που ίσως έχει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον στην ταινία, είναι οτι καταφέρνει να διατηρήσει το ενδιαφέρον σου αμείωτο, επειδή κατακερματίζει το σασπένς, σε διαφορετικά κομμάτια, με αποτέλεσμα να περιμένεις την επίλυση πολλών, και διαφορετικών προβλημάτων, όπως αυτά προκύπτουν από την πληθωρική δράση του Ralph.
Είναι γεγονός πως σε πολλά, σύγχρονα animation, υπάρχει μια γενική, κεντρική ιστορία, η οποία τις περισσότερες φορές διανθίζεται από κάποιες μικροιστορίες, που οδηγούν τον ήρωα σε ηθικά διλήμματα και διδάγματα. Κάτι παρόμοιο θα δεις να συμβαίνει και στο "Wreck-It Ralph", εδώ που ο πρωταγωνιστικός μας καταστροφέας θέτει σε κίνηση πολλά, και ενδιαφέροντα μαζί νήματα, εκ των οποίων, στο τέλος του καθενός από αυτά, βρίσκεις και μια διδαχή, αναφορικά με κάτι που θα σε βοηθήσει να δεις τον κόσμο καλύτερα, και εσένα, να γίνεις καλύτερος "άνθρωπος".
Η φιλία, η πίστη στον εαυτό σου, η τόλμη, το θάρρος και η πραγμάτωση των ονείρων, αποτελούν αιώνιες θεματικές των animation εκείνων που μπορούν να αποτελέσουν εγγυημένη απόλαυση τόσο για μικρούς, όσο και για μεγάλους. Σε περίπτωση λοιπόν που αναρωτιέστε αν ο Ralph έχει υποθεσιακό ψωμί να σας δώσει, αν αποφασίσετε να το δείτε με τα πιτσιρίκια σας, μάλλον θα εκπλαγείτε ευχάριστα. Αν αποφασίσετε να το δείτε μόνοι σας μάλιστα, επιλέξτε την original, αγγλική version, με αγγλικούς υπότιτλους, διαφορετικά το πράγμα θα χάσει κάπου στους διαλόγους, μιας που το χιούμορ που προκύπτει από ορισμένες λέξεις, σίγουρα δεν μπορεί να αποδοθεί καθόλου σωστά στα ελληνικά. Και επίσης να δηλώσω οτι η συγκεκριμένη ταινία θεωρώ πως ήταν από αυτές που χαντακώθηκαν ελεεινά, με την τρομερή ιδέα να έρθει στην Ελλάδα μόνο μεταγλωττισμένη, και με μόνο μια αίθουσα να την προβάλει κανονικά. Συγχαρητήρια για ακόμη μια φορά...
Κατά τα άλλα όπως περιμένεις, η ταινία είναι ένα οπτικοακουστικό υπερθέαμα, που θα σε κάνει να ξεράσεις ουράνια τόξα από την ιλιγγιώδη, χρωματική της παλέτα, και την διαρκή κίνησή της. Έχει γέλιο, έχει συγκίνηση, είναι τίγκα στην δράση και την περιπέτεια, ενώ άπειρα είναι φυσικά και τα gags που παραπέμπουν σε ηλεκτρονικούς ήρωες και γλυκατζίδικα προϊόντα (κάπου εκεί θα δείτε τα μπισκότα Oreo να εκτελούν χρέη...φρουρών).
Όσον αφορά τις φωνές τις οποίες δανείζουν οι John C. Reilly στον Ralph, Sarah Silverman στην Vanellope, Jack McBrayer στον Felix και η Jane Lynch στην Calhoun, μάλλον θα συμφωνήσετε οτι αποτελούν ιδανικές επιλογές, ενώ δεν θα σας είναι και καθόλου δύσκολο να εντοπίσετε κάποια σαφέστατα κοινά χαρακτηριστικά ανάμεσα στις animation μορφές και τους ηθοποιούς. Για παράδειγμα, το τρελό μαλλί και ο συμπαθητικός όγκος του Reilly, μεταφράζεται ιδανικά στον Ralph, το μαύρο μαλλί της Silverman είναι ακριβώς το ίδιο στην αξιολάτρευτη Vanellope, ενώ και η ψηλόλιγνη κορμοστασιά της Lynch με το κοντοκουρεμένο, ξανθό μαλλί, αποτελούν βασικά στοιχεία της δικής της ηρωίδας.
Το "Wreck-It Ralph" συνίσταται άνετα για οικογενειακές, κινηματογραφικές βραδιές καθώς έχει τα πάντα: έξυπνο σενάριο, καλειδοσκοπικές εικόνες, τέρμα τα γκάζια δράση και μπόλικη, μπόλικη δόση ζάχαρης. Αν δεν την έχετε δει, κάντε το. Και απολαύστε ανεύθυνα!
Τι έμαθα από την ταινία: Οτι αν δεν έχεις ένα βαζάκι Merenda δίπλα σου, δεν παλεύεται, οτι η φωνή της Silverman είναι όλα τα λεφτά και οτι πλέον θα βλέπω με άλλο μάτι τα αγαπημένα μου παιχνίδια. Θα αναζητώ εκείνη την μπλε κουκίδα στο καλώδιο, ένδειξη οτι κάποιος χαρακτήρας, αποφάσισε να επισκεφθεί κάποιον φίλο του, στο γειτονικό arcade...
TRIVIA
Ο Wreck-It Ralph, αποτελεί τον βασικό, κακό κεντρικό ήρωα του arcade παιχνιδιού, "Fix-It-Felix Jr.". Όπως κάθε game που σέβεται τον εαυτό του, έτσι και αυτό, έχει τον δικό του villain, προκειμένου στον αντίποδα να βρίσκεται ο καλός και ηρωικός χαρακτήρας που σώζει κάθε φορά την κατάσταση, και που στην συγκεκριμένη περίπτωση ακούει στο όνομα, Felix.
Η δουλειά του Ralph λοιπόν, είναι να σκαρφαλώνει σε μια πολυκατοικία, και να γκρεμίζει οτι βρει στο πέρασμά του, έτσι ώστε να έρθει λίγο αργότερα ο Felix και να διορθώσει όλες τις ζημιές, με τον παίκτη να ανεβάζει σκορ και τον Ralph να καταλήγει στις λάσπες ξανά και ξανά και ξανά.
Ο ίδιος μην αντέχοντας άλλο την μοναξιά και την σκληρή αντιμετώπιση από τους υπόλοιπους χαρακτήρες του παιχνιδιού, επειδή είναι ο "bad guy", θα προσπαθήσει να αποδείξει οτι και οι κακοί, είναι ικανοί να κερδίσουν χρυσά μετάλλια, εγκαταλείποντας το δικό του, 8-bit arcade και εισβάλλοντας στον κόσμο του "Hero's Duty", ενός εξελιγμένου οπλικού παιχνιδιού, όπως τα ξέρουμε σήμερα. Αφού κάνει και εκεί τον σαματά του, θα καταλήξει σε ένα υπερ-ζαχαρούχο game, το "Sugar Rush", εκεί όπου θα γνωρίσει την quirky πιτσιρίκα Vanellope, η οποία αντιμετωπίζει τα δικά της προβλήματα. Και ξαφνικά ο Ralph θα βρεθεί διχασμένος ανάμεσα στις περιστάσεις. Να βοηθήσει την μικρή να κάνει το όνειρό της πραγματικότητα, ή να γυρίσει περήφανος και ικανοποιημένος στον δικό του κόσμο, ο οποίος όμως έχει αλλάξει ολοκληρωτικά; Και όσο οι καταστάσεις περιπλέκονται, μια άλλη, πανούργα απειλή, θέτει σε κίνδυνο, ολόκληρο τον κόσμο των ηλεκτρονικών...
Το "Wreck-It Ralph" είναι μια ταινία που χτυπάει κατευθείαν στις παιδικές αναμνήσεις του καθένα από εμάς. Όλοι έχουμε αναμφίβολα να διηγηθούμε πολλές και διαφορετικές ιστορίες, αναφορικά με τις τεράστιες και πολύχρωμες οθόνες των ηλεκτρονικών που συνόδευαν τις βόλτες μας στα λούνα πάρκ και τα ταξίδια μας, ενώ και τα μεγαλύτερα σε ηλικία μέλη της οικογένειάς μας, σίγουρα θυμούνται τις δικές τους επισκέψεις στα ουφάδικα, τότε που μαζεύονταν παρέες ολόκληρες για άπειρο κάψιμο και gaming μέχρι πρωίας.
Οι δικές μου αναμνήσεις έρχονται από το μιαμισάωρο ταξίδι με το πλοίο, από το λιμάνι της Κυλλήνης στην Ζάκυνθο, τότε που τα καράβια είχαν ακόμη μέσα ηλεκτρονικά και κυρίως Pac-Man, στο οποίο έμενα κρεμασμένη μέχρι να φτάσουμε. Από τις γλυκές μου αναμνήσεις δεν λείπει βέβαια ούτε και ο Sonic, με τον οποίο προσπαθούσα να πιάσω τα καταραμένα δακτυλίδια που όλο μου έπεφταν, στο SEGA του ξαδέρφου μου, το "Mortal Combat" που έπαιζα στο ATARI μου, καθώς και ένα σωρό άλλα παιχνιδάκια, συμπεριλαμβανομένου του TETRIS στο Game Boy, που μου είχε φάει τα καλύτερα χρόνια της ζωή μου, στην προσπάθεια να κάνω high score, καθώς και τον Donkey Kong με τον γιο του στο παιχνίδι του Super Nintendo. Ξέρετε από αυτά που δεν πάθαιναν ποτέ τίποτα, και όταν έβαζες την κασέτα και δεν έπαιζε, έπρεπε απλώς να του ρίξεις ένα γερό φύσημα (για να φύγουν και καλά οι σκόνες) και μετά έπαιζε μια χαρά. Αχχχχ ωραίες εποχές...
Γι' αυτά λοιπόν και για άλλα πολλά, μπορεί να καταλάβει κανείς γιατί ο Ralph μίλησε ή θα έπρεπε κανονικά να μιλήσει στις καρδιές όλων μας. Και βασικά γιατί εκτός από το συνονθύλευμα αναμνήσεων που φέρνει στο μυαλό σου, είναι και τρομερά cool σαν animation, οπότε ναι, παίζει και αυτό βασικό ρόλο.
Επιστρέφοντας στα παλιά, καλά της λημέρια, η Disney, δημιούργησε έναν κόσμο τόσο οικείο και τόσο απρόσμενα αληθινό, ώστε είναι μάλλον δύσκολο να βρει κάποιος το "Wreck-It Ralph", εξεζητημένο ή κακοδουλεμένο.
Παραπέμποντας άμεσα στο σκεπτικό των ζωντανών παιχνιδιών του Andy, στο "Toy Story", εκεί όπου τα παιχνίδια ζούσαν την δική τους, αληθινή ζωή, όταν ο Andy σταματούσε να αχολείται μαζί τους, έτσι και εδώ, χτίζεται το σκηνικό μιας ολόκληρης πραγματικότητας την οποία καθημερινά βιώνουν οι χαρακτήρες των παιχνιδιών, όταν αυτά κλείνουν για το βράδυ. Οι διάδρομοι που σουλατσάρουν χιλιάδες χαρακτήρες, σου φέρνουν επίσης στο μυαλό, την επιχείρηση που είχαν στήσει τα τέρατα στο "Mπαμπούλας Α.Ε", εκεί όπου εκπαιδεύονταν προκειμένου να μπορούν να αποδίδουν τα μέγιστα στην δουλειά τους. Έτσι και εδώ, ο Ralph, o Felix, η badass Calhoun, και όλοι οι άλλοι, φορούν την "μάσκα" τους και υποδύονται τους χαρακτήρες που οι απανταχού gamers έχουν συνηθίσει. Όταν όμως τα φώτα κλείσουν, οι bit-άτοι ήρωες επιστρέφουν στα ηλεκτρονικά τους σπίτια, εκεί όπου τρώνε πίτες, διασκεδάζουν και ξεσαλώνουν με βεγγαλικά και...μαρτίνι!.
Ο κόσμος του Ralph δεν διαφέρει ουσιαστικά σε τίποτα, από οτι μας έχει συστήσει μέχρι τώρα η Pixar και η Disney, μιας που στις ταινίες τους αυτή η εναλλακτική, κρυφή διάσταση στην οποία οι κατεξοχήν ήρωες μοιάζουν να παίρνουν έτσι κι αλλιώς σάρκα και οστά και να ζουν την δική τους ζωή, αποτελεί παραδοσιακά, κλασικό μοτίβο. Η διαφορά έγκειται επί της ουσίας στην ιδέα του να δημιουργήσεις έναν νέο κόσμο, ακολουθώντας φυσικά τα μονοπάτια που εδώ και χρόνια έχεις σκάψει. Και αφού έδωσες πνοή σε όλα εκείνα τα πλάσματα που πλάθουν την παιδική φαντασία (παιχνίδια, αυτοκινητάκια, τον Μπαμπούλα, τα ζωάκια του ζωολογικού κήπου κ.λ.π), έφτασε η στιγμή να αποκαλύψεις και την καθημερινότητα όλων εκείνων των ετερόκλητων χαρακτήρων που βρίσκονται "κλεισμένοι" πίσω από μια γυάλινη οθόνη.
Αυτό που ίσως έχει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον στην ταινία, είναι οτι καταφέρνει να διατηρήσει το ενδιαφέρον σου αμείωτο, επειδή κατακερματίζει το σασπένς, σε διαφορετικά κομμάτια, με αποτέλεσμα να περιμένεις την επίλυση πολλών, και διαφορετικών προβλημάτων, όπως αυτά προκύπτουν από την πληθωρική δράση του Ralph.
Είναι γεγονός πως σε πολλά, σύγχρονα animation, υπάρχει μια γενική, κεντρική ιστορία, η οποία τις περισσότερες φορές διανθίζεται από κάποιες μικροιστορίες, που οδηγούν τον ήρωα σε ηθικά διλήμματα και διδάγματα. Κάτι παρόμοιο θα δεις να συμβαίνει και στο "Wreck-It Ralph", εδώ που ο πρωταγωνιστικός μας καταστροφέας θέτει σε κίνηση πολλά, και ενδιαφέροντα μαζί νήματα, εκ των οποίων, στο τέλος του καθενός από αυτά, βρίσκεις και μια διδαχή, αναφορικά με κάτι που θα σε βοηθήσει να δεις τον κόσμο καλύτερα, και εσένα, να γίνεις καλύτερος "άνθρωπος".
Η φιλία, η πίστη στον εαυτό σου, η τόλμη, το θάρρος και η πραγμάτωση των ονείρων, αποτελούν αιώνιες θεματικές των animation εκείνων που μπορούν να αποτελέσουν εγγυημένη απόλαυση τόσο για μικρούς, όσο και για μεγάλους. Σε περίπτωση λοιπόν που αναρωτιέστε αν ο Ralph έχει υποθεσιακό ψωμί να σας δώσει, αν αποφασίσετε να το δείτε με τα πιτσιρίκια σας, μάλλον θα εκπλαγείτε ευχάριστα. Αν αποφασίσετε να το δείτε μόνοι σας μάλιστα, επιλέξτε την original, αγγλική version, με αγγλικούς υπότιτλους, διαφορετικά το πράγμα θα χάσει κάπου στους διαλόγους, μιας που το χιούμορ που προκύπτει από ορισμένες λέξεις, σίγουρα δεν μπορεί να αποδοθεί καθόλου σωστά στα ελληνικά. Και επίσης να δηλώσω οτι η συγκεκριμένη ταινία θεωρώ πως ήταν από αυτές που χαντακώθηκαν ελεεινά, με την τρομερή ιδέα να έρθει στην Ελλάδα μόνο μεταγλωττισμένη, και με μόνο μια αίθουσα να την προβάλει κανονικά. Συγχαρητήρια για ακόμη μια φορά...
Κατά τα άλλα όπως περιμένεις, η ταινία είναι ένα οπτικοακουστικό υπερθέαμα, που θα σε κάνει να ξεράσεις ουράνια τόξα από την ιλιγγιώδη, χρωματική της παλέτα, και την διαρκή κίνησή της. Έχει γέλιο, έχει συγκίνηση, είναι τίγκα στην δράση και την περιπέτεια, ενώ άπειρα είναι φυσικά και τα gags που παραπέμπουν σε ηλεκτρονικούς ήρωες και γλυκατζίδικα προϊόντα (κάπου εκεί θα δείτε τα μπισκότα Oreo να εκτελούν χρέη...φρουρών).
Όσον αφορά τις φωνές τις οποίες δανείζουν οι John C. Reilly στον Ralph, Sarah Silverman στην Vanellope, Jack McBrayer στον Felix και η Jane Lynch στην Calhoun, μάλλον θα συμφωνήσετε οτι αποτελούν ιδανικές επιλογές, ενώ δεν θα σας είναι και καθόλου δύσκολο να εντοπίσετε κάποια σαφέστατα κοινά χαρακτηριστικά ανάμεσα στις animation μορφές και τους ηθοποιούς. Για παράδειγμα, το τρελό μαλλί και ο συμπαθητικός όγκος του Reilly, μεταφράζεται ιδανικά στον Ralph, το μαύρο μαλλί της Silverman είναι ακριβώς το ίδιο στην αξιολάτρευτη Vanellope, ενώ και η ψηλόλιγνη κορμοστασιά της Lynch με το κοντοκουρεμένο, ξανθό μαλλί, αποτελούν βασικά στοιχεία της δικής της ηρωίδας.
Το "Wreck-It Ralph" συνίσταται άνετα για οικογενειακές, κινηματογραφικές βραδιές καθώς έχει τα πάντα: έξυπνο σενάριο, καλειδοσκοπικές εικόνες, τέρμα τα γκάζια δράση και μπόλικη, μπόλικη δόση ζάχαρης. Αν δεν την έχετε δει, κάντε το. Και απολαύστε ανεύθυνα!
Τι έμαθα από την ταινία: Οτι αν δεν έχεις ένα βαζάκι Merenda δίπλα σου, δεν παλεύεται, οτι η φωνή της Silverman είναι όλα τα λεφτά και οτι πλέον θα βλέπω με άλλο μάτι τα αγαπημένα μου παιχνίδια. Θα αναζητώ εκείνη την μπλε κουκίδα στο καλώδιο, ένδειξη οτι κάποιος χαρακτήρας, αποφάσισε να επισκεφθεί κάποιον φίλο του, στο γειτονικό arcade...
TRIVIA
- Η αρχική απόφαση ήταν να παραμείνουν όλοι οι χαρακτήρες στην μορφή των 8-bit, σε όλη την διάρκεια της ταινίας. Θεωρήθηκε όμως πως έτσι θα ήταν δύσκολο να καταστεί ο Ralph συμπαθής χαρακτήρας,
- Τα ονόματα των ντονατ-αστυνομικών, Wynnchel και Duncan, αποτελούν μια έμμεση αναφορά σε δυο αμερικάνικες αλυσίδες ντόνατς, των Winchell's Donut House και Dunkin' Donuts.
- Υπάρχουν μερικές πράσινες μέντες στην χώρα της Sugar Land, οι οποίες δημιουργούν την εικόνα του Mickey.
Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2012
Frankenweenie: Dogs are dead loyal...
NEW ARRIVAL
Γεια σας, γεια σας και πάλι. Μα που έχετε εξαφανιστεί όλοι; Ούτε ένα comment, ένα κάτι; Και όλο και περίμενα κάποιον να κάνει σχολιάκι για το "Holy Motors", αλλά μπα, τίποτα! Τέλος πάντων σας συγχωρώ γιατί ως γνωστών έχω και μεγάλη καρδιά, και μάλιστα σήμερα λέω να γράψω και για το "Frankenweenie" έτσι για να δείτε τι καλή που είμαι. Όσον αφορά το "Holy Mootors" btw, μπόρεσα να καταλάβω όλη εκείνη τη διχογνωμία η οποία ξεκίνησε, αλλά η αλήθεια είναι οτι μέχρι στιγμής, δεν έχω καταλάβει γιατί η νέα ταινία του Burton προκάλεσε σε πολλούς mixed feelings. Θέλω να πω, οτι είδαμε κλασικό Burton, μετά από πολύυυυ καιρό και αν σκεφτεί κανείς οτι το υλικό της ταινίας υπάρχει στα τεφτέρια του ήδη, από το 1984 υπό τη μορφή short story, ε τότε πραγματικά δε νομίζω να γίνεται πιο "κλασικός Burton". Για να δούμε λοιπόν τι ψάρια πιάνει ο σκηνοθέτης σε αυτή τη καινούρια του προσπάθεια.
"O Victor είναι ένα παιδί μου δε μοιάζει με όλα τα άλλα". Αυτή είναι μια φράση με την οποία θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε την κριτική/ανάλυσή μας, για πολλές άλλες ταινίες, αλλά σίγουρα οχι γι' αυτές του Tim Burton. Οι λόγοι είναι απλοί. Πρώτον, κανένας ήρωας του εκκεντρικού σκηνοθέτη δεν είναι "όπως όλοι οι άλλοι" (των άλλων ταινιών δηλαδή), αφού συνήθως χαρακτηρίζεται από μια σκοτεινή, γοτθική αύρα, που παραπέμπει τις περισσότερες φορές, σε οτιδήποτε έχει να κάνει με την έννοια του θανάτου. Και δεύτερον, οι ήρωες των animation του μοιάζουν στην τελική κυριολεκτικά μεταξύ τους, αφού τόσο τα πρόσωπά τους (τα οποία είναι σχεδόν ίδια, με κάποιες φυσικά διαφορές), όσο και το θανατερό στιλ που τους ενώνει, αποτελεί κλασικό μοτίβο όλων των χαρακτήρων που έχουμε δει στα stop-motion animation του Burton (και οχι μόνο), είτε αυτό λέγεται "The Corpse Bride", είτε "The Nightmare Before Christmas".
Ξεκινάμε λοιπόν λέγοντας οτι ο Victor είναι ένα παιδί όπως όλα τα άλλα. Πηγαίνει σχολείο, έχει δυο γονείς που τον υπεραγαπούν, έναν σκύλο, τον Sparky, που τον λατρεύει και μια τεράστια αγάπη για τις ταινίες τρόμου. Θα λέγαμε πιθανότατα οτι αποτελεί έναν ανήλικο Tim Burton. Ένα από τα βασικά του προβλήματα βέβαια, είναι οτι δεν έχει και αυτό ακριβώς που λες φίλους, αλλά περισσότερο μοιάζει να ζει στον δικό του κόσμο, αυτόν της φαντασίας, των τεράτων και του αγαπημένου του κατοικίδιου. Ο Victor βέβαια, έχει μια τεράστια περιέργεια και σε οτι έχει να κάνει με κάθε λογής πείραμα, με αποτέλεσμα ο χρόνος που περνάει μόνος του, να προβληματίζει τους γονείς του. Όταν μια μέρα, και με αφορμή ένα μπαλάκι του μπέιζμπολ, ο Sparky βγει στον δρόμο και τον χτυπήσει θανάσιμα ένα αυτοκίνητο, ο Victor θα είναι απαρηγόρητος. Πάνω στην απελπισία του, θα αποφασίσει να αναστήσει τον γλυκό του σκυλάκο, προκειμένου να είναι και πάλι μαζί. Ποτέ όμως δε ξέρεις τι άλλο μπορεί να γυρίσει από τους νεκρούς. Ιδιαίτερα όταν τους λείπει η αγάπη...
Κάποιες αλήθειες πρέπει να λέγονται. Ο πάντα ιδιαίτερος και αγαπητός Tim Burton, φαίνεται πως τα τελευταία χρόνια είχε χάσει αρκετά τη φόρμα του, καθώς έπειτα από το εξαίρετο "Sweeney Todd" του 2007, οι ταινίες που ακολούθησαν, δεν έφεραν και τόσο έντονα τη προσωπική του σφραγίδα που τόσο πολύ αγαπάμε. Τόσο το "Alice in Wonderland", όσο και το πιο πρόσφατο "Dark Shadows", έμοιαζαν περισσότερο με δουλειές στις οποίες ο Burton συμμετείχε μόνο και μόνο επειδή το όνομά του θα προσέλκυε το κοινό στις αίθουσες. Κάπως ανέμπνευστες και α-μπαρτονικές, οι ταινίες έμοιαζαν να χρειάζονται επειγόντως ένα ρεκτιφιέ, όπως ακριβώς και η δημιουργικότητα του σκηνοθέτη. Και τελικά, μερικές φορές, καλό είναι να αναζητάς την έμπνευση στο προσωπικό σου παρελθόν. Και με τον τρόπο αυτό, ο Burton, πέτυχε διάνα.
Το 1984 ο φίλος μου ο Tim, αποφάσισε να σκηνοθετήσει ένα ταινιάκι μικρού μήκους, με τίτλο "Frankenweenie" και μια υπόθεση που περιστρεφόταν γύρω από την περιπέτεια ενός μικρού αγοριού, του Vincent, να επαναφέρει στη ζωή τον νεκρό του σκύλο, Sparky.
Το πράγμα όπως βλέπετε, μιλάει από μόνο του, καθώς ο σκοτεινός δημιουργός, αποφάσισε να καταστήσει τη ταινία του '80, μια full length, animation ταινία, 28 χρόνια αργότερα! Δεν είναι εξάλλου λίγοι εκείνοι οι σκηνοθέτες, οι οποίοι έπειτα από κάποια μικρά τους ταινιάκια (τα οποία συνήθως τα πηγαίνουν και πολύ καλά στα διάφορα, κινηματογραφικά φεστιβάλ), αποφασίζουν να μεταφέρουν την ιστορία τους και σε μια μεγάλου μήκους ταινία. Τα πράγματα όμως για τον Burton, δεν ήταν και τόσο εύκολα από την αρχή.
Η συνεργασία του σκηνοθέτη με την Disney, μια εταιρία παραγωγής, κατεξοχήν οικογενειακής αντίληψης, έμελλε να λήξει άδοξα, όταν θεωρήθηκε οτι ο Burton "έτρωγε" επί της ουσίας τα χρήματά της, προκειμένου να κατασκευάζει ταινίες που προκαλούσαν φόβο στα πιτσιρίκια της εποχής, και έντονες αντιδράσεις από τους γονείς τους. Έτσι ο Burton απολύθηκε από τη Disney και ακολούθησε δική του πορεία, αν και αργότερα (και πιο συγκεκριμένα όταν έγινε διάσημος) η Disney, κυκλοφόρησε σε VHS το "Frankenweenie", πετσοκομμένο βεβαίως, βεβαίως, ώστε να ταιριάζει στα δικά της, λιγότερο dark, δημιουργήματα.
Έτσι λοιπόν, μπόλικα χρόνια αργότερα ο Burton, αποφάσισε πως έφτασε η στιγμή να επιστρέψει και πάλι στον παλιό, καλό του εαυτό, μεταφέροντας στη μεγάλη οθόνη τη live action σύλληψη του "Frankenweenie", αυτή τη φορά όμως υπό την υποβλητική και κοπιώδη διαδικασία του stop motion.
Πάντα έλεγα οτι εκτιμώ βαθύτατα κάθε νέα ταινία που χρησιμοποιεί τη συγκεκριμένη τεχνική, καθώς ακόμα και αν διαφωνώ με το υποθεσιακό περιεχόμενο, δε γίνεται παρά να συμφωνήσω στο πόσο κουραστική και επίπονη διαδικασία είναι το stop motion, να χειροκροτήσω όλους όσους συμμετέχουν σε αυτό και φυσικά, να τους βγάλω το καπέλο. Και προχωρώ.
Νομίζω πως παρακολουθώντας το "Frankenweenie", είχα χαραγμένο στο πρόσωπό μου ένα ηλίθιο χαμόγελο, που δεν έλεγε να φύγει με κανέναν τρόπο και αυτό έχει να κάνει σε πρώτη φάση με την τόσο οικεία και τόσο νοσταλγική διάθεση που μου δημιουργήθηκε, από τη πρώτη κιόλας σκηνή της ταινίας. Σε αυτή λοιπόν, η οικογένεια Frankenstein (έτσι είναι το επίθετο του Victor, και φυσικά ακολουθούν ένα σωρό άλλες αναφορές στα κλασικά τέρατα του Hollywood, μερικές από τις οποίες θα δούμε και παρακάτω) κάθεται μπροστά από την τηλεόραση φορώντας 3D γυαλιά, και απολαμβάνοντας το mini, σκηνοθετικό δημιούργημα του Victor με πρωταγωνιστή τον Sparky.
Από αυτή και μόνο την δευτερολεπτική σκηνή, μπορεί να αντιληφθεί κανείς οτι επιστρέφουμε στην weird πάστα που ανέδειξε τον Burton, στον κορυφαίο παραμυθά του Hollywood. Ο Burton είναι ο Victor, και το γεγονός οτι ο ίδιος ο σκηνοθέτης μοιάζει να έχει επηρεαστεί στο story, από τον δικό του σκύλο τον οποίο είχε όταν ήταν παιδί, είναι απλά αναμενόμενο.
Το "Frankenweenie" είναι μια ιστορία για το ιδιαίτερο δέσιμο και τη σχέση, που αναπτύσσεται ανάμεσα στον άνθρωπο και τον πιο πιστό του φίλο. Όσοι βέβαια έχουν βιώσει την απώλεια ενός σκύλου, σίγουρα θα ξέρουν καλύτερα για το τι ακριβώς μιλάει ο σκηνοθέτης, και το πόσο τεράστιο είναι το κενό της απουσίας του. Παρόλα αυτά ο Burton δεν μεμψιμοιρεί, αλλά προτιμά να ακολουθήσει εκείνη την περίεργα λογική λύση, που πάντα φαίνεται να βλέπουμε στις ταινίες του, ανασταίνοντας εδώ τον Sparky (άλλο ένα πετυχημένο gag, αποτελεί και το όνομα του σκύλου, αφού ονομάζεται "Σπίθας", μια προ οικονομία του τρόπου με τον οποίο θα επανέλθει στη ζωή.) με τη βοήθεια της επιστήμης: με τη βοήθεια δηλαδή του κεραυνού (Frankenstein much?).
Παρά το γεγονός οτι ο κάθε κόσμος του σκηνοθέτη χαρακτηρίζεται από έναν σωρό εκκεντρικά χαρακτηριστικά, που δε ταιριάζουν στην αντίληψη που έχουμε για τον κόσμο, εντούτοις είναι πάντα ενταγμένα σε ένα τόσο απόλυτα φυσιολογικό πλαίσιο, ώστε δε χωράει αμφιβολία οτι την ίδια στιγμή συνυπάρχουν με τρόπο αρμονικό, το φυσιολογικό και το μη φυσιολογικό, η τρέλα, αλλά και η λογική. Πόσο εξωπραγματικό, αλλά την ίδια στιγμή βαρετά suburban-ικό, έμοιαζε το σκηνικό στο "Edward Scissorhands"? Ακριβώς για το ίδιο μοτίβο μιλάμε και εδώ. Ακόμα και αν πρόκειται για animation.
Αν έχει παρακολουθήσει κανείς τη καριέρα του Burton, αλλά και ολίγον από τη "καριέρα" που έχουν κάνει κάποια από τα πιο θαυμαστά τέρατα, όπως ο Φρανκενστάιν ή η Μούμια, τότε θα είναι εύκολο να εντοπίσει μερικές από τις πιο χιουμοριστικές αναφορές, οι οποίες γίνονται καθ' όλη τη διάρκεια της ταινίας. Και βέβαια μέσα σε αυτό, βάλτε και το ασπρόμαυρο animation, το οποίο παραπέμπει κατευθείαν στις cult ταινίες τρόμου, της δεκαετίας του '30, και θα διαπιστώσετε οτι στη τελική το "Frankenweenie" είναι μια μνεία του Burton, πάνω σε όλους αυτούς τους σκηνοθέτες και τα δημιουργήματα αυτών, οι οποία άσκησαν τεράστια επίδραση και έπλασαν τον κινηματογραφικό του νου. Κατά παρόμοιο τρόπο δηλαδή, που ο Tarantino φροντίζει να καθιστά ξεκάθαρη την απωανατολική του επίδραση, αυτή των spaghetti westerns του '60-'70, αλλά κυρίως αυτή των exploitation films, στις δικές του ταινίες. Έτσι λοιπόν δεν είναι να απορεί κανείς ως προς το γιατί υπάρχουν τόσες σαφείς παραπομπές στις τερατικές ταινίες του old school Hollywood, που δημιούργησαν ολόκληρη σχολή. Επειδή αφενός αυτό είναι το ζητούμενο, και αφετέρου πρέπει να υπάρξει και ένα κάποιο story που θα στηρίξει τη ταινία. Και αυτό ακριβώς βρίσκεται θαμμένο στο μακρινό ΄80. O Burton το ξεθάβει και το συνταιριάζει με τρόπο ιδανικό, μέσω όλων των σινεφιλικών αναφορών που μπορεί κανείς να μαντέψει μέσα στη ταινία. Και να μερικές.
Ο χαρακτήρας του Edgar Gore (από τον Edgar Alan Poe ίσως;) είναι ένα κακοσυφοριασμένο πιτσιρίκι με καμπούρα, πεταχτά δόντια και σκελετωμένα δάχτυλα. Θα μου πείτε, ωραία και; Και είμαι σίγουρη οτι ο Burton τον έκανε έτσι, μόνο και μόνο για τη στιγμή που ανεβαίνει κάτι σκάλες και η σκιά του πέφτει πάνω στον τοίχο α λα "Nosferatu" (1922). Είμαι σίγουρη. Επίσης η όμορφη σκυλίτσα της γειτόνισσας του Victor, Elsa van Hellsing (χρειάζεται καν να αναφερθώ στο επίθετό της;) ονομάζεται Περσεφόνη, όπως δηλαδή η βασίλισσα της Φύσης που απήχθη, σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, από τον Άδη, τον οποίο και παντρεύτηκε εξαναγκαστικά (ο Άδης εδώ, είναι ο Sparky, μιας που παίζει και ειδύλλιο ανάμεσα στα δυο τετράποδα). Η σκυλίτσα επίσης, εμφανίζει στο τρίχωμά της δυο λευκές ρίγες, έπειτα από ένα ηλεκτρίζον "φιλάκι" με τον Sparky, παραπέμποντας αυτομάτως στη "Νύφη του Φρανκενστάιν" (1935). Επίσης βλέπουμε ένα απόσπασμα από τη ταινία "Dracula" οπού πρωταγωνιστεί ο Christopher Lee, ένας συμμαθητής του Victor είναι ίδιος ο Boris Carlof, a.k.a Frankenstein, ενώ η Elsa, τη φωνή της οποία δανίζει η Wynona Ryder, είναι ίδια με τον χαρακτήρα της Ryder στον "Σκαθαροζούμη" (1988). Θέλετε κι άλλα; Επί της οθόνης.
Το "Frankenweenie" είναι μια ταινία για όλη την οικογένεια, με extra δόσεις σκυλίσιας αγάπης και έναν Tim Burton που θυμίζει κάτι από τα παλιά. Μη τη χάσετε, αξίζει τον κόπο.
Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι ο Sparky είναι ο πιο αξιαγάπητος σκύλος που έχω δει τελευταία σε animation, οτι το κορίτσι με τα γουρλωτά μάτια και τη γάτα, μου θυμίζει τη Luna από τον Harry Potter και οτι αυτές τις γαρίδες που αναπαράγονται στο νερό, τις θυμάμαι και εγώ να τις αγοράζω κάποτε. Τι παιδική ηλικία κι αυτή...
TRIVIA
Γεια σας, γεια σας και πάλι. Μα που έχετε εξαφανιστεί όλοι; Ούτε ένα comment, ένα κάτι; Και όλο και περίμενα κάποιον να κάνει σχολιάκι για το "Holy Motors", αλλά μπα, τίποτα! Τέλος πάντων σας συγχωρώ γιατί ως γνωστών έχω και μεγάλη καρδιά, και μάλιστα σήμερα λέω να γράψω και για το "Frankenweenie" έτσι για να δείτε τι καλή που είμαι. Όσον αφορά το "Holy Mootors" btw, μπόρεσα να καταλάβω όλη εκείνη τη διχογνωμία η οποία ξεκίνησε, αλλά η αλήθεια είναι οτι μέχρι στιγμής, δεν έχω καταλάβει γιατί η νέα ταινία του Burton προκάλεσε σε πολλούς mixed feelings. Θέλω να πω, οτι είδαμε κλασικό Burton, μετά από πολύυυυ καιρό και αν σκεφτεί κανείς οτι το υλικό της ταινίας υπάρχει στα τεφτέρια του ήδη, από το 1984 υπό τη μορφή short story, ε τότε πραγματικά δε νομίζω να γίνεται πιο "κλασικός Burton". Για να δούμε λοιπόν τι ψάρια πιάνει ο σκηνοθέτης σε αυτή τη καινούρια του προσπάθεια.
"O Victor είναι ένα παιδί μου δε μοιάζει με όλα τα άλλα". Αυτή είναι μια φράση με την οποία θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε την κριτική/ανάλυσή μας, για πολλές άλλες ταινίες, αλλά σίγουρα οχι γι' αυτές του Tim Burton. Οι λόγοι είναι απλοί. Πρώτον, κανένας ήρωας του εκκεντρικού σκηνοθέτη δεν είναι "όπως όλοι οι άλλοι" (των άλλων ταινιών δηλαδή), αφού συνήθως χαρακτηρίζεται από μια σκοτεινή, γοτθική αύρα, που παραπέμπει τις περισσότερες φορές, σε οτιδήποτε έχει να κάνει με την έννοια του θανάτου. Και δεύτερον, οι ήρωες των animation του μοιάζουν στην τελική κυριολεκτικά μεταξύ τους, αφού τόσο τα πρόσωπά τους (τα οποία είναι σχεδόν ίδια, με κάποιες φυσικά διαφορές), όσο και το θανατερό στιλ που τους ενώνει, αποτελεί κλασικό μοτίβο όλων των χαρακτήρων που έχουμε δει στα stop-motion animation του Burton (και οχι μόνο), είτε αυτό λέγεται "The Corpse Bride", είτε "The Nightmare Before Christmas".
Ξεκινάμε λοιπόν λέγοντας οτι ο Victor είναι ένα παιδί όπως όλα τα άλλα. Πηγαίνει σχολείο, έχει δυο γονείς που τον υπεραγαπούν, έναν σκύλο, τον Sparky, που τον λατρεύει και μια τεράστια αγάπη για τις ταινίες τρόμου. Θα λέγαμε πιθανότατα οτι αποτελεί έναν ανήλικο Tim Burton. Ένα από τα βασικά του προβλήματα βέβαια, είναι οτι δεν έχει και αυτό ακριβώς που λες φίλους, αλλά περισσότερο μοιάζει να ζει στον δικό του κόσμο, αυτόν της φαντασίας, των τεράτων και του αγαπημένου του κατοικίδιου. Ο Victor βέβαια, έχει μια τεράστια περιέργεια και σε οτι έχει να κάνει με κάθε λογής πείραμα, με αποτέλεσμα ο χρόνος που περνάει μόνος του, να προβληματίζει τους γονείς του. Όταν μια μέρα, και με αφορμή ένα μπαλάκι του μπέιζμπολ, ο Sparky βγει στον δρόμο και τον χτυπήσει θανάσιμα ένα αυτοκίνητο, ο Victor θα είναι απαρηγόρητος. Πάνω στην απελπισία του, θα αποφασίσει να αναστήσει τον γλυκό του σκυλάκο, προκειμένου να είναι και πάλι μαζί. Ποτέ όμως δε ξέρεις τι άλλο μπορεί να γυρίσει από τους νεκρούς. Ιδιαίτερα όταν τους λείπει η αγάπη...
Κάποιες αλήθειες πρέπει να λέγονται. Ο πάντα ιδιαίτερος και αγαπητός Tim Burton, φαίνεται πως τα τελευταία χρόνια είχε χάσει αρκετά τη φόρμα του, καθώς έπειτα από το εξαίρετο "Sweeney Todd" του 2007, οι ταινίες που ακολούθησαν, δεν έφεραν και τόσο έντονα τη προσωπική του σφραγίδα που τόσο πολύ αγαπάμε. Τόσο το "Alice in Wonderland", όσο και το πιο πρόσφατο "Dark Shadows", έμοιαζαν περισσότερο με δουλειές στις οποίες ο Burton συμμετείχε μόνο και μόνο επειδή το όνομά του θα προσέλκυε το κοινό στις αίθουσες. Κάπως ανέμπνευστες και α-μπαρτονικές, οι ταινίες έμοιαζαν να χρειάζονται επειγόντως ένα ρεκτιφιέ, όπως ακριβώς και η δημιουργικότητα του σκηνοθέτη. Και τελικά, μερικές φορές, καλό είναι να αναζητάς την έμπνευση στο προσωπικό σου παρελθόν. Και με τον τρόπο αυτό, ο Burton, πέτυχε διάνα.
Το 1984 ο φίλος μου ο Tim, αποφάσισε να σκηνοθετήσει ένα ταινιάκι μικρού μήκους, με τίτλο "Frankenweenie" και μια υπόθεση που περιστρεφόταν γύρω από την περιπέτεια ενός μικρού αγοριού, του Vincent, να επαναφέρει στη ζωή τον νεκρό του σκύλο, Sparky.
Το πράγμα όπως βλέπετε, μιλάει από μόνο του, καθώς ο σκοτεινός δημιουργός, αποφάσισε να καταστήσει τη ταινία του '80, μια full length, animation ταινία, 28 χρόνια αργότερα! Δεν είναι εξάλλου λίγοι εκείνοι οι σκηνοθέτες, οι οποίοι έπειτα από κάποια μικρά τους ταινιάκια (τα οποία συνήθως τα πηγαίνουν και πολύ καλά στα διάφορα, κινηματογραφικά φεστιβάλ), αποφασίζουν να μεταφέρουν την ιστορία τους και σε μια μεγάλου μήκους ταινία. Τα πράγματα όμως για τον Burton, δεν ήταν και τόσο εύκολα από την αρχή.
Η συνεργασία του σκηνοθέτη με την Disney, μια εταιρία παραγωγής, κατεξοχήν οικογενειακής αντίληψης, έμελλε να λήξει άδοξα, όταν θεωρήθηκε οτι ο Burton "έτρωγε" επί της ουσίας τα χρήματά της, προκειμένου να κατασκευάζει ταινίες που προκαλούσαν φόβο στα πιτσιρίκια της εποχής, και έντονες αντιδράσεις από τους γονείς τους. Έτσι ο Burton απολύθηκε από τη Disney και ακολούθησε δική του πορεία, αν και αργότερα (και πιο συγκεκριμένα όταν έγινε διάσημος) η Disney, κυκλοφόρησε σε VHS το "Frankenweenie", πετσοκομμένο βεβαίως, βεβαίως, ώστε να ταιριάζει στα δικά της, λιγότερο dark, δημιουργήματα.
Έτσι λοιπόν, μπόλικα χρόνια αργότερα ο Burton, αποφάσισε πως έφτασε η στιγμή να επιστρέψει και πάλι στον παλιό, καλό του εαυτό, μεταφέροντας στη μεγάλη οθόνη τη live action σύλληψη του "Frankenweenie", αυτή τη φορά όμως υπό την υποβλητική και κοπιώδη διαδικασία του stop motion.
Πάντα έλεγα οτι εκτιμώ βαθύτατα κάθε νέα ταινία που χρησιμοποιεί τη συγκεκριμένη τεχνική, καθώς ακόμα και αν διαφωνώ με το υποθεσιακό περιεχόμενο, δε γίνεται παρά να συμφωνήσω στο πόσο κουραστική και επίπονη διαδικασία είναι το stop motion, να χειροκροτήσω όλους όσους συμμετέχουν σε αυτό και φυσικά, να τους βγάλω το καπέλο. Και προχωρώ.
Νομίζω πως παρακολουθώντας το "Frankenweenie", είχα χαραγμένο στο πρόσωπό μου ένα ηλίθιο χαμόγελο, που δεν έλεγε να φύγει με κανέναν τρόπο και αυτό έχει να κάνει σε πρώτη φάση με την τόσο οικεία και τόσο νοσταλγική διάθεση που μου δημιουργήθηκε, από τη πρώτη κιόλας σκηνή της ταινίας. Σε αυτή λοιπόν, η οικογένεια Frankenstein (έτσι είναι το επίθετο του Victor, και φυσικά ακολουθούν ένα σωρό άλλες αναφορές στα κλασικά τέρατα του Hollywood, μερικές από τις οποίες θα δούμε και παρακάτω) κάθεται μπροστά από την τηλεόραση φορώντας 3D γυαλιά, και απολαμβάνοντας το mini, σκηνοθετικό δημιούργημα του Victor με πρωταγωνιστή τον Sparky.
Από αυτή και μόνο την δευτερολεπτική σκηνή, μπορεί να αντιληφθεί κανείς οτι επιστρέφουμε στην weird πάστα που ανέδειξε τον Burton, στον κορυφαίο παραμυθά του Hollywood. Ο Burton είναι ο Victor, και το γεγονός οτι ο ίδιος ο σκηνοθέτης μοιάζει να έχει επηρεαστεί στο story, από τον δικό του σκύλο τον οποίο είχε όταν ήταν παιδί, είναι απλά αναμενόμενο.
Το "Frankenweenie" είναι μια ιστορία για το ιδιαίτερο δέσιμο και τη σχέση, που αναπτύσσεται ανάμεσα στον άνθρωπο και τον πιο πιστό του φίλο. Όσοι βέβαια έχουν βιώσει την απώλεια ενός σκύλου, σίγουρα θα ξέρουν καλύτερα για το τι ακριβώς μιλάει ο σκηνοθέτης, και το πόσο τεράστιο είναι το κενό της απουσίας του. Παρόλα αυτά ο Burton δεν μεμψιμοιρεί, αλλά προτιμά να ακολουθήσει εκείνη την περίεργα λογική λύση, που πάντα φαίνεται να βλέπουμε στις ταινίες του, ανασταίνοντας εδώ τον Sparky (άλλο ένα πετυχημένο gag, αποτελεί και το όνομα του σκύλου, αφού ονομάζεται "Σπίθας", μια προ οικονομία του τρόπου με τον οποίο θα επανέλθει στη ζωή.) με τη βοήθεια της επιστήμης: με τη βοήθεια δηλαδή του κεραυνού (Frankenstein much?).
Παρά το γεγονός οτι ο κάθε κόσμος του σκηνοθέτη χαρακτηρίζεται από έναν σωρό εκκεντρικά χαρακτηριστικά, που δε ταιριάζουν στην αντίληψη που έχουμε για τον κόσμο, εντούτοις είναι πάντα ενταγμένα σε ένα τόσο απόλυτα φυσιολογικό πλαίσιο, ώστε δε χωράει αμφιβολία οτι την ίδια στιγμή συνυπάρχουν με τρόπο αρμονικό, το φυσιολογικό και το μη φυσιολογικό, η τρέλα, αλλά και η λογική. Πόσο εξωπραγματικό, αλλά την ίδια στιγμή βαρετά suburban-ικό, έμοιαζε το σκηνικό στο "Edward Scissorhands"? Ακριβώς για το ίδιο μοτίβο μιλάμε και εδώ. Ακόμα και αν πρόκειται για animation.
Αν έχει παρακολουθήσει κανείς τη καριέρα του Burton, αλλά και ολίγον από τη "καριέρα" που έχουν κάνει κάποια από τα πιο θαυμαστά τέρατα, όπως ο Φρανκενστάιν ή η Μούμια, τότε θα είναι εύκολο να εντοπίσει μερικές από τις πιο χιουμοριστικές αναφορές, οι οποίες γίνονται καθ' όλη τη διάρκεια της ταινίας. Και βέβαια μέσα σε αυτό, βάλτε και το ασπρόμαυρο animation, το οποίο παραπέμπει κατευθείαν στις cult ταινίες τρόμου, της δεκαετίας του '30, και θα διαπιστώσετε οτι στη τελική το "Frankenweenie" είναι μια μνεία του Burton, πάνω σε όλους αυτούς τους σκηνοθέτες και τα δημιουργήματα αυτών, οι οποία άσκησαν τεράστια επίδραση και έπλασαν τον κινηματογραφικό του νου. Κατά παρόμοιο τρόπο δηλαδή, που ο Tarantino φροντίζει να καθιστά ξεκάθαρη την απωανατολική του επίδραση, αυτή των spaghetti westerns του '60-'70, αλλά κυρίως αυτή των exploitation films, στις δικές του ταινίες. Έτσι λοιπόν δεν είναι να απορεί κανείς ως προς το γιατί υπάρχουν τόσες σαφείς παραπομπές στις τερατικές ταινίες του old school Hollywood, που δημιούργησαν ολόκληρη σχολή. Επειδή αφενός αυτό είναι το ζητούμενο, και αφετέρου πρέπει να υπάρξει και ένα κάποιο story που θα στηρίξει τη ταινία. Και αυτό ακριβώς βρίσκεται θαμμένο στο μακρινό ΄80. O Burton το ξεθάβει και το συνταιριάζει με τρόπο ιδανικό, μέσω όλων των σινεφιλικών αναφορών που μπορεί κανείς να μαντέψει μέσα στη ταινία. Και να μερικές.
Ο χαρακτήρας του Edgar Gore (από τον Edgar Alan Poe ίσως;) είναι ένα κακοσυφοριασμένο πιτσιρίκι με καμπούρα, πεταχτά δόντια και σκελετωμένα δάχτυλα. Θα μου πείτε, ωραία και; Και είμαι σίγουρη οτι ο Burton τον έκανε έτσι, μόνο και μόνο για τη στιγμή που ανεβαίνει κάτι σκάλες και η σκιά του πέφτει πάνω στον τοίχο α λα "Nosferatu" (1922). Είμαι σίγουρη. Επίσης η όμορφη σκυλίτσα της γειτόνισσας του Victor, Elsa van Hellsing (χρειάζεται καν να αναφερθώ στο επίθετό της;) ονομάζεται Περσεφόνη, όπως δηλαδή η βασίλισσα της Φύσης που απήχθη, σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, από τον Άδη, τον οποίο και παντρεύτηκε εξαναγκαστικά (ο Άδης εδώ, είναι ο Sparky, μιας που παίζει και ειδύλλιο ανάμεσα στα δυο τετράποδα). Η σκυλίτσα επίσης, εμφανίζει στο τρίχωμά της δυο λευκές ρίγες, έπειτα από ένα ηλεκτρίζον "φιλάκι" με τον Sparky, παραπέμποντας αυτομάτως στη "Νύφη του Φρανκενστάιν" (1935). Επίσης βλέπουμε ένα απόσπασμα από τη ταινία "Dracula" οπού πρωταγωνιστεί ο Christopher Lee, ένας συμμαθητής του Victor είναι ίδιος ο Boris Carlof, a.k.a Frankenstein, ενώ η Elsa, τη φωνή της οποία δανίζει η Wynona Ryder, είναι ίδια με τον χαρακτήρα της Ryder στον "Σκαθαροζούμη" (1988). Θέλετε κι άλλα; Επί της οθόνης.
Το "Frankenweenie" είναι μια ταινία για όλη την οικογένεια, με extra δόσεις σκυλίσιας αγάπης και έναν Tim Burton που θυμίζει κάτι από τα παλιά. Μη τη χάσετε, αξίζει τον κόπο.
Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι ο Sparky είναι ο πιο αξιαγάπητος σκύλος που έχω δει τελευταία σε animation, οτι το κορίτσι με τα γουρλωτά μάτια και τη γάτα, μου θυμίζει τη Luna από τον Harry Potter και οτι αυτές τις γαρίδες που αναπαράγονται στο νερό, τις θυμάμαι και εγώ να τις αγοράζω κάποτε. Τι παιδική ηλικία κι αυτή...
TRIVIA
- Ο θάνατος του Sparky θυμίζει πολύ τον αντίστοιχο θάνατο στο βιβλίο/ταινία του Stephen King, "Pet Semetary", καθώς και όλη η υπόλοιπη υπόθεση της ταινίας, με τη διαφορά οτι στο "Frankenweenie" έχει ως σκοπό να διακωμωδήσει και οχι να τρομάξει. Επίσης και στη ταινία του Burton υπάρχει ένα Νεκροταφείο Ζώων που παίζει τεράστια σημασία.
- Μέσα στο Νεκροταφείο υπάρχει μια ταφόπλακα πάνω στην οποία υπάρχει το όνομα "Shelley". Η Mary Shelley ήταν η συγγραφέας του "Frankenstein", στο οποίο βιβλίο ο επιστήμονας που φέρνει στη ζωή το τέρας, έχει το ίδιο όνομα με τη ταινία. Victor Frankenstein.
- Στο Νεκροταφείο των Ζώων, υπάρχει επίσης μια ταφόπλακα η οποία λέει "Goodbye Kitty". Μια σαφέστατη παραπομπή στον διάσημο χαρακτήρα της "Hello Kitty".
- Υπάρχει μια σκηνή στην οποία ένα ζευγάρι προσπαθεί να βρει καταφύγιο σε έναν τηλεφωνικό θάλαμο. "Birds" από Hitchcock.
- Τα reanimated Sea Monkeys, παραπέμπουν εύκολα στα "Gremlins" (1984), χάρη στον τρόπο που γελούν, πολλαπλασιάζονται (με το νερό), ανατινάζονται και γενικώς, γκρεμίζουν τα πάντα.
- Όλο στο προαστιακό σκηνικό, παραπέμπει σε αυτό του Ψαλιδοχέρη. Ακόμα και ο Δήμαρχος με το υπερ-ψαλίδι, που κουρεύει έναν θάμνο στην αυλή του.
- Ένα ακόμη από τα ζώα που έρχεται στη ζωή, είναι μια χελώνα, η οποία όμως έπειτα από κάτι που πάει στραβά, μεταμορφώνεται σε ένα τεράστιο τέρας, που παραπέμπει με τη σειρά του στη Gamera, το τεράστιο χελωνοειδές, του ιαπωνικού, camp κινηματογράφου (κάτι σαν τον Godzilla ένα πράγμα).
(ΠΗΓΗ IMDB)
Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2012
ParaNorman: It's not easy being one
Alloha guyz! Σήμερα και μετά από πολύ καιρό, είπα να γράψω το κατιτίς μου και εγώ, για το "Paranorman" το οποίο περίμενα πως και πως να δω. Και επειδή μάλιστα έχω να βάλω αρκετό καιρό μια πιο ανάλαφρη, animation ταινιούλα στο blog, ε νομίζω το Παρασκευοσαββατοκύριακο, το επιβάλει. Αν λοιπόν δεν έχετε διάθεση για έξω, ρίξτε μια ματιά σε αυτό το ταινιάκι, και είναι σίγουρο οτι θα περάσετε καλά. Ξεκινάμε λοιπόν.
O Norman είναι ένα παιδί πολύ διαφορετικό από τους συνομήλικούς του. Ο λόγος είναι οτι ο Norman έχει τη δυνατότητα να βλέπει τους...νεκρούς, και να επικοινωνεί με τα φαντάσματά τους, σε καθημερινή βάση. Αυτό έχει φυσικά ως αποτέλεσμα τα παιδιά του σχολείου να τον αντιμετωπίζουν σαν φρικιό, ενώ η ίδια του η οικογένεια να αντιμετωπίζει τη διαφορετικότητά του, ως κάτι για το οποίο πρέπει να ντρέπεται. Συνεπώς, όπως φαντάζεται κανείς, ο Norman δεν είναι και το πιο κοινωνικό άτομο, καθώς εκτός από τις καθημερινές "επιθέσεις" που δέχεται από τον bully του σχολείου Alvin, οι επαφές του με ανθρώπους είναι στην ουσία μηδενικές.
Μια μέρα, και εντελώς τυχαία ο Norman θα γνωρίσει έναν πιτσιρικά που δέχεται επίσης τις προσβολές του τρομερού Alvin, τον χοντρούλη Neil. O Neil θα βρει την μεταφυσική επικοινωνία του Norman άκρως ενδιαφέρουσα και θα του ζητήσει να τον φέρει σε επαφή με τον νεκρό του σκύλο, που έχει θαμμένο στην αυλή του σπιτιού του! Με τα πολλά, τα δυο αγόρια θα γίνουν φίλοι και σύντομα θα μπλέξουν στην πιο "τρομακτική" περιπέτεια, όταν η κατάρα μιας μάγισσας-αξιοθέατο της μικρής πόλης, απειλήσει να κατασπαράξει το Blithe Hollow και όλους τους κατοίκους του. Τώρα μόνο ο Norman είναι σε θέση να πολεμήσει με τα...ζόμπι και τη κακιασμένη μάγισσα και να σώσει τη πόλη του. Τα πράγματα όμως δεν είναι πάντα όπως φαίνονται...
Αν το "Paranorman" σου θυμίσει κάπου το "Coraline", μια ακόμη ολίγον μεταφυσική περιπέτεια με πρωταγωνίστρια εκεί, ένα μικρό κορίτσι, τότε μάθε οτι καλά κάνεις. Ο λόγος είναι οτι ο σκηνοθέτης του "Coraline", Chris Butler, ενώνει εδώ τις δυνάμεις του με τον έτερο σκηνοθέτη Sam Fell και δημιουργούν ένα πολύχρωμο, μπαρτονικό σύμπαν το οποίο έχει να σου πει πολλά αν το αφήσεις. Ιδιαίτερα δηλαδή αν έχεις και εσύ μικρά αδέλφια, ανίψια, ξαδέλφια και πάει λέγοντας, τότε έχεις πετύχει διάνα ένα μιαμισάωρο απολαυστικής και διδακτικής τρομο-χαριτωμενιάς, η οποία σίγουρα θα σε αφήσει με ένα χαμόγελο στο πρόσωπό σου. Τώρα τα μικρά μέλη της οικογένειάς σου παίζει: ή θα τρέξουν κλαψουρίζοντας στη μαμά ή αν είναι τόσο bad ass όσο εσύ, θα βρουν το "ParaNorman" ένα εντυπωσιακό συνονθύλευμα χρωμάτων, καταστάσεων, γέλιου και έξυπνων ευτράπελων. Ναι, ακόμα και αν δεν έχουν ιδέα τι πάει να πει "συνονθύλευμα".
Βέβαια η επιτυχία της ταινίας (όσον αφορά την καθεαυτή της δημιουργία) ήταν μάλλον αναμενόμενη. Μπορεί ο Butler να εκτελούσε χρέη story border-ά μέχρι πρότινος, με τη συμμετοχή του σε ταινίες όπως τα "Coraline" και "Corpse Bride", αλλά το σκηνοθετικό του ντεμπούτο με το "ParaNorman" (το οποίο ταυτίζεται και με τη πρώτη, σεναριογραφική του απόπειρα) αποδεικνύει οτι ξέρει πολύ καλά τι κάνει. Ακριβώς δηλαδή όπως και ο Fell που μετράει παρουσίες στα "Flushed Away" και "Τhe Tale of Desperaux".
Η stop-motion τεχνική που χρησιμοποιείται και εδώ, είναι μια από τις πιο απαιτητικές και μπελαλίδικες, σκηνοθετικές διαδικασίες που μπορεί να χρησιμοποιήσει κανείς, και για τον λόγο αυτό το σύνηθες αποτέλεσμα είναι τόσο εντυπωσιακό και παράλληλα τρομακτικό (ιδιαιτέρως όταν ο δημιουργός απαιτεί κάτι τέτοιο).
Η αλήθεια είναι πως τη συγκεκριμένη τεχνική την έχουμε αγαπήσει ήδη από την εποχή που ο Tim Burton άρχισε να κάνει τα πρώτα του βήματα στο stop-motion animation, συνδυάζοντας την κάπως κατακερματισμένη κίνηση των ηρώων προς όφελός του, προσφέροντάς μας μερικά από τα καλύτερα και πιο μακάβρια animation που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια. Δεν είναι λοιπόν καθόλου τυχαίο το γεγονός πως πιο σύγχρονοι σκηνοθέτες, επιλέγουν να ακολουθούν αυτά τα μπαρτονικά βήματα, χρησιμοποιώντας τα ως μπούσουλα προκειμένου να δημιουργούν εκ νέου, μικρές, τρομακτικές ιστορίες που ανταποκρίνονται όμως τόσο σε μικρότερους, όσο και σε μεγαλύτερους θεατές. Και αυτό είναι ίσως ένα από τα δυσκολότερα κομμάτια της δουλειάς τους.
Το "ParaNorman" είναι μια κλασική περίπτωση αυτού του είδους ταινίας, το οποίο αφενός προσπαθεί να πατήσει πάνω στην Burton διάσταση, αφετέρου να γίνει αρεστό και σε μικρότερες ηλικίες, κυρίως μέσω του ηθικού του διδάγματος, γεγονός το οποίο παρακολουθούμε κατά κόρον να συμβαίνει στις κλασικές παραγωγές της Disney. Εδώ όμως επιτυγχάνεται μέσα από την συνηθέστερη μορφή που συναντούμε πλέον στα animation: τον συνδυασμό ελαφρο-horror και διδακτικών στοιχείων.
Ο Norman είναι ένα παιδί της σύγχρονης εποχής, γεμάτο από ζωηρή φαντασία και-γιατί οχι;- μεταφυσικές επαφές με τους νεκρούς (γεγονός βασικά που μοιάζει να λειτουργεί περισσότερο ως βασικός λόγος κοινωνικής απομόνωσης, παρά σαν καθεαυτή, χειροπιαστή πραγματικότητα). Είναι ένα παιδί το οποίο όπως τόσα άλλα βρίσκονται στο περιθώριο, επειδή διαφέρει από τους υπόλοιπους, και επειδή τα παιδιά έτσι κι αλλιώς είναι σκληρά, είναι ιδανική η τοποθέτησή του εκτός των κοινά αποδεκτών νορμών του σχολείου, εξαιτίας αυτής του της ιδιαιτερότητας.
Το γεγονός αυτό βάζει από τη πρώτη στιγμή σε εγρήγορση τη σκέψη των θεατών, τους οποίους αναγκάζει να ταυτιστούν με τον μικρό πρωταγωνιστή κυρίως επειδή σε κάποια στιγμή της ζωής μας, όλοι τα έχουμε περάσει αυτά. Το θέμα είναι τι κάναμε, πως αντιδράσαμε και πως τελικά το αντιμετωπίσαμε. Και αυτή ακριβώς είναι και ολόκληρη η αξία του "ParaNorman: βλέπουμε δηλαδή πως ένα πιτσιρίκι καταφέρνει να γίνει ο μοναδικός local hero που μπορεί να βοηθήσει τη "θεραπεία" της πόλης του, χρησιμοποιώντας την διαφορετικότητά του (αυτή για την οποία όλοι τον κατηγορούν), ως σανίδα σωτηρίας. Το άγνωστο δεν είναι απαραίτητα κακό και η δακτυλοδεικτούμενη διαφορετικότητα δεν είναι σατανική. Αντιθέτως, είναι μεγαλόκαρδη.
Η σκηνοθεσία όπως περιμένεις είναι υπέροχα κομικίστικη, με έντονα χρώματα, spooky μουσικές νότες και εξόχως δημιουργημένους χαρακτήρες, εκφραστές της κάθε γενιάς (π.χ η αδελφή του Norman, είναι κλασική teenager, με ροζ πετσετέ φόρμα και σκουλαρίκι στον αφαλό), καθιστώντας έτσι το "ParaNorman", σκέτη απόλαυση. Όταν μάλιστα το βλέπεις και μη μεταγλωττισμένο στη original μορφή του, με τις φωνές των Kodi-Smit McPhee, Anna Kendrick, John Goodman, Casey Affleck και Leslie Mann, ε τότε είναι ακόμα καλύτερο.
Έτσι για να ξέρετε πάντως η ταινία κρύβει έναν μεγάλο, σεναριακό άσσο στο μανίκι της, ο οποίος δεν αποκαλύπτεται μέχρι και το τέλος περίπου, όταν όλο το σενάριο μπαίνει τότε στη θέση του και τα πράγματα γίνονται επιτέλους ξεκάθαρα και κατανοητά.
Το "ParaNorman" είναι ένα από τα καλύτερα φετινά animation (και κατά τη γνώμη μου και των τελευταίων ετών), αφού καταφέρνει να απενοχοποιήσει ακόμα περισσότερο το στοιχείο του τρόμου και να το ταιριάξει ιδανικά με ένα σωρό χιουμοριστικές ατάκες και αλλόφρονα ευτράπελα σε ένα διασκεδαστικό, αλλά και αποκαλυπτικό κυνήγι "μαγισσών". Δείτε την με τη πρώτη ευκαιρία και είναι σίγουρο οτι θα την ευχαριστηθείτε και εσείς. Α, και ρίξτε και μια ματιά στους b-movie-στικους τίτλους τέλους. Είναι χάρμα οφθαλμών!
Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι τα gag σε αναφορές κλασικών, horror ταινιών ήταν super (βλ. "Τhe Exorcist" και "Friday the 13th"), οτι η ατάκα του Mitch στο τέλος είναι για εμάς, τα μεγάλα παιδιά και οτι o η μάγισσα κάποιον μου θυμίζει...
No trivia
O Norman είναι ένα παιδί πολύ διαφορετικό από τους συνομήλικούς του. Ο λόγος είναι οτι ο Norman έχει τη δυνατότητα να βλέπει τους...νεκρούς, και να επικοινωνεί με τα φαντάσματά τους, σε καθημερινή βάση. Αυτό έχει φυσικά ως αποτέλεσμα τα παιδιά του σχολείου να τον αντιμετωπίζουν σαν φρικιό, ενώ η ίδια του η οικογένεια να αντιμετωπίζει τη διαφορετικότητά του, ως κάτι για το οποίο πρέπει να ντρέπεται. Συνεπώς, όπως φαντάζεται κανείς, ο Norman δεν είναι και το πιο κοινωνικό άτομο, καθώς εκτός από τις καθημερινές "επιθέσεις" που δέχεται από τον bully του σχολείου Alvin, οι επαφές του με ανθρώπους είναι στην ουσία μηδενικές.
Μια μέρα, και εντελώς τυχαία ο Norman θα γνωρίσει έναν πιτσιρικά που δέχεται επίσης τις προσβολές του τρομερού Alvin, τον χοντρούλη Neil. O Neil θα βρει την μεταφυσική επικοινωνία του Norman άκρως ενδιαφέρουσα και θα του ζητήσει να τον φέρει σε επαφή με τον νεκρό του σκύλο, που έχει θαμμένο στην αυλή του σπιτιού του! Με τα πολλά, τα δυο αγόρια θα γίνουν φίλοι και σύντομα θα μπλέξουν στην πιο "τρομακτική" περιπέτεια, όταν η κατάρα μιας μάγισσας-αξιοθέατο της μικρής πόλης, απειλήσει να κατασπαράξει το Blithe Hollow και όλους τους κατοίκους του. Τώρα μόνο ο Norman είναι σε θέση να πολεμήσει με τα...ζόμπι και τη κακιασμένη μάγισσα και να σώσει τη πόλη του. Τα πράγματα όμως δεν είναι πάντα όπως φαίνονται...
Αν το "Paranorman" σου θυμίσει κάπου το "Coraline", μια ακόμη ολίγον μεταφυσική περιπέτεια με πρωταγωνίστρια εκεί, ένα μικρό κορίτσι, τότε μάθε οτι καλά κάνεις. Ο λόγος είναι οτι ο σκηνοθέτης του "Coraline", Chris Butler, ενώνει εδώ τις δυνάμεις του με τον έτερο σκηνοθέτη Sam Fell και δημιουργούν ένα πολύχρωμο, μπαρτονικό σύμπαν το οποίο έχει να σου πει πολλά αν το αφήσεις. Ιδιαίτερα δηλαδή αν έχεις και εσύ μικρά αδέλφια, ανίψια, ξαδέλφια και πάει λέγοντας, τότε έχεις πετύχει διάνα ένα μιαμισάωρο απολαυστικής και διδακτικής τρομο-χαριτωμενιάς, η οποία σίγουρα θα σε αφήσει με ένα χαμόγελο στο πρόσωπό σου. Τώρα τα μικρά μέλη της οικογένειάς σου παίζει: ή θα τρέξουν κλαψουρίζοντας στη μαμά ή αν είναι τόσο bad ass όσο εσύ, θα βρουν το "ParaNorman" ένα εντυπωσιακό συνονθύλευμα χρωμάτων, καταστάσεων, γέλιου και έξυπνων ευτράπελων. Ναι, ακόμα και αν δεν έχουν ιδέα τι πάει να πει "συνονθύλευμα".
Βέβαια η επιτυχία της ταινίας (όσον αφορά την καθεαυτή της δημιουργία) ήταν μάλλον αναμενόμενη. Μπορεί ο Butler να εκτελούσε χρέη story border-ά μέχρι πρότινος, με τη συμμετοχή του σε ταινίες όπως τα "Coraline" και "Corpse Bride", αλλά το σκηνοθετικό του ντεμπούτο με το "ParaNorman" (το οποίο ταυτίζεται και με τη πρώτη, σεναριογραφική του απόπειρα) αποδεικνύει οτι ξέρει πολύ καλά τι κάνει. Ακριβώς δηλαδή όπως και ο Fell που μετράει παρουσίες στα "Flushed Away" και "Τhe Tale of Desperaux".
Η stop-motion τεχνική που χρησιμοποιείται και εδώ, είναι μια από τις πιο απαιτητικές και μπελαλίδικες, σκηνοθετικές διαδικασίες που μπορεί να χρησιμοποιήσει κανείς, και για τον λόγο αυτό το σύνηθες αποτέλεσμα είναι τόσο εντυπωσιακό και παράλληλα τρομακτικό (ιδιαιτέρως όταν ο δημιουργός απαιτεί κάτι τέτοιο).
Η αλήθεια είναι πως τη συγκεκριμένη τεχνική την έχουμε αγαπήσει ήδη από την εποχή που ο Tim Burton άρχισε να κάνει τα πρώτα του βήματα στο stop-motion animation, συνδυάζοντας την κάπως κατακερματισμένη κίνηση των ηρώων προς όφελός του, προσφέροντάς μας μερικά από τα καλύτερα και πιο μακάβρια animation που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια. Δεν είναι λοιπόν καθόλου τυχαίο το γεγονός πως πιο σύγχρονοι σκηνοθέτες, επιλέγουν να ακολουθούν αυτά τα μπαρτονικά βήματα, χρησιμοποιώντας τα ως μπούσουλα προκειμένου να δημιουργούν εκ νέου, μικρές, τρομακτικές ιστορίες που ανταποκρίνονται όμως τόσο σε μικρότερους, όσο και σε μεγαλύτερους θεατές. Και αυτό είναι ίσως ένα από τα δυσκολότερα κομμάτια της δουλειάς τους.
Το "ParaNorman" είναι μια κλασική περίπτωση αυτού του είδους ταινίας, το οποίο αφενός προσπαθεί να πατήσει πάνω στην Burton διάσταση, αφετέρου να γίνει αρεστό και σε μικρότερες ηλικίες, κυρίως μέσω του ηθικού του διδάγματος, γεγονός το οποίο παρακολουθούμε κατά κόρον να συμβαίνει στις κλασικές παραγωγές της Disney. Εδώ όμως επιτυγχάνεται μέσα από την συνηθέστερη μορφή που συναντούμε πλέον στα animation: τον συνδυασμό ελαφρο-horror και διδακτικών στοιχείων.
Ο Norman είναι ένα παιδί της σύγχρονης εποχής, γεμάτο από ζωηρή φαντασία και-γιατί οχι;- μεταφυσικές επαφές με τους νεκρούς (γεγονός βασικά που μοιάζει να λειτουργεί περισσότερο ως βασικός λόγος κοινωνικής απομόνωσης, παρά σαν καθεαυτή, χειροπιαστή πραγματικότητα). Είναι ένα παιδί το οποίο όπως τόσα άλλα βρίσκονται στο περιθώριο, επειδή διαφέρει από τους υπόλοιπους, και επειδή τα παιδιά έτσι κι αλλιώς είναι σκληρά, είναι ιδανική η τοποθέτησή του εκτός των κοινά αποδεκτών νορμών του σχολείου, εξαιτίας αυτής του της ιδιαιτερότητας.
Το γεγονός αυτό βάζει από τη πρώτη στιγμή σε εγρήγορση τη σκέψη των θεατών, τους οποίους αναγκάζει να ταυτιστούν με τον μικρό πρωταγωνιστή κυρίως επειδή σε κάποια στιγμή της ζωής μας, όλοι τα έχουμε περάσει αυτά. Το θέμα είναι τι κάναμε, πως αντιδράσαμε και πως τελικά το αντιμετωπίσαμε. Και αυτή ακριβώς είναι και ολόκληρη η αξία του "ParaNorman: βλέπουμε δηλαδή πως ένα πιτσιρίκι καταφέρνει να γίνει ο μοναδικός local hero που μπορεί να βοηθήσει τη "θεραπεία" της πόλης του, χρησιμοποιώντας την διαφορετικότητά του (αυτή για την οποία όλοι τον κατηγορούν), ως σανίδα σωτηρίας. Το άγνωστο δεν είναι απαραίτητα κακό και η δακτυλοδεικτούμενη διαφορετικότητα δεν είναι σατανική. Αντιθέτως, είναι μεγαλόκαρδη.
Η σκηνοθεσία όπως περιμένεις είναι υπέροχα κομικίστικη, με έντονα χρώματα, spooky μουσικές νότες και εξόχως δημιουργημένους χαρακτήρες, εκφραστές της κάθε γενιάς (π.χ η αδελφή του Norman, είναι κλασική teenager, με ροζ πετσετέ φόρμα και σκουλαρίκι στον αφαλό), καθιστώντας έτσι το "ParaNorman", σκέτη απόλαυση. Όταν μάλιστα το βλέπεις και μη μεταγλωττισμένο στη original μορφή του, με τις φωνές των Kodi-Smit McPhee, Anna Kendrick, John Goodman, Casey Affleck και Leslie Mann, ε τότε είναι ακόμα καλύτερο.
Έτσι για να ξέρετε πάντως η ταινία κρύβει έναν μεγάλο, σεναριακό άσσο στο μανίκι της, ο οποίος δεν αποκαλύπτεται μέχρι και το τέλος περίπου, όταν όλο το σενάριο μπαίνει τότε στη θέση του και τα πράγματα γίνονται επιτέλους ξεκάθαρα και κατανοητά.
Το "ParaNorman" είναι ένα από τα καλύτερα φετινά animation (και κατά τη γνώμη μου και των τελευταίων ετών), αφού καταφέρνει να απενοχοποιήσει ακόμα περισσότερο το στοιχείο του τρόμου και να το ταιριάξει ιδανικά με ένα σωρό χιουμοριστικές ατάκες και αλλόφρονα ευτράπελα σε ένα διασκεδαστικό, αλλά και αποκαλυπτικό κυνήγι "μαγισσών". Δείτε την με τη πρώτη ευκαιρία και είναι σίγουρο οτι θα την ευχαριστηθείτε και εσείς. Α, και ρίξτε και μια ματιά στους b-movie-στικους τίτλους τέλους. Είναι χάρμα οφθαλμών!
Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι τα gag σε αναφορές κλασικών, horror ταινιών ήταν super (βλ. "Τhe Exorcist" και "Friday the 13th"), οτι η ατάκα του Mitch στο τέλος είναι για εμάς, τα μεγάλα παιδιά και οτι o η μάγισσα κάποιον μου θυμίζει...
No trivia
Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου 2012
The Secret World of Arietty: The 'children' of the underfloor
Καλησπέρα σε όλους και πάλι. Αν και χθες δε πρόλαβα να ανεβάσω ταινιούλα, είπα να το κάνω σήμερα, έτσι για να μη φεύγουμε και πολύ από το πρόγραμμά μας. Αποφάσισα λοιπόν να συνεχίσω τον Σεπτέμβρη, με μια ταινιούλα που είδα το καλοκαίρι, και που πραγματικά με εντυπωσίασε με την απλότητά των τόσο σοβαρών, αλλά και τόσο κατανοητών, ηθικών και ανθρώπινων μηνυμάτων της. Μιλάω βεβαίως για το "The Secret World of Arietty", ένα γιαπωνέζικο animation, από αυτά που αγαπάμε πάντα να βλέπουμε. Κι αν αναρωτιέστε αν αξίζει τον κόπο, σας λέω οτι αξίζει. Here we go.
Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα αγόρι που το έλεγαν Sho. O Sho λοιπόν (για να μιλήσουμε και σε ενεστωτικό χρόνο) είναι ένα παιδί, λίγο διαφορετικό από τα άλλα, μιας που υποφέρει από καρδιακά προβλήματα, τα οποία τον καθιστούν ανίκανο να τρέξει, να παίξει και να ζήσει σαν ένα φυσιολογικό παιδί. Για τον λόγο αυτό, αποφασίζεται να επισκεφθεί το σπίτι της θείας του στην εξοχή, προκειμένου να προετοιμαστεί μέσα στη γαλήνη και την ησυχία του πράσινου κόσμου γύρω του, για την επερχόμενη, δύσκολη εγχείρηση στην οποία θα πρέπει να υποβληθεί.
Από την πρώτη μέρα κιόλας που πατάει το πόδι του στο πατρικό της μητέρας του και νυν σπίτι της θείας Shadako, θα έρθει αντιμέτωπος με μια περίεργη, μικροσκοπική οικογένεια που όπως θα αντιληφθεί, ζει κάτω από το πάτωμα του σπιτιού! Πιο συγκεκριμένα, ο Sho, θα γνωρίσει την περιπετειώδη κόρη της οικογένειας Clock, Arietty, η οποία κάνει τα πρώτα της βήματα ως "borrower". Και τι είναι αυτό; Είναι απλό. Η οικογένειά της, δανείζεται ένα σωρό πράγματα από το σπίτι, προκειμένου να μπορέσει και εκείνη με τη σειρά της να ζήσει. Κύβοι ζάχαρης, σπάγκος και ψίχουλα ψωμιού, είναι μερικά μόνο από τα-μικροσκοπικά για εμάς, τεράστια σε ποσότητα για εκείνους-αντικείμενα, που κάνουν την καθημερινότητά τους ευκολότερη. Τι γίνεται όμως όταν η Arietty καταλάβει οτι η κάλυψή τους έχει προδοθεί και οτι επιπλέον, η υπηρέτρια του σπιτιού, ξεκινάει έναν αγώνα προκειμένου να ξετρυπώσει την τοσοδούλικη οικογένειά της, και να καρπωθεί τη 'δόξα' του ευρήματός της; Και τελικά, ο Sho, είναι ένας ακόμη από εκείνους τους ανθρώπους που θέλουν το κακό της, ή ένας πραγματικός φίλος;
Η ταινία αποτελεί μεταφορά της νουβέλας "The Borrowers", τη Βρετανίδας συγγραφέως για παιδιά, Mary Norton και παρά το γεγονός οτι το γνωστό σε όλους μας, Studio Chibli, ήθελε να προχωρήσει σε μια μεταφορά του συγκεκριμένου βιβλίου εδώ και...σαράντα χρόνια(!), τελικά κατάφεραν να οδηγήσουν την ιστορία σε παραγωγή, μόλις το 2009.
Αν και έχουμε συνηθίσει τον Hayao Miyazaki στον ρόλο του σκηνοθέτη, τέτοιων εντυπωσιακών, animation προσπαθειών, εντούτοις η συγκεκριμένη ταινία αποτελεί σκηνοθετικό προϊόν του animator, Hiromasa Yionebayashi, ο οποίος είχε συνεργαστεί με τον Miyazaki και για άλλα animation, όπως τα αγαπημένα μας πια, "Howl's Moving Castle", "Ponyo" και "Spirited Away". Στη προκειμένη περίπτωση ο Miyazaki κράτησε τον ρόλο του production planner.
Παρά το γεγονός οτι η αναγνωρισιμότητά του, δεν έφτασε εκείνη άλλων κλασικών, japanese παραγωγών όπως το "Princess Mononoke" ή το "Spirited Away" που απευθύνονται έτσι κι αλλιώς, και σε λίγο μεγαλύτερα 'παιδιά', κατάφερε εντούτοις να σκοράρει παγκοσμίως γύρω στα $150 εκατομμύρια, πράγμα που έφερε έτσι την Arietty, τέταρτη, στην κατάταξη των πιο πετυχημένων εμπορικά, animation.
Όπως και να' χει, μπορεί όντως δύσκολα να αγγίζει την αξία των προκατόχων του, παρόλα αυτά το "The Secret World of Arietty" έχει τη δική του απαράμιλλη γοητεία και παιδική αθωότητα, που το καθιστούν must see για τους fan, και οχι μόνο.
Η ιστορία ξεκινάει στην ουσία από τη στιγμή που ο Sho, φτάνει στο σπίτι της θείας του. Από εκεί και πέρα η μια δράση πυροδοτεί την άλλη, και το πράγμα καταλήγει σε πανωλεθρία για την οικογένεια της Arietty, το μέγεθος της οποίας, δε της επιτρέπει να τα 'βάζει' με τους, κανονικού μεγέθους, ανθρώπους.
Σε αντίθεση όμως με το μέγεθός τους, τόσο οι Clocks, όσο και η Arietty συγκεκριμένα, διακατέχονται από ένα βαθύ ένστικτο επιβίωσης, το οποίο είναι αυτό που τους υποκινεί να παλεύουν μέρα με τη μέρα και να ζουν την κάθε τους στιγμή στο φουλ.
Αυτό αποτελεί στην τελική και την ουσία του συγκεκριμένου animation: η ανάγκη κάποιου να παλεύει και να μη παραδίνεται αμαχητί σε τίποτα. Είτε αυτό λέγεται κακιασμένη υπηρέτρια που χώνει τη μύτη της εκεί που δε τη σπέρνουν, είτε λέγεται σοβαρό πρόβλημα υγείας.
Είναι όμορφο να βλέπεις πόσο αρμονικά και αβίαστα έχει συνδεθεί μέσα από την πλοκή, ο αγώνας του μικρού Sho, ο οποίος αντιμετωπίζει το πρόβλημα με τη καρδιά του, αλλά και ο γολγοθάς της οικογένειας των borrowers, για τους οποίους η κάθε μέρα είναι και ένα τεράστιο βουνό δυσκολίας. Και όμως, δε τα παρατούν, αλλά συνεχίζουν να προσπαθούν για οτι καλύτερο μπορούν. Η μητέρα φροντίζει το σπίτι, ο πατέρας κουβαλάει τα αγαθά, και με τη βοήθεια της Arietty, τα πράγματα δείχνουν ελπιδοφόρα. Επειδή όμως μιλάμε για την παράδοση των Ιαπώνων, οι οποίοι όλο και κάτι θέλουν να σε διδάξουν μέσα από τα κινούμενα σχέδιά τους, οι ζωές και των δυο πλευρών δεν είναι και τόσο εύκολες, καθώς ο καθένας τους, καλείται να αντιμετωπίσει και από ένα εμπόδιο το οποίο θα αποκαλύψει στη συνέχεια, το είδος του ανθρώπου το οποίο είναι: λιγόψυχος ή αγωνιστής;
Το εξίσου ενδιαφέρον της υπόθεσης έχει να κάνει με το πως αντιμετωπίζονται οι κακοτυχίες από τους πρωταγωνιστές, αναφορικά μάλιστα και με το μέγεθός τους.
Από τη μια πλευρά ο Sho, αν και μπροστά στα μάτια της Arietty είναι ένας γίγαντας, εντούτοις στην αρχή της ταινίας (και σε ένα μεγάλο ποσοστό της), μοιάζει φοβισμένος για την επερχόμενη εγχείρηση, αγχωμένος και με μια απαισιόδοξη διάθεση στο μυαλό του, σχετικά με την έκβάσή της. Αντιθέτως η γλυκιά Arietty, είναι αισιόδοξη, χαρούμενη και ζωηρή, παρά το γεγονός οτι η ζωή της απειλείται διαρκώς από πράγματα που εμάς μας φαίνονται τουλάχιστον αστεία: μια...ακρίδα, μια γάτα, ή η απουσία προσανατολισμού μέσα στον κήπο, μπορεί να αποτελέσουν θανάσιμο κίνδυνο για εκείνη και την οικογένειά της. Και όμως, εκείνη αγωνίζεται και προσπαθεί, σε πείσμα όλων αυτών.
Επομένως θα έλεγε κανείς, οτι η δύναμη της ψυχής, δεν έχει να κάνει με το ύψος ή το μέγεθος, αλλά με τον τρόπο με τον οποίο αποφασίζεις να δεις τα πράγματα και με το κατά πόσο τελικά, πιστεύεις στον ίδιο σου τον εαυτό. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός οτι ο Sho εμψυχώνεται από την ατρόμητη Arietty, και παίρνει κουράγιο, καθώς στον αντίποδα αυτού, υπάρχει και η πραγματική φιλία που της προσφέρει απλόχερα εκείνος, καθώς και η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης απέναντι στους ομοίους του. Και αυτό είναι το σημαντικότερο μάθημα ζωής που παίρνουν και οι δυο.
Από πλευράς animation όπως μπορείτε να δείτε, μιλάμε για ακόμη μια φορά για την παραδοσιακή, επιτυχημένη συνταγή του στούντιο Chibli με τις πολύχρωμες, ζαχαρένιες του εικόνες, την κουκλίστικη πανδαισία αντικειμένων και τα υπερφωτισμένα πλάνα, που σε κανονική ταινία θα ανήκαν μάλλον αποκλειστικά στον Terrence Malick.
Μάλλον αδύνατον να της αντισταθεί κανείς, το "The Secret World of Arietty", αποτελεί ένα ήπιων τόνων, οπτικοακουστικό θέαμα, που θα σας γεμίσει ζεστασιά και πιθανότατα θα ζωγραφίσει στο πρόσωπό σας, ένα θλιμμένο χαμόγελο. Αν αυτό το animation ήταν μυρωδιά, σίγουρα θα ήταν μοσχομυριστά, σπιτικά, κουλουράκια κανέλας. Δείτε το.
Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι ο καλύτερος τρόπος να κάνεις οικονομία, είναι να είσαι τόσο δα μικρός, οτι η παράφραση του human being, σε human bean, είναι πολύ εύστοχη, και οτι το κοκαλάκι της Arietty για τα μαλλιά, είναι μια πατέντα που όλα τα κοριτσάκια έχουμε δοκιμάσει κάποια στιγμή: αγαπημένο μανταλάκι.
Και μη ξεχνιόμαστε, ιαπωνέζικα με υπότιτλους. Οχι μεταγλωτισμένο στα αγγλικά, έλεος!
No trivia
Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα αγόρι που το έλεγαν Sho. O Sho λοιπόν (για να μιλήσουμε και σε ενεστωτικό χρόνο) είναι ένα παιδί, λίγο διαφορετικό από τα άλλα, μιας που υποφέρει από καρδιακά προβλήματα, τα οποία τον καθιστούν ανίκανο να τρέξει, να παίξει και να ζήσει σαν ένα φυσιολογικό παιδί. Για τον λόγο αυτό, αποφασίζεται να επισκεφθεί το σπίτι της θείας του στην εξοχή, προκειμένου να προετοιμαστεί μέσα στη γαλήνη και την ησυχία του πράσινου κόσμου γύρω του, για την επερχόμενη, δύσκολη εγχείρηση στην οποία θα πρέπει να υποβληθεί.
Από την πρώτη μέρα κιόλας που πατάει το πόδι του στο πατρικό της μητέρας του και νυν σπίτι της θείας Shadako, θα έρθει αντιμέτωπος με μια περίεργη, μικροσκοπική οικογένεια που όπως θα αντιληφθεί, ζει κάτω από το πάτωμα του σπιτιού! Πιο συγκεκριμένα, ο Sho, θα γνωρίσει την περιπετειώδη κόρη της οικογένειας Clock, Arietty, η οποία κάνει τα πρώτα της βήματα ως "borrower". Και τι είναι αυτό; Είναι απλό. Η οικογένειά της, δανείζεται ένα σωρό πράγματα από το σπίτι, προκειμένου να μπορέσει και εκείνη με τη σειρά της να ζήσει. Κύβοι ζάχαρης, σπάγκος και ψίχουλα ψωμιού, είναι μερικά μόνο από τα-μικροσκοπικά για εμάς, τεράστια σε ποσότητα για εκείνους-αντικείμενα, που κάνουν την καθημερινότητά τους ευκολότερη. Τι γίνεται όμως όταν η Arietty καταλάβει οτι η κάλυψή τους έχει προδοθεί και οτι επιπλέον, η υπηρέτρια του σπιτιού, ξεκινάει έναν αγώνα προκειμένου να ξετρυπώσει την τοσοδούλικη οικογένειά της, και να καρπωθεί τη 'δόξα' του ευρήματός της; Και τελικά, ο Sho, είναι ένας ακόμη από εκείνους τους ανθρώπους που θέλουν το κακό της, ή ένας πραγματικός φίλος;
Η ταινία αποτελεί μεταφορά της νουβέλας "The Borrowers", τη Βρετανίδας συγγραφέως για παιδιά, Mary Norton και παρά το γεγονός οτι το γνωστό σε όλους μας, Studio Chibli, ήθελε να προχωρήσει σε μια μεταφορά του συγκεκριμένου βιβλίου εδώ και...σαράντα χρόνια(!), τελικά κατάφεραν να οδηγήσουν την ιστορία σε παραγωγή, μόλις το 2009.
Αν και έχουμε συνηθίσει τον Hayao Miyazaki στον ρόλο του σκηνοθέτη, τέτοιων εντυπωσιακών, animation προσπαθειών, εντούτοις η συγκεκριμένη ταινία αποτελεί σκηνοθετικό προϊόν του animator, Hiromasa Yionebayashi, ο οποίος είχε συνεργαστεί με τον Miyazaki και για άλλα animation, όπως τα αγαπημένα μας πια, "Howl's Moving Castle", "Ponyo" και "Spirited Away". Στη προκειμένη περίπτωση ο Miyazaki κράτησε τον ρόλο του production planner.
Παρά το γεγονός οτι η αναγνωρισιμότητά του, δεν έφτασε εκείνη άλλων κλασικών, japanese παραγωγών όπως το "Princess Mononoke" ή το "Spirited Away" που απευθύνονται έτσι κι αλλιώς, και σε λίγο μεγαλύτερα 'παιδιά', κατάφερε εντούτοις να σκοράρει παγκοσμίως γύρω στα $150 εκατομμύρια, πράγμα που έφερε έτσι την Arietty, τέταρτη, στην κατάταξη των πιο πετυχημένων εμπορικά, animation.
Όπως και να' χει, μπορεί όντως δύσκολα να αγγίζει την αξία των προκατόχων του, παρόλα αυτά το "The Secret World of Arietty" έχει τη δική του απαράμιλλη γοητεία και παιδική αθωότητα, που το καθιστούν must see για τους fan, και οχι μόνο.
Η ιστορία ξεκινάει στην ουσία από τη στιγμή που ο Sho, φτάνει στο σπίτι της θείας του. Από εκεί και πέρα η μια δράση πυροδοτεί την άλλη, και το πράγμα καταλήγει σε πανωλεθρία για την οικογένεια της Arietty, το μέγεθος της οποίας, δε της επιτρέπει να τα 'βάζει' με τους, κανονικού μεγέθους, ανθρώπους.
Σε αντίθεση όμως με το μέγεθός τους, τόσο οι Clocks, όσο και η Arietty συγκεκριμένα, διακατέχονται από ένα βαθύ ένστικτο επιβίωσης, το οποίο είναι αυτό που τους υποκινεί να παλεύουν μέρα με τη μέρα και να ζουν την κάθε τους στιγμή στο φουλ.
Αυτό αποτελεί στην τελική και την ουσία του συγκεκριμένου animation: η ανάγκη κάποιου να παλεύει και να μη παραδίνεται αμαχητί σε τίποτα. Είτε αυτό λέγεται κακιασμένη υπηρέτρια που χώνει τη μύτη της εκεί που δε τη σπέρνουν, είτε λέγεται σοβαρό πρόβλημα υγείας.
Είναι όμορφο να βλέπεις πόσο αρμονικά και αβίαστα έχει συνδεθεί μέσα από την πλοκή, ο αγώνας του μικρού Sho, ο οποίος αντιμετωπίζει το πρόβλημα με τη καρδιά του, αλλά και ο γολγοθάς της οικογένειας των borrowers, για τους οποίους η κάθε μέρα είναι και ένα τεράστιο βουνό δυσκολίας. Και όμως, δε τα παρατούν, αλλά συνεχίζουν να προσπαθούν για οτι καλύτερο μπορούν. Η μητέρα φροντίζει το σπίτι, ο πατέρας κουβαλάει τα αγαθά, και με τη βοήθεια της Arietty, τα πράγματα δείχνουν ελπιδοφόρα. Επειδή όμως μιλάμε για την παράδοση των Ιαπώνων, οι οποίοι όλο και κάτι θέλουν να σε διδάξουν μέσα από τα κινούμενα σχέδιά τους, οι ζωές και των δυο πλευρών δεν είναι και τόσο εύκολες, καθώς ο καθένας τους, καλείται να αντιμετωπίσει και από ένα εμπόδιο το οποίο θα αποκαλύψει στη συνέχεια, το είδος του ανθρώπου το οποίο είναι: λιγόψυχος ή αγωνιστής;
Το εξίσου ενδιαφέρον της υπόθεσης έχει να κάνει με το πως αντιμετωπίζονται οι κακοτυχίες από τους πρωταγωνιστές, αναφορικά μάλιστα και με το μέγεθός τους.
Από τη μια πλευρά ο Sho, αν και μπροστά στα μάτια της Arietty είναι ένας γίγαντας, εντούτοις στην αρχή της ταινίας (και σε ένα μεγάλο ποσοστό της), μοιάζει φοβισμένος για την επερχόμενη εγχείρηση, αγχωμένος και με μια απαισιόδοξη διάθεση στο μυαλό του, σχετικά με την έκβάσή της. Αντιθέτως η γλυκιά Arietty, είναι αισιόδοξη, χαρούμενη και ζωηρή, παρά το γεγονός οτι η ζωή της απειλείται διαρκώς από πράγματα που εμάς μας φαίνονται τουλάχιστον αστεία: μια...ακρίδα, μια γάτα, ή η απουσία προσανατολισμού μέσα στον κήπο, μπορεί να αποτελέσουν θανάσιμο κίνδυνο για εκείνη και την οικογένειά της. Και όμως, εκείνη αγωνίζεται και προσπαθεί, σε πείσμα όλων αυτών.
Επομένως θα έλεγε κανείς, οτι η δύναμη της ψυχής, δεν έχει να κάνει με το ύψος ή το μέγεθος, αλλά με τον τρόπο με τον οποίο αποφασίζεις να δεις τα πράγματα και με το κατά πόσο τελικά, πιστεύεις στον ίδιο σου τον εαυτό. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός οτι ο Sho εμψυχώνεται από την ατρόμητη Arietty, και παίρνει κουράγιο, καθώς στον αντίποδα αυτού, υπάρχει και η πραγματική φιλία που της προσφέρει απλόχερα εκείνος, καθώς και η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης απέναντι στους ομοίους του. Και αυτό είναι το σημαντικότερο μάθημα ζωής που παίρνουν και οι δυο.
Από πλευράς animation όπως μπορείτε να δείτε, μιλάμε για ακόμη μια φορά για την παραδοσιακή, επιτυχημένη συνταγή του στούντιο Chibli με τις πολύχρωμες, ζαχαρένιες του εικόνες, την κουκλίστικη πανδαισία αντικειμένων και τα υπερφωτισμένα πλάνα, που σε κανονική ταινία θα ανήκαν μάλλον αποκλειστικά στον Terrence Malick.
Μάλλον αδύνατον να της αντισταθεί κανείς, το "The Secret World of Arietty", αποτελεί ένα ήπιων τόνων, οπτικοακουστικό θέαμα, που θα σας γεμίσει ζεστασιά και πιθανότατα θα ζωγραφίσει στο πρόσωπό σας, ένα θλιμμένο χαμόγελο. Αν αυτό το animation ήταν μυρωδιά, σίγουρα θα ήταν μοσχομυριστά, σπιτικά, κουλουράκια κανέλας. Δείτε το.
Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι ο καλύτερος τρόπος να κάνεις οικονομία, είναι να είσαι τόσο δα μικρός, οτι η παράφραση του human being, σε human bean, είναι πολύ εύστοχη, και οτι το κοκαλάκι της Arietty για τα μαλλιά, είναι μια πατέντα που όλα τα κοριτσάκια έχουμε δοκιμάσει κάποια στιγμή: αγαπημένο μανταλάκι.
Και μη ξεχνιόμαστε, ιαπωνέζικα με υπότιτλους. Οχι μεταγλωτισμένο στα αγγλικά, έλεος!
No trivia
Δευτέρα 14 Μαΐου 2012
Nausicaa of the Valley of the Wind: A story of epic proportions
Καλή εβδομάδα σε όλους! Λοιπόν πρέπει να παραδεχτώ πως έχω αρχίσει να ξεμένω από ιδέες σχετικά με το τι ταινίες να ανεβάσω στο blog, οπότε μάλλον θα κάνω τη κλασική μου στροφή, την οποία κάνω πάνω κάτω την ίδια περίπου, κάθε χρόνο, εποχή και θα ασχοληθώ με παλιό κινηματογράφο και μεγάλους δημιουργούς. Φυσικά όταν οι συνθήκες το απαιτούν και στις αίθουσες βγαίνει κάτι άξιο λόγου, θα είμαστε εδώ για να το 'κριτικάρουμε' και να το σχολιάσουμε. Για σήμερα λοιπόν, και επειδή ένα ασιατοφερόμενο feeling με έχει πιάσει αυτόν τον καιρό, θα ασχοληθούμε με ένα ακόμα, μεγάλο animation, του εξίσου μεγάλου Hayao Miyazaki. "Nausicaa of the Valley of the Wind" λοιπόν.
Ο πλανήτης Γη όπως θα μπορούσαν κάποιοι να τον ξέρουν, έχει πλέον καταστραφεί. Ο άνθρωπος για ακόμη μια φορά φρόντισε να βάλει το χεράκι του, και να ισοπεδώσει τον πλανήτη που τον ζει, κατακαίγοντάς τον στις "Επτά μέρες της Φωτιάς" ("Seven Days of Fire" όπως αναφέρεται στη ταινία). Πολλά χρόνια μετά, μόνο ψήγματα ανθρώπινης ύπαρξης έχουν καταφέρει να επιζήσουν, δημιουργώντας μικρά χωριά και πόλεις, διασκορπισμένα στους πέντε ανέμους. Ένα τέτοιο χωριό βρίσκεται και στην Κοιλάδα των Ανέμων, οπού η νεαρή, ειρηνοποιός πριγκίπισσα Nausicaa κάνει ότι περνάει από το χέρι της, προκειμένου να κρατάει ασφαλείς τους κατοίκους του, από τη Sea of Decay, μια άκρως τοξική περιοχή η οποία είναι απροσπέλαστη για τον άνθρωπο (χωρίς την κατάλληλη, αντιασφυξιογόνο μάσκα τουλάχιστον), ενώ κατοικείται και από μια πληθώρα εντόμων και περίεργων πλασμάτων. Ανάμεσα σε αυτά, περίοπτη θέση κρατούν τα Ohms, κάτι τεράστια όντα που θυμίζουν οστρακόμορφη...βδέλλα, καβούρι και αράχνη. Και ενώ ο 'τοξικός βάλτος' επεκτείνεται σιγά σιγά, απειλώντας να καταπιεί και την εναναπομείνουσα ανθρωπότητα, η Nausicaa είναι αποφασισμένη να τον αντιμετωπίσει με κατανόηση, αγάπη και αυτοθυσία. Την ίδια στιγμή θα κλιθεί να αντιμετωπίσει και δυο αντίπαλα έθνη, τα οποία απειλούν να καταστρέψουν την Sea of Decay, προκειμένου να σώσουν τον πλανήτη όπως υποστηρίζουν. Η Nausicaa και οι άνθρωποί της, θα βρεθούν στο μέσω ενός σκληρού πολέμου που αναμένεται να ξεσπάσει, με τη βοήθεια ενός αρχαίου κακού. Και σαν να μη φτάνουν αυτά, οι ορδές των Ohms καραδοκούν, και ένα μικρό στραβοπάτημα, μπορεί να τους αφανίσει όλους, μια και καλή...
Η Nausicaa αποτελεί τη δεύτερη, μεγάλου μήκους ταινία του Myazaki, την οποία σκηνοθέτησε το 1984. Όπως ήταν φυσικό, το σενάριο πέρασε για ακόμη μια φορά από τα χέρια του ίδιου, και το αποτέλεσμα ήταν κάτι παραπάνω από εντυπωσιακό, όπως συνηθίζουν να είναι άλλωστε όλες οι δουλειές του.
Αν και σε μεταγενέστερες ταινίες του, το θέμα της ιερότητας της Φύσης και της προστασίας της, έχει παίξει πιο έντονα, εντούτοις βλέποντας κανείς τη Nausicaa μπορεί να θεωρήσει οτι η αρχή του, βρίσκεται ακριβώς εκεί.
Εκτός βέβαια από το χαρακτηριστικό του αυτό μοτίβο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η έντονα πολεμική/αντιπολεμική διάσταση της ταινίας, γεγονός που επίσης συναντάμε στις περισσότερες από τις νεότερες ταινίες του. Και αν κάποιοι τον βρίσκετε πολύ μονότονο, ή βαρετό, ή και επαναλαμβανόμενο, να σας θυμίσω οτι μερικά από τα σπουδαιότερα ονόματα του κινηματογράφου, που πέρασαν στο πάνθεον των μεγάλων δημιουργών, έκαναν ακριβώς αυτό: ανανέωναν τους εαυτούς τους, μέσα από την διαρκή επανάληψη των ίδιων θεμάτων.
O Yasujiro Ozu ένας από τους τρεις μεγάλους του ιαπωνικού κινηματογράφου, καταπιανόταν πάντα με το ίδιο θέμα: την αναπόφευκτη πορεία της ανθρώπινης φύσης προς τα γηρατειά, τη διάλυση της οικογένειας για λόγους απλούς, καθημερινούς, την εκτίμηση των μικρών χαρών της ζωής, τη σοφία των γηρατειών, τη μοναξιά και τον θάνατο. Εάν παρακολουθήσει κανείς τόσο τις προγενέστερες, όσο και τις μετέπειτα δουλειές του, θα διαπιστώσει πως όλες είναι εμποτισμένες με τα παραπάνω στοιχεία. Ένα ακόμη παράδειγμα είναι και ο Ingmar Bergman, ο οποίος μελετούσε πάντα, και κάτω από το πρίσμα μιας φιλοσοφίζουσας διάθεσης, την αμείλικτη δύναμη του χρόνου, τοποθετώντας τους ήρωές του σε μια κατάσταση εσωτερικής διερώτησης, τις κρίσιμες, προ-θανάτιες στιγμές τους, σχετικά με το τι κατάφεραν στη ζωή, τι πέτυχαν, τι έδωσαν, τι πήραν και πιο το νόημά της (αν δηλαδή υπάρχει). O Michelangelo Antonioni ήταν ένας καθαρά 'ψυχρός' σκηνοθέτης, ο οποίος πετούσε τους προβληματικούς του ήρωες στην αστική ζούγκλα, τους έφερνε αντιμέτωπους με τα αδιέξοδά τους και στο τέλος τους έδινε τη χαριστική βολή. Στις ταινίες του μεγάλου Ιταλού σκηνοθέτη, οι ηρωίδες του είναι γεμάτες ενοχικά σύνδρομα, συναισθηματικά αδιέξοδα, ανίκανες να μοιραστούν το πάθος και τον έρωτα, ενώ οι άνδρες είναι παίκτες, αδιάφοροι και ψυχροί απέναντι στα προβλήματα των ωραίων γυναικών, τις οποίες δε μπορούν να βοηθήσουν. Η λύτρωση των εσωτερικών αδιεξόδων δεν έρχεται στην ουσία ποτέ, και οι χαρακτήρες του Antonioni παραμένουν εγκλωβισμένοι εν μέσω μπετονιασμένων πολυκατοικιών και γκρίζων δρόμων. Ακόμα και 'νεότεροι' σκηνοθέτες φαίνεται να διατηρούν ένα κάποιο καλούπι, όπως ο Woody Allen ο οποίος διατηρεί ένα μοτίβο συγκεκριμένο, φέρνοντας στο προσκήνιο (με πολλές φορές καυστικό χιούμορ) τις νευρώσεις της σύγχρονης-για τη κάθε περίοδο-γυναίκα, και τα συντροφικά της κολλήματα.
Έτσι λοιπόν ο Myazaki απλά αποδεικνύει πως ακόμα και αν κατασκευάζεις animations, μπορείς να ακολουθήσεις το δικό σου προσωπικό θέμα, να το εξελίξεις και να το καταστήσεις σήμα κατατεθέν. Σεβασμός στη Φύση, αντιπολεμικές εικόνες, παράδοση, σεβασμός στο θεσμό της οικογένειας, ισχυρές φιλίες, αγνοί έρωτες; Ας είναι.
Ο κόσμος της Nausicaa δεν είναι ακριβώς αγγελικά πλασμένος, αλλά μπορεί κανείς να εντοπίσει για ακόμη μια φορά την αστείρευτη φαντασία του δημιουργού της, ο οποίος καταφέρνει να καθιστά κάθε ταινία του ονειρική.
Και εδώ βλέπουμε πως ακόμα και οι 'κακοί' της υπόθεσης χαρακτηρίζονται από μια σκοτεινή ομορφιά, και από ζωηρά χρώματα τα οποία φυσικά είναι κατευθείαν βγαλμένα από ζωγραφική παράδοση αιώνων, στα πλαίσια της ιαπωνικής φυσικά κουλτούρας.
Στις ταινίες του Miyazaki δεν είναι φυσικά τυχαίο πως τα μικρά παιδιά και οι έφηβοι είναι αυτοί που αναλαμβάνουν να φέρουν εις πέρας τις 'δύσκολες' αποστολές, τις οποίες καθιστούν δύσκολες φυσικά, οι μεγάλοι, οι ενήλικοι. Αυτοί προκαλούν τις καταστροφές, τους πολέμους, τα δράματα, αφήνοντας στη πιτσιρικαρία να βγάλει το φίδι από την τρύπα και πολλές φορές να πληρώσει πολύ σκληρά το τίμημα της δικής τους αφέλειας. Φυσικά κάτι τέτοιο είναι αναμενόμενο, από έναν σκηνοθέτη που είναι ταγμένος στο να εξάπτει τη φαντασία των μικρών (αλλά και των μεγάλων) παιδιών, μέσα από ποικίλα ηθικά διδάγματα και θυμοσοφίες.
Το "Nausicaa of the Valley of the Winds" πατάει πάνω στα κλασικά θέματα του Miyazaki, με ένα υπέροχο animation, κλασικούς χαρακτήρες και όμορφο story. Δείτε την και απολαύστε για ακόμη μια φορά τον μαγευτικό κόσμο του Miyazaki.
Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι η Sea of Decay μοιάζει εκπληκτικά με τον κόσμο από το "Avatar" του Cameron. Χμμ... Οτι η μουσική είναι υπέροχη και οτι το μεταφορικό μέσο της Nausicaa που το λες και turbo ανεμόπτερο είναι τέλειο!
TRIVIA
Ο πλανήτης Γη όπως θα μπορούσαν κάποιοι να τον ξέρουν, έχει πλέον καταστραφεί. Ο άνθρωπος για ακόμη μια φορά φρόντισε να βάλει το χεράκι του, και να ισοπεδώσει τον πλανήτη που τον ζει, κατακαίγοντάς τον στις "Επτά μέρες της Φωτιάς" ("Seven Days of Fire" όπως αναφέρεται στη ταινία). Πολλά χρόνια μετά, μόνο ψήγματα ανθρώπινης ύπαρξης έχουν καταφέρει να επιζήσουν, δημιουργώντας μικρά χωριά και πόλεις, διασκορπισμένα στους πέντε ανέμους. Ένα τέτοιο χωριό βρίσκεται και στην Κοιλάδα των Ανέμων, οπού η νεαρή, ειρηνοποιός πριγκίπισσα Nausicaa κάνει ότι περνάει από το χέρι της, προκειμένου να κρατάει ασφαλείς τους κατοίκους του, από τη Sea of Decay, μια άκρως τοξική περιοχή η οποία είναι απροσπέλαστη για τον άνθρωπο (χωρίς την κατάλληλη, αντιασφυξιογόνο μάσκα τουλάχιστον), ενώ κατοικείται και από μια πληθώρα εντόμων και περίεργων πλασμάτων. Ανάμεσα σε αυτά, περίοπτη θέση κρατούν τα Ohms, κάτι τεράστια όντα που θυμίζουν οστρακόμορφη...βδέλλα, καβούρι και αράχνη. Και ενώ ο 'τοξικός βάλτος' επεκτείνεται σιγά σιγά, απειλώντας να καταπιεί και την εναναπομείνουσα ανθρωπότητα, η Nausicaa είναι αποφασισμένη να τον αντιμετωπίσει με κατανόηση, αγάπη και αυτοθυσία. Την ίδια στιγμή θα κλιθεί να αντιμετωπίσει και δυο αντίπαλα έθνη, τα οποία απειλούν να καταστρέψουν την Sea of Decay, προκειμένου να σώσουν τον πλανήτη όπως υποστηρίζουν. Η Nausicaa και οι άνθρωποί της, θα βρεθούν στο μέσω ενός σκληρού πολέμου που αναμένεται να ξεσπάσει, με τη βοήθεια ενός αρχαίου κακού. Και σαν να μη φτάνουν αυτά, οι ορδές των Ohms καραδοκούν, και ένα μικρό στραβοπάτημα, μπορεί να τους αφανίσει όλους, μια και καλή...
Η Nausicaa αποτελεί τη δεύτερη, μεγάλου μήκους ταινία του Myazaki, την οποία σκηνοθέτησε το 1984. Όπως ήταν φυσικό, το σενάριο πέρασε για ακόμη μια φορά από τα χέρια του ίδιου, και το αποτέλεσμα ήταν κάτι παραπάνω από εντυπωσιακό, όπως συνηθίζουν να είναι άλλωστε όλες οι δουλειές του.
Αν και σε μεταγενέστερες ταινίες του, το θέμα της ιερότητας της Φύσης και της προστασίας της, έχει παίξει πιο έντονα, εντούτοις βλέποντας κανείς τη Nausicaa μπορεί να θεωρήσει οτι η αρχή του, βρίσκεται ακριβώς εκεί.
Εκτός βέβαια από το χαρακτηριστικό του αυτό μοτίβο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η έντονα πολεμική/αντιπολεμική διάσταση της ταινίας, γεγονός που επίσης συναντάμε στις περισσότερες από τις νεότερες ταινίες του. Και αν κάποιοι τον βρίσκετε πολύ μονότονο, ή βαρετό, ή και επαναλαμβανόμενο, να σας θυμίσω οτι μερικά από τα σπουδαιότερα ονόματα του κινηματογράφου, που πέρασαν στο πάνθεον των μεγάλων δημιουργών, έκαναν ακριβώς αυτό: ανανέωναν τους εαυτούς τους, μέσα από την διαρκή επανάληψη των ίδιων θεμάτων.
O Yasujiro Ozu ένας από τους τρεις μεγάλους του ιαπωνικού κινηματογράφου, καταπιανόταν πάντα με το ίδιο θέμα: την αναπόφευκτη πορεία της ανθρώπινης φύσης προς τα γηρατειά, τη διάλυση της οικογένειας για λόγους απλούς, καθημερινούς, την εκτίμηση των μικρών χαρών της ζωής, τη σοφία των γηρατειών, τη μοναξιά και τον θάνατο. Εάν παρακολουθήσει κανείς τόσο τις προγενέστερες, όσο και τις μετέπειτα δουλειές του, θα διαπιστώσει πως όλες είναι εμποτισμένες με τα παραπάνω στοιχεία. Ένα ακόμη παράδειγμα είναι και ο Ingmar Bergman, ο οποίος μελετούσε πάντα, και κάτω από το πρίσμα μιας φιλοσοφίζουσας διάθεσης, την αμείλικτη δύναμη του χρόνου, τοποθετώντας τους ήρωές του σε μια κατάσταση εσωτερικής διερώτησης, τις κρίσιμες, προ-θανάτιες στιγμές τους, σχετικά με το τι κατάφεραν στη ζωή, τι πέτυχαν, τι έδωσαν, τι πήραν και πιο το νόημά της (αν δηλαδή υπάρχει). O Michelangelo Antonioni ήταν ένας καθαρά 'ψυχρός' σκηνοθέτης, ο οποίος πετούσε τους προβληματικούς του ήρωες στην αστική ζούγκλα, τους έφερνε αντιμέτωπους με τα αδιέξοδά τους και στο τέλος τους έδινε τη χαριστική βολή. Στις ταινίες του μεγάλου Ιταλού σκηνοθέτη, οι ηρωίδες του είναι γεμάτες ενοχικά σύνδρομα, συναισθηματικά αδιέξοδα, ανίκανες να μοιραστούν το πάθος και τον έρωτα, ενώ οι άνδρες είναι παίκτες, αδιάφοροι και ψυχροί απέναντι στα προβλήματα των ωραίων γυναικών, τις οποίες δε μπορούν να βοηθήσουν. Η λύτρωση των εσωτερικών αδιεξόδων δεν έρχεται στην ουσία ποτέ, και οι χαρακτήρες του Antonioni παραμένουν εγκλωβισμένοι εν μέσω μπετονιασμένων πολυκατοικιών και γκρίζων δρόμων. Ακόμα και 'νεότεροι' σκηνοθέτες φαίνεται να διατηρούν ένα κάποιο καλούπι, όπως ο Woody Allen ο οποίος διατηρεί ένα μοτίβο συγκεκριμένο, φέρνοντας στο προσκήνιο (με πολλές φορές καυστικό χιούμορ) τις νευρώσεις της σύγχρονης-για τη κάθε περίοδο-γυναίκα, και τα συντροφικά της κολλήματα.
Έτσι λοιπόν ο Myazaki απλά αποδεικνύει πως ακόμα και αν κατασκευάζεις animations, μπορείς να ακολουθήσεις το δικό σου προσωπικό θέμα, να το εξελίξεις και να το καταστήσεις σήμα κατατεθέν. Σεβασμός στη Φύση, αντιπολεμικές εικόνες, παράδοση, σεβασμός στο θεσμό της οικογένειας, ισχυρές φιλίες, αγνοί έρωτες; Ας είναι.
Ο κόσμος της Nausicaa δεν είναι ακριβώς αγγελικά πλασμένος, αλλά μπορεί κανείς να εντοπίσει για ακόμη μια φορά την αστείρευτη φαντασία του δημιουργού της, ο οποίος καταφέρνει να καθιστά κάθε ταινία του ονειρική.
Και εδώ βλέπουμε πως ακόμα και οι 'κακοί' της υπόθεσης χαρακτηρίζονται από μια σκοτεινή ομορφιά, και από ζωηρά χρώματα τα οποία φυσικά είναι κατευθείαν βγαλμένα από ζωγραφική παράδοση αιώνων, στα πλαίσια της ιαπωνικής φυσικά κουλτούρας.
Στις ταινίες του Miyazaki δεν είναι φυσικά τυχαίο πως τα μικρά παιδιά και οι έφηβοι είναι αυτοί που αναλαμβάνουν να φέρουν εις πέρας τις 'δύσκολες' αποστολές, τις οποίες καθιστούν δύσκολες φυσικά, οι μεγάλοι, οι ενήλικοι. Αυτοί προκαλούν τις καταστροφές, τους πολέμους, τα δράματα, αφήνοντας στη πιτσιρικαρία να βγάλει το φίδι από την τρύπα και πολλές φορές να πληρώσει πολύ σκληρά το τίμημα της δικής τους αφέλειας. Φυσικά κάτι τέτοιο είναι αναμενόμενο, από έναν σκηνοθέτη που είναι ταγμένος στο να εξάπτει τη φαντασία των μικρών (αλλά και των μεγάλων) παιδιών, μέσα από ποικίλα ηθικά διδάγματα και θυμοσοφίες.
Το "Nausicaa of the Valley of the Winds" πατάει πάνω στα κλασικά θέματα του Miyazaki, με ένα υπέροχο animation, κλασικούς χαρακτήρες και όμορφο story. Δείτε την και απολαύστε για ακόμη μια φορά τον μαγευτικό κόσμο του Miyazaki.
Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι η Sea of Decay μοιάζει εκπληκτικά με τον κόσμο από το "Avatar" του Cameron. Χμμ... Οτι η μουσική είναι υπέροχη και οτι το μεταφορικό μέσο της Nausicaa που το λες και turbo ανεμόπτερο είναι τέλειο!
TRIVIA
- Η ονομασία Mehve, το όνομα που έχει δώσει η Nausicaa στο μεταφορικό της μέσο, βγαίνει από το "Mowe" που στα γερμανικά σημαίνει "seagull".
- Η απουσία έντονου χρώματος, έδινε σε πολλούς την εντύπωση πως η Nausicaa ήταν...γυμνή και οτι δε φορούσε καν εσώρουχο κάτω από τη φούστα της! Αυτό δεν ισχύει αφού φοράει παντελόνι το οποίο τυγχάνει να είναι το ίδιο χρώμα με το δέρμα της (φαίνεται ξεκάθαρα), ενώ αυτό που αποκαλούν φούστα, είναι το κάτω μέρος του πανωφοριού της.
- Επειδή δεν υπήρχε δυνατότητα προώθησής της, ο Miyazaki σκιτσάρισε και ένα comic προκειμένου να την προωθήσει.
- O Miyazaki δυσανασχέτησε τόσο πολύ με την κόπια της ταινίας που κυκλοφόρησε international και είχε τόσα πολλά cuts, ώστε έστειλε στο Executive της Disney ένα σπαθί...σαμουράι και ένα σημείωμα που έλεγε: "No cuts".
(Πηγή IMDB)
ΤΟ ΤΑΙΝΙΑΚΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
Alma, by Rodrigo Blaas
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

















































