Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα splatter. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα splatter. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 30 Μαΐου 2013

Braindead (a.k.a Dead Alive): It's a gore fest!

Καλημερούδια, καλημερούδια γλυκά μου αγγελούδια.  Την ώρα που θα διαβάζετε τούτες δω τις λέξεις, το πιθανότερο είναι πως θα βρίσκομαι στον δρόμο για το Ναύπλιο.  Συνεπώς μιας που θα λείψω για τρεις μερούλες, είπα να μην σας αφήσω έτσι, αλλά να σας προτείνω μια ταινιούλα.  Βέβαια η σημερινή μου πρόταση περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στο κοινό που αρέσκεται να βλέπει αρκετά αηδιαστικά και της λεγόμενης "ίου!" αντίδρασης ταινιάκια, μιας που το λέω από τώρα για να είμαστε εντάξει: δεν έχω δει στην ζωή μου πιο σπλάτερ, πιο gory και πιο οτι αιματηρή ταινία από το "Braindead".  Και πιστέψτε με, έχω δει πολλά περίεργα.  Σαν κι αυτό...τίποτα.


Πόσο εκνευριστικό είναι εκεί που όλα πάνε καλά στην ζωή σου, να δαγκωθεί ξαφνικά η μάνα σου μια μέρα από μια Sumatran rat monkey, η οποία την μετατρέπει λίγο αργότερα σε κακάσχημο, δαγκωνιάρικο ζόμπι;  Δεν τσαντίζεσαι όταν σου συμβαίνει αυτό;
Στην προκειμένη περίπτωση ο μαμάκιας Lionel (Timothy Balme) δεν είχε και άλλη επιλογή από το να μείνει πιστός στο πλευρό της και να την φροντίζει ακόμα και μετά τον εμφανέστατο κατά τα άλλα θάνατό της.  Αλλά για κάτσε.  Όλα έχουν τα όριά τους.  Μη φανταστείς πως ο Lionel δεν ήθελε να ξεφύγει από τα μητρικά δεσμά.  Είναι βλέπεις που είχε μπει μες την μέση και η Paquita, μια φλογερή υπάλληλος του τοπικού μανάβικου και ολίγον απ'ολα καταστήματος, η οποία είχε δει στα Ταρό που της έριξε η γιαγιά της, πως θα δενόταν συναισθηματικά και αμετάκλητα με έναν "μαύρο ιππότη".  Φυσικά τον Lionel δεν τον λες μαύρο ιππότη (ούτε καν ένα άλογο δεν καβαλάει), παρόλα αυτά έχοντας γλυκαθεί και ο ίδιος από το ενδιαφέρον της κοπέλας (μιας που μέχρι τότε το μόνο ενδιαφέρον που λάμβανε ήταν από την γραφική του μάνα-καρακάξα) θα δώσουν τελικά το πολυπόθητο πρώτο ραντεβού στον...ζωολογικό κήπο.  Όπως είναι φυσικό η μάνα θα στήσει καρτέρι για την ραντεβουδίστικη χαλάστρα, μόνο που η δική της μέρα θα πάει κατά διαόλου όταν την δαγκώσει το πιο άσχημο πράγμα που θα δεις ποτέ σου.  Μάνα becomes zombie.  Και αυτή είναι μόνο η αρχή μιας που ο Lionel και η Paquita θα αναγκαστούν να τα "δώσουν όλα" στο πιο απίστευτο gore fest που έχεις δει ποτέ σε ταινία...


Ενδεχομένως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της ταινίας είναι πως αποτελεί σκηνοθετικό αποτέλεσμα του Peter Jackson.
Κι όμως, ο Jackson πριν αρχίσει να ασχολείται με τα σοβαρά του δημιουργήματα, υπήρξε μέγιστος κάφρος μιας που εκτός από την τελειότητα της σημερινής ταινίας, στα πρώτα χρόνια της behind the camera καριέρας του γύρισε και το "Bad Taste", o τίτλος του οποίου προφανέστατα δηλώνει και το όποιο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα της ταινίας, η οποία θέλει ένα μάτσο εξωγήινους να αποδεκατίζουν τον πληθυσμό μιας μικρής πόλης, θέλοντας να καρπωθούν την ανθρώπινη σάρκα για την...διαγαλαξιακή fast-food αλυσίδα τους!
Είναι γεγονός πως μετά το τέλος του "Braindead" προσπαθούσα να καταλάβω 1) τι ακριβώς είχα παρακολουθήσει επί μιάμιση ώρα, και 2) πως γίνεται όλος αυτός ο κρεάτινος ορυμαγδός να προέρχεται από τα χέρια τoυ τύπου που απεικόνισε με σχεδόν αιθέρια λυρικότητα τον κόσμο του Tolkien;
Το ακόμα πιο απολαυστικό γεγονός βέβαια είναι πως ο Jackson και όλη η παρέα του, δείχνουν να το διασκεδάζουν και με το παραπάνω, μιας που δεν θα γινόταν έτσι κι αλλιώς να πάρει τον εαυτό του στα σοβαρά, στο πλαίσιο μιας τόσο hardcore και καθόλα horror ιστορίας.  Όταν δε, βλέπεις πως μέσα από όλο αυτό το αποτέλεσμα πιάνονται χεράκι-χεράκι το μαύρο χιούμορ και ένας εν δυνάμει κοινωνικός προβληματισμός, τότε αντιλαμβάνεσαι πως ίσως και η εμφανής προσπάθεια για πρόκληση οπτικού σοκ, δεν είναι το μόνο που σου προσφέρει αυτή η ταινία.


Αν κάνει κάποιος ένα πέρασμα από την φιλμογραφία του Jackson θα διαπιστώσει πως η ενασχόλησή του με διαφορετικά κινηματογραφικά είδη υπήρξε συνεχής ήδη από την δεκαετία του ΄70, και παρά το γεγονός πως φαίνεται να έχει πάρει απόφαση πλέον να επιστρέφει διαρκώς στις καλές εποχές του Άρχοντα.  Αν δεν είναι χαρακτηριστικό το οτι πρόκειται να σκηνοθετήσει ακόμα δυο ταινίες Hobbit, τότε δεν ξέρω τι είναι....
Όπως και να' χει είναι σίγουρα πάντα ενδιαφέρον να βλέπεις από που ξεκινάνε καταξιωμένοι σκηνοθέτες οι οποίοι ενδεχομένως να έχουν ακολουθήσει πια, μια ολοκληρωτικά διαφορετική κινηματογραφική πορεία.  Εξίσου ενδιαφέρον δηλαδή με το να δεις το "Braindead" για μια διαφορετική προσέγγιση της σχέσης μάνας-γιου.
To 1960 o Alfred Hitchcock προκάλεσε σοκ και δέος με το "Psycho", μιας ταινίας η οποία αντιμετώπισε ένα σωρό προβλήματα κατά το προπαρασκευαστικό της στάδιο, επειδή οι άπαντες παραγωγοί έβρισκαν το περιεχόμενό του τρομερά disturbing.  Βλέπετε η πουριτανική αμερικάνικη κοινωνία του '60 δεν δεχόταν ούτε σκοτωμούς σε ντουζιέρες, ούτε και τα ερωτικά μπλεξίματα της πρωταγωνίστριας με έναν χωρισμένο νεαρό πάνω στο κρεβάτι, με το σουτιέν φάτσα μόστρα.  Ακόμα και αν με βάση την ομώνυμη νουβέλα του Robert Bloch, o Hitchcock δημιούργησε μια ολόκληρη ταινία πάνω σε ένα άριστο ψυχαναλυτικό γράφημα ενός διαταραγμένου γιου, εμμονικού με την μητέρα του σε τέτοιον βαθμό ώστε να γίνει ο ίδιος η μητέρα του, η αναγνώριση της ταινίας από κοινό και κριτικούς ήρθε τελικά με το πέρας το χρόνου. 
Είναι προφανές πως σε καμία περίπτωση δεν θέλω (και δεν μπορώ εξάλλου) να ταυτίσω τα δυο δημιουργήματα.  Είναι όμως και προφανές πως οι βλέψεις του Jackson είναι ακριβώς οι ίδιες: να παρουσιάσει με τον δικό του σπλατερικό τρόπο τον ευνουχισμό του Lionel από την μητέρα του και την αναπόφευκτη ώρα του εξίσου αναπόφευκτου, οριστικού απογαλακτισμού.


Με την τεράστια "βοήθεια" των δεκάδων επί δεκάδων γαλονιών "αίματος" και με το στήσιμο του όλου σκηνικού πάνω σε μια βήτα διαλογής κατάσταση, ο Jackson κάνει μια σαφέστατη αναφορά στον ψυχολογικό ευνουχισμό του πρωταγωνιστή και το μοντέλο της μάνας μέγαιρας, η οποία μετά τον θάνατο του συζύγου έχει βεντουζώσει πάνω στον άτυχο γιο, σαν βδέλλα.  Φυσικά όλη αυτή η θεματική η οποία λειτουργεί σαν αφετηρία για το ζομπιακό χάος που πρόκειται να προκληθεί λίγο αργότερα, λειτουργεί καλά και πειστικά, αν και προφανώς δεν εμβαθύνεται λεπτό, χάρη στην γρήγορη και επιφανειακή προσέγγιση του σκηνοθέτη και του σεναριογράφου Stephen Sinclair, σε ένα κατά τα άλλα θέμα αέναης συζήτησης.  Το μαύρο χιούμορ αποτελεί επίσης ένα από τα χαρακτηριστικά που κυριαρχούν στην ταινία, η οποία καθιστά και το love story των δυο νεαρών πρωταγωνιστών ως ευχή και κατάρα μαζί.  Ε άμα το βλέπει και η γιαγία σου στα Ταρό οτι το πεπρωμένο σου είναι γεμάτο από μαυρίλα και θάνατο, καλύτερα να την ακούς....
Φυσικά από ένα film που φέρει τον συγκεκριμένο τίτλο, δεν γίνεται να μην περιμένεις και το αντίστοιχο ξεκοίλιασμα, ξεντέριασμα και οτι άλλο σε ξε- υπάρχει.  Στην ουσία βέβαια οτι και να σκεφτείς, το "Braindead" το έχει ήδη προχωρήσει ένα βήμα πιο πέρα, με ένα εντοσθιακό σύστημα να σε κυνηγάει από μόνο του για να σε πνίξει, ένα εξαμβλωματικό μωρό να ανοίγει στην μέση το πρόσωπο μιας άτυχης νεαράς, και έναν ακόμη έρμο να παθαίνει εξαιρετικό fatality, με την σπονδυλική του στήλη να τραβιέται με βία από το σώμα του.  Επειδή όμως και το πράγμα είναι γυρισμένο με την b αισθητική να πλανάται ήδη από την πρώτη σκηνή, δε θα έπρεπε να σε ανησυχεί τόσο το θέμα του τρόμου, όσο αυτό της απόλυτης, ανατριχιαστικής και στα όρια αηδίας η οποία συνοδεύει κάθε βασανιστικό καρέ.  Έυγε Jackson!


Συμπέρασμα:  Το "Braindead" είναι μια ταινία που απευθύνεται αποκλειστικά και περιορισμένα σε fans.  Η ιδανική της προβολή θα ήταν σετάκι με το "Evil Dead" προκειμένου μετά να συζητηθεί αναλυτικώς και με επιχειρήματα, το ποια κρατάει τα σκήπτρα της καλύτερης του είδους της.  Περιμένω προτάσεις για μάζωξη.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι ο πρωταγωνιστής μοιάζει με τον Matthew Bellamy των MUSE, οτι δεν θα φάω ΠΟΤΕ custard cream και οτι στις επόμενες διακοπές μου θα προσπαθήσει να μην μπάσω στην χώρα μου μια Sumatran rat monkey, αν και κάτι τέτοιο φαντάζομαι πως θα ήταν αυτό ακριβώς που χρειαζόμαστε.


TRIVIA
  • Λέγεται πως η συγκεκριμένη ταινία αποτελεί και την πιο αιματηρή στην ιστορία του κινηματογράφου (με βάση το "αίμα" που χρησιμοποιήθηκε στην διάρκεια της παραγωγής).
  • Για του λόγου το αληθές, στην τελευταία σκηνή της ταινίας μόνο, χρησιμοποιήθηκαν 300 λίτρα ψεύτικου αίματος.
  • Η ενοικιάση της ταινίας στην Σουηδία (και πιθανώς και σε άλλες χώρες), συνοδευόταν από σακούλες για...εμετό!
(ΠΗΓΗ IMDB)

Παρασκευή 24 Μαΐου 2013

Hannibal: Feeding your fears

Hey there, επιστρέψαμε πάλι για ακόμη μια μερούλα, τώρα που κουτσά στραβά έχω λίγο χρόνο.  Σήμερα είπα να ασχοληθούμε με την περίπτωση της νέας τηλεοπτικής σειράς "Hannibal" η οποία αποτελεί την νέα, προσωπική μου μανία και την προτείνω ανεπιφύλακτα σε όσους έχουν γερό στομάχι και αντέχουν τα κανιβαλιστικά υπονοούμενα με τα οποία βρύθει η πραγματικά καλοφτιαγμένη σειρά του NBC.  Here we go.


Η ιστορία της σειράς βασίζεται στην ιδιάζουσα σχέση και συνεργασία που αναπτύσσεται ανάμεσα στον κανίβαλο-ψυχίατρο Dr. Lecter (Mads Mikkelsen) και τον Will Graham (Hugh Dancy), έναν νεαρό criminal profiler του FBI ο οποίος έχει το χάρισμα (και την κατάρα μαζί), να ταυτίζεται σε κάθε crime scene με τον εκάστοτε δολοφόνο, βάζοντας τον εαυτό του στην θέση του και ακολουθώντας τα εγκληματικά του βήματα μέχρι το οριστικό τέλος του κάθε άτυχου θύματος.
Ο Will βέβαια εκτός από αυτή του την "έκτη αίσθηση" η οποία τον καθιστά βασικό και αναπόσπαστο κομμάτι της υπηρεσίας του, διακατέχεται από έντονες ψυχολογικές μεταπτώσεις και πνευματική ανισορροπία, μιας που δεν είναι και οτι πιο υγιές για τον ψυχισμό σου, το να ασχολείσαι όλη μέρα με κατακρεουργημένα κορμιά και ανθρώπινα σώματα που παραπέμπουν σε σφαχτάρια.  Για τον λόγο αυτό ο chief Jack Crawford (Laurence Fishburne), συστήνει στον Will να επισκεφθεί έναν παλιό γνώριμο ο οποίος θα τον βοηθήσει να αντιμετωπίζει την αποτρόπαια καθημερινότητα της δουλειάς του.  Αυτός δεν είναι φυσικά άλλος, από τον well-mannered, ατσαλάκωτο και εκλεπτυσμένο Dr. Lecter, ο οποίος γίνεται το δεξί χέρι του περίεργου νεαρού αν και οχι χωρίς την δική του "ανταμοιβή" από την όλη υπόθεση.  Βλέπετε οι έρευνες του FBI για έναν κατά συρροήν δολοφόνο ο οποίος αρπάζει από τα θύματά του τα ζωτικά τους όργανα, τον αφορά άμεσα.  Γιατί αν μη τι άλλο τι είναι το κρασί χωρίς ένα καλό κομμάτι κρέας;


Με τον δημιουργό της σειράς Bryan Fuller να αποτελεί ήδη παλιά καραβάνα της τηλεοπτικής δημιουργίας μιας που μετράει στο ενεργητικό του σειρές όπως οι "Dead Like Me", "Heroes" και "Pushing Daisies", το "Hannibal" αποτελεί ένα αμάλγαμα ψυχιατρικής θεωρίας και αποκρουστικής τρέλας, το οποίο δεν σκοτίζεται για επιφανειακές ευκολίες, προτιμώντας μάλλον περισσότερο τον δύσκολο και μακρύ δρόμο της σταδιακά δομημένης πλοκής, προσφέροντας έτσι στους τηλεθεατές την δυνατότητα να ταυτιστούν σε μεγαλύτερο βαθμό οχι τόσο με τον Hannibal, όσο με τον Will.
Το γεγονός πως από το πρώτο κιόλας επεισόδιο ο Dancy είναι αυτός ο οποίος κρατάει την πρωταγωνιστική σκυτάλη, αφήνει να εννοηθεί πως οι δημιουργοί της σειράς δεν βιάζονται να καταστήσουν τον Lecter ως τον καταφανή villain της υπόθεσης, δίνοντας το ελεύθερο στην ιστορία να πάρει τον χρόνο της, να μεστώσει και να κατακαθίσει μέσα σου ακριβώς όπως τα ακριβά κρασιά τα οποία καταναλώνει με τόση απόλαυση ο ευφυής, κοστουμαρισμένος Lecter.
Αν και κάποιους ίσως τους ξενίσει λίγο το γεγονός πως η σειρά απαιτεί από εκείνους υπομονή προκειμένου να εξελιχτεί και να τους παρασύρει, γεγονός είναι πως ξέρει τι κάνει μιας που όταν μπλέκεις με τον πολύσημο κόσμο της ψυχιατρικής, της ιατροδικαστικής και των νευρώσεων, δεν γίνεται να μεταπηδάς διαρκώς από την μια εξέλιξη στην άλλη, και να εκβιάζεις σεναρικά το κάθε φορά, μονόωρο επεισόδιο, καθώς το μόνο που θα καταφέρεις να πετύχεις, είναι μια τρύπα στο νερό.  Και κανείς δεν θέλει να δει μια ακόμη τηλεοπτική αρλούμπα.


Φαντάζομαι πως όταν ακούστηκε για πρώτη φορά η είδηση σχετικά με την δημιουργία μιας σειράς η οποία θα βασιζόταν στον εικονικό χαρακτήρα που ερμήνευσε με περισσή πιστότητα ο Antony Hopkins, πολλοί θα ήταν εκείνοι (ανάμεσά τους και εγώ), οι οποίοι προβληματίστηκαν ως προς το πως θα μπορούσε να υποδυθεί κανείς το ίδιο εξαιρετικά και μάλιστα στα πρότυπα μιας τηλεοπτικής σειράς, τον πανέξυπνο και μέγιστο χειραγωγό, Hannibal Lecter.  Το πρώτο επεισόδιο ήταν μόνο η αρχή προκειμένου να καταλάβω οτι αυτή η σειρά έχει οτι χρειάζεται για να γίνει must.
Καταρχάς η δική μου ανησυχία δεν είχε να κάνει μόνο με το όλο concept, αλλά με την παρουσία του Hugh Dancy στον κεντρικό ρόλο τον οποίο θεωρούσα πάντα κάπως γλυκανάλατο.  Ε λοιπόν η παρουσία του στην σειρά αποτελεί σίγουρα μια από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις που έχω δει, μιας που ο ρόλος οχι μόνο του ταιριάζει γάντι, αλλά και ο ίδιος έχει καταφέρει να βρει μια τρομερή ισορροπία ανάμεσα στην λογική και την παράνοια, συνδυάζοντας εξαιρετικά τις σκοτεινές ματιές και την εφιαλτική του πραγματικότητα, με μια καλά κρυμμένη και σχεδόν δολοφονική τάση (γεγονός που απορρέει από την ταύτισή του με τον δολοφόνο), φέρνοντας κάπως στο μυαλό τις προσεγμένες κινήσεις του Dexter ο οποίος ακολουθεί νοερά την αιμάτινη πορεία κάθε εγκλήματος.
Ο χαρακτήρας του Dancy βέβαια σκιαγραφείται ως ένας τύπος με πολλαπλά εσωτερικά "προβλήματα", εύθραυστος, μοναχικός και σε στιγμές επικίνδυνος, οχι μόνο για τους γύρω του, αλλά και για τον ίδιο του τον εαυτό.  Μέσα από ένα φυσίκ γεμάτο κατακερματισμένες και κοφτές αντιδράσεις, μυαλό ξυράφι και πολυδιάστατες ψυχολογικές διεργασίες, ο Dancy δίνει σίγουρα την καλύτερη ερμηνεία στην μέχρι τώρα καριέρα του.


Απάναντι από τον Dancy βεβαίως, θα συναντήσουμε και έναν δυναμικό Mads Mikkelsen ο οποίος αποτελεί ιδανική περίπτωση Lecter, χάρη στην ψύχραιμη και ουδέτερη στάση του, την αλφαδιασμένη του χωρίστρα και τις μπροκάρ γραβάτες του.  Αποτελώντας τον υπεράνω πάσης υποψίας τύπο επειδή ακριβώς βρίσκεται μέσα σε όλα, αλλά και πουθενά (γεγονός που θα έπρεπε να τον καθιστά νούμερο ένα ύποπτο για διάφορα atrocities), καταφέρνει να ελίσσεται και να έχει από κοντά όλο το ερευνητικό team, το οποίο προσπαθεί να εξιχνιάσει την μια σοκαριστική δολοφονία μετά την άλλη, γνωρίζοντας έτσι εκ των έσω κάθε βήμα, κάθε απόφαση, κάθε νέο στοιχείο.  Εκτελώντας παράλληλα χρέη μεγάλου puppet-master, καταφέρνει και υπολογίζει με ακρίβεια την κάθε του κίνηση, χωρίς παρόλα αυτά εμείς ως θεατές να γινόμαστε μάρτυρες του παραμικρού συμβάντος που τον αφορά, μέχρι την στιγμή που κάτι τέτοιο πρέπει απλά να το δούμε.  Ο Mikkelsen δίνει έτσι μια ακόμη αξιόλογη ερμηνεία, κάτι δηλαδή στο οποίο τον έχουμε έτσι κι αλλιώς συνηθίσει.
Οι απόλυτα cool παρουσίες των Dancy-Mikkelsen έρχονται και κουμπώνουν ιδανικά με την προσεγμένη σκηνοθεσία της σειρά, της φαντασιακές σεκάνς και τα οπτικά backwards, δημιουργώντας ένα καθόλα ρεαλιστικό, αλλά ταυτόχρονα φευγάτο σύμπαν μέσα στο οποίο είσαι την ίδια στιγμή θηρευτής και θήραμα.  Ο κάθε ένας από τους χαρακτήρες ξεχωριστά (με έμφαση στους δυο πρωταγωνιστές, αλλά και τον Fishburne), καλούνται να αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα προσωπικούς δαίμονες και προβλήματα, με τον φαινομενικά μόνο συγκρατημένο Lecter να φαντάζει αργότερα οχι και τόσο συγκρατημένος, επισκεπτόμενος με την σειρά του τον δικό του ψυχίατρο.


Αν θα έπρεπε να επαινέσουμε συνοπτικά για κάτι αυτή την σειρά, θα ήταν σίγουρα για την αρμονική σύνδεση χαρακτήρων και καταστάσεων, τις εξαιρετικές της ερμηνείες και την εις βάθος ανάλυση των χαρακτήρων η οποία έρχεται αβίαστα και λογικά.  Ακόμη κι αν κάπου βαρεθείς το ψυχολογικό μπλα μπλα, το story σίγουρα θα σε αποζημιώσει με μια ακόμη βάναυση εικόνα, βγαλμένη θαρρείς από τους χειρότερους, αποκαλυπτικούς εφιάλτες.  Οχι μόνο τους δικούς τους, αλλά και τους δικούς σου.

Τι έμαθα από την σειρά: Οτι καλό είναι να μην τρως κάτι την ώρα που την βλέπεις, οτι ο Mads έχει διατελέσει χασάπης και οτι ο σε ένα cameo θα δεις την πάλαι ποτέ μικρή Anna Chlumsky, την οποία σίγουρα θυμάσαι ως "κορίτσι" του Macaulay Culkin στην ταινία, "Το Κορίτσι μου" (μεσημέρια σαββατοκύριακου στο MEGA).


TRIVIA
  • Ο Lawrence Fishburne και η σύζυγός του στην σειρά Gina Torres, είναι παντρεμένοι και στην πραγματικότητα.
  • Ο Dancy και ο Mikkelsen είχαν συνεργαστεί και πάλι στην ταινία "Arthur", εκεί όπως υποδύονταν αντίστοιχα τον Galadhad και τον Tristan.
  • O τίτλος του κάθε επεισοδίου είναι παρμένος και από ένα διαφορετικό γαλλικό πιάτο. 
(ΠΗΓΗ IMDB)

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2013

Fido: It's hard to find-o a good zombie

Γεια σας, γεια σας!  Αργήσαμε λιγάκι να γράψουμε σήμερα, αλλά τι να γίνει που είμαι και εγώ από το πρωί στους δρόμους για διάφορες δουλείες, plus, ολίγον αρρωστούλα με τον λαιμό μου.  Περαστικά μου!
Το λοιπόν, δεν ξέρω αν τα μάθατε, αλλά αυτό το Σάββατο θα πραγματοποιηθεί το ετήσιο Zombie Walk Athens στην Πλατεία Συντάγματος, στο οποίο όπως καταλαβαίνετε, ντύνεστε το αγαπημένο σας ζομπάκι και σκάτε μύτη με φίλους και γνωστούς, για...αργό parade και mood απέθαντου.  Για περισσότερες λεπτομέρειες μπορείτε να τσεκάρετε και το official page της εκδήλωσης στο facebook.  Όλο αυτό το intro φυσικά και δεν το έκανα χωρίς λόγο, μιας που λόγο της επερχόμενης, πωρωτικής εκδήλωσης (στην οποία το Reel.gr είναι χορηγός), είπα να μπω σε ανάλογη διάθεση από σήμερα, με ένα ταινιάκι που περιλαμβάνει ζόμπια, αρκετά διαφορετικά απ'οτι τα έχουμε συνηθίσει.  "Fido" λοιπόν.


Κάπου σε ένα εναλλακτικό, '50s σύμπαν, οι πεθαμένοι ήρθαν και πάλι στην ζωή, όταν μια ραδιενεργή σκόνη από το διάστημα, έπεσε στην Γη, και τους έκανε να περπατήσουν και πάλι αργά και νωχελικά πάνω της.  Ακολούθησαν οι "Zombie Wars", οι οποίοι οδήγησαν το φρέσκο, ζωντανό, ανθρώπινο είδος στην νίκη, μετατρέποντας στην ουσία τους περπατιστούς απέθαντους σε σκλάβους.  Τους σκλάβους αυτούς φροντίζει να προμηθεύει η επικρατούσα οργάνωση, Zomcom, η οποία έχει αναλάβει χρέη προστάτη μετά το τέλος του πολέμου, σε μια προσπάθεια να κρατήσει τα εναπομείναντα ζόμπι, μακριά από τα ονειρεμένα, αμερικάνικα προάστια.  Παράλληλα, φροντίζει να παρέχει σε κάθε ζόμπι από ένα κολάρο, το οποίο έχει την δυνατότητα να εκμηδενίζει την σαρκοφάγα διάθεσή του, μετατρέποντάς το σε πειθήνιο πλάσμα, έτοιμο να κουρέψει το γκαζόν, να σου φτιάξει μια πίτα ή να ικανοποιήσει τις...περίεργες, σεξουαλικές σου ορέξεις.
Μέσα σε αυτό το αλλοπρόσαλλο κλίμα, ένας πιτσιρικάς, ο Timmy, θα βρει στο πρόσωπο του οικιακού του ζόμπι, με το όνομα Fido (Billy Conolly), τον φίλο και τον πατέρα που ζητά, μιας που ο δικός του φαίνεται να ενδιαφέρεται περισσότερο για τα κυριακάτικα γκολφ, παρά για τον ίδιο.  Παράλληλα και η μητέρα του, Helen, (Carrie-Anne Moss), μοιάζει να συμπαθεί και να αποδέχεται τα...απομεινάρια του Fido, προκαλώντας σούσουρα στην κουτσομπόλα γειτονιά.  Και εν το μεταξύ ο Fido, έχει και αυτός τις δικές του...ορμές.


Μέσα στο συνονθύλευμα των ίδιων, επαναλαμβανόμενων μοτίβων που αφορούν την νεκροζώντανη θεματική που πρώτος έθεσε στη βάση της ο George Romero, το "Fido" αποτελεί μια ανάσα φρέσκιας ιδέας, η οποία έσκασε το 2006, και την οποία και εσύ μπορεί μέχρι σήμερα να μην έχεις ανακαλύψει.  Κακώς, γιατί κι εγώ τώρα την ανακάλυψα.  Παρόλα αυτά, είτε την έχεις ήδη δει, είτε πρόκειται να την δεις κάποια στιγμή από εδώ και πέρα, σίγουρα θα συμφωνήσεις με το γεγονός, πως ο σκηνοθέτης Andrew Currie, αφήνει σίγουρα περιθώριο για εναλλακτικές προτάσεις που περιλαμβάνουν τις πολυφορεμένες ιδέες των ζόμπι, του αιμάτινος φαγώματος και της όλης αισθητικής που συνήθως ακολουθεί αυτές τις ταινίες.
Το να καταφέρνεις να επαναπροσδιορίσεις στην ουσία ένα είδος, το οποίο από πολλούς (και από εμένα), θεωρείται στο μεγαλύτερο μέρος του βαλτωμένο, δεν είναι εύκολη δουλειά, αλλά απαιτεί full φαντασία και μια έξυπνη ιδέα.  Όπως ακριβώς το ανόσιο δίδυμο των Simon Pegg και Edgar Wright, αποφάσισαν να παρωδίσουν με φλεγματιό τρόπο την ιστορία των ζόμπι, στο ανεκδιήγητα καλό, "Shaun of the Dead", έτσι και ο Currie, είπε να συνδυάσει την κλασάτη εποχή της δεκαετίας του '50, με την βρωμερή σαπίλα των νεκροζώντανων, προκειμένου να δημιουργήσει ένα πρωτότυπο στην σύλληψη και εξαιρετικά εκτελεσμένο ταινιάκι, το οποίο έχει και άλλα να σου πει (ιδιαίτερα όσον αφορά το στήσιμό του), αν βεβαίως του το επιτρέψεις.


Παραπέμποντας σαφέστατα σε κινηματογράφο περασμένων ετών, ο δημιουργός του "Fido" φροντίζει οχι μόνο να στιλιζάρει την εικόνα του και να φέρει μπροστά από την κάμερά του, τα απαραίτητα για την εποχή props, όπως για παράδειγμα τα εντυπωσιακά ντυσίματα και τα εκτυφλωτικά αυτοκίνητα, αλλά επιλέγει να "παίξει" και με την χρωματική του παλέτα, ταυτίζοντας στην ουσία την λειτουργική παρουσία του Technicolor, όπως αυτή αποτελούσε ολόκληρη, εικαστική σχολή στις παλιές ταινίες, με αυτό το σπτιρτόζο, b-movie ταινιάκι, ζομπιακής υπόθεσης.
Αν κάποιος είχε διαβάσει την κριτική μου για την ταινία, "The Adventures of Robin Hood" (ή είχε προσπαθήσει να την διαβάσει, μιας που μου είχε βγει μπόλικη), σίγουρα θα έχει καταλάβει ήδη τι εννοώ, μιας που η ταινία αυτή του Michael Curtiz, αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα εννοιολογικής χρήσης του Technicolor.  Για παράδειγμα ενώ εκεί, η Λαίδη Μάριον, αρχίζει σταδιακά να ταυτίζεται χρωματικά, με το παρδαλό outfit του Robin, δηλώνοντας ξεκάθαρα το προοδευτικό δέσιμό τους, βλέπουμε οτι συνεχίζει να τον "ακολουθεί" με τον ίδιο τρόπο, ακόμα και όταν τα πράγματα δυσκολεύουν για εκείνον, οπότε και περνάμε σε πιο σκούρες, ενδυματολογικές αποχρώσεις.  Αυτοστιγμεί, η Marion μεταπηδά στα μελανόχρωμα ρούχα (σκούρο πορφυρό, μωβ, καφέ), προκειμένου να αντιληφθούμε εμείς ως θεατές, το γεγονός, οτι συμπαραστέκεται μεν σιωπηρά στα δεινά του Robin, δηλώνοντας δε με καταφανώς κινηματογραφικό (και άρα οπτικό τρόπο), την ταύτισή της μαζί του: μέσω των χρωματικών διακυμάνσεων των κοστουμιών.  Ε λοιπόν, την ίδια ακριβώς τακτική, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει εδώ κι ο Andrew Currie, προκειμένου να είναι μέσα στο κλίμα της παλιακής σκηνοθεσίας.


Χαρακτηριστικό είναι πως και η μητέρα του Timmy, αρχίζει σιγά σιγά να εκδηλώνει το ενδιαφέρον της για τον Fido, μέσω των χρωματιστών της φορεμάτων, τα οποία όποτε βρίσκεται κοντά του, κυμαίνονται στα χρώματα του έντονου πράσινου, του φλογερού κόκκινου και κάθε άλλης ζωηρόχρωμης απόχρωσης.  Όσο φαίνεται πως ανταποκρίνεται σε αυτά ο Fido, τόσο μοιάζει να απωθείται ο ίδιος της ο σύζυγος, σε κάθε σκηνή με τον οποίο, ακόμα και αν εκείνη ντύνεται με φουλ χρώμα, εκείνος επιμένει στα πιο ξεπλυμένα και συντηρητικά, απόδειξη οτι η δική του μεταστροφή, μάλλον δεν ανταποκρίνεται σε θετική στάση απέναντι στο ζόμπι του σπιτιού.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η χρήση της τριχρωμίας κόκκινο-κίτρινο-μπλε, η οποία θεωρείτο οτι αποτελούσε την οπτική ολοκλήρωση που το μάτι του θεατή, αναζητούσε στις ταινίες περασμένων δεκαετιών, διακαώς και εντελώς υποσυνείδητα.  Αν προσέξει κανείς το "Fido", θα δει πως η ταινία, μάλλον παραμένει πιστή σε αυτόν τον κώδικα, μιας που η ύπαρξη του ενός χρώματος, είναι σχεδόν σίγουρο πως αργότερα, θα συνοδεύεται από την παρουσία και των άλλων δυο.  Προσέξτε σε μια σκηνή για παράδειγμα, την ύπαρξη λουλουδιών σε ένα πεζοδρομιακό παρτέρι (κίτρινα και κόκκινα) και πως αυτά αποκτούν ξαφνικά μια παραπάνω, ξεκάθαρη πινελιά του background, όταν έρχεται και σταματάει δίπλα τους, ένα εκτυφλωτικά μπλε αυτοκίνητο.
Τέτοιου είδους τεχνάσματα, μπορεί να τσεκάρει κανείς καθ όλη την διάρκεια της ταινίας, γεγονός, που της προσδίδει ένα παραπάνω αυθεντικό touch, το οποίο έρχεται σε έντονη αντίθεση, με το εσκεμμένο gore του θέματος.


Αν θες να μάθεις πως τα πάνε οι ερμηνείες, θα σου πω πολύ καλά, μιας που η Moss, προσδίδει την απαραίτητη εκλεπτυσμένη, αλλά και τσαμπουκαλεμένη της γοητεία, o σύζυγος Dylan Baker την απολαυστικά χλεχλέδικη παρουσία του, ενώ την ανατροπή κάνει ο θρυλικός κωμικός Billy Conolly στον ρόλο του Fido, τον οποίο ομολογουμένως δεν είχα αντιληφθεί πως έπαιζε αυτός, μέχρι που άρχισα να γράφω για την ταινία.  Εξαιρετικά...γρυλιστικός!
Το "Fido" είναι μια ταινία που καταφέρνει να ενώσει ετερόκλητα είδη (ολίγον από horror, ολίγον από παρωδία, κωμωδία και film εποχής), συνδυάζοντάς τα αρμονικά, και σερβίροντας ένα όμορφο αποτέλεσμα που σίγουρα θα σε αφήσει ικανοποιημένο με τις ισορροπημένες του δόσεις.  Τσέκαρέ το αμέσως.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι η Carrie-Anne Moss ήταν πραγματικά έγκυος στα γυρίσματα, οτι ο γλοιώδης γείτονας με το όνομα Mr. Theopolis, αποδεικνύει οτι παντού υπάρχει ένας Έλληνας και οτι μάλιστα πάντα παίρνει το πιο φίνο γκομενάκι.  Εν προκειμένω ένα θηλυκό ζόμπι με μίνι φούστα και ξανθό μαλλί.  Αμ πως!


No trivia 






Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2013

Django Unchained: The "D" is silent

Hello hello και πάλι!  Ενθουσιασμός επικρατεί σήμερα στο ακροατήριο (δηλαδή σε εμένα), μιας που θα ασχοληθούμε με μια από τις καλύτερες ταινίες για φέτος, το "Django Unchained", οπότε καταλαβαίνετε, περιμένω έναν παρόμοιο ενθουσιασμό και από εσάς.  Στην τελική μιλάμε και για τον Tarantino ορε!  Χωρίς πολλά πολλά λοιπόν ξεκινάμε.  Και να θυμίσω βεβαίως και πάλι οτι καλά θα κάνετε να αρχίσετε να ετοιμάζετε σιγά σιγά τις λίστες σας, για τα επερχόμενα blogoscars τα οποία θα ξεκινήσουν στις 15 Φεβρουαρίου.  Μπείτε λοιπόν εδώ (http://blogoscars.gr/post/40596761690/blogoscars-2013), δηλώστε συμμετοχή, και ετοιμαστείτε για την προσωπική σας, κινηματογραφική δικαίωση. Yeah!


O Django (Jamie Foxx), είναι ένας σκλαβωμένος έγχρωμος που ακολουθεί την ίδια μοίρα με εκατομμύρια άλλους δούλους, την εποχή των λευκών αφεντικών και των αχανών φυτειών που χρειάζονται τα δικά τους χέρια προκειμένου αυτά να ευδοκιμήσουν, αλλά και οι πλούσιοι να γίνουν πλουσιότεροι.
Όταν ένα βράδυ, ένας μυστήριος, Γερμανός κυνηγός επικηρυγμένων, ο οποίος περιδιαβαίνει τις πολιτείες δηλώνοντας...οδοντογιατρός, και συστηνόμενος με το όνομα Dr. King Schultz (Christoph Waltz), συναντήσει δυο αδέλφια που μεταφέρουν δούλους, θα αποφασίσει να εξαγοράσει τον Django, για έναν πολύ συγκεκριμένο λόγο.  Αυτή θα είναι εξάλλου και η στιγμή που η ζωή του βαριόμοιρου σκλάβου θα πάρει νέα τροπή, ξεκινώντας από το βασικότερο όλων: θα αποκτήσει την ελευθερία του (και ένα τρε σικ επίθετο, Django Free-man), και θα "μαθητεύσει" στο πλευρό του δανδή και "σφάζοντας με το γάντι", Schultz, με τους δυο άνδρες να αναπτύσσουν μια ιδιάζουσα φιλία, αλλά και μιας πρώτης τάξεως επαγγελματική σχέση.  Ο Django είναι έτοιμος πια να διεκδικήσει την γυναίκα του πίσω, και να την σώσει από την πλουμιστή έπαυλη του γοητευτικού, αλλά τρελαμένου ιδιοκτήτη μιας, εκ των μεγαλύτερων φυτειών του Μισισίπι με την ονομασία, CandyLand.  Ποιος είδε όμως τον Calvin Candie (Leonardo di Caprio) και δεν τον φοβήθηκε;  This is going to be a bloodbath...


Κάθε φορά που ο Tarantino σκηνοθετεί μια νέα ταινία, αυτή γίνεται αυτοστιγμεί talk of the town, και πως θα μπορούσε άλλωστε να μην γίνει;
Όπως κάθε φορά, έτσι και τώρα ο Tarantino επιστράτευσε αγαπημένα κινηματογραφικά είδη, υπόγειες αναφορές και μνείες σε ηθοποιούς-είδωλα της εποχής τους, προκειμένου να δημιουργήσει ένα "southern-ίζον" (ο Tarantino δήλωσε οτι παρά το γεγονός οτι η ταινία του είναι western, προτιμά τον όρο southern, εξαιτίας των νότιων περιοχών όπου έγιναν τα γυρίσματα) πανηγύρι βίας, ατακαδόρικων διαλόγων και κλασικού, προσωπικού στυλιζαρίσματος.  Και έτσι όμως, για ακόμη μια φορά, τόσο το "Django Unchained", όσο και η ταινία της Bigelow, "Zero Dark Thirty", μπήκαν τελικά στο στόχαστρο πολλών, κατηγορώντας τες, ούτε λίγο, ούτε πολύ, οτι δεν εκφράζουν το γνήσιο αμερικανικό, πατριωτικό αίσθημα, προτιμώντας περισσότερο να μην χαϊδέψουν αυτιά, αλλά να φωνάξουν δυνατά μέσα σε αυτά, το πως έχουν τα πράγματα, όταν σηκώσεις το χαλάκι της Ιστορίας (είτε αυτή πρόκειται για το σύγχρονο τώρα, είτε για το δυτικό παρελθόν), και όλος ο κοινωνικοπολιτικός συρφετός κάνει την εμφάνισή του, χωρίς φόβο, αλλά με μπόλικες δόσεις πρόκλησης.
Μπορεί λοιπόν το απογυμνωμένο κυνηγητό του Bin Laden και τα νοσηρά παρελκόμενα της CIA για την επίτευξη του εκάστοτε στόχου, να μην αρέσουν, πάντα όμως θα βρίσκεται κάποιος που θα αποφασίζει να προχωρήσει ένα βήμα παραπέρα και να ανοίξει και το άλλο μάτι, που μέχρι τότε παρακολουθούσε γλαρό τις ηρωικές παπάτζες του-εν προκειμένω-αμερικανικού-όφιλου κοινού, το οποίο σαφέστατα γούσταρε με τον πατριώτη, τον θυσιαζόμενο, τον ήρωα.  Η αλήθεια όμως είναι οτι με τα δυο μάτια, βλέπεις πάντα καλύτερα και γιατί οχι, μακρύτερα.
Και καλά, να το καταλάβω (που δεν τον καταλαβαίνω), όσον αφορά την Bigelow, η οποία μάλλον θα μπαίνει στο στόχαστρο, έχοντας αποφασίσει σε ένα cinema που μιλάει έξω από τα δόντια (ακριβώς δηλαδή όπως είχε κάνει και με το "The Hurt Locker", μερικά χρόνια πριν), τον Tarantino δεν τον έχουν πια καταλάβει;  21 χρόνια μετά και ακόμα συζητάμε για την βία στις ταινίες του και για την παντελή "σαςεχωολουςχεσμενοσύνη" του;  Ε no way!


Οχι, οχι, εμείς εδώ δεν θα ασχοληθούμε με αυτά τα άνευ λόγου και ουσίας θέματα που αφορούν τα κινηματογραφικά δημιουργήματα ενός από τους καλύτερους, σύγχρονους δημιουργούς, γιατί στην τελική τον αγαπάμε και τον γουστάρουμε γι' αυτό το καθαρά αναφορικό και σε στιγμές, αυτοαναφορικό του cinema, αυτόν τον προς διδασκαλία, ακραιφνή μιμητισμό του, ο οποίος όμως γίνεται πάντα με σεβασμό, αυτοσυγκράτηση και πίστη σε όλους εκείνους, τους με τη σειρά τους μεγάλους, που τον έχουν εμπνεύσει και τον έχουν γαλουχήσει.  Δεν θα αναζητήσουμε ούτε τους λόγους της βίας, ούτε και αν αυτό είναι political correct, ούτε τίποτα που δεν έχει να κάνει με αυτή την αναθεματισμένη χρυσή τομή που έχει καταφέρει να βρει ο Tarantino, ανάμεσα στο εμπορικό cinema και την auter διάθεση, πασπαλισμένη διαρκώς από τις δικές του, σκηνοθετικές εμπνεύσεις και τους μαγκιόρικους διαλόγους.  Γιατί ξέρετε κάτι;  Το "Django Unchained", είναι pure Tarantino.  Και δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα καλύτερο από αυτό.
Καταρχάς φέρνει και πάλι στο προσκήνιο τα αγαπημένα spaghetti western των ΄70s, τότε που τα ονόματα των Sergio Leone και Ennio Morricone ήταν οτι πιο hot κυκλοφορούσε στην πιάτσα, καθιστώντας τον Clint Eastwood στην συνείδηση του κοινού, ως τον πιο αντρουά Καλό του τελικού κύκλου των western, αυτών που βρίσκονταν μακριά από τα εντυπωσιακά καλοφτιαγμένα, αλλά καθόλα πατριωτικά κατασκευάσματα του John Ford και των άλλων μεγάλων Αμερικανών σκηνοθετών, επαναπροσδιορίζοντας ένα είδος για τελευταία φορά, πριν αυτό χαθεί οριστικά.
Στα western των Ιταλών, το βάρος είχε πλέον μετατοπιστεί στον περιθωριοποιημένο, μοναχικό καβαλάρη με το προσωπικό συμφέρον, που δεν έδινε δεκάρα τσακιστή για το κοινό καλό.
Τόσο το μοτίβο αυτών των ευρωπαϊκων δημιουργημάτων, όσο και η μουσική τους υπόκρουση, παίρνει και πάλι σάρκα και οστά στον Quentin, ο οποίος δεν διστάζει για ακόμη μια φορά να απλώσει τον ταινιακό του καμβά, και να μας καλέσει να μαντέψουμε τα gags, τις επιρροές και τα cameo του.  Πόσο τυχαίο μπορεί να είναι δηλαδή που ο Franco Nero (βλ. παρακάτω φωτο), ο original "Django" (1966) της ταινίας του Sergio Corbucci, κάνει ένα μικρό πέρασμα από εδώ;  Ακριβώς, καθόλου.


Εκτός βέβαια από την ξεκάθαρη παρουσία όλων εκείνων των στοιχείων επιρροής του σκηνοθέτη, ο Tarantino έχει δημιουργήσει και ένα άκρως ενδιαφέρον story, πάνω στο οποίο βρίσκουν αυτές οι αναφορές πρόσφορο έδαφος, με αποτέλεσμα να ανάγονται τελικά σε κάτι δικό του, κάτι εντελώς πρωτότυπο το οποίο έχει εμποτίσει με κάτι το ειλικρινά ξεδιάντροπο: έναν σαρδόνιο εμπαιγμό του τοπικού, "λευκού" δυνάστη.
Σε πρώτη φάση το ζεύγος Django-Dr. Schultz, είναι από μόνο του μια πρόκληση εποχής, μιας που το να βάζεις έναν Γερμανό να αποκτά κολλητιλίκια με έναν έγχρωμο, είναι κάτι που έρχεται στην πρώτη γραμμή πυρός, ήδη από την αρχή, μιας που από την μια πλευρά οι υπόλοιποι λευκοί εχθρεύονται τον Django, ενώ από την άλλη, οι υπόλοιποι έγχρωμοι τον αντιμετωπίζουν σαν να έχει φιλήσει κατουρημένες ποδιές για να αποκτήσει την ελευθερία και το προνόμιο να καβαλάει το δικό του άλογο.  Ο Django ανάγεται σταδιακά στον μοναχικό ήρωα των spaghetti, αφού οι δικοί του τον κοιτούν με μισό μάτι, οι λευκοί τον βασανίζουν και η μοναδική σκέψη που τρέφει την καρδιά του, είναι η δίψα για εκδίκηση και η σωτηρία της καλής του, η σωτηρία της...γερμανόφωνης Broomhilda (Kerry Washington).
Ταυτόχρονα ο Tarantino κλείνει υπονομευτικά το μάτι, και στην περίπτωση του σαδιστή Candie, ο οποίος μπορεί εξωτερικά να αποτελεί το απαύγασμα της αριστοκρατικής ομορφιάς (minus τα σαπίοδοντα), παρόλα αυτά δεν λες οτι διαθέτει και το μυαλό ξουράφι, μιας που όπως γίνεται κατανοητό, το δεξί του χέρι που τον ενημερώνει και τον συμβουλεύει για τα πάντα είναι ένας...ηλικιωμένος νέγρος, και συγκεκριμένα ο Samuel L. Jackson, υπό το όνομα Stephen, και μια ερμηνεία για πολλά γέλια και χειροκροτήματα.
Ο Tarantino όμως, επειδή όταν πάρει φόρα δεν σταματάει με τίποτα, καταφέρνει μέσα από την ταινία του, οχι μόνο να κάνει έναν σχολιασμό πάνω στην αιώνια, φυλετική διαμάχη λευκών και έγχρωμων (μαντέψτε ποιανού το μέρος παίρνει)  αλλά και μια αναφορά στο πολιτιστικό χάσμα που χωρίζει τον Ευρωπαίο, από τον Αμερικάνο.  O Dr. Schultz είναι μορφωμένος, μιλάει σαν ευγενής άλλης εποχής και διαθέτει ένα καυστικό χιούμορ που σπάει κόκαλα.  Αντιθέτως, ο Candie είναι ένα άξεστο πλουσιόπαιδο, κοντόφθαλμο και κουτοπόνηρο, που αρέσκεται να βλέπει άντρες να σκοτώνονται στο ξύλο, δίνοντας ξόφαλτσα φιλιά στην ασχημομούρα αδελφή του.  U mad America?


Για την σκηνοθεσία τι μπορούμε εμείς οι ταπεινοί, κοινοί θνητοί να πούμε;  Τίγκα στην υπερβολική σπλατεριά (όταν η δράση το επιτρέπει, μιας που μιλάμε και για μια δυομισάωρη ταινία!), σώματα να πέφτουν σακατεμένα από τα άλογα, το βαμβάκι (και οχι το χώμα) να βάφεται κόκκινο, ζελατινώδη αιματίλα να εκτοξεύεται από στομάχια, κεφάλια και οτι άλλο θες, και όλα αυτά πάντα με απαράμιλλο στυλ.  Η κάμερα του Tarantino ακολουθεί από κοντά τις περιπέτειες των ηρώων, αφήνοντας χώρο και χρόνο προκειμένου αυτοί να αναπνεύσουν και να εξελιχθούν κατά το δοκούν, αφήνοντας παράλληλα χρόνο και στον θεατή να ταυτιστεί με τον έναν, να μισήσει τον άλλον και να ξεσηκωθεί για χατίρι του πολύ κακού πια, Django.  Σκηνοθεσία εν ολίγοις που τα έχει όλα: φρενήρεις στιγμές, cool σκηνές και τέρμα τα γκάζια σεκάνς.  Extra bonus οι διάλογοι-λουκούμι και ολόκληρο το OST, όπου το ένα κομμάτι είναι καλύτερο από το άλλο, και θες να το ακούς σε μια ατέρμονη λούπα, ξανά και ξανά και ξανά...
Οι ερμηνείες είναι το πιο γλυκό κερασάκι σε τούρτα που θα γευτείς τελευταίως.  Ο Jamie Foxx είναι "πιο cool πεθαίνεις".  Μάθε οτι η cool-οσύνη του ήταν τόσο μεγάλη, ώστε στην ταινία χρησιμοποίησε το δικό του άλογο, το οποίο έχει ονομάσει Cheetah.  Πςςςςςςςς!  Φάτσα, στήσιμο και ατάκες τύπου "i like the way you die boy", απλά θα μείνουν στην ιστορία.  Ο di Caprio είναι μια σάπια παρουσία από μόνος του, έντονα αντιθετικός με τον καθωσπρέπει Waltz, φουριόζος και τσαντίλας, σίγουρα ο ρόλος του Candie αποτελεί μια από τις πιο προκλητικές ερμηνείες της καριέρας του και είναι τόσο καλός κακός, που τον γουστάρεις τρελά, ακόμα και όταν είναι τόσο καθίκι.  Βέβαια αν έπρεπε να βραβεύσω κάποιον για την ερμηνεία του, αυτός θα ήταν αναμφίβολα ο Waltz.  Υπέροχος, ανυπέρβλητος, κάνει την υποκριτική να φαίνεται τόσο εύκολη και αβίαστη, είτε κάθεται και απολαμβάνει μια μπύρα, είτε κάνει παζάρια, είτε εκτελεί εν ψυχρώ διάφορους άτυχους που θα βρεθούν στο πέρασμά του.  Εξαιρετικοί οι διάλογοί του, σχεδόν όλη η ταινία ριγμένη στην πλάτη του, εκφραστικότητα στο φουλ και ευτυχώς που έχουμε και τα blogoscars, για να πάρει μια τιμητική θέση στην κατηγορία του Α' Ανδρικού. Ε μα!
Γενικώς το "Django Unchained" είναι καθαρόαιμος Tarantino, και από τους καλούς μάλιστα (έχει κάνει βασικά ποτέ κακή ταινία;).  Δράση, χιούμορ, αίμα, badass μουσική και ένα western υπερθέαμα, συνθέτουν μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς.  Hands down.  Μη την χάσεις!

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι το μαλλί του Jackson είναι οτι καλύτερο έχω δει, έπειτα από εκείνο του Bardem στο "No Country for Old Men", οτι το μπλε συνολάκι του Django είναι τέλειο, και οτι ο Tarantino έχει γίνει λίγο σαπιοκοιλιάς.  Να τα λέμε αυτά.



TRIVIA
  • Ο ρόλος του Django είχε γραφτεί αρχικά από τον Tarantino για τον Will Smith.  Όταν ο Will αρνήθηκε, τον τσίμπησε ο Foxx.  Μπράβο Will, άλλη μια επιτυχημένη επιλογή στην τρομερή καριέρα σου.
  • Ενώ η ταινία γυριζόταν στο Wyoming, ο Tarantino νοίκιασε έναν τοπικό κινηματογράφο και πρόβαλε ταινίες samurai και western από την προσωπική του συλλογή.  Και εγώ ήμουν εδώ.  Μάλιστα...
  • O Tarantino αποκάλυψε στο Comic-Con οτι ο Foxx και η Washington, υποδύονται εδώ τους προ προ προ πάππους του χαρακτήρα John Saft, από τις ταινίες "Shaft", γεγονός που επιβεβαιώνεται από το πλήρες όνομα της Washington στην ταινία: Broomhilda Von Shaft.  Τελειότητα.
  • Η Lady Gaga ήταν υποψήφια για τον ρόλο της αδελφής του di Caprio.
  • O Russ Tumblyn, είχε παίξει το 1965 σε μια ταινία στην οποία ο χαρακτήρας του λεγόταν 'Son of a Gunfighter' και ο τίτλος της οποίας ήταν αυτός ακριβώς.  Ο Tarantino χρησιμοποίησε στο Django την ηθοποιό-κόρη του Tumblyn, Amber Tumblyn, προκειμένου να υποδυθεί έναν χαρακτήρα με το όνομα 'Daughter of a Son of  Gunfighter".
  • O di Caprio είχε νοιώσει πολύ άβολα που υποδυόταν έναν τόσο κακό χαρακτήρα και επιπλέον ρατσιστή.  Ο Tarantino τότε του είπε οτι έπρεπε να είναι οσο το δυνατόν πειστικότερος και να φτάσει στα άκρα, διαφορετικά το κοινό, δε θα του το συγχωρούσε.
  • Στη σκηνή που ο di Caprio χτυπάει το χέρι του στο τραπέζι, όντως το κόβει, αλλά συνεχίζει να παίζει.  Αργότερα ο Tarantino χαρακτήρισε τη στιγμή αυτή "mesmerizing".
  • Tο μπλε κοστούμι του Django βασίζεται στον διάσημο πίνακα, "The Blue Boy".  Αυτός ο πίνακας ενέπνευσε τον κλασικό σκηνοθέτη του βωβού κινηματογράφου, F.W Murnau, να γυρίσει την ταινία του, "Τhe Boy in Blue".  O Μurnau έχει μείνει γνωστός για την δημιουργία της σκηνοθετικής τεχνικής γνωστής ως "unchained" camera technique.  My mind has just been blown away...
  • Μετά το ατύχημα με το άλογο που είχε ο Waltz, και στο οποίο έσπασε την κλείδα του, ο Foxx αποφάσισε να του κάνει ένα δώρο για να αισθανθεί καλύτερα την επόμενη φορά που θα πρέπει να ιππεύσει: μια σέλα με ζώνη ασφαλείας!
(ΠΗΓΗ IMDB)

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

John Dies at the End: Soy Sauce is good for you

Γεια σας, γεια σας για ακόμη μια φορά!  Σήμερα, με τον καιρό να μας τα έχει χαλάσει μια και καλή, είναι πολύ πιθανό να αναζητήσετε μια εναλλακτική βραδιά, από αυτή που είχατε στο μυαλό σας, αναφορικά με κάποια έξοδο.  Φυσικά αναφέρομαι σε μια βραδιά στο σπίτι, με ταινιούλα, καλή παρέα και τζέρτζελο.  Και σας έχω το κατάλληλο πράγμα: "John Dies at the End".
Πριν περάσουμε όμως σε αυτό να σας θυμίσω για ακόμη μια φορά, οτι από τις 15 Φεβρουαρίου θα ξεκινήσουν τα πολυαγαπημένα μας Blogoscars για την πρέπουσα απονομή της...κινηματογραφικής δικαιοσύνης.  Όσοι δεν έχετε ακόμα εγγραφεί, μην ξεχνιέστε (αλλά και μην αγχώνεστε, μιας που η συμμετοχή θα λήξει στις 14 Φλεβάρη) και μπείτε εδώ (http://blogoscars.gr/post/40596761690/blogoscars-2013) προκειμένου να τσιμπήσετε μια θέση στην λίστα των συμμετεχόντων.
Και αφού τα'παμε και αυτά, περνάμε στο σημερινό μας ζουμί.  "John Dies at the End" then.


Όταν ένα νέο ναρκωτικό αρχίσει να κάνει τη γύρα του στην αγορά, δυο φίλοι, ο John (Rob Mayes) και ο Dave (Chase Williamson), θα βρεθούν προ...περίεργων εκπλήξεων όταν διαπιστώσουν οτι το "πράμα" με την ονομασία 'Soy Souce', το οποίο παραπέμπει σε μαύρη, γυαλιστερή γλίτσα, δεν σου προκαλεί τις γνωστές παρενέργειες των ναρκωτικών, αλλά μοιάζει να λειτουργεί περισσότερο σαν ένα μπουστάρισμα του εγκεφάλου σου, ο οποίος είναι πλέον σε φάση να αντιληφθεί το πως έχει πραγματικά, ο κόσμος που μας περιβάλει.
Η μαύρη σάλτσα, φαίνεται πως κρύβει από πίσω ένα τεράστιο, παγκόσμιο μυστικό το οποίο θέτει σε άμεσο κίνδυνο την ύπαρξη ολόκληρης της ανθρωπότητας, με αποτέλεσμα η σωτηρία αυτής να επαφίεται σε εκείνους που κατέχουν την γνώση, και άρα τους δυο, νεαρούς πρωταγωνιστές.  Στην πραγματικότητα, αυτή η ενέσιμη ουσία "ανοίγει" τα μάτια και το μυαλό, προκειμένου το άτομο να αντιληφθεί την ύπαρξη διαφορετικών διαστάσεων, τεράτων και απόκοσμων πλασμάτων, όπως αυτά περιδιαβαίνουν στον κόσμο μας, και μπαινοβγαίνουν σε αυτόν, από τα ποικίλα portals που διατηρούν, για την πιο εύκολη...μεταφορά τους, από και προς την γήινη πραγματικότητα.  O John και ο Dave, είναι τώρα οι μόνοι που μπορούν να δώσουν ένα τέλος σε αυτή την απόκοσμη απειλή που έχει βάλει στόχο τον αφανισμό του ανθρώπινου είδους.  Θα προλάβουν όμως;


Ο σκηνοθέτης της ταινίας, Don Coscarelli, δεν είναι και ο πιο mainstream τύπος που θα μπορούσες να φανταστείς, μιας που η κινηματογραφική του καριέρα κάθε άλλο, παρά σε εμπορικές επιτυχίες και βαρετές ιστορίες αναλώνεται.
Ακολουθώντας κατά πολλούς το παράδειγμα του μεγάλου Romero, ο οποίος έκανε την ιδέα του ζομπι, pop, ταυτίζοντάς το μια για πάντα με τις ταινίες τρόμου, αλλά και με βαθύτερες κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις, ο Coscarelli έπλεξε τον δικό του φανταστικό μύθο, ο οποίος μπορεί να μην έφτασε ποτέ το μέγεθος και την σινεματική αξία του Romero, κατάφερε εντούτοις να βρει μπόλικους θερμούς υποστηρικτές, δημιουργώντας το δικό του cult franchise, με την αρχή να γίνεται το 1979, και το "Phantasm".  Αργότερα ακολούθησαν πολλά ακόμη sequels, τα οποία από την εποχή του '70, βρήκαν πρόσφορο έδαφος μέχρι και τις μέρες μας, με την τελευταία προσθήκη (προς το παρόν δηλαδή), να γίνεται το 1998 με το "Phantasm IV: Oblivion".
Ο ίδιος βέβαια δεν αρκέστηκε στον δικό του μύθο, αλλά ενέταξε στην πορεία του και άλλα είδη, όπως το φαντασιακό "The Beastmaster", κάτι μεταξύ He-Man, Κόναν ο Βάρβαρος και She-ra, με έναν πρωταγωνιστή με αδαμιαία περιβολή και ορδές από ζώα(!), τα οποία τον βοηθούν στο εκδικητικό του ταξίδι.  Βεβαίως δεν γίνεται να μην κάνουμε και μια αναφορά στο πιο millennium δημιούργημά του, το original, και απόλυτα τρελιάρικο "Bubba Ho-Tep" (το έχουμε φιλοξενήσει και εδώ στο blog), και στο οποίο ένας γηραιός Elvis και ένας...έγχρωμος Kennedy(!!), βρίσκονται μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, η οποία τους έχει έτσι κι αλλιώς για νεκρούς, ζώντας σε ένα ήσυχο γηροκομείο κάπου στην Αμερική.  Εκεί οι δυο τους θα πρέπει να ενώσουν τις δυνάμεις τους, προκειμένου να αντιμετωπίσουν μια αρχαία απειλή, η οποία εισβάλει στο γηροκομείο και τρέφεται με τις ψυχές των ενοίκων ρουφώντας τες από την...οπίσθια οπή τους.
Αν σου φαίνεται αυτό το story περίεργο, που να δεις και το "John Dies at the End".


Για να μην ξεχνιόμαστε μιας που και εσύ θα το έχεις συνηθίσει δηλαδή, η ταινία βασίζεται σε μια κόμικ νουβέλα τρόμου, με την ίδια ονομασία και συγγραφέα τον Jason Pargin (ο οποίος όμως υπογράφει το βιβλίο του ως David Wong, όπως δηλαδή και ο πρωταγωνιστικός του ήρωας).
Η συγγραφική του προσπάθεια ξεκίνησε το 2001, υπό την μορφή webseries (όπως συμβαίνει αρκετά συχνά τώρα τελευταία), κατέληξε σε printed έκδοση το 2007, ενώ δυο χρόνια μετά κυκλοφόρησε και σε μορφή hard cover.
Η μεταφορά της νουβέλας στην μεγάλη οθόνη, υποθέτουμε πως αποτέλεσε εξαίσιο υλικό στα χέρια ενό b-γούστου γνώστη, όπως ο Coscarelli, και παρά το γεγονός οτι δεν έχω διαβάσει το βιβλίο, μπορώ να αντιληφθώ δυο πράγματα, τα οποία λειτουργούν παράλληλα και ως η ουσιαστική αντίφαση που μπορεί να χαντακώσει, αλλά και να ανυψώσει το συγκεκριμένο επίτευγμα.
Αρχικά, και όπως διάβασα από μερικά forums, το περιεχόμενο του βιβλίου είναι αρκετά διαφορετικό, και όπως είναι αναμενόμενο, πολύ πιο πλούσιο.  Συνεπώς, εκ των πραγμάτων, έχουμε μια ταινία που υστερεί αρκετά, ακόμα και όταν πρόκειται για ένα mindf*ck σενάριο, όπως αυτό.  Από την άλλη πλευρά βέβαια, το να καταφέρεις να αποδόσεις με τρόπο camp, και απροκάλυπτα b, την όλη αισθητική του βιβλίου, ακόμα και αν υστερείς σε λεπτομέρειες, είναι κάτι έτσι κι αλλιώς απολαυστικό, αφού όλοι αναγνωρίζουμε την "δύναμη" του κοινού που διψά για αίμα, βδελυγματικά τέρατα και μυστηριακές διαστάσεις που ξερνάνε τα πλάσματα του χειρότερού σου εφιάλτη.
Συνεπώς καταλήγουμε στο εξής συμπέρασμα: το "John Dies at the End", είναι μια από τις καλύτερες cult ταινίες της χρονιάς, αρκεί να μην έχεις διαβάσει το βιβλίο, προκειμένου να περιμένεις περισσότερα από όσα είναι σε θέση να σου δώσει.  Είναι μια από εκείνες τις ταινίες που πρέπει να την παίρνεις όπως σου έρχεται.  Γεμάτη δηλαδή από οργιώδη φαντασία, αποκρουστικά, ανθρώπινα απομεινάρια και μπόλικες fun πινελιές, που την καθιστούν την ιδανική camp συνοδεία, της τέλειας βραδιάς.


Χωρίς να παίρνει καθόλου στα σοβαρά τον εαυτό της, η ταινία είναι ένα συνονθύλευμα gore και pop αισθητικής, η οποία αν και κάπου στη μέση πάει να χάσει λίγο τον μπούσουλα, καταφέρνει να μαζέψει και πάλι την σκηνοθετική της καλούμπα, εν μέσω γλιστερών οφθαλμών που κάνουν πλοπ και πανέξυπνων, κρακενικών πλασμάτων που παραπέμπουν σε καρπεντερικά κακέκτυπα.
Το "John Dies at the End", συνοδεύεται από έναν από τους πιο "ξεδιάντροπους" τίτλους που έχουμε δει τελευταία, οχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά γιατί από μόνος του θέλει να αποτελέσει ένα τεράστιο spoiler, παραπέμποντας σε εκείνον τον αγαπημένο σου φίλο, που θα σου αναφέρει (καταλάθος, αλλά και τις περισσότερες φορές επίτηδες), το τέλος του βιβλίου που διαβάζεις ή της ταινίας που βλέπεις.  Στην πυρά!
Παρόλα αυτά μην ανησυχείς, γιατί το περιεχόμενο του τίτλου δεν είναι τόσο απλό, ακριβώς δηλαδή όπως και το σενάριο το οποίο έχει βάλει σκοπό να σε κάνει να αναφωνήσεις "wtf?", ουκ ολίγες φορές.  Η αλήθεια πάντως είναι, πως το συγκεκριμένο ανοσιούργημα, δεν ενδείκνυται για τους μη fans του είδους, μιας που μάλλον θα σας προκαλέσει ανακατέματα και αναγούλες.  Αφήστε το καλύτερα σε όσους αρέσκονται στο "άρρωστο" cinema των Cronenberg, μιας που η ταινία θα μπορούσε εύκολα να αποτελεί την πτυχιακή ενός θαυμαστή του sick σκηνοθέτη, γυρισμένη με τα πιο απλά μέσα και ουρλιάζοντας σε κάθε της σκηνή, την low budget προέλευσή της.
Η σκηνοθεσία θαρρείς και έχει πεταχτεί από το παράθυρο, μιας που η ανάγκη χρήσης CGI σε ορισμένες σκηνές, μάλλον παραπέμπει περισσότερο σε ζωγραφιά από το Paint του υπολογιστή, παρά σε κάποια σοβαρή προσπάθεια απόδοσης, ενός τέρατος για παράδειγμα.  Βέβαια, αν είσαι προετοιμασμένος γι' αυτό που θα δεις, καθόλου δε σε χαλάει αυτή η ολοκληρωτική απουσία ενός αξιοπρεπούς εφε, μιας που αυτό είναι και το ζητούμενο: η δημιουργία ενός φιλμ, το οποίο ξεγελάει τον εαυτό του, περιορισμένο σε μια βάση απλοϊκής αναπαράστασης των εκάστοτε στοιχείων, προκειμένου η "δεύτερη" διάστασή του, να γίνει ακόμη πιο αισθητή.  Συνεπώς, μη σας ξενίσει η σκηνοθετική ματιά σε στιγμές, γιατί είναι αυτό ακριβώς που χρειάζεται η ιστορία μας.


Και εκεί που λες οτι μια τέτοια προσπάθεια θα συνοδεύεται από ερμηνείες ηθοποιών που δεν έχεις δει στη ζωή σου, η παρουσία του Paul Giamatti μάλλον αλλάζει λίγο τις ισορροπίες, αφού σε κάνει να απορείς για ποιον λόγο δέχτηκε να παίξει σε μια τέτοια ταινία.  Η απάντηση είναι απλή και προφανής: γιατί είναι cool.  Αυτό.
Εκτός βέβαια από τον αγαπητό κουλτουρέ (ο οποίος έχει παίξει και σε μερικές ηλιθιότητες, να τα λέμε αυτά) ηθοποιό του Hollywood, το πέρασμά του κάνει και ένας ακόμη, λιγότερο γνωστός ονομαστικά, αλλά με μια φάτσα που αν τη μάθεις, δε την ξεχνάς ποτέ ξανά (και να θες δηλαδή).
Ο Doug Jones είναι ένας από τους πιο χαρισματικούς και χαμαιλεοντικούς ηθοποιούς που υπάρχουν εκεί έξω, τον οποίο βλέπεις ως επί το πλείστον να κρατάει τα μπόσικα στις ταινίες, χωρίς να βγαίνει ποτέ στην πρώτη, ερμηνευτική γραμμή.  Ο ρόλος που του έδωσε την ευκαιρία να λάμψει πραγματικά, ήταν αυτός του μυστηριώδους Πάνα, στο αριστοτεχνικό "Pan's Labyrinth" του del Toro, στην ταινία δηλαδή που υποδύθηκε ταυτόχρονα το καλό και το κακό (έπαιζε παράλληλα και τον αποτρόπαιο Pale Man).  Αν και η καριέρα του μετράει συμμετοχές σε μπόλικες ακόμα ταινίες, στις οποίες τις περισσότερες φορές είναι μεταμφιεσμένος σε κάτι, στο "John Dies at the End", τον βλέπουμε να κάνει ένα μικρό, αλλά ουσιαστικό πέρασμα, γεμίζοντας τα πλάνα με το ανάστημα, αλλά και την απόκοσμη παρουσία του.
Το "John Dies at the End" είναι μια ταινία μόνο γι' αυτούς που αγαπούν το συγκεκριμένο είδος.  Έχει χιούμορ και μια περιρρέουσα, οτινανικη διάθεση που δε σε αφήνει ασυγκίνητο.  Το τέλος δε, είναι απλά τέλειο!  Δείτε την για μια χαλαρή, παρεϊστικη βραδιά με μπόλικο ποπ-κορν και sodasssss.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι ο John μοιάζει υπερβολικά με τον Ορφέα Αυγουστίδη(...), οτι τα παϊδάκι και τα λουκάνικα, ποτέ δεν θα μπορέσω να τα ξαναδώ όπως είναι, και οτι ένα ψεύτικο χέρι, μπορεί τελικά, να σώσει την κατάσταση.

 

No trivia






















Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2012

Juan de los Muertos (a.k.a Juan of the Dead): Viva la revolution!

Hello hello!  Σήμερα το σκέφτηκα απο'δω, το σκέφτηκα απο'κει, και αποφάσισα να γράψω για μια ανεξάρτητη ταινιούλα εκ Κούβας, την οποία ήταν να δω στις Νύχτες Πρεμιέρας (τη τελευταία τους μέρα μάλιστα), αλλά τελικά κατέληξα να τη δω λίγο αργότερα.  Και συγκεκριμένα, μόλις ελάχιστες ώρες αργότερα, αγκαζέ με το boyfriend, στο σπίτι.  Η αλήθεια είναι, πως την περίμενα λίγο καλύτερη, αλλά στην τελική το "Juan de los Muertos" είναι μια ταινία-απόλαυση, για όλους τους fan των απέθαντων, που υπάρχουν εκεί εξώ.  Και είναι πολλοί.  Οι fan, οχι οι απέθαντοι.
Με αφορμή λοιπόν και το ξεκίνημα της τρίτης σεζόν του "The Walking Dead" (η οποία ξεκίνησε φορτσάτα, να τα λέμε αυτά), σήμερα η μέρα μας είναι αφιερωμένα στα χαριτωμένα ζόμπια, και δη αυτά της...κουβανικής καταγωγής, τα οποία για πρώτη φορά βλέπουμε στη μεγάλη οθόνη-αν δεν απατώμαι.  Ξεκινάμε λοιπόν.  Γκρρρουααα...


Τον Ιούλιο του 1953, ο Fidel Castro ξεκίνησε την επανάστασή του, κατά του Κουβανού διακτάτορα, Fulgencio Batista.  Το αποτέλεσμα μέτρησε υπέρ του μέχρι σήμερα 'σκυλιού μαύρου' Castro, και έτσι το 1959 ο Batista μάζεψε τα μπογαλάκια του, πήρε το κουβαδάκι του και πήγε σε άλλη παραλία-για να μιλήσουμε και με τρόπο ιστορικό.
59 χρόνια μετά, μια νέα επανάσταση μοιάζει να σιγοβράζει στο κουβανικό έδαφος, με μπροστάρη τον τεμπελχανά Juan (Alexis Diaz de Villegas), και τους έτερους 'συναδέλφους' στη τεμπελιά: τον κολλητό, κοιλαρά του, φίλο, τον ωραίο γιο του φίλου, μια τραβεστί όλα τα λεφτά, καθώς και τον τούμπανο φίλο της τραβεστί, ο οποίος παρά το παρουσιαστικό του, λιποθυμά στο λεπτό, μπροστά στην θέα του αίματος.  Και οι φίλοι μας, έχουν να δουν πολύ αίμα αυτές τις μέρες...


Ενώ όλα φαίνεται να κυλούν με τους ίδιους, νωχελικούς ρυθμούς στη πόλη, περίεργα κρούσματα βίας θα αρχίσουν να κάνουν την εμφάνισή τους, με τον πληθυσμό της περιοχής να μην έχει καλά καλά συνειδητοποιήσει οτι πρόκειται για κάτι πολύ σοβαρότερο: όπως έναν ιό για παράδειγμα που σε κάνει επιρρεπή στη λύσσα, τις άναρθρες κραυγές, το σάπισμα και την ακόρεστη όρεξη για ανθρώπινο κρέας.  Όταν τελικά ο Juan και η παρέα του πάρουν χαμπάρι το κακό που τους έχει βρει (προσθέστε στη παρέα και την νεαρά κόρη του Juan), τότε θα αποφασίσουν να δημιουργήσουν μια κερδοφόρα επιχείρηση, προκειμένου να εκμεταλλευτούν τη δύσκολη αυτή κατάσταση: θα εξοντώνουν-με το αζημίωτο βέβαια-κάθε ζόμπι το οποίο τους ζητείται από τους πελάτες (βλ. υγιείς ακόμη ανθρώπους).  Περιττό να πούμε οτι κάποια στιγμή το πράγμα ξεφεύγει εντελώς.  Ειδικά όταν στη μέση μπαίνει και η κυβέρνηση, η οποία πληροφορεί τους πολίτες οτι αυτοί που προκαλούν τον αιμάτινο χαμό, είναι επαναστάτες του αντίπαλου, πολιτικού μετώπου, οι οποίοι θέλουν να την ανατρέψουν.  Yeah right...


Έκτη μεγάλου μήκους ταινία του Αργεντινού, Alejandro Brugues, ο οποίος μέχρι τώρα έχει σκηνοθετήσει φιλμάκια, που η αλήθεια είναι πως δεν είχα ακούσει ποτέ στη ζωή μου.
Αν δε βαριέσαι να τον ψάξεις λίγο παραπάνω, κάποιοι τίτλοι του είναι οι "Personal Belongings", "Fabula" (σενάριο) και "Frutas en el Cafe" (πάλι σενάριο), αν και μεταξύ μας, δε νομίζω να έχουν το ίδιο fun με τη πιο πρόσφατη, ζομπίστικη προσπάθειά του.
Για την ιστορία, να σου πω επίσης, οτι το "Juan de los Muertos" έχει τσεπώσει σχεδόν όλα τα βραβειάκια των αντίστοιχων κινηματογραφικών φεστιβάλ στα οποία έχει συμμετάσχει, και προφανώς εννοούμε αυτά, του φανταστικού.  Στην Ελλάδα προβλήθηκε στη κατηγορία "Μετά τα μεσάνυχτα" και φανταζόμαστε οτι αν είχε συμμετάσχει στο φεστιβάλ του Sundance, θα ανήκε στη κατηγορία "Midnight Madness", στην οποία πολύ πιθανό και να κέρδιζε.
Βεβαίως μη περιμένετε να κλείσω αυτή τη μικρή, και συνήθως αφιερωμένη στον σκηνοθέτη της ταινίας, παράγραφο, χωρίς να αναφερθώ έστω και λίγο στο επικά cult poster της ταινίας, καθώς θα ήταν ντροπή.
Πολύ κακός Juan που ουρλιάζει στο προσκήνιο, με ψηφιακές πιτσιλιές αίματος στο μπλουζάκι;  Check.  Κοιλαράς φίλος στο πλάι, με bad ass ύφος χιλίων καρδιναλίων και βάλε;  Check.  Υπερcool γιος κοιλαρά φίλου στην άλλη πλευρά, με γυαλί Ray Ban και στάση 'γατάκια-ζόμπι, για ελάτε και θα σας δείξω εγώ.  Γατάκιααα';  Check.  Η αργεντίνικη σημαία να πιάνει όλο το background, ξεσκισμένη και μέσα σε ένα χρώμα κίτρινο σα τον ίκτερο;  Check.  Και φυσικά, κτίρια, εκρήξεις, και ολίγον από σαπιοχέρια στον πάτο του poster;  Μα φυσικά και check.  Απορώ τι άλλο θέλετε.  Μμμ, ίσως τον Godzilla να έχει αρπάξει τον Rex τον τυραννόσαυρο από τον λαιμό, ρίχνοντας δεξί κροσέ στα μούτρα του King Kong, και το George Romero να έχει αναληφθεί στα ουράνια μέσα σε ένα χρυσό φως, καθισμένος σε μια βελούδινη, μπορντό πολυθρόνα.  Ίσως...


Η ταινία είναι ένα από εκείνα τα εντελώς fun φιλμάκια, που συνήθως βλέπεις αραχτός μπροστά στη τηλεόραση, παρέα με τους κολλητούς και απλά κάνεις καφρίλες, αλλά ενδείκνυται και για όταν θες ζόμπι στο menu, χωρίς όμως την μεγάλη τρομάρα βρε αδελφέ!  Βάζεις έτσι να δεις τον Juan, με τον Κουβανοαργεντινό (τι ακριβώς είναι θα σας γελάσω) John Torturo ή αλλιώς Alexis Diaz de Villegas και ξενοιάζεις.
Η αλήθεια βέβαια είναι οτι ο Juan, είναι μια τόσο απροκάλυπτα b-movie φύσεως ταινία, ώστε ούτε οι ίδιοι οι ηθοποιοί δε παίρνουν τους εαυτούς τους στα σοβαρά, παραπέμποντας περισσότερο σε απολαυστικές, cult καρικατούρες, παρά σε ανθρώπους που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν το νεκροζώντανο κακό που τους απειλεί.
Το ωραίο με τη συγκεκριμένη παραγωγή, είναι η ατμόσφαιρα που αποπνέει η ίδια η Κούβα.  Παθιασμένη, καυτή και sexy, είναι πραγματικά αλλόκοτο το πως ο σκηνοθέτης έχει καταφέρει να κρατήσει αυτή την εικόνα, μέσα σε μια ταινία splatter.  Και όμως το κάνει τόσο καλά.  Είτε ρίχνοντας στο παιχνίδι πληθωρικές πόρνες, είτε βάζοντας να παιχτεί ένα ειδύλλιο ανάμεσα στη κόρη του Juan, και τον γιο του κολλητού του, είτε πάλι γεμίζοντας τα πλάνα του από καθάριο, γαλάζιο ουρανό και αλκοολικά τσουγκρίσματα, το σίγουρο είναι οτι ο Brugues δεν είναι καθόλου φειδωλός στη παρουσίαση της Κούβας, την οποία καθιστά ουσιαστική πρωταγωνίστρια, από τα πρώτα κιόλας λεπτά της ταινίας.  Και καλά κάνει.


Αν περιμένεις να δεις μια ταινία με την οποία θα τρομάξεις, σου έχω κακά μαντάτα καθώς αυτό που κυριαρχεί εδώ είναι το χιούμορ και το χιούμορ μόνο.  Οk ο Brugues μπορεί να επιλέγει και ολίγον από συναίσθημα, αλλά μη περιμένετε τίποτα δακρύβρεχτο, καθώς όπως είπαμε ο βασικός σκοπός είναι η πρόκληση μιας κωμικής φρίκης, μέσα σε ένα περιβάλλον που έχει αρχίσει να παραπαίει επικίνδυνα.
Και κάπου εδώ αυτοί που αρέσκονται στο κάτι παραπάνω, θα μπορέσουν να αντιληφθούν την ειρωνεία αυτού του κινηματογραφικού επιτεύγματος, όσον αφορά τη πολιτική του διάσταση.
Η κυβέρνηση εθελοτυφλεί και ενημερώνει τους πολίτες οτι οι νεκροί είναι στασιαστές, επαναστάτες που θέλουν να της πάνε κόντρα, αδιαφορώντας για το πραγματικό πρόβλημα που έχει κατακλύσει ολόκληρη τη Κούβα (και προφανώς, οχι μόνο).
Στην ουσία θα μπορούσαμε να πούμε οτι πρόκειται και για έναν έμμεσο, εύστοχο σχολιασμό, πάνω στην πολιτική ιστορία και τις κοινωνικές αναταραχές της χώρας;  Γιατί οχι;  Εξάλλου στο πρόσωπο των γραφικών ζόμπι, μπορούμε να αναζητήσουμε είτε το αντίπαλο, πολιτικό δέος, είτε την ίδια τη κυβέρνηση η οποία με μυαλό σαθρό, και σάπια πολιτική αντίληψη, εξακολουθεί να χειραγωγεί τους πολίτες της.  Και στη προκειμένη περίπτωση, με κάτι περισσότερο από καταστροφικά αποτελέσματα.
Ως προς τη σκηνοθεσία της, μιλάμε για μια έντιμη προσπάθεια, δεδομένου και του μικρού-όπως όλα δείχνουν-budget το οποίο φαίνεται να είχε η ταινία.  Τα ειδικά εφέ, μοιάζουν πολύ ειδικά και πολύ ψεύτικα, αλλά κάτι μου λέει οτι αυτό είχε στο μυαλό του και ο σκηνοθέτης.  Παράλληλα, οι ευτραπελικές καταστάσεις αποτελούν τη βάση της υπόθεσης, οι οτινανικοί χαρακτήρες το κερασάκι στη τούρτα και γενικώς όλο το γλυκό δένει, χάρη στη προσηλωμένη προσπάθεια του δημιουργού: να κάνει μια "χιουμοριστική", splatter ταινία με ζόμπια και υπόνοιες πολιτικού περιεχομένου.  Μα είναι να μη σ' αρέσει;

Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι ο εναπομένον νεαρός έπειτα από ένα zombie outbreak, είναι πάντα ωραίος, οτι ποτέ δε κατάλαβα γιατί ο χοντρούλης φορούσε τη στολή του δύτη και οτι το τέλος είναι 'πιο χολιγουντιανό πεθαίνεις'.


No trivia


Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2012

Excision: It's hard being a teenager

Alloha again!  Σήμερις η ταινιούλα για την οποία θα μιλήσουμε είναι για περιορισμένο κοινό μόνο.  Και τι εννοώ με αυτό.  Εννοώ οτι είναι μια ταινία που οι περισσότεροι θα βρουν άρρωστη (και καλά θα κάνουν) και συνεπώς εγώ πρέπει να προειδοποιήσω από τώρα, οτι δεν είναι μια ταινία για όλους, αλλά για λίγους.  Ξέρω βέβαια οτι με αυτό που λέω, εξάπτω ακόμα περισσότερο τη φαντασία σας, αλλά πιστέψτε με, όσοι δε αρέσκεστε σε αλλόκοτες καταστάσεις, δεν αγαπάτε τον κινηματογράφο του Cronenberg και την ωμή βία, το αίμα και τον διεστραμμένο τρόπο σκέψης, τότε σίγουρα το "Excision" θα είναι για σας μια σίγουρη καταστροφή.  Και προκειμένου να μου λέτε μετά 'τι ήταν αυτό που μας πρότεινες να δούμε; είσαι στα καλά σου;', ξεχωρίζω από τώρα τη στάση μου και λέω: αν δεν σας αρέσει αυτός ο κινηματογράφος, τότε καλύτερα για εσάς να αποφύγετε τη ταινία.  Διαλέξτε κάτι άλλο.  Οι υπόλοιποι μπορείτε να συνεχίσετε το διάβασμα.  Και καλή(;) προβολή παιδιά...


Η Pauline (Annalynne McCord) είναι μια έφηβη, αρκετά διαφορετική από ότι οι υπόλοιποι συνομήλικοί της.  Αρχικά η Pauline είναι διαταραγμένη, πάσχει από ακρωτηριαστικές παραισθήσεις που την ερεθίζουν σεξουαλικώς, και που συνήθως περιλαμβάνουν θέματα όπως η αποβολή, ο αυνανισμός μέσα σε λίμνες αίματος, ο αποκεφαλισμός, το σεξ επίσης, μέσα σε πίδακες αίματος, και γενικώς ένα σωρό disturbing πράγματα που καταλαμβάνουν όλη την έκταση του σκοτεινού μυαλού της.
Μπορεί η Pauline να είναι μια άκρως, ψυχιατρική περίπτωση, είναι όμως έξυπνη, ατακαδόρα, γράφει τη θρησκευτική ψυχανάλυση (ναι βεβαίως, υπάρχει και αυτό) στο παρθένο ακόμα, κομμάτι του κορμιού της, αντιδρά απέναντι στη control freak και εντελώς στρίγκλα μάνα της, Phyllis (Traci Lords), ενώ ταυτόχρονα αγαπά όσο δε πάει την μικρότερη αδελφή της, Grace (Ariel Winter) η οποία πάσχει από κυστική ίνωση, και χρείζει διαρκής παρακολούθησης.
Βέβαια η Pauline, έχει να αντιμετωπίσει και τον χλευασμό των ομοίων της στο σχολείο, όπου ανάμεσα σε ξανθιές παρτολο-bimbos και αθλητικούς γόηδες, η ίδια, ξεχωρίζει σαν τη μύγα μες το γάλα.  Και έτσι όμως, περιορίζεται στο πέταγμα δηλητηριωδών ατακών και περιδιάβασης στον κόσμο του μυαλού της, εκεί οπού οι βλέψεις της για καριέρα χειρούργου, έχουν γίνει πραγματικότητα στο πρόσωπο ένα ξανθού της, hot, alter ego που έχει στην διάθεσή του ορδές από γυμνά αντρικά και γυναικεία σώματα, τα οποία ξεσκίζει.  Κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Ω ναι, η Pauline είναι μια επικίνδυνα διαταραγμένη προσωπικότητα.  Το έχει καταλάβει άραγε κανείς;


Tο "Excision" είναι μια από τις κλασικές περιπτώσεις ταινιών, που πέρα από ένα μικρό πέρασμα από διάφορα κινηματογραφικά φεστιβάλ, ποτέ δε καταφέρνει να πάρει ευρύτερη διανομή, περιοριζόμενο κυρίως σε μια ολιγοήμερη προβολή, σε κάποια underground αίθουσα των Ηνωμένων Πολιτειών, ή ακόμα πιο συνηθισμένα, στην απευθείας κυκλοφορία του σε DVD και BluRay.  Έτυχε μάλιστα σήμερα, 16 Οκτωβρίου, να είναι η μέρα που η ταινία θα κυκλοφορήσει στα dvd-άδικα (έτσι τα λένε άραγες;) της Αμερικής.  Το ενδιαφέρον βέβαια στη προκειμένη περίπτωση, είναι πως η ταινία θα κάνει την επίσημη, ευρωπαϊκή της πρεμιέρα στην Αγγλία, και μάλιστα όπως όλα δείχνουν θα παιχτεί κανονικά στις αίθουσες (σοκ και δέος).
Από την άλλη μεριά πάλι, δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς τους λόγους, για τους οποίους τέτοιου είδους ταινίες, δε βρίσκουν ποτέ τον δρόμο τους, προς τις σκοτεινές αίθουσες.
Πέρα από το γεγονός οτι ο σκηνοθέτης της, Richard Bates Jr. (καμία σχέση με τον Norman Bates του "Psycho" αν και σε ιδιοσυγκρασία, δε λες οτι διαφέρουν και πολύ) είναι ένα νέο παιδί, που μετράει στο ενεργητικό του ένα μόνο ακόμη, short φιλμάκι, το οποίο μάλιστα ονομάζεται "Excision" (βλέπετε η ταινία ξεκίνησε σαν short story, και έπειτα έγινε μεγάλου μήκους.  Όπως ακριβώς είχε συμβεί και με το "Teddy Bear" που είχαμε δει λίγο καιρό πριν), αλλά παράλληλα το περιεχόμενο του film είναι τόσο ακραίο και μακάβριο, που μάλλον ο κόσμος δεν λες ακριβώς οτι θα συνέρρεε για να τη δει.  Έτσι κι αλλιώς ξέρουμε όλοι, οτι σε μια εποχή που τα box-offices πρέπει να βγάζουν κέρδος, βασιζόμενα πολλές φορές σε ταινίες, πιο ηλίθιες και από τον Adam Sandler, τις πιο ψαγμένες (οχι απαραίτητα κουλτουρέ, απλά, διαφορετικές) προτάσεις και τις εναλλακτικές επιλογές που έχουν κάτι να σου πουν, πρέπει να τις αναζητήσεις αλλού.  Συνεπώς αν θες να δεις το "Excision" πρέπει να το αναζητήσεις μόνος σου.  Οχι απαραιτήτως κακό, απλώς πραγματικά εκνευριστικό, όταν δε μπορείς να κάνεις ούτε κι αυτό.


Έτσι λοιπόν μετρώντας και μια παρουσία στο φεστιβάλ του Sundance, το "Excision" είναι μια ταινία οπτικά προκλητική (εντάξει, η σκηνοθεσία της είναι απλά ακαταμάχητα άρρωστη), που όμως δε μένει σε επίπεδο τύπου 'νεαρή, διαταραγμένη πρωταγωνίστρια που κάνει καφρίλες, και κανείς δεν έχει καταλάβει οτι είναι βαθιά άρρωστη', αλλά φαίνεται πως ο Bates πάει το πράγμα λίγο παραπέρα, βάζοντας στο τσουκάλι του πολλά, ετερόκλητα στοιχεία, που δημιουργούν ένα film ιδιαίτερο, με μπόλικα κότσια (όσα και αυτά της McCord που δέχθηκε έναν τέτοιο ρόλο) και αλήθειες δοσμένες μέσα από ένα τόσο εφιαλτικό καλειδοσκόπιο εικόνων και συναισθημάτων, που σου είναι αδύνατο να τη σταματήσεις, άπαξ και τη ξεκινήσεις.
Ενδεχομένως το μεγαλύτερο ατού της ταινίας, είναι πως η πρόθεση του Bates είναι διττή.  Από τη μια πλευρά βλέπεις πως όλο το cast που έχει συγκεντρώσει είναι τόσο απροκάλυπτα cult, camp-όπως θέλεις πες το-που δε χωράει αμφιβολία οτι κάπου στο μυαλό του, είχε την ιδέα να φτιάξει έτσι κι αλλιώς μια ταινία, που ισορροπεί ανάμεσα στο κρονενμπερικό gore κομμάτι, εμπλουτισμένη όμως με δόσεις κυνισμού και πραγματικού black humor, άξιοι εμπνευστές των οποίων, είναι όοολοι αυτοί που έχουν μαζευτεί εδώ.


Το ξέρω οτι θες να μάθεις ποιοι είναι, γι' αυτό και θα σου πω.  Έχουμε και λέμε: Traci Lords, ηθοποιός, παραγωγός, σκηνοθέτης, μουσικός, αλλά κυρίως γνωστή για τις b-movie εμφανίσεις, καθώς και την...πορνογραφική της δράση σε ανάλογες ταινίες.  Malcolm McDowell, ο Alex του Κουρδιστού Πορτοκαλιού, έκανε τη καλύτερή του ταινία νωρίς και αναλώθηκε σε μια απενοχοποιημένη, β' καριέρα που λόγω φυσίκ του πάει.  John Waters, περίεργη, cult φυσιογνωμία που όλο και κάπου θα τον έχει πάρει το μάτι σου, ιδιαίτερα αν βλέπεις ταινίες όπως τα "Divine Trash", "Seed of Chucky" και "Blood Feast 2: All You Can Eat".  Α, αρέσκεται επίσης να υποδύεται τον νεκροθάφτη.  Marlee Matlin, οσκαρούχα (για τον ρόλο της στη ταινία "Children of  Lesser God") και εκ γενετής κωφάλαλη, έχει εκμεταλλευτεί εξόχως την ιδιαιτερότητά της, επιλέγοντας ρόλους προκλητικού θηλυκού (κυρίως σε σειρές, όπως στο "The L World") και cult διάστασης (στο "Excision" η συμμετοχή της είναι μικρή, αλλά αξιομνημόνευτη).  Τέλος, μετρήστε και τον 'πιο trash πεθαίνω', Ray Wise, ο οποίος έχει χτυπήσει κολοφώνα δόξας με άπειρες συμμετοχές σε τηλεοπτικές σειρές, και ταινίες με προτίμηση σε αυτές που φέρουν αριθμό στον τίτλο τους ("Sharkskin 6", "Cyxork 7", "7-10 Split").  Έχει στα σκαριά 12 νέες ταινίες, για τη περίοδο 2012-2013.  Nough said.
Καταλαβαίνει λοιπόν κανείς πως αν μη τι άλλο, η επιλογή του cast σίγουρα δεν είναι τυχαία, αφού ο Bates επιδιώκει να δώσει μια b αίσθηση στη ταινία του.  Εκεί που το πράγμα αλλάζει, είναι οτι δε θέλει να μείνει μόνο σε αυτό, αλλά να ενισχύσει το αποτέλεσμά του, με ένα άκρως σοβαρό και ντελιριακό θέμα, τη βαρύτητα του οποίου συνειδητοποιούμε και εμείς κάπου στο τέλος.  Όταν δηλαδή είναι πια αργά.


Ο προβληματικός χαρακτήρας της οικογένειας (όταν κάθονται και τρώνε πρωινό μαζί, είναι σαν να βλέπεις την οικογένεια του Lester Burnham στο "American Beauty" σε όλη την προαστική της ασχήμια), αντικατοπτρίζεται πάνω στην Pauline, η οποία με τη σειρά της αντικατοπτρίζει όλη τη πιθανή μανιοκατάθλιψη, ψευδαισθήσεις, οργή και διαταραγμένο νου, που μπορεί να χαρακτηρίζει ένα άτομο της ηλικίας της.  Η εντελώς ακραία σκηνοθεσία και υπόθεση (σε στιγμές), δεν αναιρεί το γεγονός οτι η σύγχρονη γενιά αντιμετωπίζει πολλά και εσωτερικά προβλήματα τα οποία αν δεν γίνουν αντιληπτά, μπορεί να αποβούν μοιραία για όλους.  Μπορεί η πρωταγωνίστρια να εμφανίζεται ως ένα αντιδραστικό πλάσμα, στην ουσία όμως, πόσοι ξέρουν τι πραγματικά κρύβεται μέσα στη καρδιά και τη ψυχή της;
Προκειμένου μάλιστα να περάσει σε ένα εντελώς σουρεαλιστικό σύμπαν, ο Bates, δε διστάζει να ντύσει τα όνειρα της Pauline με μπλε πλακάκι, και αποστειρωμένο λευκό (δωμάτια που παραπέμπουν σε νοσοκομειακές εγκαταστάσεις), δημιουργώντας έναν φρικαλέο, φαντασιακό κόσμο, στον οποίο οι καταπιεσμένες διαθέσεις της εικονοποιούνται με το αίμα, τη γύμνια και το σεξ, που κυριαρχούν.  Αν σας κάνει εντύπωση το μπλε πλακάκι, σκεφτείτε οτι οι ρόμπες των χειρούργων έχουν παρόμοιο χρώμα.  Yeap, i see what you did here.
Εκτός από την υπόθεση και την τριπαριστή σκηνοθεσία, η MacCord λες οτι είναι και πραγματική αποκάλυψη.  Όταν στη τελική συνηθίζεις να παίζεις το ξέκωλο σε διάφορες σειρές, και την κομπάρσα στις ταινίες, ε δεν είναι και λίγο όταν κρατάς τον πρωταγωνιστικό ρόλο σε μια τόσο "προβληματική" ταινία.  Με λιγδωμένο μαλλί, σπυράκια και την αδιόρατη αίσθηση οτι πρέπει να να βρωμάει και να ζέχνει, η Pauline είναι μια ωρολογιακή βόμβα και αλίμονο σε όποιον βρεθεί δίπλα της, την ώρα που θα σκάσει.  Σκληρή, ξεδιάντροπη και αξιοπρόσεκτα καλή, η McCord δίνει την καλύτερή τη ερμηνεία μέχρι σήμερα.
Το "Excision" είναι μια ταινία για γερά στομάχια και ανοιχτά μυαλά.  Κατευθυνόμενο από άρτια σκηνοθεσία και ντόμπρες ερμηνείες, θα σας στοιχειώσει για πολύ καιρό.  Το γκροτέσκο σε όλο του το μεγαλείο.  Ω ναι...

Τι έμαθα από τη ταινία:  Οτι οι σκηνές που η Pauline προσεύχεται μέσα σε ένα απόλυτα μαύρο κενό, είναι από τις καλύτερες, οτι το τέλος τα λέει όλα, και οτι όταν είσαι σαβουροαπαυτίδης, είσαι σαβουροαπαυτίδης.  Μερικά πράγματα δεν αλλάζουν.


No trivia

Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου 2012

Death Proof: Well, it's going to be a realy bumpy ride

Καλησπέρα σε όλους.  Σήμερα, και μετά από μια μέρα γεμάτη από αναμονή για κάρτες διαρκείας στις Νύχτες Πρεμιέρας (thank God, τις προμηθεύτηκα πριν εξαντληθούν), ποδαρόδρομο για να πάρουμε το αυτοκίνητο από μια θέση parking πάνω στα κατσίβραχα της Ακρόπολης, γύρισα επιτέλους σπιτάκι, έφαγα και κάτι ξεγυρισμένα γεμιστά, και είμαι έτοιμη για ακόμη μια ταινιούλα.  Αυτή τη φορά, και παρά το γεγονός πως ξέρω οτι πιθανότατα την έχετε δει οι περισσότεροι, δε μπορώ παρά να γράψω για το "Death Proof" το οποίο είδα χθες το βράδυ στη τηλεόραση και κατάλαβα για ακόμη μια φορά, πόσο απολαυστικά, καμένη ταινία είναι.  So, όσοι συμφωνείτε, συνεχίστε και παρακάτω.  Για όσους δε την έχουν δει, θα προσπαθήσω να σας πείσω οτι αξίζει την προσοχή σας...


Τέσσερις φιλενάδες από το Austin του Texas, αποφασίζουν να βγουν για την καθιερωμένη, βραδινή τους εξόρμηση, και επισκέπτονται για ακόμη μια φορά το διάσημο στέκι της περιοχής, Texas Chilli Parlor.  Εκεί παρέα με ένα devilishly hot jukebox, έναν μπάρμαν που, 'σαν μποιον μοιάζει, μωρέ σα μποιόν μοιάζει' (και ο Tarantino δε μπορεί να μη παίξει έστω έναν τόσο δα ρόλο στις ταινίες του), και μερικά κ*λωμένα boys, περνάνε την ώρα τους πίνοντας σφηνάκια, χορεύοντας λάγνα στις τζουκμποξικές μελωδίες και συζητώντας σχετικά με την επικείμενη επίσκεψή τους, στο σπίτι κοντά στη λίμνη, το οποίο διατηρεί η οικογένεια μιας εξ' αυτών.  Την ίδια στιγμή στο μπαρ, μια ξανθιά χίπισσα, πιάνει κουβέντα σε έναν περίεργο τύπο με μια ουλή "ΝΑ" (με το μπαρδόν) στο πρόσωπό του, ο οποίος έχει μόλις τσακίσει μια γενναία μερίδα νάτσος, και πίνει την επόμενη μη αλκοολούχα, πίνα κολάδα του.  Η κουβέντα ανάβει και μετά από λίγο ο και πολύ stuntman, stuntman Mike (Kurt Russell), καταλήγει σε μια καρέκλα, με μια εκ των προαναφερθέντων φιλενάδων, την Arlene (Vanessa Ferlito), να του σερβίρει και το επιδόρπιο: ένα πρώτης τάξεως lap dance.  Θα έλεγε κανείς δηλαδή, οτι μια πολύ κεφάτη βραδιά βρίσκεται σε εξέλιξη στο παλιακό μπάρ του Warren (Quentin Tarantino).  Βεβαίως.  Με μια μόνο διαφορά: ο stuntman Mike είναι ένας ανώμαλος γκαζιάρης, που αρέσκεται να σκοτώνει γυναίκες με το death proof αυτοκίνητό του, με σήμα κατατεθέν το ασημένιο παπί.  Απλά, καθημερινά πράγματα.  Η pay-back time θα έρθει όμως λίγο καιρό αργότερα, όταν ο Mike τα βάλει με τα λάθος κορίτσια...


Δε πρόκειται να πούμε πάλι πολλά για τον Tarantino, μιας που τα έχουμε ξαναπεί, μέσα από την αναφορά στο blog, σε άλλες του ταινίες.  Εκεί που θα επικεντρωθούμε περισσότερο είναι η αισθητική της συγκεκριμένης ταινίας, το cast, η σκηνοθεσία και γενικά όλο αυτό το σύνολο που κατά την ταπεινή μου γνώμη, θα έπρεπε να την καθιστά μια εκ των ταινιών για τις οποίες ο Tarantino, οφείλει να είναι περισσότερο περήφανος.  Καλά, βάλτε και το "Reservoir Dogs", το "Pulp Fiction", το "Jackie Brown", τα "Kill Bill", το "Inglourious Basterds".  Χμμ, you got the point.
Αρχικά να υπενθυμήσω σε όσους το έχουν ξεχάσει και να γνωστοποιήσω σε όσους δε το γνώριζαν, οτι σε πρώτη φάση οι δυο ταινίες των Rodrigued-Tarantino, "Planet Terror"-"Death Proof", είχαν κυκλοφορήσει στην Αμερική σαν 'double feature'.  Και τι είναι αυτό;  Στην ουσία αποτελούσαν δυο κομμάτια της ίδιας υποθεσιακά, δουλειάς.  Παρά το γεγονός οτι και στην Ελλάδα οι ταινίες προβλήθηκαν μεμονωμένα, ο στόχος των δυο σκηνοθετών, ήταν να επαναφέρουν στο προσκήνιο την αισθητική των exploitation ταινιών, των δεκαετιών του ΄50, '60 και κυρίως '70.  Το γεγονός οτι έδωσαν στο κινηματογραφικό τους παιδί το κοινό όνομα "Grindhouse" δεν είναι τυχαίο, μιας που ο όρος προέρχεται από την ονομασία που συνηθιζόταν να δίνεται στις αίθουσες οι οποίες φιλοξενούσαν b-movies, με exploitation περιεχόμενο (από sex, gore, τέρατα και ναρκωτικά, μέχρι ταινίες με νταβατζήδες, πόρνες, serial killers και φυσικά άπειρο αυτοκινητο-κυνηγητό, με θρυλικά πλέον, μοντέλα αμαξιών), οι οποίες προβάλλονταν συνήθως σε 'multiple-feature format' (συνήθως δυο μαζί).
Σε πρώτη βάση λοιπόν, καλό είναι να έχει κανείς στο νου του περί τίνος πρόκειται η ταινία, γιατί μόνο έτσι μπορεί να εκτιμήσει την πραγματική cult υπόστασή της, η οποία όπως φαίνεται είναι αφιερωμένη σε ένα τεράστιο και καθόλα αγαπημένο κινηματογραφικό ρεύμα, το οποίο μεσουράνησε ιδιαιτέρως τη δεκαετία του 1970: αυτό του "trash" cinema.


Αν θα έπρεπε να τοποθετήσουμε την ταινία σε μια κατηγορία, σίγουρα θα ήταν αυτή της γενναιόδωρης καλτιάς, ακόμα και αν μιλάμε για φιλμ των τελευταίων ετών (του 2007 συγκεκριμένα).  Ο τρόπος με τον οποίο ο Tarantino έχει χρησιμοποιήσει όλα αυτά που μόνος του διδάχθηκε, παρακολουθώντας ταινίες επί ταινιών, κατά τη διάρκεια εργασίας του στο video club-και οχι μόνο-, είναι εξαίρετος και φυσικά δεν είναι τυχαίο οτι αποτελεί τον μοναδικό, mainstream σκηνοθέτη, ο οποίος και εξακολουθεί να μένει πιστός στο είδος που τον ανέδειξε, και να μαζεύει το κοινό στις αίθουσες με το τσουβάλι, και φυσικά, να συγκεντρώνει και μεγάλα ονόματα στις εκάστοτε παραγωγές του.  Μπορεί στο "Death Proof", ο Russell να αποτελεί την παλιά, καλή καραβάνα, παρόλα αυτά η συγκεκριμένη δουλειά του, είναι ίσως η πιο καρμποναρισμένη του ταινία, σχετικά με τον exploitation φόρο τιμής που αποτίει: εντυπωσιακές γυναίκες, μισογύνης δολοφόνος κατά συρροή, bad ass αυτοκίνητα, γρατζουναρισμένη εικόνα, compilation soundtrack (πιθανότατα από όλες εκείνες τις ταινίες που αποτέλεσαν την έμπνευση για τον Quentin), επανάληψη του 'fuck' στη νιοστή, αίμα και άγρια, θηλυκά ένστικτα;  B(e) perfection.


Οφείλω και εγώ να παραδεχθώ, οτι την ταινία δε τη θυμόμουν από τη πρώτη φορά που την είχα δει, ή τουλάχιστον δε τη θυμόμουν και τόσο καλά.  Συνεπώς μπορείτε να καταλάβετε και την έκπληξή μου, όταν είδα πως είναι τελικά τοποθετημένη χρονικά, στο σήμερα.  Κινητά τηλέφωνα μπλέκονται με αρτιστίκ αφίσες από πάμπολλες ταινίες, και...i-pods βολεύονται καλά πάνω στην κίτρινη, τσιρλιντερική φορεσιά της Lee (Mary Elizabeth Winstead), η οποία είναι εξίσου βολεμένη μέσα στην κατακίτρινη και τόσο μα τόσο όμορφη Mustang της Kim (Tracie Thoms).
Ο συνδυασμός άλλης εποχής και σύγχρονης κουλτούρας, είναι αυτός που κάνει έντονα τη διαφορά στη ταινία του Tarantino, και αυτό γιατί ενώ η ταινία είναι τόσο απροκάλυπτα vintage, είναι την ίδια στιγμή μέσα στο πνεύμα των καιρών, με free spirited γυναίκες, κλασικούς κακούς και καπάου! φεμινισμό, ιδωμένο μέσα από τα μάτια ενός ποδόφιλου σκηνοθέτη.  Γιατί, αν κάτι είναι κοινό στα δυο κομμάτια της ταινίας, αυτό είναι οι γλουτοί, οι γάμπες και βεβαίως, οι πατούσες.  Κι αν αυτό δεν είναι exploitation φετιχισμός, τότε τι είναι;
Εκτός όμως από το σύνολο της ταινίας που παραπέμπει σε καψιμέϊκο film του '70, η αισθητική αυτή, ενισχύεται και από ένα άλλο κόλπο το οποίο μάλιστα βλέπουμε πριν καν αρχίσει η ταινία: από τα fake trailers.
Λίγο πριν δούμε το πρώτο πλάνο της ταινίας (ένα ακόμη ζευγάρι γυναικεία πατούσια) πέφτουν μερικά ολιγόλεπτα trailers, τα οποία δε νομίζω να βλέπει κανείς στην κόπια του dvd, αλλά ίσως τα θυμάστε να παίζουν μέσα στην κινηματογραφική αίθουσα.  Αυτά λοιπόν τα fake trailers, επειδή ακριβώς έπαιζαν μέσα στο θέμα του exploitation, αποτελούσαν την πλέον λειτουργική διαφήμιση για την ταινία και μια ομολογουμένως, πρωτότυπη πινελιά.  Ο ενθουσιασμός που προκάλεσαν, είχε σαν αποτέλεσμα, κάποια από αυτά, να γίνουν τελικά και full length ταινίες(!), όπως το "Machete" με τον μουράτο Danny Trejo, αλλά και το επικών διαστάσεων, "Hobo With a Shotgun", του Jason Eisener.  Ανάμεσα στα άλλα, μπορούσε κάποιος να δει το trailer "Werewolf Women on SS", σε σκηνοθεσία Rob Zombie και πρωταγωνιστή τον Nicolas Cage, αλλά και το "Don't" του Edgar Wright ("Shaun on the Dead", "Hot Fuzz", και "Attack the Block" ως executive producer).


Εκτός από τη σκηνοθεσία που είναι έτσι κι αλλιώς ταραντινίστικη, ενδιαφέρον έχει και το cast, μιας που εκτός από τις γνωστές-άγνωστες τύπου Rosario Dawson, Winstead, MacGowan, βλέπουμε επισήμως και την αγαπημένη stunt woman του Tarantino, την οποία χρησιμοποιεί σε κάθε του ταινία, Zoe Bell.  Η Bell είναι ο κρυμμένος άσος στο μανίκι, καθώς κάνει όλα τα τρελά και τα κουλά της υπόθεσης, ματσουκώνει τον Russell με έναν σωλήνα και γενικά τρελαίνει και τρελαίνεται.
Αν πρέπει να πούμε τι είναι το "Death Proof", το πιο σωστό θα ήταν πως αποτελεί μια μνεία πάνω σε ένα σωρό ταινίες που με τον έναν, ή με τον άλλο τρόπο κάνουν εδώ την εμφάνισή τους: είτε ως αφίσα, είτε ως ατάκα ή ως απλό referance, ο Tarantino αγαπάει το παλιό, το καλό, το κακό και το weird, και δε διστάζει να το δείχνει σε όλη τη διάρκεια του film.  "The Wizard of Oz", "Rio Bravo", "Psycho", "Faster Pussycat! Kill! Kill!", "Bullitt", "Vanishing Point", "The Getaway", "The Toxic Avenger" και "Crash", είναι μόνο μερικές από τις εκατοντάδες αναφορές σε ταινίες που υπάρχουν παντού μέσα στη ταινία.  Χαρακτηριστικό είναι μάλιστα οτι ο stuntman Mike φτιάχνεται σεξουαλικώς από τα τροχαία ατυχήματα, όπως ακριβώς και οι ήρωες του Cronenberg στη ταινία "Crash".
Εκτός από την μανιασμένη δράση, τον ξέφρενο ρυθμό, την sexy-slutty διάθεση και μια ιστορία που έχουμε ξαναδεί, αλλά αγαπάμε έτσι κι αλλιώς, το "Death Proof", ακόμα και αν δε του φαίνεται, είναι μια ταινία για τον ίδιο τον κινηματογράφο (απαρτίζεται από πρωταγωνιστές που είναι stuntmen, και υποδύονται και τους stuntmen/women, τη Dawson που υποδύεται μια μακιγιέρ, την Winsted που υποδύεται μια ηθοποιό, και πάει λέγοντας), την ιστορία του και τους θαυμαστούς δρόμους που έχει ακολουθήσει μέχρι σήμερα.  Και αυτό το γουστάρουμε με τα χίλια.

Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι καλό είναι να αποφεύγεις όποιον έχει μια νεκροκεφαλή στο καπό του αυτοκινήτου του, οτι το σωστό lap dance γίνεται με πλαστική σαγιονάρα και οτι καλό είναι να μην εμπιστεύσαι μια λευκή Challenger σε τρεις γυναίκες, γιατί ποτέ δε ξέρεις πως θα καταλήξει στα χέρια τους...


TRIVIA
  • Το μακιγιάζ, το χρώμα των μαλλιών και το όλο ντύσιμο της MacGowan εδώ, είναι επίτηδες τόσο έντονα διαφορετικό, προκειμένου να μη παραπέμπει καθόλου στον ρόλο της Cherry στο "Planet Terror".
  • Η ταινία 'κακοποιήθηκε' πραγματικά, προκειμένου να έχει την αίσθηση του παλιού.  Δε χρησιμοποιήθηκε καμία ψηφιακή επεξεργασία.
  • Τα χρώματα του αμαξιού των κοριτσιών στο δεύτερο κομμάτι, παραπέμπουν στη κιτρινόμαυρη στολή της Uma Therman στο "Kill Bill".
  • Η Dawson έπεισε τον Tarantino να κόψει τα μαλλιά της, προκειμένου να παραπέμπει στο pin-up icon, Bettie Page.
 (ΠΗΓΗ IMDB)