Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα weird. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα weird. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013

Miss Violence: No secrets in this house

NEW ARRIVAL  (από τις 7 Νοεμβρίου στις αίθουσες)

Καλημέρες καλημέρες!  Χθες δεν προλάβαμε να ανεβάσουμε κάποια ταινιούλα, αλλά δεν θα αφήναμε και το σαββατοκύριακο να πάει χαμένο, μιας που αν μη τι άλλο μπορούμε να προτείνουμε καινούρια ταινιούλα που θα βγει στις αίθουσες την επόμενη εβδομάδα.  Πιο συγκεκριμένα θα ασχοληθούμε με την νέα ταινία του Αλέξανδρου Αβρανά, "Miss Violence", η οποία προκάλεσε αίσθηση στο φεστιβάλ της Βενετίας, από το οποίο απέσπασε μάλιστα τον Αργυρό Λέοντα, αλλά και το βραβείο Ά Ανδρικού για την ερμηνεία του Θέμη Πάνου, στον ρόλο του πατέρα.  Σας το λέω από τώρα πάντως πως η ταινία δεν είναι για ευαίσθητα στομάχια και σίγουρα οχι για όλους.  Τι εννοώ με αυτό;  Θα καταλάβετε...


Στα ενδέκατα γενέθλια της η μικρή Αγγελική πέφτει από το μπαλκόνι του σπιτιού, βρίσκοντας τραγικό θάνατο, με ένα αινιγματικό όμως χαμόγελο να ζωγραφίσει το πρόσωπό της.  Η οικογένεια ταραγμένη από το σοκ της αυτοκτονίας, θα προσπαθήσει να συνεχίσει στην δύσκολη καθημερινότητά της, μια καθημερινότητα που σκιαγραφεί με μελανά χρώματα την ζοφερή οικονομική κατάσταση-και οχι μόνο-της σύγχρονης Ελλάδας.
Καθώς το σεναριακό κουβάρι αρχίζει να ξετυλίγεται, τα μυστικά που βρίσκονται καλά θαμμένα κάτω από το vintage χαλί του σπιτιού, θα αρχίσουν να αναδεύονται, απαιτώντας να βγουν στην επιφάνεια και να καταπνίξουν μέχρι και την τελευταία ρανίδα λογικής.  Αν δηλαδή αυτή υπήρξε και ποτέ...


Η "Miss Violence" αποτελεί την δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Αλέξανδρου Αβρανά και όπως όλα δείχνουν αποτελεί και την πιο πολυσυζητημένη, οχι μόνο εξαιτίας της σημαντικής της διάκρισης και βράβευσης στο μεγάλο κινηματογραφικό φεστιβάλ της Βενετίας, αλλά και εξαιτίας της σκληρής θεματικής την οποία πραγματεύεται.
Καταρχάς να τονίσουμε πως και αυτό το δημιούργημα τοποθετείται σίγουρα μέσα στην ομάδα των ελληνικών ταινιών του λεγόμενου πια "weird greek cinema" μιας που οι δημιουργοί στην αναζήτηση της στυλιζαρισμένης αισθητικής και των ακραίων κοινωνικοπολιτικών πειραματισμών, μοιάζουν να ακολουθούν πλέον μια κοινή τακτική, μια παντιέρα η οποία απογειώθηκε μέσα από τον "Κυνόδοντα" του Γιώργου Λάνθιμου.
Το γεγονός πως οι περισσότεροι πια-σίγουρα οχι όλοι-Έλληνες δημιουργοί έχουν στραφεί σε μια εναλλακτική, σκηνοθετικά, απεικόνιση της σκληρότητας με την οποία βάλλεται η "αγία ελληνική οικογένεια" από παντού, αποτελεί μεν μια κάποια πρωτοτυπία, σίγουρα όμως όταν αυτό επαναλαμβάνεται διαρκώς, παύει σταδιακά να χαρακτηρίζεται από την πρότερη δυναμική του με αυτό να ωθεί εκ των πραγμάτων τον κάθε δημιουργό στην αναζήτηση της νέας έκπληξης, της νέας πρόκλησης και της ενσωμάτωσης της βίας σε κάθε της μορφή, σε μια προσπάθεια να ακουστεί δυνατά και καθαρά η αποδόμηση του τριπτύχου "πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια".


Μια από τις έξυπνες και σκηνοθετικά λειτουργικές επιλογές στην παρουσίαση της ταινίας, είναι η σταδιακή εξέλιξη των μικρών ανατροπών με τις οποίες γεμίζει ο Αβρανάς τις σκηνές του, καθιστώντας άκρως ενδιαφέρουσα την καταληκτική τους πορεία.  Ταυτόχρονα το κατακερματισμένο, απότομο μοντάζ δίνει ένα κοφτό, σχεδόν επιτακτικής ανάγκης ύφος, το οποίο πυροδοτεί επί της ουσίας ολόκληρη την επερχόμενη μετάβαση εξουσίας, η οποία πέφτει βαριά σαν ταφόπλακα πάνω στους ήρωες, παρά την αρχική εκτίμηση πως η λύτρωση είχε επιτέλους χτυπήσει την πόρτα.
Η σκηνοθεσία του Αβρανά ακολουθεί κλασικά μοτίβα χρωματικού φίλτρου και παλιακής αισθητικής, επιβεβαιώνοντας την τάση των δημιουργών μας τα τελευταία χρόνια στην αποτύπωση μιας εν δυνάμει σουρεαλιστικής εικόνας, μιας παλαιωμένης ματιάς πάνω στην ανθρώπινη φύση και την αγριότητα που κρύβουμε μέσα μας.
Θα ήταν υποκριτικό να μην πούμε πως κάποιες ομοιότητες του "Miss Violence" με τον "Κυνόδοντα" σε "χτυπούν" απευθείας στις αισθήσεις με την έναρξη της ταινίας, μιας που εκτός από την δημιουργική προσέγγιση (η οποία τείνει πλέον να είναι ακριβώς η ίδια, με ελάχιστες μόνο αλλαγές), και η ιστορία επικεντρώνεται στην παρουσίαση μιας εις βάθους προβληματικής οικογένειας, τα μυστικά της οποίας αποκαλύπτονται προοδευτικά, με τον θεατή βέβαια να είναι έτσι κι αλλιώς υποψιασμένος από την αρχή πως κάτι δεν πάει καθόλου καλά.  Και αυτό το κάτι είναι για ακόμη μια φορά "ο πατέρας αφέντης".


Η πατριαρχική εξουσία και το αρσενικό καταδυνάστευμα αποτελούν πάγιες σεναριακές τακτικές μεγάλων σκηνοθετών, όπως των αδελφών Taviani στο "Padre padrone", αλλά και του εποχής "Δόγματος 95", "Festen" του Thomas Vintenberg το οποίο μοιράζεται εξίσου πολλά κοινά στοιχεία με το "Miss Violence" περιλαμβάνοντας τα απολύτως απαραίτητα: μια γιορτή, έναν θηλυκό θάνατο, μια σκληρή αποκάλυψη, έναν πατέρα που δεν ήταν ποτέ πατέρας και το τρύπιο μετά.
Αν κάποιος προσέξει από την αρχή το καδράρισμα του πατέρα σε σχέση με την υπόλοιπη οικογένεια, αντιλαμβάνεται γρήγορα τον ρόλο που επιτελεί στην προκειμένη περίπτωση η σκηνοθεσία, καθιστώντας μας διαρκώς μάρτυρες ενός κατακερματισμένου κορμιού, το οποίο φιλμάρεται με το πρόσωπο εκτός κάδρου. Ενδεχομένως και να μιλάμε για μια ξεκάθαρη νύξη της οικουμενικότητας αυτού του πατέρα- ψευδοπροστάτη, που πρώτος προδίδει οτι σημαντικότερο έχει κανείς στην ζωή του.
Το γεγονός πως από την ταινία του Αβρανά απουσιάζει και το πιο μικρό στοιχείο αισιοδοξίας και προστατευτισμού εξάλλου (ή το οποίο όταν υπάρχει εμφανίζεται σε περιορισμένες δόσεις και πάντα στα όρια του αποστειρωμένου), είναι απλώς μια ακόμη ένδειξη του ζοφερού, άρρωστου κλίματος μέσα στο οποίο ο όρκος σιωπής περιδιαβαίνει ανάμεσα στις πόρτες που ο "αφέντης" επιβάλει να παραμένουν ανοιχτές.  "Δεν έχουμε τίποτα να κρύψουμε σε αυτό το σπίτι", λέει. Όχι, εκτός από ματωμένες ψυχές και φόβο, τίποτα άλλο...
Οι ερμηνείες εξίσου χαρακτηριστικές, κινούνται στα όρια του επιτιδευμένου και του ξώφαλτσα ρεαλιστικού με τον Θέμη Πάνου να κερδίζει το στοίχημα (και το βραβείο) του λύκου μεταμφιεσμένου σε αμνό του Θεού και την Ελένη Ρουσσινού να κυριαρχεί σε μια σχεδόν σχιζοφρενική ερμηνεία.
Το "Miss Violence" δεν είναι μια ταινία που δεν έχεις ξαναδεί.  Διαθέτει όμως ατμόσφαιρα, πολύ καλή σκηνοθεσία (αν και πρέπει να είστε έτοιμοι για τις άκρως disturbing στιγμές που την συνοδεύουν), βουβές ερμηνείες και έναν τίτλο, η αποκρυπτογράφηση του οποίου έρχεται ξαφνικά και αδυσώπητα, στην καλύτερη ίσως, στιγμή της ταινίας.  Αν μπορεί να χαρακτηριστεί έτσι δηλαδή...

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι το τραγούδι της Shaya δεν θα είναι ποτέ ξανά το ίδιο για εμένα, οτι κάνει ένα πέρασμα ο Μηνάς Χατζησάββας και ο Χρήστος Λούλης.


No trivia

Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2013

Milocrorze - A love story: Surrealistic love

Καλησπέρα σε όλους!  Επιστρέψαμε και σήμερα με μια ταινιούλα την οποία οι περισσότεροι, μάλλον δεν θα γνωρίζουν.  Δεν πειράζει όμως, θα σας την γνωρίσω εγώ γιατί είναι ένα αποτέλεσμα τόσο σουρεαλιστικό και εντυπωσιακά καμμωμένο, ώστε ιδιαίτερα οι λάτρεις του ασιατικού cinema, δεν γίνεται να το προσπεράσουν.  Όσοι βέβαι συμμετείχαν στα φετινά Blogoscars, σίγουρα έχουν πάρει μια γερή πρέφα, αναφορικά με το τι πάει να πει "Mirokuroze" (όπως είναι ο original τίτλος του).  Για όλους τους υπόλοιπους είμαι εγώ εδώ, προκειμένου να σας μυήσω σε αυτό το άκρως, οτινανικό, σινεματικό ταξιδάκι.  Πάμε!


Μάλιστα.  Λοιπόν, είναι λιγάκι δύσκολο να περιγράψω την επακριβή ιστορία της συγκεκριμένης ταινίας, αλλά θα προσπαθήσω.  Και οτι καταλάβατε, καταλάβατε.
Η ταινία μας ξεκινά με την γνωριμία ενός καροτομάλλη πιτσιρικά, με φούξια σατέν παντελονάκι, και λαχανί πουλόβερ, ο οποίος ζει μια μοναχική και ανέμελα καρτουνίστικη ζωή, στο ταπεινό, πλήν σουρεαλιστικό (αρχίσαμε) σπιτικό του.  Μια μέρα ο γλυκούλης Ovreneli Vreneligare (ναι αυτό είναι το όνομά του, και ετοιμαστείτε να το ακούσετε στην ταινία γύρω στις εκατό φορές), θα πέσει ξερός από την ομορφιά της 30αρας Mirokuroze, με την οποία θα αποφασίσουν να...συζήσουν!  Και ο Ovreneli Vreneligare είναι τόσο ευτυχισμένος...
Από το σημείο εκείνο και μετά, αρχίζουν να μπλέκονται στην υπόθεση (ποια υπόθεση;) της ταινίας, ένα σωρό χαρακτήρες, ο καθένας από τους οποίους ακολουθεί την δική του story-κή πορεία, δημιουργώντας το προσωπικό του, υποθεσιακό γαϊτανάκι.  Η πιο ενδιαφέρουσα χωρίς αμφιβολία, ιστορία, είναι αυτή του καλοσυνάτου Tamon, ο οποίος ερωτεύεται μια ανθοπώλη, και αποφασίζει να την κάνει κορίτσι του.  Ο Tamon βέβαια είναι και ολίγον κινητή καταστροφή, μιας που όπου πάει, η γκαντεμιά τον ακολουθεί.  Έτσι λοιπόν θα πρέπει να περάσει από τα σαράντα κύματα (και κάτι παραπάνω), προκειμένου να καταφέρει να ζήσει την ζωή που επιθυμεί, στο πλευρό της όμορφης Yuri.  Και εν το μεταξύ ο Ovreneli Vreneligare, έχει μεγαλώσει και βλέπουμε την συνέχεια, και της δικής του ιστορίας αγάπης, διότι όπως λέει και ο τίτλος, αν αυτή η ταινία μιλάει για κάτι, αυτή είναι η αγάπη.  Μμμμ, όπως κι αν τη δεις δηλαδή.


Λοιπόν που λέτε, τον σκηνοθέτη, Yoshimasa Ishibashi, προφανέστατα και δεν τον ήξερα.  Οχι οτι έχει κάνει και πολλές, κινηματογραφικές δουλειές, αλλά αυτό μάλλον δεν έχει και μεγάλη σημασία, μιας που ο Ishibashi φαίνεται πως αποτελεί έτσι κι αλλιώς, καλλιτεχνική και τρελιάρικη προσωπικότητα εκεί στην Ιαπωνία.
Πιο συγκεκριμένα, είναι ένας καλλιτέχνης ο οποίος ασχολείται με το video, τις experimental ταινιούλες (κάτι καταλάβαμε) και την performance, ανήκοντας παράλληλα σε μια τοπική κολεκτίβα του Kyoto, την 'Kyupi Kyupi'.  Παράλληλα, έχει σκηνοθετήσει δουλειές για μουσεία τέχνης, και γενικότερα μάλλον τον λες ανήσυχη και εφευρετική φύση.
Το "Milocrorze", είναι μια ταινία που σαφέστατα δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί στην κινηματογραφική ζήτηση του κοινού, μιας που τα πάντα σε αυτήν την παραγωγή ουρλιάζουν σουρεαλισμό, κιτς αισθητική, εναλλακτική πραγματικότητα και τέλος πάντων όλα αυτά που μπορεί να κάνουν μια ταινία να ξεχωρίζει έτη φωτός από άλλες.  
Η αλήθεια είναι, πως αποφάσισα να την συμπεριλάβω στο blog μου, διότι πέρα από μια εντελώς διαφορετική πρόταση, είναι μια ταινία την οποία προσωπικά απόλαυσα στο έπακρο, για τον βασικό λόγο οτι λατρεύω οτιδήποτε έχει να κάνει με τα anime.  Το "Μilocrorze", έχει μια παιχνιδιάρικη διάθεση, και μια σεναριακή διάθεση που δύσκολα την εγκλωβίζεις σε καθημερινά, στερεοτυπικά καλούπια, ακριβώς όπως συμβαίνει σε εκατοντάδες anime, τα οποία μπορεί να μην ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα όπως την ξέρουμε, καταφέρνουν να δημιουργήσουν όμως το δικό τους σύμπαν, μέσα στο οποίο κάθε λέξη και κάθε πράξη, είναι απολύτως αποδεκτές και στην τελική, συμβατικές.  Σκεφτείτε το λοιπόν, σαν ένα live action anime.   Και μετά απολαύστε το.


Η αισθητική του "Milocrorze" νομίζεις πως είναι βγαλμένη από το μυαλό ενός τύπου, ο οποίος έχει αγαπημένο alter ego, τον μαυροπάνθηρα "Shaft", εμπνέεται από τις pulp μουσικές γέφυρες των ταινιών της δεκαετίας του '70, και λατρεύει παράφορα την pop art ματιά του Andy Warhol.  Αν τα πάρετε όλα αυτά και τα ρίξετε σε ένα δυνατό μπλέντερ, προσθέτοντας κάτι από καρακιτσάτο, τηλεοπτικό παιχνίδι του ΄80, σαμουραϊκή, eastern παράδοση και φαντεζί κοστούμια εποχής Ρένας Βλαχοπούλου, τότε έχετε πιάσει το νόημα του "Milocrorze".  Ένα μικρό δηλαδή, μη φανταστείτε.
Μακριά από οτι σας έχω προτείνει μέχρι τώρα, αναφορικά με την ασιατική κουλτούρα, η ταινία του Ishibashi, είναι ένα ξέφρενο, οπτικοακουστικό υπερθέαμα, το οποίο σίγουρα θα σας προσφέρει στιγμές απόλυτου fun, αλλά και σαφέστατου εντυπωσιασμού.  Σε στιγμές, ίσως μάλιστα σας θυμίσει και το "I'm a Cyborg but that's OK", ένα-κατά την γνώμη μου-underrated διαμαντάκι του Chan-wook Park, το οποίο εξετάζει το θέμα της ψυχικής νόσου, μέσα από ένα νέο, σουρεαλιστικό πρίσμα, το οποίο προσωπικά, δεν είχα εντοπίσει ποτέ άλλοτε σε ταινία, με παρόμοια θεματική.  Οι ομοιότητες ανάμεσα στις δυο ταινίες, εντοπίζονται στις πρωτότυπες, σκηνοθετικές τεχνικές και την δόμηση της κατάλληλης ατμόσφαιρας, προκειμένου ο σκηνοθέτης να καθοδηγήσει μαεστρικά τον θεατή, στο απελευθερωτικό του τέλος: είτε αυτό πρόκειται να χτιστεί μέσα σε μια ψυχιατρική πτέρυγα, είτε να οδηγηθεί σε ένα τελικό κρεσέντο, μέσα στο "παλάτι", μιας πόλης βυθισμένης στη σήψη και την παρακμή, όπως γίνεται στο "Milocrorze".


Φυσικά, προκειμένου να μπορέσει να στηθεί το όλο εγχείρημα του Ishibashi, είναι απαραίτητη η ύπαρξη ενός ορισμένου, σεναριακού μοτίβου, το οποίο όπως καταλαβαίνετε, είναι το πολυφορεμένο θέμα της αγάπης.  Ακόμα και έτσι όμως, ο δημιουργός, αποφασίζει να το χρησιμοποιήσει μόνο ως μια αφορμή, προκειμένου να μας διηγηθεί το παραμύθι-εξτραβαγκάντζα του, χωρίς να υποπέσει στο ολίσθημα της ανίας και των συμβατικών, χαζοβιολέ ρομάντζων.  Αντιθέτως, ακόμα και το υποτυπώδες "love story" που εκτυλίσσεται ανάμεσα στο πιτσιρίκι, και την 30αρα, είναι φτιαγμένο από μια αθώα και εντελώς έξω από τα πλαίσια της παρεξήγησης, κατάσταση.  Βέβαια θεωρούμε και έξυπνο από μέρους του, πως το πράγμα δεν παίζει ανάποδα, να έχουμε δηλαδή έναν 30αρη, που σπιτώνει ένα ανήλικο κοριτσάκι.  Αυτό μάλλον δεν θα θέλαμε να το δούμε, ακόμα και στα πλαίσια μιας αλληγορίζουσας αναπαράστασης τύπου, "ο έρως χρόνια δεν κοιτά".
Επιστρέφοντας πάλι στο βασικό μας θέμα, ο Ishibashi, κάνει αυτό που βλέπουμε σε πολλές σύγχρονες, χολιγουντιανές χαζομάρες του σωρού, ενδεχομένως με καυστική διάθεση απέναντί τους (ή και οχι, δεν το γνωρίζω αυτό), μιας που αποφασίζει και ο ίδιος να πλέξει διαφορετικές μεταξύ τους ιστορίες, μέσα στα ίδια κάδρα, με κατά κάποιον τρόπο, η μια, να μας οδηγεί οπτικά στην έναρξη της άλλης, και πάει λέγοντας.  Ακόμα και έτσι όμως, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την διάθεσή του, για πολύχρωμες, ζαχαρούχες σεκάνς, slow motion που προσδίδει κάτι από το extra ηρωικό στον πρωταγωνιστή, και μια ανάγκη να μπλέξει πολλά και διάφορα στοιχεία κουβάρι, προκειμένου να απογειώσει τις-έστω-εμπλεκόμενες, ιστορίες αγάπης, οι οποίες στην τελική δεν μπλέκονται ουσιαστικά μεταξύ τους, αλλά μόνο κατ' εικόνα.  Και μάλιστα σύντομη.


Η τελική σεκάνς, είναι πραγματικά από τα πιο εντυπωσιακά στιγμιότυπα που έχω δει τελευταία σε ταινία, διότι παραπέμπει εύκολα, ακόμα και σε graphic novel δημιούργημα, γεμάτο αίμα, θάνατο και πόρνες.  Και πωρωτική μουσική, έτσι για να γίνει ακόμα πιο νόστιμο.
Όσον αφορά ερμηνείες και τα συναφή, τι να πω και εγώ η κοινή θνητή;  Αν διάβαζα το σενάριο, θα ήθελα και εγώ να παίξω, ακόμα και αν έκανα κάποια που περπατάει στο βάθος του δρόμου και παίζει σε φλου.  Οι υποκριτικές ικανότητες των συμμετεχόντων, δεν τίθεται αμφιβολία οτι είναι καλές, επειδή ακριβώς τα βγάζουν υπέροχα πέρα, σε αυτό το φαντασιόπληκτο κατασκεύασμα, που περιλαμβάνει ούτε λίγο, ούτε πολύ, ότι μπορείς να φανταστείς.  Ιδιαίτερα kudos, αξίζουν φυσικά στον ταλαίπωρο κεντρικό ήρωα, και το φραουλένιο αγοράκι (φραουλένιο γιατί έχει πορτοκαλί μαλλί, ακριβώς όπως και ο Ichigo στο "Bleach", το οποίο "ichigo", σημαίνει φράουλα.  Ε τι σκατά μάθαμε τόσα χρόνια που το βλέπαμε;), ο οποίος κερδίζει τις εντυπώσεις.  Κυρίως επειδή είναι τόσο φραουλένιος.
Το "Milocrorze" είναι για αυτούς που αγαπούν τις περίεργες και παράδοξες ταινίες, αυτούς που αρέσκονται στο οτινανικό παραλήρημα του σύγχρονου, ασιατικού κινηματογράφου και γι' αυτούς που τολμούν στην τελική να δουν, κάτι διαφορετικό.  Δεν πρόκειται να την ξεχάσετε αυτήν την ταινία.  Με τίποτα.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι η αγάπη μακραίνει το μαλλί, οτι το καπάκι της κατσαρόλας, έχει και άλλη χρήση και οτι στην φαντασίωση ενός αρσενικού, η ποθητή γυναίκα, μένει για πάντα νέα.

No trivia

Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2012

Holy Motors: Dedicated to Cinema itself

NEW ARRIVAL

Καλημέρα και καλή εβδομάδα σε όλους!  Όπως σας είχε πει και από την Παρασκευή, σήμερα Δευτέρα θα ξεκινήσουμε με την πιο πολυσυτηζημένη ταινία της περασμένης εβδομάδας, και όπως δείχνουν τα πράγματα, της πιο πολυσυζητημένης γενικώς, για πολύ καιρό.  Είδα και εγώ λοιπόν το "Holy Motors" και η αλήθεια είναι πως δεν ανήκω στην κατηγορία ούτε εκείνων που το εκθιάζουν, ούτε και εκείνων που το μισούν (αν και η αλήθεια είναι πως τέτοιες ταινίες είτε τις αγαπάς, είτε τις σιχαίνεσαι από τη πρώτη στιγμή).  Προσωπικά, βρίσκομαι κάπου στη μέση.  Αν ενδιαφέρεστε να μάθετε, δείτε που ακριβώς, παρακάτω.


O κ. Oscar (Denis Lavant), περιφέρεται μέσα στη πόλη του Παρισιού, από το πρωί, μέχρι το επόμενο ξημέρωμα, καθισμένος μέσα στην τεράστια, λευκή λιμουζίνα που οδηγεί η γοητευτική, ηλικιωμένη του σοφέρ, Celine (Edith Scob).  Ο κ. Oscar είναι "επαγγελματίας ηθοποιός" (γεγονός που ο ίδιος ο σκηνοθέτης, Leos Carax, μοιάζει να έχει ανάγει σε πρωταρχική φύση του πρωταγωνιστή του), καθώς μέσα στην μέρα "υποδύεται" έναν σωρό διαφορετικούς ρόλους, όλοι, larger than life.  Υποδυόμενος πότε μια φτωχή ζητιάνα, πότε έναν ετοιμοθάνατο γέρο, πότε έναν εξαμβλωματικό καλικάτζαρο των υπονόμων που κλέβει με θρασύτητα ένα όμορφο μοντέλο (βλ. Eva Mendes), από τη φωτογράφισή του σε ένα...νεκροταφείο και πότε έναν ταπεινό οικογενειάρχη, η ζωή του μυστήριου κ. Oscar είναι από μόνη της ένα μεγάλο, κινηματογραφικό κομμάτι: η υποκριτική και η ματιά του ηθοποιού.  Και ενώ μέσα σε αυτό το ρολικό συνονθύλευμα ο θεατής μπορεί να αναζητήσει τον λόγο όλου αυτού του υπαρξιακού ταξιδιού, αλλά και εκείνους που κρύβονται πίσω από την ανάθεση αυτής της "δουλειάς" στον Oscar (είναι οι ίδιοι άραγε που κρύβονται και πίσω από τις κάμερες μιας ταινίας;), έρχεται το τέλος για να επιβεβαιώσει τον τίτλο της ταινίας, αλλά και την δική σου, σταδιακή συνειδητοποίηση σχετικά με το τι θέλει να πει ο ποιητής.  Είναι κάτι το απλό, και ταυτόχρονα προκλητικά περίπλοκο.  O Leos Carax μας κλείνει συνωμοτικά το μάτι, κάνοντας μια καθαρά αυτοαναφορική ταινία.  Μια ταινία για τη/τις ταινία/ες.  Μια ταινία για την απτή ουσία του ίδιου του κινηματογράφου.


Δεκατρία χρόνια μετά την τελευταία του κινηματογραφική δουλειά, το "Pola X", ο Γάλλος σκηνοθέτης επιστρέφει με μια καθαρά σουρεαλιστική ματιά, πάνω στην 7η Τέχνη, με την οποία-όπως όλα δείχνουν-τόσο πολύ παθιάζεται.
Για να είμαι και εντελώς ειλικρινής, αγνοούσα την ύπαρξη του Carax, μέχρι και λίγο πριν από το τεράστιο μπαμ που μοιάζει να προκάλεσε το "Holy Motros" στο περασμένο φεστιβάλ των Καννών, εκεί οπού ξεκίνησε να έχει σφοδρούς υποστηρικτές, αλλά και πολέμιους.  Έτσι λοιπόν και για να είμαι όσο το δυνατόν περισσότερο αντικειμενική απέναντι στα πράγματα, μπορώ από την αρχή να κρατήσω στο πίσω κουτάκι του μυαλό μου έναν ενδοιασμό, απέναντι σε όλο αυτό που είδα, επειδή ακριβώς δε γνωρίζω τίποτα ούτε για το παρελθόν, ούτε για την κινηματογραφική διάθεση του Carax, πέρα από το γεγονός οτι είχε υπάρξει και ο ίδιος, κριτικός κινηματογράφου.  Συνεπώς θα παραθέσω απλώς τη δική μου γνώμη, αναφορικά με όλα εκείνα που με συνάρπασαν, αλλά και με το ένα "κομμάτι" που απουσίαζε από τη ταινία, και που θαρρώ οτι η απουσία του ήταν κάτι παραπάνω από αισθητή.


Η ταινία ξεκινάει με τον ίδιο τον σκηνοθέτη (κρατήστε οτι το μεσαίο του όνομα είναι Oscar στη πραγματικότητα), ο οποίος ξυπνάει στο κρεβάτι του, σηκώνεται αργά αργά και με ένα...μεταλλικό δάχτυλο-κλειδί, ανοίγει μια φαντασιακή-υποσυνειδησιακή πόρτα, που οδηγεί σε μια αίθουσα.  Εκεί ένας αριθμός θεατών φαίνεται να παρακολουθεί μια βωβή ταινία, την αρχή δηλαδή του κινηματογράφου (ακόμα και αν ο φορετός ήχος φέρνει απλός την θέαση σε μια πιο σύγχρονη εποχή, ενταγμένη όμως και πάλι στο φαντασιακό κομμάτι του δημιουργού).
Αν θέλουμε να το πάμε τελείως σημειολογικά, αυτά τα πρώτα πέντε λεπτά της ταινίας, έχουν από μόνα τους τόσο ζουμί, ώστε θα μπορούσαμε να μιλάμε και να γράφουμε για αρκετές ώρες.  Το δάχτυλο του σκηνοθέτη αποτελεί το κλειδί που ανοίγει τη πόρτα.  Γιατί;  Γιατί ο σκηνοθέτης-σεναριογράφος έχει στη κατοχή του το μέσον, που βοηθάει την ιδέα να γίνει περιεχόμενο, και αυτό με τη σειρά του σενάριο και να περάσει στο χαρτί όπου θα μετατραπεί, σε μια παλλόμενη ιστορία που θέλει να διηγηθεί την ιστορία της 7ης Τέχνης.  Από την άλλη, οι θεατές παρακολουθούν τη βωβή ταινία (αποσπάσματα εκ των οποίων βλέπουμε κάποιες φορές κατά τη διάρκεια της ταινίας, μια ξεκάθαρη νύξη του σκηνοθέτη οτι δε πρέπει ποτέ να ξεχάσουμε την σιωπηλή προέλευση του κινηματογράφου και μια διαρκής υπενθύμιση οτι ο κινηματογράφος είναι αυτό ακριβώς: μια πεπερασμένη αλληλουχία καρέ, τα οποία τη στιγμή που δημιουργούνται, παύουν ταυτόχρονα να υπάρχουν.  Μια Τέχνη θανάτου), με μάτια σφαλιστά, ακριβώς γιατί αυτό που θα δούμε δεν έχει να κάνει με την αντίληψη που έχουμε για τη ταινία μέσω των ματιών μας, αλλά γι' αυτή που σε πρώτη φάση η λογική και η γνώση, μας αφήνουν να έχουμε και έπειτα, το όποιο συναίσθημα.
Το "Holy Motors" δεν είναι μια ταινία για τον μέσο θεατή, όσο κι αν ξενίζει αυτό.  Υπάρχουν στοιχεία που την καθιστούν διαχρονική και μαγική στην αντίληψη κάποιου που "διαβάζει" cinema, αλλά ταυτόχρονα υπάρχουν και ένα σωρό πράγματα τα οποία όταν δεν χωρούν μετάφρασης από κάποιον που δεν αρέσκεται σε αυτού του είδους τον κινηματογράφο (το cinema για το cinema, δηλαδή), μπαίνουν πίσω από ένα κόκκινο Χ, και κατηγοριοποιούνται ως "μαλακίες".  Δικό μας παράδειγμα ο καθαρά καυστικός "Κυνόδοντας" του Λάνθιμου.  Κατηγορήθηκε ως μπούρδα από όσους δε κατανοούν το κάτι περισσότερο (επειδή στη τελική δε θέλουν να ασχοληθούν με τον κινηματογράφο πιο σοβαρά, δεκτό).  Δε μπορείς όμως να ακυρώνεις κάτι χωρίς επιχειρήματα, έτσι απλά επειδή το θες, γιατί γεγονός είναι οτι εδώ στην Ελλάδα λειτουργούμε κατά κόρον με αυτόν τον τρόπο.  Αρκεί να δει κανείς το "Fester" του Vinterberg, για να καταλάβει οτι ο Λάνθιμος, έχει τους λόγους του που δομεί τη ταινία του έτσι.  Ας βγάλουμε λοιπόν για λίγο τις παρωπίδες, και ας ανοίξουμε το μυαλό μας απέναντι σε κάτι διαφορετικό.  Σε κάτι που έχει πράγματα να μας πει.  Αν βέβαια θέλουμε να τα ακούσουμε.


Η ταινία του Carax αποτελεί ένα δημιούργημα σουρεαλιστικής φαντασίας, με μια όμως καθαρά αφηγηματική παρουσία, γεγονός που από μόνο του αποτελεί μια ιδιαίτερη μνεία, απέναντι στο cinema.  Ταυτόχρονα, η άλλοτε διακριτική, και άλλοτε εξτραβαγκανζέ παρουσία ετερόκλητων στοιχείων, που παραπέμπουν με τη σειρά τους, σε εξίσου διαφορετικά, κινηματογραφικά είδη, είναι επίσης μια θέση που φαίνεται να υποστηρίζει ο σκηνοθέτης, αλλά και να υποστηρίζεται από το υλικό του.  Με αναφορές σε ταινίες του βωβού κινηματογράφου, του μιούζικαλ, του ρομάντζου, των crime ταινιών, των φαντασιακών-παραμυθιών (το κομμάτι με την Mendes μοιάζει σαν μια άλλη εκδοχή της Πεντάμορφης και του Τέρατος), της επιστημονικής φαντασίας (στην animation σκηνή δυο φολιδωτών τεράτων που ερωτοτροπούν, η ομοιότητα με τη σκηνή του σεξ ανάμεσα στους εξωγήινους της ταινίας "Species", είναι τεράστια), αλλά και των cult, ταινιών τρόμου της δεκαετίας του '60 (σε μια σκηνή η Edith Scob φοράει στο πρόσωπό της μια μάσκα, η οποία παραπέμπει ξεκάθαρα στη μάσκα που φορούσε στο τρομερό αριστούργημα, πρόδρομο του Cronenberg, του Γάλλου George Franju, "Les yeux san visage"), το "Holy Motors" μοιάζει να αποτελεί μια γιορτή του Carax, πάνω στην πολυμορφική τέχνη του κινηματογράφου.
Ακόμα και ο ρόλος του μεταμορφωνόμενου, Denis Levant, ο ρόλος δηλαδή που του επιτρέπει να παίζει πολλούς διαφορετικούς μέσα στη ταινία, είναι μια ξεπατικοσούρα του λόγου ύπαρξης ενός ηθοποιού: να υποδύεται δηλαδή πολλούς, και διαφορετικούς ρόλους στη καριέρα του.  Εδώ ο Levant συμπυκνώνει σε κοντά δυο ώρες, μια καριέρα ζωής, υποδυόμενος μέσα σε μια ταινία, έντεκα διαφορετικούς χαρακτήρες μέσα από μια χαμαιλαιοντική συμπεριφορά, που τον κάνει να να ξεχωρίζει και να επανα-υποδύεται.  Η επίδραση βέβαια του Μπρέχτ (ο Levant ντύνεται και γδύνεται μέσα στη λιμουζίνα του, κατά το δοκούν, με τον θεατή να γίνεται μάρτυρας αυτής της οργανικής του αλλαγής, για χάρη του εκάστοτε ρόλου) και η καθαρά "επαγγελματική" διάσταση του ηθοποιού, παίζει το δικό της ρόλο, μπαίνοντας βαθιά στην ουσία μιας μυθοπλαστικής, σινεματικής κατάστασης μέσα στην οποία εμείς βλέπουμε έναν ηθοποιό, ο οποίος υποδύεται έναν ηθοποιό, ο οποίος υποδύεται πολλούς και διάφορους ρόλους.  Και πάλι ο Carax δε το παρουσιάζει αυτό απογυμνωμένο από την βάση προέλευσης, αλλά σου λέει εμφανέστατα "φίλε, αυτό που βλέπεις είναι ένα προϊόν μυθοπλασίας, μέσω του οποίου θέλω να σου παρουσιάσω τη δική μου ιστορία για τον κινηματογράφο".  Όχι τη δική μου κινηματογραφική ιστορία, αλλά τη δική μου ιστορία για τον κινηματογράφο.  Και αυτό ακριβώς είναι που έχει κάνει το "Holy Motors" talk of the town εδώ και καιρό.


Η μπρεχτική διάσταση του "Holy Motros" γίνεται χειροπιαστή σχεδόν στη σκηνή όπου ο Levant υποδύεται τον ετοιμοθάνατο γέρο.  Όταν έπειτα από το λογύδριο της ανιψιάς του, ξεψυχήσει, στη συνέχεια σηκώνεται από το κρεβάτι, και αφού συστηθεί με την ανιψιά/ηθοποιό, αποχωρεί από το δωμάτιο.  Προσωπικά τοποθετώ τη συγκεκριμένη σκηνή στις αγαπημένες μου της ταινίας, ακριβώς γιατί ο φαντασιακός ιστός που πλέκεται από τον κινηματογράφο και το γεγονός οτι είναι μια υποκριτική κατάσταση, φαίνεται με τον πιο απροκάλυπτο τρόπο.
Μέσα βέβαια σε όλη αυτή την αλληγορική ιστορία του Carax, αναφορικά με το θαυμάσιο, προκλητικό, ιδιαίτερο, ξεχωριστό και "ψεύτικο" σύμπαν του κινηματογράφου (ένα σύμπαν όμως που τόσο τεχνηέντως μιμείται τη ζωή, αλλά και τούμπαλιν), η ουσιαστική παραφωνία η οποία προσωπικά μου κλότσησε, ήταν η απουσία της φόρμας.  Μπορεί δηλαδή ο Carax να σκηνοθετεί μια ταινία για τον κινηματογράφο, όταν όμως από αυτή λείπει το στοιχειώδες το οποίο πάει χέρι-χέρι μαζί του, τότε για εμένα δεν είναι ένα ολοκληρωμένο, οπτικοακουστικό παραμύθι, αλλά περισσότερο ένα προσχέδιο από το οποίο κάτι λείπει.  Ωραίες όλες οι συμβολικές αναφορές, οι παραπομπές σε κινηματογραφικά είδη και σκηνοθέτες (θα βρείτε μέσα στοιχεία από Tarkovsky και Godard, μέχρι Woody Allen και Bergman, όσον αφορά τη θεματική του προυστικού χρόνου), το μεταφορικό ταξίδι του ήρωα και το τελευταίο πλάνο της ταινίας (όπου για εμένα υπάρχει κιόλας όλα το ζουμί), αλλά πέρα από όλα αυτά, η απουσία της φόρμας είναι σίγουρα αισθητή.  Το μοντάζ των σκηνών, η σκηνοθεσία-κοινωνός μηνυμάτων, η μουσική επένδυση, τα slow motion, τα cut, το στήσιμο της κάμερας, οι λήψεις και ένα σωρό άλλα ζωτικής σημασίας, φορμαλιστικά στοιχεία, μοιάζουν να βρίσκονται στο "Holy Motors" σε ένα απουσιάζων, παράλληλο σύμπαν, το οποίο καμία σχέση δεν έχει με το κινηματογραφικό περιεχόμενο της ταινίας.  Για εμένα η ταινία χάνει κάπου, γιατί εκεί που θα μπορούσε να απογειωθεί με έναν συνδυασμό περιεχομένου-φόρμας, τελικά το δεύτερο θυσιάζεται για χάρη του πρώτου, με αποτέλεσμα ένα-έτσι κι αλλιώς μεγάλο-κομμάτι της αυθεντικής πάστας του cinema, να μένει εκτός.
Ιδιόρρυθμο, διαφορετικό και παραμυθατζίδικο, το "Holy Motors" είναι μια ερωτική επιστολή του Leos Carax, απέναντι στο cinema, την οποία ο καθένας διαβάζει με τον δικό του τρόπο.  Σίγουρα όμως, με τον έναν, ή με τον άλλον τρόπο, του μένει αξέχαστη.  Ακόμα και αν ο Carax δε φαίνεται να μένει απόλυτα πιστός στην μεγάλη του αγάπη...

Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι η Kylie Minogue ξέρει να τραγουδάει, οτι η Eva Mendes είναι η Eva Mendes και οτι το τέλος είναι το κερασάκι στη τούρτα.


No trivia


Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2012

Excision: It's hard being a teenager

Alloha again!  Σήμερις η ταινιούλα για την οποία θα μιλήσουμε είναι για περιορισμένο κοινό μόνο.  Και τι εννοώ με αυτό.  Εννοώ οτι είναι μια ταινία που οι περισσότεροι θα βρουν άρρωστη (και καλά θα κάνουν) και συνεπώς εγώ πρέπει να προειδοποιήσω από τώρα, οτι δεν είναι μια ταινία για όλους, αλλά για λίγους.  Ξέρω βέβαια οτι με αυτό που λέω, εξάπτω ακόμα περισσότερο τη φαντασία σας, αλλά πιστέψτε με, όσοι δε αρέσκεστε σε αλλόκοτες καταστάσεις, δεν αγαπάτε τον κινηματογράφο του Cronenberg και την ωμή βία, το αίμα και τον διεστραμμένο τρόπο σκέψης, τότε σίγουρα το "Excision" θα είναι για σας μια σίγουρη καταστροφή.  Και προκειμένου να μου λέτε μετά 'τι ήταν αυτό που μας πρότεινες να δούμε; είσαι στα καλά σου;', ξεχωρίζω από τώρα τη στάση μου και λέω: αν δεν σας αρέσει αυτός ο κινηματογράφος, τότε καλύτερα για εσάς να αποφύγετε τη ταινία.  Διαλέξτε κάτι άλλο.  Οι υπόλοιποι μπορείτε να συνεχίσετε το διάβασμα.  Και καλή(;) προβολή παιδιά...


Η Pauline (Annalynne McCord) είναι μια έφηβη, αρκετά διαφορετική από ότι οι υπόλοιποι συνομήλικοί της.  Αρχικά η Pauline είναι διαταραγμένη, πάσχει από ακρωτηριαστικές παραισθήσεις που την ερεθίζουν σεξουαλικώς, και που συνήθως περιλαμβάνουν θέματα όπως η αποβολή, ο αυνανισμός μέσα σε λίμνες αίματος, ο αποκεφαλισμός, το σεξ επίσης, μέσα σε πίδακες αίματος, και γενικώς ένα σωρό disturbing πράγματα που καταλαμβάνουν όλη την έκταση του σκοτεινού μυαλού της.
Μπορεί η Pauline να είναι μια άκρως, ψυχιατρική περίπτωση, είναι όμως έξυπνη, ατακαδόρα, γράφει τη θρησκευτική ψυχανάλυση (ναι βεβαίως, υπάρχει και αυτό) στο παρθένο ακόμα, κομμάτι του κορμιού της, αντιδρά απέναντι στη control freak και εντελώς στρίγκλα μάνα της, Phyllis (Traci Lords), ενώ ταυτόχρονα αγαπά όσο δε πάει την μικρότερη αδελφή της, Grace (Ariel Winter) η οποία πάσχει από κυστική ίνωση, και χρείζει διαρκής παρακολούθησης.
Βέβαια η Pauline, έχει να αντιμετωπίσει και τον χλευασμό των ομοίων της στο σχολείο, όπου ανάμεσα σε ξανθιές παρτολο-bimbos και αθλητικούς γόηδες, η ίδια, ξεχωρίζει σαν τη μύγα μες το γάλα.  Και έτσι όμως, περιορίζεται στο πέταγμα δηλητηριωδών ατακών και περιδιάβασης στον κόσμο του μυαλού της, εκεί οπού οι βλέψεις της για καριέρα χειρούργου, έχουν γίνει πραγματικότητα στο πρόσωπο ένα ξανθού της, hot, alter ego που έχει στην διάθεσή του ορδές από γυμνά αντρικά και γυναικεία σώματα, τα οποία ξεσκίζει.  Κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Ω ναι, η Pauline είναι μια επικίνδυνα διαταραγμένη προσωπικότητα.  Το έχει καταλάβει άραγε κανείς;


Tο "Excision" είναι μια από τις κλασικές περιπτώσεις ταινιών, που πέρα από ένα μικρό πέρασμα από διάφορα κινηματογραφικά φεστιβάλ, ποτέ δε καταφέρνει να πάρει ευρύτερη διανομή, περιοριζόμενο κυρίως σε μια ολιγοήμερη προβολή, σε κάποια underground αίθουσα των Ηνωμένων Πολιτειών, ή ακόμα πιο συνηθισμένα, στην απευθείας κυκλοφορία του σε DVD και BluRay.  Έτυχε μάλιστα σήμερα, 16 Οκτωβρίου, να είναι η μέρα που η ταινία θα κυκλοφορήσει στα dvd-άδικα (έτσι τα λένε άραγες;) της Αμερικής.  Το ενδιαφέρον βέβαια στη προκειμένη περίπτωση, είναι πως η ταινία θα κάνει την επίσημη, ευρωπαϊκή της πρεμιέρα στην Αγγλία, και μάλιστα όπως όλα δείχνουν θα παιχτεί κανονικά στις αίθουσες (σοκ και δέος).
Από την άλλη μεριά πάλι, δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς τους λόγους, για τους οποίους τέτοιου είδους ταινίες, δε βρίσκουν ποτέ τον δρόμο τους, προς τις σκοτεινές αίθουσες.
Πέρα από το γεγονός οτι ο σκηνοθέτης της, Richard Bates Jr. (καμία σχέση με τον Norman Bates του "Psycho" αν και σε ιδιοσυγκρασία, δε λες οτι διαφέρουν και πολύ) είναι ένα νέο παιδί, που μετράει στο ενεργητικό του ένα μόνο ακόμη, short φιλμάκι, το οποίο μάλιστα ονομάζεται "Excision" (βλέπετε η ταινία ξεκίνησε σαν short story, και έπειτα έγινε μεγάλου μήκους.  Όπως ακριβώς είχε συμβεί και με το "Teddy Bear" που είχαμε δει λίγο καιρό πριν), αλλά παράλληλα το περιεχόμενο του film είναι τόσο ακραίο και μακάβριο, που μάλλον ο κόσμος δεν λες ακριβώς οτι θα συνέρρεε για να τη δει.  Έτσι κι αλλιώς ξέρουμε όλοι, οτι σε μια εποχή που τα box-offices πρέπει να βγάζουν κέρδος, βασιζόμενα πολλές φορές σε ταινίες, πιο ηλίθιες και από τον Adam Sandler, τις πιο ψαγμένες (οχι απαραίτητα κουλτουρέ, απλά, διαφορετικές) προτάσεις και τις εναλλακτικές επιλογές που έχουν κάτι να σου πουν, πρέπει να τις αναζητήσεις αλλού.  Συνεπώς αν θες να δεις το "Excision" πρέπει να το αναζητήσεις μόνος σου.  Οχι απαραιτήτως κακό, απλώς πραγματικά εκνευριστικό, όταν δε μπορείς να κάνεις ούτε κι αυτό.


Έτσι λοιπόν μετρώντας και μια παρουσία στο φεστιβάλ του Sundance, το "Excision" είναι μια ταινία οπτικά προκλητική (εντάξει, η σκηνοθεσία της είναι απλά ακαταμάχητα άρρωστη), που όμως δε μένει σε επίπεδο τύπου 'νεαρή, διαταραγμένη πρωταγωνίστρια που κάνει καφρίλες, και κανείς δεν έχει καταλάβει οτι είναι βαθιά άρρωστη', αλλά φαίνεται πως ο Bates πάει το πράγμα λίγο παραπέρα, βάζοντας στο τσουκάλι του πολλά, ετερόκλητα στοιχεία, που δημιουργούν ένα film ιδιαίτερο, με μπόλικα κότσια (όσα και αυτά της McCord που δέχθηκε έναν τέτοιο ρόλο) και αλήθειες δοσμένες μέσα από ένα τόσο εφιαλτικό καλειδοσκόπιο εικόνων και συναισθημάτων, που σου είναι αδύνατο να τη σταματήσεις, άπαξ και τη ξεκινήσεις.
Ενδεχομένως το μεγαλύτερο ατού της ταινίας, είναι πως η πρόθεση του Bates είναι διττή.  Από τη μια πλευρά βλέπεις πως όλο το cast που έχει συγκεντρώσει είναι τόσο απροκάλυπτα cult, camp-όπως θέλεις πες το-που δε χωράει αμφιβολία οτι κάπου στο μυαλό του, είχε την ιδέα να φτιάξει έτσι κι αλλιώς μια ταινία, που ισορροπεί ανάμεσα στο κρονενμπερικό gore κομμάτι, εμπλουτισμένη όμως με δόσεις κυνισμού και πραγματικού black humor, άξιοι εμπνευστές των οποίων, είναι όοολοι αυτοί που έχουν μαζευτεί εδώ.


Το ξέρω οτι θες να μάθεις ποιοι είναι, γι' αυτό και θα σου πω.  Έχουμε και λέμε: Traci Lords, ηθοποιός, παραγωγός, σκηνοθέτης, μουσικός, αλλά κυρίως γνωστή για τις b-movie εμφανίσεις, καθώς και την...πορνογραφική της δράση σε ανάλογες ταινίες.  Malcolm McDowell, ο Alex του Κουρδιστού Πορτοκαλιού, έκανε τη καλύτερή του ταινία νωρίς και αναλώθηκε σε μια απενοχοποιημένη, β' καριέρα που λόγω φυσίκ του πάει.  John Waters, περίεργη, cult φυσιογνωμία που όλο και κάπου θα τον έχει πάρει το μάτι σου, ιδιαίτερα αν βλέπεις ταινίες όπως τα "Divine Trash", "Seed of Chucky" και "Blood Feast 2: All You Can Eat".  Α, αρέσκεται επίσης να υποδύεται τον νεκροθάφτη.  Marlee Matlin, οσκαρούχα (για τον ρόλο της στη ταινία "Children of  Lesser God") και εκ γενετής κωφάλαλη, έχει εκμεταλλευτεί εξόχως την ιδιαιτερότητά της, επιλέγοντας ρόλους προκλητικού θηλυκού (κυρίως σε σειρές, όπως στο "The L World") και cult διάστασης (στο "Excision" η συμμετοχή της είναι μικρή, αλλά αξιομνημόνευτη).  Τέλος, μετρήστε και τον 'πιο trash πεθαίνω', Ray Wise, ο οποίος έχει χτυπήσει κολοφώνα δόξας με άπειρες συμμετοχές σε τηλεοπτικές σειρές, και ταινίες με προτίμηση σε αυτές που φέρουν αριθμό στον τίτλο τους ("Sharkskin 6", "Cyxork 7", "7-10 Split").  Έχει στα σκαριά 12 νέες ταινίες, για τη περίοδο 2012-2013.  Nough said.
Καταλαβαίνει λοιπόν κανείς πως αν μη τι άλλο, η επιλογή του cast σίγουρα δεν είναι τυχαία, αφού ο Bates επιδιώκει να δώσει μια b αίσθηση στη ταινία του.  Εκεί που το πράγμα αλλάζει, είναι οτι δε θέλει να μείνει μόνο σε αυτό, αλλά να ενισχύσει το αποτέλεσμά του, με ένα άκρως σοβαρό και ντελιριακό θέμα, τη βαρύτητα του οποίου συνειδητοποιούμε και εμείς κάπου στο τέλος.  Όταν δηλαδή είναι πια αργά.


Ο προβληματικός χαρακτήρας της οικογένειας (όταν κάθονται και τρώνε πρωινό μαζί, είναι σαν να βλέπεις την οικογένεια του Lester Burnham στο "American Beauty" σε όλη την προαστική της ασχήμια), αντικατοπτρίζεται πάνω στην Pauline, η οποία με τη σειρά της αντικατοπτρίζει όλη τη πιθανή μανιοκατάθλιψη, ψευδαισθήσεις, οργή και διαταραγμένο νου, που μπορεί να χαρακτηρίζει ένα άτομο της ηλικίας της.  Η εντελώς ακραία σκηνοθεσία και υπόθεση (σε στιγμές), δεν αναιρεί το γεγονός οτι η σύγχρονη γενιά αντιμετωπίζει πολλά και εσωτερικά προβλήματα τα οποία αν δεν γίνουν αντιληπτά, μπορεί να αποβούν μοιραία για όλους.  Μπορεί η πρωταγωνίστρια να εμφανίζεται ως ένα αντιδραστικό πλάσμα, στην ουσία όμως, πόσοι ξέρουν τι πραγματικά κρύβεται μέσα στη καρδιά και τη ψυχή της;
Προκειμένου μάλιστα να περάσει σε ένα εντελώς σουρεαλιστικό σύμπαν, ο Bates, δε διστάζει να ντύσει τα όνειρα της Pauline με μπλε πλακάκι, και αποστειρωμένο λευκό (δωμάτια που παραπέμπουν σε νοσοκομειακές εγκαταστάσεις), δημιουργώντας έναν φρικαλέο, φαντασιακό κόσμο, στον οποίο οι καταπιεσμένες διαθέσεις της εικονοποιούνται με το αίμα, τη γύμνια και το σεξ, που κυριαρχούν.  Αν σας κάνει εντύπωση το μπλε πλακάκι, σκεφτείτε οτι οι ρόμπες των χειρούργων έχουν παρόμοιο χρώμα.  Yeap, i see what you did here.
Εκτός από την υπόθεση και την τριπαριστή σκηνοθεσία, η MacCord λες οτι είναι και πραγματική αποκάλυψη.  Όταν στη τελική συνηθίζεις να παίζεις το ξέκωλο σε διάφορες σειρές, και την κομπάρσα στις ταινίες, ε δεν είναι και λίγο όταν κρατάς τον πρωταγωνιστικό ρόλο σε μια τόσο "προβληματική" ταινία.  Με λιγδωμένο μαλλί, σπυράκια και την αδιόρατη αίσθηση οτι πρέπει να να βρωμάει και να ζέχνει, η Pauline είναι μια ωρολογιακή βόμβα και αλίμονο σε όποιον βρεθεί δίπλα της, την ώρα που θα σκάσει.  Σκληρή, ξεδιάντροπη και αξιοπρόσεκτα καλή, η McCord δίνει την καλύτερή τη ερμηνεία μέχρι σήμερα.
Το "Excision" είναι μια ταινία για γερά στομάχια και ανοιχτά μυαλά.  Κατευθυνόμενο από άρτια σκηνοθεσία και ντόμπρες ερμηνείες, θα σας στοιχειώσει για πολύ καιρό.  Το γκροτέσκο σε όλο του το μεγαλείο.  Ω ναι...

Τι έμαθα από τη ταινία:  Οτι οι σκηνές που η Pauline προσεύχεται μέσα σε ένα απόλυτα μαύρο κενό, είναι από τις καλύτερες, οτι το τέλος τα λέει όλα, και οτι όταν είσαι σαβουροαπαυτίδης, είσαι σαβουροαπαυτίδης.  Μερικά πράγματα δεν αλλάζουν.


No trivia

Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2012

Eagle vs Shark: Can you spell a-w-k-w-a-r-d?

Hello hello και καλή εβδομάδα σε όλους!  Επιτέλους δροσιά και βροχή, και πόσο απολαυστικό να γράφεις με έναν τέτοιο καιρό έξω;  Μόλις δυο μερούλες έμειναν μέχρι την έναρξη του 18ου φεστιβάλ, Νύχτες Πρεμιέρας, και φαντάζομαι όλοι ετοιμάζετε εισιτήρια και παρτενέρ, προκειμένου να παρευρεθείτε και εσείς στη γιορτή του cinema, που μας έβγαλε και τη πίστη βεβαίως βεβαίως, μέχρι να αρχίσει.  Αν λοιπόν ψάχνετε κάτι να δείτε μέχρι να ξεκινήσει το καθημερινό μας ραντεβού στις αίθουσες του ΙΝΤΕΑΛ, Οdeon Οπερα, και Δαναό, τότε έχω σήμερα για εσάς μια εναλλακτική και πολύ feel good ταινιούλα, από αυτές τις εντελώς ανεξάρτητες και εντελώς χωμένες κάπου στα βάθη του διαδικτύου, που όταν όμως τις ανακαλύψεις, αξίζει τον χρόνο και το ψάξιμο.  Παρόλα αυτά πρέπει να προειδοποιήσω μερικούς, πως η ταινία είναι είναι η προσωποποίηση του indie romance και συνεπώς όσοι δεν αρέσκονται σε αυτό το είδος, καλό είναι να μη την αναζητήσουν.  Όλοι οι υπόλοιποι feel free να την τσεκάρετε και περιμένω οσονούπω τις απόψεις σας.  Here we go!


Βρισκόμαστε κάπου στη Νέα Ζηλανδία του 2007, εκεί που παρά το νέο millennium, ο χρόνος μοιάζει να έχει σταματήσει για τους δυο πρωταγωνιστές, οι οποίοι μπλέκουν σε ένα από τα πιο awkward love stories που έχεις δει σε ταινία.  Για να σου δώσω να καταλάβεις το μέγεθος της weird αυτής κατάστασης, σκέψου τη πρώτη φορά που βγήκες ραντεβού με το αγόρι/κορίτσι που σου άρεσε, τις ελάχιστες κουβέντες που ανταλλάξατε μέσα στη σκοτεινή αίθουσα του κινηματογράφου (ναι ναι, όλοι έχουμε περάσει από ένα τέτοιο ραντεβού, το άβολο μπέργκερ με french fries που απολαύσατε λίγο αργότερα, καθώς και την επιστροφή στο σπίτι στο τέλος, με ή χωρίς φιλί (που κατά έναν περίεργο τρόπο ήταν ένα και το αυτό).  Ωραία.  Τώρα φαντάσου μια σχέση στην οποία να πρέπει καθημερινώς να αντιμετωπίζεις άβολα γελάκια, geeky sex και πέρα βρέχει ατάκες.  Now, you know what i mean?


E λοιπόν αυτή ακριβώς την ατμόσφαιρα θα ζήσεις στο φουλ, αν αποφασίσεις να δεις τη συγκεκριμένη ταινία.  Η Lily (Loren Horsley) είναι μια νεαρότερη, ξεπατικωσούρα της Gillian Anderson, με ελιά πάνω στα χείλη, αυτοπεποίθηση παρατημένου κουταβιού, μαλλί που ακολουθεί πιστά τον νόμο της βαρύτητας και κοινωνική ζωή μονίμως καρφωμένη κάτω από τους μηδέν βαθμούς Κελσίου.  Σε μια προσπάθεια να ανεβάσει τη θερμοκρασιακή της βελόνα σε λίγο πιο hot αριθμούς, η Lily που εργάζεται σε ένα μπεργκεράδικο ονόματι "Meaty Boy", θα προσπαθήσει να διεκδικήσει τη προσοχή του μεγάλου της έρωτα, με κάθε πιθανό τρόπο: χαμογελώντας σπασμωδικά, γουρλώνοντας τα μάτια, στραβώνοντας το στόμα σε φάση 'περαστική ημιπληγία' και κερνώντας τηγανητές πατάτες deluxe.  Όπως δηλαδή κάνει κάθε μια από εμάς για να ρίξει το πολυπόθητο γκομενάκι.  Τςςς...
Από την άλλη πλευρά, ο μεγάλος έρωτας, ακούει στο όνομα Jarrod (Jemaine Clement), αγαπημένο του ζώο είναι ο αετός (o vintage κατά προτίμηση), φοράει παλιακά πατομπούκαλα πορνοστάρ των '70s, κουρεύεται στον μπαρμπέρη του macgyver, διατηρώντας το mullet του θελκτικό, κατασκευάζει freeky κεριά, παίζει video games εποχής atari, διατηρεί πλήρη συλλογή φονικών όπλων Ninja (suriken και nunchaku ftw) και έχει βάλει σκοπό της ζωής του, να κατατροπώσει τον άνθρωπο που του έκανε τον βίο αβίωτο στο σχολείο.  Ξέρετε τώρα, με badass πορτοκαλί μπαντάνα στο κεφάλι και κακά, '80s αεροκλωτσίδια.
Και επειδή ένα τέτοιο άτομο προφανώς και εκπέμπει απαράμιλλη γοητεία, κοίτα να δεις που το γλυκό τελικά δένει, η Lily επισκέπτεται μαζί του την γενέτειρα πόλη, και ο Jarrod αρχίζει την προετοιμασία του, προκειμένου να δείξει στην σαμοανή νέμεσή του, Eric Elisi, τι εστί βερίκοκο.  Χα.


Το όνομα Taika Waititi σου λέει κάτι;  Οχι;  Ούτε κι εμένα μου έλεγε, οπότε μπορείς να καταλάβεις τον λόγο που εντυπωσιάστηκα όταν αποφάσισα να τσεκάρω λίγο το profile του συγκεκριμένου τύπου (ναι δεν είναι τύπισσα, και εγώ αυτό νόμιζα στην αρχή), καθώς εκεί βρήκα πως οχι μόνο έχει κάνει διάφορες δουλειές σε κινηματογράφο και τηλεόραση, οχι μόνο έχει τσιμπήσει μια υποψηφιότητα για Oscar σε κατηγορία short film, αλλά αποτελεί επίσης κλασική, σκηνοθετική επιλογή διαφόρων κινηματογραφικών φεστιβάλ ανά τον κόσμο, ενώ εκτελεί και χρέη ηθοποιού, εκτός από αυτά του σκηνοθέτη, με τον τελευταίο του ρόλο να εντοπίζεται στο-δυστυχώς-κακό, "Green Lantern".
Ο φίλος μας λοιπόν, με την καταγωγή από τους Μαορί της Νέας Ζηλανδίας, μετράει στο ενεργητικό του το "Eagle vs Shark", που αποτέλεσε και το κινηματογραφικό του ντεμπούτο, καθώς και μια ακόμη πολυβραβευμένη ταινία, το "Boy" (2010).  Από εκεί και πέρα φαίνεται πως έχει ασχοληθεί περισσότερο με δουλειές για την τηλεόραση, με πιο γνωστή ίσως τη σειρά "The Flight of the Conchords", που θέτει στο επίκεντρο μια folk μπάντα με την ίδια ονομασία, που προσπαθεί να βρει τον δρόμο της στην Νεα Υόρκη, και τον Jemaine Clement να κρατάει και εδώ έναν από τους βασικούς ρόλους.  Η σειρά έχει βρεθεί υποψήφια ουκ ολίγες φορές για βραβείο Emmy (δέκα συγκεκριμένα), ενώ διαθέτει και ένα αρκετά ισχυρό ρεύμα θαυμαστών, από θεατές που αρέσκονται σε πιο υποδόρια, κωμικές σειρές.
Αν παρόλα αυτά αρέσκεσαι και σε πιο περίεργο χιούμορ, από αυτό που δεν είναι ακριβώς χιούμορ, αλλά πιο πολύ αυτοσαρκασμός, και από εκείνες τις ατάκες που σκάνε στα μούτρα σου ξαφνικά, συνειδητοποιώντας το μέγεθος του περιεχομένου τους και αποφασίζεις να το φιλοσοφήσεις το θέμα, και ίσως μετά να γελάσεις κάπως πικρά, τότε το "Eagle vs Shark" είναι μια ταινία στην οποία θα τα βρεις αυτά.  Όπως, θα βρεις και άλλα...more or less.


Το "Eagle vs Shark" (σε περίπτωση που αναρωτιέσαι από που πήρε τον τίτλο του, μάθε οτι προέρχεται από τα αντίστοιχα, αγαπημένα ζώα των ηρώων, τα οποία μάλιστα υποστήριξαν ενδυματολογικώς σε ένα μασκέ, ζωο-πάρτι) θα μπορούσε εύκολα να χαρακτηριστεί ως το νόθο δημιούργημα του Wes Anderson, και τολμώ να πω οτι κατά κάποιον τρόπο η ταινία κατατάσσεται στη κατηγορία, 'hipster, before it was cool' (well, hipsters gonna hate).
Αν έχεις δει πρόσφατα το "Moonrise Kingdom", θα διαπιστώσεις πως τα παστέλ χρώματα, οι πρασινωπές αποχρώσεις, η φωτογραφία, αλλά και το γενικότερο feeling που αποπνέει, ομοιάζει πολύ σε αυτό το ανεξάρτητο, νεοζηλανδικό κατασκεύασμα, και σε κάνει να αναρωτιέσαι ποιος εμπνέεται από ποιον.  Ακόμα και αν αυτό όμως, δεν έχει και τόση σημασία, σίγουρα θα διαπιστώσεις και από μόνος σου, το πόσο εύκολο (και στη προκειμένη περίπτωση θετικό) είναι να επικρατήσει μια κάποια συγκεκριμένη τάση στη σκηνοθετική ματιά των δημιουργών, φέρνοντας έτσι στο προσκήνιο τα κατά καιρούς trends με τα οποία πορεύονται οι λιγότερο, αλλά και οι περισσότερο γνωστοί σκηνοθέτες του σύγχρονου κινηματογράφου.
Όσον αφορά τη θεματική της ταινίας, σίγουρα εν ολίγοις αποτελεί ένα indie ρομάντζο, πολύ διαφορετικό από τα ρομάντζα του σωρού, αλλά που εκ των πραγμάτων είναι ακριβώς αυτό: μια corky ιστορία αγάπης, με ακόμα πιο ιδιόρρυθμους χαρακτήρες απ'οτι συνήθως.  Εξάλου δεν είναι περίεργο πως οχι μόνο οι κεντρικοί μας χαρακτήρες, αλλά ο κοιωνικός τους περίγυρος, χαρακτηρίζονται από αυτή την αλλοπρόσαλλη, αλλά τόσο cute λοξότητά τους ως άνθρωποι (ο πατέρας του Jarrod για παράδειγμα, κινείται με αναπηρικό καροτσάκι ενώ περπατάει κανονικά, η αδελφή του και ο άντρας της, έχουν κολλήσει θαρρείς στο παρελθόν, ντυμένοι με εκείνες τις cult, γυαλιστερές φόρμες γυμναστικής, ενώ ο φίλος του Jarrod, Mason, είναι ένας περίεργος, σπυριασμένος τυπάς που βλέπει με τις ώρες πορνό στον υπολογιστή του).  Και ενώ μεμονωμένοι, όλοι αυτοί οι χαρακτήρες θα αποτελούσαν απλά, κοινωνικούς παρίες, συγκεντρωμένοι στο πλαίσιο μιας οικογένειας, δε φαίνονται και τόσο εξωπραγματικοί.  Κάθε άλλο, φαίνεται απλά να πορεύονται με μια κοσμοθεωρία και σε έναν κόσμο, δικής τους έμπνευσης, ακριβώς όπως και οι ήρωες του Wes Anderson.  Καλά, και με μπόλικες δόσεις '80s στυλ.


"I guess i've gotta keep creating or i'll just die", λέει ο Jarrod στη Lily και πάνω που έχεις αρχίσει να μπαίνεις στο κλίμα ενός socially awkward δεσμού, προσγειώνεσαι στιγμιαίως με αυτή την ατάκα, μόνο για να 'απογειωθείς' αργότερα με το εξίσου αποστομωτικό "where they too fat?", στη δήλωση της Lily "my parents died from heart attacks"...
Η ταινία αποτελεί στην ουσία μια διαρκή εναλλαγή ανάμεσα στο φευγάτο, και την επιστροφή στη πραγματικότητα, και παρά την ονειροπαρμένη και κάπως εκτός αλήθειας διάστασή της, εντούτοις, καταφέρνει και βγάζει ξεκάθαρο νόημα, από τη στιγμή που οι χαρακτήρες της, είναι άτομα που αντιμετωπίζουν έτσι κι αλλιώς, τα καθημερινά προβλήματα της ζωής τους.  Μπορεί δηλαδή να μιλάμε για την περίεργη ιστορία αγάπης, δυο εξίσου περίεργων και-με τον δικό τους τρόπο-ασυμβίβαστων νεαρών, στη τελική όμως ο καθένας παλεύει για κάτι χειροπιαστό: η μια για τον πραγματικό έρωτα, και ο άλλος για τον εξορκισμό των παλιών του δαιμόνων και την αποκατάσταση των σχέσεων με την οικογένεια και κυρίως τον πατέρα του.
Εκτός από τη ξεκάθαρη διάθεση του σκηνοθέτη να πρωτοτυπήσει όσο μπορεί θεματικά, επιδιώκει κάτι αντίστοιχο και από πλευράς κινηματογράφησης, με πολλαπλά cut, γκρο πλάνα και τις παρεμβολές μερικών ολιγόλεπτων, stop motion πλάνων, τα οποία προσδίδουν στην ταινία ακόμη πιο έντονο χαρακτήρα ανεξάρτητης προσπάθειας.  Παράλληλα, οι τόνοι κρατούνται χαμηλοί, η φωτογραφία των καταπράσινων τοπίων και του γαλανού ουρανού είναι ονειρεμένη, ενώ στο όλο "Napoleon Dynamite" feeling, έρχεται και προστίθεται και το υπέροχο, μελωδικό και γιουκαλιλικό soundtrack του film, δια χειρός 'The Phoenix Foundation' (αναζητήστε τους).
Αν λοιπόν αγαπάτε τα ιδιαίτερα, awkward και άνευ καλουπιού love stories με extra δόσεις χρώματος, μουσικής και περίεργης ομορφιάς, τότε επιλέξτε την και δε θα χάσετε.

Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι ο αποθανών αδελφός του Jarrod, είναι ο ίδιος ο σκηνοθέτης, οτι ένα θέμα με τις τίγρεις το έχουν στη Νέα Ζηλανδία (είναι απλά 'παντού') και οτι η ατάκα του Jarrod "I'm complex", θα με ακολουθεί για καιρό.



No trivia

Πάρτε και ένα δείγμα από τη μουσική διάθεση της ταινίας.


Παρασκευή 29 Ιουνίου 2012

Dead Ringers: Separation can by a terrifying thing...

Καλημέρες καλημέρες!  Παρασκευή σήμερα και πως έγινε πάλι και πέρασε έτσι ένας μήνας χωρίς να το καταλάβω, δε ξέρω.  Πρωτομηνιά την Κυριακή, τελικός του Euro τη Κυριακή, έχασε και η Γερμανία χθες και πολύ το ευχαριστήθηκα, αλλά είδα και μια ταινία μετά τον αγώνα, την οποία τη λες και σάπια (χωρίς να είναι και πάρα πολύ).  Όταν βέβαια τσεκάρεις και δεις οτι σκηνοθέτης είναι ο Cronenberg, όλα γίνονται πιο ξεκάθαρα.  Η αλήθεια είναι πως το "Dead Ringers" είναι μια ταινία για τους fan και μόνο, καθώς νομίζω πως όσοι υπόλοιποι αποφασίσετε να τη δείτε θα τη βρείτε 1) άρρωστη και 2) μάλλον κακοπαιγμένη (ενώ στην ουσία συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο).  Ξεκινάμε λοιπόν με "Dead Ringers"...


Τα αδέλφια Mantle (ο Bev(erly) και ο Elly(Elliot), τα οποία παίζονται εξίσου από τον Jeremy Irons) είναι δυο δίδυμοι και πολύ επιτυχημένοι γυναικολόγοι, οι οποίοι από πολύ μικρή ηλικία είχαν δείξει μια ιδιαίτερη κλίση στο να...ανοίγουν ανθρώπους (πλαστικά, ιατρικά ανθρωπάκια στην αρχή και αργότερα κανονικά πτώματα στη Σχολή τους) και να εξετεάζουν με μεγάλη προσοχή των εσωτερικό τους κόσμο, τον οποίο τόσο πολύ αγαπούσαν.  Βέβαια επειδή αγαπούσαν πολύ και τις γυναίκες, αποφάσισαν να ακολουθήσουν το δρόμο της γυναικολογικής καριέρας.  Πέρα όμως από την επιτυχία τους σε αυτόν τον τομέα, τα αδέλφια Mantle έχουν μεγάλη πέραση και στο ασθενές φύλλο, μιας που και η δουλειά τους ενδείκνυεται για γνωριμίες με αιθέριες υπάρξεις.  Αν και ο Bev, ο πιο συνεσταλμένος και μαζεμένος από τους δυο, δε το βρίσκει αυτό απόλυτα ηθικό, εντούτοις δε λέει οχι σε κάποια γυναίκα που φροντίζει να του πασάρει ο πιο πρωχωρημένος και ξεπεταγμένος Elly, αφού φυσικά την έχει και ο ίδιος 'δοκιμάσει'.  Όταν μια μέρα καταφτάσει στο ιατρείο τους μια διάσημη σταρ του κινηματογράφου, η Claire (Genevieve Bujold), τότε τα δυο αδέλφια θα βρουν και πάλι την ευκαιρία να...περάσουν καλά μαζί της.  Και ενώ ο Elly εξακολουθεί να αποτελεί τον Κύριο 'ψεκάστε-σκουπίστε-τελειώσατε', ο Bev φαίνεται να την ερωτεύεται σιγά σιγά, γεγονός που μόνο προβλήματα μπορεί να φέρει στη σχέση με τον αδελφό του.  Σύντομα και οι δυο θα καταλάβουν οτι ο 'αποχωρισμός, μπορεί όντως να αποτελέσει ένα τρομακτικό πράγμα'...


Εντάξει ο Cronenberg δε χρειάζεται συστάσεις, μιας που όλοι γνωρίζουμε περί της περίεργης, αλλά τόσο δημιουργικής προσωπικότητάς του και επίσης έχουμε ξαναδεί δουλεία του μέσα από το blog.  Παρόλα αυτά αξίζει να σημειώσουμε και πάλι, κανα δυο πραγματάκια αναφορικά με τις θεματικές των ταινιών του τις οποίες συναντούμε και στο "Dead Ringers".
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά trademarks στις ταινίες του είναι ο φόβος (ή καλύτερα ο τρόμος και σε συγκεκριμένες καταστάσεις ακόμα και η σεξουαλική διέγερση) που μπορεί να προκληθεί σε ένα άτομο εξαιτίας κάποιας σοβαρής και ιδιαίτερης ιατρικής κατάστασης ("Crash"), μιας μετάλλαξης ("The Fly") ή ενός παράσιτου ("Shivers").  Ο Cronenberg φροντίζει να θέτει πάντα παρόντα στις ταινίες του θέματα που χρείζουν εύκολα περαιτέρω ερμηνείας, και περιλαμβάνουν φροϋδικές αναλύσεις, ομοφυλοφιλικούς φόβους των ηρώων (όπως γίνεται ξεκάθαρα και εδώ), σεξουαλικές διαστροφές, καταπιεσμένα πάθη, βία, gore αισθητική και εν τέλει έναν ύμνο πάνω τον καμβά που ακούει στο όνομα, ανθρώπινο σώμα.
Ο Cronenberg ήταν πάντα από τους σκηνοθέτες που τολμούσε να ωθήσει τα προσωπικά του όρια (αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις και αυτά των θεατών του) ακόμα παραπέρα, καθιστώντας δυσδιάκριτο ένα εν δυνάμει τέλος στις αισθητικά προκλητικές και twisted ιστορίες του.  Εξάλλου εκ των πραγμάτων, η ενασχόλησή του με τις δυνατότητες του ανθρώπινου σώματος και όλων των πιθανών βασανιστηρίων που μπορεί να υποστεί αυτό (ακόμα και η φυσική διαδικασία της γέννας, παίρνει στο "The Brood" τη μορφή μιας φριχτής, αλλά και μεταφορικής 'πραγματικότητας') τον αναγκάζει να αναζητήσει τις εικόνες του σε μια εναλλακτική  καθημερινότητα στην οποία το φυσιολογικό και το περίεργο, βρίσκουν ένα κοινό πάτημα.  Το "Dead Ringers" δε θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση.


Όπως ακριβώς και οι Ασιάτες δημιουργοί οι οποίοι έχουν τη δική τους παράδοση απέναντι σε ταινιακές παραδοξότητες και θέματα που οδηγούν στα άκρα, έτσι ακριβώς και ο Cronenberg δε μασάει τα λόγια του, δημιουργώντας απόκοσμους-κόσμους μέσα στα πλαίσια μιας κατά τα άλλα φυσιολογικότητας, και εντείνονοντας το ενδιαφέρον, όσων αρέσκονται στις ταινίες του (κακά τα ψέματα τον Cronenberg είτε τον αγαπάς, είτε τον σιχαίνεσαι), περί κάποιου διδακτισμού ή και κοινωνικού σχολιασμού σχετικά με τον σύγχρονο τρόπο ζωής και τον ίδιο τον άνθρωπο.
Για παράδειγμα το "Tetsuo" του Ιάπωνα Shin'ya Tsukamoto, είναι ένας cyberpunk, αστικός μύθος σχετικά με την επίδραση της τεχνολογίας πάνω στο άτομο και τα τραγικά και πεσιμιστικά για τον σκηνοθέτη, αποτελέσματά της, τα οποία καταλήγουν να 'καταπιούν' κυριολεκτικά την ανθρώπινη προσωπικότητα.
Στο "Dead Ringers" o Cronenberg χρησιμοποιεί με ευφυέστατο τρόπο την ιδιαίτερη σχέση που λέγεται πως υπάρχει ανάμεσα σε δίδυμα αδέλφια, προκειμένου να εξυμνήσει με τη σειρά του μια σειρά από διαφορετικές συνιστώσες οι οποίες έχουν να κάνουν με την εμμονή, το θηλυκό στοιχείο, την εξάρτηση, τη σεξουαλικότητα, τη δισυπόστατη φύση του ατόμου και τον θάνατο, φροντίζοντας να εμπλέξει στο παιχνίδι του και αυτός το θέμα της-ιατρικής εδώ-τεχνολογίας.
Η ιστορία των δίδυμων γυναικολόγων, αποτελεί και πραγματική ιστορία, από την οποία και επηρεάστηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό ο σκηνοθέτης.  Πιο συγκεκριμένα η τύχη των πραγματικών Stewart και Cyril Markus, ξεδιπλώνεται και στο βιβλίο του συγγραφέα Bari Wood, με τίτλο "Twins" το οποίο προσμετράται στα σεναριακά credits του Dead Ringers.
Η αλήθεια πάντως είναι πως και σε αυτή τη περίπτωση ο Cronenberg επιλέγει μια καθαρά ρεαλιστική ιστορία ως βάση της υπόθεσής του, δίνοντάς της όμως τελικά το δικό του, προσωπικό ύφος και καθιστώντας την μια ακόμη ιδιοφυή και φρικαλέα μεταφορά πάνω στον αθρώπινο ψυχισμό.


Τα δυο αδέλφια Bev και Elly (συγκρατείστε τα ονόματά τους, Beverly και Elly τα οποία παραπέμπουν ξεκάθαρα σε γυναικεία) αποτελούν ένα και το αυτό.  Είναι δυο διαφορετικά σώματα με δυο διαφορετικά μυαλά, που όμως απαρτίζουν στην ουσία την ίδια ολότητα.
Το γεγονός οτι ο ένας είναι πιο ήπιων τόνων, άτολμος με τις γυναίκες και το 'μυαλό' της ιατρικής τους καριέρας, ενώ ο άλλος αποτελεί το γοητευτικό παρουσιαστικό της κοινής τους δουλειάς και τον ξύπνιο, θρασύ χαρακτήρα ο οποίος κερδίζει τη μια γυναίκα μετά την άλλη, δεν είναι τυχαίο, καθώς ο Cronenberg πρέπει να μας δείξει αυτές τις δυο διαφορετικές προσωπικότητες, σαν δυο μισά που δε θα μπορέσουν ποτέ να αποτελέσουν μεμονώμένους, ολοκληρωμένους ανθρώπους, επειδή ακριβώς η μοίρα (και η μήτρα) τους θέλει μαζί.
Πέρα από το γεγονός οτι είναι ολόιδιοι (και ο τίτλος της ταινίας σημαίνει ακριβώς αυτό), αφήνεται να εννοηθεί οτι οι δυο τους θα μπορούσαν να είναι κατά κάποιον τρόπο σιαμαίοι, μιας που από μικροί δε φαίνεται να έχει 'ξεκολλήσει' ο ένας από τον άλλο.  Οι εφιάλτες του Bev οτι είναι ενωμένος με τον αδελφό του και η Claire επιχειρεί να τους χωρίσει (μια φροϋδική εξήγηση θα μπορούσε να μιλάει για ένα οιδιπόδειο ανάμεσα στα δυο αδέλφια), εντείνουν ακόμα περισσότερο την πεποίθηση οτι οι δυο τους είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι μεταξύ τους και οτι ίσως η τόσο έντονη παρουσία μιας γυναίκας στη ζωή τους, μπορεί να αποτελέσει την καταστροφή τους (πλήρης απογαλακτισμός του ενός από τον άλλο).  Η αίσθηση οτι ο Bev και ο Elly αποτελούν τελικά δυο μισά τα οποία μπορούν να υπάρχουν μόνο όταν βρίσκονται μαζί (αυτός είναι και ο λόγος που ζουν στο ίδιο διαμέρισμα) έχει ενισχυθεί στο φουλ από τον Cronenberg, οχι μόνο εξαιτίας του ιδιαίτερου δεσίματός τους ως δίδυμοι, οχι μόνο από τη μεταφορική τους ένωση ως σιαμαίοι, αλλά και από το γεγονός οτι ο σκηνοθέτης αφήνει να εννοηθεί οτι τελικά οι δυο τους ίσως βρίσκονται και σε μια κατάσταση καταπιεσμένης, ομοφυλοφιλικής ανάγκης (εδώ κολλάει και η θηλυπρέπεια των ονομάτων τους) η οποία πνίγεται αφενός από την πραγματικότητά τους ως αδέλφια, και αφετέρου από την σίγουρη καταστροφή του επτιχυμένου, εργασικού τους status quo.  Ο Bev και ο Elly αποτελούν μια αναγκαστικά διασπασμένη, αλλά επί της ουσίας αδιάσπαστη οντότητα, βαθιά προβληματική η οποία τελικά μοιάζει να χρησιμοποιεί τη Γυναίκα ως αποδιοπομπαίο τράγο προκειμένου να μεταβιβάσει πάνω της μια σεξουαλικότητα πνιγηρή και κεκαλημένη.  Αλλά και τόσο ποθητή.


Εν προκειμένου η Γυναίκα αναλαμβάνει εδώ τον ρόλο του βδελύγματος, του μεταλλαγμένου καρπού τον οποίο αρέσκονται να απολαμβάνουν τα αδέλφια, αλλά που στην ουσία δεν είναι αυτό που πραγματικά έχουν ανάγκη.  Έτσι λοιπόν ακόμα και το sex παραπέμπει στην μεταξύ τους, ιατρική διάσταση (βλ. πρώτη και τρίτη φωτό, οι οποίες παρουσιάζουν έντονη ομοιότητα), αλλά και στο υποβόσκον ενδιαφέρον του ενός για τον άλλον (σε μια σκηνή ο Elly καλεί δυο δίδυμες πόρνες για σεξ, βάζοντας την μια να τον λέει Elly και την αλλη Bev, σε μια διεστραμένη προσπάθεια, κατά την οποία ο Elly φαντάζεται να κάνει σεξ με το άλλο του μισό, τον δίδυμό του Bev.  Ή επίσης και με τον εαυτό του).
Για τον λόγο αυτό θα πόνταρα στο γεγονός οτι η Claire παίζει απλά έναν διεκπεραιωτικό ρόλο, πυροδοτώντας δυο κατά πολύ ετεροχρονισμένες αντιδράσεις που κάποια στιγμή θα συνέβαιναν.  Είτε ως δίδυμοι, είτε ως 'σιαμαίοι', είτε ως ομοφυλόφιλοι, είτε και ως όλα αυτά μαζί, τα αδέλφια Mantle μπορεί να θέλουν, αλλά δε μπορούν να ζήσουν μια φυσιολογική ζωή.  Για αυτούς πάντα οι γυναίκες θα αποτελούν έναν απολαυστικό υποδοχέα οχι όμως για πολύ, γιατί στην τελική δε παύουν να έχουν έναν 'mutant vagina' (ή για εμάς τους πιο σώφρονες, έναν απλό γυναικείο κόλπο).
Η σκηνοθεσία του Cronenberg όπως πάντα αποπνέει σήψη και αρρώστια, αλλά αποτελεί μέρος ενός καθαρά προσωπικού στύλ, οπότε δεν μπορείς και να θες να του προσάψεις κάτι.  Σκοτεινιά και ψυχαναγκασμός στο έπακρο, συνθέτουν έναν εφιαλτικό κόσμο των οποίο οι ίδιοι οι ήρωες δημιούργησαν άθελά τους.
Στον διπλό, πρωταγωνιστικό ρόλο ο Jeremy Irons είναι εξαίσιος, αφού πιάνει το νόημα και των δυο χαρακτήρων, τους αποδομεί ιδανικά καο οδηγείται στην πλήρη διάσπαση μέχρι το τέλος της ταινίας.  Στιβαρή και απαιτητική η ερμηνεία του, που όμως με ευκολία καταφέρνει και τα βγάζει πέρα, γεμίζοντας την οθόνη και κανόντάς σε να μη μπορείς να ξεκολλήσεις τα μάτια σου από πάνω του.
Το "Dead Ringers" είναι μια ταινία που ανήκει στην κλασική Cronenberg-ίστικη θεματολογία και είναι τόσο προκλητική και twisted, όσο και η πιο πάνω σκηνή του σεξ.  Δείτε την σίγουρα.

Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι το καλύτερο χρώμα ιατρικής ρόμπας είναι το εκτυφλωτικό κόκκινο, οτι η Genevieve Bujold ήταν τόσο καλή, ώστε μου θύμισε έντονα τον χαρκατήρα της Elena Bonham Carter στο "Fight Club" ως Marla Singer (ίδια ράθυμη ομιλία και τολμηρό βλέμμα) και οτι το "American Psycho" θα μπορούσε να έχει επιρεαστεί στυλιστικά και ως προς το μαύρο χιούμορ του από αυτή τη ταινία.



TRIVIA
  • Η Margot Kidder ήταν η δεύτερη επιλογή του Cronenberg για τον ρόλο της Claire.  Τυχαία μάλιστα η Kidder είχε παίξει και στη ταινία "Twins", του Brian de Palma (πολύ καλή).
  • O Robert de Niro δέχθηκε πρόταση για τον πρωταγωνιστικό ρόλο/-ους, αλλά δε δέχθηκε επειδή όπως υποστήριξε θα ένοιωθε άβολα να υποδύεται τον γυναικολόγο.
(ΠΗΓΗ IMDB)

Παρασκευή 22 Ιουνίου 2012

Kairo (a.k.a Pulse): Death was...eternal loneliness

Γεια σας, γεια σας και πάλι!  Σήμερα σκέφτηκα να ασχοληθούμε και πάλι-μετά από πολύ καιρό όμως-με μια ακόμη γιαπωνέζικη παραγωγή, αυτή τη φορά της κατηγορίας του horror cinema.  Το "Kairo" είναι μια ταινία που διαφοροποιείται αρκετά από τη πληθώρα των 'jump scares' ταινιών, οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι των ασιατικών φιλμ τρόμου, περιλαμβάνοντας ένα μάτσο τρομακτικά πνεύματα και φαντάσματα, τα οποία πετάγονται από το πουθενά και σου κάνουν τη ζωή δύσκολη.  Έτσι λοιπόν μακριά από το "Ju-On" και το "Ringu", το "Kairo" επιχειρεί να εξερευνήσει λιγάκι περισσότερο την ίδια τη φύση του ανθρώπου, τόσο σε μια 'ζωντανή' του εκδοχή, όσο και σε μια 'πνευματική'.  Μια ταινία για τους fans του είδους, που αξίζει να δείτε.  Ξεκινάμε...


Έπειτα από την αυτοκτονία ενός φίλου τους, μια ομάδα κατοίκων της Ιαπωνίας αρχίζουν να βιώνουν περίεργες εμπειρίες, οι οποίες μοιάζουν να σχετίζονται με τους υπολογιστές και πιο συγκεκριμένα το διαδίκτυο.  Την ίδια στιγμή σε ένα άλλο σπίτι, ένας νεαρός προσπαθεί να συνδεθεί στo Internet μόνο για να εγκαταλείψει την προσπάθεια λίγο αργότερα, όταν μια περίεργη εικόνα κάνει την εμφάνισή της στην οθόνη του και η οποία αναπαριστά έναν άνδρα που πλησιάζει ολοένα και περισσότερο, φορώντας μια σακούλα στο κεφάλι του.  Δευτερόλεπτα μετά ένα μήνυμα κάνει την εμφάνισή του: "Do you want to see a ghost?".
Σταδιακά και ενώ οι διαφορετικές ιστορίες των πρωταγωνιστών αρχίσουν να σιγκλίνουν, οι κάτοικοι της πόλης θα βρουν τους εαυτούς τους παγιδευμένους κάπου ανάμεσα στον κόσμο των ζωντανών και των νεκρών.  Και όσο τα πνεύματα από την 'άλλη διάσταση' αρχίσουν να συσσωρεύονται στον δικό μας κόσμο, τόσο περισσότεροι άνθρωποι θα παύουν να υπάρχουν, εξαιτίας αυτής της αμφίδρομης σχέσης που μοιάζει να αναπτύσσεται μεταξύ τους.
Από τη μια πλευρά τα αιώνια πνεύματα, ζουν μια αιώνια μοναξιά, με αποτέλεσμα να αποζητούν και τα ίδια μια ευκαιρία λύτρωσης και ανακούφισης.  Αυτή ακριβώς η ευκαιρία τους δίνεται από τη στιγμή που αρχίζουν να κατακλύζουν τον κόσμο των ζωντανών.  Σε μια απρόσμενη διάδραση με τους ανθρώπους που είναι ακόμα εν ζωή, τα πνεύματα τους στοιχειώνουν γεμίζοντάς τους απόγνωση, μόνο για να πάψουν στη συνέχεια να υπάρχουν και αυτοί, παίρνοντας τη σειρά των πνευμάτων (τα οποία έχουν χαθεί πια στη λήθη) και αναζητώντας με τη σειρά τους, νέους ανθρώπους για στοίχειωμα.  Και η κατάσταση σύντομα ξεφεύγει από κάθε έλεγχο.  Αν υπήρχε δηλαδή κάποιος έλεγχος από την αρχή...


Ο σκηνοθέτης Kiyoshi Kurosawa αποτελεί έναν από τους πιο ενδιαφέροντες, σκηνοθέτες ιαπωνικής καταγωγής, ο οποίος από τη δεκαετία του ΄70 μέχρι και σήμερα εξακολουθεί να παραμένει δραστήριος, προσφέροντας στο κοινό της χώρας του (αλλά και σε όλους εμάς που αγαπάμε τον ασιατικό κινηματογράφο), ταινίες ποικίλων ειδών και περιεχομένου.
Ο Kurosawa (ο οποίος δεν έχει καμία σχέση με τον Akira) δημιουργεί στη προκειμένη περίπτωση μια ταινία τρόμου/θρίλερ, με βάθος, ουσία και διδακτισμό, τον οποίο μπορεί κανείς να εντοπίσει σχετικά γρήγορα αν έχει διάθεση και όρεξη να ψάξει το "Kairo" λιγάκι παραπάνω.
Με έντονο το κλειστοφοβικό στοιχείο και ακολουθώντας την πεπατημένη (μόνο ως ένα βαθμό) των ιστοριών με πνευματοφαντάσματα, ο Kurosawa στήνει ένα απόλυτα καταθλιπτικό και μοναχικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο ο άνθρωπος αντιμετωπίζει τη ζωή με τρόπο μίζερο και χωρίς κανέναν ουσιαστικό λόγο ύπαρξης.
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως από την αρχή της ταινίας, δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε τους ήρωες να ανήκουν σε κάποια ευρύτερη, κοινωνική ομάδα, αφού παραπέμπουν περισσότερο σε αποτραβηγμένες από κάθε μορφή επαφής φιγούρες, παρά σε κοινωνικά όντα.  Επόμενο είναι λοιπόν πως μέσα σε ένα τέτοιο ζοφερό περιβάλλον, ο 'άλλος κόσμος' έχει τη δυνατότητα οχι μόνο να εισβάλει στην πραγματική διάσταση, όπως την ζούμε καθημερινά όλοι μας, αλλά και να αναταράξει τις ισορροπίες της σε τέτοιο βαθμό, ώστε ένα post apocalyptic μέλλον, να μην είναι τελικά και τόσο παράλογο...


Αν ήθελε κανείς να δώσει μια σαφέστατη εξήγηση σχετικά με το τι συμβαίνει ακριβώς στη ταινία, μάλλον θα δυσκολευόταν και δικαιολογημένα, καθώς η ιστορία της καταπιάνεται με ένα σωρό θέματα, τα οποία έχουν να κάνουν τόσο με το παρόν, όσο και με το παρελθόν.
Αρχικά η τίνι τρόπω, εμμονή τις γιαπωνέζικης κουλτούρας με την τεχνολογία και όλα τα καλά, αλλά και τα δεινά που απορρέουν από αυτή, αποτελεί ένα κλασικό μοτίβο το οποίο συναντά κανείς στη παράδοσή της, τα ήθη και έθιμά της, τον σύγχρονο τρόπο ζωής της, ακόμα και στα manga, τα anime και τις ταινίες της, κυρίως αυτές του horror είδους.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα ταινίας είναι φυσικά και το "Tetsuo" ένα industrial, cyberpunk ταινιάκι, γεμάτο από μια μεταφορική, κακή επίδραση της τεχνολογίας πάνω στον άνθρωπο.  Όσο disturbing είναι το Tetsuo, άλλο τόσο είναι και το "Kairo" αν και σε μια ξεκάθαρα πιο μιουταρισμένη κατάσταση, η οποία όμως περνάει και πάλι το βασικό της μήνυμα: η τεχνολογία αποξενώνει τους ανθρώπους, γκρεμίζει τις διαπροσωπικές σχέσεις και οδηγεί στην αναπόφευκτη μοναξιά.
Το γεγονός οτι τα πνεύματα χρησιμοποιούν κατά κάποιον τρόπο, ως πέρασμα για τον ερχομό τους στον δικό μας κόσμο, το Internet, μόνο τυχαίο δεν είναι, καθώς ο Kurosawa δίνει αυτομάτως το στίγμα των καιρών μας.  Όπως ακριβώς όλοι μας αποτελούμε απλώς 'φαντάσματα' του διαδικτύου, όταν καθόμαστε μπροστά από μια οθόνη, χωρίς πρόσωπο και χωρίς σώμα, έτσι ακριβώς και τα φαντάσματα επιλέγουν αυτό το μέσο προκειμένου να κάνουν τη παρουσία τους αισθητή.  Η τραγική ειρωνία σε ολόκληρο το μεγαλείο της...


Πέρα από την αλλοτρίωση που υφίσταται κανείς εξαιτίας της τρομακτικής εισβολής της τεχνολογίας στις ζωές μας (οπού τότε σε σχέση με σήμερα, αποτελούσε απλά ένα μικρό, απειροελάχιστο βήμα), ο Kurosawa προχωράει το παιχνίδι του ένα βήμα παραπέρα, δίνοντας μόνο θραύσματα λογικής σχετικά με το γιατί από τη στιγμή που κάποιος βλέπει ένα πνεύμα, στη συνέχεια δίνει τέλος στη ζωή του.  Μα είναι απλό, φαίνεται να μας λέει.  Η απόλυτη μοναξιά την οποία βιώνει ένα πνεύμα, έρχεται και ταυτίζεται με τρόπο απρόσμενο, με την έντονη μοναξιά την οποία ζουν εκατομμύρια συμπολίτες μας, ακόμα και όταν βρίσκονται μέσα σε κόσμο.  Είτε το ερμηνεύσεις ως ψυχική διαταραχή, είτε απλώς ως αποξένωση από τους πάντες και τα πάντα, η μοναξιά είναι ένα γεγονός πικρό και δύσκολο.  Πως θα μας φαινόταν λοιπόν αν ένα φάντασμα ερχόταν και μας ενημέρωνε πως η ζωή πέρα από το απόλυτο άπειρο, είναι και πάλι ένας ατέρμονος αγώνας για συντροφικότητα, παρέα και κοινωνικοποίηση;
Αυτή ακριβώς η τρομερή αποκάλυψη φαίνεται πως πυροδοτεί και τις ανάλογες αντιδράσεις, οδηγώντας σταδιακά έναν μεγάλο αριθμό ατόμων, στην αυτοκτονία.  Από τη στιγμή που η πρώτη επαφή με το πνεύμα πραγματοποιηθεί, εκείνο παύει να υπάρχει, χαμένο πλέον για πάντα, ενώ τη θέση του παίρνει ο νεο-νεκρός ήρωας, ο οποίος με τη σειρά του θα πρέπει να αναζητήσει έναν άλλο άνθρωπο προκειμένου να εξουδετερώσει την αβάσταχτη, χημική ένωση της μοναξιάς, να χαθεί με τη σειρά του και πάει λέγοντας.
Γίνεται φανερό εδώ πως ο σκηνοθέτης, εκτός από θέματα ηθικής (είναι τελικά η τεχνολογία καλή η κακή; η φύση της, της δίνει το θετικό ή το αρνητικό πρόσημο, ή η χρήση της από τους ανθρώπους;), θέτει και θέματα φιλοσοφικής και υπαρξιακής διάστασης, καθώς ένα από τα αέναα ερωτήματα του ανθρώπου είναι το τι υπάρχει μετά θάνατον.  Εδώ ο Kurosawa είναι πεσιμιστής (μπορεί και ρεαλιστής).  Το μόνο που υπάρχει, είναι οτι υπάρχει και στον κόσμο που ζούμε και αναπνέουμε: μια ατέλειωτη μοναξιά και μια αιώνια λήθη.  Μόνοι γεννιόμαστε και πεθαίνουμε μόνοι...


Αν θέλετε και κάτι ακόμα από τη ταινία, προσθέστε και την εξαιρετική eery κατάληξη όσον πεθαίνουν, οι οποίοι αρχικά μένουν ως αποτύπωμα πάνω στον τοίχο ή το πάτωμα, εκεί ακριβώς οπού πέθαναν και στη συνέχεια απλά χάνονται, μετατρεπόμενοι σε μαύρη σκόνη.
Μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση την οποία διάβασα σε διάφορα forums, έχει να κάνει με το γεγονός πως αυτό το μαύρο στίγμα που μένει πίσω από τους νεκρούς, ομοιάζει με το αντίστοιχο το οποίο είχε εντοπιστεί στο Ναγκασάκι και τη Χιροσίμα, αμέσως μετά τη ρήξη της ατομικής βόμβας από τους Αμερικάνους.  Σύμφωνα με μαρτυρίες, όσοι βρίσκονταν κοντά στο σημείο της έκρηξης, εξαϋλώθηκαν αμέσως αφήνοντας πίσω τους το αποτύπωμα της 'σκιάς' τους πάνω στους τοίχους, καθώς και τα ρούχα τους.  Η ανθρώπινη σάρκα άφηνε απλά ένα ίχνος παρελθοντικής παρουσίας και αυτό είναι όλο.  Έτσι λοιπόν, πολλοί παρομοιάζουν το "Kairo" ως μια ταινία που θέτει επί τάπητος, και το θέμα του πολέμου, έτσι όπως από πρώτο χέρι τον βίωσε αυτό το έθνος.  Αν σκεφτεί μάλιστα κανείς και το τέλος της ταινίας, τότε σίγουρα θα μπορέσει να εντοπίσει κάπου εκεί, μια εν δυνάμει, φριχτή αναπαράσταση της βιαιότητας, της ωμότητας και της θανατίλας ενός πολέμου.  Και στη τελική, κάπως έτσι φαίνεται πως λειτουργεί και η ιδέα του καλωδιακού περάσματος ενός πνεύματος στον κόσμο μας.  Ως ο ύστατος πόλεμος της ανθρωπότητας.
Η σκηνοθεσία του Kurosawa είναι σκοτεινή και μίζερη, με μουντά χρώματα, σε έναν κόσμο απομυζημένο από το παραμικρό συναίσθημα χαράς και κουράγιου.  Οι ερμηνείες των ηρώων είναι μετρημένες, χωρίς υπερβολές αυτή τη φορά, υπακούοντας στην αλληγορική σημασία της ταινίας, αλλά και στην πιθανότητα όλη αυτή η υπόθεση να αποτελεί τελικά μια νέα, καταστροφική για τους ανθρώπους, συνέπεια.  Συνέπεια που απορρέει από τον δικό μας εγωισμό και την αυξανόμενη κατάθλιψη που σκοπεύει να καταπιεί τα πάντα.
Δυσοίωνο και σκοτεινό, το "Kairo" λειτουργεί σαν μια κινηματογραφική αλληγορία πάνω σε πολλαπλά θέματα, όπως η τεχνολογία, η μοναξιά και οι συνέπειες ενός πολέμου.  Πολλά από όσα δείτε δεν έχουν μια χειροπιαστή εξήγηση στα πλαίσια της ταινίας, αλλά δε χρειάζεται κιόλας.  Ο καθένας μπορεί να οδηγηθεί στα δικά του συμπεράσματα.  Έτσι κι αλλιώς μιλάμε για μια ταινία που θα μείνει στο μυαλό σας για πολύ, πολύ καιρό...

Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι και ο καπετάνιος μπορεί να συμβολίζει κάτι (ίσως εκείνον που μετέφερε τις ψυχές τον νεκρών από τον Αχέροντα στον Άδη;), οτι τα φαντάσματά τους δε θα σταματήσουν να με φρικάρουν ποτέ, και οτι η μουσική που σιγοντάρει τη ταινία θα ήταν ικανή να σε κάνει να χεστείς πάνω σου, ακόμα και αν έβλεπες κωμωδία.



No trivia

Τετάρτη 6 Ιουνίου 2012

A l'interieur (a.k.a Inside): A disturbingly gory piece of movie

Χαιρετώ για ακόμη μια φορά και επί τη ευκαιρία, να πω και ένα welcome στα καινούρια μέλη του blog.  Γεια σας λοιπόν : ).  Λοιπόν σήμερα και εν αναμονή του "Prometheus" για το οποίο τρέφω ακόμα κάποιες ελπίδες οτι μπορεί και να φτάσει τις προσδοκίες μου, θα μιλήσουμε για ένα low budget ταινιάκι, γαλλικής παραγωγής για το οποίο πρέπει να προειδοποιήσω από τώρα. Όσοι δεν αρέσκεστε στα μακάβρια horror films, τις έντονα slash στιγμές και το αίμα που ρέει άφθονο, δεν έχετε κανέναν απολύτως λόγο να συνεχίσετε να διαβάζετε την κριτική.  Οχι τίποτα άλλο, αλλά μπορεί μετά να μπείτε στον πειρασμό, να την δείτε και μετά να με κατηγορείτε που δε θα μπορείτε να κλείσετε μάτι το βράδυ : P.  Για να εξηγούμαστε λοιπόν, το "Inside" δεν είναι μια ταινία για ευαίσθητα στομάχια και καρδιές, so όσοι δεν αντέχετε, stay away!




H Sarah (Alysson Paradis) είναι μια νεαρή γυναίκα που εμπλέκεται σε ένα τραγικό, αυτοκινητιστικό δυστύχημα, το οποίο κοστίζει την ζωή του συζύγου της.  Η ίδια όντας έγκυος, τραυματίζεται σοβαρά, αλλά όπως όλα δείχνουν λίγο αργότερα, τόσο η δική της κατάσταση, όσο και αυτή του μωρού της, βαίνουν καλώς.  Όταν τελικά η Sarah φύγει από το νοσοκομείο, έπειτα και από τις τελευταίες εξετάσεις σχετικά με την εγκυμοσύνη της, θα επιστρέψει στο σπίτι, οπού θα αναγκαστεί να υπομείνει στωικά την μοναξιά της, μέχρι και την επόμενη μέρα δηλαδή, η οποία είναι και η καταληκτική ημερομηνία γεννήσεως του μωρού.
Η ηρωίδα εγκλωβισμένη ανάμεσα στο παρελθόν και τις φωτογραφικές της αναμνήσεις, θα αποφασίσει να περάσει μόνη την παραμονή των Χριστουγέννων, μη γνωρίζοντα για το κακό που καραδοκεί, υπό τη μορφή μιας μυστηριώδους, μαυροντυμένης γυναίκας (Beatrice Dalle).  Αυτή η άγνωστη γυναίκα θα της χτυπήσει την πόρτα ζητώντας της βοήθεια, για το αυτοκίνητό της που χάλασε λίγο παραπέρα, απαιτώντας να την αφήσει να μπει μέσα στο σπίτι.  Όταν η Sarah αρνηθεί, εκείνη θα κάνει ότι περνάει από το χέρι της, προκειμένου να μπει μέσα και να της αρπάξει ότι πολυτιμότερο έχει: το αγέννητο παιδί της...


Το δίδυμο των σκηνοθετών της ταινίας, Alexandre Bustillo και Julien Maury, δεν έχουν κάνει τίποτα περισσότερο στα κινηματογραφικά δρώμενα, πέρα από το "Α l'interieur" και ένα ακόμη horror flick, το "Livid" (2011).  Παρά το γεγονός όμως οτι δεν έχουν να μετρήσουν ένα κάποιο σκηνοθετικό (και σεναριογραφικό) background, καταφέρνουν εδώ να δημιουργήσουν μια ταινία τρόμου, απίστευτης αγριότητας και ωμότητας, από αυτές που μένουν αναμφίβολα για πάντα κολλημένες στο μυαλό σου.  Θες δε θες.
Και μόνο το γεγονός οτι θέτεις ως πρωταγωνίστρια της ταινίας σου, μια εγκυμονούσα γυναίκα, η οποία καλείται να αντιμετωπίσει φρικιαστικές καταστάσεις, είναι από μόνο του σοκαριστικό, αφού κακά τα ψέματα υποτίθεται οτι η περίοδος κατά την οποία μια γυναίκα κυοφορεί, είναι την ίδια στιγμή η πιο δύσκολη, αλλά και η πιο όμορφη περίοδος της ζωής της.
Ερμηνευόμενο έτσι, θα μπορούσαμε σίγουρα να προσδώσουμε μια εντελώς διαφορετική διάσταση, στην καθαρά gory αισθητική που ήθελαν να δώσουν οι σκηνοθέτες, και να το προχωρήσουμε λίγο παραπέρα, λέγοντας οτι το "Inside" είναι μια αλληγορία απέναντι στις δυσκολίες, τους πόνους και τις σκαμπανευαστικές αλλαγές διάθεσης,  που πολλές φορές μπορεί να υποστεί το σώμα και η ψυχολογία μιας γυναίκας.  Όταν μάλιστα μιλάμε και για μια η οποία έχει χάσει τον άνδρα της σε τροχαίο, ένα τροχαίο για το οποίο όπως όλα δείχνουν εκείνη έφταιγε, αναγκασμένη να μεγαλώσει ένα παιδί που θα της τον θυμίζει μέρα με τη μέρα όλο και περισσότερο, τότε γίνεται κάτι παραπάνω από ξεκάθαρο πως αν οι δημιουργοί είχαν έστω και αφηρημένα αυτή τη διάσταση στο μυαλό τους, και πάλι επιτυχημένη θα ήταν.


Πολλά από τα στοιχεία της ταινίας, μαρτυρούν την ρεαλιστική, αλλά και την ίδια στιγμή, μεταφορική διάσταση της ταινίας, αφού μπορεί τελικά να καταλήγουμε σε ένα ταινιάκι τρόμου, με-υπέρ του δέοντος αν με ρωτάτε-σκηνές ξεντεριασμάτων, πολτοποιημένων κεφαλιών, σκισμένης, ανθρώπινης σάρκας και ενός αιμάτινου ποταμιού που κατακλύζει το σπίτι, αλλά η πορεία μέχρι εκεί, σου αφήνει μια ιδιαίτερη επίγευση, σχετικά με το τι στο καλό τρέχει τέλος πάντων σε αυτό το σπίτι του τρόμου.  Κάπου εδώ κρατείστε οτι ο αριθμός του σπιτιού είναι 666.  Χμμμ...
Είτε θέλοντας να προσδώσουν μια διάσταση σχιζοφρενικής πραγματικότητας, είτε πνευματικού σουρεαλισμού (σίγουρα σε κάποια φάση θα αναρωτηθείτε εάν η μαυροντυμένη γυναίκα είναι φάντασμα), οι σκηνοθέτες έχουν κατασκευάσει μια άνευ προηγουμένου, Κόλαση επί της Γης μέσα σε ένα σπίτι.  Και αυτό είναι από μόνο του εξαιρετικό κατόρθωμα για μια ταινία τρόμου, ενός είδους δηλαδή που τις περισσότερες φορές αναλώνεται σε κλασικά, τρομολαγνικά μοτίβα χωρίς ιδιαίτερα νοήματα.


Μέσα σε ένα απόλυτα κλειστοφοβικό περιβάλλον, η πρωταγωνίστρια πρέπει να σώσει το μωρό της και έπειτα τον εαυτό της, και αν αυτό σας φαίνεται παράδοξο (δε πρέπει πρώτα η μανούλα να είναι καλά, προκειμένου να είναι και το μωράκι; duh), μπορεί όντως και να είναι, αυτό όμως δε σημαίνει πως δεν είναι έτσι ακριβώς η αίσθηση που μας δίνεται από τη Sarah.
Από την άλλη πλευρά και πέρα από τις παραπάνω εικασίες που μπορεί να κάνει κανείς, σχετικά με την πραγματική φύση της ταινίας (πραγματικότητα-μεταφυσικότητα-μεταφορά), προσωπικά μου ήρθε στο μυαλό μια ακόμη παρακολουθώντας την ταινία.  Και αν η απειλητική γυναίκα είναι η εξωτερίκευση και η προσωποποίηση της καταθλιπτικής, εσωτερικής φύσης της Sarah;  Και αν η ίδια φορτωμένη από τις τύψεις για τον θάνατο του άντρα της, αποφασίσει με αυτόν τον τρόπο να αυτοτιμωρηθεί και τελικά να εξιλεωθεί;  Θα μπορούσε.  Κανείς δε μας λέει οτι κάτι τέτοιο δε θα ήταν πιθανό.  Και πάλι όμως έρχονται τα υπόλοιπα στοιχεία της ταινίας τα οποία αρχίζουν να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους (διάφοροι ήρωες, λόγια και αναμνήσεις) που τείνουν προς μια πιο ρεαλιστική κατεύθυνση.  Αλλά και πάλι δε μπορείς να είσαι απόλυτα σίγουρος...
Αν θα έπρεπε να το προσδιορίσω, θα έλεγα πως το "A l'interieur" δε φτάνει τις αξιώσεις και το φιλοσοφικό υπόβαθρο του "Martyrs", μιας άλλης γαλλικής παραγωγής, την οποία όταν είχα δει για πρώτη φορά με είχε 'πυροβολήσει' κατευθείαν στο κεφάλι.  Παρόλα αυτά, αν και η απουσία ενός βαθύτερου νοήματος είναι εμφανής (στη τελική δε χρειάζεται κάθε horror movie να έχει και κάποιο νοηματικό υπόβαθρο, γι' αυτό και λέγεται horror movie), η απαραίτητη ατμόσφαιρα δημιουργείται χάρη στις φρικαλέες ερμηνείες των δυο πρωταγωνιστριών, της απρόσμενα στιλιζαρισμένης σκηνοθεσίας και της εντελώς 'άσχετης' μουσικής επένδυσης, που όμως της ταιριάζει τόσο πολύ.




Είναι γεγονός πως τα τελευταία χρόνια, ο γαλλικός κινηματογράφος ακολουθεί μια αξιοθαύμαστη άνοδο, σε διάφορα κινηματογραφικά είδη και αυτό ακριβώς βλέπουμε και εδώ.
Μπορεί στην ουσία να μιλάμε για μια αιματοβαμμένη ταινία τρόμου, παρόλα αυτά οι δημιουργοί δεν έχουν αφήσει στην άκρη το κομμάτι της σκηνοθεσίας.  
Τα μουντά, παγωμένα χρώματα, η ρέουσα κίνηση της κάμερας και τα ημιφωτισμένα κάδρα, κερδίζουν extra πόντους για χάρη της ταινίας, και σε καθηλώνουν ακόμα περισσότερο στη θέση σου.  Το δε πλάνο στο οποίο κάνει την εμφάνισή της η Γυναίκα μέσα στο σπίτι, είναι μακράν ένα από τα καλύτερα και πιο τρομακτικά που έχω δει ποτέ σε κάποιο film.
Τα πάντα, από το σενάριο και τη σκηνοθεσία, μέχρι τον...καιρό, την τοποθεσία του σπιτιού και το ίδιο το εσωτερικό του, ουρλιάζουν για το σαδιστικό κακό που έρχεται, και η άχλη μέσα στην οποία είναι βουτηγμένο το σπίτι, το κάνει να μοιάζει σαν να είναι βγαλμένο από άλλη διάσταση.  Και μπορεί να είναι τελικά.
Εκτός όμως από τα κατεξοχήν τεχνικά στοιχεία, ενδιαφέρον έχουν και οι ατάκες των ηθοποιών οι οποίες τις περισσότερες φορές αποτελούν στοιχείο προϊκονομοίας.  Για παράδειγμα λίγο πρίν φύγει η Sarah από το νοσοκομείο, μια περίεργη νοσοκόμα την ενημερώνει σχετικά με το πόσο δύσκολή είναι η πρώτη γέννα, το πρώτο παιδί, λέγοντας της χαρακτηριστικά πως είναι "...fucking hell".  Έπειτα γινόμαστε μάρτυρες, αυτού ακριβώς, αν και σε μια πολύ, πολύ πιο hardcore εκδοχή του...
H ερμηνεία της Paradis (αδελφή της γνωσότερης Vanessa) είναι εξαιρετική.  Βουτηγμένη στην κατάθλιψη και τη μοναξιά, υποδύεται τον ρόλο της υπέροχα, και με μια μακάβρια εμμονή, προκειμένου να σώσει το παιδί της.  Από την άλλη, η Dalle είναι αναμφίβολα αυτή που κλέβει την παράσταση.  Ασχημούλα και επικίνδυνη, σαν αγρίμι σε κλουβί, ουρλιάζει, σκοτώνει και βάζει μπροστά τα ζωώδη της ένστικτα, προκειμένου να πάρει αυτό που θέλει.
Τέλος νομίζω αξίζει και μια αναφορά στην μουσική επένδυση, η οποία πάει εντελώς κόντρα στην σκληρή υπόθεση της ταινίας.  Μελιχτάλαχτη, γλυκιά και σχεδόν σαν νανούρισμα (χμμμ...) έρχεται και επισφραγίζει αυτή τη ταινία, η οποία μπορεί να μην είναι χωρίς τις υπερβολές και τις 'τρύπες' της, είναι όμως σίγουρα μια εμπειρία για...δυνατούς λύτες.  Δείτε την μόνο με δική σας πρωτοβουλία.


Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι τα πλάνα του μωρού στη κοιλιά, παραπέμπουν στο videoclip των Massive Attack, 'Teardrop', οτι η σκηνή στη σκάλα δε γίνεται να ξεχαστεί ποτέ πια από το μυαλό μου και οτι οι αστυνομικοί, είναι μερικοί από τους πιο ηλίθιους που έχω δει ποτέ σε ταινία.




No trivia