Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα crime. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα crime. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 27 Ιουλίου 2014

The Night of the Hunter: It's a hard world for little things

Περίπου πέντε μήνες πέρασαν από τότε που έγραψα τελευταία φορά στο blog και παρά το γεγονός πως είχα υποσχεθεί ότι θα επιστρέψω σύντομα, δυστυχώς όμως, λόγω πολλών υποχρεώσεων δεν ήμουν σε θέση να το κάνω. Το θέμα βέβαια είναι πως όλη αυτή η απουσία με «έτρωγε».  Έχοντας ξεκινήσει από το 2010 να γράφω εδώ και με τις ταινίες να με βοηθούν να τα βγάλω ίσα-ίσα πέρα σε δύσκολες, επαγγελματικές περιόδους, το blog αποτέλεσε από την πρώτη στιγμή το προσωπικό μου, διαδικτυακό καταφύγιο.
Σε αυτό λοιπόν το κινηματογραφικό καταφύγιο αποφάσισα (ή μάλλον κατάφερα) να επιστρέψω δειλά-δειλά, με μια κλασική χρονικά, αλλά οχι και θεματικά, Χολιγουντιανή ταινία και συγκεκριμένα το "The Night of the Hunter".
Ας ελπίσουμε πως αυτή η σταδιακή επιστροφή θα μετουσιωθεί σε μια εβδομαδιαία (τουλάχιστον) παρουσία μου μέσω του blog.  Καλώς σας βρήκα λοιπόν : )


Την εποχή της μεγάλης, Οικονομικής Ύφεσης, η εγκληματική ιστορία του Ben Harper, ενός οικογενειάρχη που αναγκάζεται να ληστέψει μια τράπεζα-και να σκοτώσει δυο ανθρώπους-προκειμένου να προσφέρει στην φαμίλια του, περί τα 10.000 δολάρια, λειτουργεί μονάχα ως αφορμή για την εμφάνιση και την δράση ενός από τους καλύτερους και σίγουρα πιο επιβλητικούς villain που γνώρισε ποτέ το παγκόσμιο cinema: αυτόν του "Reverend" Harry Powell.
Αυτοπροσδιοριζόμενος ως «Αιδεσιμότατος» και φέροντας τις λέξεις "LOVE" και "HATE" στις αρθρώσεις των δακτύλων του (το LOVΕ στα δεξιά και το HATE στα αριστερά, γεγονός που έχει την δική του σημασία όπως θα δούμε παρακάτω), ο Powell είναι ένα φανατισμένο αρπακτικό που ορέγεται μοναχικές γυναίκες, ιδανικά χήρες, οι οποίες έχουντας ένα κάποιο κομπόδεμα στην άκρη, μπαίνουν αμέσως στο στόχαστρο του μανιακού αυτού ψευδοπροφήτη.
Μια μέρα η τύχη-ή μήπως ο Θεός του Χρήματος;-θα του χαμογελάσει, καθώς θα βρεθεί στο ίδιο κελί με τον άτυχο Ben Harper.  Με την πρόσφατη περιπέτειά του να τον ταλανίζει ακόμα και στον ύπνο του, ο Harper θα αποκαλύψει άθελά του, πως τα λεφτά βρίσκονται πίσω, στην οικογενειακή εστία, καλά κρυμμένα σε ένα μέρος που δεν πρόκειται να τα βρει ποτέ κανείς.  Φυσικά ο καιροσκόπος Powell δεν θα αφήσει την ευκαιρία ανεκμετάλλευτη, αλλά θα αποφασίσει να επισκεφτεί την σύζυγο-και soon to be χήρα-Willa (Shelley Winters), αποφασισμένος να ξετρυπώσει το παχυλό ποσό, με κάθε τίμημα.  Και όταν λέμε με κάθε τίμημα, εννοούμε ακόμα και αν χρειάζεται να «βγάλει» από την μέση, τόσο την καταπιεσμένη Willa, όσο και τα δυο δυστυχή πιτσιρίκια της, Ben και Pearl.


To "The Night of the Hunter" αποτελεί το μοναδικό σκηνοθετικό επίτευγμα του ηθοποιού Charles Laughton και χωρίς υπερβολές, ίσως και να είναι μια από τις πιο άρτιες και πιο διαχρονικές ταινίες της χρυσής εποχής του κλασικού Χόλιγουντ.
Βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του Αμερικανού μυθιστοριογράφου Davis Grubb, το "The Night of the Hunter" απέκτησε στην στιγμή cult αίγλη χάρη στην σκηνοθεσία του Laughton, αλλά και την προσαρμογή του σεναρίου από τον James Agee ("The African Queen).  Άνδρες με ιδιαίτερο όραμα και οι δύο, το οποίο έμοιαζε να σπάει τα παραδοσιακά στεγανά του αποδοσμένου ρεαλισμού που χαρακτήριζε σε μεγάλο βαθμό μια πληθώρα ταινιών της εποχής των μεγάλων αστέρων, κατόρθωσαν να παντρέψουν κατά τρόπο ευφυή, την αρχιτεκτονική ψευδαίσθηση του γερμανικού εξπρεσιονισμού, με την κυρίαρχη τάση της δεκαετίας του '50 για ακραιφνή ρεαλισμό, καταλήγοντας τελικά σε ένα απρόβλεπτο, κινηματογραφικό υβρίδιο το οποίο έμελλε να αποτελέσει τον κυρίαρχο λόγο, για τον οποίο η συγκεκριμένη ταινία μνημονεύεται (η αλήθεια είναι, οχι από πολλούς), ως ένα από τα πιο αναλλοίωτα, στην ουσία τους, films, της κινηματογραφικής ιστορίας.


Βλέποντας την ταινία μερικές εβδομάδες πριν, δεν μπόρεσα να μην παραλληλίσω την σκηνοθετική της ματιά, με αυτή του σπουδαίου "M" του Γερμανού Fritz Lang, ενός από τους σημαντικότερους-αν οχι του σημαντικότερου-εκπροσώπου του ρεύματος του γερμανικού εξπρεσιονισμού.
Η ταινία του Laughton είναι ένα ιδιάζον διαμάντι με εξπρεσιονιστικό περιτύλιγμα, καθώς μπορεί να μην εκπορεύεται της ταραχώδους ιστορίας της ναζιστικής Γερμανίας, της εποχής δηλαδή, που οδήγησε σε μεγάλο βαθμό στην ανάδειξη του στυλιζαρισμένου αυτού, κινηματογραφικού πλαισίου, παραμένει εντούτοις ένα αποτέλεσμα συγκλονιστικό στην εκτέλεσή του, ακριβώς επειδή μοιάζει να εμπνέεται από την υπερβολή, τις φωτοσκιάσεις και την αιχμηρή γεωμετρία των Γερμανών, καταλήγοντας όμως σε ένα εντελώς διαφορετικό μονοπάτι, χιλιόμετρα μακριά ιδεολογικά, από τους λόγους που οδήγησαν δημιουργούς όπως τον Lang και τον F.W Murnau στην δημιουργία των δικών τους, σκοτεινών αλληγοριών.
Το "The Night of the Hunter" είναι ένα χωνευτήρι των καλύτερων στιγμών, ενός βαθιά σκοτεινού ρεύματος, βασικού εκφραστή του περιρρέοντος, φοβικού στοιχείου της εποχής, χρησιμοποιώντας έτσι κι αλλιώς το βαρύγδουπο στυλ του γερμανικού εξπρεσιονισμού, προκειμένου να αντιπαραβάλει από την μια πλευρά, το υπέρτατο κακό που εκπροσωπεί ο Harry Powell και από την άλλη, την φορτισμένη σεξουαλικά πρωταγωνίστρια, αλλά και τον εξίσου καταπιεσμένο ερωτικά, Αιδεσιμότατου.  Έτσι τουλάχιστον μπορώ να ερμηνεύσω σε πρώτη φάση, το μαχαίρι στιλέτο που «ανοίγει» κάθε φορά που παρακολουθεί μια γυναίκα-όπως γίνεται στη αρχή της ταινίας-λειτουργώντας σαν μετωνυμία του ανδρικού μορίου το οποίο ερεθίζεται στην θέα μιας όμορφης ύπαρξης.  Ο Powell ερεθίζεται στην ιδέα μιας σκοτωμένης γυναίκας (και κατ' επέκταση των χρημάτων που πιθανώς θα τσεπώσει) και το «μέσο» για να το πετύχει, είναι το μαχαίρι του.


Ο Robert Mitchum στον ρόλο του δαιμονικού Harry Powell είναι εντυπωσιακός, ιδιαίτερα από την στιγμή που τον έχουμε συνηθίσει σε εντελώς διαφορετικούς ρόλους, κυρίως σε αυτούς του σαγηνευτικού αρσενικού.
Διαθέτοντας την επιβλητική κορμοστασιά ενός τρομερού κακού και την γλοιώδη φωνή ενός πονηρού εμπόρου που σε πουλάει και σε αγοράζει όποτε του κάνει κέφι ("Chillll...dren", φωνάζει στα παιδιά που βρίσκονται κρυμμένα στο υπόγειο και η μοχθηρία ξεχειλίζει μέσα από την ίδια του την ψυχή), ο Powell, καλά οχυρωμένος πίσω από το θρησκευτικό του παραπέτασμα, είναι ο φόβος και ο τρόμος προσωποποιημένος, ακόμα και όταν παραθέτει την ιστορία των δυο χεριών, του καλού δεξιού (αγάπη) και του κακού αριστερού (μίσος), σαν χειραγωγός πρώτου μεγέθους.
Με την απειλητική φιγούρα του Mitchum να κυριαρχεί πάνω από ολόκληρη την ταινία, τα πάντα μοιάζουν-και είναι-εντελώς πλασματικά κατασκευασμένα: από τα κτίρια και την βαρκάδα των παιδιών, μέχρι τον εσωτερικό φωτισμό των σπιτιών και των μαγαζιών, όλα αρκούνται στο φαίνεσθαι, έτοιμα να καταρρεύσουν στο φύσημα του κακού λύκου Powell, γεγονός στο οποίο κατά τον διάσημο κριτικό Rogert Ebert, βασίζεται και η διαχρονικότητα της ταινίας: δεν πατάει στον ρεαλισμό, αλλά σε κάτι πέρα από αυτόν, με αποτέλεσμα να βρίσκεται σε ένα εντελώς δικό της περιβάλλον, σε αυτό μιας «οπτικής φαντασίας».
To "Τhe Night of the Hunter" είναι μια αριστουργηματική ταινία, χωρίς σαφή προσδιορισμό του κινηματογραφικού της είδους, αλλά όπως αντιλαμβάνεστε, λίγη σημασία έχει αυτό.  Στην τελική, όλα τα τεχνικά βήματα συνδυάζονται κατά τρόπο «μαγικό» (στα συν και η ασπρόμαυρη φωτογραφία του Stanley Cortez, ιδιαίτερα σε μια από τις πιο τρομερές σκηνές της ταινίας), συνθέτοντας ένα αποτέλεσμα που θα σας συντροφεύει για καιρό.  Όπως και η τραγουδιστική φωνή του Αιδεσιμότατου.  Αν ο φωτισμός και το δυσοίωνο τραγούδι του ήρωα, δεν πηγαίνουν εμφανέστατα χέρι-χέρι με το "Μ" του Lang, τότε δεν ξέρω τι.


Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2013

The Wolf of Wall Street: Greed makes the world go round

NEW ARRIVAL

Χρόνια Πολλά και καλές γιορτούλες να έχουμε!  Επιστρέψαμε μέσα στην ανάπαυλα γιατί στην τελική οι ταινίες της τρέχουσας περιόδου, αυτό επιβάλουν.  Εκτός πάντως από την νέα ταινία του Scorsese, με την οποία θα ασχοληθούμε σήμερα, θα σας πρότεινα να ρίξετε μια ματιά και στο "The Secret Life of Walter Mitty", μια από τις κινηματογραφικές εκπλήξεις της χρονιάς με έναν ολότελα διαφορετικό απ'οτι μας έχει συνηθίσει, Ben Stiller.  Σε ρόλο πρωταγωνιστή αλλά και στην σκηνοθεσία, ο Stiller παρουσιάζει το ταξίδι του ονειροπόλου Walter Mitty, στην προσπάθειά του να προσαρμοστεί στην πραγματικότητα του κόσμου, δίνοντας τέλος στις καθημερινές, ηρωικές του φαντασιώσεις.  Νοσταλγική και γλυκόπικρη όσο η ίδια η ζωή, είναι μια ταινία που αξίξει να δείτε.  Εναλλακτική επιλογή είναι και το "Only Lovers Left Alive" του Jim Jarmusch (το οποίο θα κυκλοφορήσει την Πρωτοχρονιά), με τους Tilda Swinton και Tom Hiddleston στους ρόλους δυο βαμπιρικών εραστών.
Στα δικά μας σήμερα, θα πούμε μερικά πράγματα για το αμφιλεγόμενο όπως φαίνεται, "The Wolf of Wall Street" με την hands-down, πιο τρελή ερμηνεία του DiCaprio, ever.


Ο Jordan Belfort (Leonardo DiCaprio) έχει ακριβώς αυτό που χρειάζεται προκειμένου να φτάσει ψηλά: φιλοδοξία και μια ακόρεστη δίψα για χρήμα.  Και που αλλού μπορεί να εξαργυρώσει και τα δυο αν οχι στο Χρηματιστήριο;
Ξεκινώντας ως αμούστακος νεαρός με μπόλικα όνειρα, ο Belford θα βρεθεί σύντομα βαθιά χωμένος στην 'χρήμα-κόκα-γυναίκες' νοοτροπία των φρενιασμένων χρηματιστών της Wall Street, αποκτώντας μέντορες ζωής, πάνω στους οποίους θα αρχίσει σταδιακά να χτίζει την προσωπική του αυτοκρατορία.  Όταν έρθουν αργότερα η δόξα και η αναγνώριση, ο Belfort θα αποτελέσει ένα από τα πιο ηχηρά ονόματα του χώρου, οχι μόνο εξαιτίας της ανταγωνιστικής πορείας της νεο-δημιουργημένης εταιρείας του, αλλά και εξαιτίας της, οχι και τόσο διακριτικής του παρουσίας.  Με τις απάτες και τις κομπίνες να διαδέχονται η μια την άλλη, το χρήμα να ρέει άφθονο, τα ναρκωτικά να αποτελούν μια φυσιολογική καθημερινότητα και τις γυναίκες να αρκούνται στο ρόλο της μηχανής του σεξ, ο ανουσιουργηματικός χαρακτήρας του πρωταγωνιστή θα κληθεί να πληρώσει για όλα και πρώτα απ'ολα για το υπέρτατο αμάρτημά του: την απληστία.


Βασισμένο στο ομότιτλο, αυτοβιογραφικό βιβλίο του Jordan Belfort, το "The Wolf of Wall Street" αποτελεί ένα συνονθύλευμα καρικατουρίστικων ερμηνειών και ακραιφνούς υπερβολής, κάτι που μοιάζει να αποτελεί έτσι κι αλλιώς αυτοσκοπό του Martin Scorsese.
Η σύγχρονη, αμερικανική ιστορία (και οχι μόνο) γλύφει ακόμα πληγές που μοιάζουν ανεπούλωτες στον χρόνο, πληγές που χάσκουν ακόμα ορθάνοιχτες κάτω από την στραπατσαρισμένη εικόνα ενός αμερικάνικου ονείρου-φούσκα, που έμελλε να σκάσει, αποκαλύπτοντας το γιγαντιαίο κενό αξιών που κρυβόταν μέσα της.
Τα μαθήματα που δεν έγιναν παθήματα, αποτελούν παράδοση της ανθρώπινης πραγματικότητας, με το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα των καιρών μας να αποτελεί η σημερινή κρίση, σε καμία περίπτωση αυστηρά και μόνο οικονομική.
Η τυφλή προσήλωση στο χρήμα, η απληστία και η περιρρέουσα πεποίθηση μιας κατά τα άλλα, κούφιας κυριαρχίας, αποτελούν μοτίβα που κυριαρχούν στην ταινία του Scorsese, με τον ίδιο να ανανεώνεται κινηματογραφικά, αλλά να κρατάει παράλληλα και τις παραδοσιακές, σκηνοθετικές του τακτικές.  Αν υπάρχει κάτι βέβαια το οποίο φαίνεται να ωθείται μπροστά από την διαχρονική δεινότητα του Scorsese, είναι η ολοκληρωτικά καυστική διάσταση με την οποία παρουσιάζεται ένα σοβαρό κοινωνικοοικονομικό θέμα, το οποίο μοιάζει να επανέρχεται διαρκώς στο προσκήνιο στο πέρας του χρόνου.  Και ακριβώς εκεί είναι που η ταινία απογειώνεται.


Το 2000 είχε μεταφερθεί στην μεγάλη οθόνη δια χειρός Mary Harron, το "κατάμαυρο" αισθητικά "American Psycho" του Bret Easton Ellis, ο οποίος περιέγραφε με τα πιο σοκαριστικά, ζοφερά χρώματα την σχιζοφρενική διάσταση των early 90s, όπως αυτά βιώνονταν από τον πρωταγωνιστή του, Patrick Bateman, έναν γιάπη κολλημένο με την γυμναστική, την σωστή διατροφή, το αψεγάδιαστο ντύσιμο, τα κυριλέ εστιατόρια και την εκδήλωση πάσης φύσεως μισογυνιστικής συμπεριφοράς μέσα από την κατακρεούργηση κάθε άτυχου θηλυκού έβαζε στο μάτι.
Το κινηματογραφικό αποτέλεσμα της Harron ήταν η επιτομή της μαύρης κωμωδίας, με τον ρόλο του Christian Bale να περνάει στο πάνθεον των πιο cult, σύγχρονων ερμηνειών.  Μανιασμένος και βουτηγμένος στην ίδια του την ματαιοδοξία, σκιαγραφεί ιδανικά το πορτραίτο της εποχής του, μέσα από μια υπέροχα κριτική σκηνοθεσία της Harron, για μια ολόκληρη δολαριολαγνική γενιά.
Στα ίδια μονοπάτια κινείται το τρίωρο πόνημα του Scorsese, λειτουργώντας επί της ουσίας ως μια εθιστική εξτραβαγκάντζα που καταβαραθρώνει την μπριγιαντινέ σχολή της Wall Street, ξεμπροστιάζοντας τους ιθύνοντες των τεράστιων οικονομικών σκανδάλων, καθώς και ολόκληρου του συστήματος που τροφοδοτούσε την διαιώνιση ενός κιτσάτου life style.
Οι αντιδράσεις βέβαια δεν άργησαν να ξεσπάσουν, καθώς δεν έλειψαν και εκείνοι οι οποίοι μάλλον δεν αντιλήφθηκαν την καυστικότατη ματιά του Scorsese και της ομάδας του, με αποτέλεσμα να κατηγορήσουν τον δημιουργό, αλλά και τον Leonardo DiCaprio για....μισογυνισμό και εκθειασμό όλων των κακώς κειμένων που οδήγησαν την αμερικάνικη κοινωνία στην δική της κρίση αξιών.  Παιδιά, για πάρτε το λιγάκι από την αρχή.


Παρά την μεγάλη της διάρκεια, το "The Wolf of Wall Street" αποτελεί ένα εξαιρετικά καλοφτιαγμένο "οδοιπορικό" στα τρελαμένα μονοπάτια του Belfort τον οποίο εδώ ενσαρκώνει με περισσή μανία ένας DiCaprio, ο οποίος δεν μοιάζει σε τίποτα με τον ηθοποιό που έχουμε μέχρι σήμερα συνηθίσει.  Εθισμένος στα λεφτά και τα ναρκωτικά, όπως και στην γυναίκα που σέρνει καράβια (έδωσε μάλιστα και στην υπερπολυτελή θαλαμηγό του, το όνομα της αιθέριας ξανθιάς συζύγου, την οποία φυσικά συνέχιζε να απατά), την φήμη και την δόξα, μεθυσμένος από την εξουσία και την πρώτη θέση θεωρείο στην απατεωνίστικη ζωή που δημιούργησε για εκατοντάδες εκκολαπτόμενους κλέφτες με κολαριστά κοστούμια και ρολόγια Rolex, ο DiCaprio δημιουργεί την υπέρτατη καρικατούρα, μένοντας πιστός σε αυτή μέχρι το τέλος της ταινίας, όταν και θα σε κάνει αναμφίβολα να αναφωνήσεις, "wow".
Το υποστηρικτικό cast δίνει την δική του ηχηρή παρουσία, με τον Jonah Hill να αναλαμβάνει χρέη γλοιώδους δεξιού χεριού του Belfort, την όμορφη Margot Robbie να κρατάει την θέση του pretty little thing με extra δόσεις τσαγανού και τον Matthe McConaughey να κάνει το δικό του απολαυστικό, πεντάλεπτο πέρασμα.
Το "The Wolf of Wall Street" είναι ένα μοναδικά καυστικό, ανουσιουργηματικό δημιούργημα που βομωλοχεί, προκαλεί και σαστίζει.  Ένας Scorsese σε σκηνοθετικό κρεσέντο και ένας DiCaprio στην πιο large ερμηνεία της ζωής του.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι ο Jon Bernthal μετά το "Τhe Walking Dead" έχει πάρει σβάρνα τις ταινίες, μιας που εκτός από τον μουστακαλή Brad εδώ, θα παίξει και στο πλευρό του Brad Pitt στο επερχόμενο "Fury" (Bernthal ftw!), οτι η ποσότητα γυμνού στην ταινία είναι τόση, που στο τέλος τίποτα δεν σου κάνει εντύπωση και οτι η ξανθιά τύπισσα που κάνει την γυναίκα του DiCaprio, είναι δυο χρόνια μικρότερή μου.  Με συγχωρείτε, παω στην γωνιά μου να κλάψω...


TRIVIA
  • Οι ηθοποιοί σνίφαραν καθαρότατατη...βιταμίνη B, για τις σκηνές που περιελάμβαναν "κοκαΐνη".  Παρά το γεγονός πως το όλο θέμα ήταν λίγο άβολο, οι βιταμίνες τους προσέφεραν extra ενέργεια προκειμένου να γυρίζουν τις σκηνές τους.
  • Στην σκηνή που ο DiCaprio φιλιέται με την Joanna Lumley (θα δείτε ποια είναι, μη σας κάνω και spoiler), ήταν τόσο νευρικός, που η σκηνή γυρίστηκε τουλάχιστον 27 φορές για να πετύχει!
  • Ο πατέρας του DiCaprio στην ταινία, είναι ο σκηνοθέτης Rob Reiner.
(ΠΗΓΗ IMDB)

Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2013

Only God Forgives: God might will, we won't

NEW ARRIVAL (στις αίθουσες από τις 19 Σεπτεμβρίου)

Γεια σας γεια σας και πάλι!  Επιστρέφουμε σιγά σιγά στο blog αυτή την ημέρα, κατά την οποία δεν έχω ρεύμα στο σπίτι για δέκα μόνο ώρες (δε τις λες και πολλές) με αποτέλεσμα να έχω μεταφερθεί στην γιαγιά για internet (πόσο μπροστά δηλαδή;).  Σήμερα το λοιπόν το menu έχει μια ταινία την οποία πριν την δω περίμενα ωσάν τρελή.  Όταν άρχισαν να κυκλοφορούν οι πρώτες κριτικές οι οποίες δεν μιλούσαν και με τα πιο κολακευτικά λόγια γι'αυτήν, ήθελα να την δω ακόμα περισσότερο προκειμένου να διαπιστώσω ιδίοις όμμασι τι στο καλό έτρεχε.  Ε λοιπόν τρέχουν πολλά σε αυτή την ταινία.  Το μόνο ίσως που μένει σταθερό είναι ο Ryan Gosling.  Απλά και μόνο επειδή είναι ο Ryan Gosling βασικά.


O Julian (Ryan Gosling) είναι ένας λαθρέμπορος ναρκωτικών ο οποίος κυριαρχεί στην εγκληματική ζωή της Bangkok, διατηρώντας παράλληλα μια βιτρινάτο boxing club, μέσα στo οποίo "ανθούν" τα ξυλίκικα ταλέντα του μέλλοντος.
Όταν μια μέρα μάθει τα απρόσμενα μαντάτα του θανάτου του αδελφού του, θα προσπαθήσει να βρει τον δράστη που τόλμησε να τον σκοτώσει, ξεκινώντας ένα σκοτεινό ταξίδι στις πιο βρώμικες γωνιές της ανθρώπινης ύπαρξης.  Την αρχηγία στην όλη υπόθεση αναλαμβάνει η μητέρα του Crystal (Kristin Scott Thomas) η οποία ωθεί τον μοναχογιό της πια, στον βίαιο γκρεμό, σε μια προσπάθεια να εκδικηθεί την άδικη(;) δολοφονία του αδελφού του και γιου της.  Οι δυο τους όμως μοιάζουν να υπολογίζουν χωρίς τον ξενοδόχο ο οποίος ακούει στο όνομα Chang (Vithaya Pansringarm) και που σαν άλλος Θεός τιμωρός τριγυρνάει τις νύχτες δίνοντας τέλος στην μιασματική ζωή των ανθρώπινων κατακαθιών της πόλης.  Και ο Chang ξέρει από πρώτο χέρι ποιος σκότωσε τον αδελφό του Julian...


Δυο χρόνια πριν ο Δανός σκηνοθέτης Nicolas Winding Refn κατάφερε πολλούς να ταχθούν στο σκηνοθετικό του πλευρό, οχι μόνο επειδή έκανε την έκπληξη κερδίζοντας το βραβείο Σκηνοθεσίας στο φεστιβάλ των Καννών με το εξαιρετικό-για εμένα τουλάχιστον-"Drive", αλλά και γιατί η ταινία αποτέλεσε για πολλούς λόγους αφορμή, για έναν επαναπροσδιορισμό του crime είδους, με σωρό αναφορές σε άλλα ταινιακά δείγματα: από τον μοναχικό ήρωα των γουέστερν του John Ford, μέχρι το χαρακτηριστικό στιλιζάρισμα των noir και από την χρήση του slow motion για καθαρά εικαστικούς λόγους της στιγμής (και οχι για την ενίσχυση της όποιας δράσης όπως χρησιμοποιείται συνήθως στις σύγχρονες περιπέτειες), μέχρι την οικουμενικότητα του ήρωα χωρίς όνομα (ή απλώς του ομηρικού Κανένα/Οδυσσέα κάτι το οποίο θα ταίριαζε ιδανικά με το εδώ "ταξίδι" του πρωταγωνιστή), το "Drive" ήταν μια ταινία που προκάλεσε αίσθηση και αγαπήθηκε πολύ από το κοινό, ενδεχομένως επειδή χαρακτηρίζεται και από ψήγματα exploitation ταινιών της δεκαετίας του ΄70 με κακούς, macho πρωταγωνιστές και extra ταχύτητες.
Φυσικά ο Refn μετρούσε στο ενεργητικό ήδη μερικές αξιοπρόσεκτες ταινίες, όπως το "Βronson" με τον θηριώδη Tom Hardy, αλλά και το ιδιαίτερο "Valhalla Rising" με την έτερη ένοχη απόλαυση, τον Mads Mikkelsen.
Και κάπου εδώ θα με ρωτήσετε, "γιατί τα λέμε όλα αυτά αφού τα έχουμε ξαναπεί;".  Διότι κάτι καλό πρέπει να θυμηθούμε κι εμείς, αν είναι στην συνέχεια να μιλήσουμε για το "Only God Forgives".


Καταρχάς να δηλώσω οτι αν μη τι άλλο τα posters της ταινίας μου άρεσαν (κάτι είναι και αυτό), όπως και η χρωματική παλέτα που αποφάσισε να χρησιμοποιήσει ο σκηνοθέτης, προκειμένου να προσδώσει στην ατμόσφαιρα του φιλμ όλη την αίγλη της φωτεινής εγκληματικής ζωής της Bangkok, μέσα από τις παρακμιακές νέον πινελιές του φλούο μπλε, του αιμάτινου κόκκινου, του ζωηρού πορτοκαλί και του σκληρού κίτρινου.  Σίγουρα η ταινία θα υστερούσε πολύ περισσότερο αν η σκηνοθεσία δεν ήταν αυτό που τελικά είναι και που ας μη γελιόμαστε αποτελεί και μια σαφέστατη αναφορά στον παρανοϊκά βίαιο κινηματογράφο του Gaspar Noe (ο οποίος μετέβη μάλιστα στην Bangkok κατά την διάρκεια των γυρισμάτων και χαιρετίζεται έτσι κι αλλιώς στα τελικά credits) και που μαζί με την εκστατική τρέλα του Refn για την βία γενικότερα (γεγονός το οποίο έχει παρόλα αυτά καταντήσει άκρως γραφικό), δημιουργούν ένα καθόλα προκλητικό αποτέλεσμα το οποίο όμως δεν είναι και τόσο δύσκολο να διαπιστώσεις πως το κάνει απλά και μόνο για να προκαλέσει.
Στον αντίποδα του "Drive" το οποίο ήταν πιο ανθρωποκεντρικό ως προς την ανάδειξη του κεντρικού προσώπου σε τραγικό ήρωα του σήμερα, το "Only God Forgives" μοιάζει με το σατανικό δίδυμο αδελφάκι, υπερβολικά στιλιζαρισμένο και ματαιόδοξο για να το πάρεις στα σοβαρά.
Ο Refn, ενδεχομένως πιο υπερφίαλος από ποτέ, εμποτίζει την ταινία του με βάρβαρες εξάρσεις βίας, λίγα λόγια και πολλά κενά βλέμματα, τοποθετώντας σε στην θέση του ενοχικού ηδονοβλεψία που δύσκολα μπορεί να πάρει τη ματιά του απ'οτι συμβαίνει, παρά το γεγονός πως στον πυρήνα αυτού του δημιουργήματος δεν μοιάζει να υπάρχει τίποτε άλλο πέρα από την μονομανή ανάγκη και αφορμή για μια ωδή στην ωμή βία.


Μη νομίζεις πως η σκληρότητα της ταινίας βασίζεται μόνο στον σωματικό πόνο.  Κάθε άλλο.  Η ψυχολογική και κυρίως η λεκτική βία που χρησιμοποιείται (η λέξη "cum dumpster" όπως ξεστομίζεται από την σκύλα-Thomas είναι ενδεικτική) αποτελούν τις βάσεις μιας ταινίας που δεν έχει και πολλά να πει, προσφέρεται όμως με ένα κάποιο γοητευτικό αμπαλάρισμα οπότε ίσως και να ξεπεράσεις το γεγονός πως παρά την φιλία του με τον σκηνοθέτη, ο Gosling δέχτηκε να παίξει με το συγκεκριμένο σενάριο (είπαμε το "Gangser Squad" θα κάνουμε πως απλά δεν υπήρξε γιατί στην τελική το αντιμετώπιζες και ως μια ένοχη, pulp απόλαυση).
Το ουσιαστικό πρόβλημα του "Only God Forgives", έγκειται στο οτι δεν έχει κάποιον σαφή υποθεσιακό προσανατολισμό, προσπαθώντας παράλληλα να πλασάρει αυτή την φορά τα slow πλάνα, τα close-ups στον κεντρικό ήρωα, ακόμα και την εξωδιηγηματική μουσική ως στοιχεία ενός κόσμου που ζει και αναπνέει πατώντας πάνω σε αυτές ακριβώς τις νόρμες.  Η πραγματικότητα του Julian είναι ζοφερή και αποσαθρωτική για την ανθρώπινη υπόσταση, με τον Gosling να υποδύεται στην τελική έναν άνδρα που επιδιώκει την υπέρτατη λύτρωση από τα μητρικά/οιδιποδειακά δεσμά.  Εξάλλου αυτές ακριβώς οι φροϋδικές πινελιές φαίνονται τόσο στο τέλος της ταινίας (η σκηνή είναι ολοκληρωτικά παράταιρη με οτι έχεις δει πριν και ενδεχομένως να λειτουργούσε αποτελεσματικά εάν η προοπτική του Refn δεν ήταν να κάνει μια ταινία με όλα τα γνώριμα στοιχεία του, σε στιλ "κάντο και οτι βγει"), όσο και στην αντιμετώπιση του θηλυκού στοιχείου το οποίο ο Julian απεχθάνεται και ποθεί την ίδια στιγμή.
Ως προς τις ερμηνείες ο Gosling είναι ο τύπος από το "Drive", στο πολύ πιο αφηρημένο και μουγκό, ενώ η Thomas μπαίνει άνετα στην λίστα των πιο μισητών γυναικών που έχεις δει σε ταινία.  Από την άλλη το γεγονός πως ο Refn ήθελε ο Pansringarm να αποτελεί τον επίγειο Θεό που αποδίδει δικαιοσύνη, αποτελεί μόνο έναν από τους τρόπους με τους οποίους μπορείς να "διαβάσεις" αυτή την ταινία,η οποία παραμένει ενεργειακά χαοτική μέχρι το τέλος της.


Εν κατακλείδι το "Οnly God Forgives" θα αντιμετωπίσει τόσο το γιουχαϊτό αυτών που αρέσκονται στο "Drive", όσο και αυτών που αρέσκονται απλά στον Gosling.  Στις Κάννες δεν κατάφερε να το αποφύγει και μόλις η ταινία ξεκινήσει θα καταλάβεις και το γιατί, δεν είναι δύσκολο.  Μια πεπατημένη παραζαλική σκηνοθεσία και το "hot face now" του Gosling, απλά δεν αρκούν.
Βεβιασμένο, χωρίς συνοχή και ξεκάθαρο στόχο, το "Only God Forgives" είναι το χαμένο στοίχημα της μέχρι τώρα χρονιάς.  Κρίμα.

Τι έμαθα από την ταινία:  Οτι μπορεί να είσαι ιδιοκτήτης boxing club, αυτό όμως δεν σημαίνει πως δεν θα φας και της χρονιάς σου, οτι η φωνή του Gosling όταν πιάνει οκτάβα είναι αστεία (καλά αυτό το είχα προσέξει από το "The Place Beyond the Pines" και οτι η μασέτα είναι το νέο trend.



 TRIVIA
  • Ο Refn είχε την ιδέα για την ταινία στην δεύτερη εγκυμοσύνη της γυναίκας του.  Βίωνε τότε διάφορα υπαρξιακά και ένοιωθε πολύ θυμό και βία να βρίσκονται μέσα του, αλλά δεν ήξερε πως να τα εξωτερικεύσει.  Ξαφνικά είχε την ιδέα πως το μοναδικό ον που έχει όλες τις απαντήσεις για τα υπαρξιακά ερωτήματα, είναι ο ίδιος ο Θεός, φαντάζοντας τον εαυτό του να βρίσκεται σε μια σωματική πάλη μαζί του.  Eεεμ....αχα.
  • Η λέξεις "Cum Dumpster" μπήκαν στο σενάριο όταν ο Refn ρώτησε τον Gosling ποια θεωρεί πως είναι η πιο απεχθής λέξη που μπορεί να πει κάποιος σε μια γυναίκα.  Και ο Gosling απάντησε το παραπάνω.
  • Σε πρώτη φάση για την ταινία προοριζόταν ο Luke Evans, ο οποίος αντικαταστάθηκε από τον Gosling.  I could see it working.
  • Ο τρόπος με τον οποίο ο Refn αντιμετώπιζε την ταινία του άλλαξε, όταν η μεγαλύτερη κόρη του δήλωσε πως είδε ένα...φάντασμα στο δωμάτιό της στην Ταϊλάνδη.  Είπε οτι στην Δύση θα τον είχαν βάλει στο τρελάδικο αν έλεγε σε κάποιον πως υπάρχουν φαντάσματα, αλλά στην Ανατολή κάλεσαν έναν σαμάνο προκειμένου να διώξει το φάντασμα.  Υποστήριξε πως αυτή η εμπειρία τον έκανε να αντιληφθεί πως η πνευματικότητα έχει και άλλη πλευρά στην Ασία και πως ήθελε να κάνει μια ταινία με αυτού του είδους τον μυστικισμό.  Ok...
  • Σύμφωνα με τον Refn η ταινία πρόκειται για ένα θρίλερ παραγόμενο υπό την μορφή ενός γουέστερν και όλο αυτό στην Άπω Ανατολή, με έναν σύγχρονη cowboy ήρωα.  Refn ομολόγα, τι παίρνεις;
(ΠΗΓΗ IMDB)

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2013

Heavenly Creatures: Not that heavenly...

Γεια σας, γεια σας!  Επιστρέψαμε και πάλι μετά τις mini διακοπές των δυο ημερών στην ουσία, στο αεράτο Ναύπλιο, στο οποίο δεν σταμάτησε να φυσάει από την ώρα που πήγα μέχρι την ώρα που έφυγα.  Παρόλα αυτά και επειδή μου ήταν απαραίτητες έστω και μερικές μερούλες ανάπαυλας, επέστρεψα με φορτισμένες τις μπαταρίες μου για άπειρο διάβασμα και κλασική κριτική των αγαπημένων μας ταινιών.
Σήμερα λοιπόν και μιας που Δευτέρα δεν πρόλαβα να γράψω κάτι, θα ασχοληθούμε με ακόμη μια ταινία του Peter Jackson και συγκεκριμένα με το "Heavenly Creatures", ένα film που βασίζεται πάνω στην πραγματική ιστορία δυο ξεχωριστών κοριτσιών όπως αυτή έλαβε χώρα στην μακρινή Νέα Ζηλανδία.  Για να δούμε...


Είναι 1953 και βρισκόμαστε στην πόλη Christchurch, της Νέας Ζηλανδίας.  Εκεί η καθημερινότητα ακολουθεί τους δικούς της ρυθμούς, με την νεαρή πρωταγωνίστρια Pauline Parker (Melanie Lynskey) να βιώνει μια μάλλον βαρετή και αυστηρά καθορισμένη ζωή, φοιτώντας στο τοπικό παρθεναγωγείο και υμνώντας ολημερίς τον Κύριο, αναγκασμένη να περιορίζει την καλπάζουσα φαντασία της, για χάρη των αυταρχικών καθηγητριών και της τίμιας, εργατικής της μάνας.
Μια μέρα η άνευρη ζωή της Pauline θα αλλάξει οριστικά, όταν στο σχολείο της έρθει μια νέα μαθήτρια, η πολυταξιδεμένη και καπάτσα Juliet Hulme (Kate Winslet), με την οποία θα αναπτύξει από την αρχή έναν ισχυρό δεσμό φιλίας.  
Τα δυο κορίτσια θα αρχίσουν σταδιακά να έρχονται ολοένα και πιο κοντά χάρη στην αχαλίνωτη φαντασία που τις χαρακτηρίζει και που θα αποτελέσει στην ουσία την κινητήριο δύναμη, προκειμένου να δημιουργήσουν έναν δικό τους κόσμο και πιο συγκεκριμένα αυτόν ενός μυθικού βασιλείου ονόματι Borovnia.  Σε αυτόν τον κόσμο και οι δυο τους θα αναλάβουν πρωταγωνιστικούς ρόλους: η Juliet αυτόν της βασίλισσας Deborah και η Pauline αυτόν του συζύγου της, Charles.  
Κατασκευάζοντας πλαστελινάτα φιγουρίνια, φαντασιώνοντας ονειρεμένα κάστρα και ανθισμένους κήπους και περνώντας όλη τη μέρα η μια στο πλευρό της άλλης, τα δυο κορίτσια θα δεθούν άρρηκτα μεταξύ τους, οδηγούμενες σταδιακά σε μια σχέση εξάρτησης και μανίας.  Από εκεί και πέρα όποιος προσπαθήσει να μπει ανάμεσά τους, θα έχει άσχημα ξεμπερδέματα...


Η ταινία αυτή αποτελεί το ηθοποιϊκό ντεμπούτο τόσο της Kate Winslet, όσο και της Melanie Lynskey, οι οποίες εδώ κάνουν την πρώτη τους εμφάνιση ως σχεδόν στα όρια της τρέλας έφηβες, εξαρτημένες απόλυτα από μια άρρωστη, επιδραστική σχέση χωρίς διέξοδο.
Αυτό το κοινωνικό δράμα που αποφάσισε να μεταφέρει στην μεγάλη οθόνη ο Peter Jackson, βασίζεται στην πραγματική ιστορία των δυο ηρωίδων, η οποία συγκλόνισε την κοινωνία της Νέας Ζηλανδίας-και οχι μόνο-μιας που η εκδικητική τους πράξη (δεν σας λέω ποια για να αποφύγω τα spoiler), τις οδήγησε πίσω από της φυλακής τα σίδερα, και τον οριστικό τους χωρισμό για χάρη οχι μόνο της σωτηρίας των εαυτών τους, αλλά και όσων βρίσκονταν γύρω τους.  Εξαιτίας μάλιστα του γεγονότος πως ήταν ανήλικες, γλύτωσαν στο τσακ την θανατική ποινή με τις φήμες να τις θέλουν και πάλι ελεύθερες, μόνο υπό την προϋπόθεση πως δεν θα ξανασυναντούσε ποτέ η μια την άλλη.
Ο Jackson σκιαγραφεί με τεράστια προσοχή και φροντίδα, την περίοδο γνωριμίας των κοριτσιών με κατά τόπους σουρεαλιστικές πινελιές φαντασίας, ξεκάθαρη έλξη και υποψίες λεσβιακής διάθεσης, ακριβώς όπως αρμόζει στην φρέσκια και πληθωρική τους παρουσία, κερδίζοντας μάλιστα μια υποψηφιότητα για Oscar Καλύτερου Πρωτότυπου Σεναρίου, το οποίο έχασε τελικά το 1994 από το "Pulp Fiction".


Αναλαμβάνοντας την μεταφορά της υπόθεσης στην μεγάλη οθόνη παρέα με την γυναίκα του και μόνιμη συνεργάτη του Fran Welsh, ο Peter Jackson κατάφερε να κατασκευάσει από το κινηματογραφικό του μηδέν, έναν ολόκληρο κόσμο μέσα στον οποίο πραγματικότητα και φαντασία συνθέτουν ένα νέο περιεχόμενο, ένα εναλλακτικό, παράλληλο σύμπαν το οποίο μόνο οι πρωταγωνίστριές του είναι ικανές να απολαύσουν, γι' αυτό και οι οικογένειές τους στέκουν προσοχή μπροστά στην περαιτέρω εξέλιξη της όποιας σχέσης τους.
Έχοντας σκηνοθετήσει μέχρι τότε ταινίες με απολαυστικά χιουμοριστικό και σπλάτερ περιεχόμενο (τα λέγαμε την προηγούμενη φορά για το "Braindead"), σίγουρα προκαλεί ενδιαφέρον ο τρόπος που κατάφερε να μεταλαμπαδεύσει τα πραγματικά γεγονότα, την ηλικιακή τρέλα και τις πιο βαθιές, σκοτεινές πτυχές ενός χαρακτήρα στην ταινία του, βρίσκοντας κατά τρόπο προφανή στα πρόσωπα των Winslet-Lynskey, τις ιδανικές του πρωταγωνίστριες.
Η Winslet, κρατώντας τον ρόλο του γοητευτικού θηλυκού, γεμάτου αυτοπεποίθηση και θράσος, ερμηνεύει με τρόπο που μαγνητίζει τον ρόλο της Juliet, εκείνης που φαινομενικά κρατάει το πάνω χέρι στην ιδιαίτερη σχέση των κοριτσιών.  Παρόλα αυτά, αν κοιτάξει κανείς λίγο καλύτερα θα διαπιστώσει πως αυτή που έρχεται πρώτη με τρόπο κεκαλυμμένο και σαφέστατα υποχθόνιο, είναι η Lynskey (εξαιρετική στον ρόλο της Paulet), η οποία μπορεί να υποδύεται ένα εσωστρεφές και δίχως αυτοπεποίθηση πλάσμα, φαίνεται όμως πως ο αντίκτυπος αυτής της "επαφής" είναι μεγαλύτερος σε αυτήν απ'οτι στην Juliet, για τον απλό λόγο πως στην εφηβική, μοναχική της ψυχοσύνθεση, γίνεται αυτομάτως ολόκληρος ο κόσμος του ακριβώς αντίθετού της: της όμορφης, καλλίγραμμης και ατίθασης Juliet.  
Και όμως, όπως συμβαίνει πολλές φορές, αυτή και μόνο η προσοχή (η μοναδική προσοχή που δέχεται εδώ η Paulet, αν εξαιρέσουμε την άνευ πραγματικής σημασίας ερωτική επιθυμία που αισθάνεται ένας τύπος για εκείνην), θα λειτουργήσει ως η μαγική σταγόνα που θα την κάνει να βγει από το καβούκι της και να υπερσκελίσει τελικώς την παρουσία της Juliet, αναλαμβάνοντας τον ρόλο της ιεραρχικής παρουσίας στην σχέση τους.  Είναι λέτε τυχαίο το γεγονός πως αναλαμβάνει τον ρόλο του συζύγου της Juliet στο μαγικό τους βασίλειο;


Η σκηνοθεσία αποτελεί ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο της ταινίας (πέρα δηλαδή από τις πολύ καλές ερμηνείες), μιας που ο συνδυασμός των ψηφιακών εφέ, με την ρεαλιστική αναπαράσταση της ζωής των κοριτσιών, δημιουργεί ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα, ακόμη και αν η κινηματογραφική, τεχνολογική πρόοδος της εποχής, δεν εξυπηρετούσε απόλυτα τον σκοπό των δημιουργών.  Το γεγονός εξάλλου πως μόλις τρία χρόνια μετά, ο James Cameron σκηνοθέτησε τον "Τιτανικό" με την Winslet και πάλι παρούσα, είναι ενδεικτικό της ταχύτητας με την οποία τα νέα δεδομένα, ξεπερνούν κάθε φορά τους εξοπλισμικούς τους προκατόχους.  Ο Jackson πάντως με την επική τριλογία του 'Αρχοντα, έδειξε μια και καλή μερικά χρονάκια μετά, ποιος είναι το αφεντικό.
Επιστρέφοντας στα της ταινίας, το "Heavenly Creatures" χαρακτηρίζεται από μια αμφίδρομη σχέση ανάμεσα στο καλό και το κακό, το αθώο και το διαβολικό, γεγονός που περνάει έντονα στα μάτια του θεατή, ακόμα και μέσα από την σκηνοθεσία.  Για παράδειγμα ο επίπλαστος κόσμος των πρωταγωνιστριών ο οποίος παίρνει σάρκα και οστά, λειτουργεί την ίδια στιγμή ως προπύργιο της σχεσιακής τους εξάρτησης (και άρα ως προστατευτικό περιτύλιγμα του "κακού", αληθινού κόσμου που θέλει να τις χωρίσει), αλλά και ως ένα απρόσωπο περιβάλλον που μπορεί να μετατραπεί στην στιγμή σε ένα πρόστυχο σύμπαν, στο οποίο τα κορίτσια αισθάνονται χαμένες και βεβηλωμένες.  Αυτή ακριβώς η στιγμιαία συνειδητοποίηση της βρώμικης, επίπλαστης πραγματικότητας (και άρα της αληθινής τους ταυτότητας όταν βρίσκονται μαζί), αποτελεί το κομβικό σημείο στο οποίο η κατεύθυνση που θα ακολουθηθεί μπορεί να είναι μόνο μια: είτε η οριστική λήθη της καταστροφικής τους σχέσης, είτε το προσωπικό τους ολοκαύτωμα μέσα από την συνέχιση της επαφής.


Αν και σύμφωνα με τα τα λεγόμενα των πραγματικών γυναικών δεν υφίστατο ποτέ ερωτική σχέση ανάμεσά τους, εντούτοις η ταινία κάνει μια ξώφαλτση αναφορά στο σεξουαλικό τους δέσιμο, το οποίο φαίνεται απλώς να λειτουργεί συνδετικά ως το τελευταίο κομμάτι ενός παθιασμένου και αλληλοεξαρτώμενου δεσμού.
Συμπερασματικά θα λέγαμε πως το "Heavenly Creatures" είναι μια άκρως ενδιαφέρουσα και καλοφτιαγμένη μελέτη πάνω στην αληθινή ιστορία των δυο γυναικών, μια ταινία που εγκλωβίζει όλη την ανεμελιά, τις φαντασιώσεις και τον διαταραγμένο νου των ηρωίδων της.
 
Τι έμαθα από την ταινία: Οτι οι φιγούρες φτιαγμένες από πλαστελίνη θα μπορούσαν να είναι τόσο creepy, οτι η Winslet ήταν εντυπωσιακά όμορφη από μικρή και οτι η φυματίωση και η οστεομυελίτιδα, μπορούν να φέρουν ορισμένα άτομα τόσο κοντά...


TRIVIA
  • Και η Kate Winslet και η Melanie Lynskey έκαναν "καριέρα" με το ίδιο όνομα.  H Winslet ως Rose στον "Τιτανικό", ενώ η Lynskey ως Rose, στο "Two and  Half Men".
  • Σύμφωνα με τον Jackson, τα δυο κορίτσια είχαν μπει τόσο πολύ στο πετσί των ρόλων του, ώστε η σχέση τους ακόμα και στα διαλείμματα των γυρισμάτων ήταν ιδιαίτερα έντονη.
  • Όλες οι διηγήσεις της κινηματογραφικής Pauline, προέρχονται από το πραγματικό ημερολόγιο της αυθεντικής Pauline Parker.
  • Οι ηθοποιοί διαλέχτηκαν κυρίως λόγω της φυσικής τους ομοιότητας, με τους πραγματικούς χαρακτήρες.
(ΠΗΓΗ IMDB)

Τετάρτη 8 Μαΐου 2013

Trance: Strawberry

NEW ARRIVAL

Χαιρετώ again guyz!  Σήμερα ας μιλήσουμε για κάτι καινούριο, και συγκεκριμένα για την νέα ταινία του Danny Boyle που κυκλοφορεί από αύριο, 9/5 στους κινηματογράφους.  Να καταθέσω εδώ σε πρώτη φάση πως η ταινία μου άρεσε αρκετά, καθώς είδα κάτι καλοφτιαγμένο και απρόσμενα φρέσκο σε στιγμές, το οποίο κατέστησε την κάπου δαιδαλώδη αφήγηση τελικώς κατανοητή και καθοριστικής σημασίας για την κατανόηση του σεναρίου.   Ξεκινάμε.


O Simon (James McAvoy), είναι ένας εργαζόμενος σε έναν λονδρέζικο οίκο δημοπρασιών ο οποίος αντιμετωπίζει κάποια φλέγοντα, προσωπικά ζητήματα.  Πιο συγκεκριμένα έχει ξεμείνει από λεφτά, με αποτέλεσμα μην βρίσκοντας άλλη λύση, να αποφασίσει να συνεργαστεί με μια ομάδα ληστών, οι οποίοι ένα ωραίο πρωί μπουκάρουν στον οίκο, και ξεσηκώνουν έναν πίνακα του Goya.  Πάνω στην αναμπουμπούλα όμως, ο Simon τρώει μια στο κεφάλι από τον Franck (Vincent Cassel), τον αρχηγό της ομάδας, και πέφτει κάτω αναίσθητος.  Όταν συνέρχεται συνειδητοποιεί με τρόμο, πως δεν έχει ιδέα που βρίσκεται ο πίνακας, την ίδια στιγμή που ο Franck τον αναζητά επίμονα.  Έτσι λοιπόν προκειμένου να καταφέρει να θυμηθεί, επισκέπτεται μια υπνοθεραπεύτρια, την γοητευτική Elizabeth (Rosario Dawson), από την οποία θα ζητήσει βοήθεια, προκειμένου βήμα βήμα να εντοπίσει και πάλι τα ίχνη του χαμένου έργου τέχνης.  Από εκεί και πέρα η κατάσταση παρεκτρέπεται επικίνδυνα μιας που όλοι πρόκειται να εγκλωβιστούν σε ένα παραισθησιογόνο ταξίδι, από το οποίο η μόνη διαφυγή είναι μια: να καταφέρεις να "ξυπνήσεις"...


Μετά το κινηματογραφικό του διάλειμμα, και την ανάληψη της τελετής έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του Λονδίνου, ο Danny Boyle επιστρέφει και πάλι στα σινεματικά δρώμενα, αυτή την φορά κατασκευάζοντας ένα τριπαριστό ταινιάκι, το οποίο μπορεί να χάνει λίγο στο θέμα της ρεαλιστικότητας, δεν παύει όμως να αποτελεί μια καλή και καθόλα εντυπωσιακή περιπέτεια αποπλάνησης και παραπλάνησης.  Όταν ένα σκηνοθέτης εξάλλου, έχει καταφέρει να σου δώσει στο παρελθόν μερικά αξιοθαύμαστα κατασκευάσματα ετερόκλητης μάλιστα σύνθεσης, τότε δεν γίνεται παρά να περιμένεις πως και οι παροντικές του δημιουργίες, θα είναι το ίδιο καλές.  Ταινίες όπως το παραληρηματικό "Trainspotting", το ζομπιακά ανανεωτικό "28 Days Later", καθώς και το κοινωνικοδραματικό "Slumdog Millionaire" με την τεράστια βραβειακή-και οχι μόνο-επιτυχία του, αποδεικνύουν αν μη τι άλλο, πως ο Boyle διαθέτει ακόμα τσαγανό και ενδιαφέρουσα σκηνοθετική οπτική, ικανή να σε κρατήσει στην θέση σου μέχρι την ύστατη στιγμή του τέλους, χωρίς να έχεις πάρει χαμπάρι πότε πέρασε η ώρα.  Ακόμα και το πιο πρόσφατο "127 Hours" με πρωταγωνιστή τον "κοντεύω να γίνω μαϊντανός", James Franco, αποτέλεσε ένα εξαιρετικό δείγμα του πόσο άρτιο και σύγχρονο μπορεί να δείχνει ένα κλειστοφοβικό θρίλερ, το οποίο βασίζεται κατά κύριο λόγο στο "one man show" του εκάστοτε ηθοποιού (ομολογουμένως ο Franco έδωσε τον καλύτερό του εαυτό σε μια εξαιρετική ερμηνεία), μιας που ο Boyle φρόντισε να ντύσει την ιστορία του, οχι μόνο με τον αυτοβιογραφικό μανδύα, αλλά και με περιρρέουσες φυσιολατρικές και καθόλα ανθρωποκεντρικές πινελιές, οι οποίες σε συνδυασμό με την πολύχρωμη σκηνοθεσία, δημιουργούσαν ένα άκρως θελκτικό αποτέλεσμα.


Ακούγοντας σήμερα τον Κουτσογιαννόπουλο να λέει πως το "Trance" είναι μια καλή ταινία που κάπου κολλάει στο θέμα του ρεαλισμού και του κατά πόσο μπορούν να συμβούν όλα αυτά τα οποία συμβαίνουν, θα συμφωνήσω σίγουρα μαζί του, χωρίς βέβαια στην προκειμένη περίπτωση να έχει τελικά και τόσο σημασία το κατά πόσο μπορεί ή δεν μπορεί να υπάρξει μια τέτοια κατάσταση.  Και εξηγώ.
Tο πως αντιλαμβάνεται ο καθένας από εμάς το κομμάτι της πραγματικότητας, και πως αποφασίζει να εισάγει τις δικές του βιωματικές εμπειρίες στο πλαίσιο μιας ταινίας, διαφέρει σε πολύ μεγάλο βαθμό.  Ακόμα θυμάμαι άτομα που απορούσαν με την διάρκεια που έκανε το φορτηγάκι με τον di Caprio να πέσει στο ποτάμι, στο "Inception", και ας είχε "μαλλιάσει" η γλώσσα του Nolan να εξηγεί μέχρι εκείνη την στιγμή ονειρικά επίπεδα, συνειδητά, υποσυνείδητα και slow motion χρόνους.  Όταν για τους δικούς σου λόγους δε μπαίνεις ποτέ στο mood της κάθε ταινίας, δεν γίνεται να έχεις απαιτήσεις απτού ρεαλισμού, γιατί πολύ απλά πολλές ταινίες δεν αποσκοπούν σε αυτό.  Γιατί ακριβώς σου αρέσουν οι ταινίες τρόμου;  Υπάρχει ποτέ περίπτωση στην προσπάθειά σου να ξεφύγεις από έναν δολοφόνο, να σκοντάψεις γύρω στις 32 φορές και να τρέχεις με όλη σου την δύναμη, την ίδια στιγμή που ο evil one σε πλησιάζει περπατώντας και τελικώς σε ξεκοιλιάζει σαν γουρούνι στο σφαγείο;  Προφανώς οχι, το δέχεσαι όμως γιατί γνωρίζεις οτι θα δεις μια horror ταινία.  That's all.


Ας πάρουμε για παράδειγμα δυο ταινίες του Boyle.  Τι πιθανότητες υπάρχουν ένα παιδί από την Ινδία να απαντήσει σωστά σε εντελώς τυχαίες ερωτήσεις, τις απαντήσεις των οποίων ξέρει επειδή με τον έναν ή με το άλλον τρόπο τις έχει ζήσει στην ζωή του;  Καμία λέω εγώ, απλώς ο Boyle βρήκε έναν πρωτότυπο, αφηγηματικό τρόπο προκειμένου να περάσει στην μεγάλη οθόνη τις περιπέτειες ενός νεαρού απόκληρου.  Από την άλλη πλευρά ένας νεαρός άνδρας παγιδεύεται στα βραχώδη όρη της Utah, όταν ένας τεράστιος βράχος καταπλακώνει το χέρι του.  Αναγκάζεται να πίνει τα ούρα του για πέντε μέρες προκειμένου να μην αφυδατωθεί, όταν παίρνει την απόφαση να κόψει τελικά το χέρι του, να περιφερθεί αιμορραγώντας μέσα στην καυτή έρημο, μέχρι που μια οικογένεια τον βρίσκει, τον μεταφέρει στο νοσοκομείο και τελικά ο άνδρας επιζεί.  Παρατραβηγμένο ε;  Κι όμως, το "127 Hours" βασίζεται στην αληθινή ιστορία του πεζοπόρου Aron Ralston, ο οποίος αναγκάστηκε να ακρωτηριάσει το ίδιο του το χέρι προκειμένου να επιβιώσει.
Συνοψίζοντας, το "Trace" είναι μια από εκείνες τις ταινίες όπου το σενάριο μπορεί να σου φανεί λίγο-έως πολύ-τραβηγμένο, μιας που δεν ανταποκρίνεται πλήρως στην αντίληψή σου περί πραγματικότητας.  Εγώ σου προτείνω να μη το σκέφτεσαι και τόσο γιατί στην τελική, πόσα είναι αυτά που δεν ξέρουμε για τον κόσμο εκεί έξω;  Oh so many...
Αφήνοντας λοιπόν κατά μέρος το θέμα του σεναρίου (το οποίο είναι τόσο παραπλανητικό, όσο και ολόκληρη η ταινία), το "Trance" καταφέρνει και σε κερδίζει χάρη στην μεθυστική, κατακερματισμένη σκηνοθεσία του Danny Boyle, ο οποίος εκμεταλλεύεται στο φουλ κάθε αντικατοπτριστική επιφάνεια (από παρκε-ταρισμένα πατώματα και καθρέφτες, μέχρι τζαμαρίες και νερό), δημιουργώντας μια εντελώς ψευδαισθητική κατάσταση μέσα στην οποία οι ήρωες δρουν και υπάρχουν.  Κάποιες φορές χωρίς να το γνωρίζουν ούτε καν οι ίδιοι...
Το εύρημα της ύπνωσης παίζει εδώ καταλυτικό ρόλο, φέρνοντας στην επιφάνεια αναμνήσεις, απωθημένα και καταπιεσμένες μνήμες, οι οποίες μπορεί να μην εμβαθύνουν σε πιο ιατρικούς όρους (δεν χρειάζεται κιόλας), δημιουργούν όμως το ιδανικό παραπέτασμα και την κατάλληλη αφετηρία για μια πρώτης τάξεως τροφή του στυλ "μην εμπιστεύεσαι ότι βλέπεις", και θα αρκεστώ εδώ.


Από πλευράς ερμηνειών, κάνουν όλοι καλή δουλειά, με τον McAvoy σε ρόλο που δεν τον έχουμε συνηθίσει, τον Cassel σε αυτού του κλασικού κωλόπαιδου και την Dawson σε ρόλο μοιραίας ψυχιάτρου/υπνοθεραπεύτριας, η οποία τα δίνει όλα για την Τέχνη.  Και όταν λέμε όλα, εννοούμε όλα.  Και το πλούσιο στήθος της και το άλλο που σέρνει και καράβι.
Γενικώς το "Trance" αποτελεί ενδεχομένως την πιο ενδιαφέρουσα κινηματογραφική επιλογή της εβδομάδας, αφού καταφέρνει να σε ξεγελάσει και να μεταποιηθεί μέσω ενός κρεσεντικού τρανσ-αρίσματος σε κάτι το διαφορετικό.  Αξιόλογο το πρωταγωνιστικό cast, απόλυτα ταιριαστό το μουσικό score, με συμμετοχές από Moby, Emeli Sande, Unkle, ακόμα και μια εκτέλεση από την ίδια την Dawson, και μια σκηνοθεσία λουκούμι, συνθέτουν το άκρως ενδιαφέρον νέο ταινιάκι του Boyle.  Δες το.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι τα γυμνά της Dawson θα καθηλώσουν τα ανδρικά πλήθη, οτι όλοι κρύβουμε έναν bad ass μέσα μας και οτι ο Vincent πρέπει να πηδήξει σε όποια ταινία παίζει.  Είναι νόμος.


TRIVIA
  • Σε πρώτη φάση υποψήφιος για τον ρόλο του Franck ήταν ο Michael Fassbender, αλλά λόγω προγράμματος αναγκάστηκε να αποχωρήσει.  Έτσι ο ρόλος δόθηκε στον Cassel.
  • Υποψήφιες επίσης για τον γυναικείο ρόλο ήταν επίσης οι Scarlett Johansson και Eva Green.  Έχω μια μικρή υποψία πως ο Boyle ήθελε να δείξει οπωσδήποτε στην ταινία του μεγάλο στήθος.  Δεν εξηγείται αλλιώς...
(ΠΗΓΗ IMDB)

Παρασκευή 22 Μαρτίου 2013

Μπιγκ Χιτ: Ένα ελληνικό neo-noir, όπως δεν το έχεις ξαναδεί

 NEW ARRIVAL

Καλημέρα σε όλους!  Σήμερα θα μιλήσουμε για μια ελληνική προσπάθεια, από αυτές για τις οποίες δεν μιλάω και πολύ συχνά στο blog μου (τις ελληνικές ταινίες δηλαδή, μιας που το είδος που πραγματεύεται η σημερινή, είναι από τα αγαπημένα μου).  Το "Μπιγκ Χιτ" του Κάρολου Ζωναρά, είναι μια ταινία που παίρνει και δεν παίρνει τον εαυτό της στα σοβάρα, και γίνεται ένα από εκείνα τα απρόσμενα cult, ελληνικά δημιουργήματα, στα οποία είναι αδύνατον να πεις οχι.  Οπότε μη του πεις.  Δες το.


Ο υπαστυνόμος Αριστείδης Κορμάς (Μελέτης Γεωργιάδης), καλείται να εξιχνιάσει την μυστήρια αυτοκτονία ενός συναδέλφου του (τον οποίο υποδύεται για ελάχιστα δευτερόλεπτα ο...Σπύρος Μπιμπίλας), ο οποίος έδωσε τέλος στην ζωή του, στο γραφείο του σπιτιού του και με την γυναίκα του να γυροφέρνει στον πάνω όροφο.  Αργότερα όταν ο υπαστυνόμος αντιμετωπίσει την ψυχρή στάση της χήρας Φαρμάκη (Ευγενία Αποστόλου), καθώς και την αδιαφορία των υψηλά ισταμένων του στο Σώμα, θα αρχίσει να ζώνεται από τα φίδια, έχοντας την υποψία πως κάτι βρώμικο παίζεται στην Υπηρεσία του.  Κάτι που έχει να κάνει φράγκα μεγαλοεπιχειρηματιών και την κάλυψη των νονών της νύχτας...
Χωρίς να χάσει καιρό, αλλά μετατρέποντας το περίεργο αυτό κουβάρι σε προσωπικό του αγώνα, ο υπαστυνόμος, θα χτυπήσει πόρτες, θα κάνει ερωτήσεις και θα προσπαθήσει να βρει τους ανθρώπους που κρύβονται στις σκιές, κινώντας τα νήματα.  Όσο όμως πιο βαθιά στην υπόθεση, τον οδηγεί το ένστικτό του, τόσο σε μεγαλύτερο κίνδυνο φαίνεται να θέτει τον εαυτό του, αλλά και την γυναίκα του, Μισέλ (Katie O' Wallis).  Το τίμημα ενός ηθικού άνδρα, θα είναι σκληρό σε αυτόν τον γεμάτο διαφθορά και σαπίλα κόσμο...


Σήμερα δεν θα πούμε πολλά πράγματα για την ταινία, όπως κάνουμε στις υπόλοιπες κριτικές, για τον απλό λόγο πως "what you see, is what you get", που λέγανε και στο χωριό μου.  Δεν έχουμε εδώ κοινωνικούς σχολιασμούς, και αμπελοφιλοσοφίες και διδάγματα και πάει λέγοντας.  Έχουμε έναν σκηνοθέτη, που αποφάσισε με τον δικό του τρόπο να τιμήσει το noir αριστούργημα του Fritz Lang, "Τhe Big Heat", δημιουργώντας το ελληνικό του "αδελφάκι".
Για να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα, οι δυο ταινίες ομοιάζουν μόνο ως προς το σεναριακό τους περιεχόμενο, μιας που ο Ζωναράς, αποφάσισε να πατήσει πάνω στην υπόθεση της ταινίας του Lang, μεταφέροντάς την όμως, στην ελληνική, εξίσου ζοφερή πραγματικότητα.  Έχουμε τον καλό υπαστυνόμο που προσπαθεί να σταθεί στο ηθικό του ύψος, μέσα σε έναν κοινωνικό βούρκο, ο οποίος μοιάζει να τον τραβάει σε ολοένα και μεγαλύτερο βάθος, απειλώντας να τον πνίξει.  Πέρα από αυτό όμως, ο σκηνοθέτης και η ομάδα του, είπαν να εμπλουτίσουν το θέμα με καρικατουρίστικες ερμηνείες, και αρκετό μπινελίκι σε καίρια σημεία, με το "Που' σουνα μωρή;", να αποτελεί σίγουρα, το δικό μου αγαπημένο.


Δημιουργός του-κατά πολλούς-cult, "Ο Γιος του Τσάρλυ", o Ζωναράς, δεν πήρε αψήφιστα αυτή την νέα του προσπάθεια, εισάγοντας στην ταινία την τεχνική του ντουμπλαρίσματος, και βάζοντας τις φωνές άλλων ηθοποιών να ακούγονται πάνω στα πρόσωπα των ερμηνευτών που βλέπουμε στην οθόνη.  Πέρα από την δημιουργία μιας εικόνας που σου φέρνει στο μυαλό ταινίες περασμένων δεκαετιών (τότε δηλαδή που ο ήχος "φοριόταν" πάνω στο οπτικό κομμάτι του φιλμ), ο Ζωναράς, πέτυχε και την μείωση του χρόνου γυρισμάτων σε μόλις, 20 ημέρες, περιορίζοντας σαφέστατα το budget του και χτίζοντας τελικά έναν ταινιακό κόσμο, ο οποίος εύκολα παραπέμπει στο τότε, αλλά και στο τώρα.
Φυσικά η φωτογραφία της ταινίας παρέμεινε ασπρόμαυρη, τα μπατσικά props ανέγγιχτα (must η καπαρντίνα με τον σηκωμένο γιακά), ενώ και η ενσωμάτωση σκηνών, από την original ταινία, φάνηκε να λύνει τα χέρια των συντελεστών, σε στιγμές όπως για παράδειγμα η έκρηξη (δεν λέω περισσότερα σε περίπτωση που κάποιος δεν έχει δει το original, αλλά έτσι κι αλλιώς αν δείτε το "Μπιγκ Χιτ", θα πρέπει να προετοιμαστείτε για αρκετά spoilers), αλλά να αποτελεί παράλληλα και ένα έξυπνο εύρημα το οποίο ταυτίζει ακόμα σε μεγαλύτερο βαθμό τις δυο ταινίες.


Το cast απαρτίζεται από εξαιρετικές φάτσες, που δίνουν στην ταινία την κατάλληλη εσάνς.  Ο Μελέτης Γεωργιάδης, αποτελεί κλασική επιλογή πια (σίγουρα τον θυμάσαι και από "Το Κακό") για b-movie-ζουσες ταινίες, και είναι φυσιογνωμία εμβληματική στον ρόλο του αμέμπτου ηθικής, Αριστείδη Κορμά.  Η Katie O'Wallis σε διπλό ρόλο, υποδύεται την Γαλλίδα σύζυγο του υπαστυνόμου, και την τρελοκαμπέρο Lori, γκόμενα του παρατρεχάμενου, του πλούσιου αφεντικού που κρύβεται πίσω από όλα αυτά.  Κάπου μέσα στην ταινία, θα δεις γνώριμες φάτσες και θα ακούσεις τις εξίσου γνώριμες, ντουμπλαριστές φωνές (π.χ του Μποσταντζόγλου), με όλο αυτό το γαϊτανάκι να προσδίδει στην ταινία μια καθόλα, cult, ερμηνευτική διάσταση.
Το "Μπιγκ Χιτ" είναι μια ταινία η οποία αποτελεί ευχάριστη έκπληξη, μέσα στις πολλές κακές (ευτυχώς και κάποιες καλές), ελληνικές ταινίες της αρπαχτής.  Έχει ατμόσφαιρα, jazz μουσικούλα, διαλόγους εμφανώς στιλιζαρισμένους, αλλά και τόσο ταιριαστούς με τα φώτα των δρόμων, τα στριπτιτζάδικα και την βρωμιά της μεγαλούπολης.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι τον Μάϊκ Βαρδακαστάνη, υποδύεται ο θείος του σκηνοθέτη και είναι ο αγαπημένος μου, οτι το 'Καλαματιανός' είναι και γαμώ τα παρατσούκλια και οτι η υστεροφημία του Μπιμπίλα περιλαμβάνει άπειρες γκόμενες, και μια νεανίζουσα φωτογραφία του, στην οποία μοιάζει με τον Μάκη Δελαπόρτα.  Epic win.


No trivia

Παρασκευή 15 Μαρτίου 2013

Side Effects: One pill can make the difference...

Aloha!  Τι κάνουμε;  Έπειτα από δυο Παρασκευές χωρίς ταινιούλα, σπάμε το σερί, και επανερχόμαστε στην κλασική, τριήμερη πρόταση κάθε εβδομάδα.  Αυτό βέβαια δεν ξέρω κατά πόσο θα συνεχιστεί, μιας που όπως όλα δείχνουν, βρήκα δουλειά, οπότε η συχνότητα με την οποία θα εμφανίζομαι στο blogaki, σίγουρα θα αλλάξει...Συνεπώς, θα το ευχαριστηθώ όσο ακόμα μπορώ, και όταν με το καλό ξεκινήσω, θα δω και πως ακριβώς θα οργανώνω τον χρόνο μου κινηματογραφικώς.  Σήμερα λοιπόν, και μέχρι την επόμενη εβδομάδα, κατά την οποία σκέφτηκα να μιλήσουμε για κάτι πιο κλασικό, επιστρέφοντας σε παλιές ταινιούλες, θα δούμε λίγο την νέα ταινία του Sodenbergh, "Side Effects", η οποία αποτέλεσε ευχάριστη έκπληξη για εμένα, μιας που την βρήκα πραγματικά καλή.  Και μιας που η εβδομάδα αυτή, δεν ενδείκνυται για τρομερές, ταινιακές επιλογές, καλά θα κάνετε να της ρίξετε μια ματιά.


Η Εmily (Rooney Mara), είναι μια νεαρή κοπέλα, η οποία αντιμετωπίζει πρόβλημα κατάθλιψης.  Το γεγονός οτι ο άντρας της Martin (Channin Tatum), βρίσκεται εδώ και τέσσερα χρόνια στην φυλακή, σίγουρα δεν βοηθάει την όμορφη Emily, να αντεπεξέλθει στην "ασθένειά" της, παρά το γεγονός πως εκείνη φαίνεται να οδηγείται σε μια σχετική έκρηξη, όταν τελικά ο Martin αποφυλακίζεται.
Όταν έπειτα από μια απόπειρα αυτοκτονίας η Emily, αρχίσει να συμβουλεύεται τον ψυχίατρο, Dr. Jonathan Banks (Jude Law), τα πράγματα θα αρχίσουν να καλυτερεύουν για εκείνη, μιας που το συνταγογραφούμενο χάπι Ablixa, με το οποίο την προμηθεύει ο γιατρός, φαίνεται να κάνει την δουλειά του.  Οχι όμως για πολύ, καθώς έπειτα από ένα τραγικό συμβάν, οι ζωές όλων των εμπλεκομένων σε αυτή την μυστήρια ιστορίας ψυχανάλυσης, θα ακολουθήσουν πορείες διαφορετικές, και αρκετά σκοτεινές.  Πορείες εμπλεκόμενων συμφερόντων, αλήθειας και ψέματος...


O Steven Sodenbergh, είναι μια ενδιαφέρουσα υπόθεση δημιουργού, μιας που από την μια πλευρά βλέπεις πως η καριέρα του έχει σημαδευτεί από μια πληθώρα καλών ταινιών (εντάξει και μερικών μετριοτήτων, τι να κάνουμε;), παρόλα αυτά, μάλλον και ο ίδιος δεν ξέρει τι θέλει πια, μιας που οι συνεχιζόμενες δηλώσεις περί παραίτησής του από το cinema, συνεχίζονται.  Και μάλλον θα συνεχίζονται και για πολύ ακόμη...
Το μεγάλου μήκους, κινηματογραφικό του ντεμπούτο, "Sex, Lies and Videotape", υπήρξε ένα μεγάλο χιτ, έγινε αμέσως μια από τις πιο σημαντικές ταινίες της καριέρας του (αν οχι η σημαντικότερη δηλαδή), τσίμπησε μια υποψηφιότητα για Οscar Kαλύτερου Σεναρίου, και έκανε τους κριτικούς να σουσουρεύουν γι' αυτό το νέο ταλέντο.  Την ίδια στιγμή η ανοδική πορεία δεν άργησε να ακολουθήσει το όνομά του, με ταινίες όπως οι "King of Hill", "Out of Sight" (η οποία αποτέλεσε και την μοναδική αξιοσημείωτη, ηθοποιϊκή παρουσία της Jennifer Lopez, άντε μαζί με κάνα "The Cell", αλλά για τελείως διαφορετικούς λόγους εκεί) και "The Limey".  Το 2001 ήταν εκείνος ο οποίος κατάφερε να οδηγήσει την Julia Roberts στην νίκη του πρώτου της Oscar, αυτό για τον ρόλο της Erin Brockovich, στην ομώνυμη ταινία, ενώ την ίδια χρονιά, είδε και μια άλλη ταινία του, το "Traffic" να κερδίζει ούτε λίγο, ούτε πολύ, τέσσερα βραβεία, αυτά για Καλύτερη Σκηνοθεσία (για τον ίδιο), Καλύτερο Σενάριο, Καλύτερο Editing και Καλύτερου 'Β Ανδρικού, για τον Benicio del Toro.
Αργότερα, μερικές αστοχίες όπως το "Solaris" και το "Full Frontal", δεν ανέκαμψαν και πολύ την φόρα του, καθώς το στιλιζαρισμένο "Ocean's Eleven", έφερε και πάλι στο προσκήνιο τις καλοστημένες ταινίες με κομπίνες, ληστείες και ατσαλάκωτα γοητευτικούς πρωταγωνιστές (ε, δεν είναι λίγο να μαζεύεις για την ταινία σου τους, George Clloney, Brad Pitt και Matt Damon).
Φτάνοντας στο σήμερα, ίσως οι ταινιακές του απόπειρες να έχουν κάπως αποδυναμωθεί, καθώς ταινίες όπως το "Contagion" και κυρίως το κακό "Haywire", σίγουρα δεν ανταποκρίνονται στο ταλέντο του σκηνοθέτη.  Ακόμα και αν ο ίδιος δηλώνει πάντως, οτι το "Side Effects", πρόκειται να είναι η τελευταία του ταινία πριν αποσυρθεί, για να αφήσει χώρο στα νέα ταλέντα, δεν φανταζόμαστε να μπορούσε να το κάνει με καλύτερο τρόπο, μιας που η συγκεκριμένη ταινία είναι σίγουρα η καλύτερη που έχει κάνει, εδώ και καιρό.  Ναι, καλύτερη και από την κοιλιακή "Magic Mike".


Το "Side Effects" είναι μια ταινία εμμονών, οι οποίες αποτελούν και την κινητήριο δύναμη του φιλμ.  Γεμάτη από αμφιβολίες, ένοχα μυστικά και μια υπόθεση η οποία ξεδιπλώνεται σε διαφορετικά στάδια μπροστά στα μάτια σου, αποτελεί ίσως το καλύτερο θρίλερ που έχεις δει τον τελευταίο καιρό.  Και για να το ξεκαθαρίσουμε και αυτό μια και καλή, άλλο το θρίλερ (βλ. Hitchcock και ταινίες τίγκα στο σασπένς και το μυστήριο), κι άλλο η ταινία τρόμου (αίματα και τα συναφή), άντε γιατί αν ξανακούσω ατάκες τύπου "Αααα αυτό δεν μου αρέσει, είναι θρίλερ" (αληθινή ατάκα που έχω ακούσει από πελάτισσα στο video club που δούλευα, όταν είδε το εξώφυλλο του "Pan's Labyrinth"), δεν θα κρατηθώ και θα πέσει ένα κάποιο δούλεμα.
Στα δικά μας και πάλι, ο Soderbergh έχει κάνει εδώ μαεστρική δουλειά, υφαίνοντας με τρόπο εξαιρετικό ένα story με διακυμάνσεις, το οποίο δεν σε αφήνει σε ησυχία μέχρι και το τέλος.  Αντιθέτως, βρίσκεται απέναντί σου και μοιάζει να σε κοροϊδεύει στα μούτρα, εμφανίζοντας κάθε φορά και από ένα διαφορετικό επίπεδο το οποίο δεν είχες φανταστεί, έτσι ώστε μέχρι να χωνέψεις και εκείνο, να κάνει πάλι την εμφάνισή του κάτι άλλο, και να σε βάλει να μελετήσεις την ταινία για ακόμη μια φορά, από την αρχή.
Το γεγονός οτι αποφασίζει να ασχοληθεί θεματικά, με τα προβλήματα και τις "παρενέργειες" που μπορεί να απορρέουν από λανθασμένη δοσολογία ή φάρμακα τα οποία ενδεχομένως να μην ανταποκρίνονται σε έναν ασθενή όπως θα έπρεπε, λειτουργούν καταλυτικά προκειμένου το σενάριο να απογειωθεί, και μαζί του και οι ερμηνείες, οι οποίες είναι όλες αρκετά καλές, με εξαίρεση την Rooney Mara, η οποία είναι ερμηνευτικά ασύλληπτη (και εκνευριστικά όμορφη).


Η αστικά δομημένη σκηνοθεσία του Soderbergh, δημιουργεί ένα καθαρά αδηφάγο περιβάλλον, μέσα στο οποίο προσπαθείς να καταλάβεις ποιος είναι τελικά ο θύτης και ποιος το θύμα, γεγονός που αποτελεί ένα από τα βασικά ατού της ταινίας, καθώς όπως θα διαπιστώσεις, ακόμα και το πρωταγωνιστικό cast, μοιάζει έρμαιο αυτής της πολη-κής βαβούρας και του χάους, μην μπορώντας (και ίσως μην θέλοντας) να ξεκολλήσουν από αυτό, ακόμα και χρωματικώς.  Μαύρο, επαγγελματικό μπεζ, λευκό και αποχρώσεις του γαλάζιου, είναι τα χρώματα τα οποία κυριαρχούν τόσο στις αποχρώσεις που χαρακτηρίζουν την πόλη, όσο και το ενδυματολογικό των ηρώων.
Όσον αφορά το ψυχαναλυτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσει τους πρωταγωνιστές ο σεναριογράφος Scott Z. Burns, πιστός συνεργάτης του Soderbergh σε διάφορες ακόμη παραγωγές, μάλλον αποτελεί την ιδανική πηγή έμπνευσης και συνταιριάσματος με την αποστειρωμένη εικόνα της Νέας Υόρκης, παραπέμποντας οπτικά σε ταινίες όπως το "Shame", ένα από τα πιο πρόσφατα και χαρακτηριστικά, εμμονικά παραδείγματα, στα οποία η θέση της πόλης απέναντι στον ήρωα, είναι καίριας σημασίας.
Μακριά, αλλά και την ίδια στιγμή τόσο κοντά στην σύγχρονη, ψυχαναλυτική πραγματικότητα, ο Soderbergh αποφασίζει να γεμίσει την ταινία του από αμφισβήτηση και μια έντονη ιδέα ενός παιχνιδιού γάτας-ποντικιού, το οποίο όμως δε σε αφήνει να αντιληφθείς ποιος υποδύεται τι.  Εξάλλου οι πραγματικές συνέπειες που πολλές φορές δημιουργούν φάρμακα και ναρκωτικά, δημιουργούν παράλληλα ένα καθημερινό σύμπαν μέσα στο οποίο πολλά μπορούν να συμβούν, και μάλιστα, οχι ιδιαιτέρως ευχάριστα...


Από πλευράς ερμηνειών, ο σκηνοθέτης επιμένει να χρησιμοποιεί παλιούς γνώριμους, όπως την Catherine Zeta-Jones στον ρόλο της πρώην ψυχαναλύτριας της πρωταγωνίστριας, καθώς και τον Chaninng Tatum, ο οποίος όπως φαίνεται αποτελεί και την πιο πρόσφατη μανία του σκηνοθέτη.  Στον αντίποδα, ο Jude Law, ολίγον καραφλός και πολύ καλός στον ρόλο του, εξακολουθεί να αποτελεί μια στιβαρή επιλογή για τους απανταχού σκηνοθέτες, αν και όπως καταλάβατε την παράσταση κλέβει με μεγάλη ευκολία η Rooney Mara.  Καταθλιπτική, κατατονική, με το πρόσωπό της να μιλάει από μόνο του, και να σκιαγραφεί έτσι τα πολυποίκιλα συναισθήματά της, αποτελεί αναμφίβολα ένα από τα μεγάλα, νεαρά ταλέντα του Hollywood, γεγονός που για εμένα φαίνεται πολύ πιο ουσιαστικά εδώ, παρά στο φιντσερικό "The Girl With the Dragon Tattoo".  Πραγματικό σίφουνας.
Το "Side Effects" είναι μια ταινία που σίγουρα θα εκτιμήσουν τόσο οι fan του κινηματογράφου, όσο και εκείνοι που θέλουν να περάσουν μια ωραία, σινεματική βραδιά.  Σασπένς, μυστήριο και μια ονειρική μουσική που ξεκλέβει χώρο και ακολουθεί κατά πόδας την υπόθεση (θυμίζοντας αρκετά την κρυσταλλική μουσική των Nox Arcana), δημιουργούν ένα καλοδουλεμένο περιβάλλον μέσα στο οποίο τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται...

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι ο Soderberg είχε σκεφτεί αν δώσει τον κεντρικό ρόλο στην Lindsey Lohan(...), οτι ο Tatum έχει κάτι που με χαλάει και οτι η Catherine, καλύτερα θα ήταν να μην είχε τραβηχτεί και τόσο πολύ...



No trivia

Δευτέρα 11 Μαρτίου 2013

The Paperboy: Southern dirt

Καλημέρα καλημέρα και καλή εβδομάδα!  Δεν κατάφερα πάλι, για ακόμη μια Παρασκευή να γράψω ταινιούλα, αλλά θα προσπαθήσω αυτή την φορά να γράψω και τις τρεις μέρες (ξέρετε τώρα, για τους πιστούς μου αναγνώστες!).  Σήμερα λοιπόν, είπα να συμπεριλάβω στο menu μου, μια εντελώς παρεξηγημένη για εμένα, φετινή ταινία: το "The Paperboy" του Lee Daniels.  Αυτό το εργάκι, έχω την εντύπωση, πως έχει προκαλέσει περισσότερες, αρνητικές αντιδράσεις απ'οτι θα έπρεπε, και πρόκειται να υποστηρίξω την θέση μου σχετικά με το οτι στην τελική, δεν είναι και τόσο κακή ταινία.  Βασικά, δεν είναι κακή ταινία, εξαρτάται όμως πως θα αποφασίσεις να την δεις και να την προσεγγίσεις.  Ξεκινάμε then.


Βρισκόμαστε στον αμερικάνικο νότο, στα τέλη της δεκαετίας του ΄60.  Η Louisiana, εκεί δηλαδή όπου πρόκειται να λάβει χώρα όλο το υποθεσιακό "δράμα" της ταινίας, αποτελεί ίσως την πιο πνιγηρά υγρή πόλη που ποτέ σου δεν έχεις δει.  Εκεί, ένα σωρό κοινωνικά κατακάθια, αγωνίζονται για την προσωπική τους λύτρωση, την απόδοση δικαιοσύνης και την ικανοποίηση μύχιων, kinky μυστικών.
Το story της ταινίας θα αρχίσει να εκτυλίσσεται, όταν στην γενέτειρά του, αποφασίσει να επιστρέψει ένας αλτρουιστής δημοσιογράφος των Miami Times, o Ward Jensen (Matthew McConaughey), ο οποίος παρέα με τον φιλόδοξο συνεργάτη του, Yardley (David Oyelowo), θα αποφασίσει να σκαλίσει τους λόγους, για τους οποίους ο κατά τα άλλα γλοιώδης Hillary Van Wetter (John Cusack), κατηγορήθηκε για την δολοφονία ενός τοπικού σερίφη, αντιμετωπίζοντας τώρα την θανατική ποινή.  Και όσο οι δυο δημοσιογράφοι, θα προσπαθούν να βρουν ψήγματα, μιας εν δυνάμει αθωότητας του Van Wetter, στα πόδια τους θα μπλεχτεί (μεταφορικά και κυριολεκτικά), η Charlotte Bless (Nicole Kidman), μια ξεπλυμένη bimbo, η οποία αρέσκεται να αλληλογραφεί με...μελλοθάνατους(!), και η οποία θεωρεί πως έχει βρει στα γράμματα του Hillary, το next big catch.  Και μέσα σε όλον αυτόν τον συρφετό, θα προστεθεί και ο μικρότερος αδελφός του Ward, Jack (Jac Efron), ο οποίος όταν δεν τριγυρνά με το λευκό του σωβρακάκι, μοιράζει την τοπική εφημερίδα που ο πατέρας του εκδίδει, με την ιδιότητα του paperboy.  Α, και όταν δεν έχει άλλη εφημερίδα να μοιράσει, κοιτάζει τα πόδια, το στήθος και τα άλλα, της Charlotte, σκεπτόμενος τι ωραία που θα ήταν να την είχε στο κρεβάτι.  Μια καθημερινή ιστορία, αρχίζει να ξετυλίγεται εκεί, στους βρομερούς βαλτότοπους της Louisiana...


Τον σκηνοθέτη Lee Daniels, το πιθανότερο είναι πως τον θυμάσαι από την υπερ-δραματική του ταινία "Precious", η οποία το 2009, είχε προκαλέσει αίσθηση, εξαιτίας του ιδιαιτέρα στιβαρού και καθόλα καταθλιπτικού, κοινωνικού της περιεχομένου.  Έκτοτε ο Daniels, δεν είχε σκηνοθετήσει τίποτα άλλο, μέχρι την στιγμή που στον δρόμο του βρέθηκε το μυθιστόρημα του Peter Dexter, 'Τhe Paperboy', το οποίο αποφάσισε τελικά να μεταφέρει ο ίδιος στην μεγάλη οθόνη, φέρνοντας και τον ίδιο τον συγγραφέα στην ομάδα του, προκειμένου να εκτελέσει χρέη σεναριογράφου. 
Το συγγραφικό αποτέλεσμα του Dexter, χαιρετίστηκε από τους κριτικούς θετικά, με την New York Times να κάνει λόγο για μια "eerie and beautiful" νουβέλα, επιβεβαιώνοντας κατά κάποιον τρόπο και τον λόγο, για τον οποίο ο Pedro Almodovar, βρισκόταν σε μια δεκάχρονη(!) συζήτηση με τον Dexter, προκειμένου να αναλάβει εκείνος την μεταφορά του βιβλίου στον κινηματογράφο.  Τελικώς το λογοτεχνικό υλικό, πέρασε στα χέρια του Αμερικανού σκηνοθέτη, Lee Daniels, ο οποίος όπως έδειξε και η ταινία, έβγαλε πάνω της, όλη την σκοτεινή και ιδρωμένη πλευρά των πρωταγωνιστικών της ηρώων.  Και αν ρωτάτε εμένα, πολύ καλά έκανε.


Αν και ο Daniels, δεν κάνει αισθητή την παρουσία του συχνά, φαίνεται πως θα τον ακούσουμε εντόνως και μέσα στο 2013, μιας που στα σκαριά βρίσκονται ήδη δυο ακόμα ταινίες του.  Η μια, θα φέρει τον τίτλο "The Butler", και θα περιστρέφεται γύρω από διάφορα, αμερικανίζοντα γεγονότα, όπως αυτά θα παίρνουν σάρκα και οστά, μέσα από τα μάτια του μπάτλερ του Λευκού Οίκου, ο οποίος θα ζήσει το πέρασμα οκτώ διαφορετικών Προέδρων και όλων των ετερόκλητων στοιχείων που συνεπάγεται η εγκατάστασή τους στον Οίκο, αλλά και αυτή, στο ανώτατο αξίωμα της αμερικανικής ζωής.  Το cast που έχει μαζευτεί για την συγκεκριμένη ταινία, είναι τόσο τεράστιο, που θα μου πάρει άπειρο χρόνο να το απαριθμήσω, οπότε αν ενδιαφέρεστε τσεκάρετέ το στο IMDB, εκεί όπου θα βρείτε πως η δεύτερη, προγραμματισμένη ταινία του Daniels, παραπέμπει σε biopic της Janis Joplin με τίτλο, "Janis Joplin: Get It While You Can", με κανένα άλλο στοιχείο αναφορικά με την παραγωγή και τους εμπλεκόμενους ηθοποιούς/συνεργάτες, να γίνεται γνωστό.
Επιστρέφοντας και πάλι στα του "The Paperboy", θεωρώ πως η ταινία αποτέλεσε μια από τις πιο απροκάλυπτα προκλητικές και ρεαλιστικές απεικονίσεις ηρώων και καταστάσεων, που έχω δει τελευταία στο cinema.  Οι επικριτές της, έμειναν περισσότερο απ'οτι χρειάστηκε στο κατούρημα του Efron από την Kidman (τον οποίο στην τελική, είχαν τσιμπήσει και τσούχτρες, να τα λέμε αυτά), και στην σκηνή κατά την οποία η Kidman, και πάλι ως άλλο μήλον της έριδος, έρχεται σε ταυτόχρονο οργασμό με τον Cusack, έχοντας γύρω στο ένα μέτρο απόσταση μεταξύ τους.  Μήπως όμως με αυτή την λογική, δεν απορρίπτουμε επί της ουσίας, όλο το νόημα των χαρακτήρων και των ρόλων, τους οποίους ένα ηθοποιούς καλείται να υποδυθεί;  Στην τελική δεν πρέπει να ξεχνάμε τις βασικές αρχές του κινηματογράφου: δεν είναι η Nicole Kidman που ανακουφίζεται (και ανακουφίζει) πάνω στον Zac Efron.  Είναι η Charlotte Bless, που κατουράει τον Jack Jensen.  Ηθοποιός και ρόλος είναι μεν δυο διαφορετικές οντότητες, οι οποίες όμως την στιγμή που η κάμερα αρχίζει να γράφει, ενώνονται σε μια.  Συνεπώς, το να κρίνεις αν μια ταινία είναι καλή, ή αν έχει την όποια καλλιτεχνική αξία, με βάση το τι κάνουν οι ηθοποιοί, το αν δηλαδή ο ρόλος τους είναι συμπαθής ή αποκρουστικός, και τι ακριβώς τους καθιστά αυτό που είναι, μέσα στην μιαμισάωρη διάρκεια της ταινίας, δεν έχει απολύτως κανένα νόημα.


Για να ξεκαθαρίσω κάτι.  Το Paperboy, δεν έχει καμία καλλιτεχνική, κινηματογραφική αξία, εκτός κι αν θεωρείται ως τέτοια η vintage κινηματογράφηση του Roberto Schaefer, η οποία σίγουρα προσδίδει την απαραίτητη, pulp εσάνς, δεν παύει όμως να αποτελεί και μιας μορφής στιλιζάρισμα, με το οποίο εδώ και καιρό έχουμε εξοικειωθεί-κακώς-, μέσα από την χρήση του Instagram και όλων εκείνων των φίλτρων που χρησιμοποιούμε στις φωτογραφίες, επιμένοντας να τους δίνουμε λάμψη και δόξα, περασμένων μεγαλείων.  Σε αυτό βέβαια δεν φταίει ο Schaefer, ο οποίος κάνει ομολογουμένως εξαιρετική δουλειά, αλλά η δική μας μανία να καθιστούμε το οτιδήποτε, βγαλμένο από την original εποχή που οι μανάδες μας είχαν μαλλί περμανάντ και φορούσαν γυαλιστερά φορέματα, με φουσκωτά μανίκια και απλικέ φιόγκους.
Ξεπερνώντας λοιπόν την καραμέλα, "μα η ταινία δεν έχει καμία καλλιτεχνική αξία, δε σου μιλάει..." και όλα τα συναφή, καταλαβαίνω το να θέλει κάποιος να την δει σε version Almodovar, αλλά από εκεί και πέρα μιλάμε για θέμα γούστου, και οχι για το πόσο καλά υπηρετεί ο κάθε σκηνοθέτης αυτό που πραγματεύεται η ιστορία και εν προκειμένω, η υπόθεση του βιβλίου (το οποίο και δεν το έχω διαβάσει).  Πριν λοιπόν αρχίσουμε το κράξιμο, για την ξετσίπωτη ερμηνεία της Kidman, και το σοκαριστικό μυστικό του McConaughey στην ταινία, ας σκεφτούμε λίγο οτι οι άνθρωποι, από αρχαιοτάτων χρόνων, επηρεάζονταν άμεσα από το περιβάλλον, το οποίο τους τροφοδοτούσε.  Όταν συνεπώς έχεις μεγαλώσει σε μια υγρασιασμένη πόλη, τίγκα στην βουρκώδη δυσωδία, τις λάσπες και τις χαμένες ευκαιρίες που καιροφυλακτούν ανάμεσα στα έλη και τις κλιματσίδες, έτοιμες να σε εγκαταλείψουν στο πρώτο σου βήμα μέσα σε αυτήν την σκουπιδιασμένη χοάνη, πως ακριβώς περιμένεις να ανθίσει από το πουθενά ένας ήρωας, ευτυχισμένος, μελιστάλαχτος και τελικά, φυσιολογικός;  Όπως έγραψα και στην κριτική του Reel, είναι σαν να περιμένεις οτι ένα τσούρμο άνθρωποι που ζουν μέσα στην τσιμεντιασμένη πόλη, γεμάτη από θόρυβο, βρωμιά και μοναξιά, δεν θα επηρεαστούν από αυτήν, παρά θα είναι πειθήνιοι και χαμογελαστοί.  Οχι δεν θα είναι.  Φυσικά και θα "παίζουν" κάπου ανάμεσα, όπως ακριβώς και οι ήρωες του Daniels: στο σύνολό τους, καταποντίζονται από το βάρος του βασικού πρωταγωνιστή (του περιβάλλοντος δηλαδή), διατηρούν όμως και κομμάτια ανθρώπινης ευγένειας, όπως αυτά βγαίνουν στην επιφάνεια, λίγο πριν βυθιστούν και πάλι στην ζέχνουσα πρασινίλα της περιοχής.


Η σκηνοθεσία του Daniels καθιστά ξεκάθαρο από την αρχή, οτι δεν έχει σκοπό ούτε αυτιά να χαϊδέψει, ούτε να παρυυσιάσει ένα δείγμα κινηματογράφου, αποστειρωμένο και με "κώδικες", μιας που ενώ στο "Precious" προκαλούσε τον θεατή μέσα από την βαριόμοιρη κατάσταση της πρωταγωνίστριας (λίγο υπερβολικό αν με ρωτάτε), εδώ οι ήρωες, σκηνοθετούνται σε απόλυτα καθημερινές καταστάσεις, με όλο το cast μάλιστα να δίνει εξαιρετικές ερμηνείες.
Αρχικά ο Efron, αν και σίγουρα θα μπορούσε να ήταν καλύτερος (ή επίσης και κάποιος άλλον να υποδυθεί τον ρόλο του), είναι εντούτοις καλός, με απλανή βλέμματα που χαζεύουν το μπούστο της Charlotte, και στιγμές έντασης που του πάνε.  Ο McConaughey αποτελεί περίπτωση ηθοποιού, τον οποίο δεν θα θέλαμε να ξαναδούμε να παίζει σε μαλακίες, μιας που και αποδεικνύει και πάλι οτι είναι καλός ηθοποιός, κρατώντας τις ισορροπίες, ανάμεσα στο οτινανικό ζεύγος Kidman-Cusack, που εδώ δίνει ρέστα.  O Cusack, σε κρεσέντο ανωμαλίας και σαδισμού, γίνεται βρομιάρης μέχρι αηδίας, σε βαθμό που αισθάνεσαι έντονη την ανάγκη για ντουζάκι, μετά το τέλος της ταινίας, ενώ και η Kidman, με την κιτρινωπή της καούκα και το πασαλειμμένο μακιγιάζ, αποτελεί την ιδανική sex doll στα μάτια όλων, δίνοντας μια ύπουλη ερμηνεία, από αυτές που ξέρουμε οτι της πάνε έτσι κι αλλιώς.
Το "The Paperboy" είναι μια ταινία, που μπορεί ορισμένες φορές να θυσιάζει την απλοϊκή, crime ιστορία της, για χατίρι των ηθοποιών της, είναι όμως και μια κινηματογραφική εμπειρία την οποία μπορείς να απολαύσεις, μόνο εάν αποφασίσεις να εγκλιματιστεί απόλυτα στο ύφος, τον λόγο και τον πνιγηρό κόσμο που σου ανοίγει.  Αξίζει σίγουρα την προσοχή σου.ς

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι παίζει και η Macy Grey σε ρόλο οικιακής βοηθού, οτι το επίθετο της ηρωίδας της Kidman δεν είναι τυχαίο, αλλά μάλλον λειτουργεί ως inside joke και οτι ένα overdose του βρακιού του Efron το πάθαμε.


No trivia

Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2012

The Angels' Share: Freedom and Whiskey

NEW ARRIVAL

Καλησπέρα, καλησπέρα σε όλους!  Εν αναμονή της καταστροφής του κόσμου σε...κάποια στιγμή μέσα στην ημέρα, είπα να "κλείσω" την πορεία του blog μου, με μια ταινιούλα που είδα αυτή την εβδομάδα, και που κυκλοφορεί ήδη στις αίθουσες, από χθες.  Το "Angels' Share", είναι η καινούρια ταινία του Βρετανού σκηνοθέτη, Ken Loach, και σίγουρα είναι η μέχρι τώρα, πιο ανάλαφρη και feel good ταινία του δημιουργού.  Έτσι λοιπόν εμείς, θα πάμε κόντρα στην γρουσουζιά, και θα κατεβάσουμε ρολάκια για τις γιορτές, με μια όμορφη, γλυκόπικρη ταινιούλα, που δεν πρέπει να χάσετε!  Πάμε λοιπόν!


O Robbie (Paul Brannigan), είναι ένας νεαρός Βρετανός, ο οποίος κουβαλάει πάνω του το ένοχο παρελθόν των ναρκωτικών, του ποτού και τον επικίνδυνων, καυαγαδιστών ξεσπασμάτων του, πάνω σε άτυχους περαστικούς και αγνώστους.  Όταν η τελευταία του επίθεση σε έναν νεαρό άνδρα, οδηγήσει εκείνον σε μερική τύφλωση, ο Robbie θα θέσει τις προσωπικές του επιλογές επί τάπητος, και θα αποφασίσει να αλλάξει χαρακτήρα, με αφορμή μάλιστα το χαρμόσυνο γεγονός, της εγκυμοσύνης της γυναίκας του.  Ξεκινώντας λοιπόν την επερχόμενη αλλαγή του, από την εκτέλεση των ωρών της κοινωνικής εργασίας που του επιβάλει το δικαστήριο, θα θελήσει να αποδείξει στην γυναίκα του, οτι αποτελεί μια νέα πάστα ανθρώπου, έτοιμο να σηκώσει τα βάρη της οικογενειακής ζωής.  Τα πράγματα βέβαια δε θα είναι και τόσο εύκολα, μιας που οι δαίμονες του παρελθόντος και οι κωλοπαιδίστικες παρέες του, θα συνεχίσουν να τον προκαλούν και να διαταράσσουν κάθε προσπάθεια ειρήνης με τον εαυτό του και το περιβάλλον γύρω του.  Όταν ξαφνικά βρεθεί υπό την "πατρική" προστασία του υπεύθυνου του κοινωνικού προγράμματος, Harry (John Henshaw), ο Robbie θα αρχίσει να βλέπει τα πράγματα αλλιώς.  Μετά μάλιστα και από την εκπαιδευτική τους επίσκεψη σε ένα διυλιστήριο, θα καταλήξει στο γεγονός οτι η μοναδική του ευκαιρία για μια νέα ζωή, έγκειται σε μια μόνο λέξη: Whiskey.


Έχοντας στη βαλίτσα του το βραβείο Κριτικών, από το πρόσφατο φεστιβάλ των Καννών, το "The Angels' Share" έρχεται φορτσάτο και "γεμίζει" τον τόπο κεχριμπαρένια χρώματα και πεπαλαιωμένα αρώματα, δίνοντας την ευκαιρία στον Ken Loach, να δημιουργήσει την πιο πικρά χιουμοριστική και ταπεινά αισιόδοξη ταινία, ολόκληρης της μέχρι τώρα καριέρας του.
Δυο χρόνια μετά το εγκεφαλικό θρίλερ, "Irish Route", ο Loach επανέρχεται αυτή τη φορά με ανανεωμένη διάθεση, πλάθοντας έναν σύγχρονο, αστικό μύθο γύρω από την ελπίδα και το οχι και τόσο δυσδιάκριτο τελικά, μέλλον, το οποίο μπορεί να επιφυλάσσει η μοίρα για τον καθένα από εμάς.
Χωρίς δυσκολίες στην αφήγηση ή κεκαλυμμένες παραπομπές και μεταφορές, ο Loach καταφέρνει να μας παρουσιάσει έναν νέο, δικό του χαρακτήρα, απογαλακτισμένο σε ένα μεγάλο μέρος, από τον ζοφερό, κοινωνικοπολιτικό σχολιασμό που έχουμε συνηθίσει να συναντάμε στην πλειοψηφία της δουλειάς του, χωρίς παράλληλα αυτό να σημαίνει οτι δεν υπάρχουν τα ψήγματα του προσωπικού του cinema.  Αντιθέτως θα έλεγε κανείς οτι το "The Angels' Share" είναι συνδυασμός της πιο αισιόδοξης και φρέσκιας ματιάς του σκηνοθέτη, με την πιο κλασικίζουσα, σκηνοθετική του πλευρά, γεγονός που καθιστά την νέα του ταινία τόσο ωμά ρεαλιστική και πιο κοντά στην καθεαυτή πραγματικότητα, χιλιάδων νεαρών παραβατών (εν προκειμένω στην Αγγλία).


Το πρόβλημα της ανήλικης εγκληματικότητας, είναι ένα θέμα το οποίο μαστίζει στην κυριολεξία πολλές περιοχές του Ηνωμένου Βασιλείου (και οχι μόνο), και ακριβώς εκεί πάνω πατάει και ο Loach, προκειμένου να χτίσει μια γενικότερη θεματική, την οποία συνηθίζει να ακολουθεί από ταινία σε ταινία.
Στο "Sweet Sixteen", θέτει-ίσως πιο ξεκάθαρα, από οποιαδήποτε άλλη ταινία του-το ολοένα αυξανόμενο πρόβλημα της παραβατικότητας, η οποία εδώ παίρνει σάρκα και οστά στη ζωή του δεκαεξάχρονου πρωταγωνιστή, οποίος προερχόμενος από ένα δύσκολο background, θα αναγκαστεί να εισχωρήσει βαθύτερα στον σκοτεινό κόσμο του εγκλήματος, προκειμένου να καταφέρει να βρει τα χρήματα για την αγορά ενός σπιτιού, για χάρη της νεο-αποφυλακισθείσας, μητέρας του.
Σε αυτή τη περίπτωση ο Loach δεν μασάει τα λόγια του, αλλά μέσω του απλοϊκού του σεναρίου (το οποίο απογειώνεται από την ιδιάζουσα διάλεκτο των ηρώων του), και την σημασιολογικής του σκηνοθεσίας, δίνει στο στίγμα μια νέας, ταραχώδους εποχής, εκεί που η μονάδα συνθλίβεται κάτω από το βάρος των υποχρεώσεών της, εξαναγκαζόμενη σε μια βεβιασμένη, και άνευ μοίρας ζωή, η οποία απαιτεί, χωρίς να απαιτείται τίποτα από αυτήν.  Τόσο η κουνημένη εικόνα, η απουσία ενός ισορροπημένου καδραρίσματος, η μη αποδεκτή "τεμάχιση" των σωμάτων των ηρώων, για χατίρι μιας ρεαλιστικής σκηνοθεσίας, καθώς και η ίδια η σεναριακή δομή, όλα μαρτυρούν τη στάση που τηρεί ο Loach, απέναντι στο σύγχρονο cinema: σκληρός σχολιασμός και πολιτικός κινηματογράφος στο full.
Αν και το "The Angels' Share" δεν πατάει πάνω στα κλασικά του μοτίβα, εντούτοις όπως είπαμε και πριν, μπορεί κανείς να εντοπίσει μια ξεκάθαρη διχοτόμηση της ταινίας, από τη μια πλευρά της οποίας βρίσκεται η πολιτική της φύση, ενώ από την άλλη η feel good διάθεση, με την οποία μοιάζει να έχει εμποτίσει ο σκηνοθέτης την εξέλιξη της πλοκής, προκαλώντας έκπληξη, αλλά και χαμόγελα.  Γιατί στην τελική το "Μερίδιο των Αγγέλων", είναι μια ταινία που συνδυάζει τις δυο όψεις του ίδιου νομίσματος.  Αυτού που ακούει στο όνομα, Ken Loach.


Οι συνέπειες των προσωπικών επιλογών, η καταρράκωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και η απουσία της ελπίδας, γίνονται εδώ οι Συμπληγάδες Πέτρες τις οποίες πρέπει να ξεπεράσει ο ήρωας, προκειμένου να αναγεννηθεί.  Σε καμία περίπτωση δεν λειτουργούν ως τελολογικές καταστάσεις που οδηγούν τον χαρακτήρα σε ένα εκ της κοινωνίας υποκινούμενο, κακό τέλος.  Αντιθέτως γίνονται η αφετηρία, προκειμένου ο Robbie να καταφέρει να επαναπροσδιορίσει τη ζωή του.  Ο τρόπος μάλιστα με τον οποίο γίνεται αυτό, αποτελεί τελικά και το κλειδί της υπόθεσης.
Το γεγονός οτι όλοι οι χαρακτήρες της ταινίας, είναι άτομα προβληματικά, τους βοηθάει να ξεκινήσουν από την ίδια αρχή, προκειμένου να αναζητήσουν την πηγή του κακού.  Για παράδειγμα υπάρχει στην παρέα ένα τύπος, ο οποίος είναι αλκοολικός.  Το οτι αργότερα ο Loach θ καταστήσει το αλκοόλ (και δη το Whiskey), ως την ταυτόχρονη νέμεση και σωτηρία των ατόμων, είναι ιδιαιτέρως ευφυές, μιας που αποτελεί μια ξεκάθαρη αναφορά στο οτι, το κάθε τι μπορεί να έχει την σωστή και τη λάθος χρήση του.  Εδώ, το δυνατό Whiskey, ανάγεται σε σύμβολο (το μοναδικό επί της ουσίας και εύκολα αντιληπτό από τους θεατές), μιας που η μύηση στην φροντίδα και την ωρίμανσή του, αποτελεί μια σαφέστατη παραπομπή στον τρόπο με τον οποίο ο Robbie αρχίζει να φροντίζει για τον εαυτό του και την οικογένειά του, ωριμάζοντας μέσα από αναπάντεχες καταστάσεις και γνωριμίες.  Whiskey=Robbie και τούμπαλιν.


Όσον αφορά τη σκηνοθεσία, αν και υπολείπεται της δυναμικής που συναντάμε σε άλλες ταινίες του Loach, όντας πιο προσγειωμένη στα αφηγηματικά πρότυπα, εντούτοις δεν περνάει απαρατήρητη, αφού για ακόμη μια φορά η αυθεντικότητα και η ρεαλιστικότητά της, είναι εμφανείς.  Παράλληλα οι ερμηνείες είναι εξίσου καλές, χωρίς να είναι όμως και κάτι το συγκλονιστικό, οχι για άλλον λόγο, αλλά επειδή ακριβώς έχουμε συνηθίσει αυτού του είδους το μαγκιόρικο παίξιμο, από τους πρωταγωνιστές του Loach.
Το "The Angels' Share" είναι μια όμορφη ταινία που σίγουρα θα σας κάνει να χαμογελάσετε και να περάσετε ένα πολύ ευχάριστο μιαμισάωρο, εν μέσω χιουμοριστικών στιγμών, χαλαρής διάθεσης και εξιλεωτικού...ουισκακίου. Δείτε την.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι όλοι έχουμε εκείνον τον φίλο που τα κάνει όλα μπάχαλο, οτι ο κοκκινομάλλης τύπος μου θυμίζει τον τραγουδιστή των Coldplay και οτι ο τίτλος της ταινίας, γίνεται κατανοητός και είναι και ωραίος.


 Νο trivia




Κατά τα άλλα, Χρόνια Πολλά, Καλά Χριστούγεννα να έχουμε, και θα τα πούμε πάλι, από το νέο έτος!  Αν βέβαια η περίσταση μιας καλής ταινίας το απαιτήσει, θα επιστρέψουμε και πάλι με guest εμφάνιση.  Μέχρι τότε να περνάτε καλά και δώστε να καταλάβει στο σημερινό "τέλος του κόσμου".

Χαιρετώ!!