Hello, hello! Εν μέσω τρεξίματος και τηλεοπτικού διαβάσματος, επανέρχομαι αν και Παρασκευή και παρά το γεγονός πως την Τετάρτη δεν κατάφερα να ανεβάσω κάτι. Δεν πειράζει όμως, όπως σας είπα θα προσπαθώ να επιστρέφω στο blog όταν μου το επιτρέπει ο χρόνος μου οπότε here i am.
Περίεργη εβδομάδα αυτή, με το κλείσιμο της ΕΡΤ να μονοπωλεί το ενδιαφέρον για όλους τους λάθος λόγους αν με ρωτάτε, την ίδια στιγμή που η πρεμιέρα του "Before Midnight" στην χώρα μας, θα μπορούσε να είχε στρέψει τα φώτα της δημοσιότητας πάνω της, όπως της άρμοζε. Μια ακόμη χαμένη ευκαιρία, και ένα κυβερνητικό "αποφασίζομεν και διατάζομεν", ήταν τα χαρακτηριστικά της εβδομάδας που φεύγει. Η αλήθεια είναι πως σε τέτοιους καιρούς, το μαχαίρι είναι πιο δίκοπο από ποτέ: θες να κάνεις πράγματα, αλλά ίσως η όρεξη που έχεις (και που κυρίως δεν έχεις), να αποτελεί το μεγαλύτερο πρόβλημα. Προσωπικά τώρα τελευταία στο blog, νοιώθω πως κάπου έχω χάσει την έμπνευσή μου και το πράγμα έχει γίνει πολύ πιο μηχανικό απ'οτι επιτάσσει μια κατά τα άλλα φυσιολογική εξέλιξη. Nope, καθόλου φυσιολογικά πράγματα. Θα ανοίξω πάντως ένα μέτωπο με τον εαυτό μου, και θα επανέλθω δυναμικά. That's a promise.
Και μετά τον μονόλογο της τρέλας, ας ελαφρύνουμε λιγάκι το κλίμα με την μαύρη κωμωδία του Gus Van Sant, "To Die For".
H Suzanne Stone (Nicole Kidman), είναι μια γοητευτική, φιλόδοξη ύπαρξη που από μικρή ήθελε να ασχοληθεί με τον ονειρικό κατά τα άλλα κόσμο της τηλεόρασης. Ήδη από όταν ήταν πιτσιρίκι, αρεσκόταν να βλέπει τον εαυτό της στην κάμερα του μπαμπά που ήταν συνδεδεμένη με την TV, φαντασιωνόμενη αργότερα, τι ωραία που θα ήταν να μπορούσε να αποτελεί τμήμα της αυτού του τεράστιου, επιδραστικού μέσου.
Μεγαλώνοντας η Suzanne έγινε μια σαγηνευτική ύπαρξη που είχε την δυνατότητα να σέρνει τους άντρες από την μύτη-ναι και από κάτι άλλο-αποφασίζοντας να χρησιμοποιήσει αυτό το ταλέντο, προς όφελός της και ως βασικό εισιτήριο που θα την οδηγούσε στα στουντιακά φώτα και την διασημότητα.
Παρά το γεγονός οτι παντρεύτηκε τον κανακάρη (Matt Dillon) του Joe Maretto (Dan Hedaya), ενός από τους κυρίαρχους κοινωνικούς πυλώνες των αμερικανο-ιταλικών σχέσεων της τοπικής κοινωνίας, η ίδια είχε μάλλον πιο "larger than life" όνειρα, τα οποία δεν περιελάμβαναν ούτε ορδές από κουτσούβελα να βολοδέρνουν μέσα στο σπίτι, ούτε και φυσικά την ίδια σε ρόλο χαρωπής νοικοκυράς.
Όταν τα πράγματα αρχίσουν να γίνονται λίγο πιο πιεστικά (όταν όμως λέμε λίγο, πιο λίγο δεν το φαντάζεσαι), η Suzanne θα καταλήξει στην μια και μοναδική διέξοδο που βλέπει: να σκοτώσει τον άντρα της. Επειδή όμως είναι και καπάτσα θα βάλει άλλους να κάνουν την βρομοδουλειά, ανάμεσα στους οποίους και έναν horny έφηβο, τον Jimmy Emmet (Joaquin Phoenix), ο οποίος θα πήγαινε ακόμα και στην Κόλαση για χάρη της...
O Gus Van Sant είναι ένας σκηνοθέτης ή του ύψους ή του βάθους, μιας που είτε θα καταφέρνει να δημιουργεί ενδιαφέροντα και ετερόκλητα η αλήθεια είναι ταινιάκια, είτε θα καταβαραθρώνει τον εαυτό του μέσα στην ανοησία και την πλήρη κινηματογραφική αδιαφορία.
Ξεκινώντας την καριέρα του από την δεκαετία του ΄80 με το πρώτο, μεγάλου μήκους ταινιάκι του, "Mala Noche", ο Van Sant έδειξε πως μπορούσε να σταθεί μέσα στο χολιγουντιανό στερέωμα, σκηνοθετώντας στυλιζαρισμένα ταινιάκια, γεμάτα από την νεανική ορμή των εξίσου νεανίζοντων χρόνων μερικών πασίγνωστων ηθοποιών, όπως ο Keanu Reeves και ο River Phoenix, τους οποίους χρησιμοποίησε για την μεταφορά του Σαιξπηρικού "My Own Private Idaho" στην ομώνυμη ταινία του.
Από τις αρχές του '90 και μετά, η καριέρα του σημείωσε μια σημαντική άνοδο τόσο με το "To Die For" το οποίο τσεκάρουμε σήμερα (και το οποίο χαιρετίστηκε από τους κριτικούς ως μια απόλυτα fun, μαύρη κωμωδία), όσο και με το "Good Will Hunting", σε σενάριο Ben Affleck και Matt Damon, το οποίο τσίμπησε και τα δυο του Οσκαράκια, αυτό για την ερμηνεία του Robin Williams, και για το σενάριο των δυο νεαρών τότε, αμούστακων ηθοποιών.
Έκτοτε η φιλμογραφία του Van Sant χαρακτηρίζεται πραγματικά από διαρκή σκαμπανεβάσματα, καθώς είτε θα μιλάμε για αξιόλογα δημιουργήματα, όπως το σοκαριστικό "Elephant" (έχουμε μιλήσει παλαιότερα και γι' αυτό), και το "Milk", είτε για γελοιότητες τύπου "Psycho" (...), και oh so boring νέες εμφανίσεις, όπως το πιο πρόσφατο "Promised Land" το οποίο ήταν κάτι παραπάνω από παγερά αδιάφορο.
Ευτυχώς κάπου εκεί έχουμε να βλέπουμε τις πιο παλιές του ταινίες και να χαιρόμαστε μέχρι την επόμενη-ευχόμαστε καλή-προσπάθεια. Εν προκειμένω το "To Die For" είναι μια απολαυστικότατη σάτιρα την οποία πρέπει να δεις. Και θα περάσεις καλά.
Βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο της Joyce Maynard, το "To Die For" είναι ένα σατιρικό διαμαντάκι που ακολουθεί την κατεύθυνση της μαύρης κωμωδίας, χωρίς να παίρνει ποτέ στα σοβαρά τον εαυτό του, ακόμα και στις πιο κρίσιμες στιγμές.
Όλος ο λαμπερός κόσμος του θεάματος, της τηλεοπτικής αυταπάτης και των success stories, γίνεται αφορμή για μια πρώτης τάξεως αποκαθήλωσης του συστήματος και τερματισμού του αμερικάνικου ονείρου, μέσα από την κοσμοθεωρία μιας ξανθιάς bitch που θα πατήσει επί πτωμάτων (αφού πρώτα τα πηδήξει), προκειμένου να πάρει αυτό που θέλει: ένα κομμάτι από την απαστράπτουσα πίτα που ακούει στο όνομα, τηλεόραση.
Βεβαίως τα πράγματα δεν είναι και τόσο εύκολα, καθώς μπορεί ο χαρακτήρας της Suzanne (ο οποίος βασίζεται στην πραγματική ιστορία της Pamela Smart που παρέσυρε έναν 15χρονο προκειμένου αυτός να δολοφονήσει τον σύζυγό της), να περιτριγυρίζεται από άτομα στα οποία η επίδρασή της είναι καθοριστικής σημασίας για την περαιτέρω δράση αυτών, παρόλα αυτά όλοι πληρώνουν τελικά το τίμημα με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο.
Το "πρόβλημα" του χαρακτήρα που υποδύεται με right to the point πειστικότητα η Nicole Kidman, έγκειται στο γεγονός της παραναγνώρισης της όποιας εξυπνάδας, και κυρίως στην λανθασμένη εντύπωση πως το να είσαι πονηρή, σημαίνει βασικά πως είσαι και έξυπνη. Λειτουργώντας με ύφος πολλών καρδιναλιών, τουπέ μεγαλοστελέχους και την εντύπωση πως όλοι χορεύουν στον δικό της ρυθμό, η Suzanne κάνει το μοιραίο λάθος να πιστέψει πως η γοητεία της θα καταφέρει να την ξελασπώσει από κάθε δύσκολη περίσταση, με την δυσκολότερη να έγκειται φυσικά στο σχέδιο εξόντωσης του συζύγου της.
Κάτω φυσικά από το προσωπείο μιας κατά τα άλλα ισχυρής ύπαρξης, κρύβεται τελικά μια ανόητη γυναίκα, γεμάτη πραγματική γνώση για τον εαυτό της, για έναν εαυτό δηλαδή από τον οποίο αν αφερέσεις το περιτύλιγμα δεν μένει τίποτε με το οποίο αξίζει κανείς να ασχοληθεί. Στην ουσία εκεί ακριβώς έγκειται και το κωμικό στοιχείο της ταινίας, στο οτι βλέποντας την Suzanne αντιλαμβάνεσαι πως αποτελεί κλασική περίπτωση θηλυκού το οποίο αργά ή γρήγορα θα φάει το κεφάλι του. Με τον ίδιο τρόπο που και εκείνη ήξερε να τρώει άλλα (censored).
Η σκηνοθετική προσέγγιση του Van Sant ταιριάζει γάντι στην διάθεση για σάτυρα και την διαμόρφωση ενός "δράματος" το οποίο είναι περισσότερο κωμωδία, απ'οτι δράμα. Ντύνοντας με hardcore μουσική τα εφημεριδικά στιγμιότυπα του σκανδάλου, εστιάζοντας την κάμερά του κατευεθείαν πάνω στους ήρωες οι οποίοι μιλούν κοιτάζοντας τους θεατές, σαν να πρόκειται για ντοκιμαντέρ και φροντίζοντας να ντύνει με κομμάτια εννοιολογικής προσέγγισης ορισμένα από τα πλάνα του, ο σκηνοθέτης δημιουργεί ένα witty και καθόλα ποπ συνονθύλευμα, το οποίο έρχεται και απογειώνεται από τα χρωματιστά, παρδαλά συνολάκια της κ.Stone-Maretto, της σχεδόν μπαφιάρικης συμπεριφόρας του Phoenix και του χαρακτηριστικού ρόλου της Kidman η οποία ξέρει να ισορροπεί με ακρίβεια ανάμεσα στο πονηρό (κουτοπόνηρο βασικά) και το αφελώς χιουμοριστικό, το οποίο και χαρακτηρίζει όλο το φάσμα της ταινίας.
Φυσικά ο Van Sant δεν χάνει ευκαιρία να ανάγει την ταινία σε μια κριτική-καταπέλτη, απέναντι στα πρότυπα που καλλιεργεί η Αμερική αναφορικά με την αξία της ύπαρξης μόνο μέσα από μια τηλεοπτική οθόνη, της καταστροφικής της χειραγώγησης και της ικανότητας να κάνει, να δείξει και να πει τα πάντα, προκειμένου να συνεχίσει να υπάρχει. Δεν θα ήταν μάλιστα υπερβολή αν λέγαμε πως και η ίδια η Suzanne αποτελεί την μετουσίωση όλων των κακώς κειμένων της τηλεόρασης: είναι γοητευτική, χειραγωγική στο φουλ, λέει μόνο αυτά που θέλει ο άλλος να ακούσει (τουλάχιστον μέχρι να πετύχει τους σκοπούς της), είναι επιθετική, ξεχνάει εύκολα, παραπλανεί και πείθει με τεράστια ευκολία. Ναι, η Suzanne Stone είναι η τηλεόραση.
Γενικώς αν έχεις όρεξη για μια απολαυστική ταινιούλα, καλοπαιγμένη και fun, τσέκαρε το "To Die For" και είναι σίγουρο πως θα δεις παντού ψήγματα σατιρικής διάθεσης και σαφέστατου κοινωνικού σχολιασμού. Προσωπική, αγαπημένη μου στιγμή, όταν ένας αστυνομικός παίρνει αποτυπώματα πάνω από την τηλεόραση που εκείνη την στιγμή προβάλει την αμερικάνικη σημαία. Πως απλά μπορεί να χωρέσει μια ολόκληρη συζήτηση και μια ολόκληρη κατάσταση σε ένα μόνο πλάνο...
Τι έμαθα από την ταινία: Οτι η χαίτη είναι καταστροφικό κούρεμα, οτι o Casey Affleck έχει επίσης τόσο λάθος μαλλί και οτι η ψυχρή παρουσία της Kidman επιβεβαιώνεται σε όλη την ταινία. Από την αρχή μέχρι και το τέλος.
Το trailer δείχνει πολλά. Σας προειδοποιώ!
Νo trivia
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σάτιρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σάτιρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη 13 Ιουνίου 2013
Πέμπτη 30 Ιουνίου 2011
The Exterminating Angel: Punishment is the same for everyone...
Χαιρετώ και σήμερα. Μετά από το χθεσινό μακελειό στο Σύνταγμα δεν είχα και πολύ όρεξη να ανεβάσω ταινιούλα σήμερα. Σιγά την απώλεια θα μου πείτε, δίκαιο θα έχετε. Έχω βαρεθεί πλέον να βλέπω τα ίδια και τα ίδια: κλέψιμο, δολοπλοκίες, ξύλο, βανδαλισμούς και, και, και....Μέχρι να μπορέσω να φύγω από αυτή τη κωλοχώρα πάντως, θα προσπαθώ να κάνω αυτό που γουστάρω, όπως γουστάρω και εκεί που πάει να με πάρει από κάτω, θα μου δίνω ένα χαστούκι και θα συνέρχομαι και πάλι...So θα κάνω και πάλι αυτό που μου αρέσει και απολαμβάνω: θα γράψω και σήμερα για μια ταινία που προσωπικά την βρήκα άξια 'ανεβάσματος' και θα αφήσω για 2 ωρίτσες όλα τα υπόλοιπα έξω από το μυαλό μου. 2 ωρίτσες μόνο ζητώ...
Μια παρέα πλουσίων καταφθάνουν σε μια τεράστια και λουσάτη έπαυλη, οπού πρόκειται να δοθεί ένα εξαιρετικού γούστου δείπνο. Λίγο μετά το τέλος του φαγητού όλοι οι παρευρισκόμενοι θα αποφασίσουν χωρίς καμιά προφανή αιτία να περάσουν το βράδυ στο σπίτι της οικοδέσποινας, κατασκηνώνοντας στην ουσία μέσα στο σαλόνι με τους μισούς να κοιμούνται στο πάτωμα και τους υπόλοιπους σε πολυθρόνες, καναπέδες και καρέκλες. Το επόμενο πρωί θα βρεθούν αντιμέτωποι με μια πολύ περίεργη κατάσταση, όταν συνειδητοποιήσουν οτι δε μπορούν να περάσουν το κατώφλι του δωματίου και οτι είναι παγιδευμένοι μέσα σε αυτό. Χωρίς κανένα ορατό εμπόδιο και την παραμικρή νύξη ως προς το ποιά είναι η αιτία αυτής της κατάστασης, μια ολόκληρη ομάδα αριστοκρατών θα βρεθεί εγκλωβισμένη μέσα στο σπίτι και θα αναγκαστεί να έρθει αντιμέτωπη με τα πιο πρωτόγονα ένστικτα της ανθρώπινης φύσης....
Ο σκηνοθέτης της ταινίας Luis Bunuel υπήρξε μια από τις σημαντικότερες, και πιο ιδιόρρυθμες φυσιογνωμίες της κινηματογραφικής ιστορίας. Ο Bunuel υπήρξε ένθερμος εκφραστής του ρεύματος του σουρεαλισμού, γεγονός που φαίνεται σε πολλές από τις ταινίες του που άφησαν και αυτές με τη σειρά τους, το δικό τους στίγμα στον παγκόσμιο κινηματογράφο. Ανήσυχη φύση από τα πρώτα του δημιουργικά χρόνια, συνεργάστηκε με εξέχουσες προσωπικότητες των τεχνών, όπως με τον εξίσου ιδιόρρυθμο Salvador Dali για τις ανάγκες μιας από τις πρώτες του ταινίες: τον "Ανδαλουσιανό Σκύλο", μια μικρής διάρκειας ταινία, που ταρακούνησε από νωρίς (μόλις το 1929) τον κόσμο της σκηνοθετικής προσέγγισης και των τολμηρών θεμάτων που παρουσίαζε, καθώς σεξουαλικότητα και θρησκεία μπλέκονταν μεταξύ τους με έναν προκλητικό τρόπο που έκανε αίσθηση.
Ο Bunuel δεν έμενε πάντα πιστός στην σουρεαλιστική του δουλειά, αλλά τόλμησε να δοκιμάσει και άλλα είδη, όπως αυτό του νεορεαλισμού με ταινίες όπως το "Los Olvidados" (1950) οπού παρακολουθούμε τη ζωή των εξαθλιωμένων παιδιών στο Μεξικό, αλλά και το "Nazarin" (1959) οπού επικεντρώνεται στην παρουσίαση της πορείας ενός ιερέα προς την υπέρτατη, προσωπική του αρετή. Προσωπική μου άποψη μιας που έτυχε να παρακολουθήσω τις ταινίες αυτές στο φεστιβάλ είναι οτι χάνουν πολύ από την ιδιαίτερη φύση του σκηνοθέτη και περιορίζονται στην απεικόνιση ρεαλιστικών, καθημερινών καταστάσεων. Εξαιρετικά παραδείγματα ρεαλιστικού κινηματογράφου και σκηνοθεσίας, αλλά χωρίς καμιά περαιτέρω διάσταση. Αντιθέτως τα σουρεαλιστικά του διαμάντια όπως το "Viridiana" (1961) με ρεαλιστική μεν ιστορία, εφευρετικά στοιχεία δε που την κατατάσσουν στις καλύτερές του, το "Belle de Jour" (1967) και κυρίως το καλύτερό του κατά πολλούς "L'Ange Exterminateur" (1962), αποτελούν εξαιρετικά καλλιτεχνικά δημιουργήματα, πολυεπίπεδα και ουσιώδη.
Πολλές από τις ταινίες του έχουν ως χαρακτηριστικό την έντονη κριτική που ασκούσε (τις περισσότερες φορές σε δεύτερη ανάγνωση) στην κοινωνία της μπουρζουαζίας, αλλά και στην θρησκεία και κυρίως στον Καθολικισμό. Αυτά είναι τα βασικά χαρακτηριστικά που συναντάμε και στην σημερινή ταινία. Ο Bunuel θέλοντας να κριτικάρει έντονα την τάξη των μεγαλοαστών και των κτηματιών, επιλέγει εδώ έναν αλληγορικό τρόπο προκειμένου να παρουσιάσει την ματαιοδοξία και το βόλεμα στην καλοπέραση αυτών των ανδρών και των γυναικών. Τους βάζει λοιπόν σε ένα χλιδάτο σαλόνι και θέτει κάποια αόρατα όρια, τα οποία τα άτομα αυτά δεν μπορούν να ξεπεράσουν, χωρίς όμως να καταλαβαίνουν το γιατί. Οι πόρτες είναι ανοιχτές, η ζωή έξω από το σπίτι συνεχίζεται και όμως εκείνοι απλά δεν μπορούν να κάνουν το σωτήριο βήμα προς τον διάδρομο του σπιτιού. Αυτό ο κατά κάποιον τρόπο αυτοπεριορισμός τους θα έχει σαν αποτέλεσμα να αναζητήσουν το θηρίο που ο καθένας κρύβει μέσα του. Η έλλειψη φαγητού και νερού θα τους οδηγήσει στα όρια της παράνοιας και όσοι είναι τυχεροί στον θάνατο. Οι εντάσεις, οι καυγάδες και οι γκρίνιες θα αποτελούν πλέον την ζοφερή καθημερινότητα τους και θα μάθουν με τον πιο σκληρό τρόπο πως είναι να ζεις μέσα στην εξαθλίωση, την πείνα και την φτώχεια. Πως μπορούν τώρα να βοηθήσουν τα λεφτά;
Θα μπορούσαμε να κάνουμε λόγο για μια σκηνοθεσία δωματίου, καθώς ελάχιστα ξεφεύγει συνολικά η κάμερα από την κατάσταση των εγκλωβισμένων στο σαλόνι. Η διαρκής εναλλαγή από πρόσωπο σε πρόσωπο δημιουργεί σύγχυση και αποτελεί και προκαλεί μια έντονη ανησυχία επικείμενων κακών μαντάτων. Ο Bunuel πολύ επιτυχημένα κάνει το δικό του σχόλια για μια ακόμη φορά απέναντι στη ζωή της αστικής τάξης και τους βάζει να το πληρώσουν με τον χειρότερο τρόπο. Το γεγονός μάλιστα οτι φαίνεται ουσιαστικά να περιορίζονται από τους ίδιους τους τους εαυτούς, παραπέμπει σε μια κατάσταση εσωτερικής διεργασίας που έχουν ίσως αρχίσει να πραγματοποιούν μέσα τους, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να ξεφύγουν από τον κόσμο των κρυστάλλινων ποτηριών και του ακριβού χαβιαριού, και να φτάσουν σε μια πολυπόθητη εξιλέωση. Ή μήπως οχι;
Ένα από τα χαρακτηριστικά των ταινιών του είναι ηα παρουσία ζώων που δεν έχουν καμία σχέση με την πλοκή της ταινίας. Στην προκειμένη περίπτωση βέβαια τα πρόβατα ίσως να παίζουν και τον δικό τους αγνό ρόλο, αλλά σίγουρα η χαριτωμένη...αρκουδίτσα που κάνει την εμφάνιση της, δεν έχει καμία λογική. Όταν μάλιστα είχε ερωτηθεί ο Bunuel γιατί την είχε βάλει είχε απαντήσει απλά: "επειδή στον πατέρα μου άρεσαν οι αρκούδες"...
Υ.Γ1: Χλευασμός υπάρχει και για την Εκκλησία. Ο τρόπος με τον οποίο επιτυγχάνεται είναι εμφανής στο τέλος της ταινίας. Και έχει τόσο δίκαιο...
Υ.Γ2: Ο τίτλος της ταινίας δικαιολογείται απόλυτα σε περίπτωση που αναρωτιέστε, και μάλιστα εάν είστε λίγο προσεκτικοί θα καταλάβετε και το γιατί μιας που θα το δείτε με τα μάτια σας ; )
Traileraki δε βάζω γιατί αυτά που υπάρχουν δε τα λες ακριβώς trailer....
TRIVIA
Μια παρέα πλουσίων καταφθάνουν σε μια τεράστια και λουσάτη έπαυλη, οπού πρόκειται να δοθεί ένα εξαιρετικού γούστου δείπνο. Λίγο μετά το τέλος του φαγητού όλοι οι παρευρισκόμενοι θα αποφασίσουν χωρίς καμιά προφανή αιτία να περάσουν το βράδυ στο σπίτι της οικοδέσποινας, κατασκηνώνοντας στην ουσία μέσα στο σαλόνι με τους μισούς να κοιμούνται στο πάτωμα και τους υπόλοιπους σε πολυθρόνες, καναπέδες και καρέκλες. Το επόμενο πρωί θα βρεθούν αντιμέτωποι με μια πολύ περίεργη κατάσταση, όταν συνειδητοποιήσουν οτι δε μπορούν να περάσουν το κατώφλι του δωματίου και οτι είναι παγιδευμένοι μέσα σε αυτό. Χωρίς κανένα ορατό εμπόδιο και την παραμικρή νύξη ως προς το ποιά είναι η αιτία αυτής της κατάστασης, μια ολόκληρη ομάδα αριστοκρατών θα βρεθεί εγκλωβισμένη μέσα στο σπίτι και θα αναγκαστεί να έρθει αντιμέτωπη με τα πιο πρωτόγονα ένστικτα της ανθρώπινης φύσης....
Ο σκηνοθέτης της ταινίας Luis Bunuel υπήρξε μια από τις σημαντικότερες, και πιο ιδιόρρυθμες φυσιογνωμίες της κινηματογραφικής ιστορίας. Ο Bunuel υπήρξε ένθερμος εκφραστής του ρεύματος του σουρεαλισμού, γεγονός που φαίνεται σε πολλές από τις ταινίες του που άφησαν και αυτές με τη σειρά τους, το δικό τους στίγμα στον παγκόσμιο κινηματογράφο. Ανήσυχη φύση από τα πρώτα του δημιουργικά χρόνια, συνεργάστηκε με εξέχουσες προσωπικότητες των τεχνών, όπως με τον εξίσου ιδιόρρυθμο Salvador Dali για τις ανάγκες μιας από τις πρώτες του ταινίες: τον "Ανδαλουσιανό Σκύλο", μια μικρής διάρκειας ταινία, που ταρακούνησε από νωρίς (μόλις το 1929) τον κόσμο της σκηνοθετικής προσέγγισης και των τολμηρών θεμάτων που παρουσίαζε, καθώς σεξουαλικότητα και θρησκεία μπλέκονταν μεταξύ τους με έναν προκλητικό τρόπο που έκανε αίσθηση.
Ο Bunuel δεν έμενε πάντα πιστός στην σουρεαλιστική του δουλειά, αλλά τόλμησε να δοκιμάσει και άλλα είδη, όπως αυτό του νεορεαλισμού με ταινίες όπως το "Los Olvidados" (1950) οπού παρακολουθούμε τη ζωή των εξαθλιωμένων παιδιών στο Μεξικό, αλλά και το "Nazarin" (1959) οπού επικεντρώνεται στην παρουσίαση της πορείας ενός ιερέα προς την υπέρτατη, προσωπική του αρετή. Προσωπική μου άποψη μιας που έτυχε να παρακολουθήσω τις ταινίες αυτές στο φεστιβάλ είναι οτι χάνουν πολύ από την ιδιαίτερη φύση του σκηνοθέτη και περιορίζονται στην απεικόνιση ρεαλιστικών, καθημερινών καταστάσεων. Εξαιρετικά παραδείγματα ρεαλιστικού κινηματογράφου και σκηνοθεσίας, αλλά χωρίς καμιά περαιτέρω διάσταση. Αντιθέτως τα σουρεαλιστικά του διαμάντια όπως το "Viridiana" (1961) με ρεαλιστική μεν ιστορία, εφευρετικά στοιχεία δε που την κατατάσσουν στις καλύτερές του, το "Belle de Jour" (1967) και κυρίως το καλύτερό του κατά πολλούς "L'Ange Exterminateur" (1962), αποτελούν εξαιρετικά καλλιτεχνικά δημιουργήματα, πολυεπίπεδα και ουσιώδη.
Πολλές από τις ταινίες του έχουν ως χαρακτηριστικό την έντονη κριτική που ασκούσε (τις περισσότερες φορές σε δεύτερη ανάγνωση) στην κοινωνία της μπουρζουαζίας, αλλά και στην θρησκεία και κυρίως στον Καθολικισμό. Αυτά είναι τα βασικά χαρακτηριστικά που συναντάμε και στην σημερινή ταινία. Ο Bunuel θέλοντας να κριτικάρει έντονα την τάξη των μεγαλοαστών και των κτηματιών, επιλέγει εδώ έναν αλληγορικό τρόπο προκειμένου να παρουσιάσει την ματαιοδοξία και το βόλεμα στην καλοπέραση αυτών των ανδρών και των γυναικών. Τους βάζει λοιπόν σε ένα χλιδάτο σαλόνι και θέτει κάποια αόρατα όρια, τα οποία τα άτομα αυτά δεν μπορούν να ξεπεράσουν, χωρίς όμως να καταλαβαίνουν το γιατί. Οι πόρτες είναι ανοιχτές, η ζωή έξω από το σπίτι συνεχίζεται και όμως εκείνοι απλά δεν μπορούν να κάνουν το σωτήριο βήμα προς τον διάδρομο του σπιτιού. Αυτό ο κατά κάποιον τρόπο αυτοπεριορισμός τους θα έχει σαν αποτέλεσμα να αναζητήσουν το θηρίο που ο καθένας κρύβει μέσα του. Η έλλειψη φαγητού και νερού θα τους οδηγήσει στα όρια της παράνοιας και όσοι είναι τυχεροί στον θάνατο. Οι εντάσεις, οι καυγάδες και οι γκρίνιες θα αποτελούν πλέον την ζοφερή καθημερινότητα τους και θα μάθουν με τον πιο σκληρό τρόπο πως είναι να ζεις μέσα στην εξαθλίωση, την πείνα και την φτώχεια. Πως μπορούν τώρα να βοηθήσουν τα λεφτά;
Θα μπορούσαμε να κάνουμε λόγο για μια σκηνοθεσία δωματίου, καθώς ελάχιστα ξεφεύγει συνολικά η κάμερα από την κατάσταση των εγκλωβισμένων στο σαλόνι. Η διαρκής εναλλαγή από πρόσωπο σε πρόσωπο δημιουργεί σύγχυση και αποτελεί και προκαλεί μια έντονη ανησυχία επικείμενων κακών μαντάτων. Ο Bunuel πολύ επιτυχημένα κάνει το δικό του σχόλια για μια ακόμη φορά απέναντι στη ζωή της αστικής τάξης και τους βάζει να το πληρώσουν με τον χειρότερο τρόπο. Το γεγονός μάλιστα οτι φαίνεται ουσιαστικά να περιορίζονται από τους ίδιους τους τους εαυτούς, παραπέμπει σε μια κατάσταση εσωτερικής διεργασίας που έχουν ίσως αρχίσει να πραγματοποιούν μέσα τους, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να ξεφύγουν από τον κόσμο των κρυστάλλινων ποτηριών και του ακριβού χαβιαριού, και να φτάσουν σε μια πολυπόθητη εξιλέωση. Ή μήπως οχι;
Ένα από τα χαρακτηριστικά των ταινιών του είναι ηα παρουσία ζώων που δεν έχουν καμία σχέση με την πλοκή της ταινίας. Στην προκειμένη περίπτωση βέβαια τα πρόβατα ίσως να παίζουν και τον δικό τους αγνό ρόλο, αλλά σίγουρα η χαριτωμένη...αρκουδίτσα που κάνει την εμφάνιση της, δεν έχει καμία λογική. Όταν μάλιστα είχε ερωτηθεί ο Bunuel γιατί την είχε βάλει είχε απαντήσει απλά: "επειδή στον πατέρα μου άρεσαν οι αρκούδες"...
Υ.Γ1: Χλευασμός υπάρχει και για την Εκκλησία. Ο τρόπος με τον οποίο επιτυγχάνεται είναι εμφανής στο τέλος της ταινίας. Και έχει τόσο δίκαιο...
Υ.Γ2: Ο τίτλος της ταινίας δικαιολογείται απόλυτα σε περίπτωση που αναρωτιέστε, και μάλιστα εάν είστε λίγο προσεκτικοί θα καταλάβετε και το γιατί μιας που θα το δείτε με τα μάτια σας ; )
Traileraki δε βάζω γιατί αυτά που υπάρχουν δε τα λες ακριβώς trailer....
TRIVIA
- O Bunuel αργότερα δήλωσε σε μια συνέντευξή του οτι θεωρεί την ταινία μια αποτυχία και οτι εάν την είχε γυρίσει αργότερα στο Παρίσι θα είχε ωθήσει τα όρια ακόμα παραπέρα, οδηγώντας τους ήρωές του σε κανιβαλισμό!
- Η προβολή της είχε απαγορευτεί στην Ρωσία, στην οποία θεωρήθηκε οτι η ιστορία για κάποια άτομα που δεν μπορούν να φύγουν από ένα πάρτυ είναι προσβλητική και...αντι-κυβερνητική. (οτι να'ναι επίσης...)
(Πηγή IMDB)
Nothing στην tv...
Αύριο έχουμε και πάλι ψηφοφορία, αυτή τη φορά με favorite music biography. Πολλές και καλές ταινίες θα παίξουν αύριο, οπότε σας θέλω εδώ παρακαλώ as always!
Bye...
Τρίτη 28 Ιουνίου 2011
La Grande Bouffe (a.k.a The Big Feast): Κάποιος έφαγε μέχρι σκασμού...
Καλημέρα to all! Σήμερα έχουμε κάτι από ιταλική σάτιρα στο menu, και σίγουρα από τις πιο περίεργες και ιδιαίτερες ταινίες που θα δείτε, εάν φυσικά αποφασίσετε να το τολμήσετε. Εγώ θα σας έλεγα πάντως να το κάνετε καθώς αποτελεί σίγουρα μια από τις πιο καυστικές και μαύρες κωμωδίες που έχω δει. Here we go then....
Τέσσερις φίλοι αποφασίζουν να πραγματοποιήσουν κάτι σαν mini ταξιδάκι αναψυχής; Ο Marcello (Marcello Mastroianni), o Michel (Michel Picoli), o Philippe (Philippe Noiret) και ο Ugo (Ugo Tognazzi) με την συνοδεία μερικών πορνών στην αρχή, θα επισκεφθούν την τεράστια και μεγαλοπρεπή έπαυλη του Philipe προκειμένου να επιδοθούν σε σεξουαλικά όργια (λιγάκι) και να φάνε κυριολεκτικά μέχρι σκασμού. Και όταν μιλάμε για φαΐ στην συγκεκριμένη ταινία, δεν αστειευόμαστε καθόλου...
Οι Ιταλοί είναι γνωστοί για την δημιουργία των πλέον κλασσικών, σατιρικών ταινιών τους. Όπως ακριβώς είχε πει και ο σκηνοθέτης Mario Monicelli, οι Ιταλοί ήταν αυτοί που δημιούργησαν το είδος της κωμωδίας/φαρσοκωμωδίας που επικεντρώνεται γύρω από τα κοινωνικοπολιτικά δρώμενα της χώρας. Πολλές φορές μέσα από τραγικές καταστάσεις βγαίνει το γέλιο, μέσα από τραγελαφικά γεγονότα και εξαθλιωμένους ήρωες, που η αφέλεια και η κουτοπονηριά τους, τους φέρνει αντιμέτωπους με κάθε λογής κωμικές συνέπειες. Παρόλα αυτά στην σάτιρα φαίνεται πως τα πράγματα λειτουργούν κάπως ανάποδα. Για παράδειγμα στην συγκεκριμένη περίπτωση οι ήρωες μας δεν είναι φτωχοί (όσον αφορά το χρηματικό κομμάτι, γιατί στην τελική φαίνεται να υστερούν ψυχικά κατά κάποιον τρόπο), ούτε αντιμετωπίζουν κοινωνικά προβλήματα. Αυτό κάνει και στην τελική ενδιαφέρουσα την ιστορία μας εδώ. Το πως ουσιαστικά κάποια άτομα τα οποία φαινομενικά δεν αντιμετωπίζουν προβλήματα επιβίωσης και βρίσκονται σε μια πολύ καλή, χρηματική κατάσταση, πως φτάνουν στο σημείο να δώσουν τέλος στη ζωή τους με έναν πρωτοφανή τρόπο. Τι τους οδήγησε εδώ; Γιατί αποφάσισαν να το κάνουν και τι σημαίνει αυτό για τους ομοίους τους και την κοινωνική τάξη την οποία εκπροσωπούν;
Όπως ακριβώς και στο "Divorzio all'italiana" του Pietro Germi οπού διακωμωδείται ο θεσμός του γάμου μέσα από απιστίες και δολοπλοκίες του συζύγου, ο οποίος φτάνει μέχρι και σε έγκλημα πάθους προκειμένου να γλυτώσει από την γυναίκα του, έτσι και εδώ δίνεται ένα γλυκόπικρο twist σε μια ταινία που θα μπορούσε να προκαλέσει απλά ακραία αποστροφή ή τεράστια απορία στους θεατές. Οι χαρακτήρες είναι καρικατουρίστικοι και κάθε άλλο παρά χαμηλού κοινωνικού στρώματος. Ο Marcello είναι ένας γοητευτικός αν και αρκετά άξεστος πιλότος που θέλει να κάνει sex διαρκώς και παντού. Ο Philippe είναι ένα ένας πλούσιος δικαστής, βολεμένος στην καλοπέραση του και περνώντας τον χρόνο του στο κρεβάτι του και ενίοτε ανάμεσα στα βυζιά της μεγαλονταντάς που μόνο που δε τον βυζαίνει ακόμα. Από την άλλη ο Ugo είναι υπεύθυνος ενόσ delicatessen και πρώην μάγειρας και είναι αυτός που στην ουσία προετοιμάζει κάθε φορά τα λουκούλλεια γεύματα στο τεράστιο σπίτι. Τέλος ο Michel εργάζεται ως τηλεοπτικός παραγωγός και αποτελεί το τελευταίο μέλος αυτής της ιδιόρρυθμης παρέας, με τα πολλά (πάρα πολλά) ψυχαναγκαστικά προβλήματα.
O σκηνοθέτης της ταινίας Marco Ferreri θέλοντας να κάνει το δικό του κοινωνικό σχόλιο πάνω στην σύγχρονη μόδα του υπερκαταναλωτισμού, τοποθετεί τους τέσσερις αυτούς άνδρες σε ένα αρχοντικό και τους βομβαρδίζει με άπειρα γουρουνόπουλα, αρνιά, οστρακοειδή, μακαρονάδες, συκώτια πατέ και αφράτες πουτίγκες. Προφανώς θέλοντας να υπερτονίσει το γεγονός οτι ο άνθρωπος της νέας εποχής διακατέχεται από μια ακόρεστη όρεξη για διαρκή κατανάλωση οχι μόνο φαγητού, αλλά και υλικών αγαθών, χρήματος και πάει λέγοντας, αποφασίζει στην ταινία του να ωθήσει τα πράγματα στα όρια και αρκετές φορές να τα ξεπεράσει. Στο πλαίσιο αυτό της διαρκούς λαιμαργίας που τους χαρακτηρίζει, καθώς τρώνε ακόμα και όταν έχουν ήδη φάει, τοποθετούνται και μερικές πόρνες για να κατανοήσει ο θεατής οτι δεν πρόκειται μόνο για ένα μεγάλο φαγοπότι, αλλά οτι τα όρια εκτείνονται και πέρα από το πλαίσιο του φαγητού. Φυσικά όταν δεν είναι πλέον χρήσιμες και τα αγόρια μας έχουν επιστρέψει και πάλι στα πιάτα τους, απλά αποχωρούν...
Άξιο προσοχής είναι το γεγονός οτι στο σπίτι παραμένει μόνο μια ευτραφής γυναίκα, η δασκάλα. Η μεταμόρφωσή της από συμπαθητική δασκάλα δημοτικού, σε άνευ αναστολών γυναίκα που πηδιέται με όλους μέσα στο σπίτι, είναι ένα ακόμα καυστικό σχόλιο στο πόσο πολύ μπορεί τελικά να αλλάξει ο άνθρωπος όταν βομβαρδίζεται διαρκώς από τα καταναλωτικά προϊόντα.
Η παρέα αυτή των ηθοποιών δεν διστάζει να τσαλακωθεί και να αυτοχλευαστεί, προκειμένου να περάσουν με έναν αρκετά σοκαριστικό τρόπο την σταδιακή αποξένωση και την πορεία προς τον θάνατο μιας κοινωνίας που αυτοπροσδιορίζεται από το πόσα λεφτά έχει στην τσέπη και την ποσότητα των-τελικά- άχρηστων πραγμάτων που μπορεί να αγοράσει με αυτά. Ο θάνατος των ηρώων επέρχεται τμηματικά και είναι τραγικά χιουμοριστικός, αφού άλλος πάει από χέσιμο, άλλος από πέσιμο και ούτο καθεξής...
Η γλαφυρότητα της σκηνοθεσίας ίσως και να ξενίσει πολλούς, αλλά στην προκειμένη περίπτωση ο σκηνοθέτης αυτό ακριβώς επιθυμεί. Να ταρακουνήσει και να κατακρίνει έναν ολόκληρο τρόπο ζωής. Οι λόγοι για τους οποίους αυτοί οι άνδρες αποφασίζουν να πεθάνουν δεν γίνεται απόλυτα κατανοητός, αλλά δεν έχει και τόση σημασία. Το πραγματικά υποκριτικό της υπόθεσης είναι οτι επιλέγουν να σκάσουν κυριολεκτικά στο φαγητό, κι οχι κάποιον άλλον τρόπο αυτοκτονίας. Αυτό και μόνο κάνει την ταινία να ξεχωρίζει κυρίως λόγω της εξωφρενικής (ή ίσως οχι και τόσο) ωμότητας και ειλικρίνειας της. Και μιλάμε βασικά για το 1973...
Οι ερμηνείες είναι εξαιρετικές και σου δημιουργούν ανάμικτα συναισθήματα. Άλλοτε συμπάθεια, άλλοτε λύπη και άλλοτε αναπόφευκτα το γέλιο. Οι ατάκες ανάμεσα στην παρέα δίνουν και παίρνουν, ενώ ακόμα και οι διαδοχικοί θάνατοι των πρωταγωνιστούν είναι τόσο προσποιητοί και εξυπηρετούν τόσο ξεκάθαρα τον κριτικό τους σκοπό, ώστε δε γίνεται να νοιώσεις στεναχώρια, αλλά μάλλον να σε κάνουν να κουνήσεις περιφρονητικά το κεφάλι σου για την θλιβερή αυτή κατάντια.
Αρκετό γυμνό, άπειρο φαγητό που εκεί που πάνε να σου τρέξουν τα σάλια σε ξενερώνει και άνθρωποι που πηδάνε και τρώνε (μερικοί κλάνουν κιόλας) όοοολη μέρα ασταμάτητα, είναι οι βασικές εικόνες που θα εμποτιστούν σε όποιον δει αυτή τη ταινία. Όπως όμως είπα είναι μια ταινία που πρέπει να την δείτε οχι τόσο γι'αυτό που φαίνεται, όσο γι'αυτό που δεν φαίνεται αλλά υπονοείται ξεκάθαρα: ο υπερκαταναλωτισμός βλάπτει σοβαρά την υγεία.
Υ.Γ: Η μουσική δένει τέλεια με την παρηκμασμένη γενιά των ανδρών. Μελαγχολική και θυμίζοντας περασμένα μεγαλεία, είναι το μόνο που μένει να θυμίζει την αριστοκρατία μιας άλλης εποχής...
http://www.youtube.com/watch?v=uZz3Nh2pJfs
(με γερμανικό voice over, το οποίο είναι εκνευριστικό οπότε απλά χαμηλώστε το και ο θεός μαζί σας)
Τέσσερις φίλοι αποφασίζουν να πραγματοποιήσουν κάτι σαν mini ταξιδάκι αναψυχής; Ο Marcello (Marcello Mastroianni), o Michel (Michel Picoli), o Philippe (Philippe Noiret) και ο Ugo (Ugo Tognazzi) με την συνοδεία μερικών πορνών στην αρχή, θα επισκεφθούν την τεράστια και μεγαλοπρεπή έπαυλη του Philipe προκειμένου να επιδοθούν σε σεξουαλικά όργια (λιγάκι) και να φάνε κυριολεκτικά μέχρι σκασμού. Και όταν μιλάμε για φαΐ στην συγκεκριμένη ταινία, δεν αστειευόμαστε καθόλου...
Οι Ιταλοί είναι γνωστοί για την δημιουργία των πλέον κλασσικών, σατιρικών ταινιών τους. Όπως ακριβώς είχε πει και ο σκηνοθέτης Mario Monicelli, οι Ιταλοί ήταν αυτοί που δημιούργησαν το είδος της κωμωδίας/φαρσοκωμωδίας που επικεντρώνεται γύρω από τα κοινωνικοπολιτικά δρώμενα της χώρας. Πολλές φορές μέσα από τραγικές καταστάσεις βγαίνει το γέλιο, μέσα από τραγελαφικά γεγονότα και εξαθλιωμένους ήρωες, που η αφέλεια και η κουτοπονηριά τους, τους φέρνει αντιμέτωπους με κάθε λογής κωμικές συνέπειες. Παρόλα αυτά στην σάτιρα φαίνεται πως τα πράγματα λειτουργούν κάπως ανάποδα. Για παράδειγμα στην συγκεκριμένη περίπτωση οι ήρωες μας δεν είναι φτωχοί (όσον αφορά το χρηματικό κομμάτι, γιατί στην τελική φαίνεται να υστερούν ψυχικά κατά κάποιον τρόπο), ούτε αντιμετωπίζουν κοινωνικά προβλήματα. Αυτό κάνει και στην τελική ενδιαφέρουσα την ιστορία μας εδώ. Το πως ουσιαστικά κάποια άτομα τα οποία φαινομενικά δεν αντιμετωπίζουν προβλήματα επιβίωσης και βρίσκονται σε μια πολύ καλή, χρηματική κατάσταση, πως φτάνουν στο σημείο να δώσουν τέλος στη ζωή τους με έναν πρωτοφανή τρόπο. Τι τους οδήγησε εδώ; Γιατί αποφάσισαν να το κάνουν και τι σημαίνει αυτό για τους ομοίους τους και την κοινωνική τάξη την οποία εκπροσωπούν;
Όπως ακριβώς και στο "Divorzio all'italiana" του Pietro Germi οπού διακωμωδείται ο θεσμός του γάμου μέσα από απιστίες και δολοπλοκίες του συζύγου, ο οποίος φτάνει μέχρι και σε έγκλημα πάθους προκειμένου να γλυτώσει από την γυναίκα του, έτσι και εδώ δίνεται ένα γλυκόπικρο twist σε μια ταινία που θα μπορούσε να προκαλέσει απλά ακραία αποστροφή ή τεράστια απορία στους θεατές. Οι χαρακτήρες είναι καρικατουρίστικοι και κάθε άλλο παρά χαμηλού κοινωνικού στρώματος. Ο Marcello είναι ένας γοητευτικός αν και αρκετά άξεστος πιλότος που θέλει να κάνει sex διαρκώς και παντού. Ο Philippe είναι ένα ένας πλούσιος δικαστής, βολεμένος στην καλοπέραση του και περνώντας τον χρόνο του στο κρεβάτι του και ενίοτε ανάμεσα στα βυζιά της μεγαλονταντάς που μόνο που δε τον βυζαίνει ακόμα. Από την άλλη ο Ugo είναι υπεύθυνος ενόσ delicatessen και πρώην μάγειρας και είναι αυτός που στην ουσία προετοιμάζει κάθε φορά τα λουκούλλεια γεύματα στο τεράστιο σπίτι. Τέλος ο Michel εργάζεται ως τηλεοπτικός παραγωγός και αποτελεί το τελευταίο μέλος αυτής της ιδιόρρυθμης παρέας, με τα πολλά (πάρα πολλά) ψυχαναγκαστικά προβλήματα.
O σκηνοθέτης της ταινίας Marco Ferreri θέλοντας να κάνει το δικό του κοινωνικό σχόλιο πάνω στην σύγχρονη μόδα του υπερκαταναλωτισμού, τοποθετεί τους τέσσερις αυτούς άνδρες σε ένα αρχοντικό και τους βομβαρδίζει με άπειρα γουρουνόπουλα, αρνιά, οστρακοειδή, μακαρονάδες, συκώτια πατέ και αφράτες πουτίγκες. Προφανώς θέλοντας να υπερτονίσει το γεγονός οτι ο άνθρωπος της νέας εποχής διακατέχεται από μια ακόρεστη όρεξη για διαρκή κατανάλωση οχι μόνο φαγητού, αλλά και υλικών αγαθών, χρήματος και πάει λέγοντας, αποφασίζει στην ταινία του να ωθήσει τα πράγματα στα όρια και αρκετές φορές να τα ξεπεράσει. Στο πλαίσιο αυτό της διαρκούς λαιμαργίας που τους χαρακτηρίζει, καθώς τρώνε ακόμα και όταν έχουν ήδη φάει, τοποθετούνται και μερικές πόρνες για να κατανοήσει ο θεατής οτι δεν πρόκειται μόνο για ένα μεγάλο φαγοπότι, αλλά οτι τα όρια εκτείνονται και πέρα από το πλαίσιο του φαγητού. Φυσικά όταν δεν είναι πλέον χρήσιμες και τα αγόρια μας έχουν επιστρέψει και πάλι στα πιάτα τους, απλά αποχωρούν...
Άξιο προσοχής είναι το γεγονός οτι στο σπίτι παραμένει μόνο μια ευτραφής γυναίκα, η δασκάλα. Η μεταμόρφωσή της από συμπαθητική δασκάλα δημοτικού, σε άνευ αναστολών γυναίκα που πηδιέται με όλους μέσα στο σπίτι, είναι ένα ακόμα καυστικό σχόλιο στο πόσο πολύ μπορεί τελικά να αλλάξει ο άνθρωπος όταν βομβαρδίζεται διαρκώς από τα καταναλωτικά προϊόντα.
Η παρέα αυτή των ηθοποιών δεν διστάζει να τσαλακωθεί και να αυτοχλευαστεί, προκειμένου να περάσουν με έναν αρκετά σοκαριστικό τρόπο την σταδιακή αποξένωση και την πορεία προς τον θάνατο μιας κοινωνίας που αυτοπροσδιορίζεται από το πόσα λεφτά έχει στην τσέπη και την ποσότητα των-τελικά- άχρηστων πραγμάτων που μπορεί να αγοράσει με αυτά. Ο θάνατος των ηρώων επέρχεται τμηματικά και είναι τραγικά χιουμοριστικός, αφού άλλος πάει από χέσιμο, άλλος από πέσιμο και ούτο καθεξής...
Η γλαφυρότητα της σκηνοθεσίας ίσως και να ξενίσει πολλούς, αλλά στην προκειμένη περίπτωση ο σκηνοθέτης αυτό ακριβώς επιθυμεί. Να ταρακουνήσει και να κατακρίνει έναν ολόκληρο τρόπο ζωής. Οι λόγοι για τους οποίους αυτοί οι άνδρες αποφασίζουν να πεθάνουν δεν γίνεται απόλυτα κατανοητός, αλλά δεν έχει και τόση σημασία. Το πραγματικά υποκριτικό της υπόθεσης είναι οτι επιλέγουν να σκάσουν κυριολεκτικά στο φαγητό, κι οχι κάποιον άλλον τρόπο αυτοκτονίας. Αυτό και μόνο κάνει την ταινία να ξεχωρίζει κυρίως λόγω της εξωφρενικής (ή ίσως οχι και τόσο) ωμότητας και ειλικρίνειας της. Και μιλάμε βασικά για το 1973...
Οι ερμηνείες είναι εξαιρετικές και σου δημιουργούν ανάμικτα συναισθήματα. Άλλοτε συμπάθεια, άλλοτε λύπη και άλλοτε αναπόφευκτα το γέλιο. Οι ατάκες ανάμεσα στην παρέα δίνουν και παίρνουν, ενώ ακόμα και οι διαδοχικοί θάνατοι των πρωταγωνιστούν είναι τόσο προσποιητοί και εξυπηρετούν τόσο ξεκάθαρα τον κριτικό τους σκοπό, ώστε δε γίνεται να νοιώσεις στεναχώρια, αλλά μάλλον να σε κάνουν να κουνήσεις περιφρονητικά το κεφάλι σου για την θλιβερή αυτή κατάντια.
Αρκετό γυμνό, άπειρο φαγητό που εκεί που πάνε να σου τρέξουν τα σάλια σε ξενερώνει και άνθρωποι που πηδάνε και τρώνε (μερικοί κλάνουν κιόλας) όοοολη μέρα ασταμάτητα, είναι οι βασικές εικόνες που θα εμποτιστούν σε όποιον δει αυτή τη ταινία. Όπως όμως είπα είναι μια ταινία που πρέπει να την δείτε οχι τόσο γι'αυτό που φαίνεται, όσο γι'αυτό που δεν φαίνεται αλλά υπονοείται ξεκάθαρα: ο υπερκαταναλωτισμός βλάπτει σοβαρά την υγεία.
Υ.Γ: Η μουσική δένει τέλεια με την παρηκμασμένη γενιά των ανδρών. Μελαγχολική και θυμίζοντας περασμένα μεγαλεία, είναι το μόνο που μένει να θυμίζει την αριστοκρατία μιας άλλης εποχής...
http://www.youtube.com/watch?v=uZz3Nh2pJfs
(με γερμανικό voice over, το οποίο είναι εκνευριστικό οπότε απλά χαμηλώστε το και ο θεός μαζί σας)
No trivia for this movie...
H TV ΣΗΜΕΡΑ....
STAR: 22:00 Jarhead, με τους Jake Gyllenhaal, Jamie Fox. Μια ταινία για τα στίγματα που αφήνει ο πόλεμος στους στρατιώτες και την ζωή μετά...
Αυτά απο εμένα, αύριο πάλι εδώ με new arrival "Cars 2"!
Cya!
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)












