Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κλειστοφοβικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κλειστοφοβικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2013

Gravity: Loneliness in space

NEW ARRIVAL

Alloha μας!  Ακόμα μια πρόταση γι' αυτή την εβδομάδα (την περασμένη φορά είχα γράψει για το "Miss Violence" το οποίο επίσης κυκλοφόρησε στις αίθουσες αυτή την εβδομάδα), είναι σίγουρα το εντυπωσιακότατο "Gravity" του Alfonso Cuaron, το οποίο θα μας απασχολήσει σήμερα.  Παρά το γεγονός πως θα υπάρξουν κάποιες ενδιαφέρουσες κινηματογραφικές προτάσεις για την next week, υποθέτω πως το επόμενο Σάββατο (αν τα καταφέρω ίσως γράψω πιο νωρίς), θα ασχοληθούμε και με το "All is Lost", το οποίο επίσης βγήκε στην γύρα αυτή την Πέμπτη και αποτελεί με την σειρά του, μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς.  So, let's begin.


Η Dr. Ryan Stone (Sandra Bullock) και ο αστροναύτης Matt Kowalski (George Clooney), έχουν αναλάβει μια αποστολή ρουτίνας, με στόχο κάποιες μικρο-επιδιορθώσεις στο τηλεσκόπιο Hubble.  Όλα είναι ήσυχα και η δουλειά οδεύει σταδιακά προς το τέλος, όταν το κέντρο ελέγχου της αποστολής στο Χιούστον εφιστά την προσοχή της ομάδας, σε κάτι εκατομμύρια θραύσματα τα οποία κινούνται με ταχύτητα προς το μέρος τους, αποτέλεσμα του χτυπήματος ενός ανενεργού δορυφόρου, από έναν ρώσικο πύραυλο.  Η καθυστέρηση των πρωταγωνιστών να απομακρυνθούν από το σημείο της επερχόμενης σύγκρουσης, αποδεικνύεται τελικά μοιραία.  Το αποτέλεσμα θα αφήσει δυο ανθρώπους μετέωρους στο αχανές διάστημα, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να επιστρέψουν και πάλι στην Γη.  Οχι όμως χωρίς τίμημα...


Επτά χρόνια μετά το "Children of Men" ο Alfonso Cuaron επιστρέφει με ένα μοναδικό συμπαντικό δημιούργημα, άξιο να σταθεί δίπλα ακόμη και σε εικονικές στιγμές του sci-fi (και οχι μόνο κινηματογράφου), όπως το κιουμπρικικό "2001: A Space Odyssey".
Το "Gravity" είναι μια ταινία η οποία θέτει τον σκηνοθετικό πήχη πολύ υψηλότερα απ'οτι έχουμε συνηθίσει τα τελευταία χρόνια, όσον αφορά το συγκεκριμένο ταινιακό είδος τουλάχιστον, χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει πως άλλες, αναλόγου ύφους ταινίες, όπως για παράδειγμα το ανεξάρτητο, αλλά εξαιρετικά καλοφτιαγμένο "Moon" του Duncan Jones, δεν αξίζουν την προσοχή μας.  Απλώς στην προκειμένη περίπτωση το νέο πόνημα του Cuaron καταφέρνει να συνταράξει συθέμελα την οπτική του θεατή, προσφέροντας άρτο και θέαμα, με τις πρέπουσες πάντα φιλοσοφικές ανησυχίες περί της ανθρώπινης πορείας, της μοναξιάς και της πίστης στις "υπερφυσικές" μας δυνάμεις για επιβίωση.
Η ταινία πετυχαίνει παράλληλα τον ιδανικό συνδυασμό blockbuster αισθητικής (έχει ήδη σκοράρει στο παγκόσμιο box-office κάτι περισσότερο από $400 εκατομμύρια), και "σοβαρού" sci-fi που έχει ως στόχο τόσο να προβληματίσει, όσο και να ενθουσιάσει. χωρίς βέβαια να αποφεύγει και τις κλισεδιάρικες πινελιές οι οποίες κάνουν την όποια μετάβαση από την μια πράξη στην άλλη, πιο βατή.


Το καταπνικτικό βάρος του σιωπηλού διαστήματος λειτουργεί ως ιδανική παλέτα σκιαγράφησης των φόβων και των πιο μύχιων σκέψεων κάθε ανθρώπινου όντος, θέτοντας στο προσκήνιο για ακόμη μια φορά το πολυπαιγμένο σενάριο του "human vs. nature", το οποίο χαρακτηρίζει εξίσου αποτελεσματικά-αν και εκ των πραγμάτων πολύ πιο γήινα-το "All is Lost", εκεί όπου ο ήρωας του Robert Redford (σε μια εκπληκτική ερμηνεία) δίνει ένα χορταστικό 'one-man show', ενάντια στις ατυχίες και το μένος του αγριεμένου ωκεανού.
Το "Gravity" έχει εντυπωσιάσει τους πάντες, υποθέτουμε και εξαιτίας του άρτιου 3D του, το οποίο μάλλον δύσκολα θα απολαύσουμε εμείς εδώ στην Ελλάδα, μιας που οι περισσότερες αίθουσες δεν φαίνεται να κατέχουν την κατάλληλη τεχνολογία.  Ακόμα όμως και με αυτή την υποτυπώδη, τρισδιάστατη απεικόνιση, η ταινία καθιστά ξεκάθαρο το γεγονός πως αποτελεί ένα από τα καλύτερα και σίγουρα δυσκολότερα παραγωγικά αποτελέσματα που υπάρχουν πλέον εκεί έξω.
Η δουλειά του Cuaron είναι εξαιρετική, χαρίζοντας στα πλάνα του αληθοφάνεια (οι σκηνές στο εξωτερικό του διαστήματος δεν έχουν ήχο), δυναμισμό, άπλετη ενέργεια και ανείπωτη ομορφιά.  Υπάρχει συγκεκριμένα μια σκηνή στην οποία η Bullock θυμίζει έμβρυο μέσα σε μήτρα, με τον ιμάντα που συνδέεται η στολή της να θυμίζει κάποιον κοσμογονικό ομφάλιο λώρο, παραπέμποντας χαλαρά στο μωρό από το Space Odyssey.


Ενδεχομένως να προτιμούσα τα κλισέ στοιχεία να είναι λιγότερα, καθώς απέσπασαν κάπου την προσοχή μου από το αγωνιώδες κομμάτι του story, παρόλα αυτά στο σύνολό του το "Gravity" παραμένει ένα θεαματικό δημιούργημα, με εξαιρετικές ερμηνείες, υπέροχη κινηματογράφηση και ένα καθόλα ταιριαστό OST που εντείνει ακόμα περισσότερο την αίσθηση της απόλυτης λήθης και του ολοκληρωτικού κενού που χαρακτηρίζει τον κόσμο του διαστήματος.
Για να πούμε βέβαια και δυο λόγια για τις ερμηνείες, ο George Clooney βρίσκεται στην πιο ανώδυνη, ερμηνευτικά, πλευρά, με την Bullock να δίνει αυτή την φορά τον καλύτερό της εαυτό, στην μέχρι τώρα καριέρα της.  Έντονα συναισθήματα, οπτική κυριαρχία και ένα αγχώδες φόντο, είναι αρκετά για την Bullock να λάμψει.  Και το καταφέρνει περίφημα.
Αν δεν την έχετε τσεκάρει ακόμη, κάντε το.  Είναι σίγουρο πως όταν βγείτε από την αίθουσα, θα είστε απλά έκθαμβοι.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι το αγορέ μαλλί δεν πάει στην Sandra, οτι ο George την βότκα δεν την αλλάζει και οτι η τελευταία ακριβώς σκηνή κρύβει μέσα της μια ολόκληρη ιστορία εξέλιξης.



TRIVIA
  • Η φωνή του υπεύθυνου του Hiouston είναι του Ed Harris, ο οποίος κρατάει ο δικό του μερίδιο σε "διαστημικές" ταινίες όπως οι "Apollo 13" και "Τhe Right Stuff".
  • O Robert Downey Jr. θα πρωταγωνιστούσε στην ταινία, αλλά τελικά αποχώρησε λόγω προγράμματος.
  • Σε μια σκηνή ο Cuaron αναμετρήθηκε με την Bullock για το ποιος μπορεί να αντέξει περισσότερο.  Ας πούμε πως ο Cuaron δεν κατάφερε να την ξεπεράσει. (η σκηνή βρίσκεται στο τέλος).
(ΠΗΓΗ IMDB)







Παρασκευή 3 Μαΐου 2013

Spoorlooos (a.k.a The Vanishing): Existential sociopathy

Μετά από αρκετό καιρό, επιτέλους επιστρέψαμε στο μπλογκάκι και Παρασκευή.  Παρά το γεγονός πως σήμερα είναι Μεγάλη Παρασκευή, δεν είχα στα σχέδια μου να ανεβάσω κάτι εποχικό και κατανυκτικό, οπότε θα επιστρέψουμε αρκετά χρόνια πίσω και συγκεκριμένα στο 1988, προκειμένου να δούμε μαζί ένα νατουραλιστικό μέσα στην κοινωνική του παθολογία ταινιάκι.
Το "The Vanishing" θεωρείται ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα θριλερικής δημιουργίας, εμμονών και μιουταρισμένου σασπένς της δεακετίας του '80 και αυτοί είναι σίγουρα μερικοί λόγοι που το κάνουν να ξεχωρίζει από άλλα φιλμ τα οποία πρέπει να προκαλέσουν ποικιλοτρόπως, για να δηλώσουν αυτό που είναι: ιστορίες που ακροβατούν ανάμεσα στην τρέλα και την λογική.  Για να δούμε...


Ο Rex και η Saskia είναι ένα ζευγάρι που αποφασίζει να πάει ταξιδάκι αναψυχής κάπου στην Γαλλία.  Έχοντας ως μεταφορικό μέσα ένα μικρό αυτοκίνητο τίγκα στα μπαγκάζια, διασχίζουν το όμορφο, γαλλικό τοπίο συζητώντας και ενίοτε καυγαδίζοντας, μιας που αν γίνεται κάτι κατανοητό από την αρχή, είναι πως το συγκεκριμένο ζευγάρι αρέσκεται να κοντράρεται για ψύλλου πήδημα.  Επίσης εμφανές είναι το γεγονός πως η ωραία και μοιραία Saskia, είναι από εκείνες τις γυναίκες που μπορούν να σε παρατήσουν στα κρύα του λουτρού, ανά πάσα στιγμή (ακόμη κι αν τελικά αυτό δεν ισχύει, αλλά ο σκηνοθέτης George Sluizer, μας χειραγωγεί με ευκολία στο να πιστέψουμε κάτι τέτοιο).
Όταν οι δυο τους αποφασίσουν να σταματήσουν σε ένα βενζινάδικο προκειμένου να αναδιοργανωθούν, η Saskia θα προθυμοποιηθεί να αγοράσει μερικά αναψυκτικά και θα αφήσει για λίγο τον Rex μόνο του.  Το πρόβλημα είναι οτι δεν θα επιστρέψει ποτέ ξανά, μιας που από εκείνη την ημέρα τα ίχνη της χάνονται και μαζί με αυτά και το μυαλό του Rex ο οποίος αφιερώνει τον χρόνο του ακόμα και τρία χρόνια μετά την εξαφάνισή της, στην εύρεση στοιχείων που να οδηγούν σε κάποια εξήγηση αναφορικά με το τι της συνέβη.  Αυτό που δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται όμως, είναι πως ο απαγωγέας καιροφυλακτεί  Και παρακολουθεί...


Βασισμένο στην νουβέλα του Tim Krabbe, "The Golden Egg", το "The Vanishing" πραγματεύεται με τρόπο καθόλα εσκεμμένα υποτονικό και διστακτικό, το ιστορικό μιας εξαφάνισης η οποία γίνεται αφορμή για τον ζευγαρωτό πρωταγωνιστή να δηλητηριάσει την ζωή του με εικασίες και αμφιβολίες που εξακολουθούν να τον ταλανίζουν αναφορικά με την χαμένη Saskia.
Παρά το γεγονός οτι το συγκεκριμένο ταινιάκι μνημονεύεται ως μια από τις καλύτερες ευρωπαϊκές, κινηματογραφικές στιγμές του ΄80, εντούτοις ο σκηνοθέτης της George Sluizer, θέλησε επίσης να το αμερικανοποιήσει, σκηνοθετώντας το 1993 ακριβώς την ίδια υπόθεση, στην αμερικάνικη version της και με πρωταγωνιστές τους Jeff Bridges, Kiefer Sutherland και Sandra Bullock.  Η ταινία όπως φαντάζεσαι κατέληξε σε αποτυχία (είχα την "τύχη" να την δω και εγώ ένα βράδυ στην τηλεόραση), καθώς οχι μόνο άλλαξε το τέλος της original εκδοχής (ε οχι!), αλλά το όλο story κατέληξε απλώς να λειτουργεί ως ένα κακέκτυπο της γαλλογερμανικής εκδοχής, με αποτέλεσμα γρήγορα να ξεχαστεί τόσο από τους συμμετέχοντες ηθοποιούς, όσο και από τον ίδιο τον σκηνοθέτη.  Όπως και να το κάνουμε μερικές φορές είναι καλύτερο να μην αφήνουμε τις φιλοδοξίες να μας παρασύρουν, γιατί το αποτέλεσμα δεν έχει κανέναν λόγο να βγει έτσι κι αλλιώς καλό.  Και το "Spoorloos" από μόνο του έχει τόσα καλά πράγματα να σου δώσει...


Η ταινία είναι βασισμένη σε έναν αρχετυπικό urban legend, σύμφωνα με τον οποίο μια γυναίκα είχε επισκεφθεί μαζί με την κόρη της το 1901 την Έκθεση του Παρισιού, μόνο για να εξαφανισθεί λίγο αργότερα, αφήνοντας την κόρη μόνη και το προσωπικό του ξενοδοχείου, χωρίς καμία μνήμη οτι υπήρξε και οτι είχε δει ποτέ την μητέρα.
Πάνω σε αυτό ακριβώς το μοτίβο έχουν βασιστεί διάφορες ακόμη ταινίες, όπως το "The Lady Vanishes" του Alfred Hitchcock, καθώς και το "So Long at the Fair" των Antony Darnborough και Terence Fisher.  Το "The Vanishing" μάλιστα, πέρα από τις μπόλικες δόσεις μυστηρίου και σασπένς που το χαρκτηρίζουν, μοιράζεται επίσης με τον θεατή μια ακόμη wannabe χιτσκοκίζουσα διάθεση, μιας που ο γαλλικός τίτλος του έχει αποδοθεί ως "L'Homme qui voulait savoir" ("The Man Who Wanted to Know"), παραπέμποντας προφανώς στο φιλμ του μαιτρ του τρόμου, "The Man Who Knew Too Much".
Πέρα όμως από τα όποια δάνεια έχει πάρει η ταινία του Sluizer, η αλήθεια παραμένει πως το συγκεκριμένο κινηματογραφικό δημιούργημα, καταφέρνει να κρατήσει το ενδιαφέρον σου αμείωτο, εξαιτίας κυρίως του τρόπου με τον οποίο αποφασίζει να σε καθοδηγήσει μέσα στην πλοκή και και σε καταστήσει κοινωνό περίεργων και βαθιά διαταραγμένων καταστάσεων, οι οποίες εκ πρώτης όψεως δεν φαντάζουν τίποτε άλλο πέρα από φυσιολογικές.


Και τι εννοούμε με αυτό.  Καταρχάς ο σκηνοθέτης φροντίζει να κρατήσει μια εντελώς αναρχική στάση μέσα στην ταινία του όσον αφορά το μοτίβο του κατά τα άλλα κλασικού αφηγηματικού χρόνου, μεταπηδώντας πότε στο παρελθόν και πότε στο παρόν, αφήνοντας εύκολα υπονοούμενα αναφορικά και με το ίδιο το μέλλον των ηρώων.  Δεν είναι δύσκολο να μπει κανείς στον κεκαλυμμένα ψυχωτικό κόσμο για παράδειγμα, του θύτη και να αντιληφθεί τόσο τον τρόπο δράσης του, όσο και τι πραγματικά απέγινε η Saskia.
Εκτός από την ουσιαστική, κινηματογραφική απεικόνιση του χρόνου, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ανάπτυξη των χαρακτήρων οι οποίοι κινούνται και δρουν ως τα εντελώς τους αντίθετα.  Για παράδειγμα ο μουσάτος, κουστουμαρισμένος και καθώς πρέπει οικογενειάρχης/θύτης, είναι ψύχραιμος, μεθοδικός και καθόλου βιαστικός στις κινήσεις του, μελετώντας σχολαστικά το κάθε του βήμα (φτάνει στο σημείο να μετράει μέχρι και τους...σφυγμούς του, προκειμένου οι χτύποι της καρδιάς του να συνηθίσουν στην actual απαγωγή που ετοιμάζεται να κάνει) και περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή (και την κατάλληλη γυναίκα δηλαδή), μέχρι να πραγματοποιήσει την επίθεσή του, η οποία σημειωτέον γίνεται μέσα σε άπειρο κόσμο!
Αν και η αλήθεια είναι πως δεν παρουσιάζεται ένα επαρκές παρελθόν των πρωταγωνιστών, εντούτοις δεν μας απασχολεί κιόλας, κυρίως όσον αφορά το ζευγάρι.  Αντιθέτως δίνεται μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να αντιληφθούμε πως ο Raymond, ήταν από μικρός ένα παιδί που δοκίμαζε το προσωπικά του όρια, εκδηλώνοντας προφανώς τα πρώτα σημάδια της μετέπειτα ψυχωτικής του μανίας, την οποία έμαθε καλά να κρύβει κάτω από το οικογενειακό του παραπέτασμα.  Στον αντίποδα αυτού του τέρατος ψυχραιμίας (ή και σκέτου τέρατος) βρίσκεται ο φρενιασμένος γκόμενος, που με βλέμμα σκυθρωπό και μανιασμένο, δεν έχει πάψει στιγμή να αναζητά την χαμένη του αγάπη, όντας πιο κενός από ποτέ, ανίκανος να συνεχίσει την ζωή του και να ξεχάσει, αφού για εκείνον ο χρόνος σταμάτησε τρία χρόνια πριν, όταν η Saskia χάθηκε.


Το "The Vanishing" είναι ένα καλοστημένο ταινιάκι εμμονών και βραδύκαυστης τρέλας, το οποίο είναι πολύ πιθανό να μη σου γεμίσει το μάτι, πρέπει όμως να αναλογιστείς και το γεγονός οτι μιλάμε για την δεκαετία του '80.  Έκτοτε τέτοιου είδους ταινίες γίνονται με το κιλό, αν και πάλι μπορούμε να το επαινέσουμε ως ένα από εκείνα τα φιλμ, το οποίο καταφέρνει να διατηρείται διαχρονικό και πρωτότυπο, ακόμα και μέχρι τις μέρες μας.  Ένα θετικό ποσοστό εξάλλου πηγαίνει και στον σκηνοθέτη, ο οποίος κοπιάρει, αλλά πάντα με σεβασμό τα χιτσκοκικά μοτίβα, με ένα από τα πιο χαρακτηριστικά να αφορά και την συμμετοχή του θεατή στα τεκταινόμενα.  Το γεγονός για παράδειγμα πως εμείς γινόμαστε από την αρχή μάρτυρες του θύτη και του δικού του κοινωνικού background, λειτουργεί κατά έναν περίεργο τρόπο ακόμα και ηδονοβλεπτικά πάνω μας, δίνοντάς μας τον ρόλο του παντογνώστη Θεού, ενώ σε μια εξαίσια σκηνοθετημένη λήψη, μας "μεταβιβάζει" στο σώμα της Saskia, αφήνοντάς μας στιγμιαία να αισθανθούμε εμείς οι ίδιοι θύματα ενός πρωτάρη stalker.
Χωρίς να δρέπει δάφνες πρωτοτυπίας, αλλά αποτελώντας ένα μικρό, γρήγορο και twisty ταινιάκι, το "The Vanishing" είναι σίγουρα η καλύτερη επιλογή όταν δεν θες κανείς να σου χαϊδεύει τα μυαλά και να σε ποτίζει ελπίδα και αισιοδοξία.  Γιατί η ζωή είναι απλά αλλιώς...

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι ένα μπρελόκ τα αλλάζει όλα, οτι ένα φρίσμπι κοστίζει 13,50 φράγκα εν έτι 1988;;; και οτι πόσο χαλβάς είσαι που αποφασίζεις να μην ακούσεις την γκόμενά σου, όταν εκείνη σου λέει να βάλεις βενζίνη;  Just saying...


No trivia

Δευτέρα 1 Απριλίου 2013

Triangle: Punishment comes in waves...

Καλημέρα σε όλους, καλή εβδομάδα και καλό μήνα να έχουμε!  Προσοχή με τα ψέματα που θα σας πουν και θα πείτε σήμερα, 1η Απριλίου, και μέρα χαρά Θεού απόξω.  Μυρωδιές, ήλιος και ελαφρύ αεράκι, οτι πρέπει για μια γνήσια, ανοιξιάτικη μέρα.  Το λοιπόν, θα ξεκινήσουμε την εβδομάδα μας με μια ταινία, οχι και τόσο χαρούμενη, την οποία είχα δει κάτι μήνες πριν.  Θα ξεκινούσα με το "Stoker" (που κι αυτή δεν την λες αισιόδοξη), αλλά επειδή είμαι άτομο εμμονικό, και κάτι έχει σκαλώσει στο laptop μου, και περιμένω να δω τι ακριβώς είναι, σας το λέω από τώρα, δεν θα είχα και πολύ μυαλό να ασχοληθώ όπως θέλω με την ταινία του Chan-wook Park.  Συνεπώς, και επειδή Δευτέρα είναι, καλό είναι να δούμε και καμιά ταινία, ασχέτως αν κατα βάθος ξέρω πως όλοι θα δείτε αφενός, το τελευταίο επεισόδιο του "The Walking Dead", και αφετέρου, το πρώτο επεισόδιο της νέας σεζόν του "Game of Thrones".  Θα κάνω τα στραβά μάτια και θα σας προτείνω το "Triangle", μια ταινία πολύ διαφορετική από αυτό που θα περιμένατε...


H Jess (Melissa George), είναι μια μοναχική μητέρα, η οποία ζει μαζί με τον αυτιστικό της γιο, σε ένα μικρό σπίτι κάπου στην Αυστραλία.  Παρά το γεγονός πως φαίνεται να αντιμετωπίζει δυσκολίες στο μεγάλωμα του παιδιού, εντούτοις μοιάζει να μη τα παρατάει εύκολα, μιας που καταφέρνει να ανταποκρίνεται στις ανάγκες του, με περίσσια φροντίδα και αγάπη.
Όταν μια μέρα αποδεχτεί την πρόταση ενός φίλου, για μια ιστιοπλοϊκή απόδραση, παρέα με μερικούς ακόμη γνωστούς, η Jess, θα αρπάξει την ευκαιρία, προκειμένου να περάσει ένα ξέγνοιαστο-όσο γίνεται δηλαδή-Σάββατο, μέσα στην θάλασσα και τον ήλιο, αποζητώντας ουσιαστικά μερικές ώρες ανάπαυλας από την φροντίδα του μικρού της αγοριού, ο οποίος βρίσκεται έτσι κι αλλιώς ασφαλής στο "ειδικό" σχολείο για αυτιστικά παιδιά.
Ενώ όμως η βαρκάδα εκτυλίσσεται ειδυλλιακά, μια ξαφνική καταιγίδα, θα οδηγήσει το πλήρωμα στην αναζητήση καταφυγίου σε ένα διερχόμενο πλοίο, το οποίο θα σταματήσει για να τους περιμαζέψει.  Με την μόνη διαφορά πως, όπως και εσύ μπορείς να φανταστείς, κάτι φαίνεται να πηγαίνει πολύ, πολύ στραβά πάνω σε αυτό το κατά τα άλλα, εγκαταλελειμμένο πλοίο.  Κάτι, που μοιάζει να έχει τις ρίζες του στην ύπαρξη και τις επιλογές της ίδιας της Jess...


Για τον σκηνοθέτη της ταινίας, Christopher Smith, δεν έχουμε και πολλά να πούμε, από την άποψη, πως έχουμε ήδη πει, όταν είχα γράψει στο blogaki, μια ακόμη ταινία του, και συγκεκριμένα το μεσαιωνικό, "Black Death". 
Ο ίδιος αν και μετράει στο βιογραφικό του λίγα σχετικά πράγματα, εντούτοις φαίνεται πως ακόμα και αυτά, τα έχει κατασκευάσει με προσεγμένη πίστη στο ετερόκλητον του αντικειμένου του, μιας που μπορεί τα περισσότερα να χαρακτηρίζονται από μια κοινή γκάμα τρόμου, σασπενσικών πινελιών και καθαρόαιμου θρίλερ, είναι όμως ενταγμένα στην ουσία, σε διαφορετικά, ταινιακά είδη.
Στην προκειμένη περίπτωση το "Triangle", είναι μια ταινία που μπορεί εκ πρώτης όψεως να μη σου γεμίζει και πολύ το μάτι (γεγονός είναι για παράδειγμα πως η αφίσα της, παραπέμπει σε κακό horror, από εκείνα του σωρού που τείνουν να γεμίζουν τα ράφια των dvdάδικων), είναι όμως ένα ταινιάκι που απλώς αποφασίζει να αποκαλύψει αργά αργά τα χαρτιά του στους θεατές, κρατώντας κρυμμένους άσσους, που εξακολουθούν να βγαίνουν από το μανίκι, μέχρι και λίγο πριν από το τέλος της.  Σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να πιστέψετε πως τα πράγματα είναι τόσο απλά, όσο σε μια περιεκτική κριτική που μπορεί να διαβάσετε κάπου για το συγκεκριμένο εργάκι, μιας που όποιος αποφασίσει να σας την προτείνει, είναι γεγονός, πως δεν μπορεί να πει και πολλά πράγματα, παρά να περιοριστεί στα απολύτως απαραίτητα.  Και αυτό, γιατί το "Triangle" είναι από τις ταινίες που βλέπονται μια μόνο φορά, χάρη στις "εκπλήξεις" που σου επιφυλάσσει, και τις οποίες δεν απολαμβάνεις εννοείται στον ίδιο βαθμό, αν αποφασίσεις να την τιμήσεις, για δεύτερη φορά.  Προσωπικά, ακόμα ψάχνομαι να δω, ποια είναι η πρέπουσα παρουσίαση, με την οποία θα μπορέσω να αναφερθώ σε αυτήν όπως θέλω, αλλά και με τα λιγότερα-ή και καθόλου-spoilers...


Καταρχάς όσοι είχατε τσεκάρει την κριτική της ταινίας, "The Ghost Ship", την οποία είχα βάλει πρόσφατα (και ξαναλέω οτι δεν είναι η μεταφυσική, κακοφτιαγμένη χαζομάρα του 2002, με τον ίδιο τίτλο), μπορείτε να καταλάβετε σε ένα βαθμό και το consept, το οποίο κρύβεται πίσω από το "Triangle".
Οι ομοιότητες ως προς τις ονομασίες των δυο πλοίων, του κακού που μοιάζει να ελοχεύει σε κάθε γωνία και να πλανάται πάνω από τα κεφάλια των ηρώων, της εμπλοκής της ελληνικής μυθολογίας και του γενικότερου κλίματος που επικρατεί, σίγουρα δεν μπορεί να είναι τυχαίες, μιας που είναι πολύ πιθανό ο Smith, να εμπνεύστηκε από τα b-movies των περασμένων δεκαετιών, προκειμένου να δημιουργήσει τον νιχιλιστικό κόσμο της δικής του ταινίας. 
Εκτός βέβαια από μια σαφέστατη νύξη απέναντι σε παλαιότερες και ίσως, λιγότερο γνωστές επιδράσεις, ο Smith, καθιστά ξεκάθαρη και την επιρροή που μάλλον του άσκησε μια από τις καλύτερες και πιο κλασικές ταινίες, εσωτερικού τρόμου, που έγιναν ποτέ: το "The Shining" του Stanley Kubrick.
Χωρίς σαφέστατα να θέλω να προχωρήσω στο οποιοδήποτε spoiler, αναφορικά με το τι ακριβώς γίνεται στην ταινία, μπορώ εντούτοις να σας πω, πως η σύνδεση με την "Λάμψη", είναι πολύ πιο ουσιαστική απ'οτι αφήνουν να εννοηθεί, μερικά κοινά αντικείμενα και σκηνές.  Για παράδειγμα, έχουμε ένα τεράστιο, εγκαταλελειμμένο πλοίο, το οποίο θα αποτελέσει το σκηνικό της δράσης των ηρώων, ακριβώς όπως και το "Overlook Hotel", στην ταινία του μεγάλου σκηνοθέτη.  Έρημο ξενοδοχείο από τη μια, έρημο υπερ-καράβι από την άλλη.  Παράλληλα, τόσο οι φαντασιώσεις του Jack, μέσα στο ξενοδοχείο, οι οποίες τον οδηγούν στις παλιές, καλές, χρυσές εποχές της περιοχής, με την αίθουσα χορού να λειτουργεί και τους πάντες να διασκεδάζουν τσουγκρίζοντας σαμπάνιες, όσο και το ντεκόρ του πλοίου στο "Triangle", παραπέμπουν σε περασμένες χρονιές, οι οποίες μοιάζουν να έχουν σφραγίσει με την κατάληξη και την μοίρα τους, τους δυο αυτούς χώρους.  Μια ακόμη ομοιότητα παρατηρείται, όσον αφορά την ύπαρξη των λαβύρινθων, ο οποίος είναι μεν πιο ξεκάθαρος στην Λάμψη, είναι δε εμφανής σε έναν βαθμό, και μέσα στο πλοίο, χάρη στους δαιδαλώδεις διαδρόμους, μέσα από τους οποίους οι ήρωες, καλούνται να λύσουν το τρομερό μυστήριο.
Αν σε αυτές τις αυταπόδεικτες ομοιότητες, προσθέσετε την ύπαρξη ενός τσεκουριού, μιας αίθουσας χορού (ballroom), καθώς και ενός δωματίου που φέρει τον αριθμό 237 στην πόρτα (ναι, όλα αυτά υπάρχουν στην ταινία του Smith), τότε γίνεται κάτι περισσότερο από εμφανής η διάδραση ανάμεσα στα δυο films.  Υπάρχει κάποια χειροπιαστή ταύτιση ανάμεσα τους;  Οχι.  Υπάρχουν όμως σκηνές και αντικείμενα, που λειτουργούν σαν πρώτης τάξεως 'easter-eggs';  Βεβαιότατα...


Και φυσικά δεν σταματάμε μόνο εκεί.  Τόσο ο κλειστοφοβικός τρόμος που μοιάζει να πνίγει το ξενοδοχείο του Kubrick, όσο και αυτός που βυθίζει τον κόσμο του πλοίου στην παράνοια, αποτελούν τα καλύτερα, πρόσφορα εδάφη, προκειμένου να παιχτεί το φοβικό δράμα των πρωταγωνιστών, οδηγώντας μας κάθε φορά και σε διαφορετικά συμπεράσματα.  Για παράδειγμα πολλοί είχαν θεωρήσει πως η νουβέλα του King, αποτελούσε μια στοχευμένη γροθιά στο αμερικάνικο όνειρο και την οικογενειακή πραγματικότητα του πατριώτη Αμερικάνου, ακόμα και αν ο τρόπος που μεταφέρθηκε στην οθόνη, μάλλον είχε να κάνει με την εντελώς προσωπική ματιά του Kubrick, ο οποίος ήθελε να διηγηθεί τις δικές του ιστορίες (από το πως σκηνοθέτησε μαζί με τις μυστικές υπηρεσίες, την προσεδάφιση του Apollo 11 στην σελήνη, μέχρι το κεκαλυμμένο του κατηγορώ, απέναντι στις θηριωδίες του Γ' Ράιχ).  Στην προκειμένη περίπτωση, το "Triangle", μάλλον εξετάζει την θεματική του, μέσα από ένα καθαρά μυθολογικό πρίσμα, μέσα στο οποίο ο δημιουργός του, αποφασίζει να πετάξει και ορισμένα μοιρολατρικά ψήγματα, αναπόφευκτου μέλλοντος και εσωτερικής συνειδητοποίησης, τα οποία έρχονται και κλειδώνουν στο τέλος του, τότε δηλαδή που το τοπίο μοιάζει να καθαρίζει ολοκληρωτικά.
Έχετε στο μυαλό σας πως τα πάντα, παίζουν τον δικό τους ρόλο σε αυτό το underrated ταινιάκι, καθώς τίποτα δεν μοιάζει τυχαίο και φύρδην μίγδην ριγμένο μέσα στο σενάριο.  Αν πάρουμε για παράδειγμα το όνομα του πλοίου (Aeolus) και σκαλίσουμε λίγο την ελληνική μυθολογία (ή και οχι, μιας που που αναφέρεται μέσα στην ταινία αυτό που ο θεατής πρέπει να αντιληφθεί), θα δούμε οτι θεωρείτο ο πατέρας του Σίσυφου, ο οποίος είχε τιμωρηθεί από τους Θεούς επειδή ξεγέλασε τον Άδη.  Και η τιμωρία του;  Να ανεβάζει στην αιωνιότητα έναν μεγάλο βράχο στην κορυφή ενός βουνού, μέχρι που εκείνος έπεφτε από την άλλη μεριά, και ο Σίσυφος, αναγκαζόταν να τον ανεβάζει για ακόμη μια, ατέλειωτη φορά.  Τι σχέση έχει όμως αυτό με την ταινία;  Πιστέψτε με, μεγάλη...


Εκτός από την σκηνοθεσία η οποία περνάει στο μεδούλι σου τις απαραίτητες δόσεις φόβου, η ερμηνεία της Melissa George είναι ιδανική.  Φοβισμένη, μπερδεμένη και έτοιμη για όλα, σίγουρα καταφέρνει να σε κρατήσει στην άκρη της θέσης σου, μέχρι το αναπόφευκτο φινάλε που σκάει στο πρόσωπό σου, μαζί με την δική της τρομακτική συνειδητοποίηση, δημιουργώντας ένα αποτέλεσμα τρομακτικό και οδυνηρά εφιαλτικό.
Το "Triangle" είναι ένα καλοστημένο ταινιάκι τρόμου και πολλών άλλων, και καλά θα κάνεις να το δεις, αν δε το έχει ήδη τσεκάρει.  Και φυσικά περιμένω γνώμες, γιαί δεν φαντάζεσαι πως με "τρώει" να το συζητήσω.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι ο Liam Hemsworth έχει υπάρξει τούμπανο, οτι θεωρείται γρουσουζιά να σκοτώσεις έναν γλάρο, πριν από ένα ναυτικό ταξίδι και οτι το τρέξιμο που έριξε αυτή η George στην ταινία, απλά δεν υπάρχει.

To trailer το αποφεύγω, μιας που τα spoilers είναι άπειρα.

No trivia

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2012

Eden Lake: A brutal thriller about a trip gone wrong

Hey again, καλή εβδομάδα σε όλους και άντε και καλό χειμώνα (λέμε τώρα).  Έπειτα από μια πολύ όμορφη εβδομάδα-και κάτι παραπάνω-που πέρασα, επέστρεψα και πάλι στα μπλογκικά μου καθήκοντα, αν και η αλήθεια είναι πως προσπαθούσα να είμαι παρούσα στα των γραπτών μου, και κατά τη διάρκεια των mini διακοπών που έκανα μέχρι και σήμερα.  Τώρα λοιπόν θα περνάμε όμορφα μαζί με ενδιαφέρουσες ελπίζω, ταινιακές προτασούλες.  Έτσι σήμερα, είπα να ανεβάσω κάτι από τα ελάχιστα πιο παλιά (και συγκεκριμένα του 2008).  Η ταινία "Eden Lake" μου είχε μείνει μέχρι πρότινος στο μυαλό, ως μια από τις ταινίας, που όσο δούλευα στο video club της γειτονιάς μου, έβλεπα οτι έπιανε σκόνη στο μεσαίο ράφι του ταμπλό.  Και ποτέ δε κατάλαβα το γιατί.  Ίσως επειδή μέχρι τότε δε την είχα δει ούτε και εγώ για να τη προτείνω.  Και όπως φάνηκε, έκανα κακώς, γιατί σίγουρα είναι μια από τις πιο 'εκνευριστικές' και αφόρητα ζοφερές ταινίες, που θα μπορέσετε να επιλέξετε για μια θριλερική βραδιά.  Για να δούμε...


Η Jenny (Kelly Reilly) και ο boyfriend (και soon to be husband, αν και ακόμα δε το ξέρει) Steve (Michael Fassbender), αποφασίζουν να πάνε ταξιδάκι αναψυχής για το σαββατοκύριακο, προκειμένου να το σκάσουν από τη θορυβώδη πόλη και να κατευθυνθούν προς τις πιο πράσινες κι νωχελικές περιοχές του Ηνωμένου Βασιλείου.  Εκεί η καλόκαρδη Jenny, που είναι και νηπιαγωγός (κρατήστε το αυτό, καθώς έχει σημασία το επάγγελμά της σε ένα βαθμό, όσον αφορά τις μετέπειτα αντιδράσεις της στη ταινία) και ο hot Steve (γνωστός, ξεγνωστός από τότε, για τον Fassbender μιλάμε παιδιά) έχουν σκοπό να περάσουν ένα ρομαντικό διήμερο τα δυο τους, με βουτιές στην Eden Lake, φωτίτσα στην άκρη της λίμνης και μπόλικο sex μέσα στη μοναχική τους σκηνή.  Και ενώ οι πρώτες ενδείξεις φανερώνουν μια εκδρομή που θα τους μείνει αξέχαστη (καθότι ο Steve κουβαλάει μαζί του και ένα μονόπετρο, με μια κοτρόνα ΝΑ, για την πρόταση γάμου), τελικά θα μείνει πράγματι αξέχαστο, αλλά για διαφορετικούς λόγους.  Βλέπετε, την ήσυχη εξόρμησή τους, πρόκειται σύντομα να καταστρέψει μια παρέα από αγγλάκια-κωλόπαιδα, τα οποία βρίζουν, πλακώνονται στο ξύλο και κάνουν φασαρία, χωρίς να δίνουν δεκάρα για κανέναν.  Όταν μάλιστα εντοπίσουν το πρωταγωνιστικό δίδυμο, θα στρέψουν την κακόβουλη συμπεριφορά που διαθέτουν, απέναντί τους, ξεκινώντας μια σειρά από επικίνδυνες πλάκες που θα φέρει τη Jenny και τον Steve σε δύσκολη θέση.  Τα πράγματα όμως θα πάρουν σύντομα απειλητική τροπή, όταν τα μαλακισμένα τους κλέψουν το αυτοκίνητο.  Αυτό που πρόκειται να ακολουθήσει, είναι ένας αγώνας επιβίωσης.  Των ενηλίκων.  Τα πιτσιρίκια με αρχηγό τους τον διαταραγμένο Brett (Jack O'Connell) δεν είναι διατεθειμένα να σταματήσουν πουθενά.  Και ο θάνατος, δεν είναι με το μέρος τους...


Δε ξέρω αν τη συγκεκριμένη ταινία την έχεις δει, κάτι μου λέει όμως οτι δεν ήταν λίγοι εκείνοι, που είπαν να δώσουν μια ευκαιρία στον Harry Potter-Daniel Radcliffe να ξεφύγει πια από τον ρόλο του μάγου με την αστραπή στο κούτελο, και να τον απολαύσουν σε κάτι περισσότερο spooky, όπως ας πούμε στη ταινία "The Woman in Black", η οποία παίχτηκε τον περασμένο χειμώνα στις αίθουσες.
Μπορεί λοιπόν η ταινία να βασίζεται σε νουβέλα, και να αποτέλεσε κιόλας remake του παλαιότερου tv φιλμακίου του 1989 (στον οποίο σημειωτέων, το πρωταγωνιστικό ρόλο κρατάει ο κυριούλης που έπαιξε τον πατέρα του Harry Potter στην κινηματογραφική οκταλογία, ο Adrian Rawlis), αλλά οι κριτικές που απέσπασε, ήταν ως επί το πλείστον καλές, καθώς πολλοί τη χαρακτήρισαν ως μια αξιοπρεπή ταινία τρόμου, μεταφυσικού περιεχομένου.
Και γιατί σας τα λέω όλα αυτά;  Για να σας εξηγήσω οτι ο σκηνοθέτης του "The Woman in Black" (2012), είναι ο ίδιος που ανέλαβε τα γυρίσματα και του "Eden Lake".  Ο James Watkins μάλιστα, έγραψε και το σενάριο της ταινίας, το οποίο μπορεί να μη σκίζει και από πρωτοτυπία, είναι όμως αρκούντως disturbing και με μια οπτική απόδοση, που σου ξυπνάει τους χειρότερους εφιάλτες.
Επίσης, σε περίπτωση που αναρωτιέσαι τι άλλο έχει κάνει το παιδί, να σου πω οτι δεν έχει κάνει τίποτα άλλο, πέρα από κάνα δυο ακόμη σενάρια (ανάμεσά του και ένα για μια ταινία που λέγεται "My Little Eye" και φαίνεται ενδιαφέρουσα).  Οπότε εσύ, μέχρι να αποφασίσει και για τίποτα καινούριο, μπορείς να δεις το "Eden Lake" και να μη ξαναπάς ποτέ για πικ-νικ με τον φίλο στου στο δάσος.  Τι ωραία!


Με το που διάβασα το story της ταινίας, μου ήρθε αυτομάτως στο μυαλό το "Long Weekend" (το οποίο έχω φιλοξενήσει και στο blog), μιας που και εκείνο πραγματεύεται την ιστορία ενός ζευγαριού που αποφασίζει να πάει μια εκδρομή, η οποία τελικά του βγαίνει σε πολύ, πολύ κακό.
Αν και οι ομοιότητες των δυο ταινιών σταματούν επί της ουσίας στην υπόθεση, εντούτοις και οι δυο χαρακτηρίζονται τόσο από ένα κραυγαλέο ένστικτο επιβίωσης, όσο και από την διάσταση του φόβου/δέους, που χαρακτηρίζει τον άνθρωπο όταν βρίσκεται κοντά στη φύση.
Στο "Long Weekend" η ανησυχία του ζευγαριού, πηγάζει από διάφορα φαινόμενα, τα οποία ενώ στα μάτια τους φαντάζουν περίεργα, είναι τελικά μια έμμεση αναφορά στην 'εκδικητική' μανία της φύσης, απέναντι στην καταστροφικότητα του ανθρώπου.  Αντιθέτως, το "Eden Lake" αποτελεί ένα πρώτης τάξεως εφιαλτικό ταξίδι, που έχει ως βασικό στόχο να μας κάνει κοινωνούς της ανθρώπινης θηριωδίας, όπως αυτή πηγάζει από οργισμένους εφήβους, οι οποίοι βρίσκουν τον αποδιοπομπαίο τράγο που ζητούν, στα πρόσωπα δυο αγνώστων.  Άνθρωπος vs. ανθρώπου σημειώσατε Χ.


Μπορεί η ταινία να μη προσφέρει έντονες συγκινήσεις από πλευράς περιεχομένου, μιας που τέτοιου είδους σεναριακές προσπάθειες έχουμε δει σωρό, παρόλα αυτά αξίζει να τη τσεκάρει κανείς, κυρίως, επειδή θίγει με τρόπο υποδόριο, ένα κοινωνικό θέμα που μαστίζει τη σύγχρονη Βρετανία: αυτό της ανήλικης εγκληματικότητας.
Σύμφωνα με τις τελευταίες έρευνες, υπολογίζεται οτι στη Μεγάλη Βρετανία το ποσοστό της ανήλικης εγκληματικότητας, ξεπερνάει το 20% του συνόλου της, με αποτέλεσμα να έχει μετατραπεί πλέον σε μια πραγματική, κοινωνική μάστιγα την εποχής μας, η οποία οχι μόνο δεν επιδέχεται εύκολα 'γιατρειάς', αλλά και τα επιπρόσθετα κοινωνικοπολιτικά προβλημάτα που αντιμετωπίζει πια σε μεγάλο βαθμό η Ευρώπη, σίγουρα οξύνουν ακόμα περισσότερο τη κατάσταση.  Θέματα όπως η φτώχεια, η ανέχεια, η ανεργία, ο αλκοολισμός και τα ναρκωτικά, καθώς και άλλα, οικογενειακής φύσεως όπως η κακοποίηση ή η παραμέληση, μπορούν να οδηγήσουν ένα παιδί ή έναν έφηβο, σε παραβατικές δραστηριότητες, οι οποίες θέτουν σε κίνδυνο οχι μόνο τον εαυτό του, αλλά και άλλους.  Το "Eden Lake" είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πως διοχετεύεις την οργή σου, απέναντι στους άλλους, όντας προσωπικότητα βαθιά προβληματική.  Εν προκειμένω, ο επικίνδυνος χαρακτήρας των παιδιών (και κυρίως αυτός του Brett), φαίνεται να είναι το αποτέλεσμα μιας εξίσου προβληματικής και δυσλειτουργικής οικογένειας.
Συνεπώς, μπορεί να μη περιμένετε από τη ταινία μια δόση αιματηρού τρόμου, αυτό όμως που θα δείτε είναι πολύ χειρότερο.  Κυρίως, επειδή είναι τόσο ανυπόφορα πραγματικό.


Εκτός από τις ερμηνείες όλων, οι οποίες είναι σωστές και ορθές, με ψυχολογικές διακυμάνσεις που παραπέμπουν σε ρεαλιστικές αντιδράσεις (και κυρίως αυτή της Reilly η οποία όντας και νηπιαγωγός, είναι ακόμα μια ευάλωτη ψυχολογικά, απέναντι στο bullying που δέχεται αυτή και ο φίλος της), άκρως σοκαριστική είναι και η σκηνοθεσία, η οποία μετατρέπει ένα κατά τα άλλα ειδυλλιακό περιβάλλον, σε πραγματική Κόλαση.  Η γαλήνια λίμνη, τα καταπράσινα δέντρα και η μυστικιστική ομορφιά του δάσους, γίνονται όπλα στα χέρια της ομάδας των ανηλίκων, οι οποίοι είναι αποφασισμένοι να μη χαριστούν στο νεαρό ζευγάρι.
Και σαν να μην φτάνουν όλα αυτά, το επερχόμενο τέλος της ταινίας σε αφήνει εξίσου άναυδο, επειδή και αυτό αποτελεί μια ακόμα φέτα σκληρής πραγματικότητας, και αδιανόητης τρέλας, που σιγοντάρει τη φράση "they are just children".  Ναι μπορεί.  Του διαόλου ίσως!!
Σκληρή, ωμή και επικίνδυνα κοντά σε μια καθημερινότητα που πονάει, το "Eden Lake" είναι ένα θρίλερ που θα σε καθηλώσει, θα σε τσαντίσει και θα σε κάνει να ξεστομίσεις πράγματα, που μάλλον ούτε εσύ φανταζόσουν.  Δες τη.

Τι έμαθα από τη ταινία:  Οτι ο Fassbender έχει παίξει σε καλά ταινιάκια, ακόμα και πριν γίνει υπερδιάσημος, οτι η γυναίκα του Dr. John Watson, είναι καλή εδώ και οτι όταν οι καταστάσεις το απαιτούν, τα σαπισμένα κουφάρια των ζώων και η λάσπη, είναι ένα εξαίρετο καμουφλάζ.  Ιου.


No trivia

Τετάρτη 6 Ιουνίου 2012

A l'interieur (a.k.a Inside): A disturbingly gory piece of movie

Χαιρετώ για ακόμη μια φορά και επί τη ευκαιρία, να πω και ένα welcome στα καινούρια μέλη του blog.  Γεια σας λοιπόν : ).  Λοιπόν σήμερα και εν αναμονή του "Prometheus" για το οποίο τρέφω ακόμα κάποιες ελπίδες οτι μπορεί και να φτάσει τις προσδοκίες μου, θα μιλήσουμε για ένα low budget ταινιάκι, γαλλικής παραγωγής για το οποίο πρέπει να προειδοποιήσω από τώρα. Όσοι δεν αρέσκεστε στα μακάβρια horror films, τις έντονα slash στιγμές και το αίμα που ρέει άφθονο, δεν έχετε κανέναν απολύτως λόγο να συνεχίσετε να διαβάζετε την κριτική.  Οχι τίποτα άλλο, αλλά μπορεί μετά να μπείτε στον πειρασμό, να την δείτε και μετά να με κατηγορείτε που δε θα μπορείτε να κλείσετε μάτι το βράδυ : P.  Για να εξηγούμαστε λοιπόν, το "Inside" δεν είναι μια ταινία για ευαίσθητα στομάχια και καρδιές, so όσοι δεν αντέχετε, stay away!




H Sarah (Alysson Paradis) είναι μια νεαρή γυναίκα που εμπλέκεται σε ένα τραγικό, αυτοκινητιστικό δυστύχημα, το οποίο κοστίζει την ζωή του συζύγου της.  Η ίδια όντας έγκυος, τραυματίζεται σοβαρά, αλλά όπως όλα δείχνουν λίγο αργότερα, τόσο η δική της κατάσταση, όσο και αυτή του μωρού της, βαίνουν καλώς.  Όταν τελικά η Sarah φύγει από το νοσοκομείο, έπειτα και από τις τελευταίες εξετάσεις σχετικά με την εγκυμοσύνη της, θα επιστρέψει στο σπίτι, οπού θα αναγκαστεί να υπομείνει στωικά την μοναξιά της, μέχρι και την επόμενη μέρα δηλαδή, η οποία είναι και η καταληκτική ημερομηνία γεννήσεως του μωρού.
Η ηρωίδα εγκλωβισμένη ανάμεσα στο παρελθόν και τις φωτογραφικές της αναμνήσεις, θα αποφασίσει να περάσει μόνη την παραμονή των Χριστουγέννων, μη γνωρίζοντα για το κακό που καραδοκεί, υπό τη μορφή μιας μυστηριώδους, μαυροντυμένης γυναίκας (Beatrice Dalle).  Αυτή η άγνωστη γυναίκα θα της χτυπήσει την πόρτα ζητώντας της βοήθεια, για το αυτοκίνητό της που χάλασε λίγο παραπέρα, απαιτώντας να την αφήσει να μπει μέσα στο σπίτι.  Όταν η Sarah αρνηθεί, εκείνη θα κάνει ότι περνάει από το χέρι της, προκειμένου να μπει μέσα και να της αρπάξει ότι πολυτιμότερο έχει: το αγέννητο παιδί της...


Το δίδυμο των σκηνοθετών της ταινίας, Alexandre Bustillo και Julien Maury, δεν έχουν κάνει τίποτα περισσότερο στα κινηματογραφικά δρώμενα, πέρα από το "Α l'interieur" και ένα ακόμη horror flick, το "Livid" (2011).  Παρά το γεγονός όμως οτι δεν έχουν να μετρήσουν ένα κάποιο σκηνοθετικό (και σεναριογραφικό) background, καταφέρνουν εδώ να δημιουργήσουν μια ταινία τρόμου, απίστευτης αγριότητας και ωμότητας, από αυτές που μένουν αναμφίβολα για πάντα κολλημένες στο μυαλό σου.  Θες δε θες.
Και μόνο το γεγονός οτι θέτεις ως πρωταγωνίστρια της ταινίας σου, μια εγκυμονούσα γυναίκα, η οποία καλείται να αντιμετωπίσει φρικιαστικές καταστάσεις, είναι από μόνο του σοκαριστικό, αφού κακά τα ψέματα υποτίθεται οτι η περίοδος κατά την οποία μια γυναίκα κυοφορεί, είναι την ίδια στιγμή η πιο δύσκολη, αλλά και η πιο όμορφη περίοδος της ζωής της.
Ερμηνευόμενο έτσι, θα μπορούσαμε σίγουρα να προσδώσουμε μια εντελώς διαφορετική διάσταση, στην καθαρά gory αισθητική που ήθελαν να δώσουν οι σκηνοθέτες, και να το προχωρήσουμε λίγο παραπέρα, λέγοντας οτι το "Inside" είναι μια αλληγορία απέναντι στις δυσκολίες, τους πόνους και τις σκαμπανευαστικές αλλαγές διάθεσης,  που πολλές φορές μπορεί να υποστεί το σώμα και η ψυχολογία μιας γυναίκας.  Όταν μάλιστα μιλάμε και για μια η οποία έχει χάσει τον άνδρα της σε τροχαίο, ένα τροχαίο για το οποίο όπως όλα δείχνουν εκείνη έφταιγε, αναγκασμένη να μεγαλώσει ένα παιδί που θα της τον θυμίζει μέρα με τη μέρα όλο και περισσότερο, τότε γίνεται κάτι παραπάνω από ξεκάθαρο πως αν οι δημιουργοί είχαν έστω και αφηρημένα αυτή τη διάσταση στο μυαλό τους, και πάλι επιτυχημένη θα ήταν.


Πολλά από τα στοιχεία της ταινίας, μαρτυρούν την ρεαλιστική, αλλά και την ίδια στιγμή, μεταφορική διάσταση της ταινίας, αφού μπορεί τελικά να καταλήγουμε σε ένα ταινιάκι τρόμου, με-υπέρ του δέοντος αν με ρωτάτε-σκηνές ξεντεριασμάτων, πολτοποιημένων κεφαλιών, σκισμένης, ανθρώπινης σάρκας και ενός αιμάτινου ποταμιού που κατακλύζει το σπίτι, αλλά η πορεία μέχρι εκεί, σου αφήνει μια ιδιαίτερη επίγευση, σχετικά με το τι στο καλό τρέχει τέλος πάντων σε αυτό το σπίτι του τρόμου.  Κάπου εδώ κρατείστε οτι ο αριθμός του σπιτιού είναι 666.  Χμμμ...
Είτε θέλοντας να προσδώσουν μια διάσταση σχιζοφρενικής πραγματικότητας, είτε πνευματικού σουρεαλισμού (σίγουρα σε κάποια φάση θα αναρωτηθείτε εάν η μαυροντυμένη γυναίκα είναι φάντασμα), οι σκηνοθέτες έχουν κατασκευάσει μια άνευ προηγουμένου, Κόλαση επί της Γης μέσα σε ένα σπίτι.  Και αυτό είναι από μόνο του εξαιρετικό κατόρθωμα για μια ταινία τρόμου, ενός είδους δηλαδή που τις περισσότερες φορές αναλώνεται σε κλασικά, τρομολαγνικά μοτίβα χωρίς ιδιαίτερα νοήματα.


Μέσα σε ένα απόλυτα κλειστοφοβικό περιβάλλον, η πρωταγωνίστρια πρέπει να σώσει το μωρό της και έπειτα τον εαυτό της, και αν αυτό σας φαίνεται παράδοξο (δε πρέπει πρώτα η μανούλα να είναι καλά, προκειμένου να είναι και το μωράκι; duh), μπορεί όντως και να είναι, αυτό όμως δε σημαίνει πως δεν είναι έτσι ακριβώς η αίσθηση που μας δίνεται από τη Sarah.
Από την άλλη πλευρά και πέρα από τις παραπάνω εικασίες που μπορεί να κάνει κανείς, σχετικά με την πραγματική φύση της ταινίας (πραγματικότητα-μεταφυσικότητα-μεταφορά), προσωπικά μου ήρθε στο μυαλό μια ακόμη παρακολουθώντας την ταινία.  Και αν η απειλητική γυναίκα είναι η εξωτερίκευση και η προσωποποίηση της καταθλιπτικής, εσωτερικής φύσης της Sarah;  Και αν η ίδια φορτωμένη από τις τύψεις για τον θάνατο του άντρα της, αποφασίσει με αυτόν τον τρόπο να αυτοτιμωρηθεί και τελικά να εξιλεωθεί;  Θα μπορούσε.  Κανείς δε μας λέει οτι κάτι τέτοιο δε θα ήταν πιθανό.  Και πάλι όμως έρχονται τα υπόλοιπα στοιχεία της ταινίας τα οποία αρχίζουν να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους (διάφοροι ήρωες, λόγια και αναμνήσεις) που τείνουν προς μια πιο ρεαλιστική κατεύθυνση.  Αλλά και πάλι δε μπορείς να είσαι απόλυτα σίγουρος...
Αν θα έπρεπε να το προσδιορίσω, θα έλεγα πως το "A l'interieur" δε φτάνει τις αξιώσεις και το φιλοσοφικό υπόβαθρο του "Martyrs", μιας άλλης γαλλικής παραγωγής, την οποία όταν είχα δει για πρώτη φορά με είχε 'πυροβολήσει' κατευθείαν στο κεφάλι.  Παρόλα αυτά, αν και η απουσία ενός βαθύτερου νοήματος είναι εμφανής (στη τελική δε χρειάζεται κάθε horror movie να έχει και κάποιο νοηματικό υπόβαθρο, γι' αυτό και λέγεται horror movie), η απαραίτητη ατμόσφαιρα δημιουργείται χάρη στις φρικαλέες ερμηνείες των δυο πρωταγωνιστριών, της απρόσμενα στιλιζαρισμένης σκηνοθεσίας και της εντελώς 'άσχετης' μουσικής επένδυσης, που όμως της ταιριάζει τόσο πολύ.




Είναι γεγονός πως τα τελευταία χρόνια, ο γαλλικός κινηματογράφος ακολουθεί μια αξιοθαύμαστη άνοδο, σε διάφορα κινηματογραφικά είδη και αυτό ακριβώς βλέπουμε και εδώ.
Μπορεί στην ουσία να μιλάμε για μια αιματοβαμμένη ταινία τρόμου, παρόλα αυτά οι δημιουργοί δεν έχουν αφήσει στην άκρη το κομμάτι της σκηνοθεσίας.  
Τα μουντά, παγωμένα χρώματα, η ρέουσα κίνηση της κάμερας και τα ημιφωτισμένα κάδρα, κερδίζουν extra πόντους για χάρη της ταινίας, και σε καθηλώνουν ακόμα περισσότερο στη θέση σου.  Το δε πλάνο στο οποίο κάνει την εμφάνισή της η Γυναίκα μέσα στο σπίτι, είναι μακράν ένα από τα καλύτερα και πιο τρομακτικά που έχω δει ποτέ σε κάποιο film.
Τα πάντα, από το σενάριο και τη σκηνοθεσία, μέχρι τον...καιρό, την τοποθεσία του σπιτιού και το ίδιο το εσωτερικό του, ουρλιάζουν για το σαδιστικό κακό που έρχεται, και η άχλη μέσα στην οποία είναι βουτηγμένο το σπίτι, το κάνει να μοιάζει σαν να είναι βγαλμένο από άλλη διάσταση.  Και μπορεί να είναι τελικά.
Εκτός όμως από τα κατεξοχήν τεχνικά στοιχεία, ενδιαφέρον έχουν και οι ατάκες των ηθοποιών οι οποίες τις περισσότερες φορές αποτελούν στοιχείο προϊκονομοίας.  Για παράδειγμα λίγο πρίν φύγει η Sarah από το νοσοκομείο, μια περίεργη νοσοκόμα την ενημερώνει σχετικά με το πόσο δύσκολή είναι η πρώτη γέννα, το πρώτο παιδί, λέγοντας της χαρακτηριστικά πως είναι "...fucking hell".  Έπειτα γινόμαστε μάρτυρες, αυτού ακριβώς, αν και σε μια πολύ, πολύ πιο hardcore εκδοχή του...
H ερμηνεία της Paradis (αδελφή της γνωσότερης Vanessa) είναι εξαιρετική.  Βουτηγμένη στην κατάθλιψη και τη μοναξιά, υποδύεται τον ρόλο της υπέροχα, και με μια μακάβρια εμμονή, προκειμένου να σώσει το παιδί της.  Από την άλλη, η Dalle είναι αναμφίβολα αυτή που κλέβει την παράσταση.  Ασχημούλα και επικίνδυνη, σαν αγρίμι σε κλουβί, ουρλιάζει, σκοτώνει και βάζει μπροστά τα ζωώδη της ένστικτα, προκειμένου να πάρει αυτό που θέλει.
Τέλος νομίζω αξίζει και μια αναφορά στην μουσική επένδυση, η οποία πάει εντελώς κόντρα στην σκληρή υπόθεση της ταινίας.  Μελιχτάλαχτη, γλυκιά και σχεδόν σαν νανούρισμα (χμμμ...) έρχεται και επισφραγίζει αυτή τη ταινία, η οποία μπορεί να μην είναι χωρίς τις υπερβολές και τις 'τρύπες' της, είναι όμως σίγουρα μια εμπειρία για...δυνατούς λύτες.  Δείτε την μόνο με δική σας πρωτοβουλία.


Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι τα πλάνα του μωρού στη κοιλιά, παραπέμπουν στο videoclip των Massive Attack, 'Teardrop', οτι η σκηνή στη σκάλα δε γίνεται να ξεχαστεί ποτέ πια από το μυαλό μου και οτι οι αστυνομικοί, είναι μερικοί από τους πιο ηλίθιους που έχω δει ποτέ σε ταινία.




No trivia


Παρασκευή 18 Μαΐου 2012

Pontypool: Kill is kiss

Γεια σας και πάλι!  Τι μέρα κι αυτή σήμερα; (εμένα προσωπικά μου αρέσει πάντως).  Λοιπόν λοιπόν ξέρω οτι είχα αναφέρει στην αρχή της εβδομάδας, οτι θα αρχίσουμε να ασχολούμαστε με κλασικό κινηματογράφο, αλλά έλα που έτυχε να δω κάνα δυο ταινιούλες που άξιζαν τη προσοχή μας;  Έτσι λοιπόν και σήμερα θα ασχοληθούμε με μια ανεξάρτητη παραγωγή του 2008 και θα αφήσουμε τα υπόλοιπα από την επόμενη φορά.  Επίσης να υπενθυμίσω πως αυτή η εβδομάδα είναι αρκετά φτωχή κινηματογραφικά μιας που μόνο μια ταινία βγήκε στις αίθουσες και συγκεκριμένα αυτή του Tim Burton, "Dark Shadows".  Επίσης να πούμε οτι ξεκίνησε και το 65ο φεστιβάλ των Κανών (σνιφ!), συνεπώς αν έχουμε κάποιο hot νεάκι ή ενδιαφέρον backstage, εδώ είμαστε (σνιφ, σνιφ δυστυχώς εδώ και οχι εκεί).  Ξεκινάμε λοιπόν...


Σε μια μικρή πόλη του Ontario, στο Pontypool, κάτι περίεργο πρόκειται να συμβεί.  Ενώ η μέρα έχει ξεκινήσει όπως ακριβώς κάθε άλλη, ο Grant Mazzy (Stephen McHattie), ο ηλικιωμένος και uber cool εκφωνητής του τοπικού, ραδιοφωνικού σταθμού αντιλαμβάνεται πως ίσως κάτι να μη πηγαίνει καθόλου καλά, όταν μια μυστηριώδης γυναίκα χτυπήσει το τζάμι του αυτοκινήτου του ψελίζοντας μερικές ακατανόητες λέξεις και στη συνέχεια εξαφανιστεί.  Ο Mazzy εν μέσω κρύου και χιονιού, φτάνει τελικά στον σταθμό, οπού και ξεκινάει την καθημερινή του εκπομπή, με βοηθούς τις Sydney (Lisa Houle) και την νεότερη Laurel-Ann (Georgina Reilly) η οποία έχει μόλις επιστρέψει από το Αφγανιστάν.  Και ενώ η μέρα προχωράει με τις τυπικές φιλονικίες Mazzy και Sydney, αρχίζουν να καταφτάνουν στον σταθμό μερικές περίεργες ειδήσεις, σχετικά με ένα τσούρμο ανθρώπων που έχουν αρχίσει να κατακλύζουν τη πόλη, δρώντας κάτω από μια περίεργη συμπεριφορά.  Οι περισσότεροι μοιάζουν να μιλούν ακατάληπτα, ενώ έχουν αρχίσει να επιτίθενται και ο ένας στον άλλον, σημειώνοντας μάλιστα και τις πρώτες, ανθρώπινες απώλειες.  Στο σταθμό, προσπαθούν να βγάλουν ένα νόημα από όλα αυτά, και να ενημερώσουν τους πολίτες προκειμένου να προστατεύσουν τους εαυτούς τους.  Το πράγμα όμως όσο πάει και αγριεύει, καθώς οι πολίτες φαίνεται να έχουν επιστρέψει στα πρωτόγονα ένστικτά τους, ξεσκίζοντας κυριολεκτικά ο ένας τις σάρκες του άλλου, σε μια νέα πραγματικότητα που δεν έχει επιστροφή.  Κι όμως, ένας επικίνδυνος ιός αποτελεί τελικά τη πηγή του κακού, ένας ιός που δε μοιάζει με κανέναν άλλον, καθώς δεν έχει εξαπλωθεί ούτε μέσω αποτυχημένου πειράματος, ούτε ενός επικίνδυνου, μολυσμένου ζώου.  Η αρχή του ολέθρου αυτή τη φορά αναζητείται κάπου πολύ διαφορετικά: στην ίδια την αγγλική γλώσσα!  Τώρα οι πρωταγωνιστές θα προσπαθήσουν να βρουν μια λύση, πριν να είναι πολύ αργά.  Πόσο εύκολο όμως θα είναι να το κάνουν, απο τη στιγμή που η ομιλία αποτελεί το μέσο διάδοσης του ιού;


Μην έχοντας και πολλά κέφια τις προηγούμενες ημέρες, αποφάσισα να επισκεφτώ το τοπικό dvd club (ναι υπάρχουν ακόμα) για να δω τι παίζει από κυκλοφορίες, μιας που ήθελα άμεσα να δω κάτι, προκειμένου να...πνίξω τον πόνο μου.  Πρόσεξα λοιπόν κάπου χωμένη μια ταινία, (αν θυμάστε σε εκείνα τα ψηλά ράφια, κάπου τέρμα αριστερά ή δεξιά, εκεί που τα αντίτυπα έκαναν παρέα με την οικογένεια αραχνών του καταστήματος) που λεγόταν "Pontypool", με ένα εξώφυλλο τίγκα στα κόκκινα αστεράκια, από αυτά που μπαίνουν συνήθως από κάτι κριτικούς εφημερίδων και περιοδικών (τύπου π.χ Τα Νέα της Κωλοπετινίτσας) ε και είπα 'δε βαριέσαι', ας πάρω να δω τι έχει να μου προτείνει ο διακεκριμένος συνάδελφος της Κωλοπετινίτσας.  Ε λοιπόν θα τον ξαναεμπιστευτώ στα σίγουρα, καθώς το "Pontypool" είναι από τις πιο έξυπνες και ανενωτικές ταινίες του horror/thriller είδους, που έχω δει τελευταία.  Plus, ανεξάρτητης παραγωγής και αρκετά low budget ($1.5 εκατομμύριο).  Τέλεια δηλαδή.


Ο σκηνοθέτης της ταινίας Bruce McDonald είναι στο κινηματογραφικό κουρμπέτι, ήδη από την δεκαετία του ΄80 και μετράει στο ενεργητικό του περισσότερα από 50 δημιουργήματα τα οποία περιλαμβάνουν ταινίες, τηλεοπτικές σειρές, ντοκιμαντέρ και short φιλμάκια.  Σαν να λέμε δηλαδή οτι ο τύπος τα έχει κάνει όλα, και αν τσεκάρει κανείς την φιλμογραφία του θα διαπιστώσει οτι ο McDonald μια έφεση στα μουσικά δράματα/ταινίες/ντοκιμαντέρ, την έχει σίγουρα (χρησιμοποιεί μάλιστα πολύ τη μουσική των Ramones, ενώ έχει cast-άρει και τον Joey Ramone στα film του).
Πολυσχιδής προσωπικότητα απ'οτι φαίνεται, έχει συμμετάσχει σε πάμπολλα κινηματογραφικά φεστιβάλ, ενώ έχει αποσπάσει και περισσότερα από είκοσι βραβεία.  Δε μου κάνει λοιπόν καμία εντύπωση πως αυτό το άτομο, έφτιαξε μια ταινία όπως το "Pontypool", γεμάτη από μια σύγχρονα, camp αισθητική, έντονο σασπένς και αγωνία που χτυπάει ταβάνι, έναν κεντρικό ήρωα βγαλμένο θαρρείς από τις σελίδες του Stephen King (καουμπόικο καπέλο και ασορτί μπότες), και μια εντελώς 'αναζωογωνητική' υπόθεση, που προχωράει τον μύθο των απέθαντων (ή οχι ακριβώς) ένα βήμα παραπέρα.


Και λέω 'οχι ακριβώς' καθώς τα άτομα που έχουν μολυνθεί στη ταινία, μπορεί να μοιάζουν εμφανισιακά και σε συμπεριφορά με τα ζόμπι, όμως δε φαίνεται να είναι ακριβώς αυτό.. Περισσότερο παραπέμπουν σε άλογα όντα, τα οποία όμως επιτίθενται σε άλλους, οχι για να τους κατασπαράξουν λόγω πείνας, αλλά μάλλον για να τους σκοτώσουν λόγο μανίας και τρέλας.  Οι χαρακτήρες αυτοί θυμίζουν πολύ τους αντίστοιχους στο βιβλίο "Blood Crazy" ("Δίψα για Αίμα") του Simon Clark.   Εκεί ξημερώνει η καταστροφολογική ημέρα κατά την οποία όλοι οι ενήλικοι, άνω των 18 ετών καταλαμβάνονται από μια ανεξέλεγκτη μανία, σκοτώνοντας τα παιδιά τους.  Όσα καταφέρουν να ξεφύγουν, θα προσπαθήσουν να δημιουργήσουν και πάλι τον ανθρώπινο πολιτισμό, που μοιάζει να έχει φτάσει πια στο τέλος του.
Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στη ταινία, με τη διαφορά οτι οι παράφρονες, επαναλαμβάνουν ξανά και ξανά τις ίδιες λέξεις, παραμιλούν και παραληρούν, μοιάζοντας να αναζητούν κάτι.  Η αλήθεια είναι πως αυτό που αναζητούν είναι η ομιλία όσων παραμένουν ακόμα υγιείς, τις λέξεις που βγαίνουν από το στόμα τους, και τον ήχο των όσων λένε, με τα οποία και 'τρέφονται'.  Και αυτή ακριβώς η εύστοχη και έξυπνη υπόθεση είναι που καθιστά αυτό το φιλμάκι (το οποίο βασίζεται και στην ομώνυμη νουβέλα του συγγραφέα Tony Burgess) αξέχαστο.


Όλη η δράση διαδραματίζεται μέσα στον ραδιοφωνικό σταθμό, χωρίς να βλέπουμε ποτέ τι γίνεται έξω από αυτόν.  Παράλληλα ως θεατές ταυτιζόμαστε απόλυτα με τους κεντρικούς ήρωες, καθώς μαθαίνουμε μόνο από ακούσματα, το τι ακριβώς συμβαίνει στην πόλη.  Αυτό το βρήκα ένα από τα δυνατά σημεία της ταινίας, καθώς καταφέρνει να χτίσει μια εξαιρετικά αγωνιώδη κατάσταση, κρατώντας τη κάμερα κολλημένη διαρκώς, στον ίδιο χώρο.  Αυτό που κάνει τη διαφορά είναι οι τρομαγμένες φωνές των πολιτών και του ανταποκριτή του σταθμού, που φθάνουν στους πρωταγωνιστές από σταθερά και κινητά τηλέφωνα, μόνο για να δημιουργήσουν ένα απόλυτα κλειστοφοβικό αίσθημα και μια μια πραγματικότητα που μυρίζει αίμα και θάνατο.
Η ιδέα του οτι ορισμένες λέξεις της αγγλικής γλώσσας, μεταφέρουν τον ιό και μολύνουν, όποιον αρχίσει να τις επαναλαμβάνει, είναι διαβολικά έξυπνη, όπως ακριβώς και ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να αντιμετωπιστεί και να ανατραπεί αυτό, κάτι όμως το οποίο δε θα ήθελα να σας κάνω spoiler και προτιμώ να το τσεκάρετε μόνοι σας.  Απλά κάπου εδώ θέλω να προσθέσω πως πίσω από αυτό το τρομακτικό story, κρύβεται σίγουρα ένας κοινωνικός σχολιασμός σχετικά με το γεγονός πως η αγγλική, αποτελεί πια την παγκόσμια γλώσσα, και δεδομένου οτι η ταινία είναι γυρισμένη στον Καναδά, κάνει το πράγμα ακόμα πιο καυστικό και ίσως τραγικά χιουμοριστικό.  Το να αποτελεί η γαλλική τη μητρική σου, αλλά εσύ να μιλάς αγγλικά, έχοντας μάλιστα ξεχάσει σχεδόν τα γαλλικά, αποτελεί μια υπέροχη πάσα, για μια τέτοια-ίσως και b-movie διάστασης-ταινία, που αν μη τι άλλο θέτει επί τάπητος ένα βασικό ζήτημα, με τρόπο εντελώς σουρεαλιστικό και πρωτότυπο.  Αρκεί να σκεφτούμε και τα δικά μας greeklish, και καταλαβαίνουμε όλοι τι σημαίνει αυτό...
Οι ερμηνείες είναι καλές, με κορυφαία αυτή του πρωταγωνιστή που είναι ο ιδανικός για τον ρόλο, και χειρότερη αυτή της Houle, η οποία είναι κομπάρσα από τις λίγες, σε βαθμό που να γελάω ακατάπαυστα μαζί της-να' ναι καλά.  Η σκηνοθεσία σίγουρα σου τραβάει τη προσοχή, και γενικά τείνω να εκθειάζω φιλμάκια που κρατούν το ενδιαφέρον στου αμείωτο χωρίς φρενήρεις καταστάσεις (βλ. "Buried"-εμένα μ' άρεσε).
Μαύρο χιούμορ, μια απρόσμενη λύση και ένα απόλυτα τρομακτικό κλίμα, συνθέτουν το "Pontypool", μια ταινία που πρέπει να προσέξετε και να δείτε.  Είναι τόσο-god damn-σύγχρονη και αληθινή, που καταντάει απολαυστικό.  Εκτός από αυτό που όλοι αρχίζουν και επαναλαμβάνουν τις ίδιες ακριβώς λέξεις, ένα σχόλιο right to the bone.  Lol, lol, lol, lol.  Oh fuck...

Tι έμαθα από τη ταινία:  Οτι η ηλεκτροπληξία σου στραβώνει το στόμα(!), οτι τα γαλλικά είναι τελικά κάπου χρήσιμα και οτι πρέπει να δείτε και την extra σκηνή μετά του τίτλους τέλους, για μια Howard Hawks γεύση.



No trivia


Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2012

Alien: In space no one can hear you scream...

Καλησπέρα σας και καλή εβδομάδα σε όλους!  Αργήσαμε λιγάκι σήμερα να ανεβάσουμε ταινιούλα, αλλά ας όψεται το γυμναστήριο το οποίο με καλούσε εδώ και μέρες (και το οποίο σχολαστικά φρόντιζα να αποφεύγω, σφυρίζοντας αδιάφορα).  Μετά από την τόσο δα κραιπάλη των γιορτών ήταν μια απόφαση που έπρεπε να παρθεί και ποια καλύτερη μέρα για να γίνει αυτό από την κλασική 'από Δευτέρα'.  Έτσι λοιπόν και με το γαλακτικό οξύ να έχει ήδη αρχίσει να μου δίνει σουβλιές πόνου (φαντάζομαι αύριο θα σηκωθώ υπό γωνία από το κρεβάτι μου), ξεκινάμε την κριτικούλα για την hands down μια από τις πραγματικά καλύτερες ταινίες επιστημονικής φαντασίας, το "Alien".  Στη πρώτη θέση λοιπόν συναντάμε με 16 ψήφους την κακιασμένη bitch του διαγαλαξιακού σύμπαντος δια χειρός Ridley Scott, στη δεύτερη  με 14 τα πανούργα "Gremlins" που θυμίζουν σε όλους τα Χριστούγεννα της παιδικής μας ηλικίας, ενώ στη τρίτη έμεινε ο αιώνιος-ποτέ δε κατάλαβα γιατί αφού δεν τίθεται μέτρο σύγκρισης-εχθρός του Alien, "Predator" με 11 ψήφους.  Αρκετά καλά τα πήγαν και τα cult τέρατά μας, ενώ παραπονεμένο έμεινε το the Blob που δε πήρε ούτε μια ψήφο.  Καθίστε να έρθει καμιά μέρα καταπάνω σας μια τεράστια, φούξια, μυξοειδή μάζα που σας ορέγεται, και μετά μου λέτε!  Ευχαριστώ πάντως για τις ψήφους σας και πάλι, welcome στα νέα μέλη και...ξεκινάμε!


Το πλήρωμα ενός διαστημικού πλοίου εξόρυξης που ταξιδεύει στο σύμπαν για διαφόρων ειδών μερεμετάκια και δουλειές, λαμβάνει σήμα από έναν κοντινό πλανήτη και αποφασίζει να κάνει μια βολτίτσα από εκεί, προκειμένου να δει τι συμβαίνει, καθώς σε πρώτη φάση το σήμα φαίνεται να παραπέμπει σε κάποιο SOS.  Όταν αργότερα το spaceship φτάσει εκεί, το πλήρωμα με αρχηγό τη σκληροπυρηνική Ripley (Sigourney Weaver) θα εξερευνήσει την προέλευση του σήματος, προκειμένου να πάρει μια απάντηση.  Το μόνο που βρίσκουν είναι μια σειρά από μεγάλα, περίεργα αυγά.  Όταν επιχειρούν να τα επεξεργαστούν καλύτερα, ένα πράγμα που μοιάζει με συνδυασμό καβουριού και αράχνης πετάγεται από μέσα και προσκολλάται στο πρόσωπο ενός από τα μέλη.  Στον πανικό τους το πλήρωμα φεύγει όπως όπως, αλλά βλέποντας οτι το εξωγήινο αυτό πλάσμα δε δημιουργεί προβλήματα, δε φαίνεται να δίνει και μεγάλη σημασία.  Όλα αυτά βέβαια μέχρι τη στιγμή που το πλάσμα έχοντας φυτέψει τους εξωγήινους σπόρους του μέσα στον άτυχο άνδρα, αποκολλάται και φεύγει, δίνοντας τη θέση του στον πιο φονικό εξωγήινο που πέρασε ποτέ από τη μεγάλη οθόνη. Τώρα το πλήρωμα κουβαλάει έναν extra επιβάτη κολοσσιαίας απειλής τον οποίο καλείται να εξολοθρεύσει, πριν τους αποδεκατίσει ο ίδιος έναν έναν.  Και εκεί στο διάστημα, κανείς δε μπορεί να σε ακούσει να ουρλιάζεις....


Η σκηνή κατά την οποία το έμβρυο σπάει τον θώρακα του Kane (John Hurt) γεμίζοντας τον τόπο με αίματα και σωθικά, σε μια προσπάθεια να απελευθερωθεί και να οδηγηθεί στο δολοφονικό του κρεσέντο λίγο αργότερα, αποτελεί πλέον μια από της πιο αναγνωρίσιμες σκηνές που δημιουργήθηκαν ποτέ για τον κινηματογράφο.  Η μαεστρική της απόδοση έκανε ακόμα και τους ίδιους τους ηθοποιούς να ουρλιάξουν με καθαρό τρόμο, χαράσσοντάς την στη μνήμη μας για πάντα.
Στην ουσία όλο αυτό το πλάνο αποτελεί την καλύτερη και αρτιότερη απόδοση της σχέσης ζωής/θανάτου, που έχουμε δει ποτέ σε ταινία.  Η γέννηση του πλάσματος του δίνει ζωή.  Η ζώη του αποτελεί τον θάνατο για τον νεαρό πρωταγωνιστή, και όλα αυτά μέσα σε ένα πλάνο διάρκειας μερικών δευτερολέπτων και αυτό είναι όλο.  Τόσο σύντομο κι όμως τόσο εμπνευσμένα καλό.  Πραγματικά ευφυής η σκέψη του σεναριογράφου Dan O'Bannon.
Η σεναριακή αναζήτηση ενός πρωτότυπου τρόπου προκειμένου ο εξωγήινος να μπει μέσα στο διαστημόπλοιο, τον οδήγησε σε αυτή την ευφάνταστη ιδέα, την οποία όπως είδε με τον έτερο σεναριογράφο Ronald Shusett, κανείς άλλος δεν είχε παρουσιάσει ποτέ μέχρι τότε.  Και κάπως έτσι γεννήθηκε αυτή η ιδιόμορφη και φονική σεξουαλική επαφή του εξωγήινου με τον άτυχο ήρωα.  Όπως χαρακτηριστικά είχε πει και ο ίδιος ο O'Bannon, "this is a movie about alien, inter species rape".  Και αν το σκεφτεί κανείς λιγάκι καλύτερα, πως αλλιώς θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αυτή η εκβιαστική βεντουζοποίηση του εξωγήινου στην πρώτη του μορφή και η γέννηση στη συνέχεια του κλασικού πλέον alien?  Μα φυσικά μόνο ως ένας βιασμός!


Αν και ο Ridley Scott δεν είχε κάνει σκηνοθετικά μέχρι τότε αυτό που λέμε 'το μεγάλο μπαμ', το "Alien" αποτέλεσε τελικά τη 'σειρήνα' που καταγοήτευσε και κατατρόμαξε σε ίδια ποσοστά κοινό και κριτικούς, δημιουργώντας ένα hi tech περιβάλλον διαστημικής κλειστοφοβίας και μεγαλοπρεπούς τρόμου, και αποτελώντας το σπέρμα που τροφοδοτεί μέχρι και σήμερα πολλές αναλόγου ύφους ταινίες.
Βέβαια η τεράστια επιτυχία του "Alien", η βράβευσή του με το Oscar οπτικών εφέ και η μνημόνευσή του ως η καλύτερη sci-fi/alien ταινία που γυρίστηκε ποτέ, δε βασίστηκε μόνο στο-αδιαμφισβήτητο-ταλέντο του Scott και τη συνεργασία του με τα σωστά άτομα, αλλά και στις ήδη επικρατούσες, κινηματογραφικές συνθήκες μέσα στις οποίες εμφανίστηκε η ταινία του.  Πολύ απλά ήταν η κατάλληλη δουλειά, τη κατάλληλη στιγμή.
Τέσσερα χρόνια πριν από αυτό, το κοινό είχε απολαύσει ταινίες που περιελάμβαναν ξεχωριστά όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που η ταινία του Scott είχε την τύχη να συγκεντρώσει μαζί.  Το "Jaws" (1975) του Spielbergh προσέφερε την-όσο έπρεπε, ή ίσως και λίγο περισσότερο-δόση τρόμου που ζητούσαν οι θεατές, καθιστώντας τον φυσικό κυνηγό των θαλασσών, ως την τελειότερη φονική μηχανή.  Το 1997 ο George Lucas με την διαστημική του ελεγεία "Star Wars" προσέφερε άρτο και θέαμα, σκοράροντας στο box office και αποδεικνύοντας οτι το να είσαι εμπορικός, δε σημαίνει οτι παράγεις κακό cinema.  Την ίδια χρονιά ο Spielberg ξαναχτυπά, αυτή τη φορά με μια ρομαντικίζουσα ταινία επιστημονικής φαντασίας, το "Close Encounters of the third Kind", η οποία δίνει μια διαφορετική πινελιά στην εξω-γήινη διανόηση.  Τέλος, ας μη ξεχνάμε οτι 1978 ήταν η σειρά του John Carpenter να θέσει τον πήχη του τρόμου λίγο πιο ψηλά, κάνοντας πρωταγωνιστή του "Halloween" του, τον μανιακό Michael Mayers ο οποίος κραδαίνοντας το πιστό του κουζινομάχαιρο, έσφαζε με συνοπτικές διαδικασίες όποιον βρισκόταν στο δρόμο του.
Εάν λοιπόν μαζέψουμε όλα τα παραπάνω στοιχεία (τρόμος, διάστημα, αγωνία, σασπένς, φιλοσοφικές σκέψεις τύπου 'είμασε μόνοι;' και 'the truth is out there') δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς για ποιον λόγο το "Alien" χτύπησε κατευθείαν στο μυαλό και τα μάτια των θεατών.  Μια ομάδα ατόμων παγιδευμένα στο μαύρο σύμπαν, μέσα σε ένα υψηλής τεχνολογίας κατασκεύασμα, που όμως δε τους προσφέρει καμία προστασία απέναντι σε έναν άγνωστο εχθρό;  Και μάλιστα με γενναίες δόσεις αίματος, ουρλιαχτών και κυνηγητού;  Hell yeah!


Εκτός από την κεντρική ιδέα του εξωγήινου που τα βάζει με το πλήρωμα, ο Scott αποφάσισε να κάνει τους ήρωες του ακόμα πιο ευάλωτους μέσα στην ανθρώπινή τους υπόσταση.  Προκειμένου να το πετύχει αυτό, πρόσθεσε στο story της ταινίας ένα evil ρομπότ τον Ash (Ian Holm) και την μια πλεκτάνη γύρω από αυτό, με κεντρική βάση την απληστία.  Έτσι λοιπόν οι ήρωες οχι μόνο απειλούνται εκ των έξω, αλλά και εκ των έσω, αφού απαιτούμενη για την επιβίωσή τους συνεργασία, διαλύεται μετά τους τριγμούς που προκύπτουν από την απαραίτητη παραδοχή της αλήθειας.
Αν και στη προκειμένη περίπτωση το δράμα, η υπόθεση δηλαδή αυτή καθεαυτή ενισχύει τη φύση των χαρακτήρων, εντούτοις δεν είναι αυτό που κρατάει κολλημένο τον θεατή στην οθόνη.  Παρόλα αυτά ο Scott πολύ εύστοχα 'πετάει' μέσα στην ιστορία μια επαρκή πλοκή, που θα ικανοποιούσε ακόμα και όσους βρίσκονταν να την κατακρίνουν για εφετζίδικη υπερέκθεση και στιλιζάρισμα.  Και το κάνει πολύ καλά.
Η προσοχή στη λεπτομέρεια, τη δημιουργία της κατάλληλης ατμόσφαιρας και του απαραίτητου σασπένς, αποτελούν από τα βασικότερα συστατικά που καθιστούν το "Alien" αυτό που είναι: ένα μείγμα απαράμιλλου τρόμου και φευγάτης, τεχνολογικής ομορφιάς (από το διαστημόπλοιο Nostromo, μέχρι τους λαβυρινθικούς διαδρόμους και φυσικά το υπέροχο alien), γεγονός που οδήγησε σε μια σειρά από sequels, τα οποία ήταν λίγο πολύ αναμενόμενα.  Αυτό που ίσως δεν ήταν καθόλου αναμενόμενο είναι πως τη σκηνοθεσία τους ανέλαβαν μερικά από τα σπουδαιότερα, σύγχρονα σκηνοθετικά μυαλά.  Ο James Cameron γύρισε το "Aliens" (1986), ο David Fincher το "Alien 3" το 1992, ενώ ο Jean-Pierre Jeunet γνωστός για την φανταστική του "Amelie", σκηνοθέτησε το 1997 το "Alien: Ressurection".


Όσο όμως μάστορας κι αν είναι ο Scott και όσο δυναμικό και άγριο θυληκό το παίζει η Weaver εδώ, τίποτα δε συγκρίνεται με τον πραγματικό πρωταγωνιστή της ταινιάς.  Το φοβερό alien.
Η δημιουργία του δεν ήταν εύκολη υπόθεση, αν και η έμπνευση προϋπήρχε στο μυαλό και τους πίνακες του Σουηδού σουρεαλιστή καλλιτέχνη, H.R. Giger.
O Giger δημιουργούσε γλυπτά και πίνακες που αναπαριστούσαν ανθρωποειδή πλάσματα, πόλεις και γυναικείες μορφές, που αποτελούσαν μια πρόσμιξη τεχνολογίας, ιαπωνικού cyberpunk είδους, μηχανοποιημένου κόσμου, biosomething ατμόσφαιρας και γενικότερης ανδροειδούς, disturbing αισθητικής, που όμως μοιάζει τόσο σαγηνευτική και επικίνδυνη την ίδια στιγμή.  Ακριβώς δηλαδή όπως και το alien.  Η αλήθεια εξάλλου είναι πως ο Scott μαζί με τους σεναριογράφους του εμπνεύστηκε το τέρας του, από την εικονογράφηση ενός πίνακα του Giger που ονομάζεται Necronomon IV.  Ή για να είμαστε πιο σαφείς, αποτελεί rip off του πίνακα, μιας που ο Giger έλαβε μαζί με την υπόλοιπη παλιοπαρέα το Oscar για τα visual effects.  Τσέκαρε και τις φωτο πιο κάτω αν δε με πιστεύεις! (κάτω κάτω)
Αν και η μορφή λοιπόν υπήρχε, έπρεπε να δοθεί μια συγκεκριμένη κατεύθυνση σχετικά με τη συμπεριφορά, την ευφυΐα και τα λοιπά χαρακτηριστικά του πλάσματος.  Το συνεργείο λοιπόν κατέληξε σε μια πιο αφυλετική προέλευση του εξωγήινου, αν και στις επόμενες ταινίες ο διαχωρισμός έγινε σαφής με την εμφάνισης της Βασίλισσας.  Έτσι λοιπόν το alien παρουσιάστηκε με έναν τρόπο που συνδύαζε φονικότητα, αλλά και γοητεία.  Ήταν επιβλητικό, προσεγμένο, με μοναδικές λεπτομέρειες που συνδύαζαν ένα τεχνολογικά προηγμένο σώμα, με την αρχέγονη εξυπνάδα ενός παμπάλαιου αρπακτικού.  Ήταν το τέλειο επίτευγμα, που όπως λένε χαρακτηριστικά οι δημιουργοί "it could fuck you, and then kill you".  Συγκλονιστικό, αλλά αληθές.  Ήταν τέτοια η σεξουαλική έλξη και γοητεία που ασκούσε, που όσο το πλήρωμα στη ταινία έμενε εμβρόντητο και το χάζευε, αυτό προλάβαινε να σε ξεκάνει μια κι έξω.  Είναι τώρα τυχαίο που ο Giger στους πίνακές του παρουσιάζει αυτά τα εξωγήινα ανδροειδή του, με τη μορφή μιας γυναίκας;  Ενός πλάσματος δηλαδή που ομοιάζει πολύ με τα παραπάνω που ανέφερα; Χμμμ...
Ξέρετε κι εσείς οτι είναι μια ταινία που πρέπει να δείτε εάν δε το έχετε ήδη κάνει.  Έχει δημιουργήσει σχολή, είναι καλοφτιαγμένη μέχρι σιχαμερής λεπτομέρειας και φιλοξενεί τον καλύτερο, πιο ζωώδη και εντυπωσιακό εξωγήινο που είδαμε ποτέ.  Τέλος.





(Από τη ταινία του Mario Bava, "Planet of the Vampires" (1965) που σίγουρα άσκησε τη δική του επίδραση)







Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι οι εξωγήινοι αναπτύσονται με ταχύτατους ρυθμούς, οτι η Weaver είναι ο Chuck Norris του διαστήματος και οτι o Giger έχει αρρωστημένα δημιουργική φαντασία.  Καλά αυτό το έμαθα τώρα.



TRIVIA

  • Ο αρχικός τίτλος της ταινίας ήταν "Star Beast"
  • Μερικά από τα υλικά από τα οποία κατασκευάστηκε το 'κοστούμι' του alien ήταν πλαστελίνη και κομμάτια από...Rolls Royce!
  • Το αρχικό σχέδιο του Giger για το alien είχε και μάτια, αλλά οι δημιουργοί αποφάσισαν να τα αφαιρέσουν για να το κάνουν ακόμα πιο απειλητικό
  • Σχισμένα...προφυλακτικά χρησιμοποιήθηκαν για να αναπαραστήσουν τους τένοντες του φονικού στόματος του alien.
(Πηγή IMDB)

Υ.Γ: Πολλές από τις πληροφορίες τις πήρα από το βιβλίο HORROR CINEMA, του εκδοτικού οίκου ΤASCHEN.

Y.Γ 2: Για ακόμα περισσότερα έργα του Giger τσεκάρετε εδώ

Αυτά από εμένα! Τα λέμε και πάλι αύριο! Adios ;) )

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2011

The Evil Dead: Nothing 'eviler' that the Dead

Hello hello και καλή εβδομάδα να έχουμε!  Αν και για εμένα ξεκινάει λίγο περίεργα μιας που είμαι κρυωμένη : (, αλλά τι να κάνουμε, εδώ στον αγώνα!!  Αυτή τη φορά σκοράραμε 43 ψήφους στην ψηφοφορία (yeah!) και να ξαναμαναευχαριστήσω όσους αφιέρωσαν μερικά δευτερόλεπτα και ψήφισαν!  Thanx guyz!  Σήμερα λοιπόν τα αποτελέσματα είχαν ως εξής: στην πρώτη θέση με 18 ψήφους παρακαλώ, βρέθηκε το horror ταινιάκι του ευφάνταστου Sam Raimi, "Τhe Evil Dead" (για το οποίο θα γράψω παρακάτω).  Στη δεύτερη έμεινε ο "Scarface" Al Pacino με 15, ενώ στην τρίτη βρίσκουμε τον Jack Nicholson στον ρόλο του ψυχωτικού Jack Torrance από το "The Shining", με 14.  Now let's start!


Μια παρέα νεαρών αποφασίζουν να πάνε ταξιδάκι αναψυχής σε ένα απομονωμένο σπιτάκι μέσα στο δάσος (πρώτο μεγάλο λάθος).  Εκεί θα βρουν εγκαταλειμμένο το...Necronomicon και-οποία έκπληξης- μια μαγνητοφωνημένη εκφώνησή του, την οποία φυσικά θα βάλουν να ακούσουν (δεύτερο τεράστιο λάθος).  Αποτέλεσμα;  Το Κακό που ελοχεύει στα σκοτάδια του δάσους θα ξυπνήσει και σιγά σιγά θα αρχίσει να κυριεύει τα σώματα των ομολογουμένως πανηλίθιων νεαρών.  Ο μόνος που θα καταφέρει να αντισταθεί είναι ο Ash (Bruce Campbell με τρέλα!), ο οποίος θα πρέπει τώρα να αντιμετωπίσει τους δαίμονες σε μια προσπάθεια να σώσει τον εαυτό του, αλλά και τους φίλους του.  Θα καταφέρει άραγε να παραμείνει ζωντανός μέχρι το πρωί ή θα καταλήξει και αυτός 'σκεύος υποδοχής' των δαιμονικών οντοτήτων που τριγυρίζουν τo μικρό cabin-άκι;
Η χαρά μου που γράφω για αυτή την ταινία δε θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερη, καθώς πραγματικά την λατρεύω για τον φοβερό συνδυασμό horror/comedy και για τον αγαπημένο μου cool, b-movie actor Bruce Campbell.  Ο Campbell έχει γράψει πλεόν ιστορία με τον πρωταγωνιστικό του ρόλο εδώ, μπαίνοντας στο πάνθεον των cult χαρακτήρων όσον αφορά τις ταινίες τρόμου, πλάι στον σαλταρισμένο Norman Bates του Χιτσκοκικού "Psycho" (1960), την Linda Blair του "The Exorcist" (1971) και τον μασκοφόρο Michael Myers του "Halloween" (1978), to name a few.


Αν και το "The Evil Dead" αποτελεί την πρώτη ταινία μιας τριλογίας που σκηνοθέτησε ο εκκεντρικός Sam Raimi με τον ίδιο κεντρικό πρωταγωνιστή και παραλλαγές της ιστορίας των ζομποδαιμόνων, εντούτοις η επιτυχία ήταν ανάλογη (μπορεί και μεγαλύτερη) για το "Evil Dead 2" (1987) και το "Army of Darkness" (1992 και δικό μου αγαπημένο).  Η μεγάλη επιτυχία και η διαχρονική πλέον αξία του Evil Dead, δεν είναι καθόλου τυχαία αφού ο Raimi με την πρώτη του αυτή σκηνοθετική δουλειά ανανέωσε το horror είδος, συνδυάζοντας το gore και το σπλάτερ, με αρκετές δόσεις μαύρου χιούμορ, δημιουργώντας έτσι ένα αναγνωρίσιμο πλέον ταινιακό μείγμα το οποίο ακολουθεί και τα πιο σύγχρονα έργα του, όπως για παράδειγμα το "Drag Me to Hell" (2009).
Η αλήθεια είναι πως αν κάποιος δεν έχει παρακολουθήσει μέχρι τώρα την παραπάνω ταινία, ίσως βρεθεί σε δύσκολη θέση, εξαιτίας των extreme βίαιων σκηνών και του ανεκδιήγητου και εξωφρενικού story που θέλει τους ήρωες σαν σφαχτάρια στην σειρά, και αναλώσιμους μέχρι τελευταίου...δαχτύλου.  Παρόλα αυτά σύντομα θα συνειδητοποιήσετε οτι πρόκειται τελικά για ένα horror comedy, που ικανοποιεί τέλεια τον σκοπό του, να προκαλέσει δηλαδή ίσες αντιδράσεις φρίκης και γέλιου.
Ίσως το πιο εντυπωσιακό γεγονός είναι οτι η ταινία σκηνοθετήθηκε με πολύ περιορισμένο budget, που κυμαινόταν γύρω στα $350-400 χιλιάδες, αποδεικνύοντας οτι δεν χρειάζεται να διαθέτεις τεράστια ποσά, προκειμένου να δημιουργήσεις ευφάνταστες υποθέσεις και ήρωες.  Το αποτέλεσμα μετρούσε $30 εκατομμύρια στο παγκόσμιο box-office, και έναν Raimi απόλυτα ικανοποιημένο με την κατάληξη του ρίσκου το οποίο είχε μοιραστεί από κοινού με τον κολλητό του Campbell.  Εξίσου ενδιαφέρον είναι οτι η full lenght ταινία βασίστηκε σε ένα μικρού μήκους ταινιάκι, το "Within the Woods" (1978), με το οποίο οι δυο φίλοι/συνεργάτες προσπάθησαν να προσελκύσουν χορηγούς προκειμένου να τους αποδείξουν οτι το πρωτότυπο σενάριο τους, θα μπορούσε να οδηγήσει και σε μια πρωτότυπη, μεγάλου μήκους ταινία.  Τα πράγματα από εκεί και πέρα δεν άργησαν να πάρουν τον δρόμο τους.


Μακέλεμα σε όλο του το μεγαλείο.  Δε μπορώ να φανταστώ κάποια άλλη πρόταση που να συνοψίζει καλύτερα αυτή τη ταινία.  Απέθαντοι, δαιμόνια, ουρλιαχτά, αίμα και φριχτές εικόνες, όλα έχουν τη θέση που τους αρμόζει εδώ και φυσικά όλα επιτελούν τον δικό τους σκοπό, σε αυτό grand guignol πανηγύρι.  Η ευφυΐα όμως του Raimi δεν περιορίζεται μόνο στην απόδοση ενός τρομακτικού περιβάλλοντος και ενός εξίσου τρομακτικού story.  H μαγκιά έγκειται στην σκηνοθετική ματιά του δημιουργού.  Η κάμερα στην προκειμένη περίπτωση δίνει ρεσιτάλ, για τον απλό λόγο οτι δένει απόλυτα με την φρενήρη εξέλιξη της υπόθεσης, η οποία ξεκινάει σχεδόν αμέσως με την έναρξη της ταινίας.  Η γρήγορη κίνηση της κάμερας, η εναλλαγή εξωτερικού/εσωτερικού χώρου, ακόμα και οι δυσκολίες που προέκυψαν κατά την διάρκεια των γυρισμάτων (οι θερμοκρασίες ήταν εξαιρετικά χαμηλές, το budget τόσο περιορισμένο που όταν εξαντλήθηκε, οι συντελεστές αναγκάστηκαν να ζητήσουν χρήματα από φίλους και συγγενείς, ενώ τα γυρίσματα ολοκληρώθηκαν σε πέρας ενάμιση χρόνου!), όλα αυτά βοήθησαν ώστε το αποτέλεσμα να αξίζει τον κόπο του. 
Tο "The Evil Dead" αποτέλεσε στην ουσία την ταινία μέσα από την οποία παρουσιάστηκαν και τα trade marks του Sam σαν σκηνοθέτη.  Η ενασχόλησή του με αιματοβαμμένες, αλλά χιουμοριστικές πλοκές και μεταφυσικές ιδέες, ξεκίνησαν από εδώ, καταλήγοντας σε μια από τις καλύτερες gooey εξτραβαγκάντσες που πέρασαν ποτέ από την οθόνη.  Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στα "whipe pan" πλάνα του.  Ο όρος χρησιμοποιείται για να περιγράψει την γρήγορη οριζόντια κίνηση της κάμερας, από την μια πλευρά στην άλλη, δίνοντας ένα θαμπό αποτέλεσμα που προκύπτει μέσα από μπερδεμένες εικονικές ραβδώσεις, που δεν επιτρέπουν στον θεατή να αντιληφθεί ξεκάθαρα το περιεχόμενο της εκάστοτε σκηνής.  Εδώ αυτή η σκηνοθετική τεχνική ταιριάζει ιδανικά στα πλαίσια των ξαφνικών και βίαιων κινήσεων της κάμερας.


Φυσικά η φυσιογνωμία του Bruce Campbell έλαμψε για πρώτη φορά στην σημερινή μας ταινία, καθιστώντας τον, τον βασιλιά των σύγχρονων b-movieστικων φιλμς.  Είτε ως ηθοποιός, είτε ως σκηνοθέτης, είτε ως παραγωγός, ο Campbell έχει καταφέρει να μνημονεύεται για τους υπερβολικούς χαρακτήρες που υποδύεται και φυσικά για τις εξίσου υπερβολικές υποθέσεις στις οποίες καταλήγει να βρίσκεται πάντα μπλεγμένος.  Είτε μιλάμε για super διάσημες ταινίες, όπως το "Escape from L.A" (1996) του Carpenter, είτε για ταινίες που εκτιμούν οι fan του (ο περισσότερος κόσμος χλωμό, έως και πολύ χλωμό), όπως οι "Bubba-ho Tep" (2002, έχει ανέβει και blogaki) και "My name is Bruce" (2007), είτε ακόμα και ως guest-star σε σειράρες όπως η "Zina" (στην οποία πρωταγωνιστεί και ο αδελφός του Sam Raimi, Ted, στον ρόλο του χαζούλη Joxer), o Campbell είναι πάντα ορμητικός και κάνει την διαφορά αποδέχοντας την ηθοποιική του φύση, που τον οδηγεί στις συγκεκριμένες ταινιακές επιλογές.  Κάνει πάντα την διαφορά, όπως ακριβώς γίνεται δηλαδή και στο "The Evil Dead".  Από την κορυφή μέχρι τα νύχια καλυμμένος με αίμα και με ένα ηλεκτρικό πριόνι στο χέρι για να πολεμάει τους μεταφυσικούς του εχθρούς, είναι τρομερός στον ρόλο του Ash και αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση για το πως μπορείς να μη πάρεις στα σοβαρά τον εαυτό σου, και παράλληλα να πετύχεις έναν τόσο άψογα δουλεμένο συνδυασμό κωμικής και horror ερμηνείας.  Αναμφισβήτητα η καλύτερή του στιγμή.
Αυτό το βλάσφημο, slash φιλμ ενδείκνυται μόνο για τους fan του είδους, καθώς οι υπόλοιποι θα το κρίνουν από μια μάλλον άδικη πλευρά εξαιτίας περιεχομένου και γραφικής βίας.  Όσοι όμως είστε λάτρεις αυτού του είδους και δεν την έχετε τσεκάρει ακόμα, μην αργείτε!  Σπάνια στις μέρες μας συναντάει κανείς μια τόσο επιτυχημένη συνταγή, γεγονός που γίνεται ακόμα καλύτερο και από τις δυο επικές συνέχειές της.  Το δίλημμα μπροστά στο οποίο θα βρεθείτε θα είναι μεγάλο, καθώς πιστέψτε με, η μια είναι καλύτερη από την άλλη. ; )

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι δεν πρέπει ποτέ, ΠΟΤΕ να πηγαίνεις μόνος σε ένα ξεχασμένο σπιτάκι πάνω στα βουνά.  Ποτέ δε ξέρεις με τι θα έρθεις αντιμέτωπος (μας τα είπε και το "Dead Snow" ντε!).  Οτι ένα αλυσοπρίονο είναι τελικά πολύ χρήσιμο για να κόβεις κάθε λογής πράγματα....ακόμα και το δαιμονισμένο κορίτσι σου και οτι ποτέ μη πιστέψεις οτι ξεμπέρδεψες με αυτές τις μεταφυσικές μαλακίες.  Πάντα κάποια θα γυρίσει να σε στοιχειώσει και φτου και απ΄την αρχή...




 TRIVIA:
  • Το σπιτάκι στο οποίο γυρίστηκε η ταινία, ήταν πράγματι παρατημένο μέσα στο δάσος (είπαμε περιορισμένο budget).
  • Στην αρχική σεκάνς οπού φαίνεται το Κακό να περνάει πάνω από την λίμνη, στην πραγματικότητα είναι ο Campbell που...σπρώχνει τον Raimi όσο αυτός φιλμάρει.
  • Η ηθοποιός Betsy Baker έμεινε χωρίς...βλεφαρίδες, όταν έβγαλε το εκμαγείο που χρησιμοποιήθηκε στο πρόσωπό της, προκειμένου να επιτευχθεί το-πραγματικά- εντυπωσιακό μακιγιάζ των δαιμονισμένων.
  • Σε μια σκηνή, μια από της ηρωίδες βιάζεται από τα κλαδιά και τις ρίζες ενός δέντρου (!!) (θυμίζει τα πλοκαμοτέρατα των Hentai), με αποτέλεσμα να απαγορευτεί η προβολή της σε αρκετές χώρες.
  • Το αρχικό σενάριο ήθελε τους ηθοποιούς να καπνίζουν μαριχουάνα όταν ακούνε στην αρχή την κασέτα.  Οι ηθοποιοί αποφάσισαν να το κάνουν στην πραγματικότητα, με αποτέλεσμα ολόκληρη η σκηνή να χρειαστεί να γυριστεί από την αρχή αργότερα, επειδή φυσικά οι ηθοποιοί ήταν κάπως...ανεξέλεγκτοι : P
  • Το αίμα ήταν ένας συνδυασμός σιροπιού, κρέμας και μαγειρικής χρωστικής.  Σε κάποια στιγμή η μπλούζα του Campbell είχε ποτίσει τόσο πολύ από αυτό το μείγμα, που όταν την άφησε κοντά στη φωτιά για να στεγνώσει και λίγο μετά δοκίμασε να την φορέσει, αυτή είχε κοκαλώσει τόσο, ώστε έσπασε!
  • Στην σκηνή οπού κρατάει το πριόνι και ετοιμάζεται να κόψει την γκόμενα του, ο Bruce έπρεπε να χρησιμοποιήσει ένα κανονικό πριόνι πάνω από το στήθος της ηθοποιού.  Κάπου εκεί εάν κάποιος κοιτάξει τον λαιμό της, μπορεί να δει οτι από την πραγματική αγωνία και το άγχος, ο παλμός της χτυπάει σαν τρελός!
(Πηγή IMDB)


H TV ΣΗΜΕΡΑ....

STAR: 22:00, Ocean's Thirteen, με τους George Clooney, Brad Pitt, Matt Damon, Al Pacino, Don Cheadle.  Και η συμμορία αυξάνει...Σε σκηνοθεσία Steven Soderbergh.





Αύριο πάλι : )