Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αγωνίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αγωνίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2013

Gravity: Loneliness in space

NEW ARRIVAL

Alloha μας!  Ακόμα μια πρόταση γι' αυτή την εβδομάδα (την περασμένη φορά είχα γράψει για το "Miss Violence" το οποίο επίσης κυκλοφόρησε στις αίθουσες αυτή την εβδομάδα), είναι σίγουρα το εντυπωσιακότατο "Gravity" του Alfonso Cuaron, το οποίο θα μας απασχολήσει σήμερα.  Παρά το γεγονός πως θα υπάρξουν κάποιες ενδιαφέρουσες κινηματογραφικές προτάσεις για την next week, υποθέτω πως το επόμενο Σάββατο (αν τα καταφέρω ίσως γράψω πιο νωρίς), θα ασχοληθούμε και με το "All is Lost", το οποίο επίσης βγήκε στην γύρα αυτή την Πέμπτη και αποτελεί με την σειρά του, μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς.  So, let's begin.


Η Dr. Ryan Stone (Sandra Bullock) και ο αστροναύτης Matt Kowalski (George Clooney), έχουν αναλάβει μια αποστολή ρουτίνας, με στόχο κάποιες μικρο-επιδιορθώσεις στο τηλεσκόπιο Hubble.  Όλα είναι ήσυχα και η δουλειά οδεύει σταδιακά προς το τέλος, όταν το κέντρο ελέγχου της αποστολής στο Χιούστον εφιστά την προσοχή της ομάδας, σε κάτι εκατομμύρια θραύσματα τα οποία κινούνται με ταχύτητα προς το μέρος τους, αποτέλεσμα του χτυπήματος ενός ανενεργού δορυφόρου, από έναν ρώσικο πύραυλο.  Η καθυστέρηση των πρωταγωνιστών να απομακρυνθούν από το σημείο της επερχόμενης σύγκρουσης, αποδεικνύεται τελικά μοιραία.  Το αποτέλεσμα θα αφήσει δυο ανθρώπους μετέωρους στο αχανές διάστημα, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να επιστρέψουν και πάλι στην Γη.  Οχι όμως χωρίς τίμημα...


Επτά χρόνια μετά το "Children of Men" ο Alfonso Cuaron επιστρέφει με ένα μοναδικό συμπαντικό δημιούργημα, άξιο να σταθεί δίπλα ακόμη και σε εικονικές στιγμές του sci-fi (και οχι μόνο κινηματογράφου), όπως το κιουμπρικικό "2001: A Space Odyssey".
Το "Gravity" είναι μια ταινία η οποία θέτει τον σκηνοθετικό πήχη πολύ υψηλότερα απ'οτι έχουμε συνηθίσει τα τελευταία χρόνια, όσον αφορά το συγκεκριμένο ταινιακό είδος τουλάχιστον, χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει πως άλλες, αναλόγου ύφους ταινίες, όπως για παράδειγμα το ανεξάρτητο, αλλά εξαιρετικά καλοφτιαγμένο "Moon" του Duncan Jones, δεν αξίζουν την προσοχή μας.  Απλώς στην προκειμένη περίπτωση το νέο πόνημα του Cuaron καταφέρνει να συνταράξει συθέμελα την οπτική του θεατή, προσφέροντας άρτο και θέαμα, με τις πρέπουσες πάντα φιλοσοφικές ανησυχίες περί της ανθρώπινης πορείας, της μοναξιάς και της πίστης στις "υπερφυσικές" μας δυνάμεις για επιβίωση.
Η ταινία πετυχαίνει παράλληλα τον ιδανικό συνδυασμό blockbuster αισθητικής (έχει ήδη σκοράρει στο παγκόσμιο box-office κάτι περισσότερο από $400 εκατομμύρια), και "σοβαρού" sci-fi που έχει ως στόχο τόσο να προβληματίσει, όσο και να ενθουσιάσει. χωρίς βέβαια να αποφεύγει και τις κλισεδιάρικες πινελιές οι οποίες κάνουν την όποια μετάβαση από την μια πράξη στην άλλη, πιο βατή.


Το καταπνικτικό βάρος του σιωπηλού διαστήματος λειτουργεί ως ιδανική παλέτα σκιαγράφησης των φόβων και των πιο μύχιων σκέψεων κάθε ανθρώπινου όντος, θέτοντας στο προσκήνιο για ακόμη μια φορά το πολυπαιγμένο σενάριο του "human vs. nature", το οποίο χαρακτηρίζει εξίσου αποτελεσματικά-αν και εκ των πραγμάτων πολύ πιο γήινα-το "All is Lost", εκεί όπου ο ήρωας του Robert Redford (σε μια εκπληκτική ερμηνεία) δίνει ένα χορταστικό 'one-man show', ενάντια στις ατυχίες και το μένος του αγριεμένου ωκεανού.
Το "Gravity" έχει εντυπωσιάσει τους πάντες, υποθέτουμε και εξαιτίας του άρτιου 3D του, το οποίο μάλλον δύσκολα θα απολαύσουμε εμείς εδώ στην Ελλάδα, μιας που οι περισσότερες αίθουσες δεν φαίνεται να κατέχουν την κατάλληλη τεχνολογία.  Ακόμα όμως και με αυτή την υποτυπώδη, τρισδιάστατη απεικόνιση, η ταινία καθιστά ξεκάθαρο το γεγονός πως αποτελεί ένα από τα καλύτερα και σίγουρα δυσκολότερα παραγωγικά αποτελέσματα που υπάρχουν πλέον εκεί έξω.
Η δουλειά του Cuaron είναι εξαιρετική, χαρίζοντας στα πλάνα του αληθοφάνεια (οι σκηνές στο εξωτερικό του διαστήματος δεν έχουν ήχο), δυναμισμό, άπλετη ενέργεια και ανείπωτη ομορφιά.  Υπάρχει συγκεκριμένα μια σκηνή στην οποία η Bullock θυμίζει έμβρυο μέσα σε μήτρα, με τον ιμάντα που συνδέεται η στολή της να θυμίζει κάποιον κοσμογονικό ομφάλιο λώρο, παραπέμποντας χαλαρά στο μωρό από το Space Odyssey.


Ενδεχομένως να προτιμούσα τα κλισέ στοιχεία να είναι λιγότερα, καθώς απέσπασαν κάπου την προσοχή μου από το αγωνιώδες κομμάτι του story, παρόλα αυτά στο σύνολό του το "Gravity" παραμένει ένα θεαματικό δημιούργημα, με εξαιρετικές ερμηνείες, υπέροχη κινηματογράφηση και ένα καθόλα ταιριαστό OST που εντείνει ακόμα περισσότερο την αίσθηση της απόλυτης λήθης και του ολοκληρωτικού κενού που χαρακτηρίζει τον κόσμο του διαστήματος.
Για να πούμε βέβαια και δυο λόγια για τις ερμηνείες, ο George Clooney βρίσκεται στην πιο ανώδυνη, ερμηνευτικά, πλευρά, με την Bullock να δίνει αυτή την φορά τον καλύτερό της εαυτό, στην μέχρι τώρα καριέρα της.  Έντονα συναισθήματα, οπτική κυριαρχία και ένα αγχώδες φόντο, είναι αρκετά για την Bullock να λάμψει.  Και το καταφέρνει περίφημα.
Αν δεν την έχετε τσεκάρει ακόμη, κάντε το.  Είναι σίγουρο πως όταν βγείτε από την αίθουσα, θα είστε απλά έκθαμβοι.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι το αγορέ μαλλί δεν πάει στην Sandra, οτι ο George την βότκα δεν την αλλάζει και οτι η τελευταία ακριβώς σκηνή κρύβει μέσα της μια ολόκληρη ιστορία εξέλιξης.



TRIVIA
  • Η φωνή του υπεύθυνου του Hiouston είναι του Ed Harris, ο οποίος κρατάει ο δικό του μερίδιο σε "διαστημικές" ταινίες όπως οι "Apollo 13" και "Τhe Right Stuff".
  • O Robert Downey Jr. θα πρωταγωνιστούσε στην ταινία, αλλά τελικά αποχώρησε λόγω προγράμματος.
  • Σε μια σκηνή ο Cuaron αναμετρήθηκε με την Bullock για το ποιος μπορεί να αντέξει περισσότερο.  Ας πούμε πως ο Cuaron δεν κατάφερε να την ξεπεράσει. (η σκηνή βρίσκεται στο τέλος).
(ΠΗΓΗ IMDB)







Δευτέρα 20 Μαΐου 2013

A ma soeur! (a.k.a Fat Girl): Sexuality and adolescence

Καλημέρα και καλή εβδομάδα σε όλους!  Θα ξεκινήσουμε την εβδομαδιαία μας κριτικούλα με μια ταινία η οποία μου είχε προκαλέσει εντύπωση η αλήθεια είναι, αλλά νομίζω για όλους τους λάθος λόγος.  Σε μια από εκείνες τις καθιερωμένες λίστες με ταινίες που πρέπει να δει κανείς σίγουρα στην ζωή του, είχα βρει και το γαλλικό "A ma soeur!", πιο γραφικά αγγλιστί, "Fat Girl".  Για να πω την αλήθεια μου έκανε εντύπωση ο τίτλος, οπότε και αποφάσισα να του ρίξω μια ματιά.  Μετά το τέλος του είχα μείνει λίγο αποσβολωμένη σχετικά με το τι είδα, αλλά νομίζω πως στην τελική η συγκεκριμένη ταινία αποτελεί και μια από τις πιο "αρετουσάριστες" και γεμάτες ζωη-κά ψεγάδια, που έχω δει.


H δωδεκάχρονη Anais (Anais Reboux) είναι μια παχουλή πιτσιρίκα η οποία δεν σταματάει να τρώει σε κάθε ευκαιρία, είτε αυτή βρίσκεται στο οικογενειακό πρωινό, είτε στην βόλτα με την αδελφή της.  Πέρα από το γεγονός πως τα παιδικά της κιλά αποτελούν αναμφίβολα μεγάλο πρόβλημα στο πως την αντιμετωπίζει ο κοινωνικός περίγυρος (με το κακό να ξεκινάει μάλιστα από τους ίδιους τους γονείς), η Anais καλείται να βρεθεί και απέναντι από την δεαπεντάχρονη αδελφή της Elena (Roxane Masquida), μια εξαιρετικά όμορφη έφηβη που δεν περνάει απαρατήρητη από τα μάτια κάθε αρσενικού που τυγχάνει να συναντήσει στον δρόμο.  Παρόλα αυτά εκτός από την φρέσκια ομορφιά της, η Elena διαθέτει επίσης εγωκεντρισμό, ψυχρότηα και μαγνητίζον σεξαπίλ, γεγονός που προκαλεί διαρκώς πονοκέφαλο στην ατσούμπαλη αδελφή της, η οποία πρέπει να ακολουθεί παντού την Elena και τον Ιταλό νεο-γκόμενό της, για γονικό ξεκάρφωμα.  Όσο όμως το ειδύλλιο φουντώνει με τον πλέον σεξ-ικό τρόπο, τόσο η μικρή Anais αρχίζει να εμπλέκεται συναισθηματικά σε έναν κυκεώνα πρόωρων ορμών και αναγκών, απαιτώντας την ίδια σεξουαλική προσοχή που δέχεται και η αδελφή της...


Αν για κάτι είναι γνωστή η σκηνοθέτης Catherine Breillat, αυτό είναι σίγουρα το γεγονός πως σε μια καριέρα που εκτείνεται σε τέσσερις δεκαετίες, έμεινε πιστή σε ένα συγκεκριμένο είδος κινηματογράφου, γεμάτο από ακραιφνή σεξουαλικότητα, παιδικές και προ εφηβικές ανησυχίες και έναν αιώνιο ανταγωνισμό ανάμεσα σε αδέλφια.
Παρά το γεγονός πως η καριέρα της αγγίζει σχεδόν μισό αιώνα, εντούτοις μετράει στο ενεργητικό της μόλις δεκαεπτά σκηνοθετημένες ταινίες, και σχεδόν διπλάσια σενάρια, η πλειοψηφία των οποίων χαρακτηρίζεται από αυτή την ιδιάζουσα ματιά πάνω στην έννοια της αφελούς ερωτικής επιθυμίας μιας έφηβης ή και ενός παιδιού.  Για τον λόγο αυτόν εξάλλου η ίδια έχει κατηγορηθεί από πολλούς ως μια "porno auteriste", μια σκηνοθέτιδα δηλαδή η οποία έχει βασίσει το προσωπικό της στυλ και ματιά, πάνω σε αυτή την λεπτή γραμμή που διαχωρίζει τον κοινωνικό σχολιασμό του περιεχομένου μιας ταινίας, από την καταφανώς προκλητική και στα όρια του πορνό διάσταση του εκάστοτε story.
Ταινίες όπως οι "A Real Young Girl" (η οποία αποτέλεσε το πρώτο της φιλμ το οποίο έθεσε τις βάσεις ολόκληρης της μετέπειτα πορείας της), "Perfect Love", "Romance" και "Brief Crossing", αποτελούν χαρακτηριστικά δείγματα δουλειάς της Breillat, με το "Fat Girl" να διεκδικεί τον τίτλο του πιο disturbing αποτελέσματος που η Γαλλίδα σκηνοθέτης έχει δημιουργήσει μέχρι τώρα.


Η ιδιαιτερότητα του φιλμ έχει να κάνει κυρίως με τις ψυχολογικές μεταπτώσεις της Anais, οχι μόνο εξαιτίας της χλευαστικής συμπεριφοράς στην οποία εξαναγκάζεται από όλους σχεδόν, αλλά κυρίως με αφορμή τις γραφικές, ερωτικές περιπτύξεις της αδελφής της με τον αρκετά μεγαλύτερό της, Fernando.
H Breillat στήνει ολόκληρες σκηνές με την κάμερα να παραμένει εντελώς αποστασιοποιημένη, παρατηρώντας απλώς από την γωνιά της, τις συζητήσεις ανάμεσα στην Εlena και τον Fernando, οι οποίες βέβαια δεν είναι ακριβώς συζητήσεις, αλλά περισσότερο προσπάθειες του ξαναμμένου τύπου να πείσει την ανήλικη Elena να κάνουν σεξ.  Αν και το ταμπού της σεξουαλικής επαφής με μια ανήλικη καταρρίπτεται σχεδόν από τις πρώτες στιγμές της ταινίας με το φλερτ των δυο πρωταγωνιστών, εντούτοις ίσως και να μη μας έκανε τόση εντύπωση, αν ήταν αυστηρά περιορισμένο στην καταγραφή της μεταξύ τους πλοκής.  Παρόλα αυτά γίνεται γρήγορα αντιληπτό πως όλη η υπόθεση εκτυλίσσεται τελικά για τα μάτια της Anais, η οποία μοιραζόμενη το ίδιο δωμάτιο με την αδελφή της, γίνεται μάρτυρας τόσο των συζητήσεων, όσο και των ερωτικών περιπτύξεων.
Προσωπικά βρήκα το συγκεκριμένο σκηνοθετικό στήσιμο πολύ έξυπνο (και πολύ σκληρό βέβαια), μιας που η σκηνοθέτης φαίνεται να μπάζει στο παιχνίδι την θεωρία περί "primal scene", την οποία είχαμε δει και στην "Persona" του Bergman.  Βασισμένη στην σοκαριστική εμπειρία που αποκτά ένα μικρό παιδί, όταν βλέπει για πρώτη φορά τους γονείς του να κάνουν έρωτα, η Breillat μεταβιβάζει το βάρος και την ευθύνη των γονιών, στην Elena και τον Fernando, καθιστώντας τους υπεύθυνους για τον ψυχικό στιγματισμό της Αnais, η οποία εν μέσω δακρύων υποβάλλεται σε ένα εν δυνάμει "primal scene", συνοδευόμενο από τα αγκομαχητά των δυο εραστών και τον προσωπικό της, πνευματικό γολγοθά.


Αν και η σκηνοθέτης τοποθετεί την Anais στον ρόλο του θύματος, εντούτοις το πράγμα δεν είναι ακριβώς έτσι, μιας που τελικά η στρουμπουλή πιτσιρίκα φαίνεται πως είναι πολύ πιο "επικίνδυνη" από την αδερφή της, όσον αφορά την αντίληψη περί σεξουαλικής νομιμότητας.  Οχι δηλαδή οτι και το βάρος είναι μόνο δικό της, μιας που ο αδιάφορος πατέρας, και η μητέρα που ενδιαφέρεται μόνο να καπνίζει σαν φουγάρο (άντε και να κανακεύει την Elena), αποτελούν την κλασική αρχή για κάθε ψήγμα κακού (όπως κι αν το αντιλαμβάνεται κανείς αυτό), το οποίο προέρχεται κυρίως από εκεί που δεν το περιμένεις.
Η Anais παρουσιάζεται σκοπίμως άδολη και αθώα, μόνο για να αντιληφθούμε με το πέρασμα του χρόνου πως απλώς ξέρει να κρύβει καλά την μυστική της φύση και τα ανεπίτρεπτα για την ηλικία "θέλω" της, με την ίδια να δημιουργεί μια ιδιάζουσα προσωπικότητα η οποία έλκεται και αποθείται την ίδια στιγμή από την έννοια της σαρκικής επαφής.
Αναμφίβολα η Breillat δημιουργεί ένα καθόλα disturbing κοριτσίστικο πρότυπο, στο οποίο είτε θα είσαι μια όμορφη τσούλα, είτε μια αδιάφορη μικρή με πολλά, παραπανίσια κιλά.  Αυτό αποτελεί έτσι κι αλλιώς από μόνο του πρόκληση, διότι βρίσκεται εντελώς κόντρα απέναντι στην φεμινιστική τάση για δυναμικά θηλυκά που ξέρουν τι θέλουν και τα οποία αν μη τι άλλο γαλουχούνται από εξίσου δυναμικές, προηγούμενες γενιές.  Αντιθέτως εδώ, η μητέρα παρουσιάζεται σαν ένα νευρωτικό άτομο από το οποίο τα δυο κορίτσια δεν έχουν τίποτα να μιμηθούν, παρά να ακολουθήσει η καθεμιά την δική της, λανθασμένη πορεία.  Κι όμως, μέσα από την αντίδραση της Anais κάπου στο τέλος (ένα τέλος σοκαριστικό το οποίο δεν σας αποκαλύπτω για ευνόητους λόγους), αποδεικνύεται πως ίσως και να αποτελεί την πιο δυνατή εκ των τριών (ο ρόλος των αρσενικών περιορίζεται στα απολύτως απαραίτητα έτσι κι αλλιώς), καθώς μοιάζει να παίρνει την ζωή της στα χέρια της.  Με έναν καταστροφικό παρόλα αυτά τρόπο...


Το "A ma soeur!" είναι μια ηχηρή, δραματική ταινία με κοινωνικές προεκτάσεις και εκτροχιασμούς φύλλων, η οποία σκιαγραφεί με τα πιο σύγχρονα χρώματα, θέματα όμως η εφηβεία, η απότομη ενηλικίωση, το σεξ, η κακοποίηση (είτε σωματική, είτε λεκτική, είτε ψυχική) και το τέλος της αθωότητας.  Σίγουρα δεν είναι μια ταινία για όλους, καθώς εκτός από το ιδιαίτερο περιεχόμενό της, ενδέχεται να κουράσει κάποιους και εξαιτίας της σκηνοθεσίας της, με τα μεγάλης διάρκειας πλάνα και της περιττής πρόζας, που εδώ όμως έχει την κυρίαρχη σημασία.  Αν θέλετε κάτι διαφορετικό, προτιμήστε την.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι το μπανάνα-σπλιτ είναι κλασική αξία, οτι αυτός ο Fernando είναι αίσχος και οτι το τέλος είναι από τα πιο κουφά πράγματα που έχω δει...


No trivia

Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2013

The Impossible: Nothing is...

NEW ARRIVAL

Γεια σας και πάλι!  Καλημέρα και καλή χρονιά σε όλους, με υγεία πάνω απ'ολα, αγάπη και όσο μπορούμε χαρά.  Σήμερα λοιπόν, και μετά από απουσία δυο εβδομάδων, είπα να ξεκινήσουμε και πάλι το blogaki με μια ταινία, η οποία φαίνεται πραγματικά "αδύνατη".  Το "The Impossible" είναι μια ταινία που θα λατρέψει το κοινό, κυρίως, επειδή πατάει πάνω σε ένα κλασικό, δραματικό μοτίβο, προκαλώντας συγκίνηση και μπόλικο κλάμα.  Και οχι πάντα με την καλή έννοια.  Για να δούμε λοιπόν τι μπορεί και τι οχι, να μας προσφέρει το "The Impossible".


Η οικογένεια Belon, αποφασίζει να περάσει τις Χριστουγεννιάτικες διακοπές της, σε ένα ταϋλανδέζικο, παραθαλάσσιο θέρετρο, που το λες και Παράδεισο επί Γης.  Εκεί η γιατρός που δεν εξασκεί το επάγγελμα αλλά μεγαλώνει τα τρία τους παιδιά, Maria (Naomi Watts), και ο σύζυγός της Henry (Ewan McCregor), απολαμβάνουν ξέγνοιαστες στιγμές με τα αγοροπιτσιρίκια τους, παίζοντας μπάλα, κάνοντας ηλιοθεραπεία και στέλνοντας φωτεινά αερόστατα στον ουρανό, το βράδυ του ερχομού τον Χριστουγέννων.
Μια μόλις μέρα μετά τη γιορτινή ατμόσφαιρα, κανείς δεν είναι έτοιμος γι' αυτό που θα επακολουθήσει (και πως θα μπορούσε δηλαδή να είναι;).  Το πρωί της 26ης Δεκεμβρίου του 2004, ένα τεράστιο, φονικό τσουνάμι, θα χτυπήσει τις ακτές της Ao Nang, αφήνοντας στο πέρασμά του θάνατο και ανυπολόγιστη καταστροφή.  Εκεί η οικογένεια Belon, θα είναι μόνο μια από τις πολλές που θα προσπαθήσει να επανενωθεί, αντιμετωπίζοντας κακουχίες, πείνα, σκληρούς τραυματισμούς και εξαθλίωση, στην κοπιώδη αναζήτηση της πολυπόθητης επανα-συνύπαρξης των μελών της.  Αυτό που για πολλούς είναι αδύνατο, εδώ, γίνεται τελικά δυνατό.


Η ταινία βασίζεται σε αληθινή ιστορία (σε περίπτωση δηλαδή που υπάρξουν κάποιοι σκεπτικιστές οι οποίοι βρουν εντελώς απίθανο το σενάριό της), και συγκεκριμένα σε αυτή της ισπανικής καταγωγής, οικογένειας Belon.  Και αν αναρωτιέστε για ποιον λόγο ο σκηνοθέτης, Juan Antonio Bayona δεν τήρησε την αυθεντικότητα του θέματος, ρίχνοντας στα κινηματογραφικά τσουναμο-λιοντάρια, μια ομάδα ισπανόφωνων ηθοποιών, μάλλον η αιτία δεν είναι και τόσο δύσκολη στην ερμηνεία της.
Η Naomi Watts και ο Ewan McCregor, είναι δυο ηθοποιοί της γενιάς τους, με βαρύ κινηματογραφικό φορτίο στις πλάτες τους, αποτελώντας μέγιστη εγγύηση για κάθε (ή τουλάχιστον για τις περισσότερες) ταινία στην οποία εμφανίζονται.  Συνεπώς μπορούμε να αντιληφθούμε το γεγονός οτι ο Bayona, δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να ρισκάρει την κόστους $30 εκατομμυρίων ταινία του, να χαντακωθεί ή να πάει και άπατη, δίνοντας τους πρωταγωνιστικούς ρόλους οχι απλά σε ξενόφωνους ηθοποιούς (γιατί γι' αυτόν τον λόγο υπάρχουν στην τελική οι Banderas, Penelope Cruz και Bardem και μια χαρά είναι από άποψη ταλέντου τα παιδιά), αλλά και επικεντρώνοντας το όλο feeling της ταινίας του, ακόμα και την γλώσσα, στα ισπανικά.  Ως ένα βαθμό μπορούμε να το αντιληφθούμε αυτό.  Από την άλλη βέβαια το να μη δίνεις την ευκαιρία σε μια συγκλονιστική εκ των πραγμάτων ιστορία, να μιλήσει με τα πραγματικά της χρώματα, δε ξέρω αν βοηθάει έτσι κι αλλιώς.  Το να βλέπεις ας πούμε την κατάξανθη Watts να λέγεται Maria, και τo ολίγον φλεγματικό, βρετανόπουλο αγόρι της, Lucas, ε σου κλωτσάει κάπου, ακόμα κι αν δε το θες.  Και αυτό είναι το πρώτο ολίσθημα το οποίο μπορεί να εντοπίσει κανείς, στη νέα ταινία του σκηνοθέτη του, "The Orphanage".


Και τώρα που τα λέμε έτσι μεταξύ μας, τι ταινιάρα ήταν αυτό το Orphanage ρε παιδί μου;  Τι τρομερή ατμόσφαιρα, ερμηνείες, σενάριο και τρομοκρατική διάθεση;  Το κακό με το "The Impossible" είναι πως όταν προσπαθήσεις να το συγκρίνεις με το ισπανικό Ορφανοτροφείο, αντιλαμβάνεσαι οτι μπάζει τόσο πολύ από κάθε άποψη, ώστε τελικά παρατάς τις συγκρίσεις, και προσπαθείς να παρακολουθήσεις την δραματίζουσα, κταστροφολογία του Bayona, αποδεσμευμένος από το προηγούμενο, κινηματογραφικό του κομψοτέχνημα.
Για να μην είμαστε βέβαια και υπερβολικοί, το "The Impossible" έχει πράγματα να σου δώσει, τα οποία περιστρέφονται κυρίως γύρω από την σπαρακτική ερμηνεία της Watts, την εντυπωσιακή αποτύπωση της μανίας του τσουνάμι και του ολέθρου που άφησε πίσω του (αν και δε ξέρουμε κατά πόσο είναι εύκολο για κάποιον που βρέθηκε εκεί, να "ξαναζήσει" αυτή την εμπειρία, έστω και υπό τη μορφή ταινίας), καθώς και μερικές καλές σκηνοθετικές πινελιές (ιδιαίτερα κάπου στο τέλος), εκεί που ο Bayona δίνει το κάτι παραπάνω, εμπνευσμένος θαρρείς από τις καλύτερες στιγμές του Guillermo del Toro, στο ανατριχιαστικά καλό, "The Devil's Backbone".
Αν σε αυτά προσθέσουμε το συντομότατο πέρασμα της Geraldine Chaplin που κάνει λίγο spice up τα πράγματα, καθώς και την χημεία των ηθοποιών οι οποίοι πραγματικά δένουν ωραία μεταξύ τους (τα δυο μικρότερα πιτσιρίκια κλέβουν εύκολα την παράσταση), τότε το "The Impossible" γίνεται μια ταινία που μπορείς να της δώσεις μια ευκαιρία.  Το πρόβλημα βέβαια, το οποίο βρίσκεται στον αντίποδα, μπορεί να καταστήσει ξαφνικά όλα τα παραπάνω, άνευ σημασίας, μειώνοντας το ενδιαφέρον της προσπάθειας κατακόρυφα.  Και αυτό είναι ένα βασικό θέμα το οποίο ταλανίζει σκηνοθέτες και σκηνοθέτες που τυγχάνει να πέσουν στην παγίδα του:  οι εύκολοι συναισθηματισμοί/δράμα/συγκίνηση, όπως θες πες το.


Καταρχάς ένα σοβαρό φάουλ μπορώ να εντοπίσω απευθείας, όσον αφορά την χρήση της μουσικής επένδυσης στην ταινία.  Πέρα από το γεγονός οτι δεν αποτελεί επουδενί ενδοαφηγηματικό κομμάτι του φιλμ, αλλά χρησιμεύει καθαρά ως στοιχείο δημιουργίας ατμόσφαιρας (nothing wrong there), εντούτοις η μουσική είναι τόσο τραβηγμένη από τα μαλλιά και προσπαθεί τόσο πολύ να δημιουργήσει και να εκβιάσει το συναίσθημα, μέσα από ορχηστρικά κρεσέντα και βιολιά που κλαίνε, ώστε προσωπικά που δημιουργήθηκε εντόνως η ανάγκη να δοθεί ένα τέλος στο δράμα της οικογένειας, μπας και σταματήσει επιτέλους, αυτό το μουσικό μαρτύριο.  Πραγματικά, αν η μουσική δεν χρησίμευε ως ένα τόσο απροκάλυπτα υποκινούμενο για ψευδή συγκίνηση, όχημα, τα πράγματα θα ήταν σαφώς καλύτερα.  Δεν ήταν όμως.
Κάτι άλλο που με ξενίσει αρκετά επίσης, ήταν το γεγονός οτι στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας, ο Bayona, φάνηκε να χάνει κάπου το μέτρο της ειλικρινούς αναπαράστασης για χάρη ενός μαζικού συναισθηματισμού, και αν κάτι απεχθάνομαι στις ταινίες, είναι ακριβώς αυτό.  Όταν ο άλλος προσπαθεί να εκμαιεύσει από εμένα συναισθήματα με τρόπο ετσιθελικό, αρχίζω να χτίζω και εγώ μια αμυντική στάση σαν να του δηλώνω οτι, ξέρεις κάτι φίλε, σαν θεατή με έχεις χάσει.  Αυτό ήταν και το βασικό μου πρόβλημα με τo "Amour" του Haneke, μια άποψη που φαίνεται να συμμερίζομαι μόνο εγώ, αλλά δεν βαριέσαι.  Αισθάνθηκα οτι ο σκηνοθέτης με είχε στήσει σε έναν τοίχο, και μου πετούσε θάνατο, γηρατειά, απομόνωση και αποξένωση, γελώντας παράλληλα χαιρέκακα, τη στιγμή που εγώ προσπαθούσα να εντοπίσω το νόημα της "πραγματικής αγάπης".  Για εμένα τόσο ο Bayona, όσο και ο Haneke υπέπεσαν στο λάθος της πρόκλησης εύκολης συγκίνησης.  Και γιατί όλο αυτό;
Το "The Impossible" χάνει την ευκαιρία να αποτελέσει έναν αληθινό, επιβιωτικό γολγοθά, αναμασώντας κραυγές, δάκρυα και επιθανάτια βλέμματα, προκειμένου να σε κάνει να πειστείς για το πραγματικό δράμα όλων αυτών των ανθρώπων που έζησαν και είδαν τις οικογένειες τους να χάνονται στα βρώμικα, θαλασσινά νερά.  Το κύμα που καταπίνει τα πάντα, ήταν αρκετό κ. Bayona, γιατί κατάπιε και εμάς μαζί.


Είναι τελικά το "The Impossible" μια εμπορική ταινία του σωρού;  Και ναι και οχι.  Η διάθεση του σκηνοθέτη για εντυπωσιασμό και εισιτήρια είναι προφανής, όπως δηλαδή και η διάθεση για κλαψιάρικη συγκίνηση και σοκ των θεατών.  Κι όμως, μέσα σε αυτό το καθαρά εμπορεύσιμο παραπέτασμα της ταινίας, μπορεί κανείς να εντοπίσει μια προσπάθεια διαμόρφωσης ενός προσωπικού στυλ, μιας δικής του μανιέρας ολίγον φαντασιακής και κοσμογονικής, η οποία μαρτυρά οτι ο Bayona, σίγουρα μπορεί να κάνει σπουδαία πράγματα αν αποφασίσει να ξεφύγει από τις αμερικανίζουσες παρωπίδες του, και σκεφτεί πάλι σαν Ισπανός.  Ενδεχομένως εκεί ακριβώς (στην καταγωγή του δηλαδή), να τοποθετείται και η απόφαση να ασχοληθεί με τον εφιάλτη, τον οποίο έζησε μια οικογένεια συμπατριωτών του. 
Δεν ήθελε πολύ για να καταστεί η ταινία του ένα ενθύμημα της ανθρώπινης ψυχής και δύναμης.  Δυστυχώς η προσπάθεια κάπου λοξοδρόμησε, προς αναζήτηση ενός βαριού και ασήκωτου οικογενειακού δράματος, που δεν ήταν στην τελική το ζητούμενο.  Κρίμα όμως γιατί μέσα από μια τέτοια, πραγματικά απίστευτη ιστορία, θα μπορούσε να βγει ένα αποτέλεσμα-δυναμίτης.  Oh well, next time Mr. Bayona, next time.

Τι έμαθα από την ταινία:  Οτι αυτά τα παιδάκια ικανοποιούνται με τα πιο απλά δώρα, οτι η γυναίκα που έζησε αυτή την εμπειρία, είναι κάτι παραπάνω από ήρωας και οτι Ewan είναι κομματάκι χαλβάς εδώ.  Με το μπαρδόν.


No trivia

Δευτέρα 18 Ιουνίου 2012

Hodejegerne (a.k.a Headhunters): They both are...

NEW ARRIVAL (από 12 Ιουλίου στις αίθουσες)

Καλή εβδομάδα και πάλι!  Και σήμερα θα προτείνουμε ταινιούλα για τις καυτές μέρες και νύχτες του καλοκαιριού που διανύουμε.  Σήμερα το menu έχει ολίγον από Νορβηγία, και κακά τα ψέματα κάθε ταινία που έχω δει τα τελευταία χρόνια από εκεί (και τη γενικότερη σκανδιναβική περιοχή) είναι οτι καλύτερο και μάλιστα σε διαφορετικά είδη.  Το "Headhunters" είναι μια αγωνιώδης περιπέτεια ανατροπών, που σίγουρα δε θα σας αφήσει ασυγκίνητους, ενώ ενδείκνυται σίγουρα για κινηματογραφικές βραδιές με καλή παρέα, και καλή μπυρίτσα.  Ξεκινάμε λοιπόν!


O Roger Brown (Aksel Hennie) είναι ένας μικρόσωμος, 'κυνηγός κεφαλών' του επαγγελματικού χώρου της Νορβηγίας, ο οποίος παρέα με την όμορφη, γκαλερίστα γυναίκα του Diana ζει μια ζωή μέσα στη χλιδή.  Αυτό όμως που η ξανθιά σύζυγος μοιάζει να αγνοεί, είναι πως ο Roger συντηρεί ένα πολυτελές life style που βρίσκεται στον...αέρα, και αυτό γιατί η νόμιμη δουλειά του, δε του προσφέρει τον παχυλό μισθό που κανονικά θα απαιτούνταν για τα 30 ζευγάρια γόβες της Diana, τα ακριβά αυτοκίνητα και το υπερloux σπίτι.  Για τον λόγο αυτό ο μικροκαμωμένος Roger (μόλις 1.68) φροντίζει να καλύπτει τις υλικές ανάγκες της γυναίκας του (και την δική του, χαμηλή αυτοεκτίμηση) με άλλους τρόπους και συγκεκριμένα κλέβοντας αυθεντικά έργα τέχνης και αντικαθιστώντας τα με πλαστά.  Παρόλα αυτά, ακόμα και έτσι βλέπει μάλλον δυσοίωνο το συζυγικό του μέλλον, ενώ έχει σχεδόν προεξοφλήσει και την εγκατάλειψή του από την Diana, σε περίπτωση που σταματήσει να τις παρέχει, οτι της παρείχε τέλος πάντων μέχρι τώρα.  Ακόμα και ένα παιδί φαντάζει αδύνατον γι' αυτόν, όσο κι αν φαίνεται πως η γυναίκα του το επιθυμεί διακαώς, με αποτέλεσμα να προστίθεται ένα ακόμη αγκάθι στον βιτρινάτο γάμο τους.  Όταν λοιπόν μια μέρα η Diana του συστήσει τον γοητευτικό, πρώην military τύπο, Clas Greve (Nikolaj Coster-Waldau, ή αλλιώς ο γνωστός μας Jaime Lannister, από το "Game of Thrones") τότε τα πράγματα θα αλλάξουν, καθώς ο Roger θα πληροφορηθεί οτι ο Greve έχει στο σπίτι του έναν πίνακα που μπορεί να αξίζει αρκετά εκατομμύρια.  Βλέποντας μπροστά του ένα νέο μέλλον, θα αποφασίσει μαζί με τον συνεργάτη του Ove, να κάνουν την επόμενη κίνηση, αλλά μια αναπάντεχη αποκάλυψη θα θα πυροδοτήσει ένα ανελέητο κυνηγητό εις βάρος του.  Και ο κυνηγός του;  Ας πούμε οτι ο κ. Greve είχε υπάρξει ένα διαφορετικό είδος head hunter από αυτό που είναι ο Roger.  Ξέρετε τώρα, από αυτούς που στον στρατό είναι πολύτιμοι για να φέρνουν εις πέρας τις βρώμικες δουλειές...


Ο σκηνοθέτης Morten Tyldum δημιουργεί ένα σπιντάτο ταινιάκι, το οποίο κάπου στο Hollywood σίγουρα θα το έχει πάρει πάλι το μάτι σας (η υποθεσιακή ομοιότητα με το "The Thomas Crown Affair" είναι εμφανής), αλλά όπως τείνει να συμβαίνει πλέον, η σκηνοθετική αρτιότητα των σκανδιναβικών ταινιών, είναι για ακόμη μια φορά εμφανής.
Το "Headhunters" αποτελεί την μόλις τρίτη, μεγάλου μήκους ταινία του Tyldum και αν κρίνω από τις αντιδράσεις και τη βαθμολογία της από έγκριτους κριτικούς του κινηματογράφου, μάλλον έχει προκαλέσει αίσθηση χάρη στην στιλάτη κινηματογράφησή της, τις διαρκείς της ανατροπές και τις πολύ καλές ερμηνείες της.  Αν και και το γεγονός οτι αποτελεί μια νορβηγική παραγωγή της δίνει extra πόντους από την αρχή (έχει γίνει πλέον must οτι σχεδόν όλες αυτού του είδους οι παραγωγές, αποτελούν στα σίγουρα αξιόλογες ταινίες), ακόμα και αν δε την έχεις ήδη δει.
Το story βασίζεται στο ομώνυμο best seller του συγγραφέα Jo Nesbo, και όπως έχεις ήδη καταλάβει συγγραφείς και σκηνοθέτες βγάζουν το ψωμί τους παρέα εκεί ψηλά ("Let the Right one In", "The Millennium Trilogy"-αν και ο Stieg Larsson έγινε διάσημος για το συγγραφικό του έργο, κυρίως μετά θάνατον- και το πιο πρόσφατο "Turn Me On, Dammit!", είναι μόνο μερικές ακόμα ταινίες που βασίζονται σε νουβέλες διάφορων, διάσημων συγγραφέων κυρίως στα σκανδιναβικά εδάφη).
Και όπως έχεις μέχρι τώρα καταλάβει την αξία αυτών των ταινιών (είτε από καθαρά entertainment πλευρά, είτε και από καλλιτεχνικής διάστασης κάποιες φορές), το ίδιο ακριβώς μπορείς να περιμένεις και από το "Headhunters".


Η ταινία προσφέρει ένα κλασικό θα έλεγε κανείς σενάριο, το οποίο όμως εμπλουτίζεται από την διαρκή αμφισβήτηση που έχει ο θεατής σχετικά με το ποιος είναι μέσα στο κόλπο, και ποιος οχι.
Δεν υπάρχει τίποτα πιο ξενέρωτο σε μια περιπέτεια από το να έχεις ήδη ψιλιαστεί από την αρχή, τον καλό και τον κακό, τους φίλους και τους προδότες, μιας που το μόνο που έχεις να περιμένεις μετά είναι απλά η προώθηση της ιστορίας και τίποτα περισσότερο.
Αυτός είναι και ένας βασικός λόγος για τον οποίο το "Headhunters" είναι μια τόσο καλή ταινία: γιατί καταφέρνει να διατηρήσει το ενδιαφέρον σου στα ύψη, μέχρι και λίγο πριν από το τέλος της.  Η ανατροπή διαδέχεται η μια την άλλη και οι ρόλοι αλλάζουν, όπως ακριβώς οι διαμορφωμένες καταστάσεις το απαιτούν.
Ένα πολύ έξυπνο μάλιστα εύρημα είναι και το γεγονός οτι ο πρωταγωνιστής μας είναι ένας μικροκαμωμένος άνδρας, γεγονός που σύντομα καταλαβαίνουμε πως του δημιουργεί ένα κάποιο κόμπλεξ κατωτερότητας και περιορισμένης αυτοπεποίθησης.  Μπορεί να διαθέτει ερωμένη, μια καλή δουλειά και μια όμορφη σύζυγο, το γεγονός όμως παραμένει πως είναι ένας άνδρας με ύψος 1.68 (όπως λέει και ο ίδιος, μάλλον απογοητευμένος στην αρχή).  Συνεπώς σε μια προσπάθεια να αποδείξει στον εαυτό του κυρίως οτι τελικά το ανάστημά του δεν είναι πρόβλημα, και θα ξενοπηδήξει, και ικανοποιημένη θα κρατήσει τη γυναίκα του με πανάκριβα σκουλαρίκια και άλλα ακριβά δώρα και θα πει και μια κουβέντα παραπάνω στη δουλειά του αφού τελικά, he is the boss. Κοντός μεν, αλλά boss.  Όλα αυτά βέβαια μέχρι τη στιγμή που θα κάνει την εμφάνισή του ο Clas Greve και κάπου εκεί το ψεύτικο παραπέτασμα μιας άνετης προσωπικότητας θα πέσει.  Και θα αποδειχθεί οτι ο Roger είναι τελικά ένα μικρό, ταπεινό ανθρωπάκι.  Ή μήπως οχι;


Εξίσου επιτυχημένη βέβαια είναι και η επιλογή του τίτλου, καθώς έχει κατά κάποιον τρόπο διττή σημασία, μιας που και οι δυο κεντρικοί μας ήρωες αποτελούν κυνηγούς κεφαλών.  Απλά φαίνεται με τρόπο ξεκάθαρο πόσο προσηλωμένη, στρατιωτική διάσταση έχει ο ένας, και πόσο μπιζνεσική, κοστουμαρισμένη διάσταση ο άλλος.  Και οι δυο όμως ρίχνονται στην διαδικασία του κυνηγιού, υπακούοντας σε κάποιους κανόνες που έχουν να κάνουν με την προσωπική τους ανέλιξη.  Ο ένας στον στρατιωτικό τομέα, και ο άλλος σε αυτόν των διεθνών επιχειρήσεων.
Το γεγονός οτι τελικά αυτή η διάσταση των lifestyle ανάμεσα στους δυο, πρόκειται να γίνει κοινή, συγχωνεύοντας τις συμπεριφορές και τις αντιδράσεις τους είναι μόνο ζήτημα χρόνου και κάπου εκεί οι ρόλοι αλλάζουν λιγάκι (εως και πολύ).  O Roger βρίσκει τον σκληραγωγημένο του εαυτό, που πιθανότατα δε γνώριζε καν πως υπάρχει, ενώ ο Greve οδηγείται σε μερικές λανθασμένες κινήσεις που του στοιχίζουν αρκετά.
Εκτός από την υπόθεση όμως, η ταινία έχει να σου δώσει και μια άρτια, χορογραφημένη σχεδόν σκηνοθεσία, με γρήγορες εναλλαγές πλάνων, βίαιες στιγμές και απρόσμενες καταστάσεις, όλα κάτω από το πρίσμα ενός παιχνιδιού 'γάτας-ποντικιού'.  Κάπου μπορεί να σας θυμίσει και λίγο Fincher (δε κάνω πλάκα), οχι τόσο στη χρωματική της απόδοση, όσο στην μεστή, ρεαλιστική και ανδρική της σκηνοθεσία.  Εκτός των άλλων, και η επιλογή του χώρου των γυρισμάτων είναι συνηθισμένη για τέτοιες ταινίες, αφού το ανθρωποκυνηγητό αναλώνεται σε καταπράσινα, φυσικά τοπία, ξύλινες καλύβες μέσα στα δάση και ποταμίσιους γκρεμούς, θυμίζοντας σκηνές από το "The Fugitive" του 1993 (απ' όσο μπορώ να πω, μιας και την original σειρά του '63, δε την έχω δει).


Οι ερμηνείες είναι πολύ καλές, ιδιαίτερα από τον Hennie ο οποίος εκμεταλλεύεται στο έπακρο το μικρό του ανάστημα, το οποίο τον βοηθάει να την σκαπουλάρει αρκετά καλά από τις διάφορες κακοτοπιές.  Με έντονο διαπεραστικό (και γουρλωτό βλέμμα) κερδίζει τις εντυπώσεις με την σταδιακή μεταβολή του χαρακτήρα του.  Από την άλλη πλευρά ο Waldau παραμένει λίγο περισσότερο στα μετόπισθεν, υποδυόμενος τον τυπικό κακό, που όμως του πάει έτσι κι αλλιώς (ας είναι καλά και το μεσαιωνικό του alter ego).
Αν κάτι με ενόχλησε στην όλη ταινία είναι μόνο το γεγονός πως το σκληροπυρηνικό παρελθόν του Greve, δεν δικαιολογείται απόλυτα από τη δράση του στη ταινία, καθώς θα περίμενε κανείς πως η παρουσία του θα ήταν περισσότερο έντονη και πως στην τελική he would knew better.  If you know what i mean.
Κατά τα άλλα οι όποιες μικρές, υποθεσιακές τρυπούλες, μπορούν με ευκολία να παρακαμφθούν καθώς η ταινία σου προσφέρει άρτο και θέαμα, καθώς και μερικές χιουμουριστικές στιγμές που πηγάζουν και πάλι από το παρουσιαστικό του Hennie.
To "HeadHunters" είναι μια ταινία νορβηγο-γερμανικής παραγωγής, που σίγουρα θα απολαύσετε και μέσα στην αίθουσα.  Καλογυρισμένο, με έξυπνα twists, ένα παραδοσιακό, crime σενάριο και το φυσικό τοπίο της Νορβηγίας που σιγοντάρει από κοντά, είναι μια από τις καλές, καλοκαιρινές επιλογές και καλά θα κάνετε να τη περιμένετε.

Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι δε θα δω ποτέ ξανά το χαρτονάκι από το ρολό υγείας, με τον ίδιο τρόπο, οτι δυο υπερτροφικοί αστυνομικοί αποτελούν την καλύτερη προστασία, και οτι το full-skull look είναι και πάλι της μόδας.  Για διαφορετικούς, από τους καθυστερημένους λόγους που είναι πλέον 'στη μόδα' και σε εμάς εδώ.



TRIVIA
  • Η ταινία αποτέλεσε τη δεύτερη, μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία στη Νορβηγία μετά το "Max Manus" (2008) με πρωταγωνιστή και πάλι τον Aksel Hennie.
  • Η Summit Entertainment αγόρασε τα δικαιώματα για την παραγωγή του αμερικανικού remake, πολύ πριν από το original release της ταινίας.  Μα τι περίεργο...
  • Η ταινία περιλαμβάνει πολλές αναφορές και tributes στην τριλογία του Stieg Larsson.  Για παράδειγμα κάποια στιγμή η Diana παρακολουθεί στη τηλεόραση τη δεύτερη ταινία, το "The Girl Who Played With Fire", ενώ χρησιμοποιήθηκαν και κάποιες εναέριες λήψεις από την ταινία "The Girl With the Dragon Tattoo" προκειμένου να καλυφθούν κάποια σκηνοθετικά κενά. 
(ΠΗΓΗ IMDB)

Παρασκευή 8 Ιουνίου 2012

Prometheus: The space, the man and his creator

NEW ARRIVAL

Γεια σας, γεια σας και πάλι!  Όπως θα καταλάβατε, σήμερα πρόκειται να ασχοληθούμε με το διαστημικό υπερθέαμα που χτύπησε από χθες τις αίθουσες και ακούει στο όνομα, "Prometheus".  Σαφέστατα είχαμε την κυκλοφορία και άλλων ταινιών, αλλά σίγουρα δεν είναι της ίδιας δυναμικής.  Οπότε εκτός από το "Prometheus" θα έχετε τη δυνατότητα να απολαύσετε το "The Deep Blue Sea", ένα δυνατό δράμα, με τους Reichel Weisz και Tom Hinddleston (ναι, ναι ο Loki), το αισθηματικό "L'Amour Dure Trois Ans", καθώς και την επανακυκλοφορία του κλασικού "Τhe Man Who Knew Too Much" και πρωταγωνιστές τους James Stewart και Doris Day.  Οπότε έπειτα και από την απαρίθμηση των ταινιών της εβδομάδας, μπορούμε να περάσουμε στα δικά μας.  Ξεκινάμε...


Μια ομάδα επιστημόνων αποφασίζει να ταξιδέψει έτη φωτός μακριά από τη Γη, και μέσα από το σκοτεινό διάστημα, προκειμένου να φτάσουν σε έναν πλανήτη, για τον οποίο έχουν αποδείξεις οτι αποτελεί τη 'πατρίδα' των Δημιουργών του ανθρώπινου είδους.
Όταν οι doctors, Elisabeth Shaw (Noomi Rapace) και Charlie Holloway (Logan Marshall-Green) ανακαλύψουν κάποιες πανάρχαιες τοιχογραφίες, οι οποίες παρουσιάζουν μερικά μεγαλόσωμα όντα να δείχνουν ένα συγκεκριμένο αστρικό πλέγμα στον ουρανό, είναι σίγουροι πως πρόκειται για την σημαντικότερη ανακάλυψη που έγινε ποτέ.  Έτσι λοιπόν, όταν αργότερα αποτελέσουν μέλη του πληρώματος του Προμηθέα (έτσι ονομάζεται το σκάφος, το οποίο παραπέμπει κατευθείαν στο αντίστοιχο του "Alien", καθώς ο Scott μοιάζει να δίνει ιδιαίτερη σημασία στην ονομασία των διαστημικών του οχημάτων και τον ρόλο που αυτά παίζουν) θα έχουν την μοναδική ευκαιρία να δουν από κοντά αυτή την-όπως όλα δείχνουν-αρχή των πάντων.  Παρέα με την cold bitch αρχηγό του πληρώματος, Meredith Vickers (Charlize Theron), εκπρόσωπο της Weyland Corporation που έχει ρίξει το παραδάκι, τον cool καπετάνιο Janek (Idris Elba) και τον David (Michael Fassbender), ένα κατάξανθο ανδροειδές που μιμείται την ομιλία και το εξωτερικό παρουσιαστικό του Peter O'Toole, από την αγαπημένη του ταινία, "Lawrence of Arabia" (1962), η ομάδα φτάνει τελικά έπειτα από μακρόχρονο ταξίδι, στον προορισμό της.
Χωρίς να χάσουν χρόνο θα ξεκινήσουν αμέσως τις έρευνες για την αποκάλυψη ιχνών ζωής.  Αυτό που τελικά θα αντικρίσουν θα ξεπεράσει τα πιο τρελά τους όνειρα.  Αλλά και τους πιο φριχτούς τους εφιάλτες...


Ο μεγάλος μάστορας Ridley Scott επανέρχεται στο είδος που τον γέννησε και τον ανέδειξε κατά τρόπο τόσο προσωποποιημένο, όσο λίγες φορές έχουμε δει και σε άλλους σκηνοθέτες.
Το sci-fi. είδος και συγκεκριμένα αυτό με μπόλικες δόσεις horror, απέκτησε ολοκληρωτικά νέα διάσταση όταν το 1979 έκανε την εμφάνισή του το "Alien".  Εκεί μια ομάδα ακολουθεί ένα απομακρυσμένο, διαστημικό σήμα και αποφασίζει να ερευνήσει τον πλανήτη από τον οποίο προέρχεται, σε αναζήτηση εξωγήινης ζωής.  Αυτό φυσικά που θα επακολουθήσει το γνωρίζουμε όλοι πολύ καλά, και κάπου εκεί είναι που θα γεννηθεί και ένα από τα πιο twisted και ενδιαφέροντα 'love stories' που κόσμησαν ποτέ τον κινηματογράφο.
Η σκληροπυρηνική Ripley (Sigourney Weaver) θα δημιουργήσει ένα απρόσμενο δέσιμο με το θανατηφόρο, εξωγήινο πλάσμα (hand down το πιο εντυπωσιακό, εξωγήινο δημιούργημα στην ιστορία του cinema), ο οποίος θα την ακολουθήσει και στα υπόλοιπα-αν και οχι ίδιας ισχύς, αλλά παρόλα αυτά αξιοπρεπή-sequels της ταινίας.
Η προσωπική μου άποψη σχετικά με το "Alien" είναι πως ο Scott ήθελε να δημιουργήσει ένα film που θα περιλαμβάνει όλα αυτά που θα έπρεπε ένα αυθεντικό, sci-fi film να περιλαμβάνει.  Δηλαδή: αγωνία, δράση, ένα κάποιο φιλοσοφικό υπόβαθρο (οχι μεγάλο η αλήθεια είναι), αλλά και στιγμές απόλυτου, κλειστοφοβικού τρόμου.  Και στην ουσία ο Scott κάνει αυτό ακριβώς: συνδυάζει την περιέργεια για έναν αχανή, μυστήριο κόσμο , με το πιο αρχέγονο αίσθημα του ανθρώπου, αυτό του φόβου, δημιουργώντας ένα εκρηκτικό, συμπαντικό κοκτέιλ που σου μένει αξέχαστο.  Μέσα από σιωπηλές στιγμές, ρέουσα σκηνοθεσία που αφήνει την ιστορία να ξεδιπλωθεί μόνη της και έναν εξωγήινο για τον οποίο σε πρώτη φάση έχεις μόνο glimpses (είναι ερπετοειδές;, έχει χαρακτηριστικά αράχνης; ή και κάτι πράγματα που μοιάζουν με πλοκάμια;) σε κολλάει στον τοίχο και σε ταΐζει ένα εξαίρετο για την εποχή υπερθέαμα.  Τα πράγματα είναι απλά.  Το ίδιο ακριβώς κάνει και στο "Prometheus".


Για να ξεκαθαρίσουμε λίγο τα πράγματα, επειδή πολλά άκουσα από όσους είχαν ήδη δει την ταινία και η απογοήτευσή μου είχε φτάσει σχεδόν πάτωμα.  Το "Alien" δεν έχει κανένα κρυμμένο, φιλοσοφικό ή υπαρξιακό νόημα, και συνεπώς οποιαδήποτε ταύτιση (κακώς έτσι κι αλλιώς από τη πρώτη στιγμή, να αναζητά κανείς κοινή πορεία πλεύσης σε μια ταινία του ΄79 και σε μια άλλη 33 χρόνια αργότερα).  Σαφέστατα μιλάμε για μια ανθρώπινη αποστολή, που αναζητά το νόημα της ζωής και την προέλευση του είδους μας, αλλά αυτό εντοπίζεται αποκλειστικά και μόνο στον Προμηθέα.  Αντιθέτως στο "Alien" φαίνεται πως οι άνθρωποι λειτουργούν περισσότερο μισθοφορικά, εκτελώντας αποστολές σε άλλους πλανήτες και μεταφέροντας πρώτες ύλες και πάσης φύσεως υλικά, πίσω στη Γη (όπως ακριβώς και στο πρόσφατο "Moon" (2009) του Duncan Jones).  Όπως εντοπίζει και ο διάσημος κριτικός κινηματογράφου, Rogert Ebert για τους οχι ακριβώς νεαρούς πρωταγωνιστές του "Alien", "...these are not adventurers, but workers hired by a company to return 20 millions tone of ore to Earth...".  So it seems.
Συνεπώς αν κάποιος θέλει φιλοσοφικό υπόβαθρο, τότε ας δει το "Prometheus".  Σίγουρα η αναζήτηση των απαντήσεων σε αυτά τα αιώνια ερωτήματα που θέτει ο άνθρωπος στον εαυτό του, δεν είναι κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί, δεν έχουμε ακούσει και δεν έχουμε απολαύσει σε πάμπολλες, sci-fi ταινίες.  Αλλά αυτό που φαίνεται να κάνει ο Scott στην προκειμένη περίπτωση είναι ένας αυτοπροσδιορισμός και μια μνεία, αν θέλετε, στο δημιούργημά του, τρεις δεκαετίες πίσω.  Δεν έχει σκοπό ούτε να κατασκευάσει ένα ακόμα "Alien" (δεν θα είχε πια κανένα νόημα), ούτε όμως και να σκηνοθετήσει μια ταινία εντελώς αποκομμένη από την προσωπική του κληρονομιά και παράδοση.  Έτσι λοιπόν το "Prometheus" είναι μια ταινία με υπαρκτή υπαρξιακή βάση (εκεί δε βασίζεται στην τελική το ταξίδι τους;  Στην ανακάλυψη των Δημιουργών μας;) και preqouel-ικά στοιχεία βγαλμένα μέσα από την καρδιά του "Alien".
Δε κατάλαβα τις αντιδράσεις περί μικρότερου φιλοσοφικού υποβάθρου από αυτό του "Alien", συνεπώς δε τις δέχομαι γιατί στην ουσία οι δυο ταινίες κινούνται παράλληλα και δεν τέμνονται ποτέ.  Άρα για να ξεμπερδεύουμε και με αυτό το θέμα το οποίο με εκνεύρισε και λίγο, το "Prometheus" είναι όπως το περιμένουν οι περισσότεροι: εντυπωσιακό, άρτια σκηνοθετημένο και με μπόλικα easter eggs, τα οποία θα προϊδέαζαν ιδανικά κάποιον για μια ενδεχόμενη, παρθενική εμφάνιση του "Alien" στις μέρες μας και οχι το '70.


Όσον αφορά αυτή καθεαυτή την ταινία μας τώρα, τα πρώτα δέκα λεπτά είναι ενδεικτικά και της κατεύθυνσης που επιλέγει να ακολουθήσει ο σκηνοθέτης.  Στο πρώτο πλάνο βλέπουμε ένα εντυπωσιακό τοπίο με ορμητικούς καταρράκτες και λίγο αργότερα ένα πελώριο, χλωμό πλάσμα που θυμίζει αρκετά ανθρώπινο ον, να δοκιμάζει κάτι σαν δηλητήριο και έπειτα να πέφτει στο νερό νεκρό.  Αμέσως μετά η κάμερα μεταφέρεται στη Γη, οπού η Shaw (αλήθεια τι 'saw' η Shaw;) ανακαλύπτει τις πανάρχαιες τοιχογραφίες, μέσα από ένα σκηνικό match cut.
Ίσως το πιο διάσημο match cut στην ιστορία του κινηματογράφου, να είναι αυτό στο αστρικό έπος του Stanley Kubrick, "2001: A Space Odyssey", στο οποίο μεταφερόμαστε αυτοστιγμεί από το κόκαλο που πετάγεται στον αέρα, στον διαστημικό σταθμό που πλανάται νωχελικός στο σκοτεινό διάστημα.
Στην ουσία ο Scott μοιάζει να ενδιαφέρεται να εμπλουτίσει τον Προμηθέα του, με μια σειρά από κινηματογραφικές στιγμές, που αν προσέξει κανείς καλά, θα καταλάβει πως αποτελούν την έμπνευση από άλλα, αξιομνημόνευτα film.  Και οι ομοιότητες με το αριστούργημα του Kubrick δεν τελειώνουν εδώ.
Ο ρόλος του David, οχι μόνο αποτελεί μια συνέχεια των ρόλων που υποδύθηκαν οι Ian Holm (Ash), Lance Henriksen (Bishop- "Aliens", "Alien 3") και Wynona Ryder (Annalee Call-"Alien: Resurrection), αλλά και του ψυχρού προδότη, HAL-9000 ο οποίος αποτέλεσε την αφετηρία για την σωτηρία, αλλά και την ψυχεδελική καταστροφή του πληρώματος του διαστημικού σταθμού στο Space Odyssey.  Τα κοινά στοιχεία του David και του HAL-9000 είναι περισσότερα από οτι αφήνεται να εννοηθεί στην αρχή, και ο Fassbender δίνει ρεσιτάλ στον ρόλο του μυστηριώδους ανδροειδούς το οποίο ακολουθώντας την παράδοση του Kubrick είναι η σωτηρία του πληρώματος.  Είναι όμως και η καταστροφή τους;
Το γεγονός που γεννάται εδώ έχει ένα πολύ ενδιαφέρον, υπαρξιακό twist καθώς η ουσία της αναζήτησης των Δημιουργών μας, μεταβιβάζεται ταυτόχρονα και στην δημιουργία του David από εμάς.  Αυτό σημαίνει πως ο Scott δημιουργεί ένα έξυπνο, διπλό παιχνίδι στο οποίο το πλήρωμα αναζητά απαντήσεις, σε κάτι που ο David έχει ήδη απαντήσει: οι Δημιουργοί μου είστε εσείς.  Αυτή η απάντηση στο υπέρτατο ερώτημα, είναι που στην ουσία τον καθιστά παντογνώστη και φυσικά τρομερά επικίνδυνο απέναντι στους ήρωες.  Είναι ένα ανθρωπόμορφο ανδροεϊδές που δεν έχει απολύτως τίποτα να χάσει, σε αντίθεση με την εύθραυστη, ανθρώπινη ύπαρξη που απειλείται να χάσει τις απαντήσεις, μέσα από τα χέρια της...


Εκτός όμως από τον Fassbender που κλέβει εύκολα την παράσταση, εξίσου καλή είναι και η Noomi Rapace σε μια κατά πολύ λιγότερο hardcore εκδοχή της Sigourney Weaver.  Κάπου ανάμεσα στην απλή και ανθρώπινη συμπεριφορά της, με τις αναμνήσεις και τα δάκρυα στα μάτια, η Elisabeth είναι μια γυναίκα που ξέρει ακριβώς τι να κάνει όταν οι συνθήκες το απαιτούν.  Χαρακτηριστικότερη η σκηνή που βρίσκεται μέσα στο 'ιατρείο' και δε λέω τίποτα άλλο γι' αυτό.
Το γεγονός οτι ο Scott δε το παρακάνει με τη θύμηση της Ripley, μόνο καλό κάνει στην ταινία, καθώς αποφεύγεται μεν εύστοχα μια σύγκριση (ποια να συγκριθεί άλλωστε μαζί της;, όπως λέει και το άσμα), ενισχύεται δε το προφίλ της πρωταγωνίστριας μέσα από μια χαλαρά μόνο σύνδεση με την σκληροπυρηνική Ripley.  Εξάλλου το στοιχείο που τις διαφοροποιεί στον μέγιστο βαθμό, είναι αυτό της πίστης.  Η Elisabeth κουβαλάει παντού μαζί της έναν σταυρό τον οποίο φοράει, και ο οποίος πέρασε σε αυτή από τον πατέρα της.  Αντιθέτως η Ripley ήταν μια γυναίκα που βασιζόταν στην ομάδα και στην σκληροτράχηλη οντότητά της, όταν τα πράγματα γίνονταν άγρια.
Ο Ridley και πάλι όμως μπορεί να πετάει στο τσουκάλι και το θέμα της θρησκείας (πίστη και επιστήμη αποτελούν κομμάτια της ίδιας προσωπικότητας της Elisabeth), παρόλα αυτά δε τα ψαχουλεύει και πολύ, αφήνοντας στον καθένα από εμάς να ερμηνεύσει τα όσα βλέπει με δικό του τρόπο.  Κατά τα άλλα και όλο το υπόλοιπο cast ήταν πολύ καλό, με τον Elba και την Theron να συμπληρώνουν την τετράδα μαζί με Rapace και Fassbender.


Το "Prometheus" είναι σίγουρα ένα οπτικοακουστικό υπερθέαμα με ψυχή και περιεχόμενο.  Όπως είναι λογικό έχει και αυτό τις λιγότερο καλές στιγμές του, όπως για παράδειγμα το γεγονός οτι κατά την ταπεινή μου γνώμη του cast αν και πολύ καλό, δεν έδεσε μεταξύ του όπως θα έπρεπε, με αποτέλεσμα να υπάρχουν υποομάδες που φαινόταν να λειτουργούν καλύτερα, και άλλες οχι και τόσο.  Επίσης με ξένισε το γεγονός μερικών corny, όπως θα τις χαρακτήριζα, σκηνών τις οποίες έχω δει άπειρες φορές σε καταστροφολογικές ταινίες και θα ήθελα ο Scott να αποφύγει τον σκόπελο αυτού του κλασικού μοτίβου.  Παρόλα αυτά τα λιγότερο καλά στοιχεία της ταινίας, είναι σαφέστατα περιορισμένα, σε σχέση με αυτό που μπορείς να αποκομίσεις από τη ταινία.
Εντυπωσιακά special effects που σε αφήνουν άναυδο, ένα story που έχουμε ξαναδεί, εμπλουτισμένο όμως με μνήμες από το συναρπαστικό "Alien", ένας απόκοσμος-κόσμος τόσο σκοτεινός και προκλητικός την ίδια στιγμή που σε συνεπαίρνει, ένα ΟST από τα καλύτερα τώρα τελευταία, ενα εντυπωσιακότατο σκάφος (και φυσικά εξίσου όμορφες στολές, υπο-οχήματα κ.λ.π) και μια σκηνοθεσία υψηλών προδιαγραφών, συνθέτουν μια διαστημική περιπέτεια που κάτι θα σου θυμίσει, αλλά και οχι.
Το "Prometheus" είναι ένα καλοκαιρινό blockbuster με τσαγανό.  Και αν λίγο πριν από το τέλος πας να ξενερώσεις, μη φοβού.  Γιατί στα τελευταία λεπτά το κλείσιμο είναι...λουκούμι.

Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι probably ο Logan Marshall-Green θα μπορούσε άνετα να είναι ο δίδυμος αδελφός του Tom Hardy, οτι ο Guy Pearce κάνει εμφάνιση σε ρόλο έκπληξη και οτι το όνομα του σκάφους δεν είναι τυχαίο.  Ω οχι, καθόλου τυχαίο...



TRIVIA
  • O Scott έδωσε εντολές στην Theron να στέκεται στις γωνίες και να κινείται σε lurking movements, προκειμένου να ενισχύσει την απόμακρη και αινιγματική φυσιογνωμία της Vickers.
  • Η Theron αντιμετώπισε μεγάλη δυσκολία στο γύρισμα των σκηνών δράσης, εξαιτίας του καπνίσματος.  Ιδιαίτερα όταν έπρεπε να τρέχει με τις μπότες που φορούσε και οι οποίες ζύγιζαν 14 κιλά!
  • Τα ανδροειδή στις ταινίες Alien ακολουθούν αλφαβητική σειρά: Ash, Bishop, Call και David.
(Πηγή IMDB)

Μερικά από τα cool unofficial posters:




Το poster του "Prometheus" αν ήταν b-movie


Και μερικές φωτός από "Alien" και "Prometheus" προς σκέψη και συζήτηση...



Τετάρτη 16 Μαΐου 2012

Ink: When nightmares become real

Γεια σας, γεια σας!  Λοιπόν να πω κάτι για να μη το ξεχάσω κιόλας, από αύριο 17 Μαΐου ξεκινάει για ακόμη μια φορά το ΤΑΙΝΙΟΡΑΜΑ στον κινηματογράφο ΑΣΤΥ, και θα διαρκέσει μέχρι τις 27 Ιουνίου.  Το καθημερινό εισιτήριο, για την παρακολούθηση μέχρι και 3 ταινιών, θα ανέρχεται στα 6 ευρώ, ενώ η κάρτα διαρκείας θα κοστίζει 30 (10 ευρώ λιγότερα δηλαδή από πέρσυ).  Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να επισκεφθείτε το επίσημο πρόγραμμα του φεστιβάλ, να διαλέξετε τις αγαπημένες σας ταινίες και καλή σας προβολή!
Στα δικά μας σήμερα, έχουμε μια ταινιούλα αρκετά περίεργη και αν με ρωτούσε κανείς, θα έλεγα οτι μάλλον είναι και μια ερασιτεχνική προσπάθεια, από την άποψη του γενικότερου τρόπου φιλμαρίσματος.  Ιδιαίτερη υπόθεση και ακόμα πιο ιδιαίτερη εκτέλεση, το "Ink" είναι ένα πολύ ενδιαφέρον δημιούργημα, που αξίζει να δει κάθε λάτρης των indie ταινιών.


Όταν πέφτει η νύχτα και οι άνθρωποι βυθίζονται στον κόσμο του ύπνου και του ασυνείδητου, δυο αντικρουόμενες δυνάμεις κάνουν την εμφάνισή τους, οι μεν με φωτεινούς, και οι δε με σκοτεινούς σκοπούς.  Η μια 'ομάδα' είναι υπεύθυνη για όλα τα όμορφα και ελπιδοφόρα όνειρα που μπορεί να δει κανείς στον ύπνο του, καθώς με ένα τους άγγιγμα, γεμίζουν με χαρά, αισιοδοξία και αναζωογονητικές εικόνες, το εκάστοτε άτομο.  Η δεύτερη 'ομάδα' όμως, είναι ζοφερή και μίζερη, έρχεται κατά τη διάρκεια του ύπνου και απλώνει την ερεβώδη της σκιά, γεμίζοντας το μυαλό με άσχημες αναμνήσεις, απελπισία και εφιάλτες.  Καμία από τις δυο δεν είναι δυνατόν να γίνει αντιληπτή από τους ανθρώπους ενώ αυτοί είναι ξύπνιοι, αλλά φαίνεται πως η σχέση τους με εμάς, περιορίζεται σε αυτή την αδρανή (φαινομενικά) κατάσταση την οποία όλοι βιώνουμε, κατά τη διάρκεια του ύπνου.  Όταν ένα περίεργο, σκοτεινό πλάσμα που ονομάζεται Ink, αποφασίσει να κάνει την επόμενη κίνηση και να κλέψει την ψυχή ενός μικρού κοριτσιού, προκειμένου να την ανταλλάξει για μια θέση στην πανίσχυρη ομάδα των Incubi (αυτών δηλαδή που είναι υπεύθυνοι για τους εφιάλτες), οι 'φωτεινοί φύλακες' θα ξεκινήσουν την υπέρτατη προσπάθεια, προκειμένου να τη σώσουν.  Όταν στην ιστορία μπλεχτεί και ο πατέρα της μικρής, John (Chris Kelly) ο οποίος βρίσκεται χαμένος στο δικό του κόσμο, έπειτα από τον θάνατο την γυναίκας του.  Και ενώ η κορούλα του βρίσκεται σε κωματώδη κατάσταση στο νοσοκομείο, ο ίδιος θα πρέπει να συνεργαστεί υποσυνείδητα με τους καλούς, προκειμένου να την βοηθήσει, πριν να είναι πια αργά...


Ο σκηνοθέτης Jamin Winans, είναι ένας από τους πολλούς ανεξάρτητους δημιουργούς (το "Ink" μάλιστα χρηματοδοτήθηκε από την ανεξάρτητη, εταιρία παραγωγής του ίδιου του Winanas, την Double Edge Films), οι οποίοι κάνουν τα διακριτικά τους περάσματα από τα κινηματογραφικά φεστιβάλ, και περιμένουν τη στιγμή που η ευκαιρία θα τους 'κάτσει'.  Κάπως έτσι δεν έγινε εξάλλου και πέρσι με τον Nicolas Windign Refn, και το cult status πια, "Drive";
Αν και σίγουρα οι διαφορές ανάμεσα σε πιο low profile σκηνοθέτες, με άλλους που έχουν κάνει και μερικές πιο mainstream ταινίες, είναι αρκετές, εντούτοις όλοι αυτοί πατούν στην ουσία πάνω στην ίδια βάση.  Στη προκειμένη περίπτωση ο Winans έκανε την πρώτη του εμφάνιση, χάρη σε δυο short films το 2003, τα "Blanston" και "The Maze".  Ακολούθησε ένα ακόμη το 2005, το "Spin", ενώ την ίδια χρονιά ήρθε και η πρώτη full length ταινία του, το "11:59", που αφορά την ιστορία ενός φωτορεπόρτερ που προσπαθεί να θυμηθεί τι έκανε τις τελευταίες, 24 ώρες της ζωής του.
Το "Ink" ήρθε τέσσερα χρόνια αργότερα, και πολλοί έσπευσαν να το αναδείξουν ως το νέο it ταινιάκι, το οποίο συνέκριναν με ήδη cult ταινίες, όπως το "Brazil" του Terry Gilliam, το "Dark City" και το "Donnie Darko".  Και καλά έκαναν.


Η ταινία αποτελεί μια χαρακτηριστικότατη περίπτωση, των σημειών των καιρών μας.  Και τι εννοώ με αυτό;  Είναι απλό.  Κατάφερε να γίνει αυτό που είναι, μια ενδιαφέρουσα και σπουδαία τολμώ να πω-ιδιαίτερα σκηνοθετικά-ταινία, εντελώς μόνη της και χάρη στις αποκλειστικές προσπάθειες των δημιουργών της.  Πιο συγκεκριμένα, επειδή όπως ήταν φυσικό, κανένα μεγάλο studio δεν αναλάμβανε τη διανομή της (ούτε καν για home distribution), η εταιρία παραγωγής του Winans αποφάσισε να την διανέμει σε ανεξάρτητους κινηματογράφους, DVD, Blu-Ray, αλλά και online, εντελώς μόνη της.  Αυτή η προσωπική διαδικασία, απεέδωσε τελικά καρπούς, όταν η τα 'κατεβάσματα' της ταινίας από bit-torrent λογαριασμούς, ανήλθαν στις 400.000(!) σε μια εβδομάδα μόλις(!!), γεγονός που οδήγησε σε ακόμα μεγαλύτερη αύξηση των αγορών της ταινίας, σε DVD και Blu-Ray.  Το "Ink" αποδεικνύει σίγουρα οτι δε χρειάζεσαι πολλά για να καταστήσεις το προϊόν σου αναγνωρίσιμο, ε εντάξει ακόμα και όταν καταφεύγεις στο να "embraced the piracy" όπως ανέφεραν χαρακτηριστικά οι δημιουργοί της ταινίας.


Εκτός όμως όλων των διαφημιστικών και προωθητικών θεμάτων της ταινίας, αξίζει να την ανακαλύψετε και να την δείτε, για ποικίλους λόγους.
Αρχικά αν είστε fan των sci-fi, φαντασιακών ταινιών, τότε σίγουρα το "Ink" είναι για τα γούστα σας, καθώς και μόνο η υπόθεση είναι κάτι εξολοκλήρου φανταστικό και άκρως εντυπωσιακό.  Οι εναλλακτικές της πινελιές, και κυρίως η σκηνοθεσία της, την καθιστούν ένα πραγματικό έργο τέχνης που ξεχωρίζει και το οποίο εύκολα θα μπορούσα να δω μέσα σε κάποια ομάδα σύγχρονων, avant-garde δημιουργημάτων.
Οτι μπορεί να φανταστεί κανείς από πλευράς στιλιζαρίσματος, πλάνων, εικόνας, σκηνοθεσίας, τα πάντα, εμπεριέχονται σε αυτή τη ταινία, με τρόπο που εντείνει ακόμα περισσότερο την ονειρική της διάσταση.  Γεγονός είναι πως τα βασικά μοτίβα που επαναλαμβάνονται εδώ έχουν να κάνουν με έννοιες όπως η λήθη, η θύμηση, το ασυνείδητο, το υποσυνείδητο, ο κόσμος των ονείρων και αυτός που γεννά τους εφιάλτες, πράγματα δηλαδή δύσκολα να αποδοθούν στο κινηματογραφικό πανί, ιδιαίτερα όταν δεν έχεις στη διάθεσή σου τα απαραίτητα μέσα.  Κι όμως, η παρουσίαση όλων αυτών των διαφορετικών νοητικών στρωμάτων, όπως αυτά  προέρχονται από την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη, είναι κάτι το υπέροχο να το παρακολουθείς, καθώς υπόκεινται σε διερεύνηση μέσω του σημαντικότερου κομματιού μιας ταινίας: της σκηνοθεσίας.


Ο αποχρωματισμός και αντίθετα ο υπερχωματισμός των εικόνων είναι χαρακτηριστικός, και ακολουθεί το φιλμ σε όλη του τη διάρκεια, μέχρι και το τέλος.  Με ζωηρό, χρυσαφένιο χρώμα που νομίζεις οτι θα πάρει φωτιά, είναι φτιαγμένος ο κόσμος των "storytellers" όπως ονομάζονται οι καλοί, ενώ στην αντίθετη περίπτωση, ο κόσμος των Incubi είναι χλομός, παγωμένος και δυσοίωνος, με κάθε απόχρωση του μπλε, γκρίζου και μαύρου να ξεχύνονται μέσα από την εικόνα.  Ιδιαίτερη εντύπωση μου προκάλεσε και η παρουσία μιας έντονης, σχεδόν φλούο, πράσινη απόχρωσης η οποία προσέδιδε μια φουτουριστική, hi-tech πινελιά στο άνδρο των Incubi (ή μπορεί απλώς να παρέπεμπε στην αρρωστημένη ατμόσφαιρα του πράσινου χρώματος, στο "Natural Born Killers".  Who knows?).  Η χρήση φίλτρων και διαφορετικών φακών επίσης, έκαναν ακόμη πιο αισθητή τη διαφοροποίηση πραγματικότητας-ονείρων, ενώ και τα διαρκή cuts υποδήλωναν πως ακόμα και στη πραγματική, χειροπιαστή ζωή του μπαμπά John, τα πράγματα δεν ήταν τόσο καλά (θυμηθείτε τις σκηνές με τη χρήση των ναρκωτικών στο "Requiem for a Dream" και θα καταλάβετε τι εννοώ).  Άγχος, αγωνία και εντυπωσιακές σκηνές δράσεις, όλα υποδηλώνονται ξεκάθαρα μέσα από τα διαρκή cuts, αλλά και τα freeze frames, με τα οποία ο σκηνοθέτης δίνει ακόμα περισσότερο μια καλλιτεχνίζουσα αισθητική στη ταινία.


Φυσικά υπάρχουν και αρκετά flashbacks προκειμένου να ενώνεται αρμονικά το παρόν με το παρελθόν, σκηνοθεσία που χαρακτηρίζεται από αμέτρητα κοντινά, contre plongee (η λήξη ενός ατόμου από κάτω, προς τα πάνω) κ.α στους κεντρικούς ήρωες, εξάρσεις χρωμάτων, ειδικά εφέ (αρκετά καλά για μια τέτοια ταινία), εντυπωσιακούς χαρακτήρες (για τη δημιουργία των Incubi, έχει τοποθετηθεί μπροστά από το πρόσωπό τους ένα διάφανο κομμάτι, προφανώς πλεξιγκλάς, αλλά που μοιάζει και με γυαλί, γεγονός που παραμορφώνει τα χαρακτηριστικά τους και τους κάνει ακόμα πιο απειλητικούς.  Αν έπρεπε να μαντέψω θα έλεγα πως η ιδέα ίσως και να ήρθε από την avant-garde Αμερικανίδα σκηνοθέτιδα, χορεύτρια, ηθοποιό Maya Deren, και την ταινία της "Meshes of the Afternoon").  Πραγματικά όσα και να πω για τη σκηνοθεσία, είναι σίγουρο οτι θα ξεχάσω κάτι, οπότε μπορείτε να ανακαλύψετε ακόμα περισσότερα, βλέποντάς την.
Τέλος και οι ερμηνείες είναι πολύ καλές (απρόσμενα καλές θα έλεγα), αποτελώντας το κερασάκι αυτής της-κακώς-μιουταρισμένης, άγνωστης ταινίας, που αγγίζει τα όρια του experimental film.  Και ίσως να τα ξεπερνάει.  Βρείτε την, δείτε την και εδώ είμαστε...

Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι το soundtrack είναι εξαιρετικό, οτι το Ink θα μπορούσε να βγαίνει από το Inc-ubi, ως η προγενέστερη των Incubi μορφή του πλάσματος και οτι ο Ink κρύβει ένα μεγάλο μυστικό που αποκαλύπτεται στο τέλος.  Και είναι τόσο καλό.



No trivia


Χμμμ Elijah, κι εσύ εδώ;



ΤΟ ΤΑΙΝΙΑΚΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ


The Little Girl Who Was Frogotten..., by Katytowell


Τρίτη 13 Μαρτίου 2012

The Show Must Go On: The last reality show in the world

Χαιρετώ και σήμερα!  Τι κάνουμε, τι κάνουμε;  Ελπίζω καλά.  Λοιπόν ελπίζω να σας αρέσει και η νέα παρουσίαση του blog, την οποία αποφάσισα μιας και βαρέθηκα γρήγορα το προηγούμενο, και είπα επίσης να ελαφρύνω λίγο τη σελίδα, περιορίζοντας τις κριτικές που εμφανίζονται στις δυο ανά σελίδα.  Ευχαριστώ για την ενημέρωση σχετικά με τη δυσκολία φόρτωσης της σελίδας, και αν πάλι υπάρχει κάποιο πρόβλημα ή οτιδήποτε τέλος πάντων θα θέλατε να δείτε στο blog, όπως προτάσεις για νέες ταινίες (έχω ήδη μια στα σκαριά), αλλαγές ή κάτι άλλο, feel free to say it!  Σήμερα λοιπόν και περνώντας στα δικά μας, είπα να ασχοληθούμε με μια ταινία που πολύ δύσκολα θα έχετε δει.  Και εγώ την παρακολούθησα στο φετινό 7ο φεστιβάλ του Φανταστικού που γίνεται στην Αθήνα (κινηματογράφοι MΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ και ΝΙΧΟΝ μέχρι σήμερα) και το οποίο αναμένεται να ολοκληρωθεί την Τετάρτη.  Μέχρι στιγμής παρακολούθησα τρεις ταινιούλες, τις οποίες πρόκειται να ανεβάσω στο blog κυρίως για τα ενδιαφέροντα θέματα που πραγματεύονται, αλλά και για διάφορα ακόμη αξιόλογα στοιχεία που περιλαμβάνουν, αν αναλογιστεί μάλιστα κανείς οτι οι περισσότερες αποτελούν παραγωγές χαμηλού προϋπολογισμού.  Ξεκινάμε λοιπόν με το "The Show Must Go On".


Βρισκόμαστε στην Κροατία του σήμερα και πιο συγκεκριμένα στο Zagreb.  Εκεί ένας φιλόδοξος τηλεοπτικός παραγωγός, ο Filip Dogan (Sven Medvesek) αποφασίζει να δημιουργήσει ένα νέο reality show στο οποίο θα πρωταγωνιστούν...ζευγάρια!  Όπως δηλώνει ο ίδιος, το μεγαλεπήβολο αυτό σχέδιό του πρόκειται να αποδώσει και να εκτοξεύσει την τηλεθέαση, καθώς το concept είναι ολοκληρωτικά πρωτότυπο και αν μη τι άλλο θα έχει τεράστιο ενδιαφέρον να παρακολουθεί κανείς την καθημερινότητα μιας ομάδας ζευγαριών, με τις αντιζηλίες τους, τις συγκρούσεις, αλλά και τον υπαρκτό τους έρωτα.  Απέναντι σε αυτό το ολίγον trash, και ολίγον 'φάτε μάτια ψάρια' θέαμα που προσφέρει ο Filip και το κανάλι του, βρίσκεται η πρώην σύζυγός του Helena (Natasa Dorcic) η οποία είναι μια αξιόλογη δημοσιογράφος μιας πολιτικοκοινωνικής εκπομπής που χτυπάει πενηντάρια, την ίδια στιγμή που η δειλή εμφάνιση του reality περιορίζεται σε μονοψήφιους, τηλεθεατικούς αριθμούς. Όταν λίγο αργότερα η κόντρα ανάμεσα στους πρώην συζύγους κορυφωθεί, αφενός εξαιτίας του διαφορετικού τηλεοπτικού τους background, και αφετέρου εξαιτίας της δυσκολίας να φροντίσουν τον μικρό τους γιο, λόγου του δύσκολου προγράμματός τους, τότε η σχέση τους θα φτάσει στο απροχώρητο.  Δυστυχώς θα εύχονταν τα προβλήματά τους να ήταν μόνο αυτά.  Όταν ανακοινώνεται οτι η Κροατία έχει εμπλακεί σε πόλεμο και μάλιστα το Zagreb βρίσκεται ήδη μέσα στους προβλεπόμενους για πυρηνικό αφανισμό, στόχους ο Filip θα κάνει τα αδύνατα δυνατά, προκειμένου οι διαγωνιζόμενοι που βρίσκονται στο σπίτι του 'Big Brother' να μη καταλάβουν τίποτα, σε μια προσπάθεια να τους δώσει μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή.  Παίρνοντας στα χέρια του την τύχη και την ζωή των εγκλεισμένων ζευγαριών, καθώς και του γιου του, θα προσπαθήσει να τους κρατήσει ζωντανούς, προκειμένου να συνεχίσουν τον εποικισμό της Γης(;) για όσο το δυνατόν περισσότερο...


Ο Κροάτης σκηνοθέτης Nevio Marasovic σκηνοθετεί μια χαμηλού budget ταινία, με πλήρες περιεχόμενο, στρωτή αφήγηση, σχεδόν ερασιτεχνική σκηνοθεσία (πολλές φορές εξάλλου η κάμερα βρίσκεται στο χέρι) και με ερμηνείες που σε αφήνουν απόλυτα ικανοποιημένο και έκπληκτο, γιατί κακά τα ψέματα, δε το περίμενες.
Αν και όσον αφορά αποκλειστικά και μόνο τη δουλειά του σκηνοθέτη, ο Marasovic έχει να επιδείξει και μια τηλεοπτική σειρά, το "Instruktor" (2010) και τίποτα άλλο, εντούτοις με το κινηματογραφικό του ντεμπούτο, καταφέρνει να αποδείξει οτι δε χρειάζεται μεγάλο εργασιακό background προκειμένου να δημιουργήσεις μια ταινία αξιώσεων μέσα στα αυστηρά οριοθετημένα μερικές φορές, πλαίσια των low budget films.  Ούτε σημαίνει απαραιτήτως οτι επειδή η χρηματοδότηση δεν ήταν μεγάλη, συνεπώς και η ταινία θα βγει μια πατάτα.  Κάθε άλλο.  Όταν έχεις στη διάθεσή σου τα βασικά μέσα, μπορείς να δημιουργήσεις ενδιαφέροντα κινηματογραφικά έργα, τα οποία να έχουν κάτι να πουν.  Όπως ακριβώς συμβαίνει και στην περίπτωση του "The Show Must Go On'.


Σύμφωνα με πληροφορίες, ο Marasovic ένοιωσε πολύ άσχημα όταν συνειδητοποίησε οτι η ταινία του θα έμοιαζε σε μεγάλο βαθμό με μια mini σειρά 5 επεισοδίων, η οποία προβλήθηκε το 2008 και αποτέλεσε δημιούργημα του Άγγλου συγγραφέα, Charlie Brooker.
Σύμφωνα με την τιτλοφορούμενη "Dead Set" σειρά, μια ομάδα ατόμων που βρισκόταν μέσα σε ένα τηλεοπτικό σπίτι για τις ανάγκες ενός ριάλιτι, ζούσε σε έναν εντελώς δικό της κόσμο, αποκομμένη από την εξωτερική πραγματικότητα.  Και αυτόν ήταν ότι καλύτερο, αν σκεφτεί κανείς πως έξω από το σπίτι το ζομπίστικο ολοκαύτωμα είχε πλέον γίνει ένα απτό, καθημερινό σενάριο.  Όταν ο παραγωγός μπουκάρει στο σπίτι και ενημερώνει τους διαγωνιζόμενους για την μακάβρια πραγματικότητα που τους περιμένει έξω, αυτοί θα προσπαθήσουν να εγκαταλείψουν το σπίτι, να βρουν προμήθειες και να καταφέρουν να κάνουν ένα πράγμα: να επιζήσουν.
Αν και το "The Show Must Go On" θέτει υπαρξιακά και ηθολογικά διλήμματα, απέχοντας έτη φωτός από ένα splatter περιεχόμενο ζομπικής προέλευσης, εντούτοις γίνεται κατανοητός ο λόγος για τον οποίο ο Marasovic φοβήθηκε μια πιθανή κριτική της ταινίας που επεξεργαζόταν καιρό πριν από την εμφάνιση της σειράς.  Παρόλα αυτά το γεγονός παραμένει ένα.  Ακόμα και αν κάποιες ταινίες ομοιάζουν (όσον αφορά εδώ την γενικότερη ιδέα), αυτό δεν αποτελεί μεμπτό κριτήριο ευθύς εξαρχής, ιδιαίτερα όταν οι ταινίες έχουν να μας προσφέρουν τελικά διαφορετικά πράγματα η κάθε μια, κάτι καινούριο.  Έτσι λοιπόν μπορεί το "Dead Set" να βγήκε πρώτο, κινήθηκε όμως πάνω σε τρομολαγνικές νόρμες, με μπόλικες δόσεις καυστικής σάτιρας (π.χ τα ζόμπι καταβροχθίζουν ίσως τους διαγωνιζόμενους, όπως οι θεατές τους 'καταβρόχθιζαν' μέσω του τηλεοπτικού γυαλιού).  Από την άλλη πλευρά το "The Show Must Go On" κινείται πάνω σε εντελώς διαφορετικές γραμμές.


Χωρίς υπερβολικό στιλιζάρισμα (θα λέγαμε και καθόλου), ο Marasovic υφαίνει ένα κλασσικού μοτίβου οικογενειακό δράμα, το οποίο πυροδοτείται αφενός από τις επαγγελματικές επιλογές του πρωταγωνιστή και αφετέρου από τον πυρηνικό πόλεμο που βρίσκεται προ των πυλών της πόλης.  Ο πόλεμος αποτελεί στην ουσία και το στοιχείο της τραγικής ειρωνείας, μιας που τελικά τα μοναδικά άτομα που φαίνεται να έχουν μια καλύτερη δυνατότητα σωτηρίας, είναι οι διαγωνιζόμενοι.
Ο ήρωας θεωρεί πως είναι δική του υποχρέωση να τους κρατήσει ζωντανούς, από τη στιγμή που ήδη είχε αρχίσει από πριν να έχει τις δικές του αμφιβολίες σχετικά με το κατά πόσο είναι ηθικό, ένα τέτοιο θέαμα.  Στην ουσία ο Filip βρίσκεται σε μια διαρκή αμφισβήτηση των επιλογών του, καθώς από τη μια πλευρά η τηλεθέαση του reality χτυπάει κόκκινο (ο κόσμος δε θέλει να βλέπει ειδήσεις, προσπαθεί να ελαφρύνει το κακό, προπολεμικό κλίμα), από την άλλη όμως οι συμμετέχοντες δεν έχουν την παραμικρή ιδέα για το τι συμβαίνει εκεί έξω.  Είναι αυτό ορθό;  Είναι σωστό;
Τέτοιες αντιφάσεις βιώνει διαρκώς ο Filip, ιδιαίτερα από τη μέση της ταινίας και μετά, όταν και η αγωνία αρχίσει να κορυφώνεται.  Σε ένα πιο μεταφορικό επίπεδο θα μπορούσαμε να ερμηνεύσουμε το περιεχόμενο της ταινίας, με βάση την σταδιακή "αποκτήνωση" του ανθρώπου που ακόμα και σε τόσο ζωτικής σημασίας καταστάσεις, εκείνος επιλέγει να αδιαφορήσει και να ταχθεί είτε με τους εκμεταλλευτές, είτε με τους απαθείς.  Και όμως, ποιο βγαίνει τελικά κερδισμένος από μια τέτοια πραγματικότητα;


Η ταινία παρουσιάζει στην ουσία μια εν δυνάμει δυστοπική κατάσταση, όπως αυτή είναι στην αρχή της.  Χωρίς ιδιαίτερα εφέ, αλλά με έξυπνη χρήση των πλάνων, του ήχου και της αγχωτικής κίνησης της κάμερας στο χέρι, ο σκηνοθέτης καταφέρνει να στήσει μια αρκούντως ζοφερή κατάσταση, η οποία σε θλίβει χάρη στο ωμό, επικείμενο τέλος της.
Οι ερμηνείες είναι τίμιες, χωρίς υποκριτικές εξάρσεις και υπερβολές, και καταφέρνουν να αναμετρηθούν ικανοποιητικά με την right to the point σκηνοθετική ματιά του Marasovic πάνω σε ένα κατά τα άλλα κρίσιμο και σύγχρονο θέμα, που θα έπρεπε να απασχολεί όλους μας.  Γιατί αν κάποτε έρθει και η σειρά μας, τότε τι;
Το "The Show Must Go On" είναι μια ταινία από αυτές που φοβάσαι λίγο, αλλά τελικά εποδεικνύονται υπεράνω προσδοκιών.  Κι αν τη googl-άρετε και βρεθείτε μπροστά στο τραγούδι των Queen, ακούστε το με την ευκαιρία.  Η ομοιότητα μερικών στίχων και υπόθεσης, είναι εντυπωσιακή.

Τι έμαθα από τη ταινία: Από το poster συγκεκριμένα έμαθα οτι ο Medvesek είναι ο Κροάτης Christian Bale.  Μετά ξύπνησα.  Οτι την επόμενη φορά που θα δεις διαφήμιση για νέο reality, δήλωσε συμμετοχή.  Ποτέ δε ξέρεις, και οτι σε τέτοιες περιπτώσεις σε συμφέρει να είσαι έγκυος.  Trust me.



No trivia