Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κλασσικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κλασσικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 27 Ιουλίου 2014

The Night of the Hunter: It's a hard world for little things

Περίπου πέντε μήνες πέρασαν από τότε που έγραψα τελευταία φορά στο blog και παρά το γεγονός πως είχα υποσχεθεί ότι θα επιστρέψω σύντομα, δυστυχώς όμως, λόγω πολλών υποχρεώσεων δεν ήμουν σε θέση να το κάνω. Το θέμα βέβαια είναι πως όλη αυτή η απουσία με «έτρωγε».  Έχοντας ξεκινήσει από το 2010 να γράφω εδώ και με τις ταινίες να με βοηθούν να τα βγάλω ίσα-ίσα πέρα σε δύσκολες, επαγγελματικές περιόδους, το blog αποτέλεσε από την πρώτη στιγμή το προσωπικό μου, διαδικτυακό καταφύγιο.
Σε αυτό λοιπόν το κινηματογραφικό καταφύγιο αποφάσισα (ή μάλλον κατάφερα) να επιστρέψω δειλά-δειλά, με μια κλασική χρονικά, αλλά οχι και θεματικά, Χολιγουντιανή ταινία και συγκεκριμένα το "The Night of the Hunter".
Ας ελπίσουμε πως αυτή η σταδιακή επιστροφή θα μετουσιωθεί σε μια εβδομαδιαία (τουλάχιστον) παρουσία μου μέσω του blog.  Καλώς σας βρήκα λοιπόν : )


Την εποχή της μεγάλης, Οικονομικής Ύφεσης, η εγκληματική ιστορία του Ben Harper, ενός οικογενειάρχη που αναγκάζεται να ληστέψει μια τράπεζα-και να σκοτώσει δυο ανθρώπους-προκειμένου να προσφέρει στην φαμίλια του, περί τα 10.000 δολάρια, λειτουργεί μονάχα ως αφορμή για την εμφάνιση και την δράση ενός από τους καλύτερους και σίγουρα πιο επιβλητικούς villain που γνώρισε ποτέ το παγκόσμιο cinema: αυτόν του "Reverend" Harry Powell.
Αυτοπροσδιοριζόμενος ως «Αιδεσιμότατος» και φέροντας τις λέξεις "LOVE" και "HATE" στις αρθρώσεις των δακτύλων του (το LOVΕ στα δεξιά και το HATE στα αριστερά, γεγονός που έχει την δική του σημασία όπως θα δούμε παρακάτω), ο Powell είναι ένα φανατισμένο αρπακτικό που ορέγεται μοναχικές γυναίκες, ιδανικά χήρες, οι οποίες έχουντας ένα κάποιο κομπόδεμα στην άκρη, μπαίνουν αμέσως στο στόχαστρο του μανιακού αυτού ψευδοπροφήτη.
Μια μέρα η τύχη-ή μήπως ο Θεός του Χρήματος;-θα του χαμογελάσει, καθώς θα βρεθεί στο ίδιο κελί με τον άτυχο Ben Harper.  Με την πρόσφατη περιπέτειά του να τον ταλανίζει ακόμα και στον ύπνο του, ο Harper θα αποκαλύψει άθελά του, πως τα λεφτά βρίσκονται πίσω, στην οικογενειακή εστία, καλά κρυμμένα σε ένα μέρος που δεν πρόκειται να τα βρει ποτέ κανείς.  Φυσικά ο καιροσκόπος Powell δεν θα αφήσει την ευκαιρία ανεκμετάλλευτη, αλλά θα αποφασίσει να επισκεφτεί την σύζυγο-και soon to be χήρα-Willa (Shelley Winters), αποφασισμένος να ξετρυπώσει το παχυλό ποσό, με κάθε τίμημα.  Και όταν λέμε με κάθε τίμημα, εννοούμε ακόμα και αν χρειάζεται να «βγάλει» από την μέση, τόσο την καταπιεσμένη Willa, όσο και τα δυο δυστυχή πιτσιρίκια της, Ben και Pearl.


To "The Night of the Hunter" αποτελεί το μοναδικό σκηνοθετικό επίτευγμα του ηθοποιού Charles Laughton και χωρίς υπερβολές, ίσως και να είναι μια από τις πιο άρτιες και πιο διαχρονικές ταινίες της χρυσής εποχής του κλασικού Χόλιγουντ.
Βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του Αμερικανού μυθιστοριογράφου Davis Grubb, το "The Night of the Hunter" απέκτησε στην στιγμή cult αίγλη χάρη στην σκηνοθεσία του Laughton, αλλά και την προσαρμογή του σεναρίου από τον James Agee ("The African Queen).  Άνδρες με ιδιαίτερο όραμα και οι δύο, το οποίο έμοιαζε να σπάει τα παραδοσιακά στεγανά του αποδοσμένου ρεαλισμού που χαρακτήριζε σε μεγάλο βαθμό μια πληθώρα ταινιών της εποχής των μεγάλων αστέρων, κατόρθωσαν να παντρέψουν κατά τρόπο ευφυή, την αρχιτεκτονική ψευδαίσθηση του γερμανικού εξπρεσιονισμού, με την κυρίαρχη τάση της δεκαετίας του '50 για ακραιφνή ρεαλισμό, καταλήγοντας τελικά σε ένα απρόβλεπτο, κινηματογραφικό υβρίδιο το οποίο έμελλε να αποτελέσει τον κυρίαρχο λόγο, για τον οποίο η συγκεκριμένη ταινία μνημονεύεται (η αλήθεια είναι, οχι από πολλούς), ως ένα από τα πιο αναλλοίωτα, στην ουσία τους, films, της κινηματογραφικής ιστορίας.


Βλέποντας την ταινία μερικές εβδομάδες πριν, δεν μπόρεσα να μην παραλληλίσω την σκηνοθετική της ματιά, με αυτή του σπουδαίου "M" του Γερμανού Fritz Lang, ενός από τους σημαντικότερους-αν οχι του σημαντικότερου-εκπροσώπου του ρεύματος του γερμανικού εξπρεσιονισμού.
Η ταινία του Laughton είναι ένα ιδιάζον διαμάντι με εξπρεσιονιστικό περιτύλιγμα, καθώς μπορεί να μην εκπορεύεται της ταραχώδους ιστορίας της ναζιστικής Γερμανίας, της εποχής δηλαδή, που οδήγησε σε μεγάλο βαθμό στην ανάδειξη του στυλιζαρισμένου αυτού, κινηματογραφικού πλαισίου, παραμένει εντούτοις ένα αποτέλεσμα συγκλονιστικό στην εκτέλεσή του, ακριβώς επειδή μοιάζει να εμπνέεται από την υπερβολή, τις φωτοσκιάσεις και την αιχμηρή γεωμετρία των Γερμανών, καταλήγοντας όμως σε ένα εντελώς διαφορετικό μονοπάτι, χιλιόμετρα μακριά ιδεολογικά, από τους λόγους που οδήγησαν δημιουργούς όπως τον Lang και τον F.W Murnau στην δημιουργία των δικών τους, σκοτεινών αλληγοριών.
Το "The Night of the Hunter" είναι ένα χωνευτήρι των καλύτερων στιγμών, ενός βαθιά σκοτεινού ρεύματος, βασικού εκφραστή του περιρρέοντος, φοβικού στοιχείου της εποχής, χρησιμοποιώντας έτσι κι αλλιώς το βαρύγδουπο στυλ του γερμανικού εξπρεσιονισμού, προκειμένου να αντιπαραβάλει από την μια πλευρά, το υπέρτατο κακό που εκπροσωπεί ο Harry Powell και από την άλλη, την φορτισμένη σεξουαλικά πρωταγωνίστρια, αλλά και τον εξίσου καταπιεσμένο ερωτικά, Αιδεσιμότατου.  Έτσι τουλάχιστον μπορώ να ερμηνεύσω σε πρώτη φάση, το μαχαίρι στιλέτο που «ανοίγει» κάθε φορά που παρακολουθεί μια γυναίκα-όπως γίνεται στη αρχή της ταινίας-λειτουργώντας σαν μετωνυμία του ανδρικού μορίου το οποίο ερεθίζεται στην θέα μιας όμορφης ύπαρξης.  Ο Powell ερεθίζεται στην ιδέα μιας σκοτωμένης γυναίκας (και κατ' επέκταση των χρημάτων που πιθανώς θα τσεπώσει) και το «μέσο» για να το πετύχει, είναι το μαχαίρι του.


Ο Robert Mitchum στον ρόλο του δαιμονικού Harry Powell είναι εντυπωσιακός, ιδιαίτερα από την στιγμή που τον έχουμε συνηθίσει σε εντελώς διαφορετικούς ρόλους, κυρίως σε αυτούς του σαγηνευτικού αρσενικού.
Διαθέτοντας την επιβλητική κορμοστασιά ενός τρομερού κακού και την γλοιώδη φωνή ενός πονηρού εμπόρου που σε πουλάει και σε αγοράζει όποτε του κάνει κέφι ("Chillll...dren", φωνάζει στα παιδιά που βρίσκονται κρυμμένα στο υπόγειο και η μοχθηρία ξεχειλίζει μέσα από την ίδια του την ψυχή), ο Powell, καλά οχυρωμένος πίσω από το θρησκευτικό του παραπέτασμα, είναι ο φόβος και ο τρόμος προσωποποιημένος, ακόμα και όταν παραθέτει την ιστορία των δυο χεριών, του καλού δεξιού (αγάπη) και του κακού αριστερού (μίσος), σαν χειραγωγός πρώτου μεγέθους.
Με την απειλητική φιγούρα του Mitchum να κυριαρχεί πάνω από ολόκληρη την ταινία, τα πάντα μοιάζουν-και είναι-εντελώς πλασματικά κατασκευασμένα: από τα κτίρια και την βαρκάδα των παιδιών, μέχρι τον εσωτερικό φωτισμό των σπιτιών και των μαγαζιών, όλα αρκούνται στο φαίνεσθαι, έτοιμα να καταρρεύσουν στο φύσημα του κακού λύκου Powell, γεγονός στο οποίο κατά τον διάσημο κριτικό Rogert Ebert, βασίζεται και η διαχρονικότητα της ταινίας: δεν πατάει στον ρεαλισμό, αλλά σε κάτι πέρα από αυτόν, με αποτέλεσμα να βρίσκεται σε ένα εντελώς δικό της περιβάλλον, σε αυτό μιας «οπτικής φαντασίας».
To "Τhe Night of the Hunter" είναι μια αριστουργηματική ταινία, χωρίς σαφή προσδιορισμό του κινηματογραφικού της είδους, αλλά όπως αντιλαμβάνεστε, λίγη σημασία έχει αυτό.  Στην τελική, όλα τα τεχνικά βήματα συνδυάζονται κατά τρόπο «μαγικό» (στα συν και η ασπρόμαυρη φωτογραφία του Stanley Cortez, ιδιαίτερα σε μια από τις πιο τρομερές σκηνές της ταινίας), συνθέτοντας ένα αποτέλεσμα που θα σας συντροφεύει για καιρό.  Όπως και η τραγουδιστική φωνή του Αιδεσιμότατου.  Αν ο φωτισμός και το δυσοίωνο τραγούδι του ήρωα, δεν πηγαίνουν εμφανέστατα χέρι-χέρι με το "Μ" του Lang, τότε δεν ξέρω τι.


Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

Frankenstein: It's alive! It's alive!

Καλημέρες, καλημέρες!  Σήμερα είπα να επανέλθω με κάτι κλασικό, παρά το γεγονός πως και αυτή η εβδομάδα βρίθει κινηματογραφικών επιλογών.
Έχουμε και λέμε: "Μικρά Αγγλία" του Παντελή Βούλγαρη, "Runaway Day" του Δημήτρη Μπαβέλλα, την ευχάριστη κομεντί "Enough Said", μια από τις τελευταίες ταινίες του James Gandolfini, το ανεκδιήγητο "Homefront" με τους James Franco και Jason Statham (μη γελάτε δεν είναι αστείο), το πολύ καλών ερμηνειών, "Behind the Candelabra", με τους Michael Douglas και Matt Damon και τέλος το αχρείαστο remake της "Carrie" το οποίο είναι απλά μέτριο.  Μπορεί και κακό.
Σε μια τέτοια λοιπόν εβδομάδα, ελάχιστων φωτεινών εξαιρέσεων, αξίζει να ρίξουμε μια ματιά σε μια από τις πιο εικονικές ταινίες τερατικής έμπνευσης της κινηματογραφικής ιστορίας: τον "Frankenstein" του James Whale.


Ο Dr. Henry Frankenstein (Colin Clive) είναι ένας εμμονικός επιστήμονας που επιδιώκει την απόλυτη θέωση, μέσα από την ανάσταση ενός πλάσματος που δεν υπήρξε ποτέ.  Τριγυρνώντας στα νεκροταφεία μαζί με τον πιστό του βοηθό προκειμένου να συλλέξει ανθρώπινα μέλη, προβαίνει τελικώς στην δημιουργία του υπέρτατου όντος, μέσω της συρραφής των σάρκινων κομματιών.  Το αξιοθαύμαστο όμως κατασκεύασμά του, γαλβανισμένο στο έπακρο, δεν είναι αυτό που ο Frankenstein περίμενε.  Εξάλλου ένα μπερδεμένο, άβουλο ον με άναρθρες κραυγές, πελώριο και επικίνδυνο, δεν μπορεί να έχει θέση στην "φυσιολογική" ανθρώπινη κοινωνία.  Και στην τελική, πότε η διαφορετικότητα μπόρεσε να συμβαδίσει αρμονικά με την κοινά αποδεκτή έννοια του νορμάλ ή ακόμη και με την περιφραγμένη θρησκευτική αντίληψη, περί της δημιουργίας του κόσμου (και κατ' επέκταση του πρώτου αγνού ανθρώπου) από έναν πανταχού παρόντα Θεό;


Η ταινία του James Whale αποτέλεσε μια από τις πιο χαρακτηριστικές και ρηξικέλευθες παραγωγές της δεκαετίας του '30 στο είδος του horror (το 1931 είχαμε και την κυκλοφορία του "Dracula", με τον Bela Lugosi να υποδύεται τελικά τον θρυλικό Κόμη, αποτυγχάνοντας στο cast για τον ρόλο του "Frankenstein", o οποίος κατέληξε στην έτερη επιβλητική φυσιογνωμία του Boris Karloff), οχι μόνο εξαιτίας των τεχνικών της στοιχείων και της λειτουργικής πια χρήσης του ήχου (μόλις τρία χρόνια πριν, ο ήχος είχε κάνει επίσημα την εμφάνισή του, στην πρώτη part talkie ταινία, "The Jazz Singer"), αλλά και της κοινωνιολογικής προσέγγισης που πολλοί φάνηκαν να δίνουν στον, τρομερό για την εποχή του, "Frankenstein".
Το κινηματογραφικό αποτέλεσμα του Whale βασίστηκε στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Mary Shelley, η οποία ξεκίνησε την συγγραφή του, μόλις στα δεκαεννιά της χρόνια.  Λέγεται μάλιστα πως η σύλληψη της ιδέας για έναν από τους πιο κλασικούς νεκροζώντανους (αν οχι τον πιο κλασικό) που γνώρισε ποτέ η λογοτεχνία και ο κινηματογράφος, ήρθε στον...ύπνο της, όταν ονειρεύτηκε την ιστορία ενός τρελού επιστήμονα ο οποίος ένοιωσε τρομοκρατημένος, μπροστά στο φοβερό πλάσμα που έφερε στην ζωή.
Παρά το γεγονός πως η ταινία μοιράζεται πράγματι, αρκετά κοινά στοιχεία με το βιβλίο, εντούτοις ο Whale μοιάζει να την έχει μετουσιώσει σε μια ατόφια, κινηματογραφική παρουσία, που ταιριάζει περισσότερο στην σκηνοθετική του καριέρα, αλλά και στις προσωπικές του επιλογές.


Πολλές από τις ταινίες τρόμου της "χρυσής εποχής" του Χόλιγουντ, βρίσκονταν πάντα ένα βήμα μπροστά, ωθούμενες από μια σειρά βαθύτερων αιτιών (πολλές φορές φιλοσοφικών προεκτάσεων), που καθιστούσαν επιτακτική την δημιουργία τους.
Ένα από τα πιο παραδοσιακά θέματα στα οποία ο άνθρωπος προσπαθεί να δώσει απαντήσεις από την στιγμή της γέννησής του, είναι η ιδέα του θανάτου.  Γιατί ερχόμαστε στη ζωή;  Γιατί πεθαίνουμε;  Τι βρίσκεται πέρα από τον θάνατο;  Αυτού του είδους τα ρητορικά ερωτήματα, ταλανίζουν για αιώνες ολόκληρους την ανθρωπότητα, μια ανθρωπότητα που έχει καταφύγει στην Τέχνη προκειμένου να ανακουφίσει την διαρκή και κατ' ουσίαν, μάταιη αναζήτηση του 'γιατί γεννιόμαστε' και 'γιατί πεθαίνουμε'.  Η ζωγραφική, η μουσική, η λογοτεχνία, η ποίηση, ο κινηματογράφος, παρουσιάζονται ως οι διαφορετικοί δρόμοι, τα ενδιαφέροντα μέσα που μπορεί να επιλέξει κανείς, προκειμένου να ικανοποιήσει σε έναν κάποιον, ψηγματικό βαθμό την ανάγκη του να πιστέψει σε κάτι και να δώσει σκόρπιες ερμηνείες σε όλα εκείνα τα ερωτήματα που κινούνται παράλληλα με την εξέλιξη του ανθρώπου.
Το 1922 ο J.W Murnau σκηνοθέτησε το "Nosferatu", μια από της πρώτες ταινίες τρόμου, η οποία εκ φύσεως περιέκλειε την αγωνία για την αιώνια ζωή, τοποθετώντας στο προσκήνιο την τρωκτική φυσιογνωμία του Graf Orlof (ακόμη κι αν ο Max Schreck δεν εμφανίζεται παρά ελάχιστα λεπτά σε όλη την ταινία).  Ο Murnau όμως δεν έμεινε εκεί.  Αντιθέτως, επέλεξε να χρησιμοποιήσει την απειλητική παρουσία του Orlof ως μια ευφυή αλληγορία πάνω στην φρίκη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και των αμέτρητων θυμάτων του.
Στα ίδια μονοπάτια κινείται και ο "Frankenstein" ο οποίος θίγει δυο βασικά ζητήματα: αυτό του αντιθετικού ζεύγους, επιστήμη-πίστη, αλλά και αυτό της διαφορετικότητας.  Βλέπετε ο James Whale ήταν ομοφυλόφιλος.


Η προσωπική ζωή του Whale, λέγεται πως επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο με τον οποίο παρουσίασε πιο ευαισθητοποιημένα και ανθρώπινα το πρωταγωνιστικό του τέρας, επειδή ακριβώς βίωνε την ταύτιση με την αποξένωση και την ενοχοποίηση του Frankenstein εξαιτίας της διαφορετικότητάς του.  Σε μια εποχή μάλιστα όπου η λογοκρισία και το κόψιμο των σκηνών, στον κόσμο του αμερικάνικου πουριτανισμού, αποτελούσε την πεπατημένη, η ομοφυλοφιλική πορεία του Whale αποτελούσε έξτρα αφορμή για τον ίδιο, προκειμένου να μετατοπίσει αυτό ακριβώς το κοινωνικό βάρος σε ένα παρεξηγημένο πλάσμα που δεν είναι υπεύθυνο για τις πράξεις του, ένα πλάσμα που κινείται με γνώμονα το ένστικτο και την υβριστικής προελεύσεως φύση του.  Επί της ουσίας είτε μιλάμε για τον Frankenstein, είτε για τον Whale, είναι ένα και το αυτό.
Στον αντίποδα η ζευγαρική παρουσίαση των καταστροφικών αποτελεσμάτων της επιστήμης από την μια πλευρά, αλλά και η ανάγκη του ανθρώπου να φτάσει τον Θεό, λειτουργούν επίσης ως ένα από τα πιο γνωστά μονοπάτια πλοκής, ιδιαίτερα στο είδος του horror, το οποίο μας έχει προσφέρει έτσι κι αλλιώς μερικές σπουδαίες ταινίες πάνω σε αυτή την θεματική.  Φυσικά, η αντιφατική διάσταση ανάμεσα στην αιώνια επιδίωξη του ατόμου να φτάσει την θεϊκή δημιουργία, και την, για ακόμη μια φορά παρέμβαση των λογοκριτών για την αφαίρεση οποιουδήποτε στοιχείου θεωρείτο βλάσφημο (όπως έγινε με την φράση "Now i know what it's like to BE God!"), φανερώνει αν μη τι άλλο και την καθαρά ανθρώπινη φύση της κινηματογραφικής δημιουργίας.
Το "Frankenstein" είναι μια ταινία που είναι πολλά περισσότερα, από μια απλή, ξώφαλτση μεταφορά του λογοτεχνικού δημιουργήματος στην μεγάλη οθόνη: είναι μια ταινία για την θνητή μας φύση, την διαρκή πάλη με τις προσωπικές μας επιλογές και τα κακώς κείμενα που δεν πρέπει ποτέ να αποδίδονται στους Frankensteins αυτού του κόσμου, αλλά σε αυτούς που τους δημιούργησαν.

Τι έμαθα από την ταινία:  Οτι τα ζωγραφιστά background ήταν τόσο cool, οτι ο Karloff ήταν τόσο cool, οτι ο Frankenstein ήταν, είναι και θα είναι τόσο cool.


TRIVIA
  • Τα παπούτσια που φορούσε ο Boris Karloff ζύγιζαν δεκατρία κιλά το ένα!
  • Επίσης πρότεινε να αφαιρέσει ένα τμήμα από τη γέφυρα των δοντιών του, για να είναι πιο επιτυχημένο το μακιγιάζ με το βαθουλωμένο μάγουλο!
  • Ο Karloff θεωρείται από τους ηθοποιούς που άργησε να κάνει το breakthrough του στον κινηματογράφο.  Ξεκίνησε την καριέρα του στα 44.
(ΠΗΓΗ IMDB)

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2013

The Docks of New York: The power of silence

Καλημέρες, καλημέρες!
Το λοιπόν μετά το χθεσινό μου σοκ εξαιτίας του 9ου επεισοδίου του τρίτου κύκλου του "Game of Thrones" (μην ανησυχείτε δεν θα σας κάνω spoiler), και επειδή είχα έναν σωρό ταινιούλες να δω αλλά δεν πρόλαβα μιας που έκανα μαραθώνιο για να τελειώσω την σειρά (κλαψ), σήμερα θα ασχοληθούμε με μια από τις ταινίες που είχα παρακολουθήσει με αφορμή μια σειρά από διαδικτυακά courses που είχα κάνει, και η οποία αποτέλεσε σίγουρα μια από τις πιο ενδιαφέρουσες που είχα είδα στα πλαίσια εκείνων των μαθημάτων.  Επειδή βέβαια το "The Docks of New York" είναι και μια βουβή ταινία, θα έλεγα πως η πρόταση της Παρασκευής απευθύνεται σε πιο σινεφίλ τύπους, αν και είναι γεγονός πως μια από τις πιο ισχυρές εντυπώσεις που έκανε το συγκεκριμένο film, ήταν το πως κατάφερνε να παραμένει τόσο οπτικά σύγχρονο.  Let's start.


O Bill Roberts (George Bancroft), εργάζεται ως θερμαστής σε ένα πλοίο μαζί με ένα τσούρμο ακόμη καπνισμένους άνδρες, επωμιζόμενος την δουλειά του να γεμίζει την φλογιστή χοάνη του πλεούμενου με σκονισμένο κάρβουνο, όντας παράλληλα εξαναγκασμένος να δέχεται τις διαρκείς γκρίνιες του γ' μηχανικού και του καπετάνιου.
Όταν τελικά το πλοίο δέσει για το βράδυ σε ένα λιμάνι της Νέας Υόρκης, οι εργάτες θα έχουν την δυνατότητα να περάσουν τις ώρες τους στην στεριά, πίνοντας, τραγουδώντας, γινόμενοι φέσι και-όπως πάντα-απολαμβάνοντας την παρέα αιθέριων υπάρξεων.  Παρόλα αυτά το βράδυ του Bill φαίνεται να μην εξελίσσεται όπως ακριβώς το περίμενε, μιας που η απόπειρα αυτοκτονίας μιας όμορφης, νεαρής γυναίκας, θα τον κινητοποιήσει και θα την σώσει.  Αμέσως η σχέση της γοητευτικής Mae (Betty Compson) με τον σκληροτράχηλο σωτήρα της, θα αποτελέσει το highlight ολόκληρης της ταινίας, μιας που τόσο η παραδοσιακή, άδικη μεταχείρισή της πρωταγωνίστριας από τα παντός είδους αρσενικά (και κατ' επέκταση η ανάγκη της για έναν σωστό άνθρωπο βρε αδελφέ!), όσο και η ανάγκη του δυναμικού ήρωα να βρει επιτέλους ένα σχεσιακό λιμάνι και να αφήσει τα τσιλιμπουρδίσματα στην άκρη, θα οδηγήσουν και τους δυο τους σε έναν φλογερό, αντισυμβατικό δεσμό.  Ή κάτι σαν δεσμό τέλος πάντων...


Παρά το γεγονός πως πολλοί πιστεύουν οτι οι ταινίες της βουβής εποχής του κινηματογράφου, απολαμβάνονταν από το κοινό σε πραγματικά σιωπηλές συνθήκες (και εγώ το ίδιο πίστευα), παρόλα αυτά κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε, μιας που ως επί το πλείστον ταινίες όπως το "The Docks of New York" προβάλλονταν πάντα με την συνοδεία live μουσικής, πιάνου και κλασικών κομματιών, ακριβώς δηλαδή όπως γίνεται και στις μέρες μας στα διάφορα κινηματογραφικά φεστιβάλ που φιλοξενούν σπουδαία έργα μιας άλλης εποχής.
Εξίσου εντυπωσιακό είναι και το γεγονός πως από τις απαρχές ήδη του κινηματογράφου, είχαν ξεκινήσει και οι προσπάθειες για την είσοδο του ήχου στα ταινιακά δημιουργήματα, ο οποίος όμως αντιμετώπιζε δυσκολίες κυρίως εξαιτίας των τεχνολογικών περιορισμών της εποχής. 
Ήδη για περισσότερο από μια εικοσαετία, τα studio της εποχής έκαναν τεράστιες προσπάθειες να ξεπεράσουν το ακουστικό "πρόβλημα" συνοδεύοντας τις ταινίες με λυρικές μελωδίες, την ίδια στιγμή που προσπαθούσαν να συγχρονίσουν πρόζα και οπτική παρουσία, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία.  Μέχρι δηλαδή το σωτήριο έτος του 1927, όταν και γυρίστηκε το "The Jazz Singer", η πρώτη part talkie ταινία, την σιωπή της οποίας έσπαγε ο πρωταγωνιστής, ο οποίος σε διάφορες α λα musical στιγμές αναλάμβανε τραγουδιστική και χορευτική δράση.
Η πρώτη ολοκληρωμένη ακουστική ταινία ήρθε τελικά έναν χρόνο μετά, άκουγε στο όνομα "Lights of New York" και παρά το γεγονός πως αποτελούσε ένα μάλλον κακό δείγμα γκανγκστερίζοντος φιλμ, με noir πινελιές, έφερε στην ουσία μια και καλή την έννοια του ήχου μέσα στο φιλμ.  Σίγουρα ο απόλυτος εναρμονισμός των δυο προϋπέθετε αρκετές ακόμη προσπάθειες, το θέμα όμως είναι πως το πάντρεμα των πρωταρχικών συστατικών του κινηματογράφου, ήταν πλέον οριστικό και αμετάκλητο.


Είναι πολύ πιθανό στις μέρες μας, ο βωβός κινηματογράφος να μοιάζει εντελώς απαρχαιωμένος, βαρετός και ως η εύκολη λύση σε μια εποχή που η παραγωγή των ταινιών αναλωνόταν σε χωρικά σκηνικά, ζωγραφισμένους ορίζοντες και σενάρια που είτε θα αποτελούσαν ρομαντζάδικη έμπνευση, είτε θα βασίζονταν σε θρησκευτικούς, ιστορικούς ή βιβλιακούς μύθους.  Τα πράγματα όμως δεν ήταν τόσο απλά.
Όταν δεν έχεις στην διάθεσή σου μερικούς έξυπνους διαλόγους, χιουμοριστικές ατάκες και πρόζα ικανή να κρατήσει το ενδιαφέρον του θεατή αμείωτο, τότε είναι επιτακτική η ανάγκη εύρεσης ενός διαφορετικού τρόπου, μιας διαφορετικής προσέγγισης, προκειμένου να μιλήσεις πρώτα στο συναίσθημα και μετά στο μυαλό του κοινού.  Και αυτός ο τρόπος είναι το απόλυτο στιλιζάρισμα της εικόνας.
Ο γερμανικός εξπρεσιονισμός έκανε μια πολύ καλή δουλειά πάνω σε αυτό μέσα από την χρήση των σκληρών του φωτοσκιάσεων, την χαρακτηριστική λειτουργία του κιαροσκούρο, των μακιγιαρισμένων και σχεδόν εξωπραγματικών του πρωταγωνιστών, καθώς και της γενικότερης αίσθησης μιας απομάκρυνσης από την αναπαράσταση της πραγματικότητας (τον βασικό σκοπό του κινηματογράφου για χρόνια), μέσω της δημιουργίας ενός καταφανώς επίπλαστου και ψεύτικου κόσμου.
Όσον αφορά την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η Αμερική χαρακτηριζόταν από έναν μεγάλο αριθμό ταινιών οι οποίες ενίσχυαν στο φουλ την προοπτική της δραματικής μυθοπλασίας, με στόχο φυσικά να καταστήσουν το κοινωνικό στοιχείο και τις περιπέτειες των ηρώων, κομμάτι του οπτικού κόσμου και μόνο.  Για τον λόγο αυτόν το "λεξιλόγιο" που χρησιμοποιούσαν, ήταν αναγκασμένο να μετουσιώνεται σε εικόνες, αισθήματα, λειτουργικούς φωτισμούς και κατανοητές ιστορίες, προκειμένου να υπερκεράζεται έτσι η απουσία του ήχου.


Το "The Docks of New York" μνημονεύεται ως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά, πιο ουσιαστικά και πιο καλοφτιαγμένα βουβά ταινιάκια μιας κατά τα άλλα μεταβατικής εποχής, αφού που είναι σκηνοθετημένο το 1928.
Ο σκηνοθέτης του Josef von Sternberg, αποτελούσε μια από τις πιο επιφανείς κινηματογραφικές μορφές της εποχής, καταφέρνοντας πάντα να περνάει μέσα στα δημιουργήματά του την ομορφιά των εικόνων, αλλά και έναν υποβόσκον κοινωνικό σχολιασμό ο οποίος δεν χάιδευε αυτιά, απλώς έλεγε τα πράγματα με το όνομά τους.  Όπως ακριβώς έκανε και στη σημερινή μας ταινία.
Έχοντας συνεργαστεί πολλές φορές στην δεκαετία του '30 με μια από τις πιο σαγηνευτικές θηλυκές παρουσίες, την Marlene Dietrich, o von Sternberg, αποτελούσε κλασική σκηνοθετική παρουσία και των προηγούμενων ετών, χάρη στα βουβά του αριστουργήματα, με το "The Docks of New York" να αποτελεί ένα εξ' αυτών.
Σε αντίθεση με άλλους δημιουργός, ο  von Sternberg προτιμούσε να σκηνοθετεί ιστορίες που πατούσαν γερά στα πόδια της κυνικής τους ύπαρξης, γεμίζοντάς τες από απαισιόδοξα συναισθήματα, άγριους άνδρες, τσαμπουκαλεμένες γυναίκες και έναν κόσμο που ζει και αναπνέει στο περιθώριο.  Κι όμως, μέσα σε όλη αυτή την περιρρέουσα ανυπαρξία και τον ύμνο στις δυσκολίες της ζωής, έβρισκε διαρκώς αφορμές προκειμένου να εισάγει την δυνατότητα ύπαρξης της ομορφιάς, είτε αυτή εκφράζεται ως ένας μαλακός φωτισμός που λούζει το πρόσωπο της ηρωίδας, είτε ως ένα εννοιολογικό καρέ, είτε ως μια πράξη συμπάθειας και συμπόνοιας των κατατρεγμένων του ηρώων, οι οποίοι όμως ποτέ δεν εγκαταλείπουν.  Ή ακόμη κι αν το κάνουν, είναι σίγουρο οτι θα σωθούν.  Με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο.


Χρησιμοποιόντας την κάμερά του με έναν αντισυμβατικό για εποχή τρόπο, χωρίς αυτή να αναλαμβάνει έναν στατικό και απλώς διηγηματικό ρόλο, ο Sternberg την καθιστούσε βασικό στοιχείο διαμόρφωσης ατμόσφαιρας, την ίδι στιγμή που οι περίτεχνες γωνίες λήψεις του, σου έλεγαν πολλά περισσότερα απ'οτι θα μπορούσε να πει ο καλύτερος διάλογος.
Η εισαγωγή του χαρακτήρα στην ιστορία, αποτελεί επίσης μια ενδιαφέρουσα πινελιά στην ταινία, ιδιαίτερα όταν την δείτε (ή αν την έχετε ήδη δει), σε ότι αφορά την γνωριμία του θεατή με την Mae, την οποία αποφασίζει να μας την συστήσει με έναν καθόλα πρωτότυπο και καθόλου κλισέ τρόπο, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο την αίσθηση της αφαιρετικότητας η οποία χαρακτήριζε τον βουβό κινηματογράφο.
Η απουσία της αγάπης, ενός χαρούμενου γάμου, μιας ουσιώδους ανθρώπινης σχέσης, αποτελούν επαναλαμβανόμενα μοτίβα στην ταινία, τα οποία βλέπουμε σε όλες τις εκφάνσεις τους: από την απόπειρα αυτοκτονίας της Mae, μέχρι το φάγωμα του καπετάνιου με την γυναίκα του, και την τσαχπινιά του Bill ο οποίος είναι πασιφανές πως αποτελεί εκείνο το πρότυπο του άνδρα που γυρνάει από κανάρα σε κανάρα.  Στην ουσία ο κόσμος του Sternberg είναι ο αληθινός, ο σκληρός κόσμος μιας εξίσου σκληρής και απτής πραγματικότητας (απόλυτη αναπαράσταση), ο οποίος όμως αφήνει τελικά κάποια περιθώρια σωτηρίας.  Και αυτό ακριβώς είναι που έχει σημασία, τόσο σε καλλιτεχνικό, όσο και σε υποθεσιακό επίπεδο.
Το "The Docks of New York" είναι μια απρόσμενη εμπειρία για κάθε θεατή από εμάς που έχει συνηθίσει πλέον σε ένα διαφορετικό κινηματογραφικό μοντέλο.  Όσοι αγαπάτε τον κινηματογράφο και θέλετε να δείτε κάτι διαφορετικό, δεν έχετε παρά να την επιλέξετε και είμαι σίγουρη οτι θα εκπλαγείτε ευχάριστα, τόσο από τις καλοπαιγμένες ερμηνείες και το χιούμορ, όσο και από την σκηνοθεσία η οποία χαρακτηρίζεται από μια απρόσμενη, σύγχρονη ματιά.  Και βρισκόμαστε μόλις στο 1928...

Τι έμαθα από την ταινία: Πολλά, πολλά πράγματα...

μια ελάχιστη μόνο γεύση...


No trivia

Δευτέρα 8 Απριλίου 2013

Persona: Psychoanalysis and the phase of the mirror

Καλημέρα καλημέρα σε όλους!  Φθινοπωρινός ο καιρός σήμερα, και μάλλον κάπου θα σας απομουντάνω και εγώ, με την επιλογή της σημερινής μας ταινίας.  Επειδή γενικώς αυτές τις μέρες είμαι ή του ύψους, ή του βάθους από πλευράς διάθεσης, και επειδή όλο με κάτι σειρές καταπιάνομαι (σύντομα θα τα πούμε και για το "House of Cards"), είπα να κάνω και την δική μου μικροανάλυση, απέναντι σε μια από τις πιο δύσκολες στην κατανόηση ταινίες που έχω δει: την "Persona" του Bergman.  Η αλήθεια είναι πως η ενασχόληση με τέτοιου είδους ταινίες, στα πλαίσια ενός σεμιναρίου, σου ανοίγει λιγάκι περισσότερο τους ορίζοντές του, είτε μιλάμε για μια αρχική κατανόηση της ψυχανάλυσης εν προκειμένω, είτε για την σταδιακή γνώση των νορμών από τις οποίες απαρτίζεται η ίδια η ζωή.  Αν και το ξεκλείδωμα των κωδίκων αυτών των ταινιών, περιλαμβάνει μπόλικο, ειδικευμένο διάβασμα (το οποίο ούτε καν έχω φανταστεί να κάνω), εντούτοις ακόμα και ο πιο αδαής (όπως εγώ), μπορεί να πάρει μια πρώτη γεύση, μέσα από την ενασχόλησή του με μια σειρά θεματικών, που περιλαμβάνουν, καινούριες για τον καθέναν από εμάς, ιδέες και προοπτικές.  Συνεπώς, σήμερα θα ασχοληθούμε με την ψυχανάλυση και της θεωρίες της.  Θα προσπαθήσω να είμαι όσο πιο περιεκτική γίνεται, γιατί είναι και Δευτέρα βεβαίως, βεβαίως.  Ένα μεγάλο ευχαριστώ επίσης στον δάσκαλο Μάκη Μωραϊτη, για όλα αυτά που μας εξήγησε/δίδαξε/έμαθε.  Και για όλα αυτά που θα μας εξηγήσει/διδάξει/μάθει.


H Alma (Bibi Andersson), είναι μια νεαρή νοσηλεύτρια, η οποία επωμίζεται την φροντίδα μιας όμορφης ηθοποιού, της Elisabeth (Liv Ullmann).  Κατά την διάρκεια του ρόλου της ως Ηλέκτρα (κρατήστε το αυτό), η Elisabeth έπαψε ξαφνικά να μιλά, χωρίς κανέναν προφανή λόγο και με την ίδια να διατηρεί κατά τα άλλα, σώας τας φρένας της.  Μην ανταλλάσσοντας πλέον και την παραμικρή κουβέντα, και μάλιστα μέσω της απόλυτα συγκρατημένης της στάσης, η Alma, θα προσπαθήσει να εκμαιεύσει από εκείνην τους λόγους που την οδήγησαν σε μια τέτοια απόφαση, αποδεχόμενη την πρόταση της επικεφαλούς ψυχιάτρου του νοσοκομείου, να μεταβεί μαζί με την Elisabeth στο εξοχικό της, κοντά στην θάλασσα, προκειμένου εκεί να συνεχιστεί η θεραπεία της ντίβας του θεάτρου.  Καθώς όμως οι μέρες περνούν και οι δυο γυναίκες έρχονται όλο και πιο κοντά, σύντομα θα βρουν τους εαυτούς τους να ταυτίζονται, με την Alma να "γίνεται" Elisabeth και τούμπαλιν.  Φυσικά και μιλάμε για μια ψυχολογική/-αναλυτική μεταμόρφωση, κάτι ανάλογο με την "μεταμόρφωση" την οποία είχε υποστεί και ο ήρωας του Κάφκα, στο ομώνυμο έργο του.  Και κάπου εκεί οι πύλες της ψυχανάλυσης, στέκουν ορθάνοιχτες...


Ο Ingmar Bergman είναι ένας σκηνοθέτης που δεν χρειάζεται και πολλές συστάσεις.  Μετρώντας στο ενεργητικό του περισσότερες από 60 ταινίες, και αποτελώντας ταυτόχρονα σκηνοθέτη, σεναριογράφο και παραγωγό, θα έλεγε κανείς πως αποτέλεσε έναν από τους πιο εμπνευσμένους, ταλαντούχους και οξυδερκείς δημιουργούς, που πέρασαν ποτέ από την παγκόσμια κινηματογραφική ιστορία.  Το γεγονός εξάλλου οτι μνημονεύεται μέχρι σήμερα για τις σημειολογικές προσεγγίσεις των ταινιών του, και την κλασική θεματική του που αφορούσε αφενός, την διαρκή πάλη του ανθρώπου, με την θνητή του φύση (εν ολίγοις, το αδυσώπητο πέρασμα του χρόνου και την αέναη προσπάθεια για μια επανάκτηση του χαμένου, α λα Προυστ χρόνου, όπως π.χ στην ταινία του "Wild Strawberries"), και αφετέρου την μόνιμη αμφισβήτηση της ύπαρξης τους Θεού (τι είναι ο Θεός; υπάρχει; και αν ναι, που βρίσκεται;...), κάνουν ακόμη πιο κατανοητούς τους λόγους για τους οποίους αυτός ο auter, θεωρήθηκε και θεωρείται ακόμα, ένας εκ των κορυφαίων: γιατί κατάφερνε πάντα να συνδυάζει φόρμα και περιεχόμενο, ακόμα και σε μια καριέρα με τόσο, φαινομενικά, ετερόκλητες ταινίες, οι οποίες ακόμη κι αν φάνταζαν ολότελα διαφορετικές, διαπνέονταν εντούτοις από την κοινή τους κινηματογραφική πραγματικότητα.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση το "Persona", ίσως και να αποτελεί μια από τις ταινίες του, στις οποίες έχουμε μια σαφέστατη προπόρευση του περιεχομένου (υπό την μορφή της αναλυτικής και διεξοδικής μελέτης της βαθύτερης ιστορίας που κρύβεται πίσω από το όποιο story), έναντι της σκηνοθετικής οπτικής, χωρίς αυτό να σημαίνει πως εκείνη παύει να υφίσταται.  Υπάρχει, μόνο όμως ως σινεφιλίδικη αναφορά (κυρίως στην αρχή και το τέλος της ταινίας), όπως πολλοί μπορούν να την ερμηνεύσουν, αλλά και ως μια αυτοβιογραφική παραπομπή, στην δική του σκηνοθετική δράση.


Αν και η ταινία θα μπορούσε να αναλυθεί κάτω από το γενικολογικό πρίσμα μιας εν δυνάμει ψυχανάλυσης (αυτό το είχα αντιληφθεί και εγώ, πριν μάθω δυο μόλις πραγματάκια για διάφορες θεωρίες, τις οποίες συναντάμε μέσα στο φιλμ), αυτό που έχει ενδιαφέρον, είναι να την εντάξουμε τελικά μέσα στο πλαίσιο του ψυχαναλυόμενου και του ψυχαναλυτή.
Αυτή η σχέση αποτελεί μια από τις πιο εντυπωσιακά αλληλοεξαρτώμενες περιπτώσεις, κατά τις οποίες ο ασθενής και ο ειδικός, έρχονται σε μια τέτοια ταύτιση, μετά από την πάροδο μιας συγκεκριμένης χρονικής στιγμής (ή αλλιώς, μετά από μια σειρά τακτικών συνεδριών), ώστε μετά την κρεσεντική, ύψιστη "κορύφωση" της απόλυτης ταύτισης, ο ασθενής, καταλαμβάνει συνήθως μια στάση άμυνας απέναντι στον ψυχαναλυτή, μη αποδεχόμενος τις δικές του σκέψεις αναφορικά πάντα με τα εσωψυχικά προβλήματα που ο ίδιος του έχει εκμυστηρευτεί.  Αυτό το οποίο συμβαίνει, είναι στην ουσία ένα είδος "μετάβασης" (transference), των ελπίδων και των επιθυμιών του ασθενή, στο πρόσωπο του ψυχαναλυτή του, το οποίο όταν φτάσει στην υπέρτατή του μορφή (positive transference), μετά οδηγείται στην αντίθετη πλευρά, αυτή της αντίδρασης, της κόντρας και της κριτικής εκτίμησης του ειδικού από τον ασθενή (negative transference).
Αυτήν ακριβώς την βασική, ψυχαναλυτική σχέση εξεταστή και εξεταζόμενου, είναι που θέτει τελικώς στο προσκήνιο και ο Bergman στην "Persona" του, αφού η προοδευτική ταύτιση των δυο γυναικών, παραπέμπει ξεκάθαρα στην σταδιακή ταύτιση των δυο συμμετεχόντων, σε μια διαδικασία ψυχαναλυτικής ενδοσκόπησης.  Φυσικά, το πράγμα δεν μένει στεγνό και άνευ φροντίδας, μιας που ο Bergman μοιράζει ορθά τους ρόλους του, ακριβώς όπως και τις παραπομπές, τα υπονοούμενα και τα κρυμμένα νοήματα, όπως αυτά εναλλάσσονται διαρκώς, μέχρι και το τέλος της ταινίας.


Ένα από τα πιο αξιόλογα κομμάτια της ταινίας, το οποίο παρέχει μια σειρά από πληροφορίες τις οποίες θα μπορούσε κανείς να χρησιμοποιήσει, προκειμένου να την αναλύσει, είναι η παρουσία του αγοριού στην αρχή της, ενός αγοριού το οποίο όπως όλα δείχνουν, βρίσκεται στο νεκροτομείο.  Το γεγονός βέβαια οτι το αγόρι είναι ζωντανό, καθιστά την συγκεκριμένη σκηνή περισσότερο μεταφορική, παρά κυριολεκτική, θέλοντας ο Bergman με τον τρόπο αυτό, να πει προφανέστατα κάτι.  Τι όμως;
Όπως μαθαίνουμε στην συνέχεια της υπόθεσης, η Elisabeth έχει έναν γιο, τον οποίο όμως δεν θέλει, έχει απαρνηθεί.  Έχοντας αυτό ως γνώμονα (το οποίο ξαναλέω, μαθαίνουμε λιγάκι αργότερα, και αφού έχουμε ήδη δει το παιδί), μπορούμε να πούμε οτι η νεκρή διάσταση του παιδιού, έχει να κάνει με το τρόπο με τον οποίο αντικατοπτρίζεται ο εαυτός του, στην διάθεση της μάνας.  Αφού για εκείνην (ας μην ξεχνάμε πως η μάνα, αποτελεί το πρόσωπο του πρώτου πόθου του κάθε παιδιού) δεν "υπάρχει" πια, είναι συνεπώς "νεκρό".
Αυτό που γίνεται αντιληπτό και που μοιάζει να επανέρχεται σε κάθε ψυχαναλυτική θεωρία, είναι το μοτίβο του Οιδιπόδειου συμπλέγματος, γεγονός που έρχεται και κουμπώνει, ακόμα και με τον ρόλο τον οποίο υποδυόταν η Elisabeth πάνω στην σκηνή, μιας που η Ηλέκτρα, με την τεράστια αγάπη στον πατέρα και την μητρική της αντιζηλία, αποτελεί εδώ ιδανική, "τραγική" αναφορά, στην μυθοπλασία της ταινίας.  Άρα θα έλεγε κανείς πως το παιδί, παίζει βασικό ρόλο μέσα στην "Persona", καθώς χαρακτηρίζει με το υποκειμενικό του βλέμμα, όλο το πλαίσιο της ιστορίας.  Ναι, αλλά πως γίνεται αυτό από την στιγμή που το βλέπουμε μόνο μια, δυο φορές;  Γιατί απλά η Alma λειτουργεί σαν τον παιδικό διαμεσολαβητή, μεταφέροντας στην Elisabeth όλους τους φόβους και τα γιατί της εγκατάλειψής του/της, από εκείνη.  Φυσικά από την ατέλειωτη ομιλία της Alma (η οποία αποτελεί τον συνδετικό κρίκο όπως είπαμε, ανάμεσα στην μάνα και το παιδί), δεν λείπουν και τα δικά της προσωπικά βιώματα, οι ανησυχίες και η υστερική της φύση.  Πόσο τυχαίο νομίζετε πως είναι το γεγονός, οτι η Elisabeth ακούει στωικά κάθε λέξη της Alma, ενώ εκείνη μιλάει ώρες επί ωρών;  Καθόλου, για τον λόγο οτι η αντιστροφή των ρόλων έχει επέλθει, με αποτέλεσμα η ασθενής Elisabeth να αναλάβει τον ρόλο του ακουστικού ψυχαναλυτή, ενώ η νοσηλεύτρια Alma, αυτόν του ψυχαναλυόμενου, ο οποίος στην ουσία είναι το ίδιο το παιδί.  Το αγόρι, ψυχαναλύεται απέναντι στο αντικείμενου του οιδιπόδειου συμπλέγματός του, επιθυμώντας την οριστική και αμετάκλητη αποσύνδεσή του από αυτό.


Εκτός από το θέμα της ταινίας το οποίο μόνο ελάχιστα κατανοητό μπορεί να έκανα εδώ (ή και καθόλου), ο Bergman ενισχύει την άποψη περί ταύτισης ή και απόλυτου διαχωρισμού, μέσα από το αντιπαραδοσιακό μοντάζ, στο οποίο δεν έχουμε την κλασική εναλλαγή των προσώπων όπως γίνεται για παράδειγμα σε μια συζήτηση.  Αυτό που έχει σημασία στην προκειμένη περίπτωση, είναι η προοπτική που μας δίνεται για κάθε μια από τις δυο γυναίκες, καθώς και το πως μπορεί αυτό να εκφραστεί στοιχειωδώς, μέσα από την σκηνοθεσία.
Γενικώς το "Persona" είναι μια ταινία που έχει μπόλικο ζουμί, αλλά που ακόμη κι αν αποφασίσετε να τσεκάρετε, σίγουρα θα πρέπει να ρίξετε μια ματιά πρώτα σε θεωρίες όπως αυτή του Λακάν, αναφορικά με την "φάση του καθρέφτη", αλλά και την ουσία της "primal scene", αναφορικά με την ομαλή σεξουαλική ανάπτυξη ενός παιδιού.  Όσα περισσότερα διαβάσετε, τόσο πιο πολύ θα σας ανοιχτεί ο κόσμος της συγκεκριμένης ταινίας, και γιατί οχι, και πολλών ακόμη.  Και εγώ στο ψάξιμο είμαι.  Έχω δρόμο ακόμη....

Τι έμαθα από την ταινία: Έμαθα πολλά και διάφορα, τι να λέμε τώρα...


No trivia

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013

The Ghost Ship: Covered horror

Καλημέρα σε όλους, καλή εβδομάδα και καλή καθαρά Δευτέρα να έχουμε.  Κοιτάξτε μόνο να μην παραβαραρύνετε με το φαγητό και δεν μπορείτε να δείτε την ταινία που θα σας προτείνω σήμερα, αν και έτσι κι αλλιώς, όπως είχα πει και από την περασμένη εβδομάδα, όντας παλιά, απευθύνεται σε πιο σινεφίλ κοινό, μιας που είναι σίγουρο πως αν κάποιος αποφασίσει να την δει (ο οποίος στην τελική δεν πολυασχολείται και με τον κινηματογράφο), θα βαρεθεί την ζωή του.  Όσοι λοιπόν θέλουν να μάθουν το κατιτίς παραπάνω, μιας που και εγώ την ταινία την είδα υπό την καθοδήγηση του καθηγητή στις ιντερνετικές διαλέξεις που έκανα, μπορούν να απολαύσουν το "The Ghost Ship", μιας ταινία με πραγματικό, κεκαλυμμένο τρόμο, του 1943.  Προσέξτε, δεν μιλάμε για την μούφα που κυκλοφόρησε με τον ίδιο σχεδόν τίτλο το 2002.  Μιλάμε για μια μια b movie (από πλευράς όμως, μόνο προϋπολογισμού και τίποτα άλλο), της δεκαετίας του ΄40, παραγόμενη από ένα από τα μεγαλύτερα στούντιο της εποχής: το RKO.

Ο νεαρός Tom Merriam (Russell Wade), αποτελεί το νέο μέλος του πληρώματος του πλοίου Altair, στο οποίο και αναλαμβάνει την θέση του 3ου αξιωματικού, "κάτω" φυσικά από τον σοβαρό και μετρημένο καπετάνιο, Will Stone (Richard Dix), παλιά καραβάνα του ναυτικού, που έχει φάει την θάλασσα με το κουτάλι, αποτελώντας κλασική περίπτωση ανθρώπου που ζει και αναπνέει για τα ταξίδια.
Από την αρχή κιόλας, φαίνεται πως οι σχέσεις των δυο ανδρών δεν θα μπορούσαν να ήταν καλύτερες, μιας που ο Merriam, στον οποίο κολλάνε το παρατσούκλι "Tertius" (λόγω της "τρίτης" θέσης του στην ιεραρχία), φαίνεται να βρίσκει στο πρόσωπο του καπετάνιου, την φιλοδοξία του να αναλάβει κάποια στιγμή και αυτός το τιμόνι ενός πλοίου, ενώ και ο Stone, θυμάται και νοσταλγεί τα νεανικά του χρόνια, όταν παιδαρέλι ακόμα μπάρκαρε με το πρώτο του σκαρί, περνώντας τελικά μια ολόκληρη ζωή μακριά από την αγκαλιά μιας γυναίκας και την σταθερότητα μιας οικογενειακής εστίας.
Όταν λίγο μετά τον απόπλου, αρχίσουν να συμβαίνουν περίεργα φαινόμενα, τα οποία περιλαμβάνουν τον θάνατο κάποιον μελών του πληρώματος, ο Merriam θα θορυβηθεί από την κατάσταση και θα προσπαθήσει να ρίξει λίγο φως σε αυτή την ιστορία.  Στην προσπάθειά του όμως να βρει τους λόγους αυτής της θαλασσινής κατάρας, όλα μοιάζουν να οδηγούν στον καπετάνιο.  Τον καπετάνιο που έχει μανία με τον έλεγχο και την εξουσία...


Βρισκόμαστε στην δεκαετία του '40, σε μια εποχή όπου ο ήχος αποτελούσε ήδη αναπόσπαστο κομμάτι των ταινιών, ήδη από τις περασμένες δεκαετίες, μιας που μέχρι και τα πρώτα χρόνια του '30, τουλάχιστον ένα 80% των κινηματογραφικών αιθουσών, παρουσίαζαν ταινίες οι οποίες είχαν τελικώς καλοδεχθεί και προσαρμοστεί στις απαιτήσεις του ήχου.
Γεγονός είναι πάντως, πως ο κινηματογράφος βίωνε εκείνα τα χρόνια δυο, από τις πιο ρηξικέλευθες αλλαγές του: τον ερχομό του ήχου και λίγο αργότερα, του χρώματος.  Φυσικά αυτή η μετάβαση δεν ήταν καθόλου απλή και εύκολη, αλλά χρειάστηκαν προσαρμογές, τεχνικές αλλαγές και ένα σωρό άλλες μετατροπές, προκειμένου να οδηγηθούμε στην φυσική πρόοδο της 7ης Τέχνης.  Ακόμη και αν οι προσπάθειες είχαν ξεκινήσει πολύ νωρίτερα (από τα τέλη του 1880), εντούτοις το έδαφος ήταν μόλις τότε πρόσφορο, προκειμένου κάτι τέτοιο να γίνει πραγματικότητα.
Δεν είναι τυχαίο που κάθε φορά αναφερόμαστε στην Χρυσή Εποχή του Hollywood, η οποία εντοπίζεται κάπου στο '50, παρόλα αυτά οι βάσεις της, είχαν αρχίσει να θέτονται πολύ νωρίτερα, με το σημερινό μας "Ghost Ship", να αποτελεί μια πολύ καλή ευκαιρία, προκειμένου να το δούμε αυτό και στην πράξη.
Η παραγωγή της ταινίας όπως είπαμε, έγινε από ένα από τα μεγαλύτερα, στούντιο παραγωγής, της RKO, η οποία μετρούσε στο ενεργητικό της σπουδαίες ταινίες, όπως το "Citizen Kane".  Μιας και μιλάμε στην συγκεκριμένη περίπτωση για το "Ghost Ship", μια ταινία τρόμου, δίχως τρόμο, η RKO, διέφερε ολοκληρωτικά από άλλες στουντιακές παραγωγές, αφού σε αντίθεση με τις ταινίες της Universal ("Frankenstein", "Dracula"), προτιμούσε να κρατάει την πηγή του τρόμου της, κρυφή.  Ακολουθούσε αν θέλετε το μονοπάτι του υπαινικτικού φόβου, χωρίς να αποκαλύπτει ποτέ το όποιο τέρας, το οποίο έτσι κι αλλιώς δεν λειτουργούσε και τόσο στα πρότυπα του σωματοποιημένου τρόμου.  Αν μάλιστα έπρεπε να βρούμε κάποιον υπεύθυνο, γι' αυτή την στρατηγική της κεκαλυμμένης φοβίας, αυτός θα μπορούσε να αναζητηθεί στο πρόσωπο, του κινηματογραφικού παραγωγού και σεναριογράφου, Val Lewton.


O Val Lewton ήταν ένας άνθρωπος ο οποίος παρέα με τους συνεργάτες του, προσπαθούσε να βγάζει πάντα το καλύτερο δυνατόν, από οτι ήταν διατεθειμένη να του προσφέρει η εποχή.  Για παράδειγμα, όπως φαίνεται και από το "Ghost Ship", η χρήση του ήχου, γινόταν στα χέρια του σωστό χρυσωρυχείο εννοιών και υπονοούμενων, μέσω των οποίων μπορούσε να δώσει το στίγμα, να δημιουργήσει την κατάλληλη-ζοφερή εδώ-ατμόσφαιρα και να "παίξει" στην ουσία με όλα τα καλούδια που του έδινε, προκειμένου να δημιουργήσει έναν κόσμο απειλητικό και τρομακτικό, όσο και μίζερα καθημερινό.
Αυτό που ίσως έκανε τις ταινίες του να ξεχωρίζουν, ταινίες "φτηνές", οι οποίες πολλές φορές χρησιμοποιούσαν σκηνικά άλλων φιλμ (όπως γίνεται και εδώ, μιας που το σκηνικό του πλοίου, αποτελούσε τμήμα της ταινίας "Pacific Liner" του 1939), είναι πως ο Lewton, φαινομενικά, δημιουργούσε μια υποθεσιακή κατάσταση, με σκοπό τις περισσότερες φορές αυτή, να παραπέμπει σε b-movie, horror-ικές διαστάσεις, εντούτοις, αν κάποιος αποφάσιζε να τις κοιτάξει λίγο καλύτερα, θα έβλεπε πως αυτές παρέπεμπαν σε πολύ ουσιαστικότερα, οικουμενικά θέματα.  Για παράδειγμα η ταινία του "Cat People", αφορά μια γυναίκα που μεταμορφώνεται σε γάτα.  Στην ουσία όμως, είναι μια ταινία η οποία εξερευνά τα όρια της γυναικείας ετεροσεξουαλικότητας.  Το ίδιο ισχύει και για το "I Walked With a Zombie", μια ταινία η οποία επί της ουσίας μιλά για τις δυσκολίες ενός γάμου, τα στερεότυπα και τον εξαναγκασμό των ατόμων να χωρέσουν σε καλούπια τα οποία δεν τους ταιριάζουν.
Όπως γίνεται φανερό, ο Lewton δεν θα μπορούσε να αναλωθεί σε κλασικά μοτίβα, προχειροδουλεμένου τρόμου, αλλά επιλέγει να τον καταστήσει σαφή, μέσα από την χρήση όλων των υλικών που μπορεί να έχει στην διάθεσή του: από τα σκηνικά και τον φωτισμό, μέχρι τα ηχητικά μοτίβα, τα οποία στο "Ghost Ship" είναι εκείνα που χτίζουν την πρέπουσα ατμόσφαιρα, αργά, σταδιακά και αποκαλυπτικά.
Βλέποντας εξάλλου κανείς την ταινία, σίγουρα αρχίζει να απορεί ως προς το, ποιο είναι το φάντασμα του πλοίου;, τι θέλει να μας δείξει ο σκηνοθέτης, με την έντονη χρήση των θαλασσινών ήχων και των μεταλλικών κρότων του πλοίου;, τι κρύβεται τέλος πάντων, πίσω από το πλήρωμα, τον καπετάνιο, ακόμα και το ίδο το όνομά του καραβιού;.  Κρύβονται πολλά, βασικά μια ολόκληρη κοσμοθεωρία στο πως πρέπει να αντιμετωπίζεται δημιουργικά το χτίσιμο ενός εν δυνάμει σασπένς.  Και με βάση αυτό, το "The Ghost Ship" είναι σίγουρα, ένα από τα πιο underrated, κλασικά ταινιάκια εποχής.


Επειδή μάλιστα οι κόσμοι του καλού και του κακού, είναι συνήθως στις ταινίες του σαφέστατοι, ο Lewton θεωρεί, πως το καλύτερο είναι να αποδείξει πως μπορεί ο χαρούμενος, φωτεινός κόσμος να είναι καλός και σωστός και τίμιος, εκ πρώτη όψεως, αυτός όμως που κρύβεται από πίσω του, ο σκοτεινός και απειλητικός, είναι έτη φωτός πιο ενδιαφέρον, κατάλληλος για κάθε τρομακτική και ουσιαστική πινελιά, την οποία απαιτεί για χάρη του εαυτού του, αλλά και του κοινού του.  Όπως εξάλλου είχε δηλώσει και ο ίδιος ο Lewton, "αυτά που φαντάζονται οι θεατές όταν βλέπουν τις ταινίες μου, είναι απείρως χειρότερα από αυτά που πρόκειται να τους δείξω εγώ...", δίνοντας προφανών το έναυσμα στο κοινό για την κινητοποίηση μιας φοβικής σκέψης, η ξυσμένη επιφάνεια της οποίας (από τον Lewton και την ομάδα του), προσφέρει το ποσοτικό μερίδιο το οποίο είναι μονάχα απαραίτητο, αφήνοντας στην διακριτική ευχέρεια του κοινού να ενώσει τα κομμάτια και να αντιληφθεί τις πραγματικές πηγές του τρόμου.
Το "The Ghost Ship", χαρακτηρίζεται από μια καθόλα απλοϊκή ιστορία και από μερικούς ακόμη πιο απλούς διαλόγους, έχει όμως φροντίζει να κεντήσει τους ήρωές της με μοτιβικά ψήγματα, τα οποία μέσα από την επανάληψη αποκτούν φρικιαστική σάρκα και οστά.
Η ταινία, όπως κάθε ταινία τρόμου που σέβεται τον εαυτό της, ξεκινάει με ένα πλάνο στο οποίο βλέπουμε το πλοίο να βγαίνει μέσα από την ομιχλώδη θάλασσα, γεγονός που δίνει αυτόματα το στίγμα πως αυτό που θα δούμε, θα είναι βυθισμένο μέσα σε αυτήν την ονειρική αχλή, η οποία δεν προοικονομεί τίποτα το καλό.  Γενικώς η εικόνα και ο ήχος, "ταξιδεύουν" χεράκια χεράκι, μεταδίδοντας τα νοήματά τους, χωρίς όμως ο Lewton να ξεχνά ποτέ, ποιος είναι ο βασικός πρωταγωνιστής του φιλμ: ο ήχος.  Ο τρόπος μάλιστα με τον οποίον αποφασίζει να το καταστήσει αυτό σαφές, είναι κάτι παραπάνω από έξυπνος, μιας που βάζει έναν μουγγό (μέλος του πληρώματος), να σκέφτεται, με το δικό του voice over να "ακούγεται", αποτελώντας στην ουσία την ακουστική σκέψη του, που εμείς μπορούμε να αντιληφθούμε με τον τρόπο αυτό.  Ο μουγγός μάλιστα, δεν είναι καθόλου τυχαία παρουσία, μιας που φαίνεται να λειτουργεί σαν μια άλλη Πυθία, μαντεύοντας τα μελλούμενα και νοιώθοντας από νωρίς το κακό που μοιάζει να συσσωρεύεται στο πλοίο, ατάραχο, διάφανο και μολυσματικό.


Θα μπορούσαμε να μιλάμε για πολύ ακόμα γι' αυτήν την ταινία, παρόλα αυτά, θα αρκεστώ να σας επισημάνω μερικά μόνο από τα μπόλικα μοτίβα της, τα οποία λειτουργούν καταλυτικά και εκφράζουν απόλυτα την κοσμοθεωρία των δημιουργών της.
Στην παραπάνω εικόνα, βλέπουμε έναν τεράστιο γάντζο, ο οποίος κινείται με μανία από την μια πλευρά του πλοίου στην άλλη, με το πλήρωμα να αδυνατεί να τον περιορίσει, θέτοντας τους έτσι όλους σε κίνδυνο.  Θα λέγαμε οτι αυτά τα καθημερινά αντικείμενα του πλοίου, είναι που μεταμορφώνονται στα πολυαναμενόμενα τέρατα.  Τεράστιες αλυσίδες και βαριοί γάντζοι, αλλάζουν θέση, και από ρεαλιστικά στοιχεία, γίνονται υπερρεαλιστικά, αποκτώντας νέες ιδιότητες και λειτουργίες.  Παράλληλα, όπως θα διαπιστώσετε, και το μοτίβο του μαχαιριού, δίνει τον δικό του τόνο στην ταινία, καθώς το βλέπουμε σε διάφορες σκηνές να επαναλαμβάνεται, εντείνοντας την ζοφερότητα του κλίματος.
Το γεγονός πως παράλληλα, το μουσικό score που υποστηρίζει τους εκάστοτε διαλόγους, είτε μειώνεται σε ένα απλό βουητό, είτε λειτουργεί με τέτοιον τρόπο, προκειμένου να υποδηλώσει αλλαγές στις διαθέσεις των ηρώων, αποτελεί μια extra πινελιά, η οποία με τα minimum μέσα (λέγεται πως αν θες να στυλιζάρεις εύκολα μια ταινία, μπορείς να βιαστείς στα τερτίπια του ήχου, βασικό στοιχείο των horror ταινιών), επιτελεί τους δικούς της σκοπούς.  Το παλαντζάρισμα του πλοίου στα κύματα, οι μεταλλικοί ήχοι και το άκουσμα του αέρα, δημιουργούν το κατάλληλο κλίμα μέσα στο οποίο το story εξελλίσεται ακριβώς πάνω στην λειτουργία του ήχου.
Αν θα έπρεπε να το πάμε και πιο μακριά, θα μπορούσαμε να κάνουμε και μια ειδική μνεία, όσον αφορά τα ονόματα που έχουν δοθεί σε ήρωες και πλοίο.  Το όνομα Altair, είναι συνυφασμένο από τα μεσαιωνικά χρόνια με μια δυσοίωνη διάσταση, που παραπέμπει σε κάτι το κακό και το μελλούμενο.  Επίσης εύκολα κανείς υποθέτει πως η λέξη μοιάζει πολύ με το "altar" που σημαίνει βωμός.  Μήπως το πλοίο είναι μια μοναχική οντότητα κακού, γεμάτη πόνο και θάνατο, η οποία απαιτεί την θυσία του πληρώματός της, προκειμένου να συνεχίζει να παραμένει ζωντανή;  Κάπως σαν τον Overlook Hotel στο "The Shining" ένα πράγμα...
Τελικώς το "The Ghost Ship" είναι μια ταινία με πολλά κλειδωμένα μυστικά, τα οποία περιμένει να ξεκλειδώσεις.  Είτε μιλάμε για την χρήση του ήχου, είτε για τις εννοιολογικές παραπομπές των ονομάτων ή και τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα, αυτή η ταινία έχει πολύ ψωμί.  Αρκεί να έχεις την διάθεση να την ανακαλύψεις.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι η τελική της σκηνή, λέει πολλά, προσέξτε την, οτι ο ψεύτικος ουρανός είναι απλά τέλειος, και οτι η χρήση του μουσική κρεσέντου, λέει και αυτό τα δικά του.

Traileraki δεν έχουμε, όπως επίσης και trivia.  Τρέχω για τον ταραμά...


Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013

The Adventures of Robin Hood: Errol Flynn and color

Γεια σας, γεια σας και καλή εβδομάδα!  Τέλος και τα Oscars, τέλος και τα Blogoscars, άντε και του χρόνου καλά να είμαστε, να βρεθούμε πάλι όοοολοι μαζί να ψηφίσουμε αγαπημένες ταινιούλες.  Καλά περάσαμε και στο πάρτι.  Ένας Παπακαλιάτης βέβαια έλειπε, αλλά δεν πειράζει είχαμε τη φάτσα του που τριγυρνούσε από χέρι σε χέρι και κάπως βολευτήκαμε να πεις.  Σήμερα λοιπόν, και αφού τελειώσαμε με αυτά, είπα να το ρίξουμε λιγάκι στην αποτοξίνωση και να ασχοληθούμε με λίγο παλιό, καλό κινηματογράφο.  Πιο συγκεκριμένα, και με αφορμή μια σειρά ιντερνετικών, κινηματογραφικών διαλέξεων που παρακολουθώ, (και οι οποίες τελειώνουν σήμερα, κλαψ!), είδα την ταινία "The Adventures of Robin Hood" (1938), και ομολογώ οτι εξεπλάγην θετικότατα.  Είναι μια ταινία all time classic, η οποία αποτελούσε ακόμα κομμάτι της χρυσής εποχής του κινηματογράφου.  Και σήμερα, θα πούμε μερικά πράγματα γι' αυτήν.  Πάμε λοιπόν.


Όταν μετά το τέλος των Σταυροφοριών, ο βασιλιάς Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος, πιαστεί αιχμάλωτος από τον Λεοπόλδο της Αυστρίας, ο ύπουλος και διψασμένος για εξουσία αδελφός του, Prince John (Claude Rains), θα βρει την κατάλληλη ευκαιρία, προκειμένου να αρπάξει τον θρόνο και να ασκήσει από εκεί την καταπιεστική και δυναστική του εξουσιομανία.
Την ίδια στιγμή ο λαός λυγίζει κάτω από το βάρος της δυσβάσταχτης φορολόγησης και της καταπάτησης των δικαιωμάτων του, με την όποια αντίρρηση του απέναντι στην διακυβέρνηση του βασιλείου από τον Prince John, να πληρώνεται με αίμα και θάνατο.
Μην αντέχοντας όλες αυτές τις αδικίες εις βάρος του αδύναμου κοσμάκη, ένας επαναστάτης με πράσινο κολάν και φτερό στο κεφάλι, γνωστός και ως Robin Hood, Earl of Locksley (Errol Flynn), θα αποφασίσει να ηγηθεί ενός αντάρτικου στρατού, συγκεντρώνοντας στο πλευρό του, κάθε καταπιεσμένο οικογενειάρχη και εργάτη, ο οποίος έχει ανάγκη από έναν αρχηγό, προκειμένου να καταφέρει να σπάσει τα δεσμά της ανελευθερίας του John.  Παράλληλα και επειδή και η εποχή και η έννοια του cinema το σηκώνει, ο Robin, δεν θα μείνει ασυγκίνητος απέναντι στην ομορφιά και το τσαγανό της Λαίδης Marian (Olivia de Havilland), το love story των οποίων θα παίζει ήσυχα και διακριτικά στο background, υποστηριζόμενο από τις ατακαδόρικες αντιδράσεις του Robin.  Και κάπως έτσι γεννήθηκε ο μύθος του "ήρωα με το κολάν" (να' σαι καλά Mel Brooks, και εσύ και οι παρωδίες σου).


Αναμφίβολα ένας από τους μεγαλύτερους δημιουργούς και πιο επιτυχημένους σκηνοθέτες της λαμπρής εποχής του Hollywood, υπήρξε και ο Michael Curtiz, ο οποίος μετρούσε στο ενεργητικό του περισσότερες από 150(!) ταινίες, ανάμεσά τους μερικά από τα σπουδαιότερα, κινηματογραφικά διαμάντια όπως τα "Casablanca" (1942), "Mildred Pierce" (1945) και "Angels with Dirty Faces" (1938), το οποίο μαζί με το "Scarface" του 1932, έθεσαν από την αρχή ψηλά τον πήχη, για κάθε μετέπειτα γκανγκστερικού περιεχομένου ταινία, αλλά και για την ταύτισή τους, με την απαράμιλλης αισθητικής, noir σκηνοθεσία.
Ο Curtiz αποτέλεσε έναν από τους πολλούς δημιουργούς, οι οποίοι εγκατέλειψαν της γενέτειρές τους (ο ίδιος είχε γεννηθεί στην Βουδαπέστη της τότε Αυστρο-Ουγγαρίας, σημερινής Ουγγαρίας), κατά την διάρκεια, αλλά και μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου, μεταβαίνοντας στην Αμερική, όπου και επαναπροσδιόρισαν καριέρες και ζωές.  Βεβαίως τα πράγματα δεν ήταν εύκολα για όλους.  Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα, ήταν και ο διάσημος για το γουρλωτό του βλέμμα (και το περίσσιο ταλέντο δηλαδή), Peter Lorre, ο οποίος έπειτα από την άνοδο των Ναζί στην εξουσία, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Γερμανία, αφούεξαιτίας της εν μέρει, εβραϊκής καταγωγής του, η ζωή του, βρισκόταν σε άμεσο κίνδυνο.  Για διαφορετικούς λόγους, η καριέρα του Γερμανού εξπρεσιονιστή, F.W Murnau, δεν κατάφερε να ανθήσει στην Αμερική, κυρίως εξαιτίας του καλλιτεχνικού χάσματος που επικρατούσε ανάμεσα στο ευρωπαϊκό και αμερικάνικο κοινό, γεγονός που εμπόδιζε τους θεατές να αντιληφθούν το ύφος και το στυλ, του εξαιρετικού αυτού σκηνοθέτη, του φωτός και του σκότους.
Εν προκειμένω ο Curtiz, αποτέλεσε διαφορετική περίπτωση, μιας που από νωρίς εδραίωσε την παρουσία του στο Hollywood, εργαζόμενος για την Warner Bros., ενώ κέρδισε και το Oscar καλύτερου σκηνοθέτη για την "Casablanca".  Από την δεκαετία του '50 και μετά, ακολούθησε μια πτωτική πορεία, μιας που αρκέστηκε στην δημιουργία μιας σειράς από μέτριες ταινίες, πολλές εκ των οποίων τις λες και b movies.  Γεγονός όμως παραμένει πως ο Curtiz, αποτέλεσε έναν από τους μεγαλύτερους και πιο αξιόλογους συντελεστές της πραγματικά χρυσής εποχής, του αμερικάνικου και παγκόσμιου κινηματογράφου.


Μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις (αν οχι η μεγαλύτερη) του '30, όσον αφορά τα του cinema, ήταν αφενός το πέρασμα από τον βουβό, στον ομιλούντα κινηματογράφο και αφετέρου, η εισβολή του χρώματος στην εικόνα.
Το πέρασμα από τη σιωπή, στην ομιλία, έγινε με τρόπο τμηματικό και σμουθαριστό, μιας που ο ήχος άρχισε να εντάσσεται στις ταινίες σιγά σιγά, καλύπτοντας μόνο ορισμένα κομμάτια τους, και αφήνοντας άλλα βυθισμένα ακόμη στην σιωπή.  Το πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα, αποτελεί η ταινία του 1927, "The Jazz Singer" του Alan Crosland, η οποία αποτέλεσε την πρώτη part talkie ταινία, καθώς στα βουβά της μεσοδιαστήματα, ο Al Jolson, διάσημος συνθέτης, ηθοποιός και ένα από τα μεγαλύτερα αστέρια της κλασικής, ταινιακής εποχής, καθόταν στο πιάνο ή ανέβαινε στην σκηνή και άρχιζε να τραγουδά.
Και ενώ σταδιακά ο ήχος, κατέληξε να αποτελεί την συνήθεια, και οχι την πρωτοτυπία και μάλιστα, σε αρκετά σύντομο, χρονικό διάστημα (από τα τέλη του '20 και μέχρι τις αρχές του '30, θεωρείτο δεδομένο οτι οι ταινίες, ήταν πλέον ομιλούσες), το χρώμα, αποτέλεσε άλλο θέμα, μιας που είχε και αυτό τις δικές του δυσκολίες, αναφορικά με την αναπαράστασή του.
Αν και οι πρώτες ταινίες που προσπάθησαν να τιθασεύσουν το χρώμα, εντοπίζονται γύρω στο 1889 με 1903, και αποτελούν ημιτελείς, φωτογραφικές απεικονίσεις, εντούτοις θα λέγαμε οτι η ανάγκη για χρώμα, ήταν εξίσου ισχυρή με αυτή για ήχο, έτσι τουλάχιστον όπως φαίνεται από την ίδια την Ιστορία, μιας που προσπάθειες για την ενσωμάτωση και των δυο, υπήρχαν ήδη από την εποχή των Lumiere.
Όταν έφτασε η στιγμή που ιδρύθηκε η Technicolor Motion Picture Company το 1914, από τον Herbert Kalmus, είχε γίνει πλέον ξεκάθαρο οτι σταδιακά το χρώμα, θα άρχιζε να εμπλουτίζει τις νέες παραγωγές.  Εντούτοις, οι δυσκολίες στην αρχή, ήταν και για την εταιρεία εμφανείς.  Για παράδειγμα η τεχνική του "two color technicolor", χρησιμοποιήθηκε στην αρχή, περιλαμβάνοντας δυο χρωματιστά φιλμ μέσα σε μια κάμερα (τα αντιπαραβαλλόμενα σε μια χρωματική παλέτα, πράσινο και κόκκινο), προκειμένου να δημιουργούνται αποχρώσεις, όσο το δυνατόν πιο κοντά στο χρώμα του δέρματος και δίνοντας παράλληλα φωτεινά, γήινα αποτελέσματα.  Αργότερα, ακολούθησε αυτή του "three color technicolor", στην οποία είχαμε τρία χρώματα, αλλά και μεγαλύτερη δυσκολία, καθώς το φιλμάρισμα των εικόνων, γραφόταν παράλληλα και στα τρία, χρωματιστά φιλμ, με αποτέλεσμα να χρειαζόταν extra προσοχή, η ακριβής, και στο δευτερόλεπτο, κοινή καταγραφή των εικόνων, σε διαφορετική περίπτωση το φιλμ, πήγαινε για "πέταμα".
Η προοδευτική εδραίωση του χρώματος και των καταγραφόμενων τεχνικών της, δεν ήταν εύκολη υπόθεση, το αποτέλεσμα όμως χρίζει εννοιολογικής προσέγγισης, ακόμη και σε ταινίες που κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί.  Ακριβώς δηλαδή όπως γίνεται και στο "The Adventures of Robin Hood".


Μιλώντας με χρηματικούς όρους, το "The Adventures of Robin Hood", αποτέλεσε την πιο πολυδάπανη παραγωγή της Warner Bros. για το 1938, και μια από τις πιο ακριβές της εποχής, με budget που ανερχόταν στα $2 εκατομμύρια, την στιγμή που ένα μέσο κόστος ταινίας ανερχόταν σε $500 χιλιάδες.
Η απόφαση για την δημιουργία αυτής της ταινίας, ήρθε από δυο γεγονότα.  Αρχικά από το κινηματογραφικό συνταίριασμα του Errol Flyn και της Olivia de Havilland, οι οποίοι έχοντας πρωταγωνιστήσει με μεγάλη επιτυχία το 1935 στο "Captain Blood", έμελλε να συναντηθούν επί της οθόνης τουλάχιστον επτά ακόμη φορές.  Παράλληλα η κυκλοφορία το 1937, της ταινίας της Disney, "Snow White and the Seven Dwarfs" και η τεράστια, εισπρακτική επιτυχία που γνώρισε, έκανε τους παραγωγούς του Robin Hood, να αναθεωρήσουν την ιδέα περί ασπρόμαυρης ταινίας, και να δημιουργήσουν έναν εξίσου φαντασιακό και πολύχρωμο κόσμο, όπως αυτόν της Χιονάτης.  Τα πράγματα έκτοτε δεν άργησαν να πάρουν τον δρόμο τους, με αποτέλεσμα οι περιπέτειες του επαναστάτη των φτωχών, να μεταφερθούν στην οθόνη μέσα σε ένα οπτικόακουστικό υπερθέαμα, τσιμπώντας μάλιστα από την Ακαδημία, 3 Oscar, αυτά για Καλύτερη Καλλιτεχνική Διεύθυνση για τον Carl Jules Weyl, Καλύτερου Μοντάζ για τον Ralph Dawson και Καλύτερης Μουσικής επένδυσης, για τον Erich Wolfgang Korngold.
Για όσους αγαπούν τον παλιό κινηματογράφο, τα θεαματικά κοστούμια και σκηνικά, τότε αυτή η ταινία σίγουρα θα βρει μια θέση στην καρδιά τους, καθώς εκτός των άλλων, η παρουσία του Errol Flyn στον πρωταγωνιστικό ρόλο, είναι τουλάχιστον σαγηνευτική.  Όσοι όμως επιθυμούν να κοιτάξουν λίγο πιο μακριά σε αυτή, έχει και για εκείνους ψωμί η υπόθεση και κυρίως ψωμί που αφορά στην χρήση του χρώματος.


Το χρώμα στην συγκεκριμένη περίπτωση και πέρα από την προφανή, διαρκή και εκτυφλωτικά ποικίλη παρουσία του σε κάθε σκηνή, χρησιμοποιείται σε πολλές στιγμές, προκειμένου να δέσει προοδευτικά την μοίρα του πρωταγωνιστικού ζευγαριού, καθώς να αποτελέσει παράλληλα και αναφορά σε ιστορικές στιγμές, αλλά και να "δείξει" άλλες, καθαρά υποθεσιακές διακυμάνσεις.
Ένα από τα πιο εμφανή παραδείγματα, είναι η χρωματική παλέτα που συνδέει τα κοστούμια των Flynn και de Havilland, προκειμένου να αναπαραστήσουν οπτικώς τόσο την συναισθηματική τους κατάσταση, όσο και την εξέλιξη του ρομάντζου.
Σκούρα πράσινα και χωμάτινα καφέ, αποτελούν ένδειξη της ζωή του Robin Hood στο δάσος.  Το αντίπαλον δέος του (όπως φαίνεται και στην παραπάνω φωτογραφία), βρίσκεται σε πλήρη διάσπαση από τον ίδιο, με ζωηρά πορφυρά και το μπλε, το οποίο επανέρχεται συνεχώς στην φορεσιά του μέσα στην ταινία.  Παράλληλα το φόρεμα της de Havilland, ιδιαίτερα στην στιγμή του τσιμπουσιού στο δάσος, δεν είναι τυχαίο που μοιάζει με χυμένο ασήμι, το οποίο αντικατοπτρίζει κάθε χρώμα το οποίο πέφτει πάνω του και δη, αυτά που φοράει ο Robin ο οποίος βρίσκεται δίπλα της!  Ακόμα και αργότερα, όταν τα πράγματα δυσκολεύουν και γίνονται επικίνδυνα, τα χρώματα της Marian γίνονται σκούρα, σχεδόν μαύρα, με το μοντάζ να κάνει εκεί εξαιρετική δουλειά και να αντιπαραβάλει την δική της διάθεση, πάνω στον επίσης σκουροφορεμένο Robin.
Χωρίς να υπάρχει καμία διάθεση χρωματικής υπερκάλυψης των γεγονότων, το "The Adventures of Robin Hood", αποτελεί μια από τις καλύτερες περιπτώσεις, όπου το χρώμα αποτελεί τον πρωταγωνιστή, κλέβοντας την παράσταση μόνο εκεί που πρέπει.  Αν σε αυτό βάλουμε και την υπέροχη ερμηνεία του Errol Flynn, ο οποίος είναι απλά πληθωρικό χείμαρρος, τότε έχουμε την μαγική συνταγή του παρελθόντος που έκανε τον κινηματογράφο να αστραποβολά όλο χάρη και κινηματογραφικό δυναμισμό.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι ο Errol Flynn είναι θεότητα, οτι υπάρχει ο κίνδυνος επιληψίας από το πολύ χρώμα και οτι η de Havilland ζει και βασιλεύει και είναι 96.


TRIVIA
  • Αν και η ταινία σκηνοθετήθηκε στην Καλιφόρνια, προκειμένου να δοθεί μια πιο αγγλική εσάνς, και πιο φρέσκια, βάψανε το γρασίδι πιο πράσινο, ενώ μεταφέρθηκαν και αγγλικά φυτά στο set.
  • Οι stunt men φορούσαν κάτω από τις πανοπλίες τους ένα είδος ξύλου, προκειμένου να αυτό να απορροφά το χτύπημα του βέλους.
  • Η αντίδραση του κοινού στην πρώτη, ανεπίσημη προβολή της ταινίας ήταν τόσο θετική, ώστε η ταινία κυκλοφόρησε κατευθείαν όπως ήταν, χωρίς καμία αλλαγή στο σενάριό της.
(ΠΗΓΗ IMDB)

Πέμπτη 9 Αυγούστου 2012

All About Eve: All about women...and their men

Γεια σας και πάλι, σήμερα Πέμπτη 9 Αυγούστου και φαντάζομαι πως οι περισσότεροι από εσάς την έχετε ήδη κάνει για κάποιον καλοκαιρινό προορισμό.  Σε μερικές μερούλες θα βάλω και εγώ λουκετάκι στο blog, και όπως όλα δείχνουν θα επιστρέψω και πάλι από αρχές Σεπτέμβρη, με μια εξαίρεση πιθανότατα την 22η-23η Αυγούστου οπού και θα ανεβάσω στα σίγουρα τη δική μου κριτική για το τελευταίο μέρος της μπατμανικής τριλογίας του Christopher Nolan, "The Dark Knight Rises".  Σήμερα λοιπόν θα ασχοληθούμε με μια ακόμη μεγάλη ταινία του κλασικού κινηματογράφου, με ένα εξίσου τεράστιο cast και μερικές από τις καλύτερες, δολοφονικές ατάκες που έχουμε ακούσει ποτέ σε ταινία.  "All About Eve" και ξεκινάμε.


H Margo Channing (Bette Davis) είναι μια μεγάλη, ώριμη ντίβα του θεάτρου που έχει βγει στο κουρμπέτι εδώ και χρόνια, γνωρίζοντας πλέον πολύ καλά πως να λύνει και να δένει συνεργάτες, εραστές και φίλους.  Και ενώ η ίδια εξακολουθεί να αποτελεί το μεγαλύτερο όνομα του Broadway στον λουξουράτο και κοσμικό κύκλο ο οποίος την περιτριγυρίζει (και φυσικά περιτριγυρίζεται και από αυτήν) τίγκα στην αφρώδη σαμπάνια, τα λουλουδιασμένα μπουκέτα και τις σικ τουαλέτες, η Margo θα γνωρίσει ένα βράδυ μια νεαρή και μυστήρια ύπαρξη, την Eve (Anne Baxter).  Η Eve η οποία θα δηλώσει από τη πρώτη στιγμή ως η νούμερο ένα, φανατική θαυμάστρια της μεγάλης αυτής κυρίας του σανιδιού, θα κερδίσει από τη πρώτη στιγμή τις καρδιές των φίλων και συνεργατών παρευρισκομένων της Margo, με αποτέλεσμα να πλασαριστεί σιγά σιγά στο πλευρό της ηθοποιού, ως το παιδί για όλες τις δουλειές.  Και ενώ η ιστορία προχωράει, η Eve θα αρχίσει να κάνει ολοένα και περισσότερο αισθητή τη παρουσία της σε αυτόν τον αστραφτερό κόσμο, ενώ η Margo θα αρχίσει από την άλλη να αμφισβητεί την ώριμη γοητεία της και θα υποπέσει στο ολέθριο λάθος της 'κρίσης μέσης ηλικίας', βλέποντας τον wannabe αρραβωνιάρη της, να αναπτύσει μια υπερφιλική σχέση με την 'δεσποινίς μάτια πλάνα', Eve.  Κι όμως η στιγμή που η Margo θα αντιληφθεί την πραγματική, σκοτεινή φύση της θαυμάστριάς της, δε θα αργήσει.  Αλλά τότε ποιος θα πιστέψει στα-κατά τα άλλα-καπρίτσια μιας μεγάλης σταρ, και οχι στο ανερχόμενο αστέρι που ακούει στο όνομα Eve;  Α δε σας τα'παμε;  Η Eve έχει και βλέψεις να γίνει μια επιτυχημένη ηθοποιός.  Χμμμ...


Παραγωγός, σεναριογράφος και σκηνοθέτης ο Joseph L.Mankiewicz αποτελούσε αναμφίβολα ένα από τα πιο δυνατά χαρτιά της εποχής του χρυσού Hollywood, μετρώντας στο ενεργητικό του περισσότερες από πενήντα ταινίες, σε πολλές από τις οποίες είχε ασκήσει και τις τρεις ιδιότητές του ταυτόχρονα.
Ανάμεσα στα διάφορα film που δημιούργησε για χάρη του κινηματογράφου, συναντάει κανείς το "The Quiet American (1958), το "Suddenly, Last Summer" (1959) με τις εντυπωσιακές κυρίες Elizabeth Taylor και Katharine Hepburn, καθώς και το "Cleopatra" (1963), μια ταινία που αποτέλεσε κατά πολλούς, ένα από τα μεγαλύτερα, κινηματογραφικά flops στην ιστορία της 7ης Τέχνης.
Ο Mankiewicz είχε προταθεί οκτώ φορές για Oscar, εκ των οποίων τις τέσσερις κέρδισε, χάρη στις ταινίες του "All About Eve" (για την οποία κατέκτησε το χρυσό αγαλματάκι στη κατηγορία Best Director και Best Writing, Screenpla) καθώς και για τη ταινία "A Letter to Three Wives" (1949), για την οποία κέρδισε τα Oscar στις ίδιες κατηγορίες.  Αν σκεφτεί κανείς πάντως πως και ο αδελφός του, Herman J. Mankiewicz είχε κερδίσει το Oscar σεναρίου επτά χρόνια πριν, για το εμβληματικό "Citizen Kane", τότε μπορεί να καταλάβει εύκολα το γεγονός, οτι το ταλέντο και το επιχειρηματικό πνεύμα, μάλλον αποτελούσαν κοινό κτήμα της οικογένειας.
Το "All About Eve" εν προκειμένω, αποτελεί ένα κλασικό παράδειγμα του δείγματος δουλειάς που μερικοί από τους πιο σπουδαίους σκηνοθέτες, ήταν σε θέση να προσφέρουν την εποχή που ο κινηματογράφος βρισκόταν στις πραγματικές του δόξες.  Εντυπωσιακή, σταρ-άτη και πιο σύγχρονη από ποτέ, είναι μια ταινία για τον κόσμο της showbiz μπροστά και πίσω από τις κάμερες (και στη προκειμένη περίπτωση το πάλκο), αλλά και για το πως οι γυναίκες μπορούν και γίνονται εξέχουσες show-bitches ενός συστήματος που τις τροφοδοτεί, αλλά και τις κατασπαράζει.


Το πιο ενδιαφέρον ίσως κομμάτι της ταινίας, είναι η εμπλοκή του στοιχείου του θεάτρου, καθώς αυτό και μόνο καθιστά στην ουσία το "All About Eve", μια ταινία για το θέατρο, ή αλλιώς μια θεατρική ταινία.
Το γεγονός οτι ολόκληρη η υπόθεση εκτυλίσσεται σε εσωτερικά σκηνικά (με ελάχιστες μόνο εξαιρέσεις), έρχεται και υπερτονίζει ακόμα περισσότερο την ιδέα οτι στη προκειμένη περίπτωση, θέατρο και κινηματογράφος, ταυτίζονται.  Δυο τόσο διαφορετικές και παράλληλα, τόσο όμοιες-σε σημεία-τέχνες, έρχονται και κλειδώνουν μαζί, δημιουργώντας ένα εξαίσιο αποτέλεσμα το οποίο ενισχύεται στην ιδέα του ακόμα περισσότερο, από το αριστουργηματικό cast που έχει συγκεντρωθεί για τις ανάγκες του φιλμ.
Προσωπικά, πάντα πίστευα οτι αποτελώ μεγάλη φαν του κινηματογράφου, καθώς αυτός μπορούσε να μου δώσει όλα εκείνα τα οποία από το θέατρο δε θα μπορούσα ποτέ να πάρω.  Και το λέω και το παραδέχομαι: το θέατρο δε μπορώ να το παρακολουθήσω, δεν είναι για εμένα.  Αν και πιστεύω ακράδαντα οτι η άμεση επαφή θεατή-ηθοποιού, δημιουργεί μια σχεδόν 'ερωτική' σχέση ανάμεσά τους, δε μπορώ να παραβλέψω το γεγονός, οτι αυτή η αρχή της ερωτικής σχέση, έρχεται και απογειώνεται στον κινηματογράφο, οδηγώντας τον θεατή σε ένα είδος ηδονοβλεπτικού οργασμού, τον οποίο σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσε να βιώσει στα αυστηρώς περιορισμένα όρια μιας θεατρικής σκηνής.  Και εδώ ακριβώς έγκειται η μεγάλη μαγκιά του "All About Eve": κατορθώνει με τρόπο κινηματογραφικό, να μεταφέρει στον θεατή όλη την αίγλη και την origian αξίας του θεάτρου, χωρίς όμως τα δυο αυτά μέσα να στερούνται εκείνων των στοιχείων, που τα καθιστούν μοναδικά και ανεπανάληπτα στους λάτρεις τους.  Και αυτό είναι κάτι το πραγματικά εξαίσιο.  Κινηματογράφος και θέατρο δεν υπήρξαν ποτέ πιο άρρηκτα συνδεδεμένα σε μια ταινία κατά τη γνώμη μου, αν και νομίζω οτι όσοι αγάπησαν το πολυυυυ μεταγενέστερο "Dogville" του Trier, όπως το αγάπησα και εγώ, θα συμφωνήσουν πως και εκεί το πάντρεμα των δυο αυτών ηθοποιϊκών μέσων, ήταν κάτι παραπάνω από εντυπωσιακό.  Ήταν μαγικό.


Εκτός όμως από το παιχνίδι θεάτρου-cinema, ιδανική είναι η αναπαράσταση όλου αυτού του υπέρλαμπρου star system όπως αυτό εκφράζεται κυρίως στον κινηματογράφο, αλλά και τα παρασκηνιακά παιχνίδια και τα πισώπλατα μαχαιρώματα που από πάντα φιλοξενούσε στην ιστορία του.
Εδώ η νεαρή και γοητευτική Eve βάζει τα προσόντα της μπροστά (σαν κάθε σωστή γυναίκα δηλαδή) και αποφασίζει να πατήσει επί πτωμάτων, προκειμένου να κάνει το όνειρό της πραγματικότητα και να γίνει μια διάσημη και τρισμέγιστη ηθοποιός.  Το θέμα βέβαια είναι το πόσο εύστοχα και πόσο ύπουλα καταφέρνει να ενελιχθεί στη σκάλα φιλίας της Margo, και να βρεθεί ένα σκαλοπάτι πριν από τον θρίαμβο, με πικρές όμως συνέπειες, τόσο για όσους την γνώρισαν, όσο και για τον εαυτό της.
Ο Mankiewicz γράφει ένα σενάριο (το οποίο μάλιστα βασίστηκε στο short story 'The Wisdom of Eve', της Mary Orr, το οποίο και είχε δημοσιευθεί στο...Cosmopolitan) για τη γυναικεία πονηριά, τον ώριμο τσαμπουκά (της Davis, η οποία εδώ υποδύεται ένα από τα πιο αυθεντικά alter ego ηθοποιού επί της μεγάλης οθόνης, στο περήφανο πρόσωπο της Margo Channing), την κρίση μέσης ηλικίας και την ικανότητα του να ξέρεις που ανήκεις.
Η σκηνοθεσία πατάει πάνω σε παραδοσιακά χνάρια, και μια καθαρά αφηγηματική μορφή, αν και σίγουρα μια ιδιαίτερη νότα προσδίδει το βαθύφωνο voice over, καθώς και όλη η ιστορία της ταινίας η οποία λειτουργεί ως ένα μεγάλο flash-back.
Oι ερμηνείες είναι από όλους μεστές και ώριμες, με μια ομάδα ηθοποιών που χαρακτηρίζονταν από τη κλασική τους παιδιά και την μεγάλη τους επιτυχία (Celeste Holm, Thelma Ritter, Gary Merill, Hugh Marlowe).  Παρόλα αυτά το κεντρικό, θυληκό δίδυμο Davis-Baxter είναι αυτό που κλέβει τη παράσταση.  Η Davis ως πληθωρική γυναίκα με τσαγανό, που κρύβει στο στραφταλιζέ τσαντάκι της, ένα σωρό καυστικές, δηλητηριώδεις ατάκες, αλλά και ατάκες που έγραψαν ιστορία ('Fasten you seatbelts.  It's going to be a bumpy night!'), είναι μοναδική και αιθέρια, γεμίζοντας το πλάνο με το μπλαζέ βλέμμα και την άγρια χαίτη.  Από την άλλη η Baxter ως ματαιόδοξη ενζενί, μπορεί ορισμένες φορές να υπερβάλει υποκριτικά, είναι όμως πιστική και μισητή στον ρόλο της.  Έτσι κι αλλιώς την χρυσή εποχή του κινηματογράφου, όλα είχαν μια δόση υπερβολής.  N'est-ce pas?


Το "All About Eve" είναι ένα κλασικό, χολιγουντιανό αριστούργημα που όλοι οι σινεφίλ-και οχι μόνο-θα έπρεπε να δουν.  Κατασκευασμένο από την αυθεντική πάστα του old time Hollywood, και καμωμένο με μεράκι, ταλέντο και διαλόγους-χείμαρρους, είναι μια ταινία που φέρνει στο μυαλό παλιές, καλές εποχές, ακόμα και αν εμείς δε τις ζήσαμε.  Μπορούμε όμως να φανταστούμε πως ήταν, και μμμ, πρέπει να ήταν πολύ καλές.
Στη τελική αν ακόμα δε σας έπεισα, να σας πω πως από το φιλμ κάνει ένα πέρασμα και η Marilyn Monroe πιο πλατινέ και sexy από ποτέ, κάνοντας όλες τις άλλες γυναικείες υπάρξεις γύρω της να ωχριούν.  Και πως δε θα μπορούσε άλλωστε...

Τι έμαθα από τη ταινία:  Οτι το biopic της Monroe θα μπορούσε να παίξει η Penelope Ann Miller, μια δεκαετία νωρίτερα, η ομοιότητα της οποίας με το αιώνιο sex-symbol ήταν εμφανέστατη (ειδικά στη πρώτη φωτό στην οποία φαίνεται και η Marilyn), οτι το μαλλί της Baxter είναι αυτό που λέμε 'to die for' και οτι η Davis ήταν σπουδαία.


TRIVIA
  • H Zsa Zsa Gabor επισκεπτόταν συχνά τα γυρίσματα στις σκηνές οπού ο συζύγός της George Sanders έπαιζε με την Marilyn στο πλευρό του.  Ο λόγος;  Μα φυσικά ζήλευε!
  • Η Davis ερωτεύθηκε τον συμπρωταγωνιστή της Gary Merrill κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, με αποτέλεσμα οι δυο τους να παντρευτούν τον Ιούλιο του 1950, έπειτα από την ολοκλήρωση της ταινίας, ενώ υιοθέτησαν και ένα κοριτσάκι το οποίο ονόμασαν Margot.
  • Η Holm υποδυόταν στη ταινία την φίλη της Davis.  Όταν αργότερα είχε ερωτηθεί για τη συνεργασία της μαζί της, είπε: "I walked onto the set the first day and said Goodmorning, and do you know her reply? 'Oh shit, good manners!' I never spoke to her again-ever!'.
  • Και η Davis όμως είχε πει χαρακτηριστικά: 'Filming All About Eve was a very happy experience...the only bitch in the cast was Celeste Holm!'
(ΠΗΓΗ IMDB)

Τρίτη 3 Ιουλίου 2012

The Red Shoes: Torn apart between love and ballet

Χαιρετώ και πάλι!  Σήμερα λέω να ασχοληθούμε με μια ακόμη κλασική ταινία, βρετανικής παραγωγής αυτή τη φορά, τη οποία είχα ήδη σταμπάρει από τη στιγμή που είχα δει και το "Black Swan" του Aronofsky.  Η αλήθεια είναι πως όσον αφορά την ιστορία η σχέση ανάμεσα στις δυο ταινίες, δεν είναι και πολύ μεγάλη, αλλά αν έπρεπε να μαντέψω θα έλεγα πως σε ένα κάποιο ποσοστό ο σκηνοθέτης σίγουρα επηρεάστηκε από το εκπληκτικό αποτέλεσμα του "The Red Shoes".  Συνεπώς θα δούμε μερικά πράγματα για την ταινία αυτή, και μιας που έτσι κι αλλιώς αυτή την εβδομάδα τη λες και φτωχή κινηματογραφικά (εξαιρείται η ψηφιακή επανακυκλοφορία του εμμονικού "Taxi Driver"), θα μπορούσατε να την τσεκάρετε, όσοι βέβαια αρέσκεστε σε κλασικά αριστουργήματα.  Για να δούμε...


Ο Boris Lermontov (Anton Walbrook) είναι ένας από τους πιο φημισμένους παραγωγούς μπαλετικών παραστάσεων στον κόσμο, αφού κάθε φορά τα έργα που αναεβάζει γίνονται ανάρπαστα, όπου και αν παιχτούν.  Ο Lermontov βέβαια δεν είναι και ο πιο εύκολος άνθρωπος του κόσμου: καυστικός, ειρωνικός και απόλυτα απαιτητικός από τους χορευτές, αλλά και τους συνεργάτες του, έχει την πάστα του ανθρώπου ο οποίος θέλει πάντα το καλύτερο, χωρίς να συμβιβάζεται με οτιδήποτε λιγότερο.  Είναι όμως και από εκείνος που οτι πιάσει στα χέρια του, γίνεται ατόφιο χρυσάφι.  Το ίδιο φαίνεται να συμβαίνει και με δυο νεαρά και φρέσκα 'παιδιά'.  Από τη μια πλευρά αποφασίζει να δώσει μια ευκαιρία στον Julian Craster (Marius Goring) έναν ταλαντούχο συνθέτη από τον οποίο ζητά να του γράψει τη μουσική για μια μεγαλεπίβολη παράσταση με την ονομασία, The Red Shoes.  Από την άλλη η δεύτερη ανακάλυψή του είναι ακόμα πιο εντυπωσιακή, όταν παίρνει την απόφαση να καλέσει στον θιάσό του, μια όμορφη κοπέλα, την Victoria Page (Moira Shearer), το μεγαλύτερο όνειρο της οποίας είναι να καταφέρει να εργαστεί ως μπαλαρίνα και γιατί οχι, να φτάσει και μέχρι το ανώτερο σκαλοπάτι: αυτό της primal χορεύτριας.  Η μεγάλη στιγμή δεν θα αργήσει μάλιστα να έρθει, όταν ο Lermontov της προτίνει να παίξει τον βασικό ρόλο στο νέο του έργο...
Όταν η Page αρχίσει να κάνει πια αισθητή τη παρουσία της στον κόσμο του θεάματος, ο Lermontov θα καταλάβει οτι έχει στα χέρια του έναν θησαυρό, τον οποίο πρέπει πάση θυσία να κρατήσει.  Μη μπορώντας όμως ο ίδιος να βάλει στοπ στην νεανική καρδιά, η Victoria και ο Julian θα ερωτευθούν, με αποτέλεσμα να τεθεί υπό απειλή, ολόκληρη η λαμπερή καριέρα την οποία είχε φανταστεί ο Boris για την πρώτη του χορεύτρια.  Η Victoria θα κληθεί τώρα να επιλέξει ανάμεσα στον έρωτά της και τη μεγάλη της αγάπη: το μπαλέτο.  Και τι θα διαλέξει;


Το βραβευμένο με δυο Oscar (Best Art Direction-Set Decoration, Color και Best Music-Scoring of a Dramatic or Comedy Picture) "The Red Shoes", είναι μια ταινία που βασίζεται χαλαρά στο ομώνυμο παραμύθι του Hans Christian Andersen, το οποίο διηγείται την ιστορία ενός φτωχού κοριτσιού, της Karen η οποία υιοθετείται από μια ηλικιωμένη, πλούσια κυρία.  Αργότερα όταν μεγαλώνει και έχει καταλήξει στην άλλη άκρη, όντας ένα πλάσμα ματαιόδοξο, με αγάπη για τα πλούτη και τα λούσα, θα ζητήσει από τη μητέρα της ένα ζευγάρι κόκκινα, χορευτικά παπούτσια που να ταιριάζουν σε μια πριγκίπισσα.  Από τη στιγμή που η κοπέλα τα φορέσει, τα παπούτσια φαίνονται σαν να τη καταλαμβάνουν με μιας, αναγκάζοντάς την να χορεύει ασταμάτητα όπου κι αν βρεθεί, ως τιμωρία για την ματαιόδοξη φύση της.  Ακόμα και όταν ένα άγγελος της κόψει τα πόδια(!) προκειμένου να τη γλυτώσει, τα παπούτσια θα εξακολουθήσουν να χορεύουν μπροστά της, θυμίζοντάς της διαρκώς το θανάσιμο αμάρτημα στο οποίο υπέπεσε.  Όταν τελικά ζητήσει βοήθεια και συγχώρεση από τον Θεό, τότε θα πεθάνει(!!) και η ψυχή της επιτέλους θα αναπαυθεί...


Αν και αυτή η βρετανική παραγωγή του 1948 δεν συνδέεται άμεσα με το σκληρό-ομολογουμένως-story του διάσημου παραμυθά, εντούτοις έχει κρατήσει σε έναν βαθμό αρκετά στοιχεία, τα οποία όμως έχει προσαρμόσει σε έναν πιο σύγχρονο μύθο.
Υπεύθυνοι για αυτό υπήρξαν οι σκηνοθέτες/σεναριογράφοι/παραγωγοί Michael Powell και Emeric Pressburger, οι οποίοι είχαν συνεργαστεί ουκ ολίγες φορές και σε άλλες ταινίες όπως το βραβευμένο με δυο Oscar "Black Narkissus" (1947), το "Stairway to Heaven" (1946) και το "Hour of Glory" (1949).
Σημαντικές προσωπικότητες της εποχής του κλασικού κινηματογράφου οι Eric Pressburger (βραβευμένος με Oscar Πρωτότυπου Σεναρίου για το "49th Parallel") και Michael Powell (υποψήφιος για Oscar Πρωτότυπου Σεναρίου για το "One of Our Aircraft Is Missing") δημιούργησαν ταινίες που έμειναν αναλλοίωτες στον χρόνο, ακριβώς όπως και τα κόκκινα παπούτσια της ιστορίας του Andersen.
Το "The Red Shoes" είναι μια ταινία για τη δυσκολία των επιλογών, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για πράγματα καίριας σημασίας για τη ζωή κάποιου.  Τόσο ο έρωτας, όσο και το πάθος για αυτό που κάνεις (εν προκειμένω για τον χορό), αποτελούν βασικά συστατικά της ίδιας της ζωής.  Χωρίς το ένα από τα δυο, πάντα θα λείπει κάτι, πάντα θα αισθάνεσαι μισός όσο κι αν προσπαθήσεις να πείσεις τον εαυτό σου οτι μπορεί και να τα καταφέρεις.   
Καμωμένη με τα πιο γνήσια, όμορφα και old school Hollywood (ακόμα και αν μιλάμε για μια βρετανική παραγωγή) υλικά, το "The Red Shoes" είναι μια ταινία που έχει γράψει τη δική της κινηματογραφική ιστορία, αποτελώντας παράλληλα και μια από τις αγαπημένες ταινίες μεγάλων, πιο σύγχρονων σκηνοθετών, όπως ο Martin Scorsese και ο Brian de Palma.


Η ταινία αποτελεί μια καθαρά δραματική ιστορία, χωρίς όμως υπερβολές και δακρύβρεχτες εξάρσεις, από αυτές που έχουμε πια συνηθίσει στον mainstream κινηματογράφο.
Με σκηνοθεσία που δίνει έμφαση στο καθαρά μουσικοχορευτικό κομμάτι της ταινίας (όπως δηλαδή ακριβώς και οι ερμηνείες), θα μπορούσαμε να πούμε οτι αυτό το ταινιάκι-άρα, αποτελεί μια κινηματογραφημένη, παράσταση μπαλέτου, με την ιστορία των πρωταγωνιστών, να εκτυλίσσεται κάπου στο ενδιάμεσο.
Οι σκηνοθέτες φαίνεται πως δεν είχαν στο μυαλό τη δημιουργία ενός story που να πατά πάνω σε ψυχολογικά ή θριλερικά (ας μη ξεχνάμε οτι ο Hitchcock ήδη οργίαζε καλλιτεχνικά) μονοπάτια, αλλά περισσότερο τους ένοιαζε να αποδώσουν, με τρόπο κομψό και αδιόρατα απειλητικό, τον εσωτερικό ψυχισμό μιας prima μπαλαρίνας, η οποία είναι αναγκασμένη να 'χωριστεί' σε κομμάτια, προκειμένου να διαλέξει μια μόνο μεγάλη αγάπη.
Σε αντίθεση με τον κατασκότεινο, ψυχολογικό τρόμο που μας σέρβιρε δυο χρονάκια πριν ο Aronofsky στον Μαύρο Κύκνο του, στον οποίο η συγκλονιστική Natalie Portman φτάνει στα όρια της σχιζοφρένειας μέσα από την εμμονική της ανάγκη να είναι τέλεια, οι Powell-Pressburger επιθυμούν να μας διηγηθούν την ιστορία μιας ιστορίας (οι τίτλοι αρχής υποδηλώνουν οτι θα παρακολουθήσουμε την ιστορία-παραμύθι του Andersen, η οποία με τη σειρά της θα μας διηγηθεί μια ιστορία), καθιστώντας την περισσότερο ως μια μορφή αλληγορικής υπόθεσης, ακόμα και αν από πλευράς πλοκής η original εκδοχή του Andersen διαφέρει ολοκληρωτικά.
Εδώ η νεαρή Victoria Page, σαν άλλη, 'καταραμένη' Dorothy από τον Μάγο του Οζ (νομίζω οτι έμεινα εμβρόντητη με την ενδυματολογική ομοιότητα της Shearer, με αυτή της Judy Garland στο "The Wizard of Oz" του 1939, δέκα χρόνια σχεδόν πριν το "The Red Shoes"), αποτελεί το μήλον της έριδος ανάμεσα στον πάτρωνά της Boris Lermontov, και τον αγαπημένο της Julian Craster.  Και αν αναρωτιέστε 'μα γιατί;', είναι απλό.  Ο καθένας την θέλει για τον εαυτό του.  Όταν λοιπόν η σύγκρουση ανάμεσα στους δυο άντρες (οι οποίοι αποτελούν στην ουσία και την προσωποποίηση των δυο βασικών επιλογών με τις οποίες έρχεται αντιμέτωπη κάθε γυναίκα στη ζωή της, αυτές φυσικά της καριέρας και της οικογένειας) είναι αναπόφευκτη, εξίσου αναπόφευκτη είναι και η τελεσίδικη διορία που της δίνουν: 'Αν επιλέξεις τον έρωτα, ξέχνα τη καριέρα και το μεγάλο όνομα', 'Αν επιλέξεις τον χορό, ξέχνα την αγάπη μας'.  Honey, we are not in Kansas any more...


Εκτός από το θέμα της πλοκής, το "The Red Shoes" αποτελεί ένα ταινιακό κομψοτέχνημα που μοιάζει να συνδυάζει με τρόπο ιδανικό το κινηματογραφικό πανί και το θεατρικό πάλκο.
Η ανάληψη της παραγωγής της ταινίας από την The Rank Organization, μια από τις πιο επιτυχημένες εταιρίες παραγωγής και διανομής ταινιών, η οποία ιδρύθηκε το 1937, αποτέλεσε ένα από τα αδιαμφισβήτητα μεγάλα χαρτιά του film, καθώς και μόνο η παρουσία του ημίγυμνου κυριούλη που χτυπούσε το τεράστιο γκονγκ, αποτελούσε την καλύτερη εγγύηση για μια ταινία υψηλής αισθητικής.  Τι κι αν σε ένα μεγάλο μέρος της γινόμαστε μάρτυρες των-σε πολλές περιπτώσεις-χάρτινων σκηνικών που ορίζουν το background της και κάνουν εμφανές το γεγονός οτι μιλάμε για ένα στουντιακό project;  Το γεγονός δεν αλλάζει: βρισκόμαστε στη χρυσή εποχή του κινηματογράφου.  Εξάλου ακόμα και όταν ο Hitchcock έβαζε στα έργα του τους ήρωές του να οδηγούν αυτοκίνητα τη στιγμή που αυτά ήταν ακίνητα και από πίσω ο προτζέκτορας πρόβαλε ένα ταχύτατα κινούμενο τοπίο, δίνοντας τη ψευδαίσθηση της κίνησης (για camp/cult καταστάσεις), εμείς απλά χαμογελάμε με νόημα και αφήνουμε να μας παρασύρει έτσι κι αλλιώς η ευφυΐα ανθρώπων του δικού του βεληνεκούς.
Βεβαίως δε πρέπει να ξεχνάμε και την εκτενέστατη χρήση τoυ Technicolor, το οποίο εδώ αποδίδει τα μέγιστα μέσα από την ενίσχυση των χρωμάτων: έντονα κόκκινα, ψυχρά μπλε, αγνά λευκά και επικίνδυνα μαύρα, αποτελούν μερικές μόνο αποχρώσεις από την χρωματική πλειάδα που συναντά κανείς στην ταινία.
Όσον αφορά τη σκηνοθεσία, ακολουθεί και εκείνη τα χνάρια της ιστορίας, δίνοντας έμφαση στις εφιαλτικές/ονειρικές σεκάνς, θέτοντας σε πρώτη βάση το μουσικοχορευτικό κομμάτι με τα εντυπωσιακά σκηνικά και κοστούμια, και χρησιμοποιώντας φοντί για την συμπύκνωση του χρόνου, αλλά και για να γίνει το πέρασμα από το ένα κατ στο άλλο πιο μαλακό.
Οι ερμηνείες είναι λίγο πιο ουδέτερες, χωρίς να σημαίνει οτι στερούνται οποιασδήποτε αξίας.  O Walbrook στον ρόλο του Lermontov είναι εξαιρετικός, ενώ η αλαβάστρινης ομορφιάς Shearer κερδίζει εύκολα τις εντυπώσεις χάρη στις αιθέριες, μπαλετικές της κινήσεις και την μοναδική της παρουσία.
Το "The Red Shoes" είναι μια ταινία κλασικής εποχής, που δίνει στον μύθο του Anderson ένα νέο twist: εδώ τα κόκκινα παπούτσια κάνουν και πάλι τη ζημιά τους (περνώντας στη μεταφορική διάσταση του μπαλέτου που έχει πάρει την ίδια ονομασία): μπορεί βεβαίως τα πόδια της ηρωίδας να μην...κόβονται, όμως όταν σου ζητείται να διαλέξεις ανάμεσα στα δυο πράγματα που αγαπάς περισσότερο, δεν είναι σαν να σε υποβάλουν έτσι και αλλιώς σε έναν ψυχολογικό ακρωτηριασμό;

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι η δεύτερη παράσταση των 'Κόκκινων Παπουτσιών' είναι και η πιο συγκλονιστική, οτι το γκονγκ που λειτουργεί ως σήμα κατατεθέν της εταιρίας, είναι αυτό που είδα και στην επίσκεψή μου στο Film Museum of London, και οτι δε θα μπορούσε από μια ταινία για μπαλέτο να λείπει η μουσική για την Λίμνη των Κύκνων του μεγάλου Tchaikovsky.  Φυσικά...



No trivia