Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

Holy Motors: Dedicated to Cinema itself

NEW ARRIVAL

Καλημέρα και καλή εβδομάδα σε όλους!  Όπως σας είχε πει και από την Παρασκευή, σήμερα Δευτέρα θα ξεκινήσουμε με την πιο πολυσυτηζημένη ταινία της περασμένης εβδομάδας, και όπως δείχνουν τα πράγματα, της πιο πολυσυζητημένης γενικώς, για πολύ καιρό.  Είδα και εγώ λοιπόν το "Holy Motors" και η αλήθεια είναι πως δεν ανήκω στην κατηγορία ούτε εκείνων που το εκθιάζουν, ούτε και εκείνων που το μισούν (αν και η αλήθεια είναι πως τέτοιες ταινίες είτε τις αγαπάς, είτε τις σιχαίνεσαι από τη πρώτη στιγμή).  Προσωπικά, βρίσκομαι κάπου στη μέση.  Αν ενδιαφέρεστε να μάθετε, δείτε που ακριβώς, παρακάτω.


O κ. Oscar (Denis Lavant), περιφέρεται μέσα στη πόλη του Παρισιού, από το πρωί, μέχρι το επόμενο ξημέρωμα, καθισμένος μέσα στην τεράστια, λευκή λιμουζίνα που οδηγεί η γοητευτική, ηλικιωμένη του σοφέρ, Celine (Edith Scob).  Ο κ. Oscar είναι "επαγγελματίας ηθοποιός" (γεγονός που ο ίδιος ο σκηνοθέτης, Leos Carax, μοιάζει να έχει ανάγει σε πρωταρχική φύση του πρωταγωνιστή του), καθώς μέσα στην μέρα "υποδύεται" έναν σωρό διαφορετικούς ρόλους, όλοι, larger than life.  Υποδυόμενος πότε μια φτωχή ζητιάνα, πότε έναν ετοιμοθάνατο γέρο, πότε έναν εξαμβλωματικό καλικάτζαρο των υπονόμων που κλέβει με θρασύτητα ένα όμορφο μοντέλο (βλ. Eva Mendes), από τη φωτογράφισή του σε ένα...νεκροταφείο και πότε έναν ταπεινό οικογενειάρχη, η ζωή του μυστήριου κ. Oscar είναι από μόνη της ένα μεγάλο, κινηματογραφικό κομμάτι: η υποκριτική και η ματιά του ηθοποιού.  Και ενώ μέσα σε αυτό το ρολικό συνονθύλευμα ο θεατής μπορεί να αναζητήσει τον λόγο όλου αυτού του υπαρξιακού ταξιδιού, αλλά και εκείνους που κρύβονται πίσω από την ανάθεση αυτής της "δουλειάς" στον Oscar (είναι οι ίδιοι άραγε που κρύβονται και πίσω από τις κάμερες μιας ταινίας;), έρχεται το τέλος για να επιβεβαιώσει τον τίτλο της ταινίας, αλλά και την δική σου, σταδιακή συνειδητοποίηση σχετικά με το τι θέλει να πει ο ποιητής.  Είναι κάτι το απλό, και ταυτόχρονα προκλητικά περίπλοκο.  O Leos Carax μας κλείνει συνωμοτικά το μάτι, κάνοντας μια καθαρά αυτοαναφορική ταινία.  Μια ταινία για τη/τις ταινία/ες.  Μια ταινία για την απτή ουσία του ίδιου του κινηματογράφου.


Δεκατρία χρόνια μετά την τελευταία του κινηματογραφική δουλειά, το "Pola X", ο Γάλλος σκηνοθέτης επιστρέφει με μια καθαρά σουρεαλιστική ματιά, πάνω στην 7η Τέχνη, με την οποία-όπως όλα δείχνουν-τόσο πολύ παθιάζεται.
Για να είμαι και εντελώς ειλικρινής, αγνοούσα την ύπαρξη του Carax, μέχρι και λίγο πριν από το τεράστιο μπαμ που μοιάζει να προκάλεσε το "Holy Motros" στο περασμένο φεστιβάλ των Καννών, εκεί οπού ξεκίνησε να έχει σφοδρούς υποστηρικτές, αλλά και πολέμιους.  Έτσι λοιπόν και για να είμαι όσο το δυνατόν περισσότερο αντικειμενική απέναντι στα πράγματα, μπορώ από την αρχή να κρατήσω στο πίσω κουτάκι του μυαλό μου έναν ενδοιασμό, απέναντι σε όλο αυτό που είδα, επειδή ακριβώς δε γνωρίζω τίποτα ούτε για το παρελθόν, ούτε για την κινηματογραφική διάθεση του Carax, πέρα από το γεγονός οτι είχε υπάρξει και ο ίδιος, κριτικός κινηματογράφου.  Συνεπώς θα παραθέσω απλώς τη δική μου γνώμη, αναφορικά με όλα εκείνα που με συνάρπασαν, αλλά και με το ένα "κομμάτι" που απουσίαζε από τη ταινία, και που θαρρώ οτι η απουσία του ήταν κάτι παραπάνω από αισθητή.


Η ταινία ξεκινάει με τον ίδιο τον σκηνοθέτη (κρατήστε οτι το μεσαίο του όνομα είναι Oscar στη πραγματικότητα), ο οποίος ξυπνάει στο κρεβάτι του, σηκώνεται αργά αργά και με ένα...μεταλλικό δάχτυλο-κλειδί, ανοίγει μια φαντασιακή-υποσυνειδησιακή πόρτα, που οδηγεί σε μια αίθουσα.  Εκεί ένας αριθμός θεατών φαίνεται να παρακολουθεί μια βωβή ταινία, την αρχή δηλαδή του κινηματογράφου (ακόμα και αν ο φορετός ήχος φέρνει απλός την θέαση σε μια πιο σύγχρονη εποχή, ενταγμένη όμως και πάλι στο φαντασιακό κομμάτι του δημιουργού).
Αν θέλουμε να το πάμε τελείως σημειολογικά, αυτά τα πρώτα πέντε λεπτά της ταινίας, έχουν από μόνα τους τόσο ζουμί, ώστε θα μπορούσαμε να μιλάμε και να γράφουμε για αρκετές ώρες.  Το δάχτυλο του σκηνοθέτη αποτελεί το κλειδί που ανοίγει τη πόρτα.  Γιατί;  Γιατί ο σκηνοθέτης-σεναριογράφος έχει στη κατοχή του το μέσον, που βοηθάει την ιδέα να γίνει περιεχόμενο, και αυτό με τη σειρά του σενάριο και να περάσει στο χαρτί όπου θα μετατραπεί, σε μια παλλόμενη ιστορία που θέλει να διηγηθεί την ιστορία της 7ης Τέχνης.  Από την άλλη, οι θεατές παρακολουθούν τη βωβή ταινία (αποσπάσματα εκ των οποίων βλέπουμε κάποιες φορές κατά τη διάρκεια της ταινίας, μια ξεκάθαρη νύξη του σκηνοθέτη οτι δε πρέπει ποτέ να ξεχάσουμε την σιωπηλή προέλευση του κινηματογράφου και μια διαρκής υπενθύμιση οτι ο κινηματογράφος είναι αυτό ακριβώς: μια πεπερασμένη αλληλουχία καρέ, τα οποία τη στιγμή που δημιουργούνται, παύουν ταυτόχρονα να υπάρχουν.  Μια Τέχνη θανάτου), με μάτια σφαλιστά, ακριβώς γιατί αυτό που θα δούμε δεν έχει να κάνει με την αντίληψη που έχουμε για τη ταινία μέσω των ματιών μας, αλλά γι' αυτή που σε πρώτη φάση η λογική και η γνώση, μας αφήνουν να έχουμε και έπειτα, το όποιο συναίσθημα.
Το "Holy Motors" δεν είναι μια ταινία για τον μέσο θεατή, όσο κι αν ξενίζει αυτό.  Υπάρχουν στοιχεία που την καθιστούν διαχρονική και μαγική στην αντίληψη κάποιου που "διαβάζει" cinema, αλλά ταυτόχρονα υπάρχουν και ένα σωρό πράγματα τα οποία όταν δεν χωρούν μετάφρασης από κάποιον που δεν αρέσκεται σε αυτού του είδους τον κινηματογράφο (το cinema για το cinema, δηλαδή), μπαίνουν πίσω από ένα κόκκινο Χ, και κατηγοριοποιούνται ως "μαλακίες".  Δικό μας παράδειγμα ο καθαρά καυστικός "Κυνόδοντας" του Λάνθιμου.  Κατηγορήθηκε ως μπούρδα από όσους δε κατανοούν το κάτι περισσότερο (επειδή στη τελική δε θέλουν να ασχοληθούν με τον κινηματογράφο πιο σοβαρά, δεκτό).  Δε μπορείς όμως να ακυρώνεις κάτι χωρίς επιχειρήματα, έτσι απλά επειδή το θες, γιατί γεγονός είναι οτι εδώ στην Ελλάδα λειτουργούμε κατά κόρον με αυτόν τον τρόπο.  Αρκεί να δει κανείς το "Fester" του Vinterberg, για να καταλάβει οτι ο Λάνθιμος, έχει τους λόγους του που δομεί τη ταινία του έτσι.  Ας βγάλουμε λοιπόν για λίγο τις παρωπίδες, και ας ανοίξουμε το μυαλό μας απέναντι σε κάτι διαφορετικό.  Σε κάτι που έχει πράγματα να μας πει.  Αν βέβαια θέλουμε να τα ακούσουμε.


Η ταινία του Carax αποτελεί ένα δημιούργημα σουρεαλιστικής φαντασίας, με μια όμως καθαρά αφηγηματική παρουσία, γεγονός που από μόνο του αποτελεί μια ιδιαίτερη μνεία, απέναντι στο cinema.  Ταυτόχρονα, η άλλοτε διακριτική, και άλλοτε εξτραβαγκανζέ παρουσία ετερόκλητων στοιχείων, που παραπέμπουν με τη σειρά τους, σε εξίσου διαφορετικά, κινηματογραφικά είδη, είναι επίσης μια θέση που φαίνεται να υποστηρίζει ο σκηνοθέτης, αλλά και να υποστηρίζεται από το υλικό του.  Με αναφορές σε ταινίες του βωβού κινηματογράφου, του μιούζικαλ, του ρομάντζου, των crime ταινιών, των φαντασιακών-παραμυθιών (το κομμάτι με την Mendes μοιάζει σαν μια άλλη εκδοχή της Πεντάμορφης και του Τέρατος), της επιστημονικής φαντασίας (στην animation σκηνή δυο φολιδωτών τεράτων που ερωτοτροπούν, η ομοιότητα με τη σκηνή του σεξ ανάμεσα στους εξωγήινους της ταινίας "Species", είναι τεράστια), αλλά και των cult, ταινιών τρόμου της δεκαετίας του '60 (σε μια σκηνή η Edith Scob φοράει στο πρόσωπό της μια μάσκα, η οποία παραπέμπει ξεκάθαρα στη μάσκα που φορούσε στο τρομερό αριστούργημα, πρόδρομο του Cronenberg, του Γάλλου George Franju, "Les yeux san visage"), το "Holy Motors" μοιάζει να αποτελεί μια γιορτή του Carax, πάνω στην πολυμορφική τέχνη του κινηματογράφου.
Ακόμα και ο ρόλος του μεταμορφωνόμενου, Denis Levant, ο ρόλος δηλαδή που του επιτρέπει να παίζει πολλούς διαφορετικούς μέσα στη ταινία, είναι μια ξεπατικοσούρα του λόγου ύπαρξης ενός ηθοποιού: να υποδύεται δηλαδή πολλούς, και διαφορετικούς ρόλους στη καριέρα του.  Εδώ ο Levant συμπυκνώνει σε κοντά δυο ώρες, μια καριέρα ζωής, υποδυόμενος μέσα σε μια ταινία, έντεκα διαφορετικούς χαρακτήρες μέσα από μια χαμαιλαιοντική συμπεριφορά, που τον κάνει να να ξεχωρίζει και να επανα-υποδύεται.  Η επίδραση βέβαια του Μπρέχτ (ο Levant ντύνεται και γδύνεται μέσα στη λιμουζίνα του, κατά το δοκούν, με τον θεατή να γίνεται μάρτυρας αυτής της οργανικής του αλλαγής, για χάρη του εκάστοτε ρόλου) και η καθαρά "επαγγελματική" διάσταση του ηθοποιού, παίζει το δικό της ρόλο, μπαίνοντας βαθιά στην ουσία μιας μυθοπλαστικής, σινεματικής κατάστασης μέσα στην οποία εμείς βλέπουμε έναν ηθοποιό, ο οποίος υποδύεται έναν ηθοποιό, ο οποίος υποδύεται πολλούς και διάφορους ρόλους.  Και πάλι ο Carax δε το παρουσιάζει αυτό απογυμνωμένο από την βάση προέλευσης, αλλά σου λέει εμφανέστατα "φίλε, αυτό που βλέπεις είναι ένα προϊόν μυθοπλασίας, μέσω του οποίου θέλω να σου παρουσιάσω τη δική μου ιστορία για τον κινηματογράφο".  Όχι τη δική μου κινηματογραφική ιστορία, αλλά τη δική μου ιστορία για τον κινηματογράφο.  Και αυτό ακριβώς είναι που έχει κάνει το "Holy Motors" talk of the town εδώ και καιρό.


Η μπρεχτική διάσταση του "Holy Motros" γίνεται χειροπιαστή σχεδόν στη σκηνή όπου ο Levant υποδύεται τον ετοιμοθάνατο γέρο.  Όταν έπειτα από το λογύδριο της ανιψιάς του, ξεψυχήσει, στη συνέχεια σηκώνεται από το κρεβάτι, και αφού συστηθεί με την ανιψιά/ηθοποιό, αποχωρεί από το δωμάτιο.  Προσωπικά τοποθετώ τη συγκεκριμένη σκηνή στις αγαπημένες μου της ταινίας, ακριβώς γιατί ο φαντασιακός ιστός που πλέκεται από τον κινηματογράφο και το γεγονός οτι είναι μια υποκριτική κατάσταση, φαίνεται με τον πιο απροκάλυπτο τρόπο.
Μέσα βέβαια σε όλη αυτή την αλληγορική ιστορία του Carax, αναφορικά με το θαυμάσιο, προκλητικό, ιδιαίτερο, ξεχωριστό και "ψεύτικο" σύμπαν του κινηματογράφου (ένα σύμπαν όμως που τόσο τεχνηέντως μιμείται τη ζωή, αλλά και τούμπαλιν), η ουσιαστική παραφωνία η οποία προσωπικά μου κλότσησε, ήταν η απουσία της φόρμας.  Μπορεί δηλαδή ο Carax να σκηνοθετεί μια ταινία για τον κινηματογράφο, όταν όμως από αυτή λείπει το στοιχειώδες το οποίο πάει χέρι-χέρι μαζί του, τότε για εμένα δεν είναι ένα ολοκληρωμένο, οπτικοακουστικό παραμύθι, αλλά περισσότερο ένα προσχέδιο από το οποίο κάτι λείπει.  Ωραίες όλες οι συμβολικές αναφορές, οι παραπομπές σε κινηματογραφικά είδη και σκηνοθέτες (θα βρείτε μέσα στοιχεία από Tarkovsky και Godard, μέχρι Woody Allen και Bergman, όσον αφορά τη θεματική του προυστικού χρόνου), το μεταφορικό ταξίδι του ήρωα και το τελευταίο πλάνο της ταινίας (όπου για εμένα υπάρχει κιόλας όλα το ζουμί), αλλά πέρα από όλα αυτά, η απουσία της φόρμας είναι σίγουρα αισθητή.  Το μοντάζ των σκηνών, η σκηνοθεσία-κοινωνός μηνυμάτων, η μουσική επένδυση, τα slow motion, τα cut, το στήσιμο της κάμερας, οι λήψεις και ένα σωρό άλλα ζωτικής σημασίας, φορμαλιστικά στοιχεία, μοιάζουν να βρίσκονται στο "Holy Motors" σε ένα απουσιάζων, παράλληλο σύμπαν, το οποίο καμία σχέση δεν έχει με το κινηματογραφικό περιεχόμενο της ταινίας.  Για εμένα η ταινία χάνει κάπου, γιατί εκεί που θα μπορούσε να απογειωθεί με έναν συνδυασμό περιεχομένου-φόρμας, τελικά το δεύτερο θυσιάζεται για χάρη του πρώτου, με αποτέλεσμα ένα-έτσι κι αλλιώς μεγάλο-κομμάτι της αυθεντικής πάστας του cinema, να μένει εκτός.
Ιδιόρρυθμο, διαφορετικό και παραμυθατζίδικο, το "Holy Motors" είναι μια ερωτική επιστολή του Leos Carax, απέναντι στο cinema, την οποία ο καθένας διαβάζει με τον δικό του τρόπο.  Σίγουρα όμως, με τον έναν, ή με τον άλλον τρόπο, του μένει αξέχαστη.  Ακόμα και αν ο Carax δε φαίνεται να μένει απόλυτα πιστός στην μεγάλη του αγάπη...

Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι η Kylie Minogue ξέρει να τραγουδάει, οτι η Eva Mendes είναι η Eva Mendes και οτι το τέλος είναι το κερασάκι στη τούρτα.


No trivia


4 σχόλια:

  1. Περίεργη ταινία, οχι απαραιτήτως κακή, οχι απαραιτήτως καλή. Για εμένα που "δηλώνω" κινηματογραφόφιλη, είχε κάποια ενδιαφέροντα κομμάτια μέσα που μου άρεσαν, αλλά μέχρι εκεί. Δε κατάφερα να την αγαπήσω τελικά και αυτό με χάλασε.

    Thanx για το σχόλιο σου! ;)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Eklphktiki h foutouristiki skhnh sthn arxh me ton diadromo treksimatos.. kai episis tromerh h skhnh me to akornteon...
    To the master einai oti kalutero exw dei fetos... plhrhs tainia.. perimenw review sou :)

    Alexis

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Όντως η σκηνή με τον διάδρομο είναι η ίδια η πάστα του cinema/animation, σε όλο της το μεγαλείο. Καλή ταινία, αν και δε μίλησε στην καρδιά μου όπως άλλες, μέσα στη χρονιά! Το "The Master" δε το έχω δει ακόμη και πρέπει. Αναμένω λοιπόν και εγώ!

    Σε χαιρετώ! :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή