Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2013

The Wolf of Wall Street: Greed makes the world go round

NEW ARRIVAL

Χρόνια Πολλά και καλές γιορτούλες να έχουμε!  Επιστρέψαμε μέσα στην ανάπαυλα γιατί στην τελική οι ταινίες της τρέχουσας περιόδου, αυτό επιβάλουν.  Εκτός πάντως από την νέα ταινία του Scorsese, με την οποία θα ασχοληθούμε σήμερα, θα σας πρότεινα να ρίξετε μια ματιά και στο "The Secret Life of Walter Mitty", μια από τις κινηματογραφικές εκπλήξεις της χρονιάς με έναν ολότελα διαφορετικό απ'οτι μας έχει συνηθίσει, Ben Stiller.  Σε ρόλο πρωταγωνιστή αλλά και στην σκηνοθεσία, ο Stiller παρουσιάζει το ταξίδι του ονειροπόλου Walter Mitty, στην προσπάθειά του να προσαρμοστεί στην πραγματικότητα του κόσμου, δίνοντας τέλος στις καθημερινές, ηρωικές του φαντασιώσεις.  Νοσταλγική και γλυκόπικρη όσο η ίδια η ζωή, είναι μια ταινία που αξίξει να δείτε.  Εναλλακτική επιλογή είναι και το "Only Lovers Left Alive" του Jim Jarmusch (το οποίο θα κυκλοφορήσει την Πρωτοχρονιά), με τους Tilda Swinton και Tom Hiddleston στους ρόλους δυο βαμπιρικών εραστών.
Στα δικά μας σήμερα, θα πούμε μερικά πράγματα για το αμφιλεγόμενο όπως φαίνεται, "The Wolf of Wall Street" με την hands-down, πιο τρελή ερμηνεία του DiCaprio, ever.


Ο Jordan Belfort (Leonardo DiCaprio) έχει ακριβώς αυτό που χρειάζεται προκειμένου να φτάσει ψηλά: φιλοδοξία και μια ακόρεστη δίψα για χρήμα.  Και που αλλού μπορεί να εξαργυρώσει και τα δυο αν οχι στο Χρηματιστήριο;
Ξεκινώντας ως αμούστακος νεαρός με μπόλικα όνειρα, ο Belford θα βρεθεί σύντομα βαθιά χωμένος στην 'χρήμα-κόκα-γυναίκες' νοοτροπία των φρενιασμένων χρηματιστών της Wall Street, αποκτώντας μέντορες ζωής, πάνω στους οποίους θα αρχίσει σταδιακά να χτίζει την προσωπική του αυτοκρατορία.  Όταν έρθουν αργότερα η δόξα και η αναγνώριση, ο Belfort θα αποτελέσει ένα από τα πιο ηχηρά ονόματα του χώρου, οχι μόνο εξαιτίας της ανταγωνιστικής πορείας της νεο-δημιουργημένης εταιρείας του, αλλά και εξαιτίας της, οχι και τόσο διακριτικής του παρουσίας.  Με τις απάτες και τις κομπίνες να διαδέχονται η μια την άλλη, το χρήμα να ρέει άφθονο, τα ναρκωτικά να αποτελούν μια φυσιολογική καθημερινότητα και τις γυναίκες να αρκούνται στο ρόλο της μηχανής του σεξ, ο ανουσιουργηματικός χαρακτήρας του πρωταγωνιστή θα κληθεί να πληρώσει για όλα και πρώτα απ'ολα για το υπέρτατο αμάρτημά του: την απληστία.


Βασισμένο στο ομότιτλο, αυτοβιογραφικό βιβλίο του Jordan Belfort, το "The Wolf of Wall Street" αποτελεί ένα συνονθύλευμα καρικατουρίστικων ερμηνειών και ακραιφνούς υπερβολής, κάτι που μοιάζει να αποτελεί έτσι κι αλλιώς αυτοσκοπό του Martin Scorsese.
Η σύγχρονη, αμερικανική ιστορία (και οχι μόνο) γλύφει ακόμα πληγές που μοιάζουν ανεπούλωτες στον χρόνο, πληγές που χάσκουν ακόμα ορθάνοιχτες κάτω από την στραπατσαρισμένη εικόνα ενός αμερικάνικου ονείρου-φούσκα, που έμελλε να σκάσει, αποκαλύπτοντας το γιγαντιαίο κενό αξιών που κρυβόταν μέσα της.
Τα μαθήματα που δεν έγιναν παθήματα, αποτελούν παράδοση της ανθρώπινης πραγματικότητας, με το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα των καιρών μας να αποτελεί η σημερινή κρίση, σε καμία περίπτωση αυστηρά και μόνο οικονομική.
Η τυφλή προσήλωση στο χρήμα, η απληστία και η περιρρέουσα πεποίθηση μιας κατά τα άλλα, κούφιας κυριαρχίας, αποτελούν μοτίβα που κυριαρχούν στην ταινία του Scorsese, με τον ίδιο να ανανεώνεται κινηματογραφικά, αλλά να κρατάει παράλληλα και τις παραδοσιακές, σκηνοθετικές του τακτικές.  Αν υπάρχει κάτι βέβαια το οποίο φαίνεται να ωθείται μπροστά από την διαχρονική δεινότητα του Scorsese, είναι η ολοκληρωτικά καυστική διάσταση με την οποία παρουσιάζεται ένα σοβαρό κοινωνικοοικονομικό θέμα, το οποίο μοιάζει να επανέρχεται διαρκώς στο προσκήνιο στο πέρας του χρόνου.  Και ακριβώς εκεί είναι που η ταινία απογειώνεται.


Το 2000 είχε μεταφερθεί στην μεγάλη οθόνη δια χειρός Mary Harron, το "κατάμαυρο" αισθητικά "American Psycho" του Bret Easton Ellis, ο οποίος περιέγραφε με τα πιο σοκαριστικά, ζοφερά χρώματα την σχιζοφρενική διάσταση των early 90s, όπως αυτά βιώνονταν από τον πρωταγωνιστή του, Patrick Bateman, έναν γιάπη κολλημένο με την γυμναστική, την σωστή διατροφή, το αψεγάδιαστο ντύσιμο, τα κυριλέ εστιατόρια και την εκδήλωση πάσης φύσεως μισογυνιστικής συμπεριφοράς μέσα από την κατακρεούργηση κάθε άτυχου θηλυκού έβαζε στο μάτι.
Το κινηματογραφικό αποτέλεσμα της Harron ήταν η επιτομή της μαύρης κωμωδίας, με τον ρόλο του Christian Bale να περνάει στο πάνθεον των πιο cult, σύγχρονων ερμηνειών.  Μανιασμένος και βουτηγμένος στην ίδια του την ματαιοδοξία, σκιαγραφεί ιδανικά το πορτραίτο της εποχής του, μέσα από μια υπέροχα κριτική σκηνοθεσία της Harron, για μια ολόκληρη δολαριολαγνική γενιά.
Στα ίδια μονοπάτια κινείται το τρίωρο πόνημα του Scorsese, λειτουργώντας επί της ουσίας ως μια εθιστική εξτραβαγκάντζα που καταβαραθρώνει την μπριγιαντινέ σχολή της Wall Street, ξεμπροστιάζοντας τους ιθύνοντες των τεράστιων οικονομικών σκανδάλων, καθώς και ολόκληρου του συστήματος που τροφοδοτούσε την διαιώνιση ενός κιτσάτου life style.
Οι αντιδράσεις βέβαια δεν άργησαν να ξεσπάσουν, καθώς δεν έλειψαν και εκείνοι οι οποίοι μάλλον δεν αντιλήφθηκαν την καυστικότατη ματιά του Scorsese και της ομάδας του, με αποτέλεσμα να κατηγορήσουν τον δημιουργό, αλλά και τον Leonardo DiCaprio για....μισογυνισμό και εκθειασμό όλων των κακώς κειμένων που οδήγησαν την αμερικάνικη κοινωνία στην δική της κρίση αξιών.  Παιδιά, για πάρτε το λιγάκι από την αρχή.


Παρά την μεγάλη της διάρκεια, το "The Wolf of Wall Street" αποτελεί ένα εξαιρετικά καλοφτιαγμένο "οδοιπορικό" στα τρελαμένα μονοπάτια του Belfort τον οποίο εδώ ενσαρκώνει με περισσή μανία ένας DiCaprio, ο οποίος δεν μοιάζει σε τίποτα με τον ηθοποιό που έχουμε μέχρι σήμερα συνηθίσει.  Εθισμένος στα λεφτά και τα ναρκωτικά, όπως και στην γυναίκα που σέρνει καράβια (έδωσε μάλιστα και στην υπερπολυτελή θαλαμηγό του, το όνομα της αιθέριας ξανθιάς συζύγου, την οποία φυσικά συνέχιζε να απατά), την φήμη και την δόξα, μεθυσμένος από την εξουσία και την πρώτη θέση θεωρείο στην απατεωνίστικη ζωή που δημιούργησε για εκατοντάδες εκκολαπτόμενους κλέφτες με κολαριστά κοστούμια και ρολόγια Rolex, ο DiCaprio δημιουργεί την υπέρτατη καρικατούρα, μένοντας πιστός σε αυτή μέχρι το τέλος της ταινίας, όταν και θα σε κάνει αναμφίβολα να αναφωνήσεις, "wow".
Το υποστηρικτικό cast δίνει την δική του ηχηρή παρουσία, με τον Jonah Hill να αναλαμβάνει χρέη γλοιώδους δεξιού χεριού του Belfort, την όμορφη Margot Robbie να κρατάει την θέση του pretty little thing με extra δόσεις τσαγανού και τον Matthe McConaughey να κάνει το δικό του απολαυστικό, πεντάλεπτο πέρασμα.
Το "The Wolf of Wall Street" είναι ένα μοναδικά καυστικό, ανουσιουργηματικό δημιούργημα που βομωλοχεί, προκαλεί και σαστίζει.  Ένας Scorsese σε σκηνοθετικό κρεσέντο και ένας DiCaprio στην πιο large ερμηνεία της ζωής του.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι ο Jon Bernthal μετά το "Τhe Walking Dead" έχει πάρει σβάρνα τις ταινίες, μιας που εκτός από τον μουστακαλή Brad εδώ, θα παίξει και στο πλευρό του Brad Pitt στο επερχόμενο "Fury" (Bernthal ftw!), οτι η ποσότητα γυμνού στην ταινία είναι τόση, που στο τέλος τίποτα δεν σου κάνει εντύπωση και οτι η ξανθιά τύπισσα που κάνει την γυναίκα του DiCaprio, είναι δυο χρόνια μικρότερή μου.  Με συγχωρείτε, παω στην γωνιά μου να κλάψω...


TRIVIA
  • Οι ηθοποιοί σνίφαραν καθαρότατατη...βιταμίνη B, για τις σκηνές που περιελάμβαναν "κοκαΐνη".  Παρά το γεγονός πως το όλο θέμα ήταν λίγο άβολο, οι βιταμίνες τους προσέφεραν extra ενέργεια προκειμένου να γυρίζουν τις σκηνές τους.
  • Στην σκηνή που ο DiCaprio φιλιέται με την Joanna Lumley (θα δείτε ποια είναι, μη σας κάνω και spoiler), ήταν τόσο νευρικός, που η σκηνή γυρίστηκε τουλάχιστον 27 φορές για να πετύχει!
  • Ο πατέρας του DiCaprio στην ταινία, είναι ο σκηνοθέτης Rob Reiner.
(ΠΗΓΗ IMDB)

Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2013

12 Years a Slave: I don't want to survive. I want to live

NEW ARRIVAL

Γεια σας και πάλι!  Παρασκευή και 13 σήμερα και εμείς θα εξαγνίσουμε την κακή αύρα της ημέρας, λέγοντας μερικά πράγματα για την καλύτερη ταινία της εβδομάδας, το "12 Years a Slave".  Φυσικά στις αίθουσες κυκλοφορεί και η συνέχεια του Hobbit, "The Desolation of Smaug", η οποία αποτελεί μια σαφέστατη βελτίωση σε σχέση με το πρώτο, μέτριο αποτέλεσμα.  Παρόλα αυτά θα ασχοληθούμε με το δημιούργημα του Steve McQueen επειδή όπως και να το κάνουμε, αποτελεί σίγουρα και μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς.  Για να δούμε...


Το 1841 ο Solomon Northup (Chiwetel Ejiofor), ένας ελεύθερος, καλλιεργημένος μαύρος, πέφτει στα χέρια αδίστακτων δουλεμπόρων που τον πουλούν ως σκλάβο με το όνομα Platt.  Ο Solomon θα υπομείνει μια δωδεκαετία ανείπωτης φρίκης και εξευτελισμού, περνώντας από διάφορα λευκά αφεντικά και γνωρίζοντας από πρώτο χέρι το ευρύ φάσμα των ανθρώπινων χαρακτήρων.  Ανάμεσα σε καταπράσινες καλαμιές και βαμβακοκαλλιέργειες, θα έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με τις κακουχίες και την απελπισία του λαού του, ενός λαού που δεν έμαθε ποτέ τι σημαίνει να είσαι ελεύθερος.  Και η σωτηρία του Northup από τις μελανές σελίδες της Ιστορίας, θα συνεχίσει να μοιάζει πολύ μακρινή...


Βασισμένη στην ομότιτλη αυτοβιογραφία του Solomon Northup όπως αυτή εκδόθηκε το 1853, η τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του Steve McQueen, αποτελεί μια σκληρή ματιά πάνω στα δεινά της δουλείας, εμποτισμένη ιδεολογικά καθώς ήταν, στην καθημερινότητα μιας πληθώρας αμερικάνικων πολιτειών κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα (και ήδη από τον 18ο).  Στον αντίποδα οι 'free slave states' συνέχιζαν να καλλιεργούν το αίσθημα της φυλετικής ισότητας ανάμεσα στους πολίτες, με τον McQueen να παρουσιάζει έτσι κι αλλιώς σε πρώτη φάση, την προ-δουλική ζωή του Northup, προκειμένου να καταστεί τελικά και πιο δραματικά χρήσιμη, η υποθεσιακή μετάβαση από την ελευθερία στην σκλαβιά.
Το "12 Years a Slave" δεν είναι μια ταινία ολοκληρωτικά πρωτότυπη στο σύνολό της, ενδεχομένως όμως να είναι και μια από τις πιο πλήρεις απεικονίσεις της ζοφερής εκείνης εποχής.  Το σενάριο εξάλλου του John Ridley λειτουργεί αποδοτικά στα πλαίσια της κινηματογραφικής καταγραφής μιας δεδομένα αληθινής ιστορίας, βάζοντας από νωρίς στον χορό όλους τους χαρακτήρες και φροντίζοντας το σενάριο ώστε να κινηθεί κυκλωτικά γύρω από τον πρωταγωνιστή, προκειμένου η χρονική διάρκεια των δώδεκα ετών, να μοιραστεί "αρμονικά" και να εξαντληθεί ανάμεσα στους ήρωες.  Το χρονικό πέρασμα αποτελεί ένα από τα πλέον επώδυνα που έχεις δει στον κινηματογράφο, κυρίως επειδή η αίσθηση του χρόνου παύει να υπάρχει, όπως ακριβώς και η ελπίδα της επικείμενης σωτηρίας.  Για τον λόγο αυτό, η χρονική διάρκεια της ζωής του Solomon φτάνει στο αποκορύφωμά της, με το ίδιο το τέλος της ταινίας, επειδή μόνο τότε έρχεται και η πικρή συνειδητοποίηση της απουσίας, μαζί με μερικές πινελιές γκρίζων κροτάφων.


Πριν προχωρήσω λίγο στα της σκηνοθεσίας και του cast, θα ήθελα να πω δυο πράγματα σχετικά με τις διάφορες χαζοκατηγορίες που συνοδεύουν τον McQueen από την πρώτη του ήδη, full length ταινία, το "Hunger", αναφορικά με την σκηνοθεσία του.
Όντας ένας από τους ταχύτατα ανερχόμενους, νέους δημιουργούς, ο McQueen έχει δημιουργήσει την δική του σκηνοθετική σφραγίδα, η οποία όμως σαφέστατα είναι επηρεασμένη από άλλους, σπουδαίους δημιουργούς του παρελθόντος.  Μου κάνει μεγάλη εντύπωση γιατί πολλοί χαρακτηρίζουν για παράδειγμα, τα πλάνα μεγάλης διάρκειας στα οποία αρέσκεται ο σκηνοθέτης, εξεζητημένα, αλλά και ως μια φανερή απόδειξη του καλλιτεχνικού ξιπάσματος του Βρετανού δημιουργού.  Δεν θυμάμαι κανέναν να χαρακτήριζε υπερβολικούς, ή υπερφίαλους σκηνοθέτες όπως ο Bella Tar και ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, οι οποίοι οχι μόνο είχαν καταστήσει το πλάνο-σεκάνς ως την κυρίαρχη σκηνοθετική τους ματιά, αλλά έμεναν πιστοί σε αυτό, οδηγώντας το μάλιστα στο απόγειο της καλλιτεχνικής του έκφρασης με πλάνα γεμάτα χρονική "υπερβολή" κάμποσων λεπτών.
Όσοι επιμένουν να ψευτοκουλτουριάζονται χαιρετίζοντας τα έργα των, έτσι κι αλλιώς, μεγάλων αυτών σκηνοθετών, ρίχνοντας παράλληλα στα Τάρταρα την χρήση των ίδιων τεχνικών από δημιουργούς που βρίσκονται στο στάδιο διαμόρφωσης του προσωπικού τους στυλ, θα με βρουν κάθετα αντίθετη.  Στην τελική, και ο ίδιος ο τίτλος της ταινίας, μας προϊδεάζει εδώ για το νούμερο ένα στοιχείο που κυριαρχεί στην ταινία: τον χρόνο.  Αν δεν δώσεις λοιπόν την αίσθηση του βασανιστικού περάσματός του μέσα από σκόρπια πλάνα 3λεπτης, 4λεπτης ή και 5λεπτης διάρκειας, αν δεν αφήσεις τις εκφράσεις του προσώπου να πρωταταγωνιστήσουν σε ένα γκρο πλάνο, αν δεν μεταδόσεις στο κοινό σου, την τρομακτικά μικρή, χρονική χαραμάδα που χωρίζει τον κρεμασμένο ήρωα από τον βέβαια θάνατο, τότε ποιος ο λόγος να μιλάμε για το "12 Years a Slave";


Στα δικά μας και πάλι και με μόνιμο συνεργάτη τον Michael Fassbender, ο Steve McQueen επιχειρεί να αναπαραστήσει μια ιστορία που την έχουμε δει πολλάκις στον κινηματογράφο.  Ενδεχομένως η ουσιαστική της διαφορά με άλλες ταινίες, να έγκειται στο γεγονός της συνολικά εξαιρετικής της παρουσίας, καθώς είτε μιλάμε για την σκηνοθεσία, είτε για το σενάριο, είτε φυσικά για τις ερμηνείες, η ταινία αποτελεί είναι εξαίσιο δείγμα οπτικοακουστικού δημιουργήματος υψηλής αισθητικής.
Η επιλογή των χώρων είναι ιδανική, με τα γυρίσματα να γίνονται σε τρεις διαφορετικές φυτείες που δίνουν το στίγμα των τότε καιρών και την φωτογραφία του Sean Bobbitt (επίσης βασικού συνεργάτη του McQueen), να φαντάζει ταυτόχρονα ειδυλλιακή και απειλητική, δημιουργώντας ανάμικτα συναισθήματα εξαιτίας της ελεγειακής της ομορφιάς από την μια, και της απάνθρωπης αγριότητας από την άλλη.
Το ίδιο μοτίβο σιγοντάρει και την σκηνοθεσία, η οποία δεν αφήνει τίποτα κρυφό, προκαλώντας το βλέμμα να μείνει προσηλωμένο πάνω στις σκηνές ακραιφνούς βίας και εξευτελισμού μέχρι και της τελευταίας ανθρώπινης αξιοπρέπειας.  Τα πλάνα μεγάλης διάρκειας είναι όντως λειτουργικά, προσφέροντας το επιπλέον δραματικό βάρος, σε μια έτσι κι αλλιώς στην ουσία της, κοινωνικοδραματική ταινία.
Όσον αφορά το cast, είναι σίγουρα ένα από τα καλύτερα που έχουμε δει φέτος, με τους Fassbender και Pitt να εξιλεώνονται για την παρουσία τους στο κακό "The Counselor".  Ο Fassbender κρατώντας τον ρόλο του αφεντικού δυνάστη, δίνει μια εξαιρετική ερμηνεία που φτάνει-εσκεμμένα-στα όρια της καρικατούρας, με την θρησκευτική βιτρίνα να αδυνατεί να καλύψει το αλκοολικό τέρας που κρύβεται από πίσω, αντιμετωπίζοντας μέρα με την μέρα την διπλή φύση του σαδιστή/πιστού που ξεσπά πάνω σε ένα αντικείμενου του πόθου, που τον έλκει τόσο, όσο τον απωθεί: την σκλάβα Patsey.
Στον πρωταγωνιστικό ρόλο του Solomon/Platt, o Chiwetel Ejiofor είναι ιδανικός, ερμηνεύοντας τον ρόλο του με πάθος και δύναμη, δημιουργώντας μια προσωπικότητα κόντρα στον καιρό της.  Το cast συμπληρώνουν με επίσης άψογη παρουσία οι Benedict Cumberbatch, Paul Dano, Paul Giamatti, Sarah Paulson, Lupita Nyongo'o και ο Brad Pitt στον ρόλο του Καναδού Bass, που λειτουργεί ως η μοναδική φωνή ενάντια στον θεσμό της δουλείας.
Το "12 Years a Slave" είναι μια ταινία που πρέπει να δεις.  Ή καλύτερα, να την θαυμάσεις.

Τι έμαθα από την ταινία:  Οτι το όνομα του πρωταγωνιστή είναι γλωσσοδέτης, οτι ο Fassbender όπου κι αν παίζει θα πρέπει να είναι ή γυμνός ή με σεξουαλική διάθεση και οτι ο Brad έμοιαζε λίγο παράταιρος οπτικά, με την εποχή του  Ήταν απλά σαν τον Brad Pitt με μούσι.



No trivia

Παρασκευή, 6 Δεκεμβρίου 2013

Frankenstein: It's alive! It's alive!

Καλημέρες, καλημέρες!  Σήμερα είπα να επανέλθω με κάτι κλασικό, παρά το γεγονός πως και αυτή η εβδομάδα βρίθει κινηματογραφικών επιλογών.
Έχουμε και λέμε: "Μικρά Αγγλία" του Παντελή Βούλγαρη, "Runaway Day" του Δημήτρη Μπαβέλλα, την ευχάριστη κομεντί "Enough Said", μια από τις τελευταίες ταινίες του James Gandolfini, το ανεκδιήγητο "Homefront" με τους James Franco και Jason Statham (μη γελάτε δεν είναι αστείο), το πολύ καλών ερμηνειών, "Behind the Candelabra", με τους Michael Douglas και Matt Damon και τέλος το αχρείαστο remake της "Carrie" το οποίο είναι απλά μέτριο.  Μπορεί και κακό.
Σε μια τέτοια λοιπόν εβδομάδα, ελάχιστων φωτεινών εξαιρέσεων, αξίζει να ρίξουμε μια ματιά σε μια από τις πιο εικονικές ταινίες τερατικής έμπνευσης της κινηματογραφικής ιστορίας: τον "Frankenstein" του James Whale.


Ο Dr. Henry Frankenstein (Colin Clive) είναι ένας εμμονικός επιστήμονας που επιδιώκει την απόλυτη θέωση, μέσα από την ανάσταση ενός πλάσματος που δεν υπήρξε ποτέ.  Τριγυρνώντας στα νεκροταφεία μαζί με τον πιστό του βοηθό προκειμένου να συλλέξει ανθρώπινα μέλη, προβαίνει τελικώς στην δημιουργία του υπέρτατου όντος, μέσω της συρραφής των σάρκινων κομματιών.  Το αξιοθαύμαστο όμως κατασκεύασμά του, γαλβανισμένο στο έπακρο, δεν είναι αυτό που ο Frankenstein περίμενε.  Εξάλλου ένα μπερδεμένο, άβουλο ον με άναρθρες κραυγές, πελώριο και επικίνδυνο, δεν μπορεί να έχει θέση στην "φυσιολογική" ανθρώπινη κοινωνία.  Και στην τελική, πότε η διαφορετικότητα μπόρεσε να συμβαδίσει αρμονικά με την κοινά αποδεκτή έννοια του νορμάλ ή ακόμη και με την περιφραγμένη θρησκευτική αντίληψη, περί της δημιουργίας του κόσμου (και κατ' επέκταση του πρώτου αγνού ανθρώπου) από έναν πανταχού παρόντα Θεό;


Η ταινία του James Whale αποτέλεσε μια από τις πιο χαρακτηριστικές και ρηξικέλευθες παραγωγές της δεκαετίας του '30 στο είδος του horror (το 1931 είχαμε και την κυκλοφορία του "Dracula", με τον Bela Lugosi να υποδύεται τελικά τον θρυλικό Κόμη, αποτυγχάνοντας στο cast για τον ρόλο του "Frankenstein", o οποίος κατέληξε στην έτερη επιβλητική φυσιογνωμία του Boris Karloff), οχι μόνο εξαιτίας των τεχνικών της στοιχείων και της λειτουργικής πια χρήσης του ήχου (μόλις τρία χρόνια πριν, ο ήχος είχε κάνει επίσημα την εμφάνισή του, στην πρώτη part talkie ταινία, "The Jazz Singer"), αλλά και της κοινωνιολογικής προσέγγισης που πολλοί φάνηκαν να δίνουν στον, τρομερό για την εποχή του, "Frankenstein".
Το κινηματογραφικό αποτέλεσμα του Whale βασίστηκε στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Mary Shelley, η οποία ξεκίνησε την συγγραφή του, μόλις στα δεκαεννιά της χρόνια.  Λέγεται μάλιστα πως η σύλληψη της ιδέας για έναν από τους πιο κλασικούς νεκροζώντανους (αν οχι τον πιο κλασικό) που γνώρισε ποτέ η λογοτεχνία και ο κινηματογράφος, ήρθε στον...ύπνο της, όταν ονειρεύτηκε την ιστορία ενός τρελού επιστήμονα ο οποίος ένοιωσε τρομοκρατημένος, μπροστά στο φοβερό πλάσμα που έφερε στην ζωή.
Παρά το γεγονός πως η ταινία μοιράζεται πράγματι, αρκετά κοινά στοιχεία με το βιβλίο, εντούτοις ο Whale μοιάζει να την έχει μετουσιώσει σε μια ατόφια, κινηματογραφική παρουσία, που ταιριάζει περισσότερο στην σκηνοθετική του καριέρα, αλλά και στις προσωπικές του επιλογές.


Πολλές από τις ταινίες τρόμου της "χρυσής εποχής" του Χόλιγουντ, βρίσκονταν πάντα ένα βήμα μπροστά, ωθούμενες από μια σειρά βαθύτερων αιτιών (πολλές φορές φιλοσοφικών προεκτάσεων), που καθιστούσαν επιτακτική την δημιουργία τους.
Ένα από τα πιο παραδοσιακά θέματα στα οποία ο άνθρωπος προσπαθεί να δώσει απαντήσεις από την στιγμή της γέννησής του, είναι η ιδέα του θανάτου.  Γιατί ερχόμαστε στη ζωή;  Γιατί πεθαίνουμε;  Τι βρίσκεται πέρα από τον θάνατο;  Αυτού του είδους τα ρητορικά ερωτήματα, ταλανίζουν για αιώνες ολόκληρους την ανθρωπότητα, μια ανθρωπότητα που έχει καταφύγει στην Τέχνη προκειμένου να ανακουφίσει την διαρκή και κατ' ουσίαν, μάταιη αναζήτηση του 'γιατί γεννιόμαστε' και 'γιατί πεθαίνουμε'.  Η ζωγραφική, η μουσική, η λογοτεχνία, η ποίηση, ο κινηματογράφος, παρουσιάζονται ως οι διαφορετικοί δρόμοι, τα ενδιαφέροντα μέσα που μπορεί να επιλέξει κανείς, προκειμένου να ικανοποιήσει σε έναν κάποιον, ψηγματικό βαθμό την ανάγκη του να πιστέψει σε κάτι και να δώσει σκόρπιες ερμηνείες σε όλα εκείνα τα ερωτήματα που κινούνται παράλληλα με την εξέλιξη του ανθρώπου.
Το 1922 ο J.W Murnau σκηνοθέτησε το "Nosferatu", μια από της πρώτες ταινίες τρόμου, η οποία εκ φύσεως περιέκλειε την αγωνία για την αιώνια ζωή, τοποθετώντας στο προσκήνιο την τρωκτική φυσιογνωμία του Graf Orlof (ακόμη κι αν ο Max Schreck δεν εμφανίζεται παρά ελάχιστα λεπτά σε όλη την ταινία).  Ο Murnau όμως δεν έμεινε εκεί.  Αντιθέτως, επέλεξε να χρησιμοποιήσει την απειλητική παρουσία του Orlof ως μια ευφυή αλληγορία πάνω στην φρίκη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και των αμέτρητων θυμάτων του.
Στα ίδια μονοπάτια κινείται και ο "Frankenstein" ο οποίος θίγει δυο βασικά ζητήματα: αυτό του αντιθετικού ζεύγους, επιστήμη-πίστη, αλλά και αυτό της διαφορετικότητας.  Βλέπετε ο James Whale ήταν ομοφυλόφιλος.


Η προσωπική ζωή του Whale, λέγεται πως επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο με τον οποίο παρουσίασε πιο ευαισθητοποιημένα και ανθρώπινα το πρωταγωνιστικό του τέρας, επειδή ακριβώς βίωνε την ταύτιση με την αποξένωση και την ενοχοποίηση του Frankenstein εξαιτίας της διαφορετικότητάς του.  Σε μια εποχή μάλιστα όπου η λογοκρισία και το κόψιμο των σκηνών, στον κόσμο του αμερικάνικου πουριτανισμού, αποτελούσε την πεπατημένη, η ομοφυλοφιλική πορεία του Whale αποτελούσε έξτρα αφορμή για τον ίδιο, προκειμένου να μετατοπίσει αυτό ακριβώς το κοινωνικό βάρος σε ένα παρεξηγημένο πλάσμα που δεν είναι υπεύθυνο για τις πράξεις του, ένα πλάσμα που κινείται με γνώμονα το ένστικτο και την υβριστικής προελεύσεως φύση του.  Επί της ουσίας είτε μιλάμε για τον Frankenstein, είτε για τον Whale, είναι ένα και το αυτό.
Στον αντίποδα η ζευγαρική παρουσίαση των καταστροφικών αποτελεσμάτων της επιστήμης από την μια πλευρά, αλλά και η ανάγκη του ανθρώπου να φτάσει τον Θεό, λειτουργούν επίσης ως ένα από τα πιο γνωστά μονοπάτια πλοκής, ιδιαίτερα στο είδος του horror, το οποίο μας έχει προσφέρει έτσι κι αλλιώς μερικές σπουδαίες ταινίες πάνω σε αυτή την θεματική.  Φυσικά, η αντιφατική διάσταση ανάμεσα στην αιώνια επιδίωξη του ατόμου να φτάσει την θεϊκή δημιουργία, και την, για ακόμη μια φορά παρέμβαση των λογοκριτών για την αφαίρεση οποιουδήποτε στοιχείου θεωρείτο βλάσφημο (όπως έγινε με την φράση "Now i know what it's like to BE God!"), φανερώνει αν μη τι άλλο και την καθαρά ανθρώπινη φύση της κινηματογραφικής δημιουργίας.
Το "Frankenstein" είναι μια ταινία που είναι πολλά περισσότερα, από μια απλή, ξώφαλτση μεταφορά του λογοτεχνικού δημιουργήματος στην μεγάλη οθόνη: είναι μια ταινία για την θνητή μας φύση, την διαρκή πάλη με τις προσωπικές μας επιλογές και τα κακώς κείμενα που δεν πρέπει ποτέ να αποδίδονται στους Frankensteins αυτού του κόσμου, αλλά σε αυτούς που τους δημιούργησαν.

Τι έμαθα από την ταινία:  Οτι τα ζωγραφιστά background ήταν τόσο cool, οτι ο Karloff ήταν τόσο cool, οτι ο Frankenstein ήταν, είναι και θα είναι τόσο cool.


TRIVIA
  • Τα παπούτσια που φορούσε ο Boris Karloff ζύγιζαν δεκατρία κιλά το ένα!
  • Επίσης πρότεινε να αφαιρέσει ένα τμήμα από τη γέφυρα των δοντιών του, για να είναι πιο επιτυχημένο το μακιγιάζ με το βαθουλωμένο μάγουλο!
  • Ο Karloff θεωρείται από τους ηθοποιούς που άργησε να κάνει το breakthrough του στον κινηματογράφο.  Ξεκίνησε την καριέρα του στα 44.
(ΠΗΓΗ IMDB)