Τρίτη 13 Μαρτίου 2012

The Show Must Go On: The last reality show in the world

Χαιρετώ και σήμερα!  Τι κάνουμε, τι κάνουμε;  Ελπίζω καλά.  Λοιπόν ελπίζω να σας αρέσει και η νέα παρουσίαση του blog, την οποία αποφάσισα μιας και βαρέθηκα γρήγορα το προηγούμενο, και είπα επίσης να ελαφρύνω λίγο τη σελίδα, περιορίζοντας τις κριτικές που εμφανίζονται στις δυο ανά σελίδα.  Ευχαριστώ για την ενημέρωση σχετικά με τη δυσκολία φόρτωσης της σελίδας, και αν πάλι υπάρχει κάποιο πρόβλημα ή οτιδήποτε τέλος πάντων θα θέλατε να δείτε στο blog, όπως προτάσεις για νέες ταινίες (έχω ήδη μια στα σκαριά), αλλαγές ή κάτι άλλο, feel free to say it!  Σήμερα λοιπόν και περνώντας στα δικά μας, είπα να ασχοληθούμε με μια ταινία που πολύ δύσκολα θα έχετε δει.  Και εγώ την παρακολούθησα στο φετινό 7ο φεστιβάλ του Φανταστικού που γίνεται στην Αθήνα (κινηματογράφοι MΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ και ΝΙΧΟΝ μέχρι σήμερα) και το οποίο αναμένεται να ολοκληρωθεί την Τετάρτη.  Μέχρι στιγμής παρακολούθησα τρεις ταινιούλες, τις οποίες πρόκειται να ανεβάσω στο blog κυρίως για τα ενδιαφέροντα θέματα που πραγματεύονται, αλλά και για διάφορα ακόμη αξιόλογα στοιχεία που περιλαμβάνουν, αν αναλογιστεί μάλιστα κανείς οτι οι περισσότερες αποτελούν παραγωγές χαμηλού προϋπολογισμού.  Ξεκινάμε λοιπόν με το "The Show Must Go On".


Βρισκόμαστε στην Κροατία του σήμερα και πιο συγκεκριμένα στο Zagreb.  Εκεί ένας φιλόδοξος τηλεοπτικός παραγωγός, ο Filip Dogan (Sven Medvesek) αποφασίζει να δημιουργήσει ένα νέο reality show στο οποίο θα πρωταγωνιστούν...ζευγάρια!  Όπως δηλώνει ο ίδιος, το μεγαλεπήβολο αυτό σχέδιό του πρόκειται να αποδώσει και να εκτοξεύσει την τηλεθέαση, καθώς το concept είναι ολοκληρωτικά πρωτότυπο και αν μη τι άλλο θα έχει τεράστιο ενδιαφέρον να παρακολουθεί κανείς την καθημερινότητα μιας ομάδας ζευγαριών, με τις αντιζηλίες τους, τις συγκρούσεις, αλλά και τον υπαρκτό τους έρωτα.  Απέναντι σε αυτό το ολίγον trash, και ολίγον 'φάτε μάτια ψάρια' θέαμα που προσφέρει ο Filip και το κανάλι του, βρίσκεται η πρώην σύζυγός του Helena (Natasa Dorcic) η οποία είναι μια αξιόλογη δημοσιογράφος μιας πολιτικοκοινωνικής εκπομπής που χτυπάει πενηντάρια, την ίδια στιγμή που η δειλή εμφάνιση του reality περιορίζεται σε μονοψήφιους, τηλεθεατικούς αριθμούς. Όταν λίγο αργότερα η κόντρα ανάμεσα στους πρώην συζύγους κορυφωθεί, αφενός εξαιτίας του διαφορετικού τηλεοπτικού τους background, και αφετέρου εξαιτίας της δυσκολίας να φροντίσουν τον μικρό τους γιο, λόγου του δύσκολου προγράμματός τους, τότε η σχέση τους θα φτάσει στο απροχώρητο.  Δυστυχώς θα εύχονταν τα προβλήματά τους να ήταν μόνο αυτά.  Όταν ανακοινώνεται οτι η Κροατία έχει εμπλακεί σε πόλεμο και μάλιστα το Zagreb βρίσκεται ήδη μέσα στους προβλεπόμενους για πυρηνικό αφανισμό, στόχους ο Filip θα κάνει τα αδύνατα δυνατά, προκειμένου οι διαγωνιζόμενοι που βρίσκονται στο σπίτι του 'Big Brother' να μη καταλάβουν τίποτα, σε μια προσπάθεια να τους δώσει μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή.  Παίρνοντας στα χέρια του την τύχη και την ζωή των εγκλεισμένων ζευγαριών, καθώς και του γιου του, θα προσπαθήσει να τους κρατήσει ζωντανούς, προκειμένου να συνεχίσουν τον εποικισμό της Γης(;) για όσο το δυνατόν περισσότερο...


Ο Κροάτης σκηνοθέτης Nevio Marasovic σκηνοθετεί μια χαμηλού budget ταινία, με πλήρες περιεχόμενο, στρωτή αφήγηση, σχεδόν ερασιτεχνική σκηνοθεσία (πολλές φορές εξάλλου η κάμερα βρίσκεται στο χέρι) και με ερμηνείες που σε αφήνουν απόλυτα ικανοποιημένο και έκπληκτο, γιατί κακά τα ψέματα, δε το περίμενες.
Αν και όσον αφορά αποκλειστικά και μόνο τη δουλειά του σκηνοθέτη, ο Marasovic έχει να επιδείξει και μια τηλεοπτική σειρά, το "Instruktor" (2010) και τίποτα άλλο, εντούτοις με το κινηματογραφικό του ντεμπούτο, καταφέρνει να αποδείξει οτι δε χρειάζεται μεγάλο εργασιακό background προκειμένου να δημιουργήσεις μια ταινία αξιώσεων μέσα στα αυστηρά οριοθετημένα μερικές φορές, πλαίσια των low budget films.  Ούτε σημαίνει απαραιτήτως οτι επειδή η χρηματοδότηση δεν ήταν μεγάλη, συνεπώς και η ταινία θα βγει μια πατάτα.  Κάθε άλλο.  Όταν έχεις στη διάθεσή σου τα βασικά μέσα, μπορείς να δημιουργήσεις ενδιαφέροντα κινηματογραφικά έργα, τα οποία να έχουν κάτι να πουν.  Όπως ακριβώς συμβαίνει και στην περίπτωση του "The Show Must Go On'.


Σύμφωνα με πληροφορίες, ο Marasovic ένοιωσε πολύ άσχημα όταν συνειδητοποίησε οτι η ταινία του θα έμοιαζε σε μεγάλο βαθμό με μια mini σειρά 5 επεισοδίων, η οποία προβλήθηκε το 2008 και αποτέλεσε δημιούργημα του Άγγλου συγγραφέα, Charlie Brooker.
Σύμφωνα με την τιτλοφορούμενη "Dead Set" σειρά, μια ομάδα ατόμων που βρισκόταν μέσα σε ένα τηλεοπτικό σπίτι για τις ανάγκες ενός ριάλιτι, ζούσε σε έναν εντελώς δικό της κόσμο, αποκομμένη από την εξωτερική πραγματικότητα.  Και αυτόν ήταν ότι καλύτερο, αν σκεφτεί κανείς πως έξω από το σπίτι το ζομπίστικο ολοκαύτωμα είχε πλέον γίνει ένα απτό, καθημερινό σενάριο.  Όταν ο παραγωγός μπουκάρει στο σπίτι και ενημερώνει τους διαγωνιζόμενους για την μακάβρια πραγματικότητα που τους περιμένει έξω, αυτοί θα προσπαθήσουν να εγκαταλείψουν το σπίτι, να βρουν προμήθειες και να καταφέρουν να κάνουν ένα πράγμα: να επιζήσουν.
Αν και το "The Show Must Go On" θέτει υπαρξιακά και ηθολογικά διλήμματα, απέχοντας έτη φωτός από ένα splatter περιεχόμενο ζομπικής προέλευσης, εντούτοις γίνεται κατανοητός ο λόγος για τον οποίο ο Marasovic φοβήθηκε μια πιθανή κριτική της ταινίας που επεξεργαζόταν καιρό πριν από την εμφάνιση της σειράς.  Παρόλα αυτά το γεγονός παραμένει ένα.  Ακόμα και αν κάποιες ταινίες ομοιάζουν (όσον αφορά εδώ την γενικότερη ιδέα), αυτό δεν αποτελεί μεμπτό κριτήριο ευθύς εξαρχής, ιδιαίτερα όταν οι ταινίες έχουν να μας προσφέρουν τελικά διαφορετικά πράγματα η κάθε μια, κάτι καινούριο.  Έτσι λοιπόν μπορεί το "Dead Set" να βγήκε πρώτο, κινήθηκε όμως πάνω σε τρομολαγνικές νόρμες, με μπόλικες δόσεις καυστικής σάτιρας (π.χ τα ζόμπι καταβροχθίζουν ίσως τους διαγωνιζόμενους, όπως οι θεατές τους 'καταβρόχθιζαν' μέσω του τηλεοπτικού γυαλιού).  Από την άλλη πλευρά το "The Show Must Go On" κινείται πάνω σε εντελώς διαφορετικές γραμμές.


Χωρίς υπερβολικό στιλιζάρισμα (θα λέγαμε και καθόλου), ο Marasovic υφαίνει ένα κλασσικού μοτίβου οικογενειακό δράμα, το οποίο πυροδοτείται αφενός από τις επαγγελματικές επιλογές του πρωταγωνιστή και αφετέρου από τον πυρηνικό πόλεμο που βρίσκεται προ των πυλών της πόλης.  Ο πόλεμος αποτελεί στην ουσία και το στοιχείο της τραγικής ειρωνείας, μιας που τελικά τα μοναδικά άτομα που φαίνεται να έχουν μια καλύτερη δυνατότητα σωτηρίας, είναι οι διαγωνιζόμενοι.
Ο ήρωας θεωρεί πως είναι δική του υποχρέωση να τους κρατήσει ζωντανούς, από τη στιγμή που ήδη είχε αρχίσει από πριν να έχει τις δικές του αμφιβολίες σχετικά με το κατά πόσο είναι ηθικό, ένα τέτοιο θέαμα.  Στην ουσία ο Filip βρίσκεται σε μια διαρκή αμφισβήτηση των επιλογών του, καθώς από τη μια πλευρά η τηλεθέαση του reality χτυπάει κόκκινο (ο κόσμος δε θέλει να βλέπει ειδήσεις, προσπαθεί να ελαφρύνει το κακό, προπολεμικό κλίμα), από την άλλη όμως οι συμμετέχοντες δεν έχουν την παραμικρή ιδέα για το τι συμβαίνει εκεί έξω.  Είναι αυτό ορθό;  Είναι σωστό;
Τέτοιες αντιφάσεις βιώνει διαρκώς ο Filip, ιδιαίτερα από τη μέση της ταινίας και μετά, όταν και η αγωνία αρχίσει να κορυφώνεται.  Σε ένα πιο μεταφορικό επίπεδο θα μπορούσαμε να ερμηνεύσουμε το περιεχόμενο της ταινίας, με βάση την σταδιακή "αποκτήνωση" του ανθρώπου που ακόμα και σε τόσο ζωτικής σημασίας καταστάσεις, εκείνος επιλέγει να αδιαφορήσει και να ταχθεί είτε με τους εκμεταλλευτές, είτε με τους απαθείς.  Και όμως, ποιο βγαίνει τελικά κερδισμένος από μια τέτοια πραγματικότητα;


Η ταινία παρουσιάζει στην ουσία μια εν δυνάμει δυστοπική κατάσταση, όπως αυτή είναι στην αρχή της.  Χωρίς ιδιαίτερα εφέ, αλλά με έξυπνη χρήση των πλάνων, του ήχου και της αγχωτικής κίνησης της κάμερας στο χέρι, ο σκηνοθέτης καταφέρνει να στήσει μια αρκούντως ζοφερή κατάσταση, η οποία σε θλίβει χάρη στο ωμό, επικείμενο τέλος της.
Οι ερμηνείες είναι τίμιες, χωρίς υποκριτικές εξάρσεις και υπερβολές, και καταφέρνουν να αναμετρηθούν ικανοποιητικά με την right to the point σκηνοθετική ματιά του Marasovic πάνω σε ένα κατά τα άλλα κρίσιμο και σύγχρονο θέμα, που θα έπρεπε να απασχολεί όλους μας.  Γιατί αν κάποτε έρθει και η σειρά μας, τότε τι;
Το "The Show Must Go On" είναι μια ταινία από αυτές που φοβάσαι λίγο, αλλά τελικά εποδεικνύονται υπεράνω προσδοκιών.  Κι αν τη googl-άρετε και βρεθείτε μπροστά στο τραγούδι των Queen, ακούστε το με την ευκαιρία.  Η ομοιότητα μερικών στίχων και υπόθεσης, είναι εντυπωσιακή.

Τι έμαθα από τη ταινία: Από το poster συγκεκριμένα έμαθα οτι ο Medvesek είναι ο Κροάτης Christian Bale.  Μετά ξύπνησα.  Οτι την επόμενη φορά που θα δεις διαφήμιση για νέο reality, δήλωσε συμμετοχή.  Ποτέ δε ξέρεις, και οτι σε τέτοιες περιπτώσεις σε συμφέρει να είσαι έγκυος.  Trust me.



No trivia

Δευτέρα 12 Μαρτίου 2012

The Others: Do you believe in ghosts? Cause they believe in you...

Καλημέρα και καλή εβδομάδα σε όλους!  Το κρύο συνεχίζεται, η βροχή επίσης και τα νεύρα μπορεί να είναι και λίγο σπασμένα, αλλά όπως έχουμε συνηθίσει να λέμε καιρό τώρα...υπομονή.  Σήμερα θα γράψουμε μερικά πράγματα για μια ταινία από τα παλιά, και συγκεκριμένα ένα ψυχολογικό/μεταφυσικό θρίλερ που όταν είχε πρωτοκυκλοφορήσει είχε προκαλέσει αίσθηση χάρη στην ατμόσφαιρά του και μια πολύ καλή Nicole Kidman.  Φυσικά μιλάω για το "The Others" όπως εσείς το ψηφίσατε μέσα από το poll αυτής της εβδομάδας, και το βγάλατε πρώτο παρέα με το "Psycho" και με 8 ψήφους το καθένα.  Στη τρίτη θέση έμεινε το "The Orphanage" σε παραγωγή του del Torro.  Χωρίς πολλά πολλά, ξεκινάμε!


H Grace Stewart (Nicole Kidman) είναι μια μυστήρια γυναίκα που ζει παρέα με τα δυο της παιδιά, Anne (Alakina Mann) και Nicholas (James Bentley) σε μια τεράστια και επιβλητική έπαυλη.  Το ενδιαφέρον κομμάτι της υπόθεσης είναι πως η έπαυλη βρίσκεται διαρκώς βυθισμένη είτε στο απόλυτο σκοτάδι, είτε σε ένα ανατριχιαστικό ημίφως εξαιτίας μιας ασθένειας, από την οποία πάσχουν τα παιδιά.  Τα δυο πιτσιρίκια είναι 'φωτοευαίσθητα', πράγμα που σημαίνει πως οποιαδήποτε ηλιακή ακτίνα και να πέσει πάνω τους, μπορεί να τους προκαλέσει τεράστιο πρόβλημα.  Όταν λίγο αργότερα στη ζωή της Grace εμφανιστεί από το πουθενά μια τριμελής ομάδα υπηρετικού προσωπικού, τότε θα αρχίσουν να συμβαίνουν περίεργα φαινόμενα στο παλιό αρχοντικό, πείθοντας έτσι την ηρωίδα οτι το σπίτι είναι στοιχειωμένο.  Ενώ ο σύζυγός της βρίσκεται μακριά στον πόλεμο και καλείται να φροντίζει η ίδια από το πρωί μέχρι το βράδυ τα φιλάσθενα παιδιά της, αρχίζει παράλληλα να βυθίζεται σε μια ανεξέλεγκτη παράνοια, χωρίς επιστροφή.  Όταν τελικά η αλήθεια αποκαλυφθεί, η Grace θα βρεθεί μπροστά σε μια επίπονη και σοκαριστική πραγματικότητα....


Η ταινία σκηνοθετήθηκε το 2001 από τον χιλιανό σκηνοθέτη Alejandro Amenabar, ο οποίος μετράει στο ενεργητικό του λίγες, αλλά αξιόλογες ταινίες.
Ξεκινώντας αρχικά με short films κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ΄90 και συνεχίζοντας μέχρι σήμερα την ενεργό του δράση, χωρίς όμως κάποια τεράστια παραγωγή (από το 1996 μέχρι και το 2009 ο Amenabar σκηνοθέτησε μόλις 5 ταινίες, με τελευταία την "Agora" και πρωταγωνίστρια την Rachel Weisz) έχει καταφέρει να προκαλεί με την κάθε του ταινία, το ενδιαφέρον του κοινού χάρη στο ιδιαίτερο περιεχόμενό τους και την στιλιζαρισμένη σε αρκετές στιγμές (μια εκ των οποίων και η σημερινή μας ταινία) σκηνοθεσία του, ενώ οι δουλείες του αποτελούν πρώτης τάξεως φεστιβαλικό υλικό, εάν κρίνουμε το πέρασμά τους από κάθε λογής κινηματογραφικό φεστιβάλ που υπάρχει ανά τον κόσμο.  Από αυτό της Βενετίας και του Βερολίνου, μέχρι τα Independent Spirit Awards, τα Goya και τα Bram Stoker Awards.
Η πρώτη full length ταινία του ήταν το "Tesis" το 1996, η οποία πραγματεύεται την ιστορία μιας νεαρής φοιτήτριας, η οποία στην προσπάθειά να κάνει τη διατριβή της σχετικά με τη βία, έρχεται σε επαφή με ένα snuff video στο οποίο βλέπει μια κοπέλα να βασανίζεται μέχρι θανάτου.  Μια κοπέλα μάλιστα που σπούδαζε στο ίδιο Πανεπιστήμιο.  Και αν αναρωτιέστε, το πιθανότερο είναι πως το "8ΜΜ" με τον Nicholas Cage και σκηνοθέτη τον Joel Schumacher, μάλλον επηρεάστηκε από αυτό εδώ το ταινιάκι (το οποίο παρεμπιπτόντως έχω δει χρόνια τώρα και πρέπει οπωσδήποτε να ανεβάσω στο blog).
Μετά το θριλερικά, άρτια δεμένο "Tesis" ο Amenabar πέρασε σε πιο δραματικά μονοπάτια, σκηνοθετώντας την Penelope Cruz στο "Open Your Eyes" (1997), ενώ το 2001 ακολούθησε το σημερινό μας "The Others" το οποίο αποτέλεσε την αιτία, προκειμένου πολλοί να πιστέψουν στο υποκριτικό ταλέντο της Kidman.  Λίγο αργότερα το 2004 ο σκηνοθέτης επανήλθε δυναμικά με ένα βιογραφικό δράμα, το "The Sea Inside" το οποίο κέρδισε το Oscar ξενόγλωσσης και έστειλε στα ουράνια την ήδη υπαρκτή φήμη του Javier Bardem.
Μετά και από την "Agora" δεν έχουμε μάθει κάτι νεότερο σχετικά με μια επικείμενη ταινία του Amenabar, αν και κάτι μας λέει πως όταν και αν τελικά αποφασίσει να επιστρέψει στα κινηματογραφικά δρώμενα, θα το κάνει πολύ καλά.


Το "The Others" είναι μια ταινία επηρεασμένη εν μέρει από τη νουβέλα "The Turn of the Screw" του Αμερικανού συγγραφέα Henry James, ο οποίος αποτέλεσε μια από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες του 19ου αιώνα, όσον αφορούσε τη λογοτεχνία της εποχής.
Το έργο του "The Turn of the Screw", αποτελούσε στην ουσία μια ιστορία φαντασμάτων, ακριβώς δηλαδή όπως είναι και το "The Others", δουλεμένο όμως με τέτοιον τρόπο από τον Amenabar ώστε να μην είσαι ποτέ σίγουρος (τουλάχιστον πριν από το ίδιο το τέλος) σχετικά με το τι συμβαίνει τέλος πάντων μέσα στην έπαυλη.
Η αλήθεια είναι πως τέτοιου είδους ταινίες που καταφέρνουν να στήνουν τόσο μαεστρικά μια ολόκληρη ιστορία πάνω σε υποθέσεις και εικασίες, και σου σερβίρουν την απρόσμενη τροπή των πραγμάτων, στο ζεστό και λαχταριστό τους τέλος, είναι απλά υπέροχο να τις παρακολουθείς.
Δυστυχώς σαν θεατές έχουμε πλέον δει πολλά, γεγονός που καθιστά δύσκολη τη πρόκληση του στοιχείου της έκπληξης.  Για τον λόγο αυτό κάθε φορά που ένας σκηνοθέτης καταφέρνει να προκαλέσει το μυαλό, το υποσυνείδητο ή απλά τη ματιά μας, κερδίζει extra πόντους στην κινηματογραφική μας συνείδηση, αφήνοντας συνήθως το συγκεκριμένο 'έργο' (το οποίο δε περιορίζεται στα όρια μιας ταινίας, καθώς μπορεί να μιλάμε για κάποιο μουσικό κομμάτι, έναν πίνακα, ένα γλυπτό και πάει λέγοντας) ανεξίτηλο στη μνήμη μας.  Ποιος μπορεί να ξεχάσει το απρόσμενο τέλος του "Psycho" του μεγάλου Hitchcock, ή του "The Sixth Sense" του Shyamalan, της-hands down-καλύτερής του ταινίας μέχρι σήμερα;  Κανείς.  Σκεφτείτε ακόμα και το ιδιαίτερο τέλος του "The Mist" που μπορεί να μην άρεσε σε πολλούς, σου προκαλούσε όμως το στοιχείο της έκπληξης που αποτελεί μέγα κομμάτι του σύγχρονου κινηματογράφου και οχι μόνο.  Και φανταστείτε οτι στην προκειμένη περίπτωση μιλάμε για μια μεταφορά του βιβλίου του Stephen King. Η πρόκληση ενδιαφέροντος, έκπληξης και 'αυτό δε το περίμενα' αντίδρασης, έχει κάθε φορά τα θετικά του.  Ιδιαίτερα όταν γίνεται με τον τρόπο που συναντάμε στο "The Others".


Ο Amenabar στήνει με ατμοσφαιρικότητα και σκοτεινή ομορφιά τον μύθο μια γυναίκας εγκλωβισμένης μέσα στο ίδιο της το σπίτι.  Παρά το γεγονός οτι το 'σπιτικό' της οικογένειας είναι τεράστιο, η απουσία φωτός το κάνει να μοιάζει απειλητικό και απόλυτα κλειστοφοβικό την ίδια στιγμή, ενώ και το γεγονός οτι μοιάζει να είναι διαρκώς τυλιγμένο μέσα σε μια ομιχλώδη άχλη το κάνει να φαντάζει βγαλμένο μέσα από τον χειρότερο εφιάλτη.  Και η disturbing φύση του σπιτιού δε σταματάει εδώ.  Για του λόγου το αληθές, ρίχνουμε στο story δυο-φαινομενικά-άρρωστα πιτσιρίκια, τρεις υπαλλήλους που εμφανίζονται από το πουθενά δηλώνοντας οτι εργάζονταν στο σπίτι για την προηγούμενη οικογένεια (if you know what i mean), καθώς και μια μητέρα με την οποία κάτι δε πάει καλά, και έχουμε ένα θρίλερ που σου δημιουργεί ακριβώς την κατάλληλη, ζοφερή, ψυχική διάθεση.
Αποστραγγισμένη από οποιοδήποτε 'ζωντανό' και έντονο χρώμα, η φωτογραφία της ταινίας είναι εξαιρετική, με το σπίτι απομονωμένο μέσα σε μια σχεδόν λασπουριασμένη χλωρίδα, όπου στέκει έρμο και γιαγαντώδες.  Η παρουσία των ανθρώπων έρχεται σε έντονη αντίθεση με την κατά τα άλλα νεκρική σιγή που επικρατεί στην περιοχή, τονίζοντας ακόμα περισσότερο την αίσθηση οτι ο άνθρωπος είναι είτε ανεπιθύμητος σε εκείνο το κομμάτι του κόσμου, είτε απλά νεκρός.  Ακόμα και αν δε το έχει καταλάβει.
Ο ρόλος της Kidman είναι ιδιαίτερος και η απόδοση του χαρακτήρα της τελικά πετυχαίνει χάρη στην αξιοπρεπέστατη υποκριτική ικανότητα, την οποία επιδεικνύει εδώ.  Είναι ψυχρή, απόλυτη και χωρίς κανένα ουσιώδες, μητρικό χαρακτηριστικό, μιας που ενώ καταλαβαίνουμε οτι αγαπάει τα παιδιά της, εντούτοις φαίνεται την ίδια στιγμή απόμακρη από αυτά.  Καταφέρνει να κρατήσει μια εντυπωσιακή ισορροπία όσον αφορά το σταδιακό πέρασμα από την λογική που διαθέτει στο πρώτο μέρος της ταινία, στην τρέλα η οποία την καταπίνει στο δεύτερο μισό.
Τα παιδιά στο πλευρό της δίνουν και αυτά μερικές εξαιρετικές ερμηνείες, ωχρά και μονίμως με μια έκφραση επικείμενου κακού και θανάτου.  Στην ουσία μοιάζουν με ένα ζευγάρι μικρομέγαλων όντων, τα οποία σου δίνουν την εντύπωση πως ξέρουν, πως θυμούνται τι έχει συμβεί και απλά περιμένουν από την μαμά να το καταλάβει, να τα πάρει στην αγκαλιά της και να τους πει πως όλα θα πάνε καλά.  Τίποτα όμως δεν είναι όπως φαίνεται.


Ο Amenabar καταφέρνει να δημιουργήσει ένα έξοχο παιχνίδι μνήμης και λήθης κάτω από το πρίσμα ενός θρίλερ εποχής, προκαλόντας συναισθήματα φόβου, συμπάθειας και θλίψης.  Κάτω από έναν βαρύ ουρανό, η Grace καλείται να αντιμετωπίζει μια επαναλαμβανόμενη πραγματικότητα η οποία είναι τελικά χειρότερη από την ουσιαστική συνειδητοποίηση της τραγικής ιστορίας αυτής της οικογένειας.
Με σφιχτοδεμένη πλοκή, ανατριχιαστική ατμόσφαιρα (η τοποθεσία των γυρισμάτων είναι εκπληκτική), ωραίες ερμηνείες και ένα τέλος-αποκάλυψη, το "The Others" είναι ένα θρίλερ ή αν θέλετε ένα ήπιο horror movie με πολλές, καλές στιγμές που αξίζει να βλέπουμε μέχρι και σήμερα, ξανά και ξανά.

Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι το καλό υπηρετικό προσωπικό σπανίζει, οτι είναι τόσο βαρετό να κλειδώνεις τη κάθε πόρτα προκειμένου να μπεις στο επόμενο δωμάτιο, και οτι όταν ακούσεις τη μητέρα σου να ουρλιάζει στον ύπνο της, να είσαι σίγουρος οτι κάτι δε πάει καθόλου καλά.  Μα καθόλου.



No trivia