Η μέρα των γενεθλίων του 22χρονου Μάριου έχει φτάσει. Το σπίτι ετοιμάζεται με πολύχρωμα μπαλόνια και σνακς. Ο Μάριος είναι καλοντυμένος και μαζί με την μητέρα του την κα. Νίκη περιμένουν υπομονετικά την έλευση του θείου του, προκειμένου να γιορτάσουν όλοι μαζί αυτή την ξεχωριστή μέρα. Ο Μάριος πάσχει από εγκεφαλική παράλυση και αυτή θα είναι μια μέρα όπως όλες οι άλλες...
Η βραβευμένη ταινία του Δημήτρη Κατσιμίρη φέρνει στο προσκήνιο το θέμα της καθημερινότητας των ατόμων με ειδικές ανάγκες, αναδεικνύοντας τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αυτοί (δεν) γίνονται αποδεκτοί από τον κοινωνικό περίγυρο, ακόμα και όταν πρόκειται για το συγγενικό τους περιβάλλον. Με δυο εξαιρετικές ερμηνείες από τον Θωμά Χαβιανίδη στον ρόλο του Μάριου και την Αριέττα Μουτούση στη σπαρακτική ερμηνεία της μητέρας του, τα "Γενέθλια" είναι η καταγραφη του καθημερινού αγώνα για επιβίωση αυτών των ανθρώπων, αλλά και εκείνων που βρίσκονται στο πλευρό τους, στυλοβάτες και υποστηρικτές στις πιο δύσκολες στιγμές τους. Μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο αντιμετώπισης των ΑμεΑ, ο Δημήτρης Κατσιμίρης εξαίρει την απόλυτη και δίχως όρια μητρική αγάπη, κατασκευάζοντας τον μικρόκοσμο του Μάριου και της Νίκης με απόλυτη ψυχραιμία και δίχως δακρύβρεχτες, δραματουργικές εξάρσεις, αλλά με ειλικρινή σεβασμό απέναντι στους δυο ήρωές του.
Τα "Γενέθλια" αποτελούν τελικά ένα μάθημα ζωής και αξιοπρέπειας, μια μικρού μήκους που θα "κουβαλάς" για πολύ καιρό μαζί σου.
Παρασκευή 30 Ιουνίου 2017
Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2015
Blogoscars 2015: Αποτελέσματα
Για ακόμη μια χρονιά συμμετέχουμε στον αγαπημένο μας, κινηματογραφικό θεσμό, αν και φέτος τα πράγματα γίνονται με μια τόση δα, παραπάνω ταχύτητα. Μπορεί λοιπόν να μην έχουμε πολλά και διαφορετικά posts για τους αγαπημένους μας, φετινούς υποψηφίους, έχουμε όμως μια μεγάλη, χορταστική λίστα με όλα όσα απολαύσαμε και αγαπήσαμε, για ακόμη μια χρονιά. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν!
Ανδρικός Ρόλος
10. Macon Blaire, "Blue Ruin"
9. Brendan Gleeson, "Calvary"
8. Dan Stevens, "The Guest"
7. Michael Fassbender, "Frank"
6. Steve Carell, "Foxcatcher"
5. Edward Norton, "Birdman"
4. Βαγγέλης Μουρίκης, «Το Μικρό Ψάρι»
3. J.K Simmons, "Whiplash"
2. Tom Hardy, "Locke"
1. Jake Gyllenhaal, "Nightcrawler"
Γυναικείος Ρόλος
10. Emily Blunt, "Edge of Tomrrow"
9. Maggie Gyllenhaal, "Frank"
8. Patricia Arquette, "Boyhood"
7. Naomi Watts, "St. Vincent
6. Agata Trzebuchowska, "Ida"
5. Shailene Woodley, "The Fault in our Stars"
4. Marion Cotillard, "Two Days, One Night"
3. Scarlett Johansson, "Under the Skin"
2. Essie Davis, "The Babadook"
1. Rosamund Pike, "Gone Girl"
Σκηνοθεσία
10. Alejandro Gonzalez Inarritu, "Birdman"
9. Roy Anderson, "A Pigeon Sat on a Branch Reflecting on Existence"
8. Miroslav Slaboshpitsky, "The Tribe"
7. Adam Wingard, "The Guest"
6. Steven Knight, "Locke"
5. Kornel Mundruczo, "White God"
4. Wes Anderson, "The Grand Budapest Hotel"
3. Jennifer Kent, "The Babadook"
2. Jonathan Glazer, "Under the Skin"
1. Pawel Pawlikoswki, "Ida"
Σενάριο
10. David Chirchirillo, Trent Haaga, "Cheap Thrills"
9. Gerard Johnstone, "Housebound"
8. "Big Hero 6" (όλοι εκείνοι οι σεναριογράφοι ρε παιδί μου!)
7. Nick Damici, Jim Mickle, "Cold in July"
6. Gillian Flynn, "Gone Girl"
5. Joon-ho Bong, Kelly Masterson, "Snowpiercer"
4. James Ward Byrkit, "Coherence"
3. Jennifer Kent, "The Babadook"
2. Wes Anderson, "The Grand Budapest Hotel"
1. Ruben Ostlund, "Force Majeure"
Soundtrack
5. «Το Μικρό Ψάρι»
4. «Οι Αισθηματίες»
3. "Interstellar"
2. "Under the Skin"
1. "The Guest"
Ταινία της Χρονιάς
20. "Touch of Sin"
19. "Big Bad Wolves"
18. "Boyhood"
17. "White God"
16. "Cold in July"
15. "Blue Ruin"
14. "Birdman"
13. "Foxcatcher"
11. "White God"
12. "The Guest"
10. "Gone Girl"
9. "Big Hero 6"
8. "Ida"
7. "Nightcrawler"
6. "The Tribe"
5. "Force Majeure"
4. "Under the Skin"
3. "The Babadook"
2. "Locke"
1. "Whiplash"
Αγαπημένες σκηνές δυστυχώς δεν πρόλαβα να ανεβάσω, αν και επί της ουσίας έχω μια πολύ αγαπημένη, που την ξεχώρισα από όλες τις άλλες. Αυτή, από "White God"
Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2015
White God: Uprising
Το "White God" ή αλλιώς "Feher isten" στα ουγγρικά, κέρδισε το 2014 το βραβείο Ένα Κάποιο Βλέμμα στο φεστιβάλ των Καννών, αποτελώντας μια από τις πολλές και καλές ξενόγλωσσες ταινίες που είχαμε την τύχη να απολαύσουμε τόσο μέσα στο 2014, όσο και τώρα, στις αρχές του 2015. Έχοντας να διαλέξει κανείς ανάμεσα σε ταινίες όπως το "Ida" του Pawel Pawlikofski, το πρόσφατο "Force Majeure" του Ruben Ostlund, αλλά και τα πολυαναμενόμενα "The Tribe" του Miroslav Slaboshpitsky, "Leviathan" του Andrey Zvyagintsev και "Winter Sleep" του Nuri Bilge Ceylan, σίγουρα η απόφαση δεν είναι εύκολη, αφού καθεμιά από τις παραπάνω ταινίες, αποτελούν-για τους δικούς τους λόγους η καθεμία-σύγχρονα, κινηματογραφικά αριστουργήματα.
Το "White God" με την σειρά του, κερδίζει επάξια μια θέση σε αυτή την λίστα, καθώς αναδεικνύεται σταδιακά ως μια καθόλα σκληρή, αλλά οπτικά πανέμορφη αλληγορία για την σύγχρονη εποχή της απανθρωποίησης και της κοινωνικής απομόνωσης.
H δεκατριάχρονη Lili έρχεται αντιμέτωπη με την απόφαση του πατέρα της να αφήσει στον δρόμο τον ημίαιμο σκύλο της, Hagen, καθώς μετά από τα παράπονα των ενοίκων της πολυκατοικίας στην οποία διαμένουν, ο σκύλος πρέπει να φύγει από το διαμέρισμα. Η Lili θα ξεκινήσει τότε με το ποδήλατό της, ένα αστικό ταξίδι, προκειμένου να εντοπίσει και να σώσει τον υπάκουο Hagen, πριν τα ίχνη του χαθούν εντελώς. Η ζωή όμως εκεί έξω δεν είναι εύκολη για τους τετράποδους φίλους του ανθρώπου, καθώς η εκμετάλλευση και η σκληρότητα καραδοκούν σε κάθε γωνιά. Όπως όμως μας έχει συνηθίσει και η ίδια η Ιστορία, έρχεται κάποια στιγμή που οι καταπιεσμένοι εξεγείρονται. Και τότε μπορείς μόνο να τρέξεις με όλη σου την δύναμη.
Η φετινή χρονιά αποτέλεσε πραγματική αποκάλυψη για τις ξενόγλωσσες ταινίες, καθώς όπως αναφέραμε και παραπάνω, οι περισσότερες από αυτές κατάφεραν να καταχωρηθούν στην φετινή, κινηματογραφική μας μνήμη, ως εξαιρετικά δείγματα, σκηνοθετικής και σεναριακής γραφής.
Ένα χαρακτηριστικό το οποίο φάνηκαν να μοιράζονται, παρά τις ολοκληρωτικά διαφορετικές ιστορίες τους, είναι το θέμα του συμβατικού σεναρίου. Για να μην παρεξηγηθούμε, όταν λέω συμβατικό σενάριο στην προκειμένη περίπτωση, εννοώ πως οι δημιουργοί μοιάζουν να επέλεξαν-φαινομενικά-απλές και λιτές υποθέσεις, μέσα από τις οποίες αναδύθηκαν υπέροχες ερμηνείες και αληθινά, κινηματογραφικές σκηνοθεσίες, ειλικρινά πιστές στην 7η Τέχνη.
Δίχως να έχω δει ακόμα το "Leviathan" και το "Winter Sleep" του Nuri Bilge Ceylan, μπορώ να πω με μια σχετική βεβαιότητα, πως πράγματι αυτό ισχύει σε μεγάλο βαθμό. Για παράδειγμα στο ασπρόμαυρο "Ida", η υπόθεση θέλει μια νεαρή, μέλλουσα μοναχή, να έρχεται αντιμέτωπη με το οικογενειακό της παρελθόν, ενώ στο καυστικό "Force Majeure", μια ελεγχόμενη χιονοστιβάδα «καταπλακώνει» την καλολουστραρισμένη εικόνα της τέλειας οικογένειας. Από εκεί και πέρα, τόσο ο Pawlikoski, ο οποίος επαναφέρει τον θεατή-την μνήμη του θεατή-στην επιβλητικότητα του πολωνικού κινηματογράφου, όσο και ο Σουηδός Ruben Ostlund που επαναπροσδιορίζει με τρόπο σύγχρονο την μεγάλη, κινηματογραφική παράδοση της Σουηδίας, απογειώνουν τις ταινίες τους μέσα από καθαρά φιλμικά μέσα, ανάγοντας τελικά τις ιστορίες τους, σε κάτι περισσότερο από απλές ιστορίες.
Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση του Ούγγρου Kornel Mundruczo, ο οποίος προφασιζόμενος την εγκατάλειψη ενός σκύλου, στήνει γύρω από την περιπέτειά του, μια ζοφερή αλληγορία για την ξενοφοβία και τον ρατσισμό που φωλιάζει στην καρδιά του ανθρώπου.
Για πολλούς ο τίτλος της ταινίας αποτελεί τον λπογικό αναγραμματισμό της ταινίας του Samuel Fuller, "White Dog", στην οποία ένας λευκός σκύλος έχει εκπαιδευτεί προκειμένου να επιτίθεται και να σκοτώνει μαύρους πολίτες. Η αντιστροφή των δυο γραμμάτων στον τίτλο γίνεται εμφανής, όταν ο θεατής αρχίζει να αντιλαμβάνεται το τι ακριβώς εκπροσωπεί ο Hagen, καθώς κάποιοι ίσως έχουν την εύλογη απορία, γιατί ο τίτλος μιλάει για έναν λευκό Θεό, από την στιγμή που το μόνο που βλέπουμε είναι ένας κανελής σκύλος. Είναι απλό. Σε αντίθεση με την ταινία του Fuller, εδώ οι άνθρωποι κρατούν τον ρόλο του white god, παραπέμποντας σε έναν βαθμό στην ναζιστική αντίληψη περί αρίας, λευκής φυλής, με τον Hagen εκπροσωπεί τους απανταχού καταπιεσμένους και φοβισμένους αυτού του κόσμου, πλάσματα πληγωμένα-κυριολεκτικά και μεταφορικά-από την καταλυτική επίδραση της ξενοφοβικής μανίας και του πνιγηρού ρατσισμού.
To "White God" αποτελεί μια από τις καλύτερες ταινίες της φετινής σοδειάς, οχι μόνο εξαιτίας της αλληγορικής του έμπνευσης (η οποία τρυπώνει αργά, αλλά σταθερά κάτω από το δέρμα του θεατή μέχρι που γίνεται αφόρητα επίπονη), αλλά και εξαιτίας της καταληκτικής δουλειάς που έχει γίνει τόσο σε επίπεδο σκηνοθεσίας, όσο και φωτογραφίας δια χειρός Marcell Rev.
Η κάμερα τοποθετείται σε χαμηλό επίπεδο, κινηματογραφώντας τον κόσμο του Hagen από το ύψος του, δίνοντας έτσι, ξεκάθαρα, την δυνατότητα στο κοινό, να βιώσει την εγκατάλειψη και την εκμετάλλευση του «σκύλου»-θύματος, σε πρώτο πρόσωπο. Ενδιαφέρον προκαλούν και ορισμένα υποκειμενικά πλάνα, από την οπτική του σκύλου που ταυτίζουν ακόμη περισσότερο το βλέμμα του θεατή, με αυτό του τετράποδου πρωταγωνιστή.
Υπάρχουν, παράλληλα, μερικές υπέροχα χορογραφημένες σκηνές, οι οποίες παραπέμπουν εμφανώς, ανά στιγμές, σε σκηνές θρίλερ, προσδίδοντας στην ταινία μια αίσθηση σασπένς, αλλά και φρίκης, με τον Mundruczo να κάνει εξαιρετική δουλειά στο καδράρισμα και στις ιδιαίτερες γωνίες λήψης, καθιστώντας έτσι το "White God" ένα μικρό, κινηματογραφικό αριστούργημα.
Αν το έχετε δει, αναζητήστε το για την απρόσμενη ομορφιά του, την τεχνική αρτιότητα των δημιουργών και την καλύτερη τελική σεκάνς (και πλάνο) που έχετε δει σε ταινία εδώ και πολλά χρόνια. Ένα πλάνο για κινηματογραφική ανθολογία, το δίχως άλλο.
Το "White God" με την σειρά του, κερδίζει επάξια μια θέση σε αυτή την λίστα, καθώς αναδεικνύεται σταδιακά ως μια καθόλα σκληρή, αλλά οπτικά πανέμορφη αλληγορία για την σύγχρονη εποχή της απανθρωποίησης και της κοινωνικής απομόνωσης.
H δεκατριάχρονη Lili έρχεται αντιμέτωπη με την απόφαση του πατέρα της να αφήσει στον δρόμο τον ημίαιμο σκύλο της, Hagen, καθώς μετά από τα παράπονα των ενοίκων της πολυκατοικίας στην οποία διαμένουν, ο σκύλος πρέπει να φύγει από το διαμέρισμα. Η Lili θα ξεκινήσει τότε με το ποδήλατό της, ένα αστικό ταξίδι, προκειμένου να εντοπίσει και να σώσει τον υπάκουο Hagen, πριν τα ίχνη του χαθούν εντελώς. Η ζωή όμως εκεί έξω δεν είναι εύκολη για τους τετράποδους φίλους του ανθρώπου, καθώς η εκμετάλλευση και η σκληρότητα καραδοκούν σε κάθε γωνιά. Όπως όμως μας έχει συνηθίσει και η ίδια η Ιστορία, έρχεται κάποια στιγμή που οι καταπιεσμένοι εξεγείρονται. Και τότε μπορείς μόνο να τρέξεις με όλη σου την δύναμη.
Η φετινή χρονιά αποτέλεσε πραγματική αποκάλυψη για τις ξενόγλωσσες ταινίες, καθώς όπως αναφέραμε και παραπάνω, οι περισσότερες από αυτές κατάφεραν να καταχωρηθούν στην φετινή, κινηματογραφική μας μνήμη, ως εξαιρετικά δείγματα, σκηνοθετικής και σεναριακής γραφής.
Ένα χαρακτηριστικό το οποίο φάνηκαν να μοιράζονται, παρά τις ολοκληρωτικά διαφορετικές ιστορίες τους, είναι το θέμα του συμβατικού σεναρίου. Για να μην παρεξηγηθούμε, όταν λέω συμβατικό σενάριο στην προκειμένη περίπτωση, εννοώ πως οι δημιουργοί μοιάζουν να επέλεξαν-φαινομενικά-απλές και λιτές υποθέσεις, μέσα από τις οποίες αναδύθηκαν υπέροχες ερμηνείες και αληθινά, κινηματογραφικές σκηνοθεσίες, ειλικρινά πιστές στην 7η Τέχνη.
Δίχως να έχω δει ακόμα το "Leviathan" και το "Winter Sleep" του Nuri Bilge Ceylan, μπορώ να πω με μια σχετική βεβαιότητα, πως πράγματι αυτό ισχύει σε μεγάλο βαθμό. Για παράδειγμα στο ασπρόμαυρο "Ida", η υπόθεση θέλει μια νεαρή, μέλλουσα μοναχή, να έρχεται αντιμέτωπη με το οικογενειακό της παρελθόν, ενώ στο καυστικό "Force Majeure", μια ελεγχόμενη χιονοστιβάδα «καταπλακώνει» την καλολουστραρισμένη εικόνα της τέλειας οικογένειας. Από εκεί και πέρα, τόσο ο Pawlikoski, ο οποίος επαναφέρει τον θεατή-την μνήμη του θεατή-στην επιβλητικότητα του πολωνικού κινηματογράφου, όσο και ο Σουηδός Ruben Ostlund που επαναπροσδιορίζει με τρόπο σύγχρονο την μεγάλη, κινηματογραφική παράδοση της Σουηδίας, απογειώνουν τις ταινίες τους μέσα από καθαρά φιλμικά μέσα, ανάγοντας τελικά τις ιστορίες τους, σε κάτι περισσότερο από απλές ιστορίες.
Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση του Ούγγρου Kornel Mundruczo, ο οποίος προφασιζόμενος την εγκατάλειψη ενός σκύλου, στήνει γύρω από την περιπέτειά του, μια ζοφερή αλληγορία για την ξενοφοβία και τον ρατσισμό που φωλιάζει στην καρδιά του ανθρώπου.
Για πολλούς ο τίτλος της ταινίας αποτελεί τον λπογικό αναγραμματισμό της ταινίας του Samuel Fuller, "White Dog", στην οποία ένας λευκός σκύλος έχει εκπαιδευτεί προκειμένου να επιτίθεται και να σκοτώνει μαύρους πολίτες. Η αντιστροφή των δυο γραμμάτων στον τίτλο γίνεται εμφανής, όταν ο θεατής αρχίζει να αντιλαμβάνεται το τι ακριβώς εκπροσωπεί ο Hagen, καθώς κάποιοι ίσως έχουν την εύλογη απορία, γιατί ο τίτλος μιλάει για έναν λευκό Θεό, από την στιγμή που το μόνο που βλέπουμε είναι ένας κανελής σκύλος. Είναι απλό. Σε αντίθεση με την ταινία του Fuller, εδώ οι άνθρωποι κρατούν τον ρόλο του white god, παραπέμποντας σε έναν βαθμό στην ναζιστική αντίληψη περί αρίας, λευκής φυλής, με τον Hagen εκπροσωπεί τους απανταχού καταπιεσμένους και φοβισμένους αυτού του κόσμου, πλάσματα πληγωμένα-κυριολεκτικά και μεταφορικά-από την καταλυτική επίδραση της ξενοφοβικής μανίας και του πνιγηρού ρατσισμού.
To "White God" αποτελεί μια από τις καλύτερες ταινίες της φετινής σοδειάς, οχι μόνο εξαιτίας της αλληγορικής του έμπνευσης (η οποία τρυπώνει αργά, αλλά σταθερά κάτω από το δέρμα του θεατή μέχρι που γίνεται αφόρητα επίπονη), αλλά και εξαιτίας της καταληκτικής δουλειάς που έχει γίνει τόσο σε επίπεδο σκηνοθεσίας, όσο και φωτογραφίας δια χειρός Marcell Rev.
Η κάμερα τοποθετείται σε χαμηλό επίπεδο, κινηματογραφώντας τον κόσμο του Hagen από το ύψος του, δίνοντας έτσι, ξεκάθαρα, την δυνατότητα στο κοινό, να βιώσει την εγκατάλειψη και την εκμετάλλευση του «σκύλου»-θύματος, σε πρώτο πρόσωπο. Ενδιαφέρον προκαλούν και ορισμένα υποκειμενικά πλάνα, από την οπτική του σκύλου που ταυτίζουν ακόμη περισσότερο το βλέμμα του θεατή, με αυτό του τετράποδου πρωταγωνιστή.
Υπάρχουν, παράλληλα, μερικές υπέροχα χορογραφημένες σκηνές, οι οποίες παραπέμπουν εμφανώς, ανά στιγμές, σε σκηνές θρίλερ, προσδίδοντας στην ταινία μια αίσθηση σασπένς, αλλά και φρίκης, με τον Mundruczo να κάνει εξαιρετική δουλειά στο καδράρισμα και στις ιδιαίτερες γωνίες λήψης, καθιστώντας έτσι το "White God" ένα μικρό, κινηματογραφικό αριστούργημα.
Αν το έχετε δει, αναζητήστε το για την απρόσμενη ομορφιά του, την τεχνική αρτιότητα των δημιουργών και την καλύτερη τελική σεκάνς (και πλάνο) που έχετε δει σε ταινία εδώ και πολλά χρόνια. Ένα πλάνο για κινηματογραφική ανθολογία, το δίχως άλλο.
Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2015
Χαρούμενο και κινηματογραφικό το 2015!
Καλή χρονιά, χρόνια πολλά σε όλους! Εύχομαι μέσα στο 2015 να τα λέμε πιο συχνά από την...συχνότητα της Cinestalmenis. Η αλήθεια είναι πως 2014 μας άφησε πολλές και καλές ταινίες, τις οποίες θα επιδιώξω σιγά-σιγά να ξαναθυμηθούμε, μαζί με τις καινούργιες, κινηματογραφικές συγκινήσεις που μας επφυλάσσει το 2015.
Χρόνια πολλά λοιπόν! We'll be back :)
Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2014
The Babadook: Don't let it in!
Χαιρετώ και πάλι! Μερικούς μήνες μετά την τελευταία μου ανάρτηση (πολύ θα ήθελα να τα είχαμε πει και πιο πρόσφατα, αλλά δυστυχώς ο χρόνος μου έχει φτάσει πλέον στα όρια της εξαΰλωσης), είπα να επιστρέψω εκτάκτως όσο προλαβαίνω (που δεν προλαβαίνω, γκουχου γκουχου), για να πούμε δυο πραγματάκια για μια σπουδαία ταινία, την οποία είχα την τύχη να δω στις πρόσφατες Νύχτες Πρεμιέρας.
Το "The Babadook" δεν μοιάζει με τίποτα από αυτά που έχω δει τα τελευταία χρόνια, καθώς είναι ένα φιλμ που παραπέμπει περισσότερο στον γνήσιο, ψυχολογικό τρόμο του «ένδοξου», θριλερικού παρελθόντος.
H Amelia (Essie Davis) είναι μια μητέρα που μεγαλώνει μόνη της τον επτάχρονο γιο της Robbie (Daniel Henshall). Η καθημερινότητά τους δεν είναι καθόλου εύκολη, καθώς πέρα από το γεγονός πως εκείνη συνεχίζει, να υποφέρει από την απώλεια του συζύγου της, καλείται παράλληλα να αντιμετωπίζει και τα βίαια ξεσπάσματα του γιου της, ο οποίος μοιάζει να αποτραβιέται ολοένα και περισσότερο στον εαυτό του.
Η κατάσταση πρόκειται να χειροτερέψει, όταν ο μικρός Robbie αρχίσει να εκδηλώνει τρομακτικές αντιδράσεις, εξαιτίας ενός τέρατος, που όπως ο ίδιος υποστηρίζει, εμφανίζεται μέσα στο σπίτι. Στην προσπάθειά της να τον καθησυχάσει, η Amelia θα βυθιστεί με την σειρά της, σε έναν παραληρηματικό κόσμο, απόλυτου τρόμου, διαισθανόμενη πως πράγματι, κάτι κακό ελοχεύει μέσα στο μουντό σπιτικό τους: ένα πλάσμα μανιασμένο, άρρωστο και γεμάτο πικρία.
Η Αυστραλέζα Jennifer Kent ντεμπουτάρει φέτος σκηνοθετικά με μια ταινία βασισμένη στην μικρού μήκους ταινία της, "Monster", η οποία μετράει ήδη εννέα χρόνια, δημιουργώντας αυτή την φορά έναν κόσμο τόσο απόκοσμο, μα και τόσο γνώριμο, ώστε είναι πρακτικά αδύνατον να μη παρασυρθείς από την κλειστοφοβική του ατμόσφαιρα.
Δηλώνοντας μεγάλη fan του horror είδους, η Kent παραδέχτηκε ότι το Babadook είναι το αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης προσπάθειας, η οποία φαίνεται να συνδέεται άμεσα με το πρότερο υλικό του Monster, δηλώνοντας μάλιστα σε συνεντεύξεις πως ένα μέρος της ταινίας βασίζεται σε βιωματικά γεγονότα.
Αν και δεν μπορούμε να πούμε πολλά, δεδομένης της αντισυμβατικότητας του σεναρίου και γιατί θέλοουμε να αποφύγουμε τυχόν "διαρροές" στην-μάλλον απίθανη-περίπτωση που δούμε την ταινία να έρχεται στην Ελλάδα, μπορούμε εντούτοις να δώσουμε μερικά παραδείγματα, ως προς το γιατί το "The Babadook" αποτελεί ένα από τα πιο πρωτότυπα και συνάμα πιο συνταρακτικά horror film, των τελευταίων ετών.
Η γυναικεία παρουσία στις ταινίες τρόμου, έχει προοδευτικά αλλάξει ριζικά στην εποχή μας, σε σχέση με την εμφάνιση στην δεκαετία του '60, του "Grand Dame Guignol" ρεύματος, μιας σειράς δηλαδή ταινιών, στις οποίες τον κεντρικό ρόλο κρατούσαν γυναίκες-δολοφόνοι.
Σε αυτού του είδους τα φιλμ (τα οποία λειτούργησαν και ως αφετηρία για την ανάδειξη του μετέπειτα είδους του "giallo" και του αμερικάνικου exploitation), οι γυναίκες έπαψαν να αρκούνται στον ρόλο του ανήμπορου θύματος που περίμενε είτε την ανδρική σωτηρία, είτε τον αναπόφευκτο θάνατο, διεκδικώντας λίγη από την horror-ική πίτα που συνήθιζαν να απολαμβάνουν μέχρι τότε οι άνδρες πρωταγωνιστές.
Η μάγισσα, η ψυχωτική ερωμένη (ή σύζυγος), καθώς και το θύμα που αποζητά, αυτή τη φορά, εκδίκηση, υπήρξαν μερικοί από τους πιο κλασικούς ρόλους γυναικών στον κινηματογράφο του 1960-1970, με τις Bette Davis, Joan Crowford (μαζί στο "Whatever Happened to Baby Jane?"), Barbara Steele και Shelley Winters να αποτελούν μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά ονόματα του πρότερου κινηματογράφου του τρόμου.
Απέναντι στο ανδρικό μοτίβο του serial killer, του φετιχιστή δολοφόνου, του σαδιστή και του πρωταγωνιστή με τα φροϋδικά σύνδρομα, η καταπιεσμένη σεξουαλικότητα των γυναικών συνηγορεί στην ανάδυση ενός νέου "τέρατος", κατά τρόπο όμοιο με αυτόν του Norman Bates στο "Psycho". Πίσω από κάθε μανιασμένη τσεκουριά ("Strait-Jacket"), πίσω από κάθε φιλέτιασμα μέχρι το κόκκαλο ("Αudition"), κρύβεται μια γυναίκα που θέλει να πάρει τον έλεγχο της ζωής της στα χέρια της και να απελευθερωθεί από τις σεξουαλικές προκαταλήψεις και τα πρέπει του φύλου της. Και θα το επιδιώξει με κάθε τρόπο.
Το "The Babadook" δεν μοιάζει με τίποτα από αυτά που έχω δει τα τελευταία χρόνια, καθώς είναι ένα φιλμ που παραπέμπει περισσότερο στον γνήσιο, ψυχολογικό τρόμο του «ένδοξου», θριλερικού παρελθόντος.
H Amelia (Essie Davis) είναι μια μητέρα που μεγαλώνει μόνη της τον επτάχρονο γιο της Robbie (Daniel Henshall). Η καθημερινότητά τους δεν είναι καθόλου εύκολη, καθώς πέρα από το γεγονός πως εκείνη συνεχίζει, να υποφέρει από την απώλεια του συζύγου της, καλείται παράλληλα να αντιμετωπίζει και τα βίαια ξεσπάσματα του γιου της, ο οποίος μοιάζει να αποτραβιέται ολοένα και περισσότερο στον εαυτό του.
Η κατάσταση πρόκειται να χειροτερέψει, όταν ο μικρός Robbie αρχίσει να εκδηλώνει τρομακτικές αντιδράσεις, εξαιτίας ενός τέρατος, που όπως ο ίδιος υποστηρίζει, εμφανίζεται μέσα στο σπίτι. Στην προσπάθειά της να τον καθησυχάσει, η Amelia θα βυθιστεί με την σειρά της, σε έναν παραληρηματικό κόσμο, απόλυτου τρόμου, διαισθανόμενη πως πράγματι, κάτι κακό ελοχεύει μέσα στο μουντό σπιτικό τους: ένα πλάσμα μανιασμένο, άρρωστο και γεμάτο πικρία.
Η Αυστραλέζα Jennifer Kent ντεμπουτάρει φέτος σκηνοθετικά με μια ταινία βασισμένη στην μικρού μήκους ταινία της, "Monster", η οποία μετράει ήδη εννέα χρόνια, δημιουργώντας αυτή την φορά έναν κόσμο τόσο απόκοσμο, μα και τόσο γνώριμο, ώστε είναι πρακτικά αδύνατον να μη παρασυρθείς από την κλειστοφοβική του ατμόσφαιρα.
Δηλώνοντας μεγάλη fan του horror είδους, η Kent παραδέχτηκε ότι το Babadook είναι το αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης προσπάθειας, η οποία φαίνεται να συνδέεται άμεσα με το πρότερο υλικό του Monster, δηλώνοντας μάλιστα σε συνεντεύξεις πως ένα μέρος της ταινίας βασίζεται σε βιωματικά γεγονότα.
Αν και δεν μπορούμε να πούμε πολλά, δεδομένης της αντισυμβατικότητας του σεναρίου και γιατί θέλοουμε να αποφύγουμε τυχόν "διαρροές" στην-μάλλον απίθανη-περίπτωση που δούμε την ταινία να έρχεται στην Ελλάδα, μπορούμε εντούτοις να δώσουμε μερικά παραδείγματα, ως προς το γιατί το "The Babadook" αποτελεί ένα από τα πιο πρωτότυπα και συνάμα πιο συνταρακτικά horror film, των τελευταίων ετών.
Η γυναικεία παρουσία στις ταινίες τρόμου, έχει προοδευτικά αλλάξει ριζικά στην εποχή μας, σε σχέση με την εμφάνιση στην δεκαετία του '60, του "Grand Dame Guignol" ρεύματος, μιας σειράς δηλαδή ταινιών, στις οποίες τον κεντρικό ρόλο κρατούσαν γυναίκες-δολοφόνοι.
Σε αυτού του είδους τα φιλμ (τα οποία λειτούργησαν και ως αφετηρία για την ανάδειξη του μετέπειτα είδους του "giallo" και του αμερικάνικου exploitation), οι γυναίκες έπαψαν να αρκούνται στον ρόλο του ανήμπορου θύματος που περίμενε είτε την ανδρική σωτηρία, είτε τον αναπόφευκτο θάνατο, διεκδικώντας λίγη από την horror-ική πίτα που συνήθιζαν να απολαμβάνουν μέχρι τότε οι άνδρες πρωταγωνιστές.
Η μάγισσα, η ψυχωτική ερωμένη (ή σύζυγος), καθώς και το θύμα που αποζητά, αυτή τη φορά, εκδίκηση, υπήρξαν μερικοί από τους πιο κλασικούς ρόλους γυναικών στον κινηματογράφο του 1960-1970, με τις Bette Davis, Joan Crowford (μαζί στο "Whatever Happened to Baby Jane?"), Barbara Steele και Shelley Winters να αποτελούν μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά ονόματα του πρότερου κινηματογράφου του τρόμου.
Απέναντι στο ανδρικό μοτίβο του serial killer, του φετιχιστή δολοφόνου, του σαδιστή και του πρωταγωνιστή με τα φροϋδικά σύνδρομα, η καταπιεσμένη σεξουαλικότητα των γυναικών συνηγορεί στην ανάδυση ενός νέου "τέρατος", κατά τρόπο όμοιο με αυτόν του Norman Bates στο "Psycho". Πίσω από κάθε μανιασμένη τσεκουριά ("Strait-Jacket"), πίσω από κάθε φιλέτιασμα μέχρι το κόκκαλο ("Αudition"), κρύβεται μια γυναίκα που θέλει να πάρει τον έλεγχο της ζωής της στα χέρια της και να απελευθερωθεί από τις σεξουαλικές προκαταλήψεις και τα πρέπει του φύλου της. Και θα το επιδιώξει με κάθε τρόπο.
Μέχρι πρότινος ο σύγχρονος κινηματογράφος του τρόμου είχε αντικειμενοποιήσει πλήρως την έννοια της γυναίκας, που συνήθως θα αποτελούσε τον εύκολο στόχο, πάσης φύσεως τρελών και ψυχωτικών δολοφόνων. Παρόλα αυτά τα τελευταία χρόνια το κλίμα μοιάζει, να αντιστρέφεται, με τις γυναίκες να μετατρέπονται σε δυναμικές ηρωίδες, ικανές να διαχειριστούν δύσκολες και συνήθως, εν δυνάμει θανατηφόρες καταστάσεις.
Αυτή η επιστροφή στον κινηματογράφο του Tobe Hooper, εκεί όπου η Marilyn Burns βγήκε καταματωμένη, αλλά ζωντανή από τον εφιάλτη του «Σχιζοφρενή Δολοφόνου με το Πριόνι» (1974), αλλά και του Ridley Scott, με την Sigourney Weaver να τα βάζει με τον υπέρτατο, εξωγήινο θηρευτή στο "Alien" του 1979, αποτελεί σαφέστατα μια επιστροφή στην παράδοση του θηλυκού τρόμου, που ταινίες όπως το πρόσφατο "You're Next", καταφέρνουν να ανανεώσουν, έστω και στιγμιαία.
Ένα από τα καλύτερα sub-genres της κατηγορίας αυτής, είναι αναμφίβολα το ευρύτερο πλαίσιο της μητρότητας, όπως αυτό εκφράστηκε επιτυχημένα στο "Rosemary's Baby" του Polanski το 1968 και πολύ πιο ακραία και γραφικά, στο "The Brood" του David Cronenberg δέκα περίπου χρόνια μετά.
Η έννοια της μητρότητας και της δίχως όρια αγάπης της μητέρας προς τα παιδιά της, αποτελούσε πάντα ένα από τα μεγαλύτερα θέματα ταμπού. Οι περιπτώσεις της επιλόχειας κατάθλιψης που διαρρηγνύουν αυτή την φυσική ένωση μητέρας-παιδιού, καταγράφονται με ψιλά γράμματα στους πρώτους μήνες ζωής ενός βρέφους, με το οικείο περιβάλλον να «καταχωνιάζει» το φοβερό αυτό μυστικό, βαθιά μες την ντουλάπα. Η Lynne Ramsay πέτυχε, εν προκειμένω, την κατάδειξη αυτής της πλευράς της μητρότητας, μέσα από το "We Need to Talk About Kevin", ένα φιλμ που καταπιάνεται με την εκ γενετής αντιπαλότητα μεταξύ μητέρας-παιδιού, μια αντιπαλότητα που πηγάζει από την ίδια κοινωνική νόρμα που δαιμονοποιεί τόσο την μητέρα ενός παιδιού-«τέρας», όσο και εκείνη η οποία δεν γίνεται να βιώσει εκ των πραγμάτων την έννοια της μητρότητας.
Το "Τhe Babadook" είναι η ευτυχής συγκυρία πολλών εκ των παραπάνω, με την υπόθεση να διαδραματίζεται σε ένα σκοτεινό, «άρρωστο» σχεδόν σπίτι. Η Essie Davis στον ρόλο της μητέρας και ο μικρός Daniel Henshball αποτελούν ένα εξαιρετικό, ερμηνευτικό δίδυμο, ενώ η σκηνοθεσία της Kent σε συνδυασμό με την απειλητική φωτογραφία του Radek Ladczuk, δημιουργούν το ιδανικό περιβάλλον σύγχρονου τρόμου, μακριά από εύκολα jump scares και προβλέψιμες καταστάσεις.
Δεν θα μπορούσαμε να πούμε κάτι παραπάνω γι' αυτή την αυστραλιανή παραγωγή, καθώς η αξία της έγκειται στην πρωτοτυπία του σεναρίου και τον αυθεντικό τρόμο που ελοχεύει δίπλα μας και γύρω μας, ανά πάσα στιγμή. Έναν τρόμο τόσο πραγματικό, όσο και το σκοτάδι που μας τυλίγει.
Κυριακή 27 Ιουλίου 2014
The Night of the Hunter: It's a hard world for little things
Περίπου πέντε μήνες πέρασαν από τότε που έγραψα τελευταία φορά στο blog και παρά το γεγονός πως είχα υποσχεθεί ότι θα επιστρέψω σύντομα, δυστυχώς όμως, λόγω πολλών υποχρεώσεων δεν ήμουν σε θέση να το κάνω. Το θέμα βέβαια είναι πως όλη αυτή η απουσία με «έτρωγε». Έχοντας ξεκινήσει από το 2010 να γράφω εδώ και με τις ταινίες να με βοηθούν να τα βγάλω ίσα-ίσα πέρα σε δύσκολες, επαγγελματικές περιόδους, το blog αποτέλεσε από την πρώτη στιγμή το προσωπικό μου, διαδικτυακό καταφύγιο.
Σε αυτό λοιπόν το κινηματογραφικό καταφύγιο αποφάσισα (ή μάλλον κατάφερα) να επιστρέψω δειλά-δειλά, με μια κλασική χρονικά, αλλά οχι και θεματικά, Χολιγουντιανή ταινία και συγκεκριμένα το "The Night of the Hunter".
Ας ελπίσουμε πως αυτή η σταδιακή επιστροφή θα μετουσιωθεί σε μια εβδομαδιαία (τουλάχιστον) παρουσία μου μέσω του blog. Καλώς σας βρήκα λοιπόν : )
Την εποχή της μεγάλης, Οικονομικής Ύφεσης, η εγκληματική ιστορία του Ben Harper, ενός οικογενειάρχη που αναγκάζεται να ληστέψει μια τράπεζα-και να σκοτώσει δυο ανθρώπους-προκειμένου να προσφέρει στην φαμίλια του, περί τα 10.000 δολάρια, λειτουργεί μονάχα ως αφορμή για την εμφάνιση και την δράση ενός από τους καλύτερους και σίγουρα πιο επιβλητικούς villain που γνώρισε ποτέ το παγκόσμιο cinema: αυτόν του "Reverend" Harry Powell.
Αυτοπροσδιοριζόμενος ως «Αιδεσιμότατος» και φέροντας τις λέξεις "LOVE" και "HATE" στις αρθρώσεις των δακτύλων του (το LOVΕ στα δεξιά και το HATE στα αριστερά, γεγονός που έχει την δική του σημασία όπως θα δούμε παρακάτω), ο Powell είναι ένα φανατισμένο αρπακτικό που ορέγεται μοναχικές γυναίκες, ιδανικά χήρες, οι οποίες έχουντας ένα κάποιο κομπόδεμα στην άκρη, μπαίνουν αμέσως στο στόχαστρο του μανιακού αυτού ψευδοπροφήτη.
Μια μέρα η τύχη-ή μήπως ο Θεός του Χρήματος;-θα του χαμογελάσει, καθώς θα βρεθεί στο ίδιο κελί με τον άτυχο Ben Harper. Με την πρόσφατη περιπέτειά του να τον ταλανίζει ακόμα και στον ύπνο του, ο Harper θα αποκαλύψει άθελά του, πως τα λεφτά βρίσκονται πίσω, στην οικογενειακή εστία, καλά κρυμμένα σε ένα μέρος που δεν πρόκειται να τα βρει ποτέ κανείς. Φυσικά ο καιροσκόπος Powell δεν θα αφήσει την ευκαιρία ανεκμετάλλευτη, αλλά θα αποφασίσει να επισκεφτεί την σύζυγο-και soon to be χήρα-Willa (Shelley Winters), αποφασισμένος να ξετρυπώσει το παχυλό ποσό, με κάθε τίμημα. Και όταν λέμε με κάθε τίμημα, εννοούμε ακόμα και αν χρειάζεται να «βγάλει» από την μέση, τόσο την καταπιεσμένη Willa, όσο και τα δυο δυστυχή πιτσιρίκια της, Ben και Pearl.
To "The Night of the Hunter" αποτελεί το μοναδικό σκηνοθετικό επίτευγμα του ηθοποιού Charles Laughton και χωρίς υπερβολές, ίσως και να είναι μια από τις πιο άρτιες και πιο διαχρονικές ταινίες της χρυσής εποχής του κλασικού Χόλιγουντ.
Βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του Αμερικανού μυθιστοριογράφου Davis Grubb, το "The Night of the Hunter" απέκτησε στην στιγμή cult αίγλη χάρη στην σκηνοθεσία του Laughton, αλλά και την προσαρμογή του σεναρίου από τον James Agee ("The African Queen). Άνδρες με ιδιαίτερο όραμα και οι δύο, το οποίο έμοιαζε να σπάει τα παραδοσιακά στεγανά του αποδοσμένου ρεαλισμού που χαρακτήριζε σε μεγάλο βαθμό μια πληθώρα ταινιών της εποχής των μεγάλων αστέρων, κατόρθωσαν να παντρέψουν κατά τρόπο ευφυή, την αρχιτεκτονική ψευδαίσθηση του γερμανικού εξπρεσιονισμού, με την κυρίαρχη τάση της δεκαετίας του '50 για ακραιφνή ρεαλισμό, καταλήγοντας τελικά σε ένα απρόβλεπτο, κινηματογραφικό υβρίδιο το οποίο έμελλε να αποτελέσει τον κυρίαρχο λόγο, για τον οποίο η συγκεκριμένη ταινία μνημονεύεται (η αλήθεια είναι, οχι από πολλούς), ως ένα από τα πιο αναλλοίωτα, στην ουσία τους, films, της κινηματογραφικής ιστορίας.
Βλέποντας την ταινία μερικές εβδομάδες πριν, δεν μπόρεσα να μην παραλληλίσω την σκηνοθετική της ματιά, με αυτή του σπουδαίου "M" του Γερμανού Fritz Lang, ενός από τους σημαντικότερους-αν οχι του σημαντικότερου-εκπροσώπου του ρεύματος του γερμανικού εξπρεσιονισμού.
Η ταινία του Laughton είναι ένα ιδιάζον διαμάντι με εξπρεσιονιστικό περιτύλιγμα, καθώς μπορεί να μην εκπορεύεται της ταραχώδους ιστορίας της ναζιστικής Γερμανίας, της εποχής δηλαδή, που οδήγησε σε μεγάλο βαθμό στην ανάδειξη του στυλιζαρισμένου αυτού, κινηματογραφικού πλαισίου, παραμένει εντούτοις ένα αποτέλεσμα συγκλονιστικό στην εκτέλεσή του, ακριβώς επειδή μοιάζει να εμπνέεται από την υπερβολή, τις φωτοσκιάσεις και την αιχμηρή γεωμετρία των Γερμανών, καταλήγοντας όμως σε ένα εντελώς διαφορετικό μονοπάτι, χιλιόμετρα μακριά ιδεολογικά, από τους λόγους που οδήγησαν δημιουργούς όπως τον Lang και τον F.W Murnau στην δημιουργία των δικών τους, σκοτεινών αλληγοριών.
Το "The Night of the Hunter" είναι ένα χωνευτήρι των καλύτερων στιγμών, ενός βαθιά σκοτεινού ρεύματος, βασικού εκφραστή του περιρρέοντος, φοβικού στοιχείου της εποχής, χρησιμοποιώντας έτσι κι αλλιώς το βαρύγδουπο στυλ του γερμανικού εξπρεσιονισμού, προκειμένου να αντιπαραβάλει από την μια πλευρά, το υπέρτατο κακό που εκπροσωπεί ο Harry Powell και από την άλλη, την φορτισμένη σεξουαλικά πρωταγωνίστρια, αλλά και τον εξίσου καταπιεσμένο ερωτικά, Αιδεσιμότατου. Έτσι τουλάχιστον μπορώ να ερμηνεύσω σε πρώτη φάση, το μαχαίρι στιλέτο που «ανοίγει» κάθε φορά που παρακολουθεί μια γυναίκα-όπως γίνεται στη αρχή της ταινίας-λειτουργώντας σαν μετωνυμία του ανδρικού μορίου το οποίο ερεθίζεται στην θέα μιας όμορφης ύπαρξης. Ο Powell ερεθίζεται στην ιδέα μιας σκοτωμένης γυναίκας (και κατ' επέκταση των χρημάτων που πιθανώς θα τσεπώσει) και το «μέσο» για να το πετύχει, είναι το μαχαίρι του.
Ο Robert Mitchum στον ρόλο του δαιμονικού Harry Powell είναι εντυπωσιακός, ιδιαίτερα από την στιγμή που τον έχουμε συνηθίσει σε εντελώς διαφορετικούς ρόλους, κυρίως σε αυτούς του σαγηνευτικού αρσενικού.
Διαθέτοντας την επιβλητική κορμοστασιά ενός τρομερού κακού και την γλοιώδη φωνή ενός πονηρού εμπόρου που σε πουλάει και σε αγοράζει όποτε του κάνει κέφι ("Chillll...dren", φωνάζει στα παιδιά που βρίσκονται κρυμμένα στο υπόγειο και η μοχθηρία ξεχειλίζει μέσα από την ίδια του την ψυχή), ο Powell, καλά οχυρωμένος πίσω από το θρησκευτικό του παραπέτασμα, είναι ο φόβος και ο τρόμος προσωποποιημένος, ακόμα και όταν παραθέτει την ιστορία των δυο χεριών, του καλού δεξιού (αγάπη) και του κακού αριστερού (μίσος), σαν χειραγωγός πρώτου μεγέθους.
Με την απειλητική φιγούρα του Mitchum να κυριαρχεί πάνω από ολόκληρη την ταινία, τα πάντα μοιάζουν-και είναι-εντελώς πλασματικά κατασκευασμένα: από τα κτίρια και την βαρκάδα των παιδιών, μέχρι τον εσωτερικό φωτισμό των σπιτιών και των μαγαζιών, όλα αρκούνται στο φαίνεσθαι, έτοιμα να καταρρεύσουν στο φύσημα του κακού λύκου Powell, γεγονός στο οποίο κατά τον διάσημο κριτικό Rogert Ebert, βασίζεται και η διαχρονικότητα της ταινίας: δεν πατάει στον ρεαλισμό, αλλά σε κάτι πέρα από αυτόν, με αποτέλεσμα να βρίσκεται σε ένα εντελώς δικό της περιβάλλον, σε αυτό μιας «οπτικής φαντασίας».
To "Τhe Night of the Hunter" είναι μια αριστουργηματική ταινία, χωρίς σαφή προσδιορισμό του κινηματογραφικού της είδους, αλλά όπως αντιλαμβάνεστε, λίγη σημασία έχει αυτό. Στην τελική, όλα τα τεχνικά βήματα συνδυάζονται κατά τρόπο «μαγικό» (στα συν και η ασπρόμαυρη φωτογραφία του Stanley Cortez, ιδιαίτερα σε μια από τις πιο τρομερές σκηνές της ταινίας), συνθέτοντας ένα αποτέλεσμα που θα σας συντροφεύει για καιρό. Όπως και η τραγουδιστική φωνή του Αιδεσιμότατου. Αν ο φωτισμός και το δυσοίωνο τραγούδι του ήρωα, δεν πηγαίνουν εμφανέστατα χέρι-χέρι με το "Μ" του Lang, τότε δεν ξέρω τι.
Τετάρτη 12 Μαρτίου 2014
I'll be back (αυτό είναι απειλή)
Μετά και από το τέλος των αγαπημένων μας Blogoscars, το blogaki θα πρέπει να περάσει αναγκαστικά, μια μεταβατική φάση, ακριβώς όπως κι εγώ.
Λόγω καθημερινού φόρτου δεν θα μπορώ να ανεβάζω εύκολα ταινιούλες, όμως όποτε μου δίνεται η ευκαιρία, θα το προσπαθώ, γιατί και εγώ το έχω ανάγκη.
Ελπίζω να επιστρέψω σύντομα μέσα στις επόμενες εβδομάδες. Μέχρι τότε, σας εύχομαι να περνάτε καλά, να βλέπετε πολλές ταινίες και να ζείτε!
Μη χάνεστε, γιατί θα επιστρέψουμε. Και αυτό είναι υπόσχεση! : )
Λόγω καθημερινού φόρτου δεν θα μπορώ να ανεβάζω εύκολα ταινιούλες, όμως όποτε μου δίνεται η ευκαιρία, θα το προσπαθώ, γιατί και εγώ το έχω ανάγκη.
Ελπίζω να επιστρέψω σύντομα μέσα στις επόμενες εβδομάδες. Μέχρι τότε, σας εύχομαι να περνάτε καλά, να βλέπετε πολλές ταινίες και να ζείτε!
Μη χάνεστε, γιατί θα επιστρέψουμε. Και αυτό είναι υπόσχεση! : )
Κυριακή 2 Μαρτίου 2014
Blogoscars 2014 - Best Movie (θέσεις 10-1)
Φτάσαμε και στην τελική μας δεκάδα. Άντε και του χρόνου να παρτάρουμε κιόλας : )
Παναγιώτης
10. Prisoners
9. 12 Years a Slave
8. American Hustle
7. Filrth
6. La Vie d'Adele
5. Gravity
4. Dallas Buyers Club
3. The Wolf of Wall Street
2. Philomena
Βαρβάρα
10. The Spectacular Now
9. La Vie d'Adele
8. 12 Years a Slave
7. Filth
6. American Hustle
5. Rush
4. Dallas Buyers Club
3. Gravity
2. The Wolf of Wall Street
Παναγιώτης
10. Prisoners
9. 12 Years a Slave
8. American Hustle
7. Filrth
6. La Vie d'Adele
5. Gravity
4. Dallas Buyers Club
3. The Wolf of Wall Street
2. Philomena
1. Nebraska
Βαρβάρα
10. The Spectacular Now
9. La Vie d'Adele
8. 12 Years a Slave
7. Filth
6. American Hustle
5. Rush
4. Dallas Buyers Club
3. Gravity
2. The Wolf of Wall Street
1. Nebraska
Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2014
Blogoscars 2014 - Best Movie (θέσεις 20-11)
Έχουμε και λέμε:
Παναγιώτης
20. All Is Lost
19. The Broken Circle Breakdown
18. Fruitvale Station
17. A Field In England
16. Stoker
15. The Spectacular Now
14. Frances Ha
13. Mud
12. Le Passe
11. Only Lovers Left Alive
Βαρβάρα
20. Fruitvale Station
19. The Broken Circle Breakdown
18. All Is Lost
17. Stoker
16. Nymphomaniac
15. Only Lovers Left Alive
14. Short Term 12
13. Prisoners
12. Inside Llewyn Davis
11. Mud....
Παναγιώτης
20. All Is Lost
19. The Broken Circle Breakdown
18. Fruitvale Station
17. A Field In England
16. Stoker
15. The Spectacular Now
14. Frances Ha
13. Mud
12. Le Passe
11. Only Lovers Left Alive
Βαρβάρα
20. Fruitvale Station
19. The Broken Circle Breakdown
18. All Is Lost
17. Stoker
16. Nymphomaniac
15. Only Lovers Left Alive
14. Short Term 12
13. Prisoners
12. Inside Llewyn Davis
11. Mud....
Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2014
Blogoscars 2014 - Best Actress
And now for the ladies!
Παναγιώτης
Παναγιώτης
10. Αdele Exarchopoulos
9. Amy Adams
8. Lupita Nyong'o
7. Veerle Baetens
6. Julia Roberts
5. Julie Delpy
4. Berenice Bejo
3. Brie Larson
2. Cate Blanchett
1. June Squibb
Βαρβάρα
10. Julia Riberts
9. Lupita Nyong'o
8. Meryl Streep
7. Jennifer Lawrence
6. Mia Wasikowska
5. Shailene Woodley
4. Amy Adams
3. Adele Exarchopoulos
2. June Squibb
1. Cate Blanchett
Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2014
Blogoscars 2014 - Best Actor
Συνεχίζουμε με το βαρύ πυροβολικό!
Παναγιώτης
Παναγιώτης
10. Chiwetel Ejiofor
9. Tom Hiddleston
8. Matthew Goode
7. Geoffrey Rush
6. Oscar Isaac
5. Bruce Dern
4. Matthew McConaughey
3. Jared Leto
2. James McAvoy
1. Leonardo Di Caprio
Βαρβάρα
10. Chiwetel Ejiofor
9. Michael Fassbender
8. Robert Redford
7. Daniel Bruhl
6. Tom Hiddleston
5. Leonardo Di Caprio
4. Jared Leto
3. Matthew McConaughey
2. James McAvoy
1. Bruce Dern
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)































































