Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

Ain't Them Bodies Saints: No saints, just humans

NEW ARRIVAL

Alloha και πάλι!  Καταρχάς να πω ένα "welcome" βρε αδελφέ, στα καινούργια μέλη της κινηματογραφικής μας ομάδας!  Ελπίζω να περάσετε καλά και εσείς μαζί με εμάς : )  Have fun!
Πέμπτη σήμερα και φυσικά έχουμε νέες ταινιούλες στις αίθουσες και μάλιστα για όλα τα γούστα, έτσι για να διαλέξεις.  Έχουμε και λέμε λοιπόν: "Βρέχει Κεφτέδες 2" για animation κατάσταση, οσκαρικό-όπως όλα δείχνουν-Tom Hanks στο "Captain Phillips", χαριτωμενιές του Levitt στο σκηνοθετικό του ντεμπούτο "Don Jon", κάτι από τα παλιά με "Meet Don Joe", ανάλαφρη Audrey Tautou στο "L'Ecume Des Jours" και φυσικά την ταινία που διάλεξα να μοιραστώ μαζί σας, το "Ain't Them Bodies Saints" του David Lowery για κοινωνικοδραματικές καταστάσεις.


H Ruth (Rooney Mara) και ο Bob (Cassey Afleck) είναι ένα νεαρό ζευγάρι full ερωτευμένο, προορισμένο σε τούτη την ζωή να μείνουν για πάντα ο ένας δίπλα στον άλλο.  Ακόμα κι αν αυτό σημαίνει πως οι λάθος επιλογές αποτελούν μονόδρομο γι' αυτούς, με την "Bonnie and Clyde" ατμόσφαιρα να διαχέεται στην οθόνη από τα πρώτα κιόλας λεπτά της ταινίας.
Όταν ο Bob πληρώσει το τίμημα της παρανομιακής τους ζωής με την φυλάκισή του για κάμποσα χρόνια, η Ruth θα κληθεί να μεγαλώσει μόνη της την κορούλα τους, προσπαθώντας να σταθεί στα πόδια της, χωρίς όμως και να ξεχνά ποτέ τον μεγάλο της έρωτα, τον οποίο περιμένει καρτερικά να γυρίσει πίσω.  Και ενώ η ζωή μοιάζει να έχει δρομολογηθεί για την ίδια, τα μαντάτα της δραπέτευσης του Bob γίνονται το νούμερο ένα θέμα στην μικρή πόλη των περιχώρων του Τέξας.  Η Ruth αρχίζει να ζει και πάλι με την ελπίδα οτι ο Bob θα επιστρέψει για να "σώσει" εκείνη και το παιδί τους από μια καθημερινότητα σε αναμονή, μια πραγματικότητα δίχως νόημα και οικογενειακή ουσία.  Ο Bob όμως έχει και μερικούς ανοιχτούς λογαριασμούς εκεί έξω, λογαριασμούς που μοιάζουν να μην είναι διατεθειμένοι να τον αφήσουν να βρεθεί και πάλι στο πλευρό της μοναδικής του αγάπης...


Αν η παραπάνω περίληψη της ταινίας σου φάνηκε περισσότερο μελιστάλαχτη απ'οτι θα ήθελες, είναι επειδή και η ταινία αν χαρακτηρίζεται από μερικά οροθετημένα στοιχεία αυτά είναι μεταξύ άλλων η ήπιων τόνων σκηνοθεσία, οι μπόλικοι διάλογοι και ο τεράστιος, άσβεστος έρωτας του ζευγαριού ο οποίος βρίσκεται στο κέντρο όλης της ταινιακής υπόθεσης, ωθώντας το σενάριο προς την τετελεσμένη του κατάληξη.
Ο σκηνοθέτης David Lowery στο τρίτο μεγάλου μήκους δημιούργημά του (έχουν προηγηθεί τα "Deadroom" και "St. Nick"), επιστρέφει στην καρδιά του αμερικάνικου, ανεξάρτητου κινηματογράφου, βουτώντας την ταινία του βαθιά μέσα στα ηλιοκαμένα, αγροτικά χρώματα του Τέξας και στρέφοντας την προσοχή του στην θεματική της αιώνιας, πεπρωμενικής αγάπης, πασπαλισμένης με δόσεις γήινου μελοδράματος.
Το concept μάλλον παραβολικό μοιάζει με τους Mara και Affleck να κρατούν καλά τους ρόλους των πρωτόπλαστων που υπέπεσαν εν προκειμένω στο ολέθριο αμάρτημα της redneck-ικής ανυποταγής απέναντι στους πολιτειακούς νόμους.  Φυσικά η "τιμωρία" είναι σκληρή και για τους δυο μιας που εμπεριέχει περισσότερο την σκληρότητα του αποχωρισμού, παρά την αυτή καθεαυτή τιμωρία της φυλάκισης για τον Bob και της μοναξιάς για την Ruth.  Ακόμα και έτσι όμως ο Lowery (ο οποίος υπογράφει και το σενάριο) φροντίζει να κοσμήσει την ιστορία του με περιρρέον συναίσθημα το οποίο αν μη τι άλλο πυροδοτεί τις αντιδράσεις των πρωταγωνιστών, μεταγγίζοντας πρέπουσες ποσότητες και στο κοινό, το οποίο αντιλαμβάνεται και αποδέχεται την κινηματογραφική αυτή σχέση ως την νούμερο ένα ανάγκη.


Η ταινία προβλήθηκε σε εμάς για πρώτη φορά, στο πρόσφατο κινηματογραφικό φεστιβάλ "Νύχτες Πρεμιέρας" και η αλήθεια είναι πως από τα διάφορα σχόλια που έπιασαν τα αυτιά μου, δεν ήταν λίγοι εκείνοι οι οποίοι την θεώρησαν βαρετή και κάπως μια από τα ίδια.  Ως προς το δεύτερο συμφωνούμε κάπου.  Ως προς το πρώτο, οχι και τόσο.
Η αλήθεια είναι πως το "Ain't Them Bodies Saints" ακολουθεί μια δική μου, αγαπημένη πορεία και συγκεκριμένα αυτή της ενασχόλησης με τα θέματα και το περιβάλλον του αμερικάνικου νότου.  Καταλαβαίνω πως η διαρκής προώθηση των νεο-indie ταινιών με ράθυμο περιεχόμενο, γοητευτικά πλάνα φυσιολατρικής αισθητικής και δράματα καθημερινών, απλών ανθρώπων, μπορεί και να ξενίσει ορισμένους καθώς όλο το παραπάνω ίσως και να παρερμηνευτεί ως "βαρετό", παρόλα αυτά θεωρώ πως η ατμόσφαιρα των συγκεκριμένων ταινιών, μπορεί να προσφέρει μια πρώτης τάξεως βάση για την ανάδειξη, κατά κύριο λόγο, σπουδαίων ψυχογραφημάτων της κάθε ατομικής υπόστασης.  Αυτό ακριβώς το γεγονός έρχεται και κουμπώνει ιδανικά ως προς το αμιγώς κινηματογραφικό του κομμάτι, με τις πλούσιες εικόνες (ακόμη και μιας εν δυνάμει ντεκαντανς) του νότου.
Η ταινία σίγουρα δεν είναι για όσους αναζητούν το σασπένς και την περιπέτεια, καθώς αποτελεί ένα καθαρόαιμο κοινωνικοδραματικό κατασκεύασμα, που ενδυναμώνεται από την όμορφη σκηνοθεσία και την εξαίσια χημεία του πρωταγωνιστικού διδύμου.


Φυσικά και δεν πρέπει να περιμένεις κάτι το εξαιρετικά διαφορετικό (και ποιος περιμένει δηλαδή πια από τον κινηματογράφο και οχι μόνο;) τόσο ως προς την υπόθεση, όσο και ως προς την σκηνοθεσία, όπως και να το κάνουμε όμως, το "Ain't Them Bodies Saints", είναι ένα γοητευτικό, μικρό ταινιάκι γεμάτο χρωματική "ζεστασιά" και υπέροχα πλάνα, με τις-όπως αναφέραμε και παραπάνω-εξαιρετικές ερμηνείες των Mara και Affleck να κυριαρχούν.  H Rooney Mara έχει αποδείξει εξάλλου την δυνατότητά της να μεταμορφώνεται και να καταλήγει από το ένα ερμηνευτικό άκρο στο άλλο, υποδυόμενη εδώ την εύθραυστη, αλλά δυναμική Ruth.  Από την άλλη και ο Affleck μοιάζει να έχει αποκτήσει το απαιτούμενο ηθοποιϊκό τσαγανό, κάνοντας καλές επιλογές και δίνοντας μια χαμηλών τόνων, αλλά ενδιαφέρουσα ερμηνεία στο πλευρό της Mara με την οποία διαθέτουν μάλιστα και μια απρόσμενα καλή χημεία.
Το "Ain't Them Bodies Saints" είναι μια ταινία που αγγίζει τα όρια της λυρικότητας σε σημεία, τοποθετημένη όμως τόσο απόλυτα και τόσο ολοκληρωτικά μέσα στην μοναχική καθημερινότητα, ώστε η πλανική ποίηση και η ρεαλιστικότητα της σκηνοθεσίας να γίνονται ένα και το αυτό.  Αν ψάχνεις για κάτι ήρεμο και καλό, τότε έχεις βρει την ταινία που ψάχνεις.

Τι έμαθα από την ταινία:  Οτι παίζει και ο Lundy από τον "Dexter" (και είναι καλός), οτι βλέπουμε και το Ben Foster (το σεριφιλίκι του πάει) και οτι μη ψάχνεις να βρεις νόημα στον τίτλο, κατά τύχη τους έσκασε.

No trivia


Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2013

Fruitvale Station:One step closer...

NEW ARRIVAL 

Επιστροφή και πάλι λοιπόν.  Μετά από μια εβδομάδα και πάλι εδώ, να μιλήσουμε για μια νέα ταινιούλα η οποία κυκλοφόρησε από χθες, 17 Οκτωβρίου στις αίθουσες και που αξίζει την αμέριστη  προσοχή σας.  Μιλάμε βεβαίως για το "Fruitvale Station", μια ταινία που πολλοί από εμάς είχαν την ευκαιρία να δουν πρώτοι στις φετινές, 19ες Νύχτες Πρεμιέρας και η οποία μας άφησε με τις καλύτερες εντυπώσεις.  Το "Fruitvale Station" είναι μια καθαρά δραματική ταινία, η οποία όμως έχει όλα εκείνα τα προτερήματα μιας αυθεντικά ανεξάρτητης παραγωγής, γεγονός που γίνεται αντιληπτό από τα πρώτα κιόλας λεπτά της.  Εναλλακτικά θα μπορούσες να προτιμήσεις στις αίθουσες το "About Time", μια ρομαντική κομεντί η οποία επίσης ξεφεύγει από τον ανόητο μπούσουλα πολλών εκ των ομοίων της.  
Συνεχίζουμε λοιπόν...


Ο Oscar Grant (Michael B. Jordan) είναι ένας νεαρός άνδρας, ο οποίος κάπου έχει χάσει τον δρόμο στην ζωή του.  Έχοντας κάνει φυλακή και συνεχίζοντας να πουσάρει στην πιάτσα ναρκωτικά προκειμένου να ζήσει την οικογένειά του, μοιάζει σαν την κλασική περίπτωση του ατόμου δίχως επιστροφή.  Τα πράγματα όμως δεν είναι ακριβώς έτσι, μιας που ο Oscar μια ημέρα πριν τον νέο χρόνο, αποφασίζει να ενδώσει στην ατομική του ενδοσκόπηση και να αλλάξει ρότα.  Ξεφορτώνεται άρον άρον το τελευταίο ναρκωτικό πακέτο και ξεκινάει την προσπάθεια για εύρεση μιας "νόμιμης" , όπως λέει και ο ίδιος, εργασίας.  Η κατάσταση μοιάζει δύσκολη, αλλά οχι αναστρέψιμη μιας που στο πλευρό του θα βρεθεί γρήγορα η αγαπημένη του Sophina (Melonie Diaz), για την πρέπουσα ηθική υποστήριξη, καθώς και η μικρούλα Tatiana, τιμή και καμάρι του μπαμπά-Oscar.  Όσο όμως η μέρα ξετυλίγεται μπροστά τους σαν κουβάρι, τόσο η περιρρέουσα αίσθηση απειλής μοιάζει να καταπλακώνει τα όνειρα και την ανάγκη του Oscar για την ευκαιρία που θα τον βοηθήσει να ορθοποδήσει μια και καλή.  Και δυστυχώς αυτή η απειλή δεν αργεί να κάνει την εμφάνισή της...


Το "Fruitvale Station" είναι η ταινία που προκάλεσε την μεγαλύτερη αίσθηση στα κινηματογραφικά φεστιβάλ όπου εμφανίστηκε και από τα οποία αποχώρησε κρατώντας ανα χείρας τα περισσότερα βραβεία στα οποία ήταν υποψήφια, όπως το Un Certain Regard-Avenir Prize στις Κάννες, καθώς και τα βραβεία Κοινού (για δραματική ταινία) και Grand Jury Prize στο indie φεστιβάλ του Sundance.
Ενδεχομένως η μεγάλη της επιτυχία να βασίζεται στα πραγματικά γεγονότα πάνω στα οποία στηρίχθηκε, αναπαριστώντας ιδανικά (αλλά καθόλα τραγικά όπως επιτάσσει η ιστορία), την υπόθεση του εικοσιδυάχρονου Oscar Grant ο οποίος έπεσε νεκρός στον σταθμό της Καλιφόρνια, Fruitvale, από τα πυρά ενός αστυνομικού και εν μέσω εκατοντάδων αυτοπτών μαρτύρων οι οποίοι κατέγραψαν με τα κινητά τους τηλέφωνα το τραγικό συμβάν.  Ξημέρωνε πρωτοχρονιά του 2009.
Η ταινία αποτελεί το full length σκηνοθετικό ντεμπούτο του Ryan Coogler ο οποίος μετέφερε συγκλονιστικά στην μεγάλη οθόνη μια πλοκή, βγαλμένη μέσα από το πιο σκληρό πρόσωπο, της πιο φριχτής καθημερινότητας. 
Παρά το γεγονός πως σε τέτοιου είδους films είναι πολύ εύκολο για κάποιον να ξεφύγει και να οδηγήσει τον θεατή σε υπερβολικούς συναισθηματισμούς και συγκινητικές ευκολίες, εντούτοις ο Coogler μοιάζει να ξέρει καλά τι κάνει, απογυμνώνοντας εντελώς τους χαρακτήρες του από δήθεν ηθοποιϊκά περιτυλίγματα και σπρώχνοντάς τους μπροστά στην κάμερα μόνο με την ιδιότητα του "next door person".  Και εκεί ακριβώς βρίσκεται όλη η ουσία της ταινίας: αφενός στην απόλυτα νατουραλιστική της σκηνοθεσία και αφετέρου στις "φυσικές" ερμηνείες του πρωταγωνιστικού cast.



Αναμφίβολα η σκηνοθεσία της ταινίας αποτελεί ένα από τα δυνατά της χαρτιά.  Όπως ανέφερα και στην κριτική που έγραψα για το Fruitvale στο Reel.gr, ο δημιουργός μεταχειρίζεται την κάμερά του σαν ένα "ηδονοβλεπτικό φάντασμα" (αυτό μου άρεσε και το κρατώ : P), αφήνει δηλαδή εμάς τους θεατές να "εισβάλουμε" στον χώρο και την προσωπική ζωή του ήρωα, γνωρίζοντας βέβαια εκ των προτέρων πως οτιδήποτε προηγηθεί, οποιαδήποτε πράξη και αν συντελεστεί, όλα αποτελούν έναν συγκυριακό μονόδρομο που θα οδηγήσει στο αναπόφευκτο τέλος.  Εν προκειμένω η γνώση του θεατή για τα πεπραγμένα, αλλά οχι του πρωταγωνιστή, δημιουργούν ένα ολοκληρωτικά κινηματογραφικό παιχνίδι στο οποίο αρέσκονταν και μεγάλοι σκηνοθέτες, όπως ο Hitchcock ο οποίος φρόντιζε να καθιστά το κοινό, κομμάτι των ταινιών του, παρέχοντάς τους την πρότερη γνώση (χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το εκπληκτικό θρίλερ δωματίου, "The Rope").  Έτσι και εδώ ο Coogler πετυχαίνει την δημιουργία ενός πρώτης τάξεως συναισθηματικού μόνο σασπένς, μιουτάροντας την στιγμή της κορύφωσης σε ένα στιγμιαίο πυροβολικό άκουσμα και τίποτα παραπάνω.
Χαρακτηριστική είναι και η κλασική αφηγηματική που ακολουθεί η ταινία, με ελάχιστα flashbacks τα οποία λειτουργούν κυρίως ενισχυτικά στην απόφαση του Oscar να πάρει την ζωή του στα χέρια του, με την όλη θεματική της τελευταίας ημέρες να χτίζει διαρκώς την αγωνία και το τετελεσμένο γεγονός του μοιραίου συμβάντος.  Αυτή μάλιστα η αντίθεση που χαρακτηρίζει το σταδιακά προωθούμενο σενάριο, από το ξαφνικό, ολιγόλεπτο τέλος, είναι που πυροδοτούν επί της ουσίας το ενδιαφέρον διαμορφώνοντας άριστα το πλάνο ενός μικρού, αλλά θαυματουργού indie film.



Φυσικά κατά τραγική ειρωνεία η ιστορία του Oscar ενισχύεται (κινηματογραφικά μόνο) από το concept της προσωπικής του αλλαγής, το οποίο συμπίπτει παράλληλα με την αλλαγή του χρόνου και άρα το γενικότερο κλίμα επαναπροσδιορισμού και νέων στόχων που υποθετικά θέτουν πολλοί άνθρωποι την συγκεκριμένη στιγμή.  
Όπως περιμένεις οι ερμηνείες είναι υπέροχες, με τον Michael B. Jordan στον πρωταγωνιστικό ρόλο να ξεχωρίζει εύκολα, κυρίως επειδή η όλη του απόδοση μοιάζει εντελώς αβίαστη.  Στο πλευρό του θα δούμε γνωστές φυσιογνωμίες, όπως την βραβευμένη με Oscar για τον ρόλο της στο "The Help", Octavia Spencer, καθώς και την Melonie Diaz, κλασική επιλογή σε τέτοιου κοινωνικοδραματικές ταινίες.  
Το "The Fruitvale Station" αποτελεί μια ταινιακή περίπτωση που ξεχωρίζει χάρη στην γενναία ερμηνεία του βασικού ήρωα, καθώς και της προσοχής με την οποία έχει προσεγγίσει ο σκηνοθέτης το ευαίσθητο θέμα της.  Είναι στην ουσία ένα κοινωνικό δράμα που βρίσκεται βαθιά ριζωμένο στην καθημερινότητα του κόσμου, εμπλέκοντας ξεκάθαρα τα στοιχεία του φυλετικού ρατσισμού, των στερεοτύπων και του απρόοπτου της ζωής. 
Δώστε της μια ευκαιρία και περιμένω εντυπώσεις : )

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι κάνει ένα μικρό, αλλά εντελώς disturbing πέρασμα ο Chad Michael Murray, οτι ο αστυνομικός που σκότωσε τον Oscar καταδικάστηκε σε δυο χρόνια και αποφυλακίστηκε μετά από 7 μήνες (...) και οτι την ταινία πρέπει να την δεις.  Αυτό.


No trivia

Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

Tore Tanzt (a.k.a "Nothing Bad Can Happen"): Just like Jesus

Hello again!  Ψάχνοντας ταινιούλα για να βάλω σήμερα, κατέληξα σε εκείνη που τριβέλιζε, για άγνωστο μέχρι στιγμής λόγο, το μυαλό μου σήμερα το πρωί.  Είναι μια από εκείνες τις ταινίες για τις οποίες διαβάζεις στις Νύχτες Πρεμιέρας και σου κάνουν εντύπωση.  Προσωπικά, τα περισσότερα ταινιάκια που τυγχάνει να παρακολουθώ στο φεστιβάλ μου είναι εντελώς άγνωστα σε πρώτη φάση.  Επειδή όμως θεωρώ πως μεγαλύτερη ουσία έχει για κάποιον να δει φιλμάκια τα οποία είναι σχεδόν αδύνατον να κυκλοφορήσουν στην χώρα μας, έτσι και η φετινή μου λίστα απαρτιζόταν στο σύνολό της από ανεξάρτητα δημιουργήματα που περίμεναν να τα ανακαλύψεις.
Σήμερα λοιπόν, εκτός από τις standard ταινίες που κυκλοφορούν στις αίθουσες με μπόλικο καλό πράγμα (σου προτείνω "Luton", "Prisoners", "Le Passe" και ένα "Despicable Me 2" για να δέσει το γλυκό), θα τσεκάρουμε το "Tore Tanzt" μια ταινία σκληρή και ολοκληρωτικά παραβολική, μόνο για τα γερά νεύρα και στομάχια.


O Tore είναι ένας νεαρός που δεν έχει στον ήλιο μοίρα.  Δεν έχει οικογένεια, δεν έχει σπίτι και κανέναν που ουσιαστικά να νοιάζεται γι' αυτόν.  Στην προσπάθειά του να ζήσει λίγο ακόμη, τάσσεται στο πλευρό των "The Jesus Freaks", μια ομάδα από χαμένα παιδιά τα οποία δοξάζουν τον Κύριο και προσπαθούν να ζουν σύμφωνα με τις διδασκαλίες του στο πλαίσιο όμως μια μοντέρνας, σύγχρονης πραγματικότητας.
Ο αλτρουιστής Tore βλέποντας πως κάποιοι από τους εμπλεκόμενους μένουν μόνο στα λόγια, ζώντας κατά τα άλλα μια φυσιολογική ζωή γεμάτη πειρασμούς, αποφασίζει να μαζέψει τα πράγματά του και να μετακομίσει στο σπίτι του Benno, ενός άνδρα τον οποίο γνώρισε τυχαία στον δρόμο, όταν το αυτοκίνητό του χάλασε.  Τότε ο Tore παρέα με έναν φίλο του επικαλέστηκαν το όνομα του Θεού τους, προκειμένου να βοηθήσουν τον Benno και την οικογένειά του να βάλει μπροστά το αυτοκίνητο.  Το "θαύμα" έγινε τελικά και μια ιδιάζουσα φιλία ξεκίνησε ανάμεσα στους δυο άνδρες.  Φυσικά ο Tore δεν είχε καμία ιδέα για τις φριχτές στιγμές που τον περίμεναν στο Κολαστήριο του Benno, εκεί όπου η πίστη του θα δοκιμαζόταν ολοκληρωτικά και αμετάκλητα...


Το κινηματογραφικό ντεμπούτο της Katrin Gebbe είναι τολμηρό και σίγουρα δεν μασάει τα λόγια του.  Βασικά και μόνο η σκέψη πως η συγκεκριμένη ταινία αποτελεί δημιούργημα ενός γυναικείου μυαλού, είναι αρκετή για να σοκάρει, ακόμη και αν βάλουμε στην άκρη όλες τις έτσι κι αλλιώς σοκαριστικές στιγμές του "Tore Tanzt".
Η σκληρότητα που χαρακτηρίζει την συγκεκριμένη ταινία, είναι κάτι το οποίο έχουμε συνηθίσει στον κινηματογράφο χρόνια τώρα.  Από τον πολιτικό σχολιασμό του Pasolini στο-στα όρια εμετικό-"Salo" και το σαρκοφαγωμένο "Society" του Brian Yuzna, μέχρι το βίαιο "Irreversible" του Gaspar Noe (το οποίο περιλαμβάνει μια από τις πλέον σκληρές και αναγνωρίσιμες σκηνές βιασμού στην μεγάλη οθόνη) και-γιατί οχι;-τον δικό μας "Κυνόδοντα", πολλοί σκηνοθέτες χρησιμοποιούν την βία ως μέσο έκφρασης και αρκετές φορές καυτηριασμού των κακώς κειμένων της ανθρωπότητας.  Είτε μιλάμε για κοινωνικοπολιτικούς σχολιασμούς, είτε για την θέση της γυναίκας στην σημερινή εποχή, είτε ακόμη και για τις μύχιες και βαθιά διαταραγμένες φύσεις των ατόμων, ο κινηματογράφος κατάφερνε από πάντα να ξεμπροστιάζει και να προκαλεί, επειδή ακριβώς μέσα σε αυτόν τίποτα δεν μένει κρυφό.  Είναι γεγονός εξάλλου πως τα οπτικοακουστικά του στοιχεία σε καθηλώνουν και σε καθιστούν κατά κάποιον τρόπο έναν ηδονοβλεπτικό συνεργό όλων εκείνων των ετερόκλητων θεματικών που θέλει να σου παρουσιάσει, αδύναμο στην όποια αντίδραση μέσα στην σκοτεινή, κινηματογραφική αίθουσα.  Με το "Tore Tanzt" θα το καταλάβεις καλά αυτό.


Το ενδιαφέρον κομμάτι αυτής της ταινίας είναι πως καταφέρνει να καταστήσει τον πρωταγωνιστή της έναν ήρωα οικουμενικό και διαχρονικό, κυρίαρχο στον χρόνο και αναλλοίωτο στην δυναμική του.  Αυτό που γίνεται μάλιστα εμφανές σταδιακά, είναι και η πρόθεση της σκηνοθέτιδας (η οποία έχει αναλάβει και το σενάριο), να μιλήσει για την θρησκευτικότητα και την πίστη, παρουσιάζοντας στο κοινό της έναν νέο Μεσσία, έναν "μεταμορφωμένο" Χριστό, ψηλό και ξερακιανό, ξανθό, με γαλάζια μάτια και πράο βλέμμα γεμάτο κατανόηση και κρυφή, απλοϊκή γνώση.  Ο Tore μετουσιώνεται σιγά σιγά σε σωτήριο όχημα κατά τρόπο κοινό με εκείνον που κάποτε ο Χριστός θυσιάστηκε για το καλό ολόκληρης της ανθρωπότητας.  Ο Tore βλέπει, βασανίζεται, υποφέρει και υπομένει στωικά κάθε κακουχία για το καλό αυτή τη φορά, οχι όλου του κόσμου (πόσα μπορεί να κάνει πια ένας ξεχασμένος από τους πάντες έφηβος;), αλλά των δυο παιδιών της οικογένειας που με την σειρά τους κωφεύουν και σιωπούν μπροστά στην βαρβαρότητα του "πατέρα αφέντη" και της μάνας που αδιαφορεί.
Επί της ουσίας το "Tore Tanzt" αποτελεί μια γλαφυρή αλληγορία του δρόμου των μαρτυρίων του Ιησού, ο οποίος μοιάζει ίδιος και απαράλλαχτος καρμποναρισμένος στις γολγοθικές μέρες του αγγελικού Tore.  Έξυπνος και ιδιαίτερα αποτελεσματικός, κινηματογραφικά, ο τρόπος που επιλέγει η Gebbe να παρουσιάσει τα ανθρώπινα μαρτύρια ενός πια "υπερανθρώπου".  Η δοκιμασία της πίστης, της λογικής και το μεγάλο "γιατί" βάλλουν από παντού την ταινία, η οποία βασίζεται και σε πραγματικά γεγονότα.  Το περίμενες έτσι δεν είναι;


Σκηνοθετικά το "Tore Tanzt" είναι ένα μελαγχολικό κατασκεύασμα με πολλά, κενά πλάνα των φυλλωμάτων των δέντρων που κουνιούνται νωχελικά στο αεράκι, θυμίζοντας διαρκώς πως η Φύση είναι παρούσα στο ανθρώπινο δράμα, αλλά σπάνια συμμετέχει σε αυτό.  Στην ουσία μιλάμε για μια προοδευτικά σκοτεινή ατμόσφαιρα, μουντή και δυσοίωνη η οποία δηλώνει τρανή παρουσία, λειτουργώντας ως το αποκαλυπτικό επιστέγασμα του φιλμ.  Οι γκριζαρισμένες αποχρώσεις και ο περιορισμένος χώρος για την δράση της κάμερας στο εσωτερικό του σπιτιού, εντείνουν ακόμη περισσότερο την αγωνία και το τελολογικό της υπόθεσης το οποίο αντιλαμβάνεσαι έτσι κι αλλιώς από ένα σημείο και μετά, στην προσπάθειά σου να δικαιολογήσεις την παραιτημένη φύση του Tore.  Και κάπου εκεί συνειδητοποιείς τους λόγους για τους οποίους αυτή η ταινία σου μιλάει για την πιο παλιά ιστορία του κόσμου: αυτή των παθών του Υιού του Θεού.
Σπαρακτικό στο σύνολό του και απάνθρωπο μέσα στην ιστορία του, το "Tore Tanzt" είναι μια ταινία που αξίζει την προσοχή σου, μόνο όμως αν είσαι κατάλληλα προετοιμασμένος.  Να σημειώσουμε πως και η πρωταγωνιστική παρουσία του Julius Feldmeier είναι εξαιρετική.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι δύσκολα γίνονται θαύματα, οτι η πίστη δοκιμάζεται καθημερινά και οτι πρέπει να είσαι πάντα προετοιμασμένος για την απανθρωπιά του ανθρώπου.


No trivia

Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2013

The Station Agent: Loneliness and railroads

Γεια σας και πάλι.  Δεν κατάφερα ούτε την περασμένη εβδομάδα να αναρτήσω δεύτερη ταινιούλα, οπότε αρκέστηκα στην μια.  Πραγματικά ελπίζω να μη γίνει συνήθεια αυτό, γιατί θα ήθελα να τα λέμε πιο συχνά μέσα από το blog.  Θα προσπαθήσω λοιπόν να φτιάξω ένα καλύτερο πρόγραμμα προκειμένου να μπαίνουν τουλάχιστον δυο ταινίες την εβδομάδα και από εκεί και πέρα βλέπουμε.  Εσείς παρόλα αυτά ελπίζω να συνεχίσετε να με "επισκέπτεστε" και εγώ υπόσχομαι να σας τροφοδοτώ με όμορφες ταινίες, όπως και η σημερινή.  Αν πάντως προτιμήσετε σινεμαδάκι σήμερα, έχω να σας προτείνω κάτι σε χιουμοριστικό "Don Jon" ή κοινωνικό "Gloria".  Αν πάλι θέλετε μια περιπετειούλα αστυνομική έτσι για να περάσει η ώρα και τίποτα περισσότερο, κάντε μια επίσκεψη στο "2 Guns" με πρωταγωνιστές τους Denzel Washington και Mark Wahlberg.
Στα δικά μας τώρα, το "The Station Agent" είναι μια ταινιούλα που είδα παρέα με το αγόρι το καλοκαιράκι και πολύ μου άρεσε.  Είναι από εκείνες τις "pretty little movies" που όλοι λίγο πολύ έχουμε δει στην ζωή μας, σε ανύποπτη στιγμή κυρίως και χωρίς να το περιμένουμε.  Αν αρέσκεσαι λοιπόν σε χαμηλών τόνων ταινίες, σου έχω πρόταση.


O Fin (Peter Dinklage) είναι ένας μοναχικός άνδρας που πάσχει από νανισμό.  Αποκομμένος από τον κόσμο και με μοναδικό φίλο το γηραιό του αφεντικό, ο Fin εργάζεται σε ένα κατάστημα μοντελισμού τρένων, μιας που ο θαυμασμός του για οτιδήποτε τα αφορά είναι δεδομένος.
Όταν ένα πρωί ο φίλος και ιδιοκτήτης του μαγαζιού σωριαστεί νεκρός, ο Fin θα αναγκαστεί να φύγει μακριά από την πόλη του Hoboken σε αναζήτηση της μοίρας του.  Οχι όμως οποιασδήποτε μοίρας μιας που ο συγχωρεμένος ο Henry είχε κάνει το κουμάντο του αφήνοντας τον μικροκαμωμένο του φίλο υπεύθυνο ενός πραγματικού σταθμού τρένων στην μέση του αγροτικού πουθενά.  Αποφασίζοντας να δοκιμάσει εκεί την τύχη του, συνεχίζοντας έτσι την μοναχική του ζωή μακριά από τον κόσμο και τις λοξές του ματιές, o Fin θα μετακομίσει σύντομα δίπλα στις αγαπημένες του σιδηροδρομικές γραμμές.  Φυσικά δεν ξέρει πως η κατά τα άλλα ειδυλλιακή για τον ίδιο, απομονωμένη τοποθεσία, πάει πακέτο με τον Joe (Bobby Cannavale) έναν ομιλητικότατο πωλητή hot dog και την Olivia (Patricia Clarkson), μια γυναίκα που προσπαθεί να αντιμετωπίσει τους δικούς της δαίμονες...


O σκηνοθέτης Thomas McCarthy ("Win Win") δημιουργεί ένα μικρό αλλά θαυματουργό ταινιάκι που βαδίζει στα χνάρια της καθαρόαιμης και σύγχρονης ανεξάρτητης ταινίας του αμερικάνικου κινηματογράφου.  Ο Peter Dinklage φυσικά αποτελεί τον ιδανικό εμπνευστή όλων αυτών που θέλει να επισημάνει ο σκηνοθέτης (και τα οποία δεν διαφέρουν και πολύ σε σχέση με άλλες ταινίες παρόμοιου κοινωνικοδραματικού περιεχομένου) μαγειρεύοντας και συνταιριάζοντας αρμονικά τις ζωές και τα θέλω τριών εντελώς διαφορετικών χαρακτήρων, που όμως κατά έναν περίεργο τρόπο έρχονται κοντά με τρόπο αμήχανο και απρόσμενο, όπως ακριβώς και στην πραγματική ζωή.
Ο Dinklage αναλαμβάνει χρέη "social pariah" εξαιτίας του διαφορετικού του παρουσιαστικού που τον καθιστά δακτυλοδεικτούμενου και βορά στα σχόλια ανεγκέφαλων hillbillies, κρατώντας τον σταθερά σε μια κατάσταση κοινωνικής αποξένωσης χωρίς όμως να αποζητά και την απελευθέρωσή του από αυτήν.  Η ζωή του μοιάζει περισσότερο σαν αποδοχή της όποιας του κατάστασης, βολευμένος στην μοναξιά και κατά έναν περίεργο τρόπο, ήσυχο με αυτήν.
Στον αντίποδα βρίσκεται ο Joe, ένας λαλίστατος τύπος που πουλάει hot dogs και καφέδες στην καντίνα του πατέρα του, αισιόδοξος και ολίγον φαφλατάς, αλλά καλή καρδιά, αποτελεί βεβαίως το άλλο άκρο του ταπεινού και λιγομίλητου Fin, δημιουργώντας μαζί του ένα απρόσμενο κινηματογραφικό ντουετάκι που λειτουργεί αποτελεσματικά.
Όσον αφορά το θέμα της γυναικείας παρουσίας, η Clarkson αναλαμβάνει δράση ως ώριμη, γοητευτική αρτίστα με πόνο στην καρδιά, ολοκληρώνοντας μια τριάδα ετερόκλητων προσώπων το καθένα από τα οποία επιτελεί τον δικό του λειτουργικό σκοπό.


H ταινία διαθέτει ισορροπημένες χιουμοριστικές και δραματικές στιγμές, χωρίς να καταλήγει ολοκληρωτικά ούτε στην μια, ούτε στην άλλη πλευρά.  Έτσι κι αλλιώς σκοπός του σκηνοθέτη είναι να μας καταστήσει θεατές του μεταβατικού εκείνου σημείου στην ζωή του κεντρικού ήρωα, την στιγμή δηλαδή που θα πρέπει να σταθεί στα δικά του πόδια μόνος του, μακριά από την δεδομένη κάλυψη και "συντροφιά" του φίλου Henry.
Ενδιαφέρον πάντως είναι αν προσέξει κανείς το πως σηματοδοτείται η μετάβαση του ήρωα από το ιδανικό, το σχεδόν "ονειρικό", στον κατά τα άλλο ζοφερό κόσμο της καθημερινότητας.  Και τι εννοούμε.  Όσο ο Fin εργαζόταν στο κατάστημα μοντελισμού καθαρίζοντας και επιδιορθώνοντας τρενάκια και γραμμές, το νανικό του παρουσιαστικό δεν αποτελούσε κάτι το παράταιρο στον κόσμο των μινιατούρων, καθώς μέσα σε αυτές ο ίδιος φάνταζε γίγαντας.  Αντιθέτως όταν ήρθε η στιγμή για την έξοδό του στην πραγματική ζωή, η μετάβασή του αναλογικά αλλάζει, αλλά ουσιαστικά παραμένει η ίδια.  Ο Fin και πάλι θα είναι υπεύθυνος για την φροντίδα των τρένων, αυτή την φορά όμως από την σκοπιά του station agent, του ατόμου δηλαδή που φέρνει εις πέρας οτιδήποτε έχει να κάνει με αληθινά, θορυβώδη, ταχύτατα τρένα.  Η διαφορά έγκειται στο οτι τώρα ο ίδιος αποτελεί την μινιατούρα μπροστά στον θαυμαστό κόσμο των σιδηροδρομικών γραμμών και της ίδιας της ζωής τελικά.  Από αυτό γίνεται αντιληπτό και γιατί ο σκηνοθέτης επέλεξε τον Dinklage για τον συγκεκριμένο ρόλο: για να αποδώσει πολύ πιο απτά την δύσκολη αλλαγή που οφείλει να υποστεί ο χαρακτήρας του προκειμένου να προχωρήσει παρακάτω.  Στο πλευρό του βέβαια και οι άλλοι δυο βιώνουν τις δικές τους αλλαγές (άλλος περισσότερο έντονα, άλλο λιγότερο) με τον κινητήριο όμως μοχλό να εντοπίζεται στην παρουσία του Fin.


Η σκηνοθεσία του McCarthy είναι όμορφη και σε στιγμές μελαγχολική, σαν φίνο καλοκαιρινό αεράκι που τρυπώνει στο σπίτι μέσα από τις χαραμάδες των παραθύρων.  Έτσι ακριβώς δηλαδή είναι καμωμένο και το "The Station Agent" στο σύνολο του: ανάλαφρο και γοητευτικό μέσα στην ολοκληρωτική του απλότητα.
Τα πλάνα του σκηνοθέτη βρίθουν αγροτικής ομορφιάς, ενώ η διαρκής αντιπαραβολή του Fin με τα πελώρια τρένα και τον πελώριο κόσμο γενικότερα, τον τοποθετούν στο κέντρο της δράσης.  Η μεγαλύτερη διάρκεια της ταινίας χαρακτηρίζεται από τους διαλόγους των πρωταγωνιστών και τα συναισθηματικά τους ξεσπάσματα, με το όλο τριγύρω περιβάλλον να σιγοντάρει ουσιαστικά στην αντιμετώπιση face to face με τα προβλήματα και τις προσωπικές ανησυχίες του καθενός από τους ήρωες.
Όπως περιμένεις ο Dinklage κλέβει εύκολα την παράσταση, ενώ στο πλευρό του και ο προσφάτως βραβευμένος με Emmy για την εξαιρετική του παρουσία στο "Boardwalk Empire", Βobby Cannavale, είναι εξίσου καλός.  Για την Clarkson δεν χρειάζεται επίσης να πούμε πολλά, καθώς πάντα αποτελεί έναν καλό λόγο για να δεις μια ταινία.
Συνοψίζοντας το "The Station Agent" αποτελεί την ιδανική αφορμή αν θες να απολαύσεις ένα όμορφο, μικρό, λιτό και απέριττο ταινιάκι.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι παίζει και η Michelle Williams, οτι ο Peter τα ρίχνει τα γκομενάκια και εδώ (οχι μόνο στο "Game of Thrones") και οτι ο Cannavale είναι ζευγάρι με τη Rose Byrne (καλά αυτό δεν το έμαθα από την ταινία, το έμαθα γενικώς).


 No trivia