Πέμπτη, 30 Μαΐου 2013

Braindead (a.k.a Dead Alive): It's a gore fest!

Καλημερούδια, καλημερούδια γλυκά μου αγγελούδια.  Την ώρα που θα διαβάζετε τούτες δω τις λέξεις, το πιθανότερο είναι πως θα βρίσκομαι στον δρόμο για το Ναύπλιο.  Συνεπώς μιας που θα λείψω για τρεις μερούλες, είπα να μην σας αφήσω έτσι, αλλά να σας προτείνω μια ταινιούλα.  Βέβαια η σημερινή μου πρόταση περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στο κοινό που αρέσκεται να βλέπει αρκετά αηδιαστικά και της λεγόμενης "ίου!" αντίδρασης ταινιάκια, μιας που το λέω από τώρα για να είμαστε εντάξει: δεν έχω δει στην ζωή μου πιο σπλάτερ, πιο gory και πιο οτι αιματηρή ταινία από το "Braindead".  Και πιστέψτε με, έχω δει πολλά περίεργα.  Σαν κι αυτό...τίποτα.


Πόσο εκνευριστικό είναι εκεί που όλα πάνε καλά στην ζωή σου, να δαγκωθεί ξαφνικά η μάνα σου μια μέρα από μια Sumatran rat monkey, η οποία την μετατρέπει λίγο αργότερα σε κακάσχημο, δαγκωνιάρικο ζόμπι;  Δεν τσαντίζεσαι όταν σου συμβαίνει αυτό;
Στην προκειμένη περίπτωση ο μαμάκιας Lionel (Timothy Balme) δεν είχε και άλλη επιλογή από το να μείνει πιστός στο πλευρό της και να την φροντίζει ακόμα και μετά τον εμφανέστατο κατά τα άλλα θάνατό της.  Αλλά για κάτσε.  Όλα έχουν τα όριά τους.  Μη φανταστείς πως ο Lionel δεν ήθελε να ξεφύγει από τα μητρικά δεσμά.  Είναι βλέπεις που είχε μπει μες την μέση και η Paquita, μια φλογερή υπάλληλος του τοπικού μανάβικου και ολίγον απ'ολα καταστήματος, η οποία είχε δει στα Ταρό που της έριξε η γιαγιά της, πως θα δενόταν συναισθηματικά και αμετάκλητα με έναν "μαύρο ιππότη".  Φυσικά τον Lionel δεν τον λες μαύρο ιππότη (ούτε καν ένα άλογο δεν καβαλάει), παρόλα αυτά έχοντας γλυκαθεί και ο ίδιος από το ενδιαφέρον της κοπέλας (μιας που μέχρι τότε το μόνο ενδιαφέρον που λάμβανε ήταν από την γραφική του μάνα-καρακάξα) θα δώσουν τελικά το πολυπόθητο πρώτο ραντεβού στον...ζωολογικό κήπο.  Όπως είναι φυσικό η μάνα θα στήσει καρτέρι για την ραντεβουδίστικη χαλάστρα, μόνο που η δική της μέρα θα πάει κατά διαόλου όταν την δαγκώσει το πιο άσχημο πράγμα που θα δεις ποτέ σου.  Μάνα becomes zombie.  Και αυτή είναι μόνο η αρχή μιας που ο Lionel και η Paquita θα αναγκαστούν να τα "δώσουν όλα" στο πιο απίστευτο gore fest που έχεις δει ποτέ σε ταινία...


Ενδεχομένως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της ταινίας είναι πως αποτελεί σκηνοθετικό αποτέλεσμα του Peter Jackson.
Κι όμως, ο Jackson πριν αρχίσει να ασχολείται με τα σοβαρά του δημιουργήματα, υπήρξε μέγιστος κάφρος μιας που εκτός από την τελειότητα της σημερινής ταινίας, στα πρώτα χρόνια της behind the camera καριέρας του γύρισε και το "Bad Taste", o τίτλος του οποίου προφανέστατα δηλώνει και το όποιο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα της ταινίας, η οποία θέλει ένα μάτσο εξωγήινους να αποδεκατίζουν τον πληθυσμό μιας μικρής πόλης, θέλοντας να καρπωθούν την ανθρώπινη σάρκα για την...διαγαλαξιακή fast-food αλυσίδα τους!
Είναι γεγονός πως μετά το τέλος του "Braindead" προσπαθούσα να καταλάβω 1) τι ακριβώς είχα παρακολουθήσει επί μιάμιση ώρα, και 2) πως γίνεται όλος αυτός ο κρεάτινος ορυμαγδός να προέρχεται από τα χέρια τoυ τύπου που απεικόνισε με σχεδόν αιθέρια λυρικότητα τον κόσμο του Tolkien;
Το ακόμα πιο απολαυστικό γεγονός βέβαια είναι πως ο Jackson και όλη η παρέα του, δείχνουν να το διασκεδάζουν και με το παραπάνω, μιας που δεν θα γινόταν έτσι κι αλλιώς να πάρει τον εαυτό του στα σοβαρά, στο πλαίσιο μιας τόσο hardcore και καθόλα horror ιστορίας.  Όταν δε, βλέπεις πως μέσα από όλο αυτό το αποτέλεσμα πιάνονται χεράκι-χεράκι το μαύρο χιούμορ και ένας εν δυνάμει κοινωνικός προβληματισμός, τότε αντιλαμβάνεσαι πως ίσως και η εμφανής προσπάθεια για πρόκληση οπτικού σοκ, δεν είναι το μόνο που σου προσφέρει αυτή η ταινία.


Αν κάνει κάποιος ένα πέρασμα από την φιλμογραφία του Jackson θα διαπιστώσει πως η ενασχόλησή του με διαφορετικά κινηματογραφικά είδη υπήρξε συνεχής ήδη από την δεκαετία του ΄70, και παρά το γεγονός πως φαίνεται να έχει πάρει απόφαση πλέον να επιστρέφει διαρκώς στις καλές εποχές του Άρχοντα.  Αν δεν είναι χαρακτηριστικό το οτι πρόκειται να σκηνοθετήσει ακόμα δυο ταινίες Hobbit, τότε δεν ξέρω τι είναι....
Όπως και να' χει είναι σίγουρα πάντα ενδιαφέρον να βλέπεις από που ξεκινάνε καταξιωμένοι σκηνοθέτες οι οποίοι ενδεχομένως να έχουν ακολουθήσει πια, μια ολοκληρωτικά διαφορετική κινηματογραφική πορεία.  Εξίσου ενδιαφέρον δηλαδή με το να δεις το "Braindead" για μια διαφορετική προσέγγιση της σχέσης μάνας-γιου.
To 1960 o Alfred Hitchcock προκάλεσε σοκ και δέος με το "Psycho", μιας ταινίας η οποία αντιμετώπισε ένα σωρό προβλήματα κατά το προπαρασκευαστικό της στάδιο, επειδή οι άπαντες παραγωγοί έβρισκαν το περιεχόμενό του τρομερά disturbing.  Βλέπετε η πουριτανική αμερικάνικη κοινωνία του '60 δεν δεχόταν ούτε σκοτωμούς σε ντουζιέρες, ούτε και τα ερωτικά μπλεξίματα της πρωταγωνίστριας με έναν χωρισμένο νεαρό πάνω στο κρεβάτι, με το σουτιέν φάτσα μόστρα.  Ακόμα και αν με βάση την ομώνυμη νουβέλα του Robert Bloch, o Hitchcock δημιούργησε μια ολόκληρη ταινία πάνω σε ένα άριστο ψυχαναλυτικό γράφημα ενός διαταραγμένου γιου, εμμονικού με την μητέρα του σε τέτοιον βαθμό ώστε να γίνει ο ίδιος η μητέρα του, η αναγνώριση της ταινίας από κοινό και κριτικούς ήρθε τελικά με το πέρας το χρόνου. 
Είναι προφανές πως σε καμία περίπτωση δεν θέλω (και δεν μπορώ εξάλλου) να ταυτίσω τα δυο δημιουργήματα.  Είναι όμως και προφανές πως οι βλέψεις του Jackson είναι ακριβώς οι ίδιες: να παρουσιάσει με τον δικό του σπλατερικό τρόπο τον ευνουχισμό του Lionel από την μητέρα του και την αναπόφευκτη ώρα του εξίσου αναπόφευκτου, οριστικού απογαλακτισμού.


Με την τεράστια "βοήθεια" των δεκάδων επί δεκάδων γαλονιών "αίματος" και με το στήσιμο του όλου σκηνικού πάνω σε μια βήτα διαλογής κατάσταση, ο Jackson κάνει μια σαφέστατη αναφορά στον ψυχολογικό ευνουχισμό του πρωταγωνιστή και το μοντέλο της μάνας μέγαιρας, η οποία μετά τον θάνατο του συζύγου έχει βεντουζώσει πάνω στον άτυχο γιο, σαν βδέλλα.  Φυσικά όλη αυτή η θεματική η οποία λειτουργεί σαν αφετηρία για το ζομπιακό χάος που πρόκειται να προκληθεί λίγο αργότερα, λειτουργεί καλά και πειστικά, αν και προφανώς δεν εμβαθύνεται λεπτό, χάρη στην γρήγορη και επιφανειακή προσέγγιση του σκηνοθέτη και του σεναριογράφου Stephen Sinclair, σε ένα κατά τα άλλα θέμα αέναης συζήτησης.  Το μαύρο χιούμορ αποτελεί επίσης ένα από τα χαρακτηριστικά που κυριαρχούν στην ταινία, η οποία καθιστά και το love story των δυο νεαρών πρωταγωνιστών ως ευχή και κατάρα μαζί.  Ε άμα το βλέπει και η γιαγία σου στα Ταρό οτι το πεπρωμένο σου είναι γεμάτο από μαυρίλα και θάνατο, καλύτερα να την ακούς....
Φυσικά από ένα film που φέρει τον συγκεκριμένο τίτλο, δεν γίνεται να μην περιμένεις και το αντίστοιχο ξεκοίλιασμα, ξεντέριασμα και οτι άλλο σε ξε- υπάρχει.  Στην ουσία βέβαια οτι και να σκεφτείς, το "Braindead" το έχει ήδη προχωρήσει ένα βήμα πιο πέρα, με ένα εντοσθιακό σύστημα να σε κυνηγάει από μόνο του για να σε πνίξει, ένα εξαμβλωματικό μωρό να ανοίγει στην μέση το πρόσωπο μιας άτυχης νεαράς, και έναν ακόμη έρμο να παθαίνει εξαιρετικό fatality, με την σπονδυλική του στήλη να τραβιέται με βία από το σώμα του.  Επειδή όμως και το πράγμα είναι γυρισμένο με την b αισθητική να πλανάται ήδη από την πρώτη σκηνή, δε θα έπρεπε να σε ανησυχεί τόσο το θέμα του τρόμου, όσο αυτό της απόλυτης, ανατριχιαστικής και στα όρια αηδίας η οποία συνοδεύει κάθε βασανιστικό καρέ.  Έυγε Jackson!


Συμπέρασμα:  Το "Braindead" είναι μια ταινία που απευθύνεται αποκλειστικά και περιορισμένα σε fans.  Η ιδανική της προβολή θα ήταν σετάκι με το "Evil Dead" προκειμένου μετά να συζητηθεί αναλυτικώς και με επιχειρήματα, το ποια κρατάει τα σκήπτρα της καλύτερης του είδους της.  Περιμένω προτάσεις για μάζωξη.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι ο πρωταγωνιστής μοιάζει με τον Matthew Bellamy των MUSE, οτι δεν θα φάω ΠΟΤΕ custard cream και οτι στις επόμενες διακοπές μου θα προσπαθήσει να μην μπάσω στην χώρα μου μια Sumatran rat monkey, αν και κάτι τέτοιο φαντάζομαι πως θα ήταν αυτό ακριβώς που χρειαζόμαστε.


TRIVIA
  • Λέγεται πως η συγκεκριμένη ταινία αποτελεί και την πιο αιματηρή στην ιστορία του κινηματογράφου (με βάση το "αίμα" που χρησιμοποιήθηκε στην διάρκεια της παραγωγής).
  • Για του λόγου το αληθές, στην τελευταία σκηνή της ταινίας μόνο, χρησιμοποιήθηκαν 300 λίτρα ψεύτικου αίματος.
  • Η ενοικιάση της ταινίας στην Σουηδία (και πιθανώς και σε άλλες χώρες), συνοδευόταν από σακούλες για...εμετό!
(ΠΗΓΗ IMDB)

Δευτέρα, 27 Μαΐου 2013

The Faculty: Alienation gets real

Hello again και καλή εβδομάδα σε όλους.  Λοιπόν επειδή τώρα τελευταία όλο δεν έχω χρόνο να δω ταινίες, και όταν τελικά έχω λίγο, δε μπορώ να κάτσω να παιδέψω το μυαλό μου με "βαριές" ταινίες, το σαββατοκύριακο που μας πέρασε αποφάσισα να ξαναδώ μια από τις καλύτερες νεανικές ταινίες των '90s, το "The Faculty".  Την συγκεκριμένη ταινία όλο και κάποια φορά την είχα πετύχει στην τηλεόραση, αλλά ποτέ δεν είχα καταφέρει να την δω ολόκληρη.  Έτσι λοιπόν σε μια από τις κλασικές μου αναζητήσεις για την απάντηση στο αιώνιο ερώτημα, "και τώρα τι βλέπουμε;", είπα να την δω αυτή την φορά ολόκληρη.  Με το που ακούγεται το "The Kids Aren't Alright" των Offspring στην πρώτη σκηνή, ξέρω οτι θα περάσω ένα απολαυστικό μιαμισάωρο και δεν πέφτω έξω, μιας που αν το "The Faculty" μεταφράζεται σε κάτι αυτό είναι σε ένα συνονθύλευμα χαρακτηριστικών, '90s αναφορών και αισθητικής, αδύνατον να του αντισταθείς.


Το σενάριο απλό και γνωστό.  Μια ομάδα μαθητών αρχίζει να υποψιάζεται πως οι καθηγητές του σχολείου είναι εξωγήινοι, όταν η καθημερινή ρουτίνα δίνει την σκυτάλη σε μια σειρά περίεργων φαινομένων τα οποία συνδέονται με τις εξίσου περίεργες συμπεριφορές του προσωπικού.
Η παρέα δεν είναι και ακριβώς παρέα από την αρχή της ταινίας, μιας που περιλαμβάνει εκπροσώπους από όλες τις κοινωνικές κλίκες που χαρακτηρίζουν την λυκειακή ζωή.  Μπροστάρης αυτής της ετερόκλητης ομάδας η οποία θα προσπαθήσει να σώσει την πόλη από τους παρασιτικούς εξωγήινους που θέλουν να κυριαρχήσουν την Γη, είναι ο Zeke (Josh Hartnett) ένας πανέξυπνος αλλά αλιτήριος τύπος ο οποίος χασομεράει πασάροντας χάπια καφεΐνης ως ναρκωτικά στους συμμαθητές του και προφυλακτικά με γεύση κεράσι στην συνεσταλμένη καθηγήτρια της Λογοτεχνίας, Miss Elizbeth Burke (Famke Janssen).  Κάπου εκεί θα δεις και τον παραδοσιακό καρπαζοεισπράκτορα του σχολείου τον οποίο υποδύεται ο Elijah Wood, την "bitchy miss pretty face", Delilah Profitt (Jordana Brewster), με το επίθετό της να δηλώνει ξεκάθαρα τις βλέψεις για περαιτέρω κοινωνική ανέλιξη και παραμονή στο πλευρό του αθληταρά Stan (Shawn Hatosy) για λόγους πρεστίζ.  Φυσικά δεν λείπει ούτε το φρικιό με την ρετσινιά της λεσβίας Stokely (Clea DuVall), καθώς και το χαζοβιόλικο βλαχαδερό από την Atlanta, Marybeth (Laura Harris) y'all!


Αν και τόσο καιρό έλεγα να στρωθώ να την δω επιτέλους παρόλα αυτά δεν ήξερα οτι πίσω από τις κάμερες καθόταν ο Robert Rodriguez τον οποίο έχουμε συνηθίσει σε μια εντελώς διαφορετική κατηγορία ταινιών, περισσότερο b-movie-στικης αισθητικής.  Την στιγμή βέβαια που πας να σκεφτείς κάτι τέτοιο, αρχίζεις να βάζεις και όλα τα κομμάτια του "The Faculty" στην σειρά (δεν είναι δα και τόσο δύσκολο να το κάνεις), και καταλήγεις στο συμπέρασμα πως αυτή η ταινία ίσως και να είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σκηνοθετικά δείγματα του Rodriguez, το οποίο λειτουργεί με την σειρά του ως μια νεανική ανθολογία σχολικών, κινηματογραφικών επιρροών, sci-fi πινελιών, εξωγήινης λογοτεχνίας και ποπ κουλτούρας, με την οποία θα ταυτιστείς, ιδιαίτερα αν ανήκεις σε κάποια από την κατηγορία των πρωταγωνιστών (φαντάζομαι τον εαυτό μου σαν ένα περίεργο υβρίδιο της Stokely με τον μοναχικό και εντελώς geeky χαρακτήρα του Wood).
Αυτό που καταφέρνει αναμφίβολα και με μεγάλη επιτυχία ο Rodriguez, είναι να δημιουργήσει μια ταινία ύμνο για την εποχή, η οποία βλέπεται καλύτερα από μια χρονική απόσταση (ιδανική εν έτι 2013), επειδή ακριβώς εγκλωβίζει την ουσία των '90s μέσα σε ένα μάτσο κάρε.  Από τα trends στα ρούχα (φαρδιές μπλούζες και παντελόνια, σφιχτοκουμπωμένα πουκάμισα, κοριτσίστικα χοντροπάπουτσα και total black look για το "μαύρο πρόβατο" της παρέας, το οποίο αποτελεί έτσι κι αλλιώς διαχρονική αξία) και τις μουσικές επιλογές (The Offspring, Garbage, Sheryl Crow, Oasis, καθώς και τον πάντα "in" David Bowie, αλλά και το μαθητικά επαναστατικό "Another Brick in the Wall"), μέχρι τον πασιφανή σχολικό διαχωρισμό των μαθητών και την οριοθετημένη στα πλαίσια ενός εν δυνάμει μονοδιάστατου χαρακτήρα, συμπεριφορά τους, όλα εδώ ουρλιάζουν αυθεντική 90ίλα.  Και γι' αυτό την αγαπώ.


Μη φανταστείτε βέβαια πως η αγάπη μου για τον κινηματογράφο της δεκαετίας του '90 είναι κοινή προς όλα τα είδη, αφού κατά γενική ομολογία εκείνη την περίοδο σκηνοθετήθηκαν και μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές μπαρούφες.  Ούτε είναι να πεις πως έζησα και την συγκεκριμένη ταινία στο φουλ, εκτός και αν τα δεκάχρονα (βλ. εμένα) οργιάζαν έτσι κι αλλιώς εκείνη την εποχή.  Θα έλεγε οτι έζησα περισσότερα μια ετεροχρονισμένη 90ίλα που μπήκε στο πετσί μου μέσα από τις παρέες, την οικογένειά μου και ένα σωρό άλλα ερεθίσματα από αυτά δηλαδή που όλοι δεχόμαστε, και την οποία νομίζω πως πέρασα σε ταυτόχρονη, παράλληλη προβολή με όλο το φουτουριστικό μιλένιουμ.
Γι' αυτό τον λόγο το "The Faculty" αν και δεν σου προσφέρει τίποτα το διαφορετικό ή κάτι με το οποίο να πρέπει να ασχοληθείς με αναλύσεις επί αναλύσεων, αποτελεί εντούτοις μια από τις πιο γλυκές (και γιατί οχι ένοχες) απολαύσεις τις οποίες θα παρακολουθήσεις, αν δεν το έχεις ήδη κάνει δηλαδή.
Παρόλα αυτά ακόμα και εδώ υπάρχουν πραγματάκια τα οποία μπορείς να τσιμπήσεις από εδώ και από εκεί, όπως για παράδειγμα την σημασία που έχει για έναν loner όπως ο Wood, να προσπαθήσει να κατατροπώσει ένα τσούρμο ανθρωπόμορφους εξωγήινους και να γίνει ο τοπικός ήρωας (και άρα να πάψει να αποτελεί τον καημένο του οποίου η "οικογένεια" συνθλίβεται καθημερινώς στον στύλο της σημαίας).  Προφανώς και δεν είναι τυχαίο επίσης το γεγονός της αποξένωσης, το οποίο στα αγγλικά ως alienation μπορεί να ερμηνευτεί τόσο κυριολεκτικά, όσο και μεταφορικά, αφού πάνω κάτω αυτό συμβαίνει στο σχολείο: κάτι διψασμένα παράσιτα επιδιώκουν να "αποξενώσουν" και να χειραγωγήσουν τους μαθητές, μετατρέποντάς τους σε πρώτης τάξεως παθητικά όντα με εποικιστικές τάσεις.  Κάτι καθημερινό δηλαδή...


Φυσικά αν προσέξετε λίγο καλύτερα θα δείτε πως το κάθε τραγούδι παίζει και σε συγκεκριμένη στιγμή της ταινίας, ανάλογα με το concept της κάθε σκηνής, και αυτό που σίγουρα προκαλεί θετική εντύπωση, είναι τα αρκετά καλά εφέ (δεδομένης της εποχής πάντα), με τα οποία παρουσιάζονται οι κακοί εξωγήινοι.
Στην ταινία επίσης σίγουρα θα απολαύσετε το οτινανικό cast, το οποίο δένει τέλεια, καθώς και μερικές ηθοποικές προσθήκες που κάνουν την διαφορά, όπως αυτή της Famke Janssen στον ρόλο της ταπεινής καθηγήτριας που αργότερα γίνεται sexy θηλυκό, του...Usher ο οποίος υποδύεται έναν από την ομάδα του football, του Jon Stewart στον ρόλο ενός εκ των καθηγητών, καθώς και της Salma Hayek σε ένα μικρό ρολάκι, μιας που φανταζόμαστε πως ο Rodriguez, απλώς δεν γινόταν να κάνει ταινία χωρίς αυτήν μέσα.
Όσον αφορά τους βασικούς πρωταγωνιστές, όλοι δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό (μεταξύ μας παίζουν σε σενάριο που ο καθένας μας θα ήθελε διακαώς να πρωταγωνιστήσει) χωρίς υπερβολές, με μια αγνώριστη Jordana Brewster, έναν συνήθη ύποπτο Hartnett και έναν Wood σε έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς ρόλους της περίεργης κινηματογραφικής του καριέρας (είναι γεγονός οτι ήρθε σε τούτο τον μάταιο κόσμο προκειμένου να υποδυθεί μόνο τον Frodo).
Κατά τα άλλα αν περιμένεις κλασική σχολική σκηνοθεσία, μερικές extra gore στιγμές και αναφορές σε βιβλία όπως το "Invasion of the Body Snatchers", δεν πέφτεις έξω μιας που τα παιδιά βασίζουν ακριβώς πάνω εκεί όλα τα ύποπτα συμπτώματα περί της αλλαγής στην συμπεριφορά των καθηγητών τους.  Εγώ να προσθέσω πάντως πως η όλη κατάσταση θυμίζει εκδοχή του "The Breakfast Club", υπό το πρίσμα βέβαια μιας εξωγήινης απειλής.


Εν κατακλείδι το "The Faculty" αποτελεί μια απολαυστική και καθόλα διασκεδαστική επιστροφή στο πρόσφατο ή και πιο παλιό παρελθόν σου.  Εγγυημένη πρόταση για ημέρες με περίεργα mood swings.  Believe me.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι μεταξύ μας την Ms. Burke, όλοι θα την ήθελαν να παραμείνει όπως έγινε μετά, οτι ο Hartnett είναι κατά τα άλλα διάνοια και πως όταν δεις μια γηραιά καθηγήτρια να πέφτει νεκρή πάνω σου, μέσα στην ντουλάπα του γραφείου των καθηγητών, σημαίνει πως ήρθε η ώρα να την κάνεις.  Plus, μάθε να κρύβεις επιτέλους τα πορνό σου και σε κάποιο άλλο σημείο πέρα από κάτω από το στρώμα σου.


 TRIVIA
  • Όταν ο Casey περιποιείται τα τραύματά του στην τουαλέτα, πάνω από το κεφάλι του είναι ένα γκράφιτι που λέει, "Τito & Tarantula", το όνομα της μπάντας που χρησιμοποιούσε ο Rodriguez σε διάφορες ταινίες του όπως το "Desperado" και το "From Dusk till Dawn".
  • O Jon Stewart παίζει τον καθηγητή Edward Furlong.  Στην πραγματικότητα ο ηθοποιός Edward Furlong υποδύθηκε τον John Connor στο "Terminator 2: Judgment Day", στην οποία τον καταδίωκε ο T-1000 Εξολοθρευτής, τον οποίο υποδυόταν ο Robert Patrick.  Ο Patrick υποδύεται επίσης στο The Faculty τον προπονητή της ομάδας football.
  • Ένα σύνθημα που φαίνεται στα αποδυτήρια λέει "Τhe will to win comes from within", αρκετά ταιριαστό αν σκεφτεί κανείς πως κάτι τέτοιο ισχύει και στην περίπτωση των παρασιτικών εξωγήινων οι οποίοι θέλουν να κερδίσουν, λειτουγόντας "μέσα" από τους ξενιστές/ανθρώπους.
 (ΠΗΓΗ IMDB)

Παρασκευή, 24 Μαΐου 2013

Hannibal: Feeding your fears

Hey there, επιστρέψαμε πάλι για ακόμη μια μερούλα, τώρα που κουτσά στραβά έχω λίγο χρόνο.  Σήμερα είπα να ασχοληθούμε με την περίπτωση της νέας τηλεοπτικής σειράς "Hannibal" η οποία αποτελεί την νέα, προσωπική μου μανία και την προτείνω ανεπιφύλακτα σε όσους έχουν γερό στομάχι και αντέχουν τα κανιβαλιστικά υπονοούμενα με τα οποία βρύθει η πραγματικά καλοφτιαγμένη σειρά του NBC.  Here we go.


Η ιστορία της σειράς βασίζεται στην ιδιάζουσα σχέση και συνεργασία που αναπτύσσεται ανάμεσα στον κανίβαλο-ψυχίατρο Dr. Lecter (Mads Mikkelsen) και τον Will Graham (Hugh Dancy), έναν νεαρό criminal profiler του FBI ο οποίος έχει το χάρισμα (και την κατάρα μαζί), να ταυτίζεται σε κάθε crime scene με τον εκάστοτε δολοφόνο, βάζοντας τον εαυτό του στην θέση του και ακολουθώντας τα εγκληματικά του βήματα μέχρι το οριστικό τέλος του κάθε άτυχου θύματος.
Ο Will βέβαια εκτός από αυτή του την "έκτη αίσθηση" η οποία τον καθιστά βασικό και αναπόσπαστο κομμάτι της υπηρεσίας του, διακατέχεται από έντονες ψυχολογικές μεταπτώσεις και πνευματική ανισορροπία, μιας που δεν είναι και οτι πιο υγιές για τον ψυχισμό σου, το να ασχολείσαι όλη μέρα με κατακρεουργημένα κορμιά και ανθρώπινα σώματα που παραπέμπουν σε σφαχτάρια.  Για τον λόγο αυτό ο chief Jack Crawford (Laurence Fishburne), συστήνει στον Will να επισκεφθεί έναν παλιό γνώριμο ο οποίος θα τον βοηθήσει να αντιμετωπίζει την αποτρόπαια καθημερινότητα της δουλειάς του.  Αυτός δεν είναι φυσικά άλλος, από τον well-mannered, ατσαλάκωτο και εκλεπτυσμένο Dr. Lecter, ο οποίος γίνεται το δεξί χέρι του περίεργου νεαρού αν και οχι χωρίς την δική του "ανταμοιβή" από την όλη υπόθεση.  Βλέπετε οι έρευνες του FBI για έναν κατά συρροήν δολοφόνο ο οποίος αρπάζει από τα θύματά του τα ζωτικά τους όργανα, τον αφορά άμεσα.  Γιατί αν μη τι άλλο τι είναι το κρασί χωρίς ένα καλό κομμάτι κρέας;


Με τον δημιουργό της σειράς Bryan Fuller να αποτελεί ήδη παλιά καραβάνα της τηλεοπτικής δημιουργίας μιας που μετράει στο ενεργητικό του σειρές όπως οι "Dead Like Me", "Heroes" και "Pushing Daisies", το "Hannibal" αποτελεί ένα αμάλγαμα ψυχιατρικής θεωρίας και αποκρουστικής τρέλας, το οποίο δεν σκοτίζεται για επιφανειακές ευκολίες, προτιμώντας μάλλον περισσότερο τον δύσκολο και μακρύ δρόμο της σταδιακά δομημένης πλοκής, προσφέροντας έτσι στους τηλεθεατές την δυνατότητα να ταυτιστούν σε μεγαλύτερο βαθμό οχι τόσο με τον Hannibal, όσο με τον Will.
Το γεγονός πως από το πρώτο κιόλας επεισόδιο ο Dancy είναι αυτός ο οποίος κρατάει την πρωταγωνιστική σκυτάλη, αφήνει να εννοηθεί πως οι δημιουργοί της σειράς δεν βιάζονται να καταστήσουν τον Lecter ως τον καταφανή villain της υπόθεσης, δίνοντας το ελεύθερο στην ιστορία να πάρει τον χρόνο της, να μεστώσει και να κατακαθίσει μέσα σου ακριβώς όπως τα ακριβά κρασιά τα οποία καταναλώνει με τόση απόλαυση ο ευφυής, κοστουμαρισμένος Lecter.
Αν και κάποιους ίσως τους ξενίσει λίγο το γεγονός πως η σειρά απαιτεί από εκείνους υπομονή προκειμένου να εξελιχτεί και να τους παρασύρει, γεγονός είναι πως ξέρει τι κάνει μιας που όταν μπλέκεις με τον πολύσημο κόσμο της ψυχιατρικής, της ιατροδικαστικής και των νευρώσεων, δεν γίνεται να μεταπηδάς διαρκώς από την μια εξέλιξη στην άλλη, και να εκβιάζεις σεναρικά το κάθε φορά, μονόωρο επεισόδιο, καθώς το μόνο που θα καταφέρεις να πετύχεις, είναι μια τρύπα στο νερό.  Και κανείς δεν θέλει να δει μια ακόμη τηλεοπτική αρλούμπα.


Φαντάζομαι πως όταν ακούστηκε για πρώτη φορά η είδηση σχετικά με την δημιουργία μιας σειράς η οποία θα βασιζόταν στον εικονικό χαρακτήρα που ερμήνευσε με περισσή πιστότητα ο Antony Hopkins, πολλοί θα ήταν εκείνοι (ανάμεσά τους και εγώ), οι οποίοι προβληματίστηκαν ως προς το πως θα μπορούσε να υποδυθεί κανείς το ίδιο εξαιρετικά και μάλιστα στα πρότυπα μιας τηλεοπτικής σειράς, τον πανέξυπνο και μέγιστο χειραγωγό, Hannibal Lecter.  Το πρώτο επεισόδιο ήταν μόνο η αρχή προκειμένου να καταλάβω οτι αυτή η σειρά έχει οτι χρειάζεται για να γίνει must.
Καταρχάς η δική μου ανησυχία δεν είχε να κάνει μόνο με το όλο concept, αλλά με την παρουσία του Hugh Dancy στον κεντρικό ρόλο τον οποίο θεωρούσα πάντα κάπως γλυκανάλατο.  Ε λοιπόν η παρουσία του στην σειρά αποτελεί σίγουρα μια από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις που έχω δει, μιας που ο ρόλος οχι μόνο του ταιριάζει γάντι, αλλά και ο ίδιος έχει καταφέρει να βρει μια τρομερή ισορροπία ανάμεσα στην λογική και την παράνοια, συνδυάζοντας εξαιρετικά τις σκοτεινές ματιές και την εφιαλτική του πραγματικότητα, με μια καλά κρυμμένη και σχεδόν δολοφονική τάση (γεγονός που απορρέει από την ταύτισή του με τον δολοφόνο), φέρνοντας κάπως στο μυαλό τις προσεγμένες κινήσεις του Dexter ο οποίος ακολουθεί νοερά την αιμάτινη πορεία κάθε εγκλήματος.
Ο χαρακτήρας του Dancy βέβαια σκιαγραφείται ως ένας τύπος με πολλαπλά εσωτερικά "προβλήματα", εύθραυστος, μοναχικός και σε στιγμές επικίνδυνος, οχι μόνο για τους γύρω του, αλλά και για τον ίδιο του τον εαυτό.  Μέσα από ένα φυσίκ γεμάτο κατακερματισμένες και κοφτές αντιδράσεις, μυαλό ξυράφι και πολυδιάστατες ψυχολογικές διεργασίες, ο Dancy δίνει σίγουρα την καλύτερη ερμηνεία στην μέχρι τώρα καριέρα του.


Απάναντι από τον Dancy βεβαίως, θα συναντήσουμε και έναν δυναμικό Mads Mikkelsen ο οποίος αποτελεί ιδανική περίπτωση Lecter, χάρη στην ψύχραιμη και ουδέτερη στάση του, την αλφαδιασμένη του χωρίστρα και τις μπροκάρ γραβάτες του.  Αποτελώντας τον υπεράνω πάσης υποψίας τύπο επειδή ακριβώς βρίσκεται μέσα σε όλα, αλλά και πουθενά (γεγονός που θα έπρεπε να τον καθιστά νούμερο ένα ύποπτο για διάφορα atrocities), καταφέρνει να ελίσσεται και να έχει από κοντά όλο το ερευνητικό team, το οποίο προσπαθεί να εξιχνιάσει την μια σοκαριστική δολοφονία μετά την άλλη, γνωρίζοντας έτσι εκ των έσω κάθε βήμα, κάθε απόφαση, κάθε νέο στοιχείο.  Εκτελώντας παράλληλα χρέη μεγάλου puppet-master, καταφέρνει και υπολογίζει με ακρίβεια την κάθε του κίνηση, χωρίς παρόλα αυτά εμείς ως θεατές να γινόμαστε μάρτυρες του παραμικρού συμβάντος που τον αφορά, μέχρι την στιγμή που κάτι τέτοιο πρέπει απλά να το δούμε.  Ο Mikkelsen δίνει έτσι μια ακόμη αξιόλογη ερμηνεία, κάτι δηλαδή στο οποίο τον έχουμε έτσι κι αλλιώς συνηθίσει.
Οι απόλυτα cool παρουσίες των Dancy-Mikkelsen έρχονται και κουμπώνουν ιδανικά με την προσεγμένη σκηνοθεσία της σειρά, της φαντασιακές σεκάνς και τα οπτικά backwards, δημιουργώντας ένα καθόλα ρεαλιστικό, αλλά ταυτόχρονα φευγάτο σύμπαν μέσα στο οποίο είσαι την ίδια στιγμή θηρευτής και θήραμα.  Ο κάθε ένας από τους χαρακτήρες ξεχωριστά (με έμφαση στους δυο πρωταγωνιστές, αλλά και τον Fishburne), καλούνται να αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα προσωπικούς δαίμονες και προβλήματα, με τον φαινομενικά μόνο συγκρατημένο Lecter να φαντάζει αργότερα οχι και τόσο συγκρατημένος, επισκεπτόμενος με την σειρά του τον δικό του ψυχίατρο.


Αν θα έπρεπε να επαινέσουμε συνοπτικά για κάτι αυτή την σειρά, θα ήταν σίγουρα για την αρμονική σύνδεση χαρακτήρων και καταστάσεων, τις εξαιρετικές της ερμηνείες και την εις βάθος ανάλυση των χαρακτήρων η οποία έρχεται αβίαστα και λογικά.  Ακόμη κι αν κάπου βαρεθείς το ψυχολογικό μπλα μπλα, το story σίγουρα θα σε αποζημιώσει με μια ακόμη βάναυση εικόνα, βγαλμένη θαρρείς από τους χειρότερους, αποκαλυπτικούς εφιάλτες.  Οχι μόνο τους δικούς τους, αλλά και τους δικούς σου.

Τι έμαθα από την σειρά: Οτι καλό είναι να μην τρως κάτι την ώρα που την βλέπεις, οτι ο Mads έχει διατελέσει χασάπης και οτι ο σε ένα cameo θα δεις την πάλαι ποτέ μικρή Anna Chlumsky, την οποία σίγουρα θυμάσαι ως "κορίτσι" του Macaulay Culkin στην ταινία, "Το Κορίτσι μου" (μεσημέρια σαββατοκύριακου στο MEGA).


TRIVIA
  • Ο Lawrence Fishburne και η σύζυγός του στην σειρά Gina Torres, είναι παντρεμένοι και στην πραγματικότητα.
  • Ο Dancy και ο Mikkelsen είχαν συνεργαστεί και πάλι στην ταινία "Arthur", εκεί όπως υποδύονταν αντίστοιχα τον Galadhad και τον Tristan.
  • O τίτλος του κάθε επεισοδίου είναι παρμένος και από ένα διαφορετικό γαλλικό πιάτο. 
(ΠΗΓΗ IMDB)

Δευτέρα, 20 Μαΐου 2013

A ma soeur! (a.k.a Fat Girl): Sexuality and adolescence

Καλημέρα και καλή εβδομάδα σε όλους!  Θα ξεκινήσουμε την εβδομαδιαία μας κριτικούλα με μια ταινία η οποία μου είχε προκαλέσει εντύπωση η αλήθεια είναι, αλλά νομίζω για όλους τους λάθος λόγος.  Σε μια από εκείνες τις καθιερωμένες λίστες με ταινίες που πρέπει να δει κανείς σίγουρα στην ζωή του, είχα βρει και το γαλλικό "A ma soeur!", πιο γραφικά αγγλιστί, "Fat Girl".  Για να πω την αλήθεια μου έκανε εντύπωση ο τίτλος, οπότε και αποφάσισα να του ρίξω μια ματιά.  Μετά το τέλος του είχα μείνει λίγο αποσβολωμένη σχετικά με το τι είδα, αλλά νομίζω πως στην τελική η συγκεκριμένη ταινία αποτελεί και μια από τις πιο "αρετουσάριστες" και γεμάτες ζωη-κά ψεγάδια, που έχω δει.


H δωδεκάχρονη Anais (Anais Reboux) είναι μια παχουλή πιτσιρίκα η οποία δεν σταματάει να τρώει σε κάθε ευκαιρία, είτε αυτή βρίσκεται στο οικογενειακό πρωινό, είτε στην βόλτα με την αδελφή της.  Πέρα από το γεγονός πως τα παιδικά της κιλά αποτελούν αναμφίβολα μεγάλο πρόβλημα στο πως την αντιμετωπίζει ο κοινωνικός περίγυρος (με το κακό να ξεκινάει μάλιστα από τους ίδιους τους γονείς), η Anais καλείται να βρεθεί και απέναντι από την δεαπεντάχρονη αδελφή της Elena (Roxane Masquida), μια εξαιρετικά όμορφη έφηβη που δεν περνάει απαρατήρητη από τα μάτια κάθε αρσενικού που τυγχάνει να συναντήσει στον δρόμο.  Παρόλα αυτά εκτός από την φρέσκια ομορφιά της, η Elena διαθέτει επίσης εγωκεντρισμό, ψυχρότηα και μαγνητίζον σεξαπίλ, γεγονός που προκαλεί διαρκώς πονοκέφαλο στην ατσούμπαλη αδελφή της, η οποία πρέπει να ακολουθεί παντού την Elena και τον Ιταλό νεο-γκόμενό της, για γονικό ξεκάρφωμα.  Όσο όμως το ειδύλλιο φουντώνει με τον πλέον σεξ-ικό τρόπο, τόσο η μικρή Anais αρχίζει να εμπλέκεται συναισθηματικά σε έναν κυκεώνα πρόωρων ορμών και αναγκών, απαιτώντας την ίδια σεξουαλική προσοχή που δέχεται και η αδελφή της...


Αν για κάτι είναι γνωστή η σκηνοθέτης Catherine Breillat, αυτό είναι σίγουρα το γεγονός πως σε μια καριέρα που εκτείνεται σε τέσσερις δεκαετίες, έμεινε πιστή σε ένα συγκεκριμένο είδος κινηματογράφου, γεμάτο από ακραιφνή σεξουαλικότητα, παιδικές και προ εφηβικές ανησυχίες και έναν αιώνιο ανταγωνισμό ανάμεσα σε αδέλφια.
Παρά το γεγονός πως η καριέρα της αγγίζει σχεδόν μισό αιώνα, εντούτοις μετράει στο ενεργητικό της μόλις δεκαεπτά σκηνοθετημένες ταινίες, και σχεδόν διπλάσια σενάρια, η πλειοψηφία των οποίων χαρακτηρίζεται από αυτή την ιδιάζουσα ματιά πάνω στην έννοια της αφελούς ερωτικής επιθυμίας μιας έφηβης ή και ενός παιδιού.  Για τον λόγο αυτόν εξάλλου η ίδια έχει κατηγορηθεί από πολλούς ως μια "porno auteriste", μια σκηνοθέτιδα δηλαδή η οποία έχει βασίσει το προσωπικό της στυλ και ματιά, πάνω σε αυτή την λεπτή γραμμή που διαχωρίζει τον κοινωνικό σχολιασμό του περιεχομένου μιας ταινίας, από την καταφανώς προκλητική και στα όρια του πορνό διάσταση του εκάστοτε story.
Ταινίες όπως οι "A Real Young Girl" (η οποία αποτέλεσε το πρώτο της φιλμ το οποίο έθεσε τις βάσεις ολόκληρης της μετέπειτα πορείας της), "Perfect Love", "Romance" και "Brief Crossing", αποτελούν χαρακτηριστικά δείγματα δουλειάς της Breillat, με το "Fat Girl" να διεκδικεί τον τίτλο του πιο disturbing αποτελέσματος που η Γαλλίδα σκηνοθέτης έχει δημιουργήσει μέχρι τώρα.


Η ιδιαιτερότητα του φιλμ έχει να κάνει κυρίως με τις ψυχολογικές μεταπτώσεις της Anais, οχι μόνο εξαιτίας της χλευαστικής συμπεριφοράς στην οποία εξαναγκάζεται από όλους σχεδόν, αλλά κυρίως με αφορμή τις γραφικές, ερωτικές περιπτύξεις της αδελφής της με τον αρκετά μεγαλύτερό της, Fernando.
H Breillat στήνει ολόκληρες σκηνές με την κάμερα να παραμένει εντελώς αποστασιοποιημένη, παρατηρώντας απλώς από την γωνιά της, τις συζητήσεις ανάμεσα στην Εlena και τον Fernando, οι οποίες βέβαια δεν είναι ακριβώς συζητήσεις, αλλά περισσότερο προσπάθειες του ξαναμμένου τύπου να πείσει την ανήλικη Elena να κάνουν σεξ.  Αν και το ταμπού της σεξουαλικής επαφής με μια ανήλικη καταρρίπτεται σχεδόν από τις πρώτες στιγμές της ταινίας με το φλερτ των δυο πρωταγωνιστών, εντούτοις ίσως και να μη μας έκανε τόση εντύπωση, αν ήταν αυστηρά περιορισμένο στην καταγραφή της μεταξύ τους πλοκής.  Παρόλα αυτά γίνεται γρήγορα αντιληπτό πως όλη η υπόθεση εκτυλίσσεται τελικά για τα μάτια της Anais, η οποία μοιραζόμενη το ίδιο δωμάτιο με την αδελφή της, γίνεται μάρτυρας τόσο των συζητήσεων, όσο και των ερωτικών περιπτύξεων.
Προσωπικά βρήκα το συγκεκριμένο σκηνοθετικό στήσιμο πολύ έξυπνο (και πολύ σκληρό βέβαια), μιας που η σκηνοθέτης φαίνεται να μπάζει στο παιχνίδι την θεωρία περί "primal scene", την οποία είχαμε δει και στην "Persona" του Bergman.  Βασισμένη στην σοκαριστική εμπειρία που αποκτά ένα μικρό παιδί, όταν βλέπει για πρώτη φορά τους γονείς του να κάνουν έρωτα, η Breillat μεταβιβάζει το βάρος και την ευθύνη των γονιών, στην Elena και τον Fernando, καθιστώντας τους υπεύθυνους για τον ψυχικό στιγματισμό της Αnais, η οποία εν μέσω δακρύων υποβάλλεται σε ένα εν δυνάμει "primal scene", συνοδευόμενο από τα αγκομαχητά των δυο εραστών και τον προσωπικό της, πνευματικό γολγοθά.


Αν και η σκηνοθέτης τοποθετεί την Anais στον ρόλο του θύματος, εντούτοις το πράγμα δεν είναι ακριβώς έτσι, μιας που τελικά η στρουμπουλή πιτσιρίκα φαίνεται πως είναι πολύ πιο "επικίνδυνη" από την αδερφή της, όσον αφορά την αντίληψη περί σεξουαλικής νομιμότητας.  Οχι δηλαδή οτι και το βάρος είναι μόνο δικό της, μιας που ο αδιάφορος πατέρας, και η μητέρα που ενδιαφέρεται μόνο να καπνίζει σαν φουγάρο (άντε και να κανακεύει την Elena), αποτελούν την κλασική αρχή για κάθε ψήγμα κακού (όπως κι αν το αντιλαμβάνεται κανείς αυτό), το οποίο προέρχεται κυρίως από εκεί που δεν το περιμένεις.
Η Anais παρουσιάζεται σκοπίμως άδολη και αθώα, μόνο για να αντιληφθούμε με το πέρασμα του χρόνου πως απλώς ξέρει να κρύβει καλά την μυστική της φύση και τα ανεπίτρεπτα για την ηλικία "θέλω" της, με την ίδια να δημιουργεί μια ιδιάζουσα προσωπικότητα η οποία έλκεται και αποθείται την ίδια στιγμή από την έννοια της σαρκικής επαφής.
Αναμφίβολα η Breillat δημιουργεί ένα καθόλα disturbing κοριτσίστικο πρότυπο, στο οποίο είτε θα είσαι μια όμορφη τσούλα, είτε μια αδιάφορη μικρή με πολλά, παραπανίσια κιλά.  Αυτό αποτελεί έτσι κι αλλιώς από μόνο του πρόκληση, διότι βρίσκεται εντελώς κόντρα απέναντι στην φεμινιστική τάση για δυναμικά θηλυκά που ξέρουν τι θέλουν και τα οποία αν μη τι άλλο γαλουχούνται από εξίσου δυναμικές, προηγούμενες γενιές.  Αντιθέτως εδώ, η μητέρα παρουσιάζεται σαν ένα νευρωτικό άτομο από το οποίο τα δυο κορίτσια δεν έχουν τίποτα να μιμηθούν, παρά να ακολουθήσει η καθεμιά την δική της, λανθασμένη πορεία.  Κι όμως, μέσα από την αντίδραση της Anais κάπου στο τέλος (ένα τέλος σοκαριστικό το οποίο δεν σας αποκαλύπτω για ευνόητους λόγους), αποδεικνύεται πως ίσως και να αποτελεί την πιο δυνατή εκ των τριών (ο ρόλος των αρσενικών περιορίζεται στα απολύτως απαραίτητα έτσι κι αλλιώς), καθώς μοιάζει να παίρνει την ζωή της στα χέρια της.  Με έναν καταστροφικό παρόλα αυτά τρόπο...


Το "A ma soeur!" είναι μια ηχηρή, δραματική ταινία με κοινωνικές προεκτάσεις και εκτροχιασμούς φύλλων, η οποία σκιαγραφεί με τα πιο σύγχρονα χρώματα, θέματα όμως η εφηβεία, η απότομη ενηλικίωση, το σεξ, η κακοποίηση (είτε σωματική, είτε λεκτική, είτε ψυχική) και το τέλος της αθωότητας.  Σίγουρα δεν είναι μια ταινία για όλους, καθώς εκτός από το ιδιαίτερο περιεχόμενό της, ενδέχεται να κουράσει κάποιους και εξαιτίας της σκηνοθεσίας της, με τα μεγάλης διάρκειας πλάνα και της περιττής πρόζας, που εδώ όμως έχει την κυρίαρχη σημασία.  Αν θέλετε κάτι διαφορετικό, προτιμήστε την.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι το μπανάνα-σπλιτ είναι κλασική αξία, οτι αυτός ο Fernando είναι αίσχος και οτι το τέλος είναι από τα πιο κουφά πράγματα που έχω δει...


No trivia

Παρασκευή, 17 Μαΐου 2013

The Great Gatsby: The all seeing eyes of Dr. TJ Eckleburg...

NEW ARRIVAL

Χαιρετώ, χαιρετώ.  Σήμερα θα ασχοληθούμε όπως μπορείτε να φανταστείτε, με την νέα ταινία του Baz Luhrman, "The Great Gatsby".  Σας έχω ξαναπεί πως παρά το γεγονός πως στο blog ανεβάζω ταινίες οι οποίες αποτελούν προσωπική απόλαυση, εντούτοις κάποιες φορές, δεν μπορώ να μην ασχοληθώ και με τις αντίστοιχες οι οποίες προκαλούν ένα σούσουρο, για τους δικούς της λόγους η καθεμιά.  Το "The Great Gatsby" αποτελεί μια τέτοια ταινία και παρακάτω θα προσπαθήσω να δώσω την δική μου εξήγηση για τους λόγους που τελικά δεν κατάφερα να τον "αγαπήσω".  Όσο υπέροχος κι αν νόμιζε πως ο Luhrman πως είναι...


O Jay Gatsby (Leonardo di Caprio) είναι ένας μυστήριος εκατομμυριούχος, ο οποίος ζει μόνος στην μεγαλοπρεπή και έως και κιτς έπαυλή του, στο φανταστικό West Egg του Long Ailand.  Αν για κάτι είναι γνωστός, πέρα δηλαδή από όλες τις φήμες που κυκλοφορούν ανάμεσα στους μπλαζέ πλούσιους, αναφορικά με το πως έχτισε όλη την αμύθητη περιουσία του, είναι για τα εκκωφαντικά του πάρτι, τα γεμάτα σερπαντίνες, γκλίτερ και σαμπάνια που ρέει άφθονη.  Κάθε σαββατοκύριακο η κεκλεισμένων των θυρών παρουσία του Gatsby, γίνεται σημείο αναφοράς, μιας που ο οικοδεσπότης δεν τσιγκουνεύεται τίποτα μπροστά στην αγάπη.  Γιατί ο μελαγχολικός και εν τέλει απόκληρος της κοινωνίας, Gatsby, παραδίδει κάθε εβδομάδα την πιο large διασκέδαση, με την ελπίδα να έρθει κάποια στιγμή και η αιώνια αγαπημένη της καρδιάς του, Daisy (Carey Mulligan).  H Daisy είναι πλέον παντρεμένη με τον all american boy και γυναικά, Tom Buchanan (Joel Edgerton), με τον οποίο ζει μια πλουσιοπάροχη αλλά κατά τα άλλα ρηχή και θλιμμένη ζωή.
Παρατηρητής όλων αυτών, είναι ο ξάδελφος της Daisy, Nick Carraway (Tobey Maguire), ο οποίος θα αποτελέσει στην ουσία και τον μοναδικό πραγματικό φίλο του Gatsby.  Εν μέσω ξέφρενου χορού, πολλαπλών δόσεων παγιέτας και ξεφαντώματος, το ρομάντζο των δυο πρωταγωνιστών θα φουντώσει.  Οχι όμως και η αληθινή αγάπη...


Καταρχάς να ξεκαθαρίσω κάτι.  Το βιβλίο δεν το έχω διαβάσει (ακόμα), συνεπώς δεν μπορώ να μείνω και πολύ στο κατά πόσο μεταφέρθηκε όσο πιο πιστά γινόταν το αυτούσιο λογοτεχνικό δημιούργημα στο κινηματογραφικό πανί.  Παρόλα αυτά μπορώ να αντιληφθώ πως όταν αποτελεί κοινή παραδοχή πως μιλάμε για ένα εκ των σπουδαιότερων λογοτεχνημάτων που γράφτηκαν ποτέ, σίγουρα αυτό δεν μπορεί να απέχει και πολύ από την αλήθεια.  Θα ξεκινήσω συνεπώς την "κριτική" μου κάπως αιρετικά και προασπιζόμενη κατά τρόπο χαλαρό την αξία του κατασκευάσματος του F. Scott Fitzgerald.
Σε πρώτη φάση έχει σημασία να αντιληφθούμε το χρονικό πλαίσιο μέσα στο οποίο τοποθετείται το "The Great Gatsby", οχι για άλλον λόγο, αλλά για να δικαιολογήσω σε έναν βαθμό την αξία του βιβλίου, μιας που με τις συζητήσεις που άνοιξαν χθες σχετικά με την ταινία, υπήρξαν ορισμένοι που κατηγορούσαν το βιβλίο ως πολύ ρηχό και με χαρακτήρες συμπεριφοράς 10χρονου.
Αρχικά το γεγονός πως το "The Great Gatsby" κατατάσσεται στην κατηγορία των "great american novels", θα έπρεπε να λέει από μόνο του κάτι μιας που αυτομάτως σημαίνει πως αποτελεί τον καλύτερο δημιουργικό εκφραστή της εποχής στην οποία γράφτηκε και την οποία χαρακτηρίζει.  Συνεπώς θα ήταν άτοπο να το κρίνουμε από μια σκοπιά αποδεσμευμένη από τον αυστηρά καθορισμένο χρονικό χώρο (ή χωρικό χρόνο) των ξέφραγων '20s, διότι απλά εκεί εντάσσεται.  Και στα πλαίσια αυτού, αποτελεί τον ιδανικότερο εκφραστή μιας εποχής βουτηγμένης στο παράνομο αλκοόλ (ενδεχομένως η διανομή του αλκοόλ δεν ήταν ποτέ πιο έντονη από την εποχή της ποταπαγόρευσης), την καταστολή των ηθών και την boom-ίστικη άνθηση της οικονομίας με την βοήθεια του Χρηματιστηρίου.  Άρα λοιπόν το "The Great Gatsby" αποτελεί έναν great μπούσουλα καταγραφής της ιστορικοκοινωνικής πραγματικότητας, με ολίγον από μυθοπλαστικό έρωτα, and that's that.


Ο μυθοπλαστικός βέβαια έρωτας μπορεί να μην είναι καν μυθοπλαστικός, μιας που και η σχέση του Fitzgerald με την Zelda, μιας γυναίκας που λέγεται πως τον ταλαιπώρησε εξαιτίας της υψηλής, κοινωνικής της καταγωγής και των χλιδάτων απαιτήσεών της, μάλλον αποτέλεσε πασιφανή τροφή για το βιβλίο του.
Παρά το γεγονός βέβαια πως ο Fitzgerald κάνει μια ενδελεχή καταγραφή της εποχής του, εντούτοις δεν παραμένει μόνο στην επιφάνεια του θέματος, αλλά μοιάζει περισσότερο να την χρησιμοποιεί με τρόπο ειρωνικό, προκειμένου να αποτυπώσει έννοιες όπως η ανθρώπινη μοναξιά και ματαιοδοξία, οι ηθικές αρχές, η ανάγκη κοινωνικής ανέλιξης και η ματαιότητα της ύπαρξής μας.
Και εδώ ερχόμαστε στα του Baz Luhrman.  Δεν είναι οτι η ταινία του δεν είναι εντυπωσιακή.  Δεν είναι οτι δεν είναι φανταχερή.  Δεν είναι οτι η επιλογή του cast είναι ατυχής (αν και για να λέμε και την αλήθεια, ο Tobey Maguire είναι για ακόμη μια φορά ένα ταπεινό χαμομηλάκι).  Είναι οτι το βιντεοκλιπίστικο όραμα του Αυστραλού σκηνοθέτη, έμελλε κάποια στιγμή να τον προδώσει μιας που μπορεί να έχουμε συνηθίσει το στυλιζαρισμένο του υπερθέαμα ήδη από την εποχή του "Romeo+Juliet" (με την πρώτη του συνεργασία εκεί με τον di Caprio ακόμη παιδαρέλι), και μπορεί όλοι να θαυμάσαμε την εξαίσια χημεία ανάμεσα στον Ewan McGregor και την Nicole Kidman υπό τους ήχους του "Show must go on" των QUEEN, στο υπέροχα μπουρλέσκ "Moulin Rouge", παρόλα αυτά δε γίνεται να επαναπαύεσαι στις δάφνες ενός παρελθόντος (μη ξεχνάμε Baz πως έχεις κάνει και την μεγάλη πατατιά που ακούει στο όνομα "Australia") και να πορεύεσαι με βάση την φαντεζί σου σκηνοθεσία και τα ομολογουμένως εκπληκτικά κοστούμια της συζύγου σου Catherine Martin.  Γιατί αν θέλουμε να πούμε και καμιά αλήθεια, γιατί από όλο το παγκόσμιο λογοτεχνικό ρεπερτόριο ο Luhrman αποφάσισε να μεταφέρει την ιστορία του Gatsby;  Μήπως επειδή η εποχή "σηκώνει" την κινηματογραφική υπερβολή που τόσο καλά ξέρει ο ίδιος να χειρίζεται;


Ακόμα βέβαια και από πλευράς σκηνοθεσίας ο Luhrman κάπου χάνει την μπάλα μιας που για να το θέσω και κομψά, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί από μέτρια έως και κακή (μη πέσετε ακόμα να με φάτε, έχω λόγο που το λέω).
Οι αντιρρήσεις μου έχουν να κάνουν με τα εξής.  Πρώτον, η δημιουργία μιας ταινίας με την τεχνική του 3D, πρέπει να γίνεται μόνο και εφόσον αυτή ακριβώς η τεχνική μπορεί να προσδώσει στο φιλμ κάτι το διαφορετικό και κάτι το οποίο θα καταστήσει ουσιαστικά την ταινία μοναδική και άξια αναφοράς, χάρη σε αυτό.  Χαρακτηριστικό πρόσφατο παράδειγμα αποτέλεσε η ταινία του Ang Lee, "The Life of Pi", η οποία ήταν μια πραγματικά εντυπωσιακή εμπειρία, κάτι το οποίο έγινε δυνατό μέσα από την χρήση του 3D.  Το γεγονός μάλιστα πως αποτελούσε μια παραβολή, ένα παραμύθι αν θέλετε, ενίσχυε ακόμα περισσότερο την χρηστικότητά της, καθώς οποιαδήποτε σχέση με την πραγματική ζωή περνούσε σε δεύτερη μοίρα για χάρη τις "μεταφορικής" διήγησης.  Αντιθέτως στο "The Great Gatsby" το πράγμα μπουκώνει τόσο πολύ στην οθόνη εξαιτίας της τρισδιάστατης εκδοχής, ώστε η σκηνοθεσία περισσότερο καταλήγει σαν κακέκτυπο ενός συνδυασμού live action και animation, παρά σαν μια ταινία εποχής.  Η δε ψηφιακότητα του όλου εγχειρήματος δεν σε αφήνει να απολαύσεις το γενικότερο στήσιμο του story, καθώς οι πρωταγωνιστές μοιάζουν σχεδόν να ξεκολλάνε πάνω από το φόντο, γεγονός που ενισχύει ακόμα περισσότερο την εντύπωση του κακοφτιαγμένου 3D-ζαρίσματος της εικόνας.  Η όποια απόλαυση έρχεται μόνο μέσα από τους κλειστούς χώρους δράσης, καθώς τα "εξωτερικά" πλάνα πνίγονται μέσα στο στημένο και ψεύτικο περιβάλλον.
Η κατάσταση παραμένει αδιόρθωτη ακόμα και μέσα από την χρήση ψηφιακών καπνών και ομίχλης με την οποία ο Luhrman πασχίζει να καλύψει τις σκηνοθετικές του αδυναμιάρες, καθώς όπως όλα δείχνουν μάλλον ξεχάστηκε εξαιτίας του αστραποβολήματος των κοστουμιών.


Δεύτερον, αν και οι ηθοποιοί κάνουν τα πάντα προκειμένου να αποδώσουν ορθά τους ρόλους τους, εντούτοις κάποιοι από αυτούς τα καταφέρνουν λιγότερο καλά από άλλους.  Όπως είπα, ο Maguire είναι απλός αδιάφορος, την ίδια στιγμή που ο di Caprio μοιάζει να κουβαλάει στην πλάτη του την προσπάθεια ερμηνείας ενός χαρακτήρα, με τρόπο σε στιγμές αμήχανο, σαν να προσπαθεί να ανταποδώσει στον Luhrman με την παρουσία του για "old time's sake".
Παράλληλα η χημεία της Mulligan με τον di Caprio δεν είναι κακή, δεν είναι όμως και καλή, με αποτέλεσμα η σχέση τους να αναπτύσσεται με κάπως βραδείς και διστακτικούς ρυθμούς, οι οποίοι δεν προσφέρουν τίποτα στην έτσι κι αλλιώς περιρρέουσα ραθυμία της ταινίας.  Αν εξαιρέσουμε τις σκηνές των πάρτι στις οποίες ο Luhrman παίρνει άριστα δέκα, όλη η υπόλοιπη ταινία παραπαίει ανάμεσα σε κατακερματισμένα μοντάζ, υπερβολικά μακρές πρόζες και περιεχόμενο που θα έπρεπε να είναι καλύτερα φροντισμένο, καθιστώντας την κοντά δυόμιση ώρες διάρκεια της, too too much.
Το "The Great Gatsby" είναι για εμένα μια οπτικοακουστική φαντασμαγορία, δίχως ουσία, η οποία φαίνεται να έχει πετύχει το ένα στα δυο, αλλά να έχει χάσει το πιο βασικό κομμάτι: την ουσία.  Στην τελική ο κόσμος του Gatsby δεν μοιάζει να είναι μόνο φρου φρου κι αρώματα, αλλά περισσότερο να τα λειτουργεί αυτά μέσα από την οπτική μιας προσωπικής και διαρκώς κρυμμένης μοναχικής προσωπικότητας με μια μεγάλη αγάπη, αφιερωμένος μια για πάντα στον έναν και μοναδικό σκοπό της ζωής του: την επιστροφή της άσωτης αγαπητικιάς.  Που είναι αυτό αγαπητέ Luhrman;

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι το να ακούς rap Jay-Z ως ενδοαφηγηματική μουσική, είναι από τα πιο αστεία πράγματα που είδα/άκουσα πρόσφατα σε ταινία, οτι το ροζ κοστούμι του Leo έκλεψε την παράσταση και οτι το φιλί στο δέντρο είναι από τις ελάχιστες σκηνές που άξιζαν πραγματικά.


TRIVIA
  • Η παραγωγή καθυστέρησε, όταν μια κινούμενη κάμερα χτύπησε τον Luhrman στο κεφάλι, αναγκάζοντας τον να διακόψει τα γυρίσματα προκειμένου να κάνει τρία ράμματα.
  • Μπορεί κανείς να δει μια εικόνα της Zelda Fitzgerald στο διαμέρισμα που μοιράζεται ο Tom με την Myrtle (Isla Fisher).
  • Για τον ρόλο του Tom Buchanan ήταν αρχικά υποψήφιος ο Ben Affleck.  Αυτό.
(ΠΗΓΗ IMDB)

Δευτέρα, 13 Μαΐου 2013

Welcome to the Dollhouse: -Why do you hate me? -Because you're ugly

Καλημέρα καλημέρα σε όλους!  Όπως θα προσέξατε έλειπα και την Παρασκευή που μας πέρασε και όπως σας ξαναείπα, μάλλον κοντεύει να μου γίνει συνήθεια αυτό, μιας που όσο το πράγμα προχωράει, τόσα περισσότερο έχω να κάνω με αποτέλεσμα όλο και κάτι να μένει πίσω.  Το λοιπόν επειδή έχω ξεκινήσει εντατικό διάβασμα, είναι πιθανό αρκετές φορές από εδώ και πέρα να μην προλαβαίνω να βάζω ταινιούλες σε τόσο συστηματική βάση όπως μέχρι τώρα.  Παρόλα αυτά θα το παλέψω όσο μπορώ, προκειμένου να κάνω την εμφάνισή μου συχνά (και οχι πυκνά), γιατί και για εμένα είναι κάτι σημαντικό, αλλά και με εσάς θέλω να κρατάω την κινηματογραφική μου επαφή : )
Μετά την εισαγωγή περνάμε στην σημερινή μας ταινία, και συγκεκριμένα σε ένα ταινιάκι που μας έρχεται από το 1995 και που συνοψίζει με τον πιο άρτιο και μαζί γλυκόπικρο τρόπο, τον καθημερινό εφιάλτη που ζουν τόσα και τόσα παιδιά στο σχολείο.  "Welcome to the Dollhouse" λοιπόν...


H Dawn Wiener (Heather Matarazzo) είναι ένα κλασικό ασχημόπαπο το οποίο μπλέκει σε παρεξηγήσεις όπου σταθεί και όπου βρεθεί χωρίς να το θέλει.  Με τους συμμαθητές της να της κάνουν τον βίο αβίωτο, τους γονείς της να αδιαφορούν παντελώς και να στρέφουν την προσοχή τους στον έξυπνο και απόλυτα nerd αδελφό της Mark, καθώς και στην τρισχαριτωμένη και μπουμπουκένια μικρότερη αδελφή της Missy (η οποία όλη μέρα χορεύει στον κήπο, με το μακρύ ξανθό μαλλί της να ανεμίζει, γιατί είναι και μπαλαρίνα...φυσικά), οι ανασφάλειες της Dawn χτυπάνε κόκκινο.  Όταν μοιάζεις σαν να φοράς το κάλυμμα του καναπέ της γιαγιάς σου, γυαλιά με τεράστιους φακούς και ένα λαστιχάκι στα μαλλιά που απαρτίζεται από δυο πλαστικά...μπαλάκια σε όλες τις αποχρώσεις, γίνεσαι αν μη τι άλλο εύκολος στόχος στους bullies του σχολείου.  Και πάνω που η Dawn προσπαθεί να αποδεχτεί την τρομερή καθημερινότητά της, θα κάνει την εμφάνισή του ο έρωτας, υπό την μορφή ενός μακρομαλλιά γόη ο οποίος αναλαμβάνει χρέη τραγουδιστή στο-ο Θεός να το κάνει-συγκρότημα του αδελφού της...


Ο σκηνοθέτης Todd Solondz αντικατοπτρίζει στην ταινία του με την βοήθεια μιας απρόβλεπτα ενδελεχούς ματιάς, τις φοβίες, τις ανησυχίες και την ψυχολογική βία που ασκείται στην μικρή του πρωταγωνίστρια, μέσα από την χρήση μέσων που προκαλούν τόσο το γέλιο, όσο και την θλίψη.  Χωρίς στην ουσία να εμμένει και να κολλάει σε ένα μόνο συναισθηματικό μονοπάτι, αλλά γεμίζοντας την ιστορία του (το σενάριο το έχει γράψει ο ίδιος) με χρωματικές πινελιές προ εφηβικών ορμονών και ενήλικης ηλιθιότητας, μιας που η νεαρή ηλικία παρουσιάζεταιι πολύ πιο συνειδητοποιημένη στα της ζωής, απ'οτι η σκύλα-μάνα που αρνείται ένα κομμάτι σοκολατένιου κέικ στην Dawn, επειδή εκείνη δεν κάνει αυτό που της ζήτησε (και το οποίο άφησε στην δική της, διακριτική ευκαιρία να αποφασίσει να θέλει να το κάνει ή οχι), ή ο αδιάφορος πατέρας, ο οποίος είναι πιο ευνουχισμένος και από γάτο.
Το γεγονός πως η μικρή Dawn διαθέτει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά του τυπικού "απόβλητου", σίγουρα αποτελούν την βάση του story, προκειμένου αυτό μέσα από τις αναπόφευκτες συγκρούσεις της να προωθηθεί μέχρι το ανοιχτό τέλος της ταινίας.
Παρόλα αυτά, αυτό που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, είναι πως η Dawn δεν παρουσιάζεται σαν το απόλυτο θύμα της υπόθεσης, καθώς μπορεί να γίνεται δέκτης διαφόρων κοσμητικών σχολίων, αλλά δεν παραμένει ατάραχη απέναντι σε αυτά.  Αντιθέτως πολλές φορές αντεπιτίθεται και λογομαχεί με τους τους "αντιπάλους" της, τουλάχιστον μέχρι την στιγμή που εκείνοι εγείρουν καταστάσεις σωματικής βίας, οπότε και η Dawn ζαρώνει από τρόμο και ηττοπάθεια, μετατρεπόμενη αυτομάτως σε άβουλο πλάσμα, τονίζοντας έτσι στο έπακρο την μοναξιά της ηλικίας της.


Η επιλογή του Solondz να μην καταστήσει την Dawn ως το αδιαφιλονίκητο θύμα, ενισχύει ακόμα περισσότερο την προσεγμένη του οπτική πάνω στο θέμα της παιδικής ψυχολογίας και της μεταβατικής περιόδου κατά την οποία ένα παιδί αρχίζει σιγά σιγά να μεταπηδά στο εφηβικό του level.  Όλα είναι εδώ, ακόμη και οι πρώτες ερωτικές, σεξουαλικές σκέψεις που αρχίζουν να διαφοροποιούν την ηρωίδα, αφήνοντάς την να αμφιταλαντεύεται σε έναν ενδιάμεσο χώρο πιτσιρικίστικης δράσης και ημι-ενήλικης αντίδρασης.
Με την καριέρα του Solondz να περιστρέφεται γύρω από την προβληματική της μοναξιάς, την κατάθλιψης και των διαφόρων εμμονών (αρκετές φορές υπό την μορφή μανίας), γίνεται κατανοητό πως και το "Welcome to the Dollhouse", με τον ειρωνικό του τίτλο, αποτελεί μια ακόμη σκιαγράφηση όλων των δυσκολιών που καλείται να αντιμετωπίσει στην προκειμένη περίπτωση ένα παιδί.  Προκειμένου όλο αυτό να προκαλέσει τον δέοντα αντίκτυπο, ο σκηνοθέτης δεν περιορίζει την καταγραφή των γεγονότων μόνο σε μια εσωτερικίζουσα διεργασία της Dawn, αλλά φυσικά την κοσμεί με μια φορετή "ασχήμια", μιας που σαν θεατές αντιλαμβανόμαστε πως αν η μικρή ήθελε να βελτιώσει την εμφάνισή της, απλώς θα μπορούσε να αλλάξει στυλ.  Η επιλογή του να μην το κάνει και να παραμείνει πιστή σε αυτό που είναι (γιατί αυτό είναι), αποτελεί μια ακόμη έμμεση νύξη του δημιουργού, οχι μόνο της αλήθειας που χαρακτηρίζει τα παιδιά (όσο σκληρής ή καλής κι αν είναι), αλλά και της ουσιαστικής συνειδητοποίησης πως πρέπει να αποδεχόμαστε τον εαυτό μας όπως είναι, γιατί απλά αυτοί είμαστε.  Για αναρωτηθείτε λίγο αν δείτε την ταινία, θυμάστε σε κάποια της στιγμή η Dawn να μονολογεί ατάκες τύπου, "Θεέ μου γιατί με έκανες άσχημη;" "γιατί να είμαι έτσι" και τα σχετικά;


Οι ερμηνείες αποτελούν ένα εξίσου καλό κομμάτι της ταινίας, με αυτή της πρωταγωνίστριας Heather Matarazzo να ξεχωρίζει εύκολα.  Αυτό που πραγματικά σε κρατάει κολλημένο στην οθόνη σου, είναι το γεγονός πως η ίδια δεν μοιάζει να προσποιείται και αν θα έπρεπε να ποντάρω, θα έλεγα πως όντως η ζωή της στο σχολείο δεν πρέπει να ήταν και πολύ εύκολη στην πραγματικότητα.
Γεμάτη από γαλάζιο βλέμμα (πίσω από το οποίο βλέπεις σχεδόν τα γρανάζια του μυαλού της να κινούνται διαρκώς), απορημένες εκφράσεις και οργή για την κατάφωρη αδικία στην οποία υπόκειται διαρκώς από τον περιβάλλον γύρω της, αποτελεί την ιδανική επιλογή για τον ρόλο, παίζοντας με απόλυτη φυσικότητα, απογυμνωμένη από τις υποδείξεις του ρόλου της και απογειώνοντας τον χαρακτήρα της Dawn για χάρη κάθε κοριτισιού που υποφέρει από το μαρτυρικό κορόιδεμα.
Η αρχή της ταινίας μάλιστα, δίνει κατευθείαν το στίγμα της κατάστασης (η Dawn με έναν δίσκο στα χέρια, προσπαθεί να αποφασίσει που να καθίσει στην σχολική καφετέρια), την οποία μπορεί να έχουμε δει σε άπειρες προ εφηβικές ταινίες, σε καμία όμως με την ειλικρίνεια και την σχεδόν χειροπιαστή της γλυκόπικρη αίσθηση.
Μια ακόμη πλευρά της ταινίας η οποία την κάνει να διαφέρει, είναι ο τρόπος που πετυχαίνει να συνδυάσει το κωμικό, με το έντονα μαύρο, αποκρουστικό στοιχείο, το οποίο από κάποια στιγμή και μετά, σε κάνει να αναρωτιέσαι αν από ένα σκηνοθετικό twist η ταινία μετατράπηκε σε οικογενειακό δράμα μεγατόνων.  Αυτό ακριβώς είναι και το χαρακτηριστικό της ταινίας, το οτι δεν μπορείς να είσαι σίγουρος πότε κάνει πλάκα ή πότε μιλάει σοβαρά.


Το "Welcome to the Dollhouse" είναι μια ταινία (η οποία κέρδισε και το Grand Jury Prize στο Sundance film festival του 1996) για όλες τις ηλικίες η οποία σίγουρα θα σας κάνει να την θυμάστε για πολύ καιρό.  Ενδείκνειται για μοναχικές βραδιές παρέα με coca-cola.  Θα καταλάβετε γιατί.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι ακόμα και στα '90s υπήρχε ένας Michael Cera, οτι το outfit με το μπλε κολάν ήταν τέλειο και οτι κατά βάθος η Dawn ήταν χίπστερ.


No trivia

Τετάρτη, 8 Μαΐου 2013

Trance: Strawberry

NEW ARRIVAL

Χαιρετώ again guyz!  Σήμερα ας μιλήσουμε για κάτι καινούριο, και συγκεκριμένα για την νέα ταινία του Danny Boyle που κυκλοφορεί από αύριο, 9/5 στους κινηματογράφους.  Να καταθέσω εδώ σε πρώτη φάση πως η ταινία μου άρεσε αρκετά, καθώς είδα κάτι καλοφτιαγμένο και απρόσμενα φρέσκο σε στιγμές, το οποίο κατέστησε την κάπου δαιδαλώδη αφήγηση τελικώς κατανοητή και καθοριστικής σημασίας για την κατανόηση του σεναρίου.   Ξεκινάμε.


O Simon (James McAvoy), είναι ένας εργαζόμενος σε έναν λονδρέζικο οίκο δημοπρασιών ο οποίος αντιμετωπίζει κάποια φλέγοντα, προσωπικά ζητήματα.  Πιο συγκεκριμένα έχει ξεμείνει από λεφτά, με αποτέλεσμα μην βρίσκοντας άλλη λύση, να αποφασίσει να συνεργαστεί με μια ομάδα ληστών, οι οποίοι ένα ωραίο πρωί μπουκάρουν στον οίκο, και ξεσηκώνουν έναν πίνακα του Goya.  Πάνω στην αναμπουμπούλα όμως, ο Simon τρώει μια στο κεφάλι από τον Franck (Vincent Cassel), τον αρχηγό της ομάδας, και πέφτει κάτω αναίσθητος.  Όταν συνέρχεται συνειδητοποιεί με τρόμο, πως δεν έχει ιδέα που βρίσκεται ο πίνακας, την ίδια στιγμή που ο Franck τον αναζητά επίμονα.  Έτσι λοιπόν προκειμένου να καταφέρει να θυμηθεί, επισκέπτεται μια υπνοθεραπεύτρια, την γοητευτική Elizabeth (Rosario Dawson), από την οποία θα ζητήσει βοήθεια, προκειμένου βήμα βήμα να εντοπίσει και πάλι τα ίχνη του χαμένου έργου τέχνης.  Από εκεί και πέρα η κατάσταση παρεκτρέπεται επικίνδυνα μιας που όλοι πρόκειται να εγκλωβιστούν σε ένα παραισθησιογόνο ταξίδι, από το οποίο η μόνη διαφυγή είναι μια: να καταφέρεις να "ξυπνήσεις"...


Μετά το κινηματογραφικό του διάλειμμα, και την ανάληψη της τελετής έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του Λονδίνου, ο Danny Boyle επιστρέφει και πάλι στα σινεματικά δρώμενα, αυτή την φορά κατασκευάζοντας ένα τριπαριστό ταινιάκι, το οποίο μπορεί να χάνει λίγο στο θέμα της ρεαλιστικότητας, δεν παύει όμως να αποτελεί μια καλή και καθόλα εντυπωσιακή περιπέτεια αποπλάνησης και παραπλάνησης.  Όταν ένα σκηνοθέτης εξάλλου, έχει καταφέρει να σου δώσει στο παρελθόν μερικά αξιοθαύμαστα κατασκευάσματα ετερόκλητης μάλιστα σύνθεσης, τότε δεν γίνεται παρά να περιμένεις πως και οι παροντικές του δημιουργίες, θα είναι το ίδιο καλές.  Ταινίες όπως το παραληρηματικό "Trainspotting", το ζομπιακά ανανεωτικό "28 Days Later", καθώς και το κοινωνικοδραματικό "Slumdog Millionaire" με την τεράστια βραβειακή-και οχι μόνο-επιτυχία του, αποδεικνύουν αν μη τι άλλο, πως ο Boyle διαθέτει ακόμα τσαγανό και ενδιαφέρουσα σκηνοθετική οπτική, ικανή να σε κρατήσει στην θέση σου μέχρι την ύστατη στιγμή του τέλους, χωρίς να έχεις πάρει χαμπάρι πότε πέρασε η ώρα.  Ακόμα και το πιο πρόσφατο "127 Hours" με πρωταγωνιστή τον "κοντεύω να γίνω μαϊντανός", James Franco, αποτέλεσε ένα εξαιρετικό δείγμα του πόσο άρτιο και σύγχρονο μπορεί να δείχνει ένα κλειστοφοβικό θρίλερ, το οποίο βασίζεται κατά κύριο λόγο στο "one man show" του εκάστοτε ηθοποιού (ομολογουμένως ο Franco έδωσε τον καλύτερό του εαυτό σε μια εξαιρετική ερμηνεία), μιας που ο Boyle φρόντισε να ντύσει την ιστορία του, οχι μόνο με τον αυτοβιογραφικό μανδύα, αλλά και με περιρρέουσες φυσιολατρικές και καθόλα ανθρωποκεντρικές πινελιές, οι οποίες σε συνδυασμό με την πολύχρωμη σκηνοθεσία, δημιουργούσαν ένα άκρως θελκτικό αποτέλεσμα.


Ακούγοντας σήμερα τον Κουτσογιαννόπουλο να λέει πως το "Trance" είναι μια καλή ταινία που κάπου κολλάει στο θέμα του ρεαλισμού και του κατά πόσο μπορούν να συμβούν όλα αυτά τα οποία συμβαίνουν, θα συμφωνήσω σίγουρα μαζί του, χωρίς βέβαια στην προκειμένη περίπτωση να έχει τελικά και τόσο σημασία το κατά πόσο μπορεί ή δεν μπορεί να υπάρξει μια τέτοια κατάσταση.  Και εξηγώ.
Tο πως αντιλαμβάνεται ο καθένας από εμάς το κομμάτι της πραγματικότητας, και πως αποφασίζει να εισάγει τις δικές του βιωματικές εμπειρίες στο πλαίσιο μιας ταινίας, διαφέρει σε πολύ μεγάλο βαθμό.  Ακόμα θυμάμαι άτομα που απορούσαν με την διάρκεια που έκανε το φορτηγάκι με τον di Caprio να πέσει στο ποτάμι, στο "Inception", και ας είχε "μαλλιάσει" η γλώσσα του Nolan να εξηγεί μέχρι εκείνη την στιγμή ονειρικά επίπεδα, συνειδητά, υποσυνείδητα και slow motion χρόνους.  Όταν για τους δικούς σου λόγους δε μπαίνεις ποτέ στο mood της κάθε ταινίας, δεν γίνεται να έχεις απαιτήσεις απτού ρεαλισμού, γιατί πολύ απλά πολλές ταινίες δεν αποσκοπούν σε αυτό.  Γιατί ακριβώς σου αρέσουν οι ταινίες τρόμου;  Υπάρχει ποτέ περίπτωση στην προσπάθειά σου να ξεφύγεις από έναν δολοφόνο, να σκοντάψεις γύρω στις 32 φορές και να τρέχεις με όλη σου την δύναμη, την ίδια στιγμή που ο evil one σε πλησιάζει περπατώντας και τελικώς σε ξεκοιλιάζει σαν γουρούνι στο σφαγείο;  Προφανώς οχι, το δέχεσαι όμως γιατί γνωρίζεις οτι θα δεις μια horror ταινία.  That's all.


Ας πάρουμε για παράδειγμα δυο ταινίες του Boyle.  Τι πιθανότητες υπάρχουν ένα παιδί από την Ινδία να απαντήσει σωστά σε εντελώς τυχαίες ερωτήσεις, τις απαντήσεις των οποίων ξέρει επειδή με τον έναν ή με το άλλον τρόπο τις έχει ζήσει στην ζωή του;  Καμία λέω εγώ, απλώς ο Boyle βρήκε έναν πρωτότυπο, αφηγηματικό τρόπο προκειμένου να περάσει στην μεγάλη οθόνη τις περιπέτειες ενός νεαρού απόκληρου.  Από την άλλη πλευρά ένας νεαρός άνδρας παγιδεύεται στα βραχώδη όρη της Utah, όταν ένας τεράστιος βράχος καταπλακώνει το χέρι του.  Αναγκάζεται να πίνει τα ούρα του για πέντε μέρες προκειμένου να μην αφυδατωθεί, όταν παίρνει την απόφαση να κόψει τελικά το χέρι του, να περιφερθεί αιμορραγώντας μέσα στην καυτή έρημο, μέχρι που μια οικογένεια τον βρίσκει, τον μεταφέρει στο νοσοκομείο και τελικά ο άνδρας επιζεί.  Παρατραβηγμένο ε;  Κι όμως, το "127 Hours" βασίζεται στην αληθινή ιστορία του πεζοπόρου Aron Ralston, ο οποίος αναγκάστηκε να ακρωτηριάσει το ίδιο του το χέρι προκειμένου να επιβιώσει.
Συνοψίζοντας, το "Trace" είναι μια από εκείνες τις ταινίες όπου το σενάριο μπορεί να σου φανεί λίγο-έως πολύ-τραβηγμένο, μιας που δεν ανταποκρίνεται πλήρως στην αντίληψή σου περί πραγματικότητας.  Εγώ σου προτείνω να μη το σκέφτεσαι και τόσο γιατί στην τελική, πόσα είναι αυτά που δεν ξέρουμε για τον κόσμο εκεί έξω;  Oh so many...
Αφήνοντας λοιπόν κατά μέρος το θέμα του σεναρίου (το οποίο είναι τόσο παραπλανητικό, όσο και ολόκληρη η ταινία), το "Trance" καταφέρνει και σε κερδίζει χάρη στην μεθυστική, κατακερματισμένη σκηνοθεσία του Danny Boyle, ο οποίος εκμεταλλεύεται στο φουλ κάθε αντικατοπτριστική επιφάνεια (από παρκε-ταρισμένα πατώματα και καθρέφτες, μέχρι τζαμαρίες και νερό), δημιουργώντας μια εντελώς ψευδαισθητική κατάσταση μέσα στην οποία οι ήρωες δρουν και υπάρχουν.  Κάποιες φορές χωρίς να το γνωρίζουν ούτε καν οι ίδιοι...
Το εύρημα της ύπνωσης παίζει εδώ καταλυτικό ρόλο, φέρνοντας στην επιφάνεια αναμνήσεις, απωθημένα και καταπιεσμένες μνήμες, οι οποίες μπορεί να μην εμβαθύνουν σε πιο ιατρικούς όρους (δεν χρειάζεται κιόλας), δημιουργούν όμως το ιδανικό παραπέτασμα και την κατάλληλη αφετηρία για μια πρώτης τάξεως τροφή του στυλ "μην εμπιστεύεσαι ότι βλέπεις", και θα αρκεστώ εδώ.


Από πλευράς ερμηνειών, κάνουν όλοι καλή δουλειά, με τον McAvoy σε ρόλο που δεν τον έχουμε συνηθίσει, τον Cassel σε αυτού του κλασικού κωλόπαιδου και την Dawson σε ρόλο μοιραίας ψυχιάτρου/υπνοθεραπεύτριας, η οποία τα δίνει όλα για την Τέχνη.  Και όταν λέμε όλα, εννοούμε όλα.  Και το πλούσιο στήθος της και το άλλο που σέρνει και καράβι.
Γενικώς το "Trance" αποτελεί ενδεχομένως την πιο ενδιαφέρουσα κινηματογραφική επιλογή της εβδομάδας, αφού καταφέρνει να σε ξεγελάσει και να μεταποιηθεί μέσω ενός κρεσεντικού τρανσ-αρίσματος σε κάτι το διαφορετικό.  Αξιόλογο το πρωταγωνιστικό cast, απόλυτα ταιριαστό το μουσικό score, με συμμετοχές από Moby, Emeli Sande, Unkle, ακόμα και μια εκτέλεση από την ίδια την Dawson, και μια σκηνοθεσία λουκούμι, συνθέτουν το άκρως ενδιαφέρον νέο ταινιάκι του Boyle.  Δες το.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι τα γυμνά της Dawson θα καθηλώσουν τα ανδρικά πλήθη, οτι όλοι κρύβουμε έναν bad ass μέσα μας και οτι ο Vincent πρέπει να πηδήξει σε όποια ταινία παίζει.  Είναι νόμος.


TRIVIA
  • Σε πρώτη φάση υποψήφιος για τον ρόλο του Franck ήταν ο Michael Fassbender, αλλά λόγω προγράμματος αναγκάστηκε να αποχωρήσει.  Έτσι ο ρόλος δόθηκε στον Cassel.
  • Υποψήφιες επίσης για τον γυναικείο ρόλο ήταν επίσης οι Scarlett Johansson και Eva Green.  Έχω μια μικρή υποψία πως ο Boyle ήθελε να δείξει οπωσδήποτε στην ταινία του μεγάλο στήθος.  Δεν εξηγείται αλλιώς...
(ΠΗΓΗ IMDB)

Δευτέρα, 6 Μαΐου 2013

Wandafuru raifu (a.k.a After Life): Memories of eternity

Καλή εβδομάδα σε όλους και χρόνια πολλά!  Ελπίζω να τα περάσατε όμορφα αυτές τις μέρες, να φάγατε και καμιά πετσούλα και να βγήκατε νικητές στο τσούγκρισμα των αυγών.  Όπως και να' χει, επιστρέψαμε και εμείς-οχι οτι φύγαμε δηλαδή-στην καθιερωμένη, εβδομαδιαία κριτικούλα μας, ξεκινώντας την εβδομάδα με μια ταινία η οποία καθόταν στον υπολογιστή μου, πάνω από χρόνο.  Έφτασε λοιπόν κάποια στιγμή η ώρα να την δω, και αυτή η ώρα ήταν χθες.  Και αναρωτιόμουν με τον εαυτό μου πως δεν την είχα προτιμήσει νωρίτερα.  Γλυκόπικρο και σκηνοθετημένο με τα πιο απλά μέσα, το "After Life" είναι μια ταινία μνήμης και επιλεκτικής αποφυγής της λήθης.  Για να δούμε...


Κάπου σε μια περιοχή της Ιαπωνίας (πιθανολογούμε, μιας που ποτέ δεν μαθαίνουμε πραγματικά), μια ομάδα ατόμων έχει αναλάβει την περίεργη δουλειά προετοιμασίας των...πεθαμένων, σχετικά με το ταξίδι προς την αιωνιότητα το οποίο ο καθένας τους πρόκειται μετά από λίγο καιρό να πραγματοποιήσει.
Πιο συγκεκριμένα αυτή η παρέα ανθρώπων η οποία ζει σε ένα κατά τα άλλα εγκαταλελειμμένο και πολυκαιρισμένο κτίριο, έχει αναλάβει την πολύ σημαντική δουλειά της συζήτησης με τον αποθανόντα, προκειμένου εκείνος να καταφέρει να διαλέξει μια ανάμνηση από την ζωή του, με την οποία στην συνέχεια θα πορευτεί στο φαντασματικό του "πάντα".  Στην ουσία ο καθένας από αυτούς, διαλέγει την πιο προσφιλή, την πιο όμορφη και και την πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής του, με την οποία πρόκειται να "ζήσει" έκτοτε, ξεχνώντας όλη την υπόλοιπη γήινη ύπαρξή του.
Φυσικά ανάμεσα σε όλα αυτά τα ετερόκλητα άτομα, υπάρχουν ηλικιωμένοι και νέοι, άτομα μοναχικά και άτομα που έζησαν την ζωή τους στο φουλ, άτομα που αρνούνται να διαλέξουν ανάμνηση και άτομα που απλώς θέλουν να ξεχάσουν μια μονότονη ή επίπονη αλλοτινή πραγματικότητα.  Παρόλα αυτά, όσοι τελικά καταλήγουν στην εμπειρία που θέλουν να κουβαλήσουν μαζί τους, βιώνουν μια απρόβλεπτη κινηματογραφική κατάσταση, καθώς τα άτομα που είναι υπεύθυνα για την ομαλή "μετάβαση", σκηνοθετούν με καθαρά κινηματογραφικά μέσα τις επιλεγμένες αναμνήσεις, προκειμένου μέσα από την βιώσή τους, να επέλθει τελικώς η αναχώρηση των ψυχών...


Το γεγονός οτι αγαπώ τον ασιατικό κινηματογράφο, δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν μπόλικοι δημιουργοί εκεί έξω, τους οποίους δεν έχω τσεκάρει ποτέ και ντροπή μου γι' αυτό.
Ένας από αυτούς είναι και ο σκηνοθέτης/σεναριογράφος του "After Life", Hirokazu Koreeda, του οποίου την φιλμογραφία αν εξετάσει κανείς λίγο περισσότερο, θα δει πως πέρα από το γεγονός πως οι 9 στις 10 ταινίες του αποτελούν κοινωνικοδραματικά ταινιάκια με φιλοσοφικές προεκτάσεις, μοιάζει παράλληλα να ακολουθεί το υποθεσιακό περιεχόμενο των "μεγάλων παλιών" πολύ πιο πιστά, σε σχέση με άλλους σύγχρονους δημιουργούς, οι οποίοι μοιάζουν να έχουν δημιουργήσει έτσι κι αλλιώς την δική τους σχολή στυλιζαρισμένης βίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, μεγάλη επίδραση στο έργο του Koreeda, φαίνεται πως έχει ασκήσει η θεματική του Yasujiro Ozu, ο οποίος πραγματευόταν στις ταινίες του το βάρος της τρίτης ηλικίας, την μοναξιά, την νέα, εκμοντερνισμένη Ιαπωνία και τον αντίκτυπό της στην παραδοσιακή μέχρι τότε ζωή, την αποξένωση των παιδιών από τους γονείς και τελικά, τον θάνατο.  Αυτό ακριβώς το σκεπτικό ακολουθεί και ο Koreeda στην ταινία του "Still Walking" (2008), στην οποία δυο παιδιά επισκέπτονται τους ηλικιωμένους τους γονείς, προκειμένου να τιμήσουν τον θάνατο του μεγαλύτερου γιου της οικογένειας, ο οποίος είχε χαθεί από πνιγμό, δεκαπέντε χρόνια πριν.  Φέρνοντας μαζί τις οικογένειές τους, θα διαπιστώσουν οτι οι σχέσεις με τους γονείς τους έχουν πλέον αλλάξει...
Ταινίες όπως το "Maborosi" (1995), το "Nobody Knows" (2004) και το "I Wish" (2011), αποτελούν κλασικά παραδείγματα των σταθερών σινεματικών αξιών του Koreeda, ο οποίος υφαίνει δραματικά και κοινωνικά, τοποθετώντας τις ταινίες του σχεδόν πάντα, μέσα σε ένα θανατερό, και όμως τόσο βγαλμένο μέσα από την απτή καθημερινότητα, περιτύλιγμα.


Το "After Life" αποτελεί μια από τις πιο αυτοαναφορικές ταινίες που έχω δει, αφού καταφέρνει να συνδυάζει τόσο το κομμάτι της αφήγησης (το οποίο είναι προφανές πως χρησιμοποιείται ως δεκανίκι, προκειμένου ο σκηνοθέτης να μας μιλήσει για τα πραγματικά σημαντικά θέματα της ανθρωπότητας), όσο και το έξυπνο εύρημα της σκηνοθεσίας των αναμνήσεων, για να μας παρουσιάσει στην τελική την ίδια την προέλευση και αξιότητα του κινηματογράφου.
Ο λόγος για τον οποίο δεν είχα αγαπήσει ιδιαίτερα το πρόσφατο "Holy Motors" και παρά το γεγονός πως η αυτοαναφορικότητα ήταν εκεί και σου χαμογελούσε μες τα μούτρα, ήταν επειδή το είχα βρει στην καλύτερη περίπτωση, επιτηδευμένο μέχρι αηδίας.  Ήταν τόσο προφανές το που το πήγαινε ο Carax, τόσο κατανοητό πως όλο αυτό το, κατά τα άλλα δίχως νόημα, αποκτούσε υπόσταση όταν προσπαθούσες να το ερμηνεύσεις μέσα από την οπτική της ουσίας του κινηματογράφου, ώστε έχανε για εμένα, οποιοδήποτε νόημα μεγαλύτερης ενασχόλησης μαζί του, επειδή ακριβώς δεν σε άφηνε να χαθείς μόνος στην εκτυφλωτική μαγεία που προσφέρει το cinema.  Σε έπαιρνε από το χεράκι και σε καθοδηγούσε, και δυστυχώς η εξαιρετική σκηνοθεσία και φωτογραφία δεν αρκούν, ακόμα και αν αποτελούν βασικά (η σκηνοθεσία το βασικότερο ίσως) συστατικά της ομορφιάς της μεγάλης οθόνης.
Όλα αυτά έρχονται εδώ τελείως τούμπα, μιας που ο Koreeda οχι μόνο αφήνει διάσπαρτα στοιχεία προκειμένου ο θεατής να σκεφτεί και να αναρωτηθεί για τα αιώνια ζητήματα της ύπαρξης τους ανθρώπου, αλλά το κάνει και με τέτοια αφτιασίδωτη ταπεινότητα, ώστε κατορθώνει να σε εγκλωβίσει σε αυτόν το άχρονο και άτοπο κόσμο, εκεί όπου η πορεία της όποιας ύπαρξης εξαρτάται από την ιδανική και σωστή επιλογή της μνήμης, της ανάμνησης, του ίδιου του παρελθόντος.


Χωρίς να ξεφεύγει ποτέ από τον χώρο του παλιού κτίσματος (εκτός από μια σεκάνς στην οποία η πρωταγωνίστρια-εργαζόμενη, που είναι επίσης νεκρή, περιφέρεται δίχως προορισμό μέσα στην γεμάτη από κόσμο πόλη), αλλά καθιστώντας τον πραγματικό και ταυτόχρονο ονειρικό (οι πεθαμένοι που εισέρχονται στο κτίριο, μπαίνουν σε αυτό μέσα από ένα ομιχλώδες εξωτερικό, το οποίο ποτέ δεν αντιλαμβανόμαστε επακριβώς περί τίνος πρόκειται, την ίδια στιγμή που λίγο αργότερα, τα δέντρα, τα τζιτζίκια και ο γαλάζιος ουρανός, δηλώνουν πως το εξωτερικό είναι καθόλα ρεαλιστικό), ο Koreeda δημιουργεί ένα παράλληλο σύμπαν, το οποίο λειτουργεί ως η τελευταία στάση των νεκρών, παραπέμποντας σε εναλλακτικό Καθαρτήριο, μέσα στο οποίο έχουν όλοι θέση και δικαίωμα στην ανάμνηση.  Κάνοντας ακόμα και μια έμμεση αναφορά στην ύπαρξη του Παραδείσου και της Κόλασης (υπονοείται πως δεν υπάρχει τίποτα από τα δυο, αλλά δεν γίνεται ξεκάθαρο και τι ακριβώς συναντάμε στην μετά θάνατον ζωή), δίνει την δυνατότητα στους χαρακτήρες του μέσα από συνεντευξιακές συνεδρίες να αποτιμήσουν την παρουσία τους πάνω στην Γη, σαν μια μορφή τελευταίας εξομολόγησης λίγο πριν την εν μέρει λήθη η οποία τους περιμένει.  Οι χαμένες ευκαιρίες, η μοναξιά, ο συμβιβασμός, τα νιάτα και τα γηρατειά, έρχονται σε διαρκή αντίθεση μεταξύ τους, με τους ήρωες να θυμούνται και να πράττουν, την ίδια στιγμή που πολλοί από αυτούς αναζητούν την επιστροφή στα παιδικά τους χρόνια (ψήγματα της προυστικής θεωρίας είναι σχεδόν παντού διάσπαρτα), άλλους να διαθέτουν μνήμες από τις πρώτες στιγμές της μωρουδιακής τους ύπαρξης και συνειδητότητας, ενώ υπάρχουν και εκείνοι που κρατούν ως πιο σημαντική στιγμή στην ζωή τους, το άγγιγμα και την μυρωδιά της μητέρας και του πατέρα (το Οιδιπόδειο στο αντίστροφό του).
Όπως γίνεται κατανοητό ο Koreeda δεν αναλώνεται σε εντυπωσιακές σκηνοθετικές τεχνικές, ούτε και σε πομπώδες σενάριο, προκειμένου να διαλεχτεί με εμάς τους θεατές αναφορικά με ζητήματα οικουμενικά και αιώνια.  Τοποθετεί απλά τους ήρωές του στην καρέκλα του συνεντευξιαζόμενου (ή του εξομολογούμενου), αφήνοντάς τους να θυμηθούν και να βιώσουν στην συνέχεια, με την βοήθεια του "κινηματογράφου".


Η αγνή αυτοαναφορικότητα της ταινίας δεν γίνεται να σε αφήσει αδιάφορο, καθώς η σύλληψη της αναπαράστασης της ανάμνησης (η βάση του κινηματογράφου από την αρχή της ύπαρξής του, ήταν από πάντα η αναπαράσταση της πραγματικότητας και η ρεαλιστική απεικόνιση της ζωής), είναι ευφυέστατη.  Στην ουσία ο κάθε ήρωας μπορεί να αναγεννηθεί και να συνεχίσει το ταξίδι του, μόνο μέσω της επίδρασης ενός στημένου σκηνικού, ενός συνεργείου που παλεύει να ικανοποιήσει ανάγκες και μιας κάμερας που καταγράφει γεγονότα.  Όπως ακριβώς ο καθένας από εμάς βιώνει σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό τα διδάγματα μιας ταινίας, έτσι ακριβώς μας λέει και ο Koreeda, πως η ταύτιση της φρέσκιας, ζωντανής, κινηματογραφημένης ανάμνησης, με την νεκρή ψυχή, είναι κάτι το φυσιολογικό και το απόλυτα λογικό.  Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός πως ο σκηνοθέτης αποφασίζει να χρησιμοποιήσει την έννοια του cinema, ως το μεταφορικό μέσο προς μια άλλη διάσταση, καθώς εξ' ορισμού η ίδια η τέχνη του κινηματογράφου, είναι μια τέχνη θανάτου, μια τέχνη που καταγράφει ολογράμματα και "φαντάσματα", τα οποία πεθαίνουν κάθε δευτερόλεπτο.  Με το πέρας κάθε σκηνής, και κάθε στιγμής, οι προβαλλόμενες εικόνες χάνονται στην λήθη, με αποτέλεσμα ο Koreeda να δημιουργεί εδώ μια εξαιρετικά ποιητική και εντελώς αυτοαναφορική σχέση, ανάμεσα στον κινηματογράφο και την επίδρασή του πάνω στα άτομα, τα οποία "χάνονται" μέσα του...
Το "After Life", είναι μια ξεχωριστή ταινία, για όποιον αποφασίσει να την δει και να ανακαλύψει όλα εκείνα τα στοιχεία που την καθιστούν ξεχωριστή.  Εδώ το μόνο που κατάφερα ήταν ένα μικρό ξύσιμο της επιφάνειάς της, που ακόμα και αυτή, έχει τόσα να σου πει.  Δείτε την οπωσδήποτε ιδιαίτερα αν είστε σε ανάλογο mood, και περιμένω τις εντυπώσεις σας.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι η ζωή είναι κύκλος, οτι το βύθισμα στο νερό της μπανιέρας δημιουργεί ασφάλεια και οτι ακόμα και μια ανθισμένη κερασιά, μπορεί να είναι τα πάντα για έναν άνθρωπο...

Προτίμησα το παρακάτω απόσπασμα, γιατί στο trailer η κλασική φωνή που παρουσιάζει την ταινία, απλά ήταν καταστροφή για την ατμόσφαιρα της ταινίας...



No trivia

Παρασκευή, 3 Μαΐου 2013

Spoorlooos (a.k.a The Vanishing): Existential sociopathy

Μετά από αρκετό καιρό, επιτέλους επιστρέψαμε στο μπλογκάκι και Παρασκευή.  Παρά το γεγονός πως σήμερα είναι Μεγάλη Παρασκευή, δεν είχα στα σχέδια μου να ανεβάσω κάτι εποχικό και κατανυκτικό, οπότε θα επιστρέψουμε αρκετά χρόνια πίσω και συγκεκριμένα στο 1988, προκειμένου να δούμε μαζί ένα νατουραλιστικό μέσα στην κοινωνική του παθολογία ταινιάκι.
Το "The Vanishing" θεωρείται ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα θριλερικής δημιουργίας, εμμονών και μιουταρισμένου σασπένς της δεακετίας του '80 και αυτοί είναι σίγουρα μερικοί λόγοι που το κάνουν να ξεχωρίζει από άλλα φιλμ τα οποία πρέπει να προκαλέσουν ποικιλοτρόπως, για να δηλώσουν αυτό που είναι: ιστορίες που ακροβατούν ανάμεσα στην τρέλα και την λογική.  Για να δούμε...


Ο Rex και η Saskia είναι ένα ζευγάρι που αποφασίζει να πάει ταξιδάκι αναψυχής κάπου στην Γαλλία.  Έχοντας ως μεταφορικό μέσα ένα μικρό αυτοκίνητο τίγκα στα μπαγκάζια, διασχίζουν το όμορφο, γαλλικό τοπίο συζητώντας και ενίοτε καυγαδίζοντας, μιας που αν γίνεται κάτι κατανοητό από την αρχή, είναι πως το συγκεκριμένο ζευγάρι αρέσκεται να κοντράρεται για ψύλλου πήδημα.  Επίσης εμφανές είναι το γεγονός πως η ωραία και μοιραία Saskia, είναι από εκείνες τις γυναίκες που μπορούν να σε παρατήσουν στα κρύα του λουτρού, ανά πάσα στιγμή (ακόμη κι αν τελικά αυτό δεν ισχύει, αλλά ο σκηνοθέτης George Sluizer, μας χειραγωγεί με ευκολία στο να πιστέψουμε κάτι τέτοιο).
Όταν οι δυο τους αποφασίσουν να σταματήσουν σε ένα βενζινάδικο προκειμένου να αναδιοργανωθούν, η Saskia θα προθυμοποιηθεί να αγοράσει μερικά αναψυκτικά και θα αφήσει για λίγο τον Rex μόνο του.  Το πρόβλημα είναι οτι δεν θα επιστρέψει ποτέ ξανά, μιας που από εκείνη την ημέρα τα ίχνη της χάνονται και μαζί με αυτά και το μυαλό του Rex ο οποίος αφιερώνει τον χρόνο του ακόμα και τρία χρόνια μετά την εξαφάνισή της, στην εύρεση στοιχείων που να οδηγούν σε κάποια εξήγηση αναφορικά με το τι της συνέβη.  Αυτό που δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται όμως, είναι πως ο απαγωγέας καιροφυλακτεί  Και παρακολουθεί...


Βασισμένο στην νουβέλα του Tim Krabbe, "The Golden Egg", το "The Vanishing" πραγματεύεται με τρόπο καθόλα εσκεμμένα υποτονικό και διστακτικό, το ιστορικό μιας εξαφάνισης η οποία γίνεται αφορμή για τον ζευγαρωτό πρωταγωνιστή να δηλητηριάσει την ζωή του με εικασίες και αμφιβολίες που εξακολουθούν να τον ταλανίζουν αναφορικά με την χαμένη Saskia.
Παρά το γεγονός οτι το συγκεκριμένο ταινιάκι μνημονεύεται ως μια από τις καλύτερες ευρωπαϊκές, κινηματογραφικές στιγμές του ΄80, εντούτοις ο σκηνοθέτης της George Sluizer, θέλησε επίσης να το αμερικανοποιήσει, σκηνοθετώντας το 1993 ακριβώς την ίδια υπόθεση, στην αμερικάνικη version της και με πρωταγωνιστές τους Jeff Bridges, Kiefer Sutherland και Sandra Bullock.  Η ταινία όπως φαντάζεσαι κατέληξε σε αποτυχία (είχα την "τύχη" να την δω και εγώ ένα βράδυ στην τηλεόραση), καθώς οχι μόνο άλλαξε το τέλος της original εκδοχής (ε οχι!), αλλά το όλο story κατέληξε απλώς να λειτουργεί ως ένα κακέκτυπο της γαλλογερμανικής εκδοχής, με αποτέλεσμα γρήγορα να ξεχαστεί τόσο από τους συμμετέχοντες ηθοποιούς, όσο και από τον ίδιο τον σκηνοθέτη.  Όπως και να το κάνουμε μερικές φορές είναι καλύτερο να μην αφήνουμε τις φιλοδοξίες να μας παρασύρουν, γιατί το αποτέλεσμα δεν έχει κανέναν λόγο να βγει έτσι κι αλλιώς καλό.  Και το "Spoorloos" από μόνο του έχει τόσα καλά πράγματα να σου δώσει...


Η ταινία είναι βασισμένη σε έναν αρχετυπικό urban legend, σύμφωνα με τον οποίο μια γυναίκα είχε επισκεφθεί μαζί με την κόρη της το 1901 την Έκθεση του Παρισιού, μόνο για να εξαφανισθεί λίγο αργότερα, αφήνοντας την κόρη μόνη και το προσωπικό του ξενοδοχείου, χωρίς καμία μνήμη οτι υπήρξε και οτι είχε δει ποτέ την μητέρα.
Πάνω σε αυτό ακριβώς το μοτίβο έχουν βασιστεί διάφορες ακόμη ταινίες, όπως το "The Lady Vanishes" του Alfred Hitchcock, καθώς και το "So Long at the Fair" των Antony Darnborough και Terence Fisher.  Το "The Vanishing" μάλιστα, πέρα από τις μπόλικες δόσεις μυστηρίου και σασπένς που το χαρκτηρίζουν, μοιράζεται επίσης με τον θεατή μια ακόμη wannabe χιτσκοκίζουσα διάθεση, μιας που ο γαλλικός τίτλος του έχει αποδοθεί ως "L'Homme qui voulait savoir" ("The Man Who Wanted to Know"), παραπέμποντας προφανώς στο φιλμ του μαιτρ του τρόμου, "The Man Who Knew Too Much".
Πέρα όμως από τα όποια δάνεια έχει πάρει η ταινία του Sluizer, η αλήθεια παραμένει πως το συγκεκριμένο κινηματογραφικό δημιούργημα, καταφέρνει να κρατήσει το ενδιαφέρον σου αμείωτο, εξαιτίας κυρίως του τρόπου με τον οποίο αποφασίζει να σε καθοδηγήσει μέσα στην πλοκή και και σε καταστήσει κοινωνό περίεργων και βαθιά διαταραγμένων καταστάσεων, οι οποίες εκ πρώτης όψεως δεν φαντάζουν τίποτε άλλο πέρα από φυσιολογικές.


Και τι εννοούμε με αυτό.  Καταρχάς ο σκηνοθέτης φροντίζει να κρατήσει μια εντελώς αναρχική στάση μέσα στην ταινία του όσον αφορά το μοτίβο του κατά τα άλλα κλασικού αφηγηματικού χρόνου, μεταπηδώντας πότε στο παρελθόν και πότε στο παρόν, αφήνοντας εύκολα υπονοούμενα αναφορικά και με το ίδιο το μέλλον των ηρώων.  Δεν είναι δύσκολο να μπει κανείς στον κεκαλυμμένα ψυχωτικό κόσμο για παράδειγμα, του θύτη και να αντιληφθεί τόσο τον τρόπο δράσης του, όσο και τι πραγματικά απέγινε η Saskia.
Εκτός από την ουσιαστική, κινηματογραφική απεικόνιση του χρόνου, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ανάπτυξη των χαρακτήρων οι οποίοι κινούνται και δρουν ως τα εντελώς τους αντίθετα.  Για παράδειγμα ο μουσάτος, κουστουμαρισμένος και καθώς πρέπει οικογενειάρχης/θύτης, είναι ψύχραιμος, μεθοδικός και καθόλου βιαστικός στις κινήσεις του, μελετώντας σχολαστικά το κάθε του βήμα (φτάνει στο σημείο να μετράει μέχρι και τους...σφυγμούς του, προκειμένου οι χτύποι της καρδιάς του να συνηθίσουν στην actual απαγωγή που ετοιμάζεται να κάνει) και περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή (και την κατάλληλη γυναίκα δηλαδή), μέχρι να πραγματοποιήσει την επίθεσή του, η οποία σημειωτέον γίνεται μέσα σε άπειρο κόσμο!
Αν και η αλήθεια είναι πως δεν παρουσιάζεται ένα επαρκές παρελθόν των πρωταγωνιστών, εντούτοις δεν μας απασχολεί κιόλας, κυρίως όσον αφορά το ζευγάρι.  Αντιθέτως δίνεται μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να αντιληφθούμε πως ο Raymond, ήταν από μικρός ένα παιδί που δοκίμαζε το προσωπικά του όρια, εκδηλώνοντας προφανώς τα πρώτα σημάδια της μετέπειτα ψυχωτικής του μανίας, την οποία έμαθε καλά να κρύβει κάτω από το οικογενειακό του παραπέτασμα.  Στον αντίποδα αυτού του τέρατος ψυχραιμίας (ή και σκέτου τέρατος) βρίσκεται ο φρενιασμένος γκόμενος, που με βλέμμα σκυθρωπό και μανιασμένο, δεν έχει πάψει στιγμή να αναζητά την χαμένη του αγάπη, όντας πιο κενός από ποτέ, ανίκανος να συνεχίσει την ζωή του και να ξεχάσει, αφού για εκείνον ο χρόνος σταμάτησε τρία χρόνια πριν, όταν η Saskia χάθηκε.


Το "The Vanishing" είναι ένα καλοστημένο ταινιάκι εμμονών και βραδύκαυστης τρέλας, το οποίο είναι πολύ πιθανό να μη σου γεμίσει το μάτι, πρέπει όμως να αναλογιστείς και το γεγονός οτι μιλάμε για την δεκαετία του '80.  Έκτοτε τέτοιου είδους ταινίες γίνονται με το κιλό, αν και πάλι μπορούμε να το επαινέσουμε ως ένα από εκείνα τα φιλμ, το οποίο καταφέρνει να διατηρείται διαχρονικό και πρωτότυπο, ακόμα και μέχρι τις μέρες μας.  Ένα θετικό ποσοστό εξάλλου πηγαίνει και στον σκηνοθέτη, ο οποίος κοπιάρει, αλλά πάντα με σεβασμό τα χιτσκοκικά μοτίβα, με ένα από τα πιο χαρακτηριστικά να αφορά και την συμμετοχή του θεατή στα τεκταινόμενα.  Το γεγονός για παράδειγμα πως εμείς γινόμαστε από την αρχή μάρτυρες του θύτη και του δικού του κοινωνικού background, λειτουργεί κατά έναν περίεργο τρόπο ακόμα και ηδονοβλεπτικά πάνω μας, δίνοντάς μας τον ρόλο του παντογνώστη Θεού, ενώ σε μια εξαίσια σκηνοθετημένη λήψη, μας "μεταβιβάζει" στο σώμα της Saskia, αφήνοντάς μας στιγμιαία να αισθανθούμε εμείς οι ίδιοι θύματα ενός πρωτάρη stalker.
Χωρίς να δρέπει δάφνες πρωτοτυπίας, αλλά αποτελώντας ένα μικρό, γρήγορο και twisty ταινιάκι, το "The Vanishing" είναι σίγουρα η καλύτερη επιλογή όταν δεν θες κανείς να σου χαϊδεύει τα μυαλά και να σε ποτίζει ελπίδα και αισιοδοξία.  Γιατί η ζωή είναι απλά αλλιώς...

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι ένα μπρελόκ τα αλλάζει όλα, οτι ένα φρίσμπι κοστίζει 13,50 φράγκα εν έτι 1988;;; και οτι πόσο χαλβάς είσαι που αποφασίζεις να μην ακούσεις την γκόμενά σου, όταν εκείνη σου λέει να βάλεις βενζίνη;  Just saying...


No trivia