Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

Le magasin des suicides: It's a black world out there...

Alloha και πάλι, καλή μεγάλη εβδομάδα και τα σχετικά.  Λίγο ανορθόδοξος ο τρόπος με τον οποίο θα ξεκινήσουμε σήμερα, αναφορικά με το περιεχόμενο της ταινίας για την οποία θα σας πω δυο πραγματάκια.  Βασικά είτε η επιλογή μου είναι right to the point, είτε αποτελεί επί της ουσίας μια τραγική ειρωνεία, οπότε όπως και να' χει, πάλι καλά είναι.
Σήμερα το λοιπόν θα ασχοληθούμε μετά από αρκετό καιρό με ένα ταινιάκι animation, το οποίο μάλιστα "έκλεισε" το φετινό Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου της Αθήνας.  Προσωπικά το είχα βάλει στο μάτι αρκετό καιρό πριν, με αποτέλεσμα τώρα με το φεστιβάλ να το ξαναθυμηθώ και τελικά να το δω.  Αν και η αλήθεια είναι πως έχω μερικές μικρο ενστάσεις, δεν μπορώ παρά να το χαρακτηρίσω ως ένα αξιοπρεπέστατο δείγμα animation ενηλίκων, το οποίο όμως έχει πολλά να μάθει και στους μικρότερους, αναφορικά με τον σκληρό κόσμο που τους περιμένει όταν πάρουν την σκυτάλη της ζωής από τους γονείς και βγουν εκεί έξω για να αγωνιστούν πλέον μόνοι.  "Το μαγαζάκι των αυτοκτονιών" είναι εδώ.  Θα ευχόμασταν να μην ήταν...


Θέλω να φανταστείτε κάτι.  Κάτι που δεν απέχει και πολύ από την πραγματικότητά μας, αν και ευτυχώς δεν έχουμε φτάσει ακόμα σε τέτοια υπερβολικά όρια.  Φανταστείτε λοιπόν την ύπαρξη μιας πόλης στην οποία ο κάθε πολίτης κουβαλάει στην πλάτη του και από ένα τεράστιο φορτίο δυστυχίας, γεγονός που τον καθιστά παραιτημένο από κάθε τι θετικό, όμορφο και αισιόδοξο έχει να του προσφέρει η ίδια η ζωή.  Οχι βέβαια πως κάτι τέτοιο υπάρχει στην συγκεκριμένη πόλη, η οποία όντας βυθισμένη μέσα σε ένα μουρτζούφλικο γκρίζο και με την βροχή να μαστιγώνει δρόμους και πεζοδρόμια σε σχεδόν καθημερινή βάση, αποτελεί κατά κάποιον τρόπο την Κόλαση επί της Γης και αυτό γιατί όσοι ζουν μέσα της είναι ήδη "νεκροί", απλώς δεν τον ξέρουν ακόμα.  Γιατί τι άλλο μπορεί να θεωρηθείς αν οχι ψυχικά και πνευματικά νεκρός από τη στιγμή που βιώνεις μια μίζερη και άνευ νοήματος ζωή;
Μέσα σε αυτό το θλιβερό τοπίο, εκεί όπου κανείς και τίποτα δεν φαίνεται να έχει σημασία, το μόνο πράγμα που φαίνεται να ευδοκιμεί κατά τρόπο φριχτά ειρωνικό, είναι ένα μαγαζί που ειδικεύεται στις...αυτοκτονίες.  Τι καλύτερο να στήσεις μια επιχείρηση εκμεταλλευόμενος το "προϊόν" που πουλάει περισσότερο στην πόλη σου, δηλαδή τον θάνατο;  Και η οικογένεια Tuvache κάνει αυτό ακριβώς που ξέρει καλύτερα: ειδικεύεται στην πώληση οριστικών τελών.  Και το κάνει έξοχα.


Εν μέσω κρυστάλλινων δοχείων με δηλητήριο, κρεμάλες με το μέτρο, γιαπωνέζικα σπαθιά, κοφτερές λεπίδες μαχαιριών, shtoguns(!), όπλων και ένα σωρό άλλων θανατηφόρων αντικειμένων, ο πάτερ φαμίλιας Mishima είναι ο βασικός υπεύθυνος του μαγαζιού, ο οποίος φροντίζει να πουλάει το εμπόρευμά του στον κάθε απογοητευμένο πελάτη του με περίσσιο νάζι και τσαχπινιά, αντιλαμβανόμενος εξ' αρχής το γούστο του κάθε άτυχου που θα πατήσει το πόδι του στο μαγαζί.  Βέβαια παρά το γεγονός οτι αποτελεί τον χρηματικό άρχοντα της περιοχής, παρέα με την πληθωρική και εξίσου καπάτσα γυναίκα του, φαίνεται πως η καταθλιπτική μπάλα έχει παρασύρει και τα δυο του παιδιά, μιας που από την μια πλευρά ο γιος του περνάει τις ώρες του ακονίζοντας ξυράφια για επίδοξους μελλοθάνατους, ενώ η κόρη του σαν άλλη πιτσιρίκα της οικογένειας Adamas, σκέφτεται διαρκώς τον θάνατο, ντυμένη σαν κάτι μεταξύ emo και death punk chick.
Όταν έρθει η κατά τα άλλα ευλογημένη στιγμή που η σύζυγος φέρει στον κόσμο το τρίτο παιδί της οικογένειας, τον μικρούλη Alan, τα πράγματα θα πάρουν εντελώς διαφορετική τροπή ήδη από την αίθουσα τοκετού μιας που ο Alan έχει κάτι που τον κάνει να ξεχωρίζει αμέσως: αντί να κλαίει, γελάει!  Από εκεί και πέρα ο χαριτωμένος μπόμπιρας θα φέρει τα πάνω κάτω στην κοσμοθεωρία των Tuvache μιας που δεν θα σταματήσει να χαμογελάει και να προκαλέι πονοκέφαλο στους μουτρωμένους του γονείς, αντιμετωπίζοντας την ζωή γεμάτη φως και χαρά.  Ακόμα κι αν δεν είναι.  Δεν πειράζει, γιατί τώρα που είναι αυτός εδώ, θα κάνει τα πάντα προκειμένου να αλλάξει τον κόσμο μια και καλή...


Γνωστός για τις αισθηματικές του ταινίες ("The Hairdresser's Husband", "Intimate Strangers", "The Girl on the Bridge") o Γάλλος σκηνοθέτης Patrice Leconte, αποφάσισε να δοκιμάσει κάτι διαφορετικό και να δημιουργήσει ένα όλως περιέργως πολύχρωμο animation, το οποίο βασίστηκε στην ομώνυμη νουβέλα του Jean Teule.
Όπως έχουμε δει και τα τελευταία χρόνια, η τεχνική του animation χρησιμοποιείται πλέον προκειμένου να μιλήσει για πολύ πιο σκοτεινά θέματα, όπως η μοναξιά, η κατάθλιψη και ο θάνατος, χωρίς να μασάει τα λόγια της, αλλά καθιστώντας το περιεχόμενό της ανοιχτό τόσο στον κόσμο των μεγάλων, όσο και σε αυτόν των μικρών οι οποίοι θα πρέπει αφενός με προσοχή, και αφετέρου με ειλικρίνεια, να έρθουν σε επαφή με ζητήματα τα οποία θα παίξουν βασικό ρόλο μέσα στο κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο πρόκειται να μεγαλώσουν και αργότερα να δράσουν ως αυτόβουλα πλέον όντα.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά animation των τελευταίων ετών το οποίο περιστρέφεται γύρω από θέματα-taboo (όπως για παράδειγμα η ομοφυλοφιλία), είναι και η αυστραλιανή παραγωγή "Mary and Max" (για την οποία τα έχουμε πει και μέσα από το μπλογκάκι μας), η οποία μιλάει ανοιχτά για την μανιοκατάθλιψη, την αυτοκτονία και το σκληρό προσωπείο της μοναξιάς.  Εδώ ο Leconte με σαφέστατα πιο ανάλαφρη διάθεση, η οποία προβάλλεται και μέσα από την χρήση των μουσικών κομματιών της ταινίας (η οποία σε στιγμές παραπέμπει σε μιούζικαλ), επιχειρεί τον δικό του (τους) κοινωνικό σχολιασμό, τοποθετώντας στον κέντρο της δράσης του μια θανατηφόρα πόλη, η οποία σαν άλλος ιός απελευθερώνει την δηλητηριώδη της δράση, καθιστώντας τους πολίτες έρμαια μιας τελολογικής αντίληψης περί του νέου σωστού και αποδεκτού.  Το να σκοτώνεις πλέον τον εαυτό σου, αποτελεί κάτι το φυσιολογικό και καθημερινό, με το θέμα της γραφικότητας να εξαντλείται στην κλήση που "τρώει" κανείς από την αστυνομία, σε περίπτωση που αυτοκτονήσει σε δημόσιο χώρο!


Φυσικά ο σχολιασμός δεν αφορά μόνο το κοινωνικό της υπόθεσης αυτό καθ' εαυτό, αλλά και το φλέγον θέμα του περιβάλλοντος μιας που οι κλιματολογικές αλλαγές (προς το χειρότερο εννοείται), είναι αυτές που έχουν οδηγήσει τον πληθυσμό σε κατάθλιψη, οχυρωμένους μέσα στους κενούς τους πια εαυτούς με μόνη διέξοδο από αυτό το μαρτύριο, να φαντάζει φυσικά το ταξίδι προς τόπους χλοερούς.
Πάντως το έξυπνο μοτίβο του animation δεν περιορίζεται μόνο στο οξύμωρο της επιτυχίας ενός αυτοκτονικού μαγαζιού, αλλά δίνει αφορμές ακόμα και μέσα από τα ονόματα των πρωταγωνιστών που παραπέμπουν σε προσωπικότητες διεθνούς φήμης, οι οποίες οδηγήθηκαν στην αυτοκτονία.  Για παράδειγμα η κόρη της οικογένειας ονομάζεται Marilyn, παραπέμποντας κατά τον Teule στην Merilyn Monroe, ενώ ο πατέρας με το όνομα Mishima παραπέμπει στον Yukio Mishima, έναν από τους πιο επιδραστικούς Ιάπωνες καλλιτέχνες, αφού ανάμεσα σε άλλα υπήρξε ποιητής, συγγραφές, σκηνοθέτης και ηθοποιός.  Θεωρήθηκε ένας από τους σημαντικότερους Ιάπωνες δημιουργούς του 20ου αιώνα, ο οποίος μνημονεύεται μέχρι και σήμερα εκτός από τα έργα του και για το τελετουργικό sepuku που πραγματοποιήσε βάζοντας τέλος στην ζωή του.  Και μιας που λέμε και αυτά, ο μεγαλύτερος γιος ονομάζεται Vincent, από το διάσημο ζωγράφο Vincennt van Gogh.
Όπως θα δείτε και εσείς πάντως, το animation είναι σαφέστατα επηρεασμένο από τον Tim Burton και τις δικές του ποε-ικές εμμονές, μιας που και ο πατέρας θυμίζει αφηρημένα ήρωα του γοτθικού κόσμου του Tim, ιδιαίτερα με εκείνους τους χαρακτηριστικούς μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια.  Παρόλα αυτά ακόμα και αν κάποιες εμφανείς ομοιότητες υπάρχουν, το μαγαζάκι των αυτοκτονιών, καταφέρνει να ξεχωρίσει χάρη στην έντονη χρωματική του αντίθεση που είναι πιο έντονη μέσα στο μαγαζί, το οποίο αν και αποτελεί κόσμο του θανάτου, εντούτοις είναι ο πιο πολύχρωμος μέσα στην ταινία.  Γιατί άραγε;  Για να φαίνεται πιο ελκυστικός στο μάτι του πελάτη, ή γιατί για όλους όσους το επισκέπτονται, ο πραγματικός κόσμος, αυτός που είναι γεμάτος χρώμα και περίεργη ομορφιά, είναι ακριβώς αυτός;


Η χρήση του κατά τα άλλα παραδοσιακού, σχεδιαστικού, 2D animation είναι ιδανική για την διήγηση της ιστορίας μας, η οποία μπορεί να ξεκινάει από μακάβρια αφετηρία, έχει όμως τελικά ως σκοπό να αφυπνίσει συνειδήσεις περνώντας το μήνυμα πως ακόμα και αν δεν βλέπουμε τίποτα το θετικό στην ζωή, ακόμη κι αν είμαστε έτοιμοι να τα παρατήσουμε (ή το έχουμε ήδη κάνει), όλο και κάποια ακτίνα φωτός θα υπάρξει, αρκεί να είμαστε σε θέση να την αντιληφθούμε και να την εκμεταλλευτούμε.
Στην προκειμένη περίπτωση ακτίνα φωτός είναι ο μικρός Alan, με την μοναδική μου ένσταση να αφορά το γεγονός πως το σενάριο αναφορικά με τη δράση του πιτσιρικά, δεν είναι τόσο εμπλουτισμένο όσο θα το ήθελα, με αποτέλεσμα η λύση στο πρόβλημα να έρχεται λίγο ξαφνικά.  Όπως και να' χει όμως η ταινία δεν παύει να αποδεικνύει πως ακόμα και μέσα στις πιο ζοφερές και μαύρες εποχές, μπορεί να υπάρξουν εκείνα τα ψήγματα αισιοδοξίας που θα κάνουν τελικά την διαφορά και θα σώσουν τις ψυχές μας από το σκοτάδι το βαθύ.
Όμορφο, τραγουδιστό και αρκετά αισιόδοξο μέσα στην απαισιοδοξία του, το "Le magasin des suicides" είναι ένα animation που θα σας κάνει να περάσετε καλά.  Τελικά.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι οι κρέπες σώζουν, οτι ο χορός οι oriental χοροί χορεύονται γυμνοί και με αραχνοΰφαντα υφάσματα και οτι ποτέ δεν είναι αργά για την μια και μοναδική αλλαγή στην ζωή σου.


No trivia

Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

Iron Man 3: The suit is back!

NEW ARRIVAL

Καλημέρα καλημέρα!  Όπως σας είχα πει ήδη από Δευτέρα, αυτή θα είναι η μπλοκμπαστερική μας εβδομάδα, μιας που εκτός από το "Oblivion" που δεν το λες και κακό, αλλά το λες σπαστικό αναφορικά με το περιττό του δράμα, σας είχα πει πως θα αναφερθούμε και στο νέο Iron Man.  Και πως δεν θα μπορούσαμε άλλωστε από την στιγμή που έχει γίνει talk of the town, για διάφορους λόγους.  Από εσάς θέλω μόνο δυο πράγματα: πρώτον, να μην υπάρξει ο οποιοσδήποτε παραλληλισμός ανάμεσα στα νολανικά δημιουργήματα, και την popcorn απήχηση των ηρώων της Marvel και δεύτερον, να μην προσπαθήσετε να δείτε αυτή την νέα ταινία, μέσα από το πρίσμα της πιστής του μεταφοράς από το comic, γιατί τότε και εσείς θα απογοητευθείτε, και την καημένη την ταινία θα αδικήσετε η οποία μια χαρά καλοφτιαγμένη σουπερηρωική περιπέτεια είναι.  Αυτά και συνεχίζω.


Μετά την δευτερολεπτικά εξωγήινη αποστολή του στους Avengers, να μεταφέρει εκτός Γης τους πυρηνικούς πυραύλους που οι ανώτεροι του Nick Fury διέταξαν να ρίξουν στο Manhatan προκειμένου να λήξει η εισβολή των Chitauri (και μαζί τους δηλαδή να εξαφανιστεί και η παραμικρή αμερικάνικη τρίχα), ο Tony Stark (Robert Downey Jr.) έχει αποσυρθεί στο άβατό του, μαστορεύοντας ολημερίς τις iron man-ικές του στολές και βιώνοντας κάθε τόσο έντονες κρίσεις πανικού, μιας που η εμπειρία του στο πλευρό των Εκδικητών, μόνο προβλήματα φαίνεται να του προκάλεσε.  Έχοντας απομακρυνθεί από την Pepper (Gwyneth Paltrow) και εφιστώντας όλη του την προσοχή στην κατασκευή ενός εν δυνάμει στρατού, ο Stark είναι αποφασισμένος να μην αφήσει κανέναν άλλο να διαταράξει ξανά την "ησυχία" της χώρας του.  Εξωγήινο ή γήινο.
Βέβαια επειδή ως συνήθως οι ήρωες υπολογίζουν χωρίς τους ξενοδόχους (πόσο μάλλον ο Stark ο οποίος έχει έναν εγωισμό και μια ματαιοδοξία ΝΑ με το συμπάθιο), το παρελθόν θα του χτυπήσει την πόρτα, μεταμφιεσμένο σε Aldrich Killian (Guy Pearce), ενός ταπεινού ανθρωπάκου με μεγάλες ιδέες, ο οποίος φαίνεται πως έχει βρει την φόρμουλα του επόμενου κρίκου της ανθρώπινης εξέλιξης και ο οποίος δεν φαντάζει και τόσο ανθρωπάκος πια.  Την ίδια στιγμή ο αρχηγός μιας εξτρεμιστικής οργάνωσης γνωστός ως Mandarin (Ben Kingsley), θέτει σε εφαρμογή το δικό του τρομοκρατικό σχέδιο, απειλώντας την ευημερία ολόκληρου του έθνους.  Και όσο συμβαίνουν αυτά, o Stark θα πρέπει πρώτα να συμβιβαστεί με τον άνθρωπο μέσα στην στολή...


Για πρώτη φορά μετά τις δυο πρώτες ταινίες του Iron Man, ο σκηνοθέτης/ηθοποιός Jon Favreau (και κολλητός του Stark στην ταινία), αφήνει κατά μέρος την σκηνοθεσία και κρατάει απλά τα μπόσικα σε έναν ρόλο που δεν φαίνεται και πολύ, αρκεί όμως για να αποτελέσει την αφορμή προκειμένου ο Iron Man να αναλάβει και πάλι δράση.
Σε αυτό το τρίτο-και καλύτερο-installment του μαρβελικού ήρωα η σκηνοθεσία αφήνεται στα χέρια ενός κατεξοχήν περιπετειώδους τύπου, του Shane Black, του οποίου το όνομα μπορεί να μη σου λέει κάτι, θα σου πει όμως το σενάριο που έχει γράψει για το franchise του "Lethal Weapon", καθώς και το σενάριο μιας εκ των καλυτέρων ταινιών της δεκαετίας του '80, του "The Monster Squad".  Ταινίες όπως αυτή, το "Goonies" και το "Stand by Me", αποτελούν βασικούς λόγους για μαζώξεις στο σπίτι με καλή παρέα, σνακς και αναψυκτικά, έτσι για να μαθαίνουμε και εμείς οι "νεότεροι γέροι", και να θυμούνται τα original ραμολιμέντα (μαμά σ'αγαπώ).
Βέβαια, ο Black εκτός από την επιστροφή του στα σκηνοθετικά τεκταινόμενα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και με τον Robert Downey στο πλευρό του, είχε γυρίσει το 2005 το εντελώς underrated ταινιάκι, "Kiss Kiss Bang Bang", ένα νεο-noir δημιούργημα, με σύγχρονη ατμόσφαιρα, καλογραμμένο σενάριο και πρωταγωνιστή έναν Robert Downey (το "Iron Man" αποτελεί την δεύτερη συνεργασία τους), σε έναν από τους καλύτερους ρόλους της καριέρας του.  Λέγοντας αυτά, δεν νομίζω να έχετε ακόμα αμφιβολίες αναφορικά με το story της ταινίας.  Ακόμα κι αν είχατε όμως, είμαι σίγουρη πως θα τις ξεχνούσατε μετά το τέλος του φιλμ.


Βέβαια για να λέμε και τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη, το σενάριο του τρίτου Iron Man, χαρακτηρίζεται από μερικές ιδιαιτερότητες, για τις οποίες όμως δεν μπορώ να κάνω λόγο καθότι αυτό θα οδηγούσε σε φοβερά και τρομερά spoilers και αυτό δεν το θέλει κανείς.  Μπορώ και πάλι απλώς να σας θυμίσω πως πρέπει να κρατάτε στο πίσω μέρος του μυαλού σας (όλοι εσείς βασικά οι οποίοι έτσι κι αλλιώς διαβάζετε τα comic), οτι η ιστορία δεν εκτυλίσσεται όπως ακριβώς συμβαίνει στο χαρτί, αλλά με κάποιες μικρές, μα ζωτικές για τον χαρακτήρα της ταινίας, αλλαγές.  And that's that.
Όσον αφορά το θέμα της σκηνοθεσίας τώρα, πραγματικά δεν θα μπορούσαμε να ζητήσουμε κάτι παραπάνω, μιας που το θέαμα είναι εντυπωσιακό: καταιγιστική δράση, εφέ all over the place, ανατροπές και άφθονο γέλιο, αποτελούν βασικά χαρακτηριστικά μια περιπέτειας που θα σε αφήσει ικανοποιημένο από κάθε άποψη, αρκεί και εσύ να μην είσαι από εκείνους τους ψείρες που επί μονίμου βάσεως ψάχνουν τα αρνητικά (ιδιαίτερα σε τέτοιου είδους εφετζίδικες περιπέτειες), σχετικά με το κατά πόσο ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα το όλο θέμα, πως μπόρεσε ο Stark να πηδήξει από' δω, πως μπόρεσε να πηδήξει απο'κει και πόσο ανυπέρβλητος πατριωτισμός χωράει σε έναν σούπερ ήρωα.  Εμμ ναι, καταρχάς μόνος σου χαλάς όλο το fun της υπόθεσης, μιας που κανείς δεν είπε οτι θα παρακολουθήσεις υπαρξιακές, ταρκοφσκικές παπάτζες.  Πάρε για πράδειγμα μια από τις στολές του Iron Man και πιο συγκεκριμένα την παραπάνω.  Η οποία έχει τα χρώματα της αμερικάνικης σημαίας.  Έχει και ένα αστέρι στο στήθος.  Και μια σημαία να κυματίζει από πίσω της.  Φυσικά και ενέχει το στοιχείο του φλογερού πατριωτισμού, όπως ακριβώς και της εμπλοκής του Προέδρου.  Το καλό όμως είναι πως αυτό αποτελεί μόνο ένα μικρό λιθαράκι στην ιστορία του Iron Man επιτελώντας περισσότερο σκοπούς γεμίσματος των 130 λεπτών που διαρκεί, παρά μια καθεαυτή πατριωτίζουσα πλοκή.  Γι' αυτά έχουμε τον Will Smith στην Ημέρα Ανεξαρτησίας και τον Captain America.  Αρκούν.


Αφού το λύσαμε και αυτό, να πω πως πρόκειται επίσης να δείτε τον Iron Man πιο ανθρώπινο από ποτέ, μιας που ο ρόλος του Robert Downey μέσα στην στολή, είναι αρκετά πιο περιορισμένος απ'οτι στις προηγούμενες ταινίες.  Βέβαια αυτό καθόλου δεν μας χαλάει μιας που και οι σούπερ ήρωες έχουν τις στιγμές ενδοσκόπησής τους τύπου "που πάω, ποιος είμαι και τι κάνω", με αποτέλεσμα εδώ ο Tony Stark να βγαίνει τελικά πολύ πιο "ρεαλιστικός" και θνητός.  Φυσικά στο background παίζουν ένα σωρό θέματα που αφορούν την σχέση του με την Pepper, (η οποία εδώ αποκτάει πλέον καίρια θέση και υπόσταση, φεύγοντας μακριά από το ξενερουά παρουσιαστικό των πρώτων μεταφορών), με τον αμερικάνικο λαό, με την θέση του ως πολεμική μηχανή, την στάση του απέναντι στην νέα τρομοκρατική απειλή, αλλά και τα χαμένα όνειρα μιας πιο ιδεαλιστικής εποχής που έχει όμως περάσει ανεπιστρεπτί, θέματα τα οποία όπως θα αντιληφθείς, εμπλουτίζουν το σενάριο και δεν το αφήνουν να βαλτώσει σε μια ενδεχόμενη απλή δράση του ήρωα.  Γιατί όπως και να το κάνουμε όση δράση κι αν υπάρχει, όσο χρήμα κι αν έχει πέσει πάνω στο εφέ (και εδώ μιλάμε για 200$ εκατομμύρια), αν δεν υπάρχει και μια στοιχειώδεις πλοκή που να ξεχωρίζει αυτές τις ταινίες από τα εξαμβλώματα για παράδειγμα του Michael Bay, ε τότε θα μιλάμε για οπτικό περιεχόμενο χωρίς όμως καμία ουσία.  Γιατί αν οι ήρωες χαρακτηρίζονται έτσι, είναι πρωτίστως για τις επιλογές και τις συνθήκες που τους ανάγκασαν να σηκώσουν το βάρος ενός έθνους ή και ενός ολόκληρου πλανήτη στις πλάτες τους.
Όσον αφορά τις ερμηνείες, όλοι κάνουν την δουλεία τους καλά, με τον Downey να αποτελεί χιουμοριστικό χείμαρρο και άκρως γοητευτική, πληθωρική παρουσία, ενώ εξίσου καλή και κλασική πλέον (if you know what i mean) δουλειά κάνει και ο Guy Pearce, με εκείνη την περήφανη φάτσα του που θες να γυρίσεις και να του χώσεις καμιά ξανάστροφη.  Βέβαια τα εύσημα δεν θα μπορούσαν να πάνε σε κανέναν άλλον εκτός του Ben Kingsley, ο οποίος είναι μοναδικός και ανεπανάληπτος, ενώ είναι σίγουρο πως δίνει και μια από τις καλύτερες ερμηνείες που θα δεις τελευταία.


Επειδή λοιπόν αυτόν τον καιρό we need a hero περισσότερο από ποτέ, και αφού φαίνεται πως στην πραγματική ζωή το πράγμα κάπου κολλάει, ας απολαύσουμε τουλάχιστον τον "Iron Man 3", μια ταινία τέρμα τα γκάζια, με φουλ δράση, άκρως εντυπωσιακές σκηνές και εξαιρετικό cast, και ας χαθούμε για λίγο στην εκτυφλωτική μαγεία του μπλοκμπαστερικού cinema.  Γιατί το έχουμε κι αυτό ανάγκη.  Α, μην ξεχάσετε να παραμείνετε στην αίθουσα μετά το τέλος της ταινίας για ένα απολαυστικό, μαρβελικό "σφηνάκι".

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι οι κοιλιακοί της Paltrow είναι φέτες, οτι παίζει και η Rebecca Hall και οτι το τραγούδι "Im Blue" των Eifel 65 θα γίνει και πάλι μόδα.


No trivia









































































 


Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

Oblivion: Sci-fi fantasy

Καλημέρες και καλή εβδομάδα να έχουμε.  Εμένα μου ξεκίνησε αρκετά στραβά βεβαίως (όπως και έχει γίνει παράδοση να προσθέσω), αλλά το καλό είναι οτι όλο και ένα κινηματογραφικό γράψιμο θα με κάνει λιγάκι να ξεχαστώ.  Συνεπώς σήμερα και βασικά όλη την εβδομάδα (μιας που πλέον οι Παρασκευές μου τείνουν να τινάζονται λιγάκι στον αέρα, και δεν προλαβαίνω να ανεβάζω ταινιούλα), θα ασχοληθούμε με τα κατεξοχήν blockbusters της εποχής, το sci-fi "Oblivion", και την τρίτη συνέχεια του Iron Man, η οποία βγαίνει στις αίθουσες της Πέμπτη, και αναμένεται να προκαλέσει πανικό.  Κι αν με ρωτάτε καλά θα κάνει μιας που προσωπική μου εκτίμηση είναι πως αποτελεί την καλύτερη εκ των τριών ταινιών.  Μακράν.  Και επειδή το πολύ το κυρ ελέησον το βαριέται και ο παπάς, είπα βρε αδελφέ να ασχοληθούμε αποκλειστικά αυτές τις μέρες με οπτικοακουστική τροφή, κατάλληλη για τις δραση-κες πτυχές του εαυτού μας, πασπαλισμένες με την απαραίτητη επιδερμική, χολιγουντιανή συνταγή του ηθικού προβληματισμού, της πορείας του ανθρώπου και πάει λέγοντας.  Ξεκινάμε λοιπόν με "Οblivion", μια ταινία που έχει ένα σωρό καλά πράγματα στα οποία μπορείς να επικεντρωθείς, αλλά και ένα τεράστιο κακό που ακούει στο όνομα, "αμερικάνικη μελούρα".  Για πάμε.


Ο Jack (Tom Cruise) και η Victoria (Andrea Riseborough), είναι τα δυο εναπομείναντα μέλη της ανθρώπινης φυλής στον πλανήτη Γη, οι οποίοι έχουν ως αποστολή τους την παρακολούθηση και τον έλεγχο, της ομαλής απορρόφησης όλου του υγρού στοιχείου του πλανήτη μας, με την βοήθεια τεράστιων πλατφορμών, οι οποίες προμηθεύονται το νερό, προκειμένου αυτό να μεταφερθεί αργότερα στο Tet, ένα εξωγήινο, πολύεδρο σχήμα, το οποίο στέκει νωχελικά στην μέση του ουρανού, φιλοξενώντας τον σταθμό ανεφοδιασμού.  Την ίδια στιγμή οι εναπομείναντες επιζώντες της ανθρωπότητας, έχουν ήδη εγκατασταθεί στον Τιτάνα, το μεγαλύτερο φεγγάρι του Κρόνου...
Όλα άρχισαν εξήντα χρόνια πριν, όταν η Γη δέχτηκε επίθεση από ορδές εξωγήινων, γνωστούς και ως "Scavs" (από την λέξη "scavengers", η οποία δήλωνε και τις βλέψεις των εξωγήινων πλασμάτων για εκμετάλλευση των πόρων και ουσιαστικό αφανισμό των ανθρώπων, προς δικό τους όφελος), οι οποίοι αφού κατέστρεψαν το φεγγάρι μας(!), άφησαν στην συνέχεια την Φύση να κάνει τα δικά της, προκαλώντας σεισμούς, πλημμύρες και κατακλυσμιαίες αλλαγές που άλλαξαν οριστικά το πρόσωπο του πλανήτη μας, ο οποίος έγινε κρανίου τόπος, πολύ πιο γρήγορα, απ'οτι θα τον κάναμε εμείς.
Και ενώ ο Jack και η συνάδελφός του εξακολουθούν να εργάζονται για τελευταία φορά στην Γη, οι εξωγήινοι συνεχίζουν να κάνουν αισθητή την παρουσία τους, μέχρι την στιγμή που η εμφάνιση ενός διαστημικού πληρώματος από το πουθενά, θα θέσει σε κίνηση μηχανισμούς τους οποίους ο Jack δεν είχε καν φανταστεί...


O Joseph Kosinski αποτελεί φρέσκο αίμα στην δημιουργική πιάτσα του Χόλιγουντ και μάλιστα, ένα από τα πολλά υποσχόμενα πρόσωπα των years to come.  Παρά το γεγονός οτι στο ενεργητικό του μετράει μόλις δυο ταινίες (και μια ακόμη η οποία έχει ανακοινωθεί), ο Kosinksi έχει καταφέρει να στρέψει τα φώτα πάνω του, κυρίως χάρη στις εντυπωσιακά καμωμένες σκηνοθετικές του προσπάθειες, οι οποίες τόσο στο "Tron: Legacy", όσο και εδώ στο "Oblivion", αποτελούν αναμφίβολα δείγματα θαυμάσιων, παρελθοντικών διδαχών και πλούσιου φουτουριστικού νου, γεγονός που αποτελεί αν μη τι άλλο έναν απόλυτα θαυμαστό συνδυασμό.
Εξίσου θαυμαστός είναι και ο τεχνολογικά προηγμένος κόσμος του "Oblivion", ο οποίος μπορεί να μην προσφέρει απολύτως τίποτα το καινούριο στο πλαίσιο της ανθρώπινης φιλοσοφίας περί πεπρωμένου, προορισμού ζωής ή ακόμα και περιβαλλοντολογικών ανησυχιών αναφορικά με την πορεία του πλανήτη Γη, καταφέρνει όμως να κατασκευάσει τόσο υπέροχα και με τέτοια ομορφιά τον κόσμο μέσα στον οποίο η δράση του παίρνει σάρκα και οστά, ώστε είναι πραγματικά αδύνατον να μη σε παρασύρει η μαγεία των επιστιμονικοφανταστικών του πλάνων, ακόμα και αν ξέρεις πως όλα αυτά δεν είναι τίποτα άλλο, πέρα από αποκυήματα μιας προκλητικής, ψηφιακής "πραγματικότητας".


Τέτοιες δουλειές είναι που κάποιος θα μπορούσε να απολαμβάνει με τις ώρες, ακόμα και στο πλαίσιο ενός κλασικού, black and white graphic novel, μιας που η άνθηση σε comics, ταινίες, ακόμα και ηλεκτρονική μουσική (ξέρεις τώρα, από αυτές που μοιάζουν βγαλμένες κατευθείαν από κόσμους μακρινούς και κρυφούς), που περιλαμβάνουν sci-fi περιπέτειες, διαστημόπλοια και φιγουρατζίδικους κακούς, μάλλον δεν σταμάτησε και ποτέ, με την αρχή να γίνεται προφανέστατα την χρυσή εποχή του George Lucas και των "Star Wars" (brace yourselves, they are coming in 2015), καθώς και του Ridley Scott και του alien-ικού του πονήματος.
Είναι σίγουρο πως αν ερωτηθεί ο καθένας από εμάς για τους λόγους για τους οποίους εκτιμάει και γουστάρει να βλέπει sci-fi ταινίες, θα πει και από κάτι διαφορετικό.  Προσωπικά λατρεύω αυτές τις ταινίες γιατί θέλοντας και μη, πάντα περικλείουν ψήγματα της ανθρώπινης περιέργειας για την απαρχή του κόσμου/κόσμων, τις τεχνολογικές εξελίξεις που μπορεί με την σειρά τους να χρησιμοποιηθούν ποικιλοτρόπως και τα τεράστια υπαρξιακά θέματα που οριοθετούνται στο "αυστηρό" (εδώ γελάμε) πλαίσιο, ενός αχανούς σύμπαντος.  Η Οδύσσεια του Kubrick για πράδειγμα, αποτελεί έναν φωτεινό φάρο στην ιστορία του κινηματογράφου, οχι μόνο γιατί πρωτοτύπησε στις σκηνοθετικές της τεχνικές, και εγκλώβισε μέσα της την παγκόσμια ομορφιά του κινηματογράφου, αλλά και γιατί κατάφερε μέσα από δεμένες σεκάνς και εννοιολογικά πλάνα, να μιλήσει για πράγματα πιο μπροστά από την εποχή της.  Φυσικά το ψυχεδελικό της αμπαλάρισμα, έδωσε ένα τεράστιο boost στην κατά κοινή της αποδοχή, ως μια από τις καλύτερες ταινίες που έγιναν ποτέ, ενώ και το επιβλητικό, σχεδόν προορισμένο για να "ακούγεται" στα πέρατα του διαστήματος, "Also sprach Zarthustra", αποτέλεσε απλώς τον φιόγκο σε ένα κατασκεύασμα που όμοιό του δεν υπάρχει. 


Πριν λοιπόν ο Kosinski αποφασίσει να κυκλοφορήσει στην αγορά το ομώνυμο graphic novel το οποίο ο ίδιος έγραψε, είπε να προχωρήσει στην σκηνοθεσία μιας ταινίας, και αν με ρωτάτε έξυπνη και σοφή η επιλογή του, μιας που έτσι θα είναι περισσότεροι και εκείνοι οι οποίοι όλο και ένα βλέμμα παραπάνω θα ρίξουν στον τίτλο Oblivion, που θα τους περιμένει στα απανταχού, βιβιοπωλικά ράφια.
Η ταινία αποτέλεσε για εμένα μια ευχάριστη έκπληξη, μιας που αγαπώ όλα εκείνα τα film, τα οποία με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, παραπέμπουν και παίρνουν δάνεια από αντίστοιχες ταινίες του είδους.  Στην προκειμένη περίπτωση η επίδραση της Οδύσσειας, είναι κάτι περισσότερο από εμφανής, ιδιαίτερα προς το τέλος, όπου και το πράγμα γίνεται ξεκάθαρο.  Από την ταινία δεν λείπουν επίσης ξόφαλτσες παραπομπές σε άλλα films, όπως το "WALL-E", το "Mad Max",  το "Star Wars" και το "Independence Day", γεγονός που δεν είναι κακό, μιας που οι έμμεσες αναφορές γίνονται με γούστο και καλαισθησία.  Σίγουρα βέβαια θα υπάρξουν και εκείνοι που θα αναρωτηθούν, αν κάπου το θέμα με το sci-fi έχει βαλτώσει, και ίσως αυτό να είναι ένα θέμα προς συζήτηση, μιας που κακά τα ψέματα την παρθενογένεση θα έπρεπε να την έχουμε ξεχάσει εδώ και καιρό.
Ανεξάρτητα από αυτό βέβαια, ο κόσμος που έχει δημιουργήσει ο Kosinski είναι εφιαλτικά ονειρεμένος.  Έρημο, γκρίζο τοπίο, πισίνες που ίπτανται πάνω από αστραποβροντισμένα σύννεφα, μοτοσυκλέτες που συναρμολογούνται στην στιγμή και κάτι θανατηφόρες οπλισμένες μπάλες αέρος, που μοιάζουν με high-tech Blastoises.  Μόνο που αντί για νερό, πετάνε λεϊζερικές φλόγες και σε κάνουν χαρτοπόλεμο.  Ωραία πράγματα.


Και εκεί που έχεις τον τέλειο, τον ιδανικό κόσμο για να κάνεις οτι γουστάρεις, και εκεί που έχεις ακόμα και αξιοπρεπείς ερμηνείες από όλο το cast, αποφασίζουν να σου πετάξουν οι σεναριογράφοι την μελούρα της ζωής σου, με υπεκοντινά στο πρόσωπο του Tom (και στο συνοφρύωμά του), με την ηρωική μουσική να παίζει στον background και όλες εκείνες τις σαχλές πινελιές που δεν προσδίδουν τίποτα το καλό σε μια ταινία, μόνο ένα χασμουρητό στην φάτσα σου.  Τόσο ωραία δουλειά, τέτοιο εκπληκτικό soundtrack από τους M83, και το πράγμα να χάνει από τις "ω πόσο μισητές αμερικανιές";
Αν δεν είστε τόσο αυστηροί όσο εγώ απέναντι στα δάκρυα και τους ηρωισμούς, τότε θα κρατήσετε από το "Oblivion" μόνο τα καλά του.  Είναι σίγουρα μια ταινία που αξίζει να την δεις στον κινηματογράφο και ειδικά οι φαν του sci-fi, θα την εκτιμήσουν δεόντως.  Στις μελιστάλαχτες στιγμές, απλώς γυρίστε το κεφάλι, ξεράστε μέσα στην χάρτινη σακούλα σας και συνεχίστε την προβολή.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι ο Morgan Freeman εκτός από ντετέκτιβ Θεός, είναι και άλλα πράγματα, οτι όλος ο κόσμος χτίστηκε κατά βάθος άνισος, για να αντισταθμίζεται η διαφορά ύψους Kurylenko-Cruise και οτι το τέλος θα μπορούσε να λείπει ρε!

Eπίσης το trailer μπορείτε να το αποφύγετε μις που είναι τίγκα στο spoiler

 

No trivia

Τετάρτη, 17 Απριλίου 2013

Easier with Practice: Alone on the phone...

Γεια σας, γεια σας!  Τετάρτη σήμερα και αύριο βγαίνουν στις αίθουσες οι νέες ταινίες της εβδομάδας, οι οποίες λίγο πολύ, καλές είναι, μιας που το πράγμα έχει και sci-fi περιπέτεια, με πρωταγωνιστή τον Tom Cruise και soundtrack bad ass (ναι, για το "Oblivion" λέμε), και ολίγον από πολιτικό, ανεξάρτητο κινηματογράφο, και λέμε βεβαίως για την ταινιούλα που πόσταρα εδώ την Δευτέρα, ενώ σίγουρα δεν θα πρέπει να χάσετε και το γαλλικό, "Le Magasin des Suicides", ένα εξαιρετικό animation, το οποίο προβλήθηκε και στο φετινό, γαλλόφωνο φεστιβάλ της Αθήνας, και το οποίο είναι ο ορισμός του black comedy με ολίγον δράμα μέσα.
Παρόλα αυτά για σήμερα, η πρότασή μας έρχεται από το 2009, και αποτελεί συγκεκριμένα μια ταινία η οποία είναι τόσο βαθιά χωμένη στην καθημερινότητά μας, ώστε είναι την ίδια στιγμή ρεαλιστική, αλλά και καθόλα απατηλή.  Ιδιαίτερα δηλαδή ως προς την θεματική που πραγματεύεται.  "Εasier with Practice" λοιπόν.  Για να δούμε...


O Davy (Brian Geraghty), είναι ένας νεαρός συγγραφέας, ο οποίος ταξιδεύει μαζί με τον αδελφό του στις αμερικάνικες πολιτείες, προκειμένου να προωθήσει το μέχρι τώρα αδημοσίευτο βιβλίο του, "Things People Do to Each Other" (κρατήστε στο πίσω μέρος του μυαλού σας αυτόν τον τίτλο, ο οποίος όπως θα καταλάβετε και στην συνέχεια, δεν είναι διόλου τυχαίος).  Και ενώ οι μέρες περνούν, και ο Davy παρέα με τον Sean, μπαίνουν στην ρουτίνα της απαγγελίας των short stories, του φαγητού, του ύπνου σε ένα φτηνό motel και φτου κι απ' την αρχή, ένα βράδυ ο Davy, θα δεχτεί ένα τηλεφώνημα στο δωμάτιό του.  Στην άλλη γραμμή βρίσκεται η Nichole, μια νεαρή ύπαρξη η οποία είναι έτοιμη για όλα.  Ο μοναχικός, επίδοξος συγγραφέας θα πιαστεί εξ' απροόπτου, μιας που οχι μόνο θα κάνει το καλύτερο τηλεφωνικό σεξ της ζωής του (φαίνεται έτσι κι αλλιώς να μην έχει κάνει και πολύ από αυτό), αλλά θα αναπτύξει και μια άτυπη στην ουσία σχέση, με την φωνή από την άλλη πλευρά.  Σύντομα η ζωή του πρόκειται να μπερδευτεί ακόμη περισσότερο, όταν αποφασίσει να της ζητήσει να συναντηθούν από κοντά...


Στα φετινά Blogoscars μια από τις αγαπημένες μου ταινίες-και την οποία δεν είδα και σε πολλές λίστες, κλαψ-, ήταν το "Compliance", στο οποίο μια ταμίας βρίσκει τον μπελά της, όταν στο φαστφουντάδικο που εργάζεται, τηλεφωνεί ένας μυστήριος τύπος δηλώνοντας οτι είναι αστυνομικός, και πως πρόκειται να κάνει έναν...τηλεφωνικό έλεγχο, αναφορικά με κάποια χρήματα που εκλάπησαν από μια πελάτισσα.  Ο τύπος είναι προφανέστατα φαρσέρ, μιας που ως θεατές εμείς γνωρίζουμε την αλήθεια, αλλά οι ήρωες οχι.  Το τι βάζει να κάνει από εκεί και πέρα, την έρμη την κοπέλα, καλύτερα να το δείτε μόνοι σας.
Αν και η ταινία αποτελεί μια από τις πιο σκληρές φέτες πραγματικότητας που θα δεις, εντούτοις σίγουρα θα συμφωνήσεις και εσύ πως αυτά τα πράγματα δεν συμβαίνουν.  Κι όμως.  Η συγκεκριμένη ταινία, όπως και η σημερινή μας, βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα...
Η αλήθεια είναι πως στην σύγχρονη εποχή των social media, των smart phones και των τεχνολογικών gadgets, τα οποία πλημμυρίζουν καθημερινώς την αγορά, ο όρος "ιδιωτική ζωή", τείνει να καταλήξει στα σκουπίδια, απαρχαιωμένος και άνευ σημασίας.  Προφανώς και ο καθένας από εμάς φέρει και μια τεράστια ευθύνη απέναντι στις ίδιες του τις πράξεις, αφού το να αποφασίζεις για παράδειγμα να βομβαρδίσεις την τάδε σελίδα κοινωνικής δικτύωσης, με ένα σωρό φωτογραφίες, αποτελεί έτσι κι αλλιώς ένα κάποιο ρίσκο, από την στιγμή μάλιστα που δεν μπορείς να ξέρεις, που θα καταλήξουν αυτές οι εικονικές, προσωπικές σου στιγμές.  Βέβαια, επειδή  είμαστε και παιδιά των καιρών μας, θέλουμε να πηγαίνουμε και με το ρεύμα, χωρίς τελικά να δίνουμε και μεγάλη σημασία στους κίνδυνους που ελοχεύουν εκεί έξω.  Μέχρι την στιγμή δηλαδή που θα δούμε κάποιον άλλον να χρησιμοποιεί το όνομά μας ή τις φωτογραφίες μας.  Και τότε;


Η μοναξιά της σύγχρονης εποχής, οι γρήγοροι ρυθμοί της ζωής και η ανάγκη να προλάβουμε να τα ζήσουμε όλα σε τρομακτικές σχεδόν ταχύτητες, υπογραμμίζουν σε έναν μεγάλο βαθμό τις διαπροσωπικές σχέσεις, οι οποίες αρχίζουν και τελειώνουν πίσω από οθόνες υπολογιστών και κινητών τηλεφώνων (και σταθερών δηλαδή).  Γιατί απλά στο σπίτι σου, εύκολα βολεμένος στην θέση σου, απολαμβάνεις τα προνόμια της κρυμμένης σου ταυτότητας, ζώντας την στιγμή όπως ακριβώς την θες.  Δημιουργείς μια νέα ταυτότητα, λες οτι είσαι αστυνομικός, μπολιάζοντας την συνείδηση του συνομιλητή σου με τον φόβο της εξουσίας, και βάζοντας αθώες πιτσιρίκες να ξεγυμνωνθούν και να ξεμπροστιαστούν, χάνοντας κάθε ψήγμα αξιοπρέπειας, μόνο και μόνο για να κάνεις μια πλάκα, να γελάσεις και να ικανοποιήσεις προφανώς, τις μύχιες, σαδιστικές σου ορέξεις.  Τα πραγματικά avatar-ικά προσωπεία από τα οποία μπορείς να διαλέξεις, είναι αμέτρητα.  Μπορείς να είσαι όποιος θες, να επιλέξεις μέσα από ένα τεράστιο φάσμα χαρακτηριστικών και να δημιουργήσεις τον νέο σου εαυτό, την νέα σου προσωπικότητα, τον νέο χαρακτήρα, και να χαθείς μέσα σε αυτό, να τον πιστέψεις να γίνει δεύτερο πετσί σου, και να εξαπατήσεις ή να εξαπατηθείς, αλλά και οχι, γιατί έχοντας ταυτιστεί πλέον με τα καινούρια σου χαρακτηριστικά, αυτά τα κατά παραγγελίας, δεν ξεχωρίζεις τον νέο σου, από τον παλιό εαυτό, αποτελείτε ένα νέο κράμα, δημιουργημένο από την δική σου επίγνωση των πραγμάτων, της προσταγές της μόδας και των εκάστοτε προτύπων.  Συνεχίζεις το θέατρο γιατί σου δίνει συντροφιά, είσαι πλέον κάποιος, κάποιος θελκτικός, ενδιαφέρον και συναρπαστικός, ακόμα κι αν ήσουν και πριν έτσι, αλλά τότε δεν το είχες καταλάβει.  Όταν έρθει όμως η στιγμή να πετάξεις από πάνω σου την πλασματική ταυτότητα, όπως το φίδι πετάει το "πολυφορεμένο" δέρμα του, τότε τι μένει;


Μένει η μοναξιά, αυτή η ροκανιάρα φίλη, που εδώ, στην ταινία του Kyle Patrick Alvarez, παίρνει σάρκα και οστά στον συγκροτημένο και προβληματικό πρωταγωνιστή της.
Ο Davy είναι ένας άνθρωπος βαθιά μόνος, έρμαιο της υπεραπλουστευμένης του ζωής, και των ανεκπλήρωτων, συγγραφικών του επιθυμιών, ο οποίος αδυνατεί να επικοινωνήσει με το περιβάλλον του.  Ακόμα και οι στιγμές με τον αδελφό του, αποτελούν μόνο τυπικές εκφάνσεις της μίζερης και βαρετής του καθημερινότητας, ανταλλάσσοντας μαζί του μόνο ελάχιστες κουβέντες, για να κλειστεί και πάλι μετά στο εργένικο καβούκι του.
Ο συγκεκριμένος ήρωας αποτελεί κλασικότατο παράδειγμα της προβληματικής, οχι μόνο της δικής μας, τεχνολογικά προηγμένης εποχής, αλλά μάλλον λειτουργεί ως κακή αρχή και εν δυνάμει, διορατική ματιά του σκηνοθέτη, καθώς παρά το γεγονός οτι η ταινία είναι του 2009, τοποθετείται χρονικά σε περασμένη δεκαετία, τότε που τα κινητά ήταν κοινώς μπακατέλες και διέθεταν κεραία που έπιανε εξωγήινα σήματα.
Αν και η ανάγκη για ανθρώπινη επαφή είναι πιο επιτακτική από ποτέ, εντούτοις ο Alvarez δηλώνει απερίφραστα, οτι επειδή και η μοναξιά είναι κάτι το διαχρονικό, συνεπώς παρόμοια κοινωνικού σχολιασμού περιστατικά, συνέβαιναν βεβαίως και παλιότερα.  Η μόνη διαφορά έγκειται στο χρησιμοποιούμενο προϊόν.  Τίποτα άλλο.
Το "Easier with Practice", αποτελεί στην ουσία μια δραματική μελέτη, πάνω στην καμωμένη με τεχνολογική εξάρτηση, κοινωνία μας, διορατική και καθόλα αληθινή, που δίνει το ακριβές στίγμα των καιρών, χωρίς να καταλήγει υπερβολική ή ηθικολογικά διδακτίζουσα.  Εξάλλου φαίνεται πως ο στόχος του σκηνοθέτη, δεν είναι να διδάξει, απλώς να υποδείξει.  Τι ακριβώς;  Μα μια κατάσταση που υπήρχε, υπάρχει και θα εξακολουθήσει να υπάρχει, για όσο αναπνέει ο άνθρωπος.  Το μόνο που αλλάζει τελικά κάθε φορά, είναι τα μέσα.  Περίεργο αν σκεφτεί κανείς, πως ακριβώς αυτά δημιουργούνται με γνώμονα την βελτίωση της ζωής του ατόμου...


Ο Brian Gerahty είναι εξαίσιος στον πρωταγωνιστικό του ρόλο, κρατώντας επί της ουσίας όλο το φιλμ στις πλάτες του, και χωρίς να παρουσιάζεται ούτε στιγμή, μακριά από τον αμήχανο και κάπως στραπατσαρισμένο του ήρωα.
Το τέλος της ταινίας, είναι και αυτό που περικλείει όλο το νόημα του ανέκδοτου βιβλίου του Davy, χτίζοντας μια έξυπνη μορφή τραγικής ειρωνείας, η οποία αποτελεί την ίδια στιγμή την κατάρα και την λύτρωση του κεντρικού χαρακτήρα.
Το "Easier with Practice", είναι ένα μικρό, ανεξάρτητο ταινιάκι, που καλά θα κάνεις να το αναζητήσεις, έτσι για να δεις σε μια συμπυκνωμένη μικρογραφία τον κόσμο, μέσα στον οποίο ζούμε.  Με μιουταρισμένη πλοκή, ελάχιστες εξάρσεις και μια σκηνοθεσία που παραπέμπει σε χαλαρό road trip, θα μείνει στο μυαλό σου και σίγουρα θα σε προβληματίσει.  Και καλά θα κάνει.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι τα γένια προσδίδουν άλλο στυλ ρε παιδί μου, οτι ο πρωταγωνιστής έχει παίξει στα "The Hurt Locker", "Jarhead" και στο πιο πρόσφατο "Flight" και οτι αυτό με το στρώμα, θα προτιμούσα να με κάψουν, παρά να το κάνω...


No trivia

Δευτέρα, 15 Απριλίου 2013

Clandestine Childhood (a.k.a Infancia Clandestina): From the eyes of a child...

NEW ARRIVAL

Γεια σας, γεια σας και καλή εβδομάδα να έχουμε!  Σήμερα και μιας και τις τελευταίες μέρες τρέχω λιγάκι σαν τρελή, προκειμένου να προλάβω διάφορα, είπα να σας προτείνω μια καινούρια ταινιούλα, η οποία πρόκειται να κυκλοφορήσει από την Πέμπτη, στης ελληνικές αίθουσες.  Με αφορμή λοιπόν την δημοσιογραφική της προβολή, για τις ανάγκες του site στο οποίο γράφω, είπα να εκμεταλλευτώ την ευκαιρία και να γράψω δυο λόγια, μιας που ήταν στην τελική και μια απρόσμενη, μικρούλα έκπληξη.  Ο λόγος;  Στην ταινία πρωταγωνιστεί η μούσα των μεξικάνικων, σαπουνοπερικών μας, νεότερων χρόνων, η Natalia Oreiro.  Πόσο καλή έλεγα, μπορεί να είναι μια ταινία με την Oreiro;  Αρκετά καλή, κατέληξα μετά το τέλος της.  Για να δούμε λοιπόν.  "Infancia Clandestina".


Βρισκόμαστε στην μεταπερονική Αργεντινή της δεκαετίας του ΄70, εκεί όπου ο στρατός έχει πλέον καταλάβει πραξικοπηματικά την εξουσία, και έχει εγκαθιδρύσει την δική του κυριαρχία.  Εκεί, ανάμεσα στους πολλούς, ένα παντρεμένο ζευγάρι ακτιβιστών το οποίο είχε εξοριστεί στην Κούβα, εξαιτίας της φιλοπερονικής του δράσης, θα επιστρέψει και πάλι στην πατρίδα του, παρέα με τα δυο μικρά του παιδιά: την μόλις μερικών μηνών Vicky, και τον εύστροφο πιτσιρικά, Juan.
Αποφασίζοντας να καταλύσουν στο σπιτικό του θείου του Juan, Beto, το ζευγάρι θα συνεχίσει την υπόγεια, επαναστατική του δράση στο πλευρό έτερων companeros, προκειμένου να ρίξουν από την εξουσία τον σφετεριστή στρατό.
Όπως είναι αναμενόμενο, όλη αυτή η κεκαλυμμένη δράση της οικογένειας, θα έχει τον δικό της αντίκτυπο πάνω στον παιδικό ψυχισμό του Juan, ο οποίος θα κληθεί να αλλάξει όνομα (και να μετονομαστεί σε Ernesto, από τον Ernesto Che Guevera, βεβαίως, βεβαίως), και να χτίσει στην ουσία, μια ολόκληρη, διαφορετική ταυτότητα, πριν μεταβεί στο νέο του σχολείο.  Και ενώ ο μικρός Juan, βιώνει την καθημερινότητά του, με τρόπο διαφορετικό απ'ολα τα υπόλοιπα παιδιά, τα πρώτα παιδικά σκιρτήματα θα του χτυπήσουν την πόρτα, όταν γνωρίσει την όμορφη Maria.  Ο αθώος "έρωτάς" τους, θα αποτελέσει βάλσαμο στην περίεργη, κομαντατική πραγματικότητά του, κάνοντάς τον ευτυχισμένο για πρώτη φορά, εδώ και καιρό.  Για πόσο όμως;


Ο Αργεντινός σκηνοθέτης, Benjamin Avila, κάνει με αυτό το ταινιάκι, το μεγάλου μήκους ντεμπούτο του, μοιραζόμενος με τους θεατές ημιβιωματικές εμπειρίες και επιπρόσθετες μυθοπλαστικές πινελιές.  Τα δύσκολα παιδικά του χρόνια εξάλλου και ο θάνατος της μητέρας του (η οποία είχε θεωρηθεί πως διατηρούσε σχέσεις με τους Μontoneros) από τον στρατό, σημάδεψαν την ζωή του σκηνοθέτη, ο οποίος μέχρι πρότινος στρεφόταν προς την δημιουργία κοινωνικοπολιτικών, ως επί το πλείστον, ντοκιμαντέρ, τα οποία είχαν να κάνουν με την ταραγμένη εποχή του '70, όπως την βίωνε η χώρα της Αργεντινής.
Αν και όπως αναφέρεται, η ταινία, βασίζεται μόνο εν μέρει στην ζωή και τα βιώματα του Avila, παρόλα αυτά η υπόθεση, δεν περνάει έτσι κι αλλιώς ως κάτι το απτό και απόλυτα αντικειμενικό, μιας που τα σκηνοθετικά της στυλιζαρίσματα σε στιγμές, είναι και δεν είναι ενταγμένα, μέσα στο γενικότερο πλαίσιο μιας αλήθειας.  Ακόμα και αν ο σκηνοθέτης ήθελε να αναπαραστήσει μέσα από τον φακό του, τις δύσκολες και σκληρές στιγμές που είχε αντιμετωπίσει ο ίδιος στην τρυφερή του ηλικία, το γεγονός πως το σενάριο ξεφεύγει από την αυστηρώς οριοθετημένη πλοκή του πολιτικού cinema, είναι ένα γεγονός.  Εν προκειμένω ο Avila, φαίνεται πως δεν νοιάζεται να μας διηγηθεί μια ιστορία για τον τρόπο που οι ενήλικες καταφεύγουν στις επαναστατικές του πράξεις, ως μιας μορφής αντίστασης, αλλά την ιστορία ενός παιδιού που καταφεύγει στην φιλία και την αγάπη, προκειμένου να εκφράσει-ενδεχομένως και υποσυνείδητα-την δική του μορφή αντίστασης.


Ο Juan γίνεται το αντικείμενο-εκφραστής κάθε παιδιού που έρχεται αντιμέτωπο με τον αντίκτυπο μιας επανάστασης ή ενός πολέμου, ο οποίος στην συγκεκριμένη περίπτωση, μοιάζει να έρχεται διαρκώς εκ των έξω.  Και τι εννοούμε με αυτό.  Εννοούμε, πως καθ'όλη την διάρκεια της ταινίας, δεν γινόμαστε ποτέ μάρτυρες ενός βίαιου συμβάντος, το οποίο να εκτυλίσσεται στον τρέχοντα, κινηματογραφικό και αφηγηματικό χρόνο, με τις εν δυνάμει συγκρούσεις και την έκρυθμη κατάσταση, να παίζουν διαρκώς, εκτός πλάνου.  Η απειλή κρέμεται με αυτόν τον τρόπο, πάνω από τα κεφάλια των πρωταγωνιστών και ποτέ δεν μοιάζει να οδηγείται σε ένα ολοκληρωμένο ξέσπασμα, αφήνοντας τους θεατές μόνο να εικάζουν και να υποθέτουν, σχετικά με το τι μπορεί να συμβαίνει εκτός πλάνου.  Όλος ο φόβος και η ανησυχία του πρωταγωνιστικό ζευγαριού, εκφράζεται μέσα από μια αστυνομική σειρήνα που θα ηχήσει ή μέσα από τον έλεγχο των χαρτιών για παράδειγμα, των ηρώων, από τους ανθρώπους του στρατού, οι οποίοι βρίσκονται ακροβολισμένοι στον δρόμο, γι' αυτή την δουλειά.  Αν θα έπρεπε λοιπόν αν επικρατήσουμε μια κάποια σκηνοθετική στάση του Avila, αυτή σίγουρα χωράει στην μετατόπιση του φόβου σε έναν off screen χώρο, εκεί ακριβώς που σαν θεατές υποψιαζόμαστε οτι παίζεται και το μεγαλύτερο δράμα, αυτό που θα έχει τον οριστικό αντίκτυπο, πάνω στους πρωταγωνιστές μας.


Αν βέβαια θέλουμε να λέμε και τα πράγματα με το όνομά τους, καλό θα ήταν να αναφέρουμε οτι το σενάριο, αποτελεί στο σύνολό του, το πιο αδύναμο χαρτί της ταινίας, για έναν κυρίως, βασικό λόγο: το γεγονός οτι ποτέ δεν έχουμε μια επαρκή ανάπτυξη των κεντρικών χαρακτήρων.  Σίγουρα θα απαιτούσε διαφορετική προσέγγιση, μιας εντατικότερη προσπάθεια ανάπτυξης και οπτικοποίησης του παρελθόντος των χαρακτήρων, αλλά ακόμα κι αν αυτό δεν γινόταν (όπως δηλαδή συμβαίνει στην ταινία), θα έπρεπε οι ήρωες να πατούν πιο γερά στο έδαφος, αναφορικά με τους λόγους οι οποίοι τους οδηγούν στην εκάστοτε πράξη.  Εξάλλου, υπάρχουν και κάποιες, μάλλον awkward στιγμές, στις οποίες το πράγμα δεν δουλεύει καλά, φανερώνοντας τις σεναριακές αδυναμίες (π.χ η οικογένεια χρησιμοποιεί μια επιχείρηση σοκολάτας ως βιτρίνα, προκειμένου να γεμίζει κατά τα άλλα, σοκολατένια κουτάκια, με σφαίρες, με τις οποίες τροφοδοτεί την επανάσταση. Γιατί όμως κανείς δεν σκέφτεται, οτι το να σε πιάσουν στον δρόμο με το mini φορτηγάκι και ένα εμπόρευμα τίγκα στον οπλισμό, θα ήταν πολύ εύκολο να συμβεί; και άρα επικίνδυνο;).
Ακόμα όμως και αν οι "μεγάλοι" χαρακτήρες δεν αναλύονται όσο θα χρειαζόταν (ή θα έπρεπε, όπως το βλέπει κανείς), η ταινία καταφέρνει να κερδίσει την προσοχή σου, χάρη στον νεαρό της πρωταγωνιστή, ο οποίος είναι εξαιρετικός, καθώς και στην όμορφη σκηνοθεσία της, η οποία διαθέτει φωνή και σου πασάρει και μερικά αξιόλογα τερτίπια, τα οποία δεν τα περιμένεις και τα οποία αποτελούν και το βασικό της αλατοπίπερο.
Καταρχάς, κάθε φορά που ο Juan φέρνει στον νου του κάποιο σκληρό, βίαιο συμβάν (γιατί στην τελική η ταινία, είναι και μια ιστορία πάνω στην μνήμη, ακόμα και μέσα σε ένα mainstream σύνολο, όπως γίνεται εδώ), η εναλλαγή από live action, σε animation, χρησιμοποιείται ως παντιέρα, σαν να πρόκειται για άλλον Tarantino, ο οποίος αποκρύπτει το αίμα και την gore διάθεση, μέσα σε ένα ανιματζίδικο περιτύλιγμα.  Εδώ, οι animation σεκάνς, θα μπορούσαν να σταθούν και από μόνες τους ως μικρού μήκους ταινιάκια, τα οποία ακολουθώντας την παραδοσιακή τεχνική, δίνουν σίγουρα μια εντελώς διαφορετική εικόνα στην ταινία.  Εξίσου ενδιαφέρουσα πάντως, είναι και η προσέγγιση των ονειρικών καταστάσεων του Juan, ο οποίος προβάλει στο υπνωτικό του υποσυνείδητο, την ταραχώδη ζωή του, εν μέσω μπουνιουελικών σεναρίων, προσθέτοντας μερικά απρόβλεπτα, σουρεαλιστικά στοιχεία στο concept της ταινίας, και μάλιστα υπό την μόνιμη, χρωματική παλέτα ενός αρρωστιάρικου, φωσφωρίζοντος, νέον πράσινου.


Το "Infancia Clandestina", είναι από εκείνες τις ταινίες που βγαίνουν, και περνούν απαρατήρητες, οπότε εγώ είμαι εδώ, προκειμένου να στου επιστήσω την προσοχή και να σου πω, οτι αξίζει να της ρίξεις ένα παραπάνω βλέφαρο.  Αν μη τι άλλο πρόκειται για ένα κατά τα άλλα, απλοϊκό δράμα, που έχει και τις καλές του στιγμές, μια εκ των οποίων περιλαμβάνει και την παρουσία της Natalia Oreiro (ω ναι), στον κεντρικό ρόλο της μάνας και η οποία υποδύεται τον ρόλο της, αρκούντως πειστικά και ικανά.  Αν λοιπόν δεν έχετε κάτι διαφορετικό στην σινεματική σας κούτρα, δείτε το και περιμένω απόψεις.  Χαιρετώ!

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι περιμένω και ταινία της Thalia, οτι "cambio dolor, por libertad..." και οτι η σεκάνς στο luna park, είναι από τις πιο όμορφες και γλυκές στιγμές της ταινίας.


No trivia


Τετάρτη, 10 Απριλίου 2013

The Place Beyond the Pines: Among fathers and sons...

NEW ARRIVAL

Γεια σας, γεια σας!  Αργήσαμε λιγάκι σήμερα, αλλά τι να κάνουμε που έχουμε και για ένα site να γράψουμε.  Και σύντομα μάλλον για δυο, οπότε εκεί δεν ξέρω τι ακριβώς θα γίνει με το blogaki, αυτό που ξέρω όμως, είναι πως θα προσπαθήσω να διατηρήσω μια συχνή, πυκνή εμφάνιση και σε αυτό.  Στην τελική, ούτε μου πάει καρδιά, ούτε και θέλω να το παρατήσω το καημένο.
So, σήμερα θα ασχοληθούμε με καινούρια ταινιούλα που βγαίνει στις αίθουσες από αύριο, και την οποία είδα για τις ανάγκες του site στην δημοσιογραφική της προβολή.  Λοιπόν, σας την προτείνω ανεπιφύλακτα.  Το "The Place Beyond the Pines", είναι η καλύτερη ταινία της εβδομάδας.


O "handsome" Luke (Ryan Gosling), είναι ένας μηχανόβιος stunt man, ο οποίος εργάζεται σε ένα περιοδεύον τσίρκο.  Με το νούμερό του να αποτελεί σίγουρα ένα από τα πιο εντυπωσιακά και πιο ριψοκίνδυνα (μαζί με δυο ακόμη τύπους, μπαίνει μέσα σε μια μεταλλική σφαίρα θανάτου, αφήνει το γκάζι στο φουλ, και αψηφά τους νόμους της βαρύτητας), ζει μια κατά τα άλλα περιθωριακή ζωή, γεγονός που γίνεται εύκολα αντιληπτό, από τα μυριάδες τατουάζ που κοσμούν το κορμί του (και κυρίως από ένα κούτσικο μαχαιράκι με μια σταλαγματιά αίμα, κάτω από το μάτι του), και την ολούθε μοναξιά του ατόμου του.
Όταν ένα βράδυ τον επισκεφθεί μια πρώην, γοητευτική ερωμένη, η Romina (Eva Mendes), ο Luke θα αρχίσει και πάλι να την γυροφέρνει, μη γνωρίζοντας ακόμη οτι είναι πατέρας, ενός στρουμπουλού, ξανθού πιτσιρίκου.  Από την στιγμή που το μαθαίνει, αποφασίζει να κάνει οτι περνάει από το χέρι του, προκειμένου να αρχίσει να προσφέρει στην "οικογένειά" του, δημιουργώντας ένα καλύτερο μέλλον για τον γιο του.  Φυσικά, κάπου εκεί θα αντιμετωπίσει τις αμφιβολίες της Romina, η οποία έχει ήδη αναζητήσει καταφύγιο στην αγκαλιά και το σπίτι ενός άλλου άνδρα, καθώς και τις έμπρακτες δυσκολίες της αποκόμισης ενός ικανοποιητικού μισθού.
Στην αναζήτησή του για νέα δουλειά, ο Luke, θα βρεθεί στο πλευρό του Robin (Ben Mendelsohn), ο οποίος διατηρεί συνεργείο αυτοκινήτων, αλλά θα διαπιστώσει και πάλι πως αδυνατεί να καλύψει τις ανάγκες του παιδιού του.  Τότε ο Robin θα του προτείνει μια διαφορετική λύση, όπως για παράδειγμα την ληστεία μιας τράπεζας.  Αυτή ακριβώς θα αποτελέσει τελικώς και την κομβική στιγμή κατά την οποία η ζωη-κή πορεία του Luke, αλλά και αυτή του νεαρού και φιλόδοξου αστυνομικού, Avery (Bradley Cooper), πρόκειται να αλλάξουν για πάντα...


Η νέα ταινία του σκηνοθέτη του "Blue Valentine", Derek Cianfrance, θέλει για ακόμη μια φορά τον Ryan Gosling σε ρόλο πρωταγωνιστή.  Και πως να μην τον θέλει δηλαδή από την στιγμή που η παρουσία του πολυτάλαντου ηθοποιού, αποτελεί και την πιο εντυπωσιακή, ερμηνευτική προσθήκη στο καινούριο φιλμ, του πάλαι ποτέ τηλεοπτικού ντοκιμαντερίστα.
Αν και ολόκληρο το cast της ταινίας παραδίδει μερικές από τις πιο μεστές ερμηνείες που έχεις δει τελευταία, εντούτοις ο Gosling αποδεικνύεται για ακόμη μια φορά, άξιος των περιστάσεων, παραπέμποντας στα αντι-ηρωικά αρσενικά περασμένων δεκαετιών, όπως ο James Dean και ο Marlon Brando.  Χωρίς να μιλάει πολύ (το συνηθίζει εξάλλου τώρα τελευταία, αν σκεφτούμε και το εμβληματικό πλέον "Drive"), αλλά γεμίζοντας κάθε πλάνο με το πληθωρικό του ταλέντο, καταφέρνει για ακόμη μια φορά να μαγνητίζει τα βλέμματα και να ηλεκτρίζει τον χώρο σε τέτοιον βαθμό, ώστε ακόμα και όταν δεν τον βλέπεις στο πλάνο, αισθάνεσαι κατά τρόπο αόρατο, την θελκτική του οντότητα.
Παρά το γεγονός πως οι περισσότερες, ξένες κριτικές τις οποίες διάβασα, κάπου φαίνεται να χαντακώνουν το νέο εγχείρημα του Cianfrance, κατηγορώντας το για υπερβάλλον στιλιζάρισμα και μεγάλη φιλοδοξία εκ μέρους του σκηνοθέτη (μια φιλοδοξία την οποία πολλοί εξαργυρώνουν, στην 140λεπτη διάρκεια της ταινίας), εντούτοις εγώ τείνω να διαφωνήσω στο σύνολό τους, συμφωνώντας μόνο εν μέρει, με τα όσα έγραψε ο διαδικτυακός "τύπος" του εξωτερικού.


Καταρχάς πολλοί στάθηκαν στους απλοϊκούς, και σχεδόν μηχανικούς διαλόγους της ταινίας, χωρίς να καταλαβαίνω ακριβώς και τον λόγο.  Αν σκεφτεί κανείς πως παρακολουθούμε ένα κινηματογραφικό δημιούργημα, το οποίο στο μεγαλύτερο μέρος του, απαρτίζεται από ένα καθόλα συνηθισμένο σενάριο (ένας απόκληρος ο οποίος προσπαθεί να φτιάξει την ζωή του και ένας αστυνομικός σε κρίση συνείδησης), δεν είναι καθόλου τυχαίος ο λόγος, για τον οποίο ο Cianfrance, αποφασίζει να δώσει μια διαφορετική πορεία στο στήσιμο των διαλόγων.  Τι ακριβώς θα προσέφερε αυτός, σε περίπτωση που ήταν περισσότερο διανθισμένος;  Μεγαλύτερη πειστικότητα;  Μεγαλύτερη ρεαλιστικότητα; ΄Η μια αρτιότερη εντύπωση μιας κατεστραμμένης οικογένειας, που παλεύει να βιοποριστεί στην μίζερη και αποκαμωμένη πόλη του Schenectady της Νέας Υόρκης;  Προσωπική μου άποψη, τίποτα απολύτως.
Ο Cianfrance είναι εκεί, προκειμένου να σκιαγραφήσει το δραματικό πρόσωπο μιας κατακερματισμένης οικογένειας (η οποία ούτε καν έτσι μπορεί να χαρακτηριστεί πραγματικά), μέσα από την οποία ο κάθε χαρακτήρας στέκει μόνος και έρχεται αντιμέτωπους με τους δικούς του δαίμονες.  Είτε αυτοί ακούνε στο όνομα του, "i let my family down", είτε στις ενοχές της Romina η οποία δεν αποκάλυψε (και δεν θα αποκάλυπτε) στον Luke την ύπαρξη του γιου του, είτε αργότερα, στο ενοχικό σύνδρομο του Avery, απέναντι σε ένα αστυνομικό τμήμα τίγκα στην διαφθορά και την μίζα.  Οι ήρωες δεν έχουν λόγο να μιλούν με λόγια.  Όταν υπάρχει ανάγκη να δηλώσουν κάτι, αυτό δηλώνεται μέσα από τις πράξεις τους.  Ακριβώς δηλαδή όπως γίνεται και εδώ.  Στην τελική το έχει πει και η Μαρινέλα βρε αδελφέ: "τα λόγια είναι περιττά".


Επόμενη στάση, η σκηνοθεσία του Cianfrance, την οποία χαρακτήρισαν "υπερβολική", "υπέρ του δέοντος προσπάθεια που δεν του πέτυχε", και άλλα πολλά χαριτωμένα.  Η αλήθεια είναι πως η σκηνοθεσία του, με ικανοποίησε στον βαθμό που έτσι κι αλλιώς την περίμεν καλή.  Οχι δηλαδή πως δεν περίμενα μια άρτια ατμόσφαιρα, από τον σκηνοθέτη του "Blue Valentine", αλλά μετά και από το πρώτο πλάνο, ήμουν απλά σίγουρη.
Υπάρχουν στιγμές μέσα στην ιστορία του film, οι οποίες παραπέμπουν σχεδόν σε καταστάσεις μαγικού ρεαλισμού, με την κάμερα του Cianfrance να παραμένει ανυπότακτη, απέναντι στην αέναη, motocross-ική κίνηση του Gosling, με τρεμάμενα, βιασμένα πλάνα (το καλύτερο είναι αυτό που λαμβάνει χώρα μέσα στο δάσος των πεύκων), και μια διάθεση χρωματικής ντεκαντάνς, η οποία συνάδει και απόλυτα, με την 80's αισθητική της ταινίας.  Παράλληλα, η φωτογραφία του Sean Bobbit είναι σχεδόν ονειρική, μαγική και υπέροχα ταξιδιάρικη, ακόμα και μέσα στο αυστηρό πλαίσιο, ενός δραματικού ψυχογραφήματος, μιας σειράς χαρακτήρων.
Το πρωτότυπο στήσιμο της ταινίας, η οποία χωρίζεται χονδρικά σε τρία κομμάτια (οχι απλά αρχή, μέση και τέλος ενός κινηματογραφικού κατασκευάσματος, αλλά αρχή, μέση και τέλος της ίδιας της ζωής), παραπέμπει εύκολα σε έναν κύκλο, ο οποίος πριν καλά καλά κλείσει, οδηγείται στην αρχή του και πάλι, με τον χρόνο να δίνει την σκυτάλη στην νέα γενιά, προκειμένου να χτίσει την δική της, προσωπική μοίρα.  Το "The Place Beyond the Pines", είναι μια ταινία για τους πατεράδες και τους γιους, για την αναπόφευκτη κορύφωση της μοίρας, την κυκλική πορεία της ζωή μας, και τα αποτελέσματα των επιλογών μας, τα οποία έχουν βαρύ τον αντίκτυπο τις περισσότερες φορές, πάνω στους εκάστοτε απογόνους.  Μην αναζητήσετε ξεχωριστά νοήματα, εννοιολογικές προσεγγίσεις και κάτι το απρόσμενα ξεχωριστό.  Αυτή η ταινία, είναι μια ωδή πάνω στις σχεδόν "μεταφυσικές" νόρμες, με τις οποίες χαρακτηρίζεται κάποιες φορές η πορεία όλων μας.  Ακόμη και η καταδίκη των όποιων συμπτώσεων, δεν χρειάζεται εδώ.  Παρακολουθούμε ένα αληθινό παραμύθι, και αν πρέπει να επωμιστούμε το βάρος ορισμένων συμβάσεων, προκειμένου αυτό να φτάσει στον τελικό του προορισμό, ας είναι.


Οι ερμηνείες, έρχονται και αυτές να σιγοντάρουν με τρόπο εξαιρετικό το ήδη γήινα δυναμικό περιβάλλον του Cianfrance.  Όπως είπαμε και πριν, ο Ryan Gosling αποτελεί την κορυφή του υποκριτικού παγόβουνου.  Γεμάτος ορμή και συναίσθημα, είναι πραγματικός σίφουνας.  Στο πλευρό του, ακόμα και το έτερον ήμισυ, Eva Mendes, παραδίδει την καλύτερη ερμηνεία της καριέρας(;) της, ενώ και ο Bradley Cooper, αποτελεί την ιδανική επιλογή για τον ρόλο του αστυνομικού, με τις στεοιχειώδεις ενοχές, οι οποίες επιστρέφουν ξανά και ξανά στην ζωή του, ζητώντας επίμονα να τον καταπιούν.  Εξίσου ευχάριστη και καθόλα εντυπωσιακή, η παρουσία του Dane DeHaan, στον ρόλο του έφηβου γιου του Ryan Gosling.
Αν και μια ευδιάκριτη μετατόπιση ενδιαφέροντος παρατηρείται, μετά το πρώτο μισό της ταινίας, εντούτοις είναι δύσκολο να μην παρασυρθείς από την ρεαλιστική, χωμάτινη γοητεία του "The Place Beyond the Pines".  Μη τη χάσεις.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι υπάρχει μια ξεκάθραη χιτσκοκική πινελιά, οτι στην Mendes δεν αρέσουν τα σουτιέν και οτι πως στο καλό έμειναν άθηκτα τα γυαλιά, μετά από τόσα χρόνια;


TRIVIA
  • Ο τίτλος της ταινίας προέρχεται από την μετάφραση της ονομασίας της ίδιας της πόλης του Schenectady, η οποία στην γλώσσα των Mohawk σημαίνει "beyond the pine plains".
  • O Gosling πρότεινε την Mendes στον Cianfrance.  Δε ντρέπεσαι ρε;
  • Η σκηνή με τον Gosling να τρέχει με την μηχανή του στην διασταύρωση, χρειάστηκε 22 λήψεις, και ένα τρύπιο μπλουζάκι από τον Cianfrance, ο οποίος το δάγκωνε μετά μανίας, σε κάθε νέα λήψη του ηθοποιού πάνω στην μηχανή.
(ΠΗΓΗ IMDB)

Δευτέρα, 8 Απριλίου 2013

Persona: Psychoanalysis and the phase of the mirror

Καλημέρα καλημέρα σε όλους!  Φθινοπωρινός ο καιρός σήμερα, και μάλλον κάπου θα σας απομουντάνω και εγώ, με την επιλογή της σημερινής μας ταινίας.  Επειδή γενικώς αυτές τις μέρες είμαι ή του ύψους, ή του βάθους από πλευράς διάθεσης, και επειδή όλο με κάτι σειρές καταπιάνομαι (σύντομα θα τα πούμε και για το "House of Cards"), είπα να κάνω και την δική μου μικροανάλυση, απέναντι σε μια από τις πιο δύσκολες στην κατανόηση ταινίες που έχω δει: την "Persona" του Bergman.  Η αλήθεια είναι πως η ενασχόληση με τέτοιου είδους ταινίες, στα πλαίσια ενός σεμιναρίου, σου ανοίγει λιγάκι περισσότερο τους ορίζοντές του, είτε μιλάμε για μια αρχική κατανόηση της ψυχανάλυσης εν προκειμένω, είτε για την σταδιακή γνώση των νορμών από τις οποίες απαρτίζεται η ίδια η ζωή.  Αν και το ξεκλείδωμα των κωδίκων αυτών των ταινιών, περιλαμβάνει μπόλικο, ειδικευμένο διάβασμα (το οποίο ούτε καν έχω φανταστεί να κάνω), εντούτοις ακόμα και ο πιο αδαής (όπως εγώ), μπορεί να πάρει μια πρώτη γεύση, μέσα από την ενασχόλησή του με μια σειρά θεματικών, που περιλαμβάνουν, καινούριες για τον καθέναν από εμάς, ιδέες και προοπτικές.  Συνεπώς, σήμερα θα ασχοληθούμε με την ψυχανάλυση και της θεωρίες της.  Θα προσπαθήσω να είμαι όσο πιο περιεκτική γίνεται, γιατί είναι και Δευτέρα βεβαίως, βεβαίως.  Ένα μεγάλο ευχαριστώ επίσης στον δάσκαλο Μάκη Μωραϊτη, για όλα αυτά που μας εξήγησε/δίδαξε/έμαθε.  Και για όλα αυτά που θα μας εξηγήσει/διδάξει/μάθει.


H Alma (Bibi Andersson), είναι μια νεαρή νοσηλεύτρια, η οποία επωμίζεται την φροντίδα μιας όμορφης ηθοποιού, της Elisabeth (Liv Ullmann).  Κατά την διάρκεια του ρόλου της ως Ηλέκτρα (κρατήστε το αυτό), η Elisabeth έπαψε ξαφνικά να μιλά, χωρίς κανέναν προφανή λόγο και με την ίδια να διατηρεί κατά τα άλλα, σώας τας φρένας της.  Μην ανταλλάσσοντας πλέον και την παραμικρή κουβέντα, και μάλιστα μέσω της απόλυτα συγκρατημένης της στάσης, η Alma, θα προσπαθήσει να εκμαιεύσει από εκείνην τους λόγους που την οδήγησαν σε μια τέτοια απόφαση, αποδεχόμενη την πρόταση της επικεφαλούς ψυχιάτρου του νοσοκομείου, να μεταβεί μαζί με την Elisabeth στο εξοχικό της, κοντά στην θάλασσα, προκειμένου εκεί να συνεχιστεί η θεραπεία της ντίβας του θεάτρου.  Καθώς όμως οι μέρες περνούν και οι δυο γυναίκες έρχονται όλο και πιο κοντά, σύντομα θα βρουν τους εαυτούς τους να ταυτίζονται, με την Alma να "γίνεται" Elisabeth και τούμπαλιν.  Φυσικά και μιλάμε για μια ψυχολογική/-αναλυτική μεταμόρφωση, κάτι ανάλογο με την "μεταμόρφωση" την οποία είχε υποστεί και ο ήρωας του Κάφκα, στο ομώνυμο έργο του.  Και κάπου εκεί οι πύλες της ψυχανάλυσης, στέκουν ορθάνοιχτες...


Ο Ingmar Bergman είναι ένας σκηνοθέτης που δεν χρειάζεται και πολλές συστάσεις.  Μετρώντας στο ενεργητικό του περισσότερες από 60 ταινίες, και αποτελώντας ταυτόχρονα σκηνοθέτη, σεναριογράφο και παραγωγό, θα έλεγε κανείς πως αποτέλεσε έναν από τους πιο εμπνευσμένους, ταλαντούχους και οξυδερκείς δημιουργούς, που πέρασαν ποτέ από την παγκόσμια κινηματογραφική ιστορία.  Το γεγονός εξάλλου οτι μνημονεύεται μέχρι σήμερα για τις σημειολογικές προσεγγίσεις των ταινιών του, και την κλασική θεματική του που αφορούσε αφενός, την διαρκή πάλη του ανθρώπου, με την θνητή του φύση (εν ολίγοις, το αδυσώπητο πέρασμα του χρόνου και την αέναη προσπάθεια για μια επανάκτηση του χαμένου, α λα Προυστ χρόνου, όπως π.χ στην ταινία του "Wild Strawberries"), και αφετέρου την μόνιμη αμφισβήτηση της ύπαρξης τους Θεού (τι είναι ο Θεός; υπάρχει; και αν ναι, που βρίσκεται;...), κάνουν ακόμη πιο κατανοητούς τους λόγους για τους οποίους αυτός ο auter, θεωρήθηκε και θεωρείται ακόμα, ένας εκ των κορυφαίων: γιατί κατάφερνε πάντα να συνδυάζει φόρμα και περιεχόμενο, ακόμα και σε μια καριέρα με τόσο, φαινομενικά, ετερόκλητες ταινίες, οι οποίες ακόμη κι αν φάνταζαν ολότελα διαφορετικές, διαπνέονταν εντούτοις από την κοινή τους κινηματογραφική πραγματικότητα.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση το "Persona", ίσως και να αποτελεί μια από τις ταινίες του, στις οποίες έχουμε μια σαφέστατη προπόρευση του περιεχομένου (υπό την μορφή της αναλυτικής και διεξοδικής μελέτης της βαθύτερης ιστορίας που κρύβεται πίσω από το όποιο story), έναντι της σκηνοθετικής οπτικής, χωρίς αυτό να σημαίνει πως εκείνη παύει να υφίσταται.  Υπάρχει, μόνο όμως ως σινεφιλίδικη αναφορά (κυρίως στην αρχή και το τέλος της ταινίας), όπως πολλοί μπορούν να την ερμηνεύσουν, αλλά και ως μια αυτοβιογραφική παραπομπή, στην δική του σκηνοθετική δράση.


Αν και η ταινία θα μπορούσε να αναλυθεί κάτω από το γενικολογικό πρίσμα μιας εν δυνάμει ψυχανάλυσης (αυτό το είχα αντιληφθεί και εγώ, πριν μάθω δυο μόλις πραγματάκια για διάφορες θεωρίες, τις οποίες συναντάμε μέσα στο φιλμ), αυτό που έχει ενδιαφέρον, είναι να την εντάξουμε τελικά μέσα στο πλαίσιο του ψυχαναλυόμενου και του ψυχαναλυτή.
Αυτή η σχέση αποτελεί μια από τις πιο εντυπωσιακά αλληλοεξαρτώμενες περιπτώσεις, κατά τις οποίες ο ασθενής και ο ειδικός, έρχονται σε μια τέτοια ταύτιση, μετά από την πάροδο μιας συγκεκριμένης χρονικής στιγμής (ή αλλιώς, μετά από μια σειρά τακτικών συνεδριών), ώστε μετά την κρεσεντική, ύψιστη "κορύφωση" της απόλυτης ταύτισης, ο ασθενής, καταλαμβάνει συνήθως μια στάση άμυνας απέναντι στον ψυχαναλυτή, μη αποδεχόμενος τις δικές του σκέψεις αναφορικά πάντα με τα εσωψυχικά προβλήματα που ο ίδιος του έχει εκμυστηρευτεί.  Αυτό το οποίο συμβαίνει, είναι στην ουσία ένα είδος "μετάβασης" (transference), των ελπίδων και των επιθυμιών του ασθενή, στο πρόσωπο του ψυχαναλυτή του, το οποίο όταν φτάσει στην υπέρτατή του μορφή (positive transference), μετά οδηγείται στην αντίθετη πλευρά, αυτή της αντίδρασης, της κόντρας και της κριτικής εκτίμησης του ειδικού από τον ασθενή (negative transference).
Αυτήν ακριβώς την βασική, ψυχαναλυτική σχέση εξεταστή και εξεταζόμενου, είναι που θέτει τελικώς στο προσκήνιο και ο Bergman στην "Persona" του, αφού η προοδευτική ταύτιση των δυο γυναικών, παραπέμπει ξεκάθαρα στην σταδιακή ταύτιση των δυο συμμετεχόντων, σε μια διαδικασία ψυχαναλυτικής ενδοσκόπησης.  Φυσικά, το πράγμα δεν μένει στεγνό και άνευ φροντίδας, μιας που ο Bergman μοιράζει ορθά τους ρόλους του, ακριβώς όπως και τις παραπομπές, τα υπονοούμενα και τα κρυμμένα νοήματα, όπως αυτά εναλλάσσονται διαρκώς, μέχρι και το τέλος της ταινίας.


Ένα από τα πιο αξιόλογα κομμάτια της ταινίας, το οποίο παρέχει μια σειρά από πληροφορίες τις οποίες θα μπορούσε κανείς να χρησιμοποιήσει, προκειμένου να την αναλύσει, είναι η παρουσία του αγοριού στην αρχή της, ενός αγοριού το οποίο όπως όλα δείχνουν, βρίσκεται στο νεκροτομείο.  Το γεγονός βέβαια οτι το αγόρι είναι ζωντανό, καθιστά την συγκεκριμένη σκηνή περισσότερο μεταφορική, παρά κυριολεκτική, θέλοντας ο Bergman με τον τρόπο αυτό, να πει προφανέστατα κάτι.  Τι όμως;
Όπως μαθαίνουμε στην συνέχεια της υπόθεσης, η Elisabeth έχει έναν γιο, τον οποίο όμως δεν θέλει, έχει απαρνηθεί.  Έχοντας αυτό ως γνώμονα (το οποίο ξαναλέω, μαθαίνουμε λιγάκι αργότερα, και αφού έχουμε ήδη δει το παιδί), μπορούμε να πούμε οτι η νεκρή διάσταση του παιδιού, έχει να κάνει με το τρόπο με τον οποίο αντικατοπτρίζεται ο εαυτός του, στην διάθεση της μάνας.  Αφού για εκείνην (ας μην ξεχνάμε πως η μάνα, αποτελεί το πρόσωπο του πρώτου πόθου του κάθε παιδιού) δεν "υπάρχει" πια, είναι συνεπώς "νεκρό".
Αυτό που γίνεται αντιληπτό και που μοιάζει να επανέρχεται σε κάθε ψυχαναλυτική θεωρία, είναι το μοτίβο του Οιδιπόδειου συμπλέγματος, γεγονός που έρχεται και κουμπώνει, ακόμα και με τον ρόλο τον οποίο υποδυόταν η Elisabeth πάνω στην σκηνή, μιας που η Ηλέκτρα, με την τεράστια αγάπη στον πατέρα και την μητρική της αντιζηλία, αποτελεί εδώ ιδανική, "τραγική" αναφορά, στην μυθοπλασία της ταινίας.  Άρα θα έλεγε κανείς πως το παιδί, παίζει βασικό ρόλο μέσα στην "Persona", καθώς χαρακτηρίζει με το υποκειμενικό του βλέμμα, όλο το πλαίσιο της ιστορίας.  Ναι, αλλά πως γίνεται αυτό από την στιγμή που το βλέπουμε μόνο μια, δυο φορές;  Γιατί απλά η Alma λειτουργεί σαν τον παιδικό διαμεσολαβητή, μεταφέροντας στην Elisabeth όλους τους φόβους και τα γιατί της εγκατάλειψής του/της, από εκείνη.  Φυσικά από την ατέλειωτη ομιλία της Alma (η οποία αποτελεί τον συνδετικό κρίκο όπως είπαμε, ανάμεσα στην μάνα και το παιδί), δεν λείπουν και τα δικά της προσωπικά βιώματα, οι ανησυχίες και η υστερική της φύση.  Πόσο τυχαίο νομίζετε πως είναι το γεγονός, οτι η Elisabeth ακούει στωικά κάθε λέξη της Alma, ενώ εκείνη μιλάει ώρες επί ωρών;  Καθόλου, για τον λόγο οτι η αντιστροφή των ρόλων έχει επέλθει, με αποτέλεσμα η ασθενής Elisabeth να αναλάβει τον ρόλο του ακουστικού ψυχαναλυτή, ενώ η νοσηλεύτρια Alma, αυτόν του ψυχαναλυόμενου, ο οποίος στην ουσία είναι το ίδιο το παιδί.  Το αγόρι, ψυχαναλύεται απέναντι στο αντικείμενου του οιδιπόδειου συμπλέγματός του, επιθυμώντας την οριστική και αμετάκλητη αποσύνδεσή του από αυτό.


Εκτός από το θέμα της ταινίας το οποίο μόνο ελάχιστα κατανοητό μπορεί να έκανα εδώ (ή και καθόλου), ο Bergman ενισχύει την άποψη περί ταύτισης ή και απόλυτου διαχωρισμού, μέσα από το αντιπαραδοσιακό μοντάζ, στο οποίο δεν έχουμε την κλασική εναλλαγή των προσώπων όπως γίνεται για παράδειγμα σε μια συζήτηση.  Αυτό που έχει σημασία στην προκειμένη περίπτωση, είναι η προοπτική που μας δίνεται για κάθε μια από τις δυο γυναίκες, καθώς και το πως μπορεί αυτό να εκφραστεί στοιχειωδώς, μέσα από την σκηνοθεσία.
Γενικώς το "Persona" είναι μια ταινία που έχει μπόλικο ζουμί, αλλά που ακόμη κι αν αποφασίσετε να τσεκάρετε, σίγουρα θα πρέπει να ρίξετε μια ματιά πρώτα σε θεωρίες όπως αυτή του Λακάν, αναφορικά με την "φάση του καθρέφτη", αλλά και την ουσία της "primal scene", αναφορικά με την ομαλή σεξουαλική ανάπτυξη ενός παιδιού.  Όσα περισσότερα διαβάσετε, τόσο πιο πολύ θα σας ανοιχτεί ο κόσμος της συγκεκριμένης ταινίας, και γιατί οχι, και πολλών ακόμη.  Και εγώ στο ψάξιμο είμαι.  Έχω δρόμο ακόμη....

Τι έμαθα από την ταινία: Έμαθα πολλά και διάφορα, τι να λέμε τώρα...


No trivia

Τετάρτη, 3 Απριλίου 2013

Stoker: It runs in the family

Hello again.  Όπως σας είπα για σήμερα Τετάρτη, ετοίμαζα να ανεβάσω το "Stoker", μια από τις πολύ καλές ταινίες που μπόρεσα να απολαύσω αυτή την περίοδο.  Με μερικά σκαμπανεβάσματα στην ψυχολογία, θα προσπαθήσω να είμαι όσο το δυνατόν πιο αντικειμενική και right to the point, αναφορικά με αυτά που πιστεύω πως ήθελε να περάσει ο Chan-wook Park, μέσω της ταινίας του.  Και επίσης να πως από τώρα, πως αν δεν την έχετε δει, καλά θα κάνετε να μην περιμένετε για πολύ ακόμη...


Μετά τον θάνατο του πατέρα της (Dermot Mulroney), η ιδιόρρυθμη India (Mia Wasikowska), κλονισμένη και βαθιά προβληματισμένη/προβληματική, θα κλειστεί ακόμα περισσότερο στον εαυτό της, κάνοντας οτι περνάει από το χέρι της, προκειμένου να αποφεύγει συστηματικά την παρουσία της ψυχρής της μητέρας, Evelyn (Nicole Kidman).  Και ενώ οι σχέσεις των δυο γυναικών πατούν σε τεντωμένο σκοινί, ιδιαίτερα μετά την ολοκληρωτική "αποχώρηση" της πατρικής/συζυγικής φιγούρας από το σπίτι, ένας άλλος γοητευτικός άνδρας, πρόκειται να κάνει την εμφάνισή του, στο σπίτι των Stoker, δηλώνοντας πως ορίζεται και ο ίδιος από το κοινό αίμα που τρέχει στις φλέβες του.  Ο νεοφερμένος δεν είναι άλλος, από τον μικρότερο αδελφό του πατέρα της India, Charlie (Matthew Goode).  Ο μυστηριώδης θείος Charlie, θα αρχίσει να κινείται μέσα στο σπίτι, γεμάτος αυτοπεποίθηση, σαγηνεύοντας την νέα χήρα, και προκαλώντας τις ματιές της νεαρής India.  Κοσμογυρισμένος και μοναχικός καθώς είναι, θα αποτελέσει τον αρσενικό πόλο έλξης για τις ηρωίδες του σπιτιού, οι οποίες θα τον δουν σαν το βάζο με το μέλι.  Για τελείως διαφορετικούς λόγους βεβαίως, η καθεμία.  Και φυσικά, όπως κάθε οικογένεια που σέβεται τον εαυτό της, έτσι και οι Stoker, θα εξακολουθήσουν να κρύβουν καλά τα μυστικά τους.  Μέχρι δηλαδή αυτά να βγουν στην επιφάνεια και οι αλήθειες τους να γκρεμίσουν τα πάντα...


Όπως έχεις ήδη ακούσει, το "Stoker", αποτελεί το αγγλόφωνο, κινηματογραφικό ντεμπούτο του νοτιοκεράτη Chan-wook Park, ο οποίος μεταφέρει στιλιζάρισμα, ατμόσφαιρα και-όπως αναμενόταν-εκπληκτική σκηνοθεσία, ακόμα και σε αυτή την πρώτη του, χολιγουντιανή απόπειρα.
Η αλήθεια είναι πως εδώ και καιρό βλέπαμε μια συγκεκριμένη κινητικότητα των Ασιατών δημιουργών, ως προς τον εμπορικό, αμερικανικό κινηματογράφο, μιας που όλοι αναζητούν μετά την καταξίωση, την αναγνώριση, και σε ένα μεγαλύτερο (ή μάλλον ΤΟ μεγαλύτερο) σινεματικό κοινό.  Και τι καλύτερο από το να ξεκινήσουν την προσπάθεια αυτή, από το Hollywood;
Όσον αφορά τον απόηχο της ταινίας του Park, τα πράγματα μάλλον δεν ήταν τελικά και τόσο ενδεικτικά του ταλέντου του, μιας που μπορεί το κοινό να αγκάλιασε το "Stoker", κριτικοί όμως, και σινεφιλίδικοι παντογνώστες, φάνηκε να τιμωρούν (υπέρ του δέοντος αν ρωτάτε εμένα), το κατά τα άλλα φτωχό σενάριο του πρωταγωνιστή του Prison Break, Wentworth Miller.  Αν είναι έτσι, τότε τι έχει να πει κανείς για το "The Last Stand", το αμερικάνικο ντεμπούτο του Jee-woon Kim, ενός δημιουργού μερικών, εκ των καλυτέρων σύγχρονων, νοτιοκορετικών ταινιών όπως οι "A Tale of two Sister", "Bitersweet Life" και "I Saw the Devil";  Ένας γερασμένος πλέον Arnie, πιστολίδι, τρεχαλητό και ένα όσο δεν πάει κλισεδιάρικο σενάριο, που όμως κάτι μας λέει πως όλο αυτό, μάλλον έγινε εξεπιτούτου από τον Kim, δεδομένης της ικανότητας των Ασιατών να μεταπηδούν από το ένα ταινιακό είδος στο άλλο, και να παραδίδουν μαθήματα κινηματογράφου, με όποιο κι αν καταπιάνονται.  Εν προκειμένω ο Kim πλήρωσε μάλλον "ακριβά" την επιθυμία μιας "επιστροφής στις παλιές ρίζες και ολίγον από b-movie crime", θεωρώντας προφανώς πως θα είχε ανάλογο αντίκτυπο με το...ασιατικό του western, "The Good, the Bad and the Weird".  Sorry Kim, εδώ είναι Αμέρικα, κι αν δεν είσαι ταραντινικός από γεννησιμιού σου, auteur, κλασικός, hip ή ένας ακόμη Ben Affleck, "stick to your own cinema style".  Δεν είδες και τον Park;  Μια γαμιστερή (με το μπαρδόν δηλαδή) ταινία είπε να κάνει, να πετάξει μέσα και τον αποφυλακισμένο πια Wentworth, και η ατάκα "ωραία ταινία, αλλά το σενάριο ok", έδωσε και πήρε.  Να υποθέσω πως αν είχε αναλάβει ο Park και αυτό το πόστο, όλα θα είχαν πάει κατ' ευχήν;


Δεν ξέρω γιατί προκλήθηκε ένα σχετικό θέμα, αναφορικά με τις αδυναμίες του σεναρίου, από την στιγμή που το ίδιο το σενάριο επέβαλε στην υπόθεση να αποτελέσει, μια ιστορία δωματίου.  Το γεγονός οτι υπάρχουν αρκετές σκηνές που διαδραματίζονται εκτός της εντυπωσιακής έπαυλης, δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο, εκτός από αυτό που μόλις έγραψα (ή ίσως και να έχει μια βαθύτερη έννοια, αλλά θα πρέπει να προχωρήσω σε spoilers για όσους δεν το έχουν δει και δεν θέλω).  Αντιθέτως όλο το ψυχολογικό παιχνίδι ανάμεσα σε αυτό το προκλητικό τρίγωνο, παίζεται μέσα στο σπίτι.  Με άλλα λόγια, ο κατεξοχήν πυρήνας της οικογενειακής γαλήνης, της ζεστασιάς και της ασφάλειας σπάει στην στιγμή, μόνο για να μεταμορφωθεί σε ένα τεράστιο παζλ, τα κομμάτια του οποίου θα αρχίσουν να μπαίνουν αργά, αλλά σταθερά στην θέση τους, αποκαλύπτοντας το πραγματικό, disturbing προσωπείο αυτού, που σίγουρα έχεις αρχίσει να ψυλλιάζεσαι.
Ο Park, έχοντας παράδοση στην εννοιολογική σκηνοθεσία και τις πρωτοποριακές τεχνικές, δεν διστάζει να φέρει μερικές από αυτές, στο "Stoker", το οποίο στο μεγαλύτερο μέρος της διάρκειάς του, μοιάζει με έναν ζωντανό, κινούμενο πίνακα, πολύ θελκτικό για να μην τον προσέξεις.  Από τους χρωματισμούς του εσωτερικού του σπιτιού (έντονα κόκκινα, βαθιά μπλε, ξεπλυμένα πράσινα και εκτυφλωτικά κίτρινα), και τις μυστηριώδεις γωνιές των κήπων, μέχρι το ντύσιμο των ηρώων που παραπέμπει σε άλλη εποχή, καθώς και τον συνδυασμό αυτού, με μια καθημερινότητα απτή και βαρετή (είναι εντυπωσιακό το πόσο κόντρα μοιάζει να έρχεται για παράδειγμα, ο συνηθισμένος χώρος του σχολείου, με το επιβλητικό κτίσμα στο οποίο ζει η India), o Park, καταφέρνει να δώσει το στίγμα μιας ταραχώδους ατμόσφαιρας, την οποία αντιλαμβάνεσαι κατά τρόπο υπόγειο, σαν να ξέρεις πως κάτι δεν πάει καλά, αλλά να μην μπορείς να εντοπίσεις και τι ακριβώς είναι αυτό.  Αυτό, είναι το ταλέντο του Park, να δημιουργεί καταστάσεις και κλίμα, από τις πιο καθημερινές πτυχές της ανθρώπινης ζωής, συνδυάζοντας παράλληλα υφές ετερόκλητες, χρώματα, αισθήσεις, στυλ, ακόμα και στοιχεία άλλων, θαρρείς, εποχών, πετυχαίνοντας πάντα ένα ραφιναρισμένο αποτέλεσμα που εντυπωσιάζει.  Οτι δηλαδή κάνει και στο "Stoker", με το αποτέλεσμα να είναι κάτι παραπάνω από ικανοποιητικό.


Η προβληματική ενός μυστικού, η οποία θέτει τα θεμέλια μιας γενικότερης δράσης, αποτελεί πάγια τακτική στις ταινίες του Park, είτε πρόκειται για ένα μυστικό το οποίο αποκρύπτεται από εμάς τους θεατές, είτε για ένα θέμα το οποίο ενδεχομένως να μην γνωρίζουν κάποιοι, από τους υπόλοιπους εμπλεκόμενους της ταινίας, όπως γίνεται για παράδειγμα στο "Thrist", στο οποίοι οι συμπρωταγωνιστές δεν γνωρίζουν οτι ο καλόκαρδος ιερέας, έχει μεταμορφωθεί σε βρικόλακα (κάτι στο οποίο εμείς γινόμαστε μάρτυρες, από τα πρώτα λεπτά).  Στην προκειμένη περίπτωση, το "Stoker", αποτελεί ένα γαϊτανάκι κρυμμένων σκέψεων και λόγων, από το οποίο μόνο οι επιθυμίες της Kidman, μοιάζουν να πλησιάζουν σε κάτι φαινομενικά λογικό και φυσικά απτό.  Η λαγνεία της εξάλλου, γίνεται εμφανής από την αρχή, μέσα από χαμογελάκια, πετάρισμα των βλεφάρων και προσεγμένη εμφάνιση, σε μια προφανή προσπάθεια να αποκαλύψει την δική της επιθυμία απέναντι στον θείο Charlie.  Αντιθέτως, οι μύχιες σκέψεις των Goode και Wasikoska, είναι αυτές που αφορούν, και αυτές που μέσα από ένα ολίγον μεταφυσικό πρίσμα (η India έχει την ικανότητα να αντιλαμβάνεται πράγματα, τα οποία οι άλλοι δεν μπορούν), έρχονται και κλειδώνουν η μια με την άλλη, δημιουργώντας έναν αναπόφευκτα άρρηκτο δεσμό, ανάμεσα στους δυο τους.  Έτσι κι αλλιώς αυτό δεν είναι δύσκολο να το αντιληφθεί κανείς, ήδη από την αρχή, και μέσα από το αυστηρά προσωπικό και μοναχικό περιβάλλον (αυτό του εαυτού της δηλαδή), με το οποίο πορεύεται η India.
Έχω την εντύπωση πως το όνομα της ηρωίδας, δεν είναι διόλου τυχαίο, μιας που όπως φαίνεται, θα αποτελέσει έναν ακόμη "προορισμό", για τον πολυταξιδεμένο Charlie, γεγονός που κάνει την σύνδεση/ταύτισή του, ακόμη πιο προφανή.  Κάπου εδώ, θα αρκεστώ να σας πως, πως όσοι έχετε παρακολουθήσει "Dexter", θα βρείτε και μια ξεκάθαρη σχέση ανάμεσα στην προσωπικότητα του Michael C. Hall, και της Mia Wasikoska, μια σχέση που εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την στάση και το ιδιαίτερο παίξιμό της στην ταινία.


Είτε το story μας παραπέμπει στην αποδόμηση της οικογενειακής εστίας, είτε σε πιο βαθιά, ψυχολογικά μυστικά στα οποί εμπλέκονται ζητήματα φροϊδικών αναφορών και δεν συμμαζεύεται, η αλήθεια είναι πως οτι κι αν θέλει να πει ο Miller, παρέα με τον Park, το κάνουν πολύ καλά.  Δεν χρειάζεται εξάλλου να πούμε και πολλά για την εκπληκτική σκηνοθεσία του νοτιοκορεάτη, πέρα από το οτι θα σας συνεπάρει και θα σας μαγέψει.  Και για εμένα που είμαι εμμονική με αυτά τα θέματα και τα ψάχνω, η τριχρωμία μπλε-κόκκινο-κίτρινο, είναι πάλι εκεί, για να μας υπενθυμίσει οτι βλέπουμε κάποιον που ξέρει από κινηματογράφο.
Οι ερμηνείες είναι αναμενόμενα εξαιρετικές (όπως και η φωτογραφία βεβαίως, βεβαίως).  Η Kidman είναι ταυτόχρονα ψυχρή, απόμακρη, σχεδόν κέρινη, αποτελώντας την ιδανική αποπροσωποποιημένη μητέρα και την wannabe ερωμένη.  Και ο Goode όμως, θυμίζει σε στιγμές τον χαρακτήρα του Christian Bale από το "American Psycho".  Εντελώς ψυχωτικός και με ένα παγωμένο χαμόγελο συνεχώς στα χείλη του, αποτελεί παρουσία διαβολικά ήρεμη, μέχρι την στιγμή της απαραίτητης ανατροπής.  Βέβαια, την παρουσία κλέβει εύκολα η Wasikowska η οποία υποδύεται τον ρόλο της με αλλοπρόσαλλη, ιδιάζουσα και σκοτεινή πίστη.  Με κορακί μαλλί, ντύσιμο καλόγριας και δολοφονικά βλέμματα, σίγουρα δεν είναι η τύπισσα με την οποία θες να έχεις και πολλά πάρε δώσε.  Καλύτερα, ούτε κι εκείνη θέλει...
Το "Stoker" στο σύνολό του, είναι μια ταινία που αξίζει να την δεις, για όλα τα παραπάνω και για ακόμη περισσότερα.  Ας προσθέσουμε λοιπόν σε αυτά και την υπέροχη μουσική του Clint Mansell, καθώς και το εξαίσιο τραγούδι της Emily Wells, "Becomes the Color", το οποίο ακούγεται στο τέλος.  Δείτε την.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι τα γυαλιά δεν έπαθαν τίποτα, οτι τα μαλλιά της Kidman είναι στάχυα και οτι ο οργασμός, μπορεί να επιτευχθεί και με άλλους τρόπους.


TRIVIA
  • Πρώτη επιλογή για τους ρόλους ήταν η Jodie Foster και η Carey Mulligan.
  • Το σενάριο ήταν στην "Βlack List" με τα καλύτερα σενάρια του 2010.  
(ΠΗΓΗ IMDB)