Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2012

Dead Ringers: Separation can by a terrifying thing...

Καλημέρες καλημέρες!  Παρασκευή σήμερα και πως έγινε πάλι και πέρασε έτσι ένας μήνας χωρίς να το καταλάβω, δε ξέρω.  Πρωτομηνιά την Κυριακή, τελικός του Euro τη Κυριακή, έχασε και η Γερμανία χθες και πολύ το ευχαριστήθηκα, αλλά είδα και μια ταινία μετά τον αγώνα, την οποία τη λες και σάπια (χωρίς να είναι και πάρα πολύ).  Όταν βέβαια τσεκάρεις και δεις οτι σκηνοθέτης είναι ο Cronenberg, όλα γίνονται πιο ξεκάθαρα.  Η αλήθεια είναι πως το "Dead Ringers" είναι μια ταινία για τους fan και μόνο, καθώς νομίζω πως όσοι υπόλοιποι αποφασίσετε να τη δείτε θα τη βρείτε 1) άρρωστη και 2) μάλλον κακοπαιγμένη (ενώ στην ουσία συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο).  Ξεκινάμε λοιπόν με "Dead Ringers"...


Τα αδέλφια Mantle (ο Bev(erly) και ο Elly(Elliot), τα οποία παίζονται εξίσου από τον Jeremy Irons) είναι δυο δίδυμοι και πολύ επιτυχημένοι γυναικολόγοι, οι οποίοι από πολύ μικρή ηλικία είχαν δείξει μια ιδιαίτερη κλίση στο να...ανοίγουν ανθρώπους (πλαστικά, ιατρικά ανθρωπάκια στην αρχή και αργότερα κανονικά πτώματα στη Σχολή τους) και να εξετεάζουν με μεγάλη προσοχή των εσωτερικό τους κόσμο, τον οποίο τόσο πολύ αγαπούσαν.  Βέβαια επειδή αγαπούσαν πολύ και τις γυναίκες, αποφάσισαν να ακολουθήσουν το δρόμο της γυναικολογικής καριέρας.  Πέρα όμως από την επιτυχία τους σε αυτόν τον τομέα, τα αδέλφια Mantle έχουν μεγάλη πέραση και στο ασθενές φύλλο, μιας που και η δουλειά τους ενδείκνυεται για γνωριμίες με αιθέριες υπάρξεις.  Αν και ο Bev, ο πιο συνεσταλμένος και μαζεμένος από τους δυο, δε το βρίσκει αυτό απόλυτα ηθικό, εντούτοις δε λέει οχι σε κάποια γυναίκα που φροντίζει να του πασάρει ο πιο πρωχωρημένος και ξεπεταγμένος Elly, αφού φυσικά την έχει και ο ίδιος 'δοκιμάσει'.  Όταν μια μέρα καταφτάσει στο ιατρείο τους μια διάσημη σταρ του κινηματογράφου, η Claire (Genevieve Bujold), τότε τα δυο αδέλφια θα βρουν και πάλι την ευκαιρία να...περάσουν καλά μαζί της.  Και ενώ ο Elly εξακολουθεί να αποτελεί τον Κύριο 'ψεκάστε-σκουπίστε-τελειώσατε', ο Bev φαίνεται να την ερωτεύεται σιγά σιγά, γεγονός που μόνο προβλήματα μπορεί να φέρει στη σχέση με τον αδελφό του.  Σύντομα και οι δυο θα καταλάβουν οτι ο 'αποχωρισμός, μπορεί όντως να αποτελέσει ένα τρομακτικό πράγμα'...


Εντάξει ο Cronenberg δε χρειάζεται συστάσεις, μιας που όλοι γνωρίζουμε περί της περίεργης, αλλά τόσο δημιουργικής προσωπικότητάς του και επίσης έχουμε ξαναδεί δουλεία του μέσα από το blog.  Παρόλα αυτά αξίζει να σημειώσουμε και πάλι, κανα δυο πραγματάκια αναφορικά με τις θεματικές των ταινιών του τις οποίες συναντούμε και στο "Dead Ringers".
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά trademarks στις ταινίες του είναι ο φόβος (ή καλύτερα ο τρόμος και σε συγκεκριμένες καταστάσεις ακόμα και η σεξουαλική διέγερση) που μπορεί να προκληθεί σε ένα άτομο εξαιτίας κάποιας σοβαρής και ιδιαίτερης ιατρικής κατάστασης ("Crash"), μιας μετάλλαξης ("The Fly") ή ενός παράσιτου ("Shivers").  Ο Cronenberg φροντίζει να θέτει πάντα παρόντα στις ταινίες του θέματα που χρείζουν εύκολα περαιτέρω ερμηνείας, και περιλαμβάνουν φροϋδικές αναλύσεις, ομοφυλοφιλικούς φόβους των ηρώων (όπως γίνεται ξεκάθαρα και εδώ), σεξουαλικές διαστροφές, καταπιεσμένα πάθη, βία, gore αισθητική και εν τέλει έναν ύμνο πάνω τον καμβά που ακούει στο όνομα, ανθρώπινο σώμα.
Ο Cronenberg ήταν πάντα από τους σκηνοθέτες που τολμούσε να ωθήσει τα προσωπικά του όρια (αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις και αυτά των θεατών του) ακόμα παραπέρα, καθιστώντας δυσδιάκριτο ένα εν δυνάμει τέλος στις αισθητικά προκλητικές και twisted ιστορίες του.  Εξάλλου εκ των πραγμάτων, η ενασχόλησή του με τις δυνατότητες του ανθρώπινου σώματος και όλων των πιθανών βασανιστηρίων που μπορεί να υποστεί αυτό (ακόμα και η φυσική διαδικασία της γέννας, παίρνει στο "The Brood" τη μορφή μιας φριχτής, αλλά και μεταφορικής 'πραγματικότητας') τον αναγκάζει να αναζητήσει τις εικόνες του σε μια εναλλακτική  καθημερινότητα στην οποία το φυσιολογικό και το περίεργο, βρίσκουν ένα κοινό πάτημα.  Το "Dead Ringers" δε θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση.


Όπως ακριβώς και οι Ασιάτες δημιουργοί οι οποίοι έχουν τη δική τους παράδοση απέναντι σε ταινιακές παραδοξότητες και θέματα που οδηγούν στα άκρα, έτσι ακριβώς και ο Cronenberg δε μασάει τα λόγια του, δημιουργώντας απόκοσμους-κόσμους μέσα στα πλαίσια μιας κατά τα άλλα φυσιολογικότητας, και εντείνονοντας το ενδιαφέρον, όσων αρέσκονται στις ταινίες του (κακά τα ψέματα τον Cronenberg είτε τον αγαπάς, είτε τον σιχαίνεσαι), περί κάποιου διδακτισμού ή και κοινωνικού σχολιασμού σχετικά με τον σύγχρονο τρόπο ζωής και τον ίδιο τον άνθρωπο.
Για παράδειγμα το "Tetsuo" του Ιάπωνα Shin'ya Tsukamoto, είναι ένας cyberpunk, αστικός μύθος σχετικά με την επίδραση της τεχνολογίας πάνω στο άτομο και τα τραγικά και πεσιμιστικά για τον σκηνοθέτη, αποτελέσματά της, τα οποία καταλήγουν να 'καταπιούν' κυριολεκτικά την ανθρώπινη προσωπικότητα.
Στο "Dead Ringers" o Cronenberg χρησιμοποιεί με ευφυέστατο τρόπο την ιδιαίτερη σχέση που λέγεται πως υπάρχει ανάμεσα σε δίδυμα αδέλφια, προκειμένου να εξυμνήσει με τη σειρά του μια σειρά από διαφορετικές συνιστώσες οι οποίες έχουν να κάνουν με την εμμονή, το θηλυκό στοιχείο, την εξάρτηση, τη σεξουαλικότητα, τη δισυπόστατη φύση του ατόμου και τον θάνατο, φροντίζοντας να εμπλέξει στο παιχνίδι του και αυτός το θέμα της-ιατρικής εδώ-τεχνολογίας.
Η ιστορία των δίδυμων γυναικολόγων, αποτελεί και πραγματική ιστορία, από την οποία και επηρεάστηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό ο σκηνοθέτης.  Πιο συγκεκριμένα η τύχη των πραγματικών Stewart και Cyril Markus, ξεδιπλώνεται και στο βιβλίο του συγγραφέα Bari Wood, με τίτλο "Twins" το οποίο προσμετράται στα σεναριακά credits του Dead Ringers.
Η αλήθεια πάντως είναι πως και σε αυτή τη περίπτωση ο Cronenberg επιλέγει μια καθαρά ρεαλιστική ιστορία ως βάση της υπόθεσής του, δίνοντάς της όμως τελικά το δικό του, προσωπικό ύφος και καθιστώντας την μια ακόμη ιδιοφυή και φρικαλέα μεταφορά πάνω στον αθρώπινο ψυχισμό.


Τα δυο αδέλφια Bev και Elly (συγκρατείστε τα ονόματά τους, Beverly και Elly τα οποία παραπέμπουν ξεκάθαρα σε γυναικεία) αποτελούν ένα και το αυτό.  Είναι δυο διαφορετικά σώματα με δυο διαφορετικά μυαλά, που όμως απαρτίζουν στην ουσία την ίδια ολότητα.
Το γεγονός οτι ο ένας είναι πιο ήπιων τόνων, άτολμος με τις γυναίκες και το 'μυαλό' της ιατρικής τους καριέρας, ενώ ο άλλος αποτελεί το γοητευτικό παρουσιαστικό της κοινής τους δουλειάς και τον ξύπνιο, θρασύ χαρακτήρα ο οποίος κερδίζει τη μια γυναίκα μετά την άλλη, δεν είναι τυχαίο, καθώς ο Cronenberg πρέπει να μας δείξει αυτές τις δυο διαφορετικές προσωπικότητες, σαν δυο μισά που δε θα μπορέσουν ποτέ να αποτελέσουν μεμονώμένους, ολοκληρωμένους ανθρώπους, επειδή ακριβώς η μοίρα (και η μήτρα) τους θέλει μαζί.
Πέρα από το γεγονός οτι είναι ολόιδιοι (και ο τίτλος της ταινίας σημαίνει ακριβώς αυτό), αφήνεται να εννοηθεί οτι οι δυο τους θα μπορούσαν να είναι κατά κάποιον τρόπο σιαμαίοι, μιας που από μικροί δε φαίνεται να έχει 'ξεκολλήσει' ο ένας από τον άλλο.  Οι εφιάλτες του Bev οτι είναι ενωμένος με τον αδελφό του και η Claire επιχειρεί να τους χωρίσει (μια φροϋδική εξήγηση θα μπορούσε να μιλάει για ένα οιδιπόδειο ανάμεσα στα δυο αδέλφια), εντείνουν ακόμα περισσότερο την πεποίθηση οτι οι δυο τους είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι μεταξύ τους και οτι ίσως η τόσο έντονη παρουσία μιας γυναίκας στη ζωή τους, μπορεί να αποτελέσει την καταστροφή τους (πλήρης απογαλακτισμός του ενός από τον άλλο).  Η αίσθηση οτι ο Bev και ο Elly αποτελούν τελικά δυο μισά τα οποία μπορούν να υπάρχουν μόνο όταν βρίσκονται μαζί (αυτός είναι και ο λόγος που ζουν στο ίδιο διαμέρισμα) έχει ενισχυθεί στο φουλ από τον Cronenberg, οχι μόνο εξαιτίας του ιδιαίτερου δεσίματός τους ως δίδυμοι, οχι μόνο από τη μεταφορική τους ένωση ως σιαμαίοι, αλλά και από το γεγονός οτι ο σκηνοθέτης αφήνει να εννοηθεί οτι τελικά οι δυο τους ίσως βρίσκονται και σε μια κατάσταση καταπιεσμένης, ομοφυλοφιλικής ανάγκης (εδώ κολλάει και η θηλυπρέπεια των ονομάτων τους) η οποία πνίγεται αφενός από την πραγματικότητά τους ως αδέλφια, και αφετέρου από την σίγουρη καταστροφή του επτιχυμένου, εργασικού τους status quo.  Ο Bev και ο Elly αποτελούν μια αναγκαστικά διασπασμένη, αλλά επί της ουσίας αδιάσπαστη οντότητα, βαθιά προβληματική η οποία τελικά μοιάζει να χρησιμοποιεί τη Γυναίκα ως αποδιοπομπαίο τράγο προκειμένου να μεταβιβάσει πάνω της μια σεξουαλικότητα πνιγηρή και κεκαλημένη.  Αλλά και τόσο ποθητή.


Εν προκειμένου η Γυναίκα αναλαμβάνει εδώ τον ρόλο του βδελύγματος, του μεταλλαγμένου καρπού τον οποίο αρέσκονται να απολαμβάνουν τα αδέλφια, αλλά που στην ουσία δεν είναι αυτό που πραγματικά έχουν ανάγκη.  Έτσι λοιπόν ακόμα και το sex παραπέμπει στην μεταξύ τους, ιατρική διάσταση (βλ. πρώτη και τρίτη φωτό, οι οποίες παρουσιάζουν έντονη ομοιότητα), αλλά και στο υποβόσκον ενδιαφέρον του ενός για τον άλλον (σε μια σκηνή ο Elly καλεί δυο δίδυμες πόρνες για σεξ, βάζοντας την μια να τον λέει Elly και την αλλη Bev, σε μια διεστραμένη προσπάθεια, κατά την οποία ο Elly φαντάζεται να κάνει σεξ με το άλλο του μισό, τον δίδυμό του Bev.  Ή επίσης και με τον εαυτό του).
Για τον λόγο αυτό θα πόνταρα στο γεγονός οτι η Claire παίζει απλά έναν διεκπεραιωτικό ρόλο, πυροδοτώντας δυο κατά πολύ ετεροχρονισμένες αντιδράσεις που κάποια στιγμή θα συνέβαιναν.  Είτε ως δίδυμοι, είτε ως 'σιαμαίοι', είτε ως ομοφυλόφιλοι, είτε και ως όλα αυτά μαζί, τα αδέλφια Mantle μπορεί να θέλουν, αλλά δε μπορούν να ζήσουν μια φυσιολογική ζωή.  Για αυτούς πάντα οι γυναίκες θα αποτελούν έναν απολαυστικό υποδοχέα οχι όμως για πολύ, γιατί στην τελική δε παύουν να έχουν έναν 'mutant vagina' (ή για εμάς τους πιο σώφρονες, έναν απλό γυναικείο κόλπο).
Η σκηνοθεσία του Cronenberg όπως πάντα αποπνέει σήψη και αρρώστια, αλλά αποτελεί μέρος ενός καθαρά προσωπικού στύλ, οπότε δεν μπορείς και να θες να του προσάψεις κάτι.  Σκοτεινιά και ψυχαναγκασμός στο έπακρο, συνθέτουν έναν εφιαλτικό κόσμο των οποίο οι ίδιοι οι ήρωες δημιούργησαν άθελά τους.
Στον διπλό, πρωταγωνιστικό ρόλο ο Jeremy Irons είναι εξαίσιος, αφού πιάνει το νόημα και των δυο χαρακτήρων, τους αποδομεί ιδανικά καο οδηγείται στην πλήρη διάσπαση μέχρι το τέλος της ταινίας.  Στιβαρή και απαιτητική η ερμηνεία του, που όμως με ευκολία καταφέρνει και τα βγάζει πέρα, γεμίζοντας την οθόνη και κανόντάς σε να μη μπορείς να ξεκολλήσεις τα μάτια σου από πάνω του.
Το "Dead Ringers" είναι μια ταινία που ανήκει στην κλασική Cronenberg-ίστικη θεματολογία και είναι τόσο προκλητική και twisted, όσο και η πιο πάνω σκηνή του σεξ.  Δείτε την σίγουρα.

Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι το καλύτερο χρώμα ιατρικής ρόμπας είναι το εκτυφλωτικό κόκκινο, οτι η Genevieve Bujold ήταν τόσο καλή, ώστε μου θύμισε έντονα τον χαρκατήρα της Elena Bonham Carter στο "Fight Club" ως Marla Singer (ίδια ράθυμη ομιλία και τολμηρό βλέμμα) και οτι το "American Psycho" θα μπορούσε να έχει επιρεαστεί στυλιστικά και ως προς το μαύρο χιούμορ του από αυτή τη ταινία.



TRIVIA
  • Η Margot Kidder ήταν η δεύτερη επιλογή του Cronenberg για τον ρόλο της Claire.  Τυχαία μάλιστα η Kidder είχε παίξει και στη ταινία "Twins", του Brian de Palma (πολύ καλή).
  • O Robert de Niro δέχθηκε πρόταση για τον πρωταγωνιστικό ρόλο/-ους, αλλά δε δέχθηκε επειδή όπως υποστήριξε θα ένοιωθε άβολα να υποδύεται τον γυναικολόγο.
(ΠΗΓΗ IMDB)

Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2012

Trois Couleurs: Bleu: Music and color

Γεια σας, γεια σας και πάλι!  Σήμερα είπα να επιστρέψω και πάλι λίγο στα παλιά, και επί τη ευκαιρία σήμερα που είναι και τα 71 "γενέθλια" του Πολωνού σκηνοθέτη, Krysztof Kieslowski (ακόμα καλύτερα αν ζούσε μέχρι τώρα δηλαδή), αποφάσισα να γράψω μερικά πραγματάκια για την πρώτη ταινία της χρωματιστής τριλογίας του, τη Μπλε.  Να σας θυμίσω οτι αύριο έχουμε και νέες ταινιούλες στις αίθουσες, και μπορείτε να διαλέξετε ανάμεσα στο αργεντίνικο "Medianeras" (Sidewalls) το οποίο είχαμε δει εμείς εδώ στις Νύχτες Πρεμιέρας για πρώτη φορά, το "Rampart", ένα αστυνομικό, κοινωνικοδραματικό ταινιάκι με έναν βίαιο και εξαιρετικό Woody Harrelson στον πρωταγωνιστικό ρόλο (το είχαμε δει πριν μερικούς μήνες και εδώ στο blog), καθώς και το ιστορικό δράμα "Farewell, My Queen".  Αν είστε των πιο παλιών μπορείτε να προτιμήσετε τη γοητευτική "Gilda", το κωμικό "The Philadephia Story" ή το αγωνιώδες "Cape Fear".  Πολλές οι προτάσεις για όλα τα γούστα, αλλά αν πάλι προτιμάτε να μείνετε σπιτάκι, έχουμε την κατάλληλη ταινία και για μέσα: "Blue".


Η Julie (Juliette Binoche) είναι μια γυναίκα η οποία καλείται να αντιμετωπίσει τον θάνατο του συζύγου και της μικρής της κόρης, έπειτα από το φριχτό ατύχημα που είχαν με το αυτοκίνητο και από το οποίο μόνο η ίδια κατάφερε να βγει ζωντανή.  Καθόλη τη διάρκεια της ταινίας, το παρελθόν φαίνεται να επιστρέφει διαρκώς, οδυνηρό και ορμητικό, κατακλύζοντας τα αισθήματά της και μην επιτρέποντας στη Julie να κάνει το πολυπόθητο (είναι όμως άραγε πολυπόθητο από την ίδια;) βήμα μπροστά και να συνεχίσει τη ζωή της.  Και όσο εκείνη προσπαθεί να συμβιβαστεί με την σκληρή πραγματικότητα, τόσο το παρελθόν θα της χτυπάει την πόρτα και εκείνη θα γίνεται για ακόμη μια φορά έρμαιό του.  Και οι αναμνήσεις της είναι μουσικές και έχουν χρώμα μπλε...


Το "Three Colors: Blue" αποτελεί την πρώτη ταινία μιας κινηματογραφικής τριλογίας (αποτελώντας και τη πιο αναγνωρισμένη δουλειά του Kieslowski), η οποία αφορά τη σύγχρονη, γαλλική κοινωνία και έχει ως βασικό της μοτίβο τα τρία χρώματα που περιλαμβάνει η γαλλική σημαία: μπλέ, κόκκινο και λευκό.
O Kieslowski ξεκίνησε την καριέρα του σκηνοθετώντας πολλές ταινίες μικρού μήκους, αλλά και documentaries, ενώ οι full length ταινίες του ήταν σαφέστατα λιγότερες σε αριθμό (οχι όμως και σε αξία), ενώ ο ίδιος αποτέλεσε μέλος του κινήματος, "cinema of moral anxiety" (ένα κίνημα το οποίο στόχευε στο να δείξει την επίδραση που είχε ο Κομμουνισμός στους Πολωνούς).  Όσον αφορά το καθαρά κινηματογραφικό του έργο, αναμφίβολα ο μεγάλος σκηνοθέτης, έγραψε ιστορία με την θεματική του τριλογία, επηρρεάζοντας πολλούς νεότερους σκηνοθέτες, και διαδασκόμενος μέχρι σήμερα σε κάθε κινηματογραφική σχολή που σέβεται τον εαυτό της.
Αν και η 'ταινιακή' του καριέρα υπήρξε σύντομη (ο ίδιος πέθανε το 1996 από καρδιακή ανακοπή σε ηλικία μόλις 54 ετών), εντούτοις ήταν τόσο πλούσια σε ουσία και περιεχόμενο, ώστε τα film του να αποτελούν αντικείμενο θαυμασμού μέχρι και σήμερα, χάρη στην μεθοδευμένη και καλλιτεχνικά, πλούσια σκηνοθεσία που τις συνόδευε.  Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα, είναι φυσικά και η Μπλε Ταινία.


Είναι σημαντικό να πούμε κάπου εδώ οτι ο Kieslowski κατάφερε να φέρει στα έργα του, μια πνοή αφηγηματικής ανανέωσης, γεγονός που αρχίζει να γίνεται κατανοητό από τα πρώτα κιόλας λεπτά της ταινίας του.  Για παράδειγμα το εντελώς πρωτοποριακό πλάνο του, με την κάμερα να βρίσκεται 'πίσω' από τη ρόδα του κινούμενου αυτοκίνητου (το μπλε σαν χρώμα αρχίζει ήδη την κυρίαρχη παρουσία του, ως ουρανός που χαράζει στο βάθος), καθώς και οι υποκειμενικές ματιές των ηρώων που κάνουν σιγά σιγά την εμφάνισή τους, δείχνουν μια απροκάλυπτη διάθεση του σκηνοθέτη για την δημιουργία ενός αυτοαμφισβητούμενου έργου το οποίο εισάγει στην ουσία μια νέα ματιά πάνω στον τρόπο της αφήγησης, εξοστρακίζοντας το μέχρι τότε κλασικό μοτίβο που ακολουθούσαν άλλοι δημιουργοί.  Εξάλλου αν τολμάμε να το πούμε, φαίνεται πως ο Kieslowski προχωράει την ιδέα του Hitchcock περί τις off screen δράσης λίγο παραπέρα, μιας που οχι μόνο μας δίνει κάποιες μόνο νήξεις σχετικά με το επερχόμενο κακό (π.χ η αντίληψη των πραγμάτων από τη πλευρά της κόρης είναι διαστρεβλωμένη, ταραγμένη) χωρίς να προσφέρει τη δράση στο πιάτο, αλλά ταυτόχρονα προτιμά την γοητεία της εξωαφηγηματικής αντίδρασης, καθιστώντας εμάς του θεατές δέκτες ενός γεγονότος, το οποίο βιώνουμε μέσω του βλέμματος (ο κινηματογράφος είναι βλέμμα) ενός νεαρού που τυγχάνει να βρίσκεται στον τόπο του ατυχήματος (δε βλέπουμε ποτέ τη στιγμή καθεαυτή του συμβάντος, μόνο το αποτέλεσμά του).
Θα μπορούσε να πει κανείς οτι ο Kieslowski λειτουργεί ως ένας άλλος Καβάφης, μιας που στις ταινίες του το στοιχείο της τύχης και της σύμπτωσης είναι εμφανές, προωθώντας την ιστορία και θέτωντας κάθε ενέργεια σε κίνηση.  Παρά το γεγονός όμως οτι η τύχη επιφέρει αναγκαστικά ένα κάποιο στοιχείο δραματικότητας, ο σκηνοθέτης επιλέγει να αφήσει εκτός τα επουσιώδη και το υπερδράμα (ολόκληρη σχεδόν οικογένεια ξεκληρίζεται και δε μας δείχνει το δράμα της μάνας; οχι, οχι τουλάχιστον υπό τη μορφή μιας δακρύβρεχτης πραγματικότητας), εστιάζοντας στο θέμα της μνήμης από την οποία πασχίζει από εκεί και πέρα να απελευθερωθεί η ηρωίδα του.


Το μπλε αποτελεί από μόνο του ένα χρώμα παγωμένο και ψυχρό, αλλά την ίδια στιγμή αποτελεί και το χρωματικό σύμβολο της ελευθερίας, τόσο στη γαλλική σημαία, όσο και στην ίδια τη ζωή της Julie.  Από τι όμως πασχίζει να (απ)-ελευθερωθεί η Julie;  Μα φυσικά από το επίπονο παρελθόν της: την απώλεια του συζύγου και του παιδιού της.
Ο Kieslowski φτάνει στο σημείο να ταυτίσει τελικά τη μνήμη και το ίδιο το παρελθόν της πρωταγωνίστριας, με το μπλε χρώμα, το οποίο επειδή ακριβώς βλέπουμε παρόν σε κάθε κομμάτι της ζωής της (π.χ το παραπάνω φωτιστικό το κουβαλάει μαζί της ακόμα και όταν μετακομίζει.  Η προσπάθεια δηλαδή για να προχωρήσει και να 'ξεχάσει', συνοδεύεται τελικά και πάλι από τον ερχομό του παρελθόντος) συμπεραίνουμε οτι δεν μπορεί να αποκοπεί από αυτό.  Οχι ακόμα και ίσως ποτέ.
Εκτός από το χρώμα όμως, το παιχνίδι της θύμησης και της λήθης παίζει σε διπλό ταμπλό, καθώς κάθε φορά που κάνει αισθητή την εμφάνισή του το μπλε, η μουσική έρχεται στο μυαλό της Julie και της θυμίζει και πάλι τα παλιά.  Το γεγονός οτι ο άντρας της αποτελούσε έναν διάσημο συνθέτη, ο οποίος άφησε μετά τον θάνατό του, μισοτελειωμένες τις παρτιτούρες του, είναι μια ακόμα ένδειξη οτι η Julie δε μπορεί να απαγκιστρωθεί από το παρελθόν το οποίο την κρατάει δέσμια.  Χρώμα και μουσική συμβολίζουν όλα αυτά που η ηρωίδα προσπαθεί επί ματαίω να θάψει μέσα της.
Πέρα από την υπόθεση της ταινίας όμως, ο Kieslowski οπτικοποιεί με τρόπο θαυμάσιο τον ψυχισμό της Julie, προσδίδοντας στο δημιούργημά του μια ατμόσφαιρα μαγικού ρεαλισμού.  Χρακτηριστικά είναι τα dissolve (η μια εικόνα διαλύεται μέσα στην άλλη), έτσι όπως περνάνε από το μπλε χρώμα, σε μερικά δευτερόλεπτα μαύρης οθόνης, μόνο για να γίνει πιο κατανοητό οτι εκείνη τη στιγμή, κοιτάμε πιο βαθιά στο μυαλό της Julie, ακριβώς όταν ο χρόνος και ο χώρος έχουν πάψει να υπάρχουν.  Το φάγωμα του χωροχρόνου παίζει και αυτό με τη σειρά του στη ταινία, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο τον αγώνα της ηρωίδας απέναντι στον πιο αμείλικτο εχθρό: τον χρόνο.


Όλη αυτή η εσωτερική πάλη της πρωταγωνίστριας και η διαρκής παρουσία του μπλε χρώματος στη ζωή της, δημιουργούν μια ανεπανάληπτης ομορφιάς ταινία, η οποία συνδυάζει με τρόπο αρμονικό την υπόθεση και την μεταφορική σημασία του χρώματος.  Δε θυμάμαι κάποια άλλη ταινία στην οποία το χρώμα να αποτελεί τόσο βασικό πρωταγωνιστή (εκτός βεβαίως από τις άλλες δυο ταινίες του Kieslowski, καθώς και το "Ju Dou" (1990) των Zhang Yimou και Fengliang Yang για την οποία σίγουρα θα πούμε κάποια στιγμή) και ταυτόχρονα κοινωνό νοήματος.
Ο ψυχισμός της Julie βιώνει διαρκώς μια αντίφαση η οποία εκφράζεται από διαδοχικά, αντιθετικά ζεύγη: ψυχρό-ζεστό (όπως το παγωτό και ο καφές που παραγγέλνει, αλλά και τα αντίστοιχα χρώματα), αποδοχή-απόρριψη (ενός άντρα που την ποθεί), απόλαυση-τιμωρία.  Έτσι πρέπει να γίνει όμως, προκειμένου η ηρωίδα να οδηγηθεί τελικά στη δική της λύτρωση.
Η σκηνοθεσία του Kieslowski είναι πραγματικά υπέροχη με προσήλωση σε μικρές, μαγικές λεπτομέρειες που κάνουν τη διαφορά, τόσο ως προς την καλλιτεχνικότητα της ταινίας, όσο και στο πλαίσιο της ζωής της γυναίκας.  Αν περιμένει κανείς δράση από τη ταινία, μάλλον θα πρέπει να αναζητήσει κάτι διαφορετικό καθώς και η ίδια η ηρωίδα αναλώνεται σε στιγμές που από άλλα film θα αποτελούσαν ενδεχομένως ένα περιττό υλικό (π.χ την βλέπουμε στη πισίνα να κάνει μπάνιο, να ρίχνει μια ζάχαρη στον καφέ της, να φροντίζει τη γλάστρα της κ.λ.π) προφανώς για να τονιστεί η ανάγκη της να περιορίσει τον κόσμο στα αυστηρώς δικά της πλαίσια.
Τα φλουταρίσματα του φακού, τα κοντινά στη Binoche, το παιχνίδισμα με τις αποχρώσεις του μπλε και η φαντασματική σχεδόν μουσική, δημιουργούν ένα σύμπαν προκλητικό, αλλά ταυτόχρονα απειλητικό για την ίδια την οντότητα της Julie.


Η Binoche είναι υπέροχη στον ρόλο της και με αρκετές δικής της έμπνευσης στιγμές που προστέθηκαν στο σενάριο (βλ. παραπάνω εικόνα), μια εκ των οποίων είναι και το τελευταίο πλάνο της ταινίας.  Τα μάτια της, η εύθραυστη ομορφιά και δυναμική της, την βγάζουν εύκολα στην επιφάνεια της ταινίας, με την ίδια ορμητικότητα με την οποία βγαίνει και εκείνη από τα βάθη της πίσίνας, σε μια προσπάθεια να γλυτώσει και πάλι από το αναπόφευκτο.
Όμορφη και ταυτόχρνοα πικρή, το "Troiw Couleurs: Bleu" είναι μια ταινία που οι σινεφίλ αγαπούν έτσι κι αλλιώς, και σίγουρα θα αγαπήσουν και όλοι οι υπόλοιποι, καθώς αποπνέει αλήθεια και συναίσθημα χωρίς να το παρακάνει, βασιζόμενη στην ομορφιά ενός πίνακα.
Τελικά το παν είναι να συμβιβαστείς με το παρελθόν, γιατί μόνο τότε θα μπορέσεις να προσωρήσεις μπροστά.  ΄Η μήπως οχι;

Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι μερικές γυναίκες είναι απλά όμορφες ότι κι αν κάνουν, οτι το τέλος της ταινίας θυμίζει έντονα αυτό του "Donnie Darko" (ή μάλλον το αντίστροφο) και οτι η μουσική του Zbigniew Preisner είναι απλά αντριχιαστική.



TRIVIA
  • Για τη σκηνή κατά την οποία η Julie γδέρνει το χέρι της πάνω σε έναν πέτρινο τοίχο, επρόκειτο να φορέσει κάποιο προσθετικό, αλλά επειδή φαινόταν έντονα στη κάμερα και επειδή η Binoche ήξερε οτι είχε μεγάλη σημασία, αποφάσισε να γδάρει το δικό της έτσι κι αλλιώς και να το κάνει να ματώσει.
  • Λέγεται πως για τη σκηνή στην οποία η Julie αφήνει έναν κύβο ζάχαρης να ποτίσει από τον καφέ, ο Kiewslowski είχε βάλει τον βοηθό σκηνοθέτη να δοκιμάσει πολλές διαφορετικές μάρκες, προκειμένου να βρει την μια η οποία θα πότιζε ακριβώς στα πέντε δευτερόλεπτα.
(ΠΗΓΗ IMDB)


Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

Elena: What would you do for the people you love?

Καλή εβδομάδα σε όλους και πάλι!  Όσοι έχετε πάει ήδη διακοπές, κάντε καμιά βουτιά και για εμάς εδώ που λιώνουμε από τη ζέστη, ενώ όσοι ετοιμάζεστε σιγά σιγά, καλό ταξιδάκι και καλή ξεκούραση.  Θα ήθελα πολύ να πω και εγώ οτι θα πάω κάπου φέτος, αλλά επειδή 'no money, no honey' θα βολευτώ μάλλον εδώ στον παραθαλάσσιο Πειραιά.  Δε βαριέσαι, με τη κατάλληλη παρέα και το καλοκαίρι στη πόλη όμορφο είναι.  Όσον αφορά το blogaki, δε ξέρω για πόσο ακόμα θα γράφω για τώρα το καλοκαίρι, αν και φαντάζομαι για κάνα μήνα ακόμη.  Οπότε μέχρι να κατεβάσουμε ρολά και φέτος, θα γράψουμε για μερικές ακόμα ταινιούλες.  Σήμερα συνεχίζουμε με τη κοινωνικοδραματική "Elena".


Η Elena (Nadezhda Markina) είναι μια γυναίκα στα 50 της (μπορεί και στα 60 της), η οποία ζει μαζί με τον σύζυγό της Vladimir (Andrey Smirnov), σε ένα πολυτελές, αστικό σπίτι κάπου στη Μόσχα.  Οι δυο τους προέρχονται από τελείως διαφορετικά, κοινωνικά backgrounds, καθώς από τη μια πλευρά η Elena είναι μια ταπεινή γυναίκα του προλεταριάτου, η οποία γνωρίστηκε με τον Vladimir μόλις δέκα χρόνια πριν, εργαζόμενη ως νοσοκόμα (τότε δηλαδή που μια κακή περιτονίτιδα τον ένωσε μαζί της) ενώ εκείνος ένας ευκατάστατος άνδρας της τρίτης ηλικίας, με μια διόλου ευκαταφρόνητη περιουσία.
Παρά το γεγονός οτι μένουν κάτω από την ίδια στέγη ως ζευγάρι, εντούτοις η σχέση τους φαίνεται να χαρακτηρίζεται περισσότερο ως μια συμφωνία, παρά ως ουσιαστική αγάπη, μιας που η ψυχρότητα και η απουσία συναισθήματος ανάμεσά τους είναι έκδηλη.  Πέρα από την καθαρά διαπροσωπική τους σχέση, τόσο η Elena, όσο και ο Vladimir έχουν παιδιά από προηγούμενους γάμους, τα οποία δε τα λες και ακριβώς το καμάρι των γονιών τους.  Η Katerina (Elena Lyadova) είναι η απόμακρη και υλίστρια κόρη του Vladimir, η οποία αναλώνεται σε ναρκωτικά, αλκοόλ και σεξ, ζώντας με τα χρήματα που της στέλνει ο πατέρας της, ενώ ο Sergey (Aleksey Rozin) είναι ο γιος της Elena, ένας τεμπελχανάς με μια κακορίζικη οικογένεια, με την οποία ζει κάπου στα πρώην σοβιετικά προάστια, μέσα στην απόλυτη κατάντια, εκεί που οι ελπίδες για μια καλύτερη ζωή είναι χαμένες από καιρό.
Όταν ο Vladimir μπει εσπευσμένα στο νοσοκομείο έπειτα από ένα καρδιακό επεισόδιο, η απρόσμενη επανένωση με την κόρη του, θα βάλει σε σκέψεις την Elena σχετικά με το που θα καταλήξει η περιουσία του (σε περίπτωση θανάτου), μιας που επιθυμεί διακαώς να βοηθήσει την οικογένεια του γιου της, και συγκεκριμένα των εγγονό της, προκειμένου να του προσφέρει ένα ασφαλές, κολεγιακό μέλλον, μακριά από τον μονόδρομο του στρατού.  Όταν τελικά ο Vladimir αποφασίσει να αφήσει την περιουσία στην κόρη του, η υπάκουη Elena θα πρέπει να πάρει μια πολύ σημαντική απόφαση...


Τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του Ρώσου σκηνοθέτη Andrei Zvyagitsev, ο οποίος έχει θεωρηθεί ο πιο αυθεντικός και ταιριαστός συνεχιστής της Ταρκοφσκικής κληρονομιάς, ιδιαίτερα μετά την πρώτη του ταινία, "The Return" η οποία σάρωσε στο φεστιβάλ της Βενετίας και έδρεψε της δάφνες των απανταχού κριτικών.
Με οξυδερκή ματιά και αλληγορικές εικόνες, ο Zvyagitsev έχει καταφέρει να αποτελέσει έναν από τους πιο σεβαστούς, 'ξένους'΄σκηνοθέτες της γενιάς του και παρά το γεγονός οτι το "Elena" αποτελεί την τρίτη, μόλις, ταινία του.
Έπειτα από το εντυπωσιακό του ντεμπούτο με την Επιστροφή, η οποία πραγματεύεται το ταξίδι δυο αδελφών μαζί με τον απλησίαστο και ξένο στην ουσία, πατέρα τους (μια ωδή στο cinema του Tarkovsky, από τη σκηνοθεσία και το story, μέχρι το στήσιμο των ηρώων, τη χρωματική παλέτα, το μινιμαλιστικό καδράρισμα κι ένα σωρό άλλα), καθώς και το "The Banishment" του 2007, το οποίο οι περισσότεροι χαρακτήρισαν ως στραβοπάτημα, οι Zvyagitsev φαίνεται να επέστρεψε και πάλι δυναμικά με το "Elena", μια ταινία που λειτουργεί ως απογυμνωμένος από κάθε πολυπλοκότητα και πολυεπίπεδου νοήματος, κοινωνικοπολιτικός σχολιασμός πάνω στη σύγχρονη Ρωσία και τους ανθρώπους της, τα πράγματα που μπορεί κάποιος να κάνει στο όνομα της πραγματικής του οικογένειας, και στο πως τελικά τόσο οι πλούσιοι, όσο και οι φτωχοί αποτελούν έρμαια της ίδιας ακριβώς μοίρας.


Η ταινία ξεκινά με ένα πλάνο από τον εξωτερικό χώρο του σπιτιού (και συγκεκριμένα έξω από την μπαλκονόπορτα) μέσα από το οποίο δίνεται χρόνος στη νέα μέρα να πάρει τη θέση της, δια του ανατέλλοντος ηλίου.  Την ίδια στιγμή το αρχικό νετάρισμα μια σειράς από κλαδιών ενός δέντρου, περνάει σιγά σιγά σε φλουτάρισμα, μόνο για να καλωσορίσει η κάμερα τον ερχομό ενός πουλιού, και στη συνέχεια να περάσει στο εσωτερικό του σπιτιού.
Το πρώτο πλάνο μπορεί να διαρκεί και τρία λεπτά, πράγμα που είναι έτσι κι αλλιώς πολύ για τα δεδομένα μιας σύγχρονης ταινίας, και δίνει αμέσως το στίγμα του film που πρόκειται να παρακολουθήσουμε: ο σκηνοθέτης θα πάρει τον χρόνο του με τις καταστάσεις, θα αφήσει την ιστορία να ξεδιπλωθεί μόνη της και τους ήρωες να κινηθούν μέσα σε ένα κατά τα άλλα φυσικό τους περιβάλλον.  Όταν λίγο αργότερα κάνουν και την εμφάνισή τους τέσσερα κενά, άδεια πλάνα που απλώς μας δίνουν την αίσθηση του χώρου (ενός χώρου γεμάτου, αλλά άδειου από την ανθρώπινη παρουσία, κενού) τότε ο Zvyagitsev ενισχύει ακόμα περισσότερο την ιδέα της ταινίας του περί ουσιαστικής κενότητας των ανθρώπων, ανεξαρτήτου κοινωνικής προέλευσης και χρήματος, όπως θα δούμε στη συνέχεια.
O μεγάλος Yasujiro Ozu, χρησιμοποιούσε συχνά στις ταινίες του αυτό που λέμε "άδεια πλάνα" τα οποία ήταν τίνι τρόπω περιγραφικά, καθώς έδιναν μόνο μια αίσθηση χώρου (κάποιες φορές και χρόνου) παρουσιάζοντας παράθυρα από σπίτια, δρόμους, τον ουρανό κ.λ.π, χτίζοντας στην ουσία με τρόπο σύντομο ένα σκηνικό.  Στη προκειμένη περίπτωση τα κενά πλάνα του Zvyagitsev μάλλον στοχεύουν στο να ξεκαθαρίσουν από την αρχή το τι πρόκειται να δούμε και η αλήθεια είναι πως μέσα σε πέντε λεπτά σου έχει ήδη πει τα πάντα.


Η υπόθεση της ταινίας δεν λειτουργεί ως κάτι το πρωτότυπο και πρωτοποριακό, καθώς το πιθανότερο είναι πως όλοι μας-λίγο, πολύ- έχουμε δει αρκετές ακόμα ταινίες που θέτουν στο τραπέζι το ζήτημα των ταξικών διαφορών και του κοινωνικού/πολιτικού περιβάλλοντος που τις καθορίζει.  Παρόλα αυτά ο Zvyagitsev δεν έχει σκοπό ούτε να δημιουργήσει ένα υπερφίαλο δράμα, χαμένο μέσα στην βαρβάτη δραματικότητά του, ούτε και να προσφέρει διδακτισμό προτείνοντας λύσεις και έναν από μηχανής Θεό για να σώσει την κατάσταση.  Το μόνο που κάνει είναι να παρουσιάσει με τρόπο ρεαλιστικό (χωρίς να ασκεί την παραμικρή κριτική) έναν κόσμο ο οποίος βαυκαλίζεται μέσα στις ταπεινές του στάχτες, μη μπορώντας να προχωρήσει παραπέρα.  Ακόμα και όταν η βιτρίνα υπονοεί άλλα.
Δεν είναι τυχαίο πως πολλές από της λήψεις του γίνονται είτε με την παρουσία τζαμιού, είτε με την πρωταγωνίστριά του να αντικατοπτρίζεται σε καθρέφτες, γεγονός που ίσως και να παραπέμπει σε εκείνο το βαθύτερο, το σκοτεινό μας εγώ (όπως λέει και ο Stephen) που κρύβουμε μέσα μας.
Ο Zvyagitsev είναι πραγματικός μάστορας στη δημιουργία ατμόσφαιρας και ξέρει να χειρίζεται την κάμερά του με πραγματική πυγμή, φέρνοντας τους ήρωες του μπροστά στις αναπόφευκτες αποφάσεις που πρέπει να πάρουν, τα πράγματα που πρέπει να ρισκάρουν και την ένοχη συνείδηση με την οποία θα πρέπει να ζήσουν.


Το "Elena" είναι μια ταινία σχεδόν ντοστογιεφσικής αισθητικής με το θέμα του αναπόφευκτου και της κοινωνικής επίπτωσης να είναι πράγματα χειροπιαστά εδώ.  Η ηρωίδα είναι μια γυναίκα που αγαπάει τον γιο της (ποια μάνα δεν αγαπάει τα παιδιά της;) και θέλει να προσφέρει στην οικογένειά του, από τη στιγμή μάλιστα που και ο ίδιος δεν κάνει τίποτε για αυτή, πέρα από το γκαστρώνει τη γυναίκα του ξανά και ξανά.  Χωρίς να έχει λόγο απέναντί του, η Elena δέχεται παθητικά τον ρόλο της μητέρας και της γιαγίας, ενισχύοντας τους οικονομικά όποτε το απαιτούν οι περιστάσεις-δηλαδή συνέχεια.
Ακόμα και ο τρόπος με τον οποίο επισκέπτεται η πρωταγωνίστρια το σπίτι του γιου της είναι συγκλονιστικός, καθώς αποτελεί στην ουσία μια κάθοδο στο παρελθόν της, μια επιστροφή στις ρίζες της, από τις οποίες και δε μπορεί να αποκοπεί τελικά ποτέ.  Η έντονη μάλιστα αντίθεση του πολιτισμένου τοπίου του κέντρου της Μόσχας, με τα Ιστορικά απομεινάρια ενός ταλαιπωρημένου παρελθόντος, κάνουν ακόμα πιο κατανοητό τον λόγο για τον οποίο η Elena υπακούει τυφλά τη συνείδησή της: γιατί έχει ενοχές.  Ενοχές που μένει σε ένα άνετο σπίτι μαζί με τον πλούσιο απόμακρο σύζυγο, ενοχές που ο σύζυγος δε δέχεται να βοηθήσει οικονομικά τον γιο της, ενοχές που εκείνη ξέφυγε από την κατάντια, ενώ το παιδί της οχι.  Κι όμως, αυτό ακριβώς το ενοχικό σύνδρομο είναι που τελικά θα ακυρώσει την ίδια την ύπαρξη της Elena, περιορίζοντάς την και πάλι στον πρότερο ρόλο της: αυτόν την μηχανικής νοικοκυράς και την οικογένεια του γιου της, στο 'καρκινικό κύτταρο' που ήταν πάντα.
Οι ερμηνείες είναι πολύ καλές, με την Markina να κλέβει την παράσταση εύκολα, ενώ η σκηνοθεσία του Zvyagitsev είναι και πάλι εξαιρετική, προβάλλοντας μέσα από αυτοί τα πολλαπλά του θέματα (οικογένεια, σύγχρονη κοινωνία, ενοχές, αγάπη, θάνατος...).  Παράλληλα η μουσική επένδυση από τον Philip Glass ("The Hours", "The Illusionist", "The Truman Show") δίνει το απαραίτητο νεύρο μέσα από τις σχεδόν noir νότες της, προκαλώντας ανησυχία και ταραχή.
Το "Εlena" είναι μια ταινία για τους fan αυτού του είδους, καθώς οι υπόλοιποι είναι σχεδόν σίγουρο πως θα βαρεθείτε και δε θα βρείτε και τίποτα το ενδιαφέρον να σας περιμένει.  Για όλους τους υπόλοιπους όμως είναι ένα δυνατό, μικρό ταινιάκι που αξίζει να προσέξετε.

Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι όταν γίνοτανι συχνά διακοπές ρεύματος, δε χρειάζεσαι κεριά. Τι να τα κάνεις;, οτι όταν τσεκάρεις μικρούλες, θα το φάς τελικά το κεφάλι σου και οτι το σεξ τελικά δε κόβεται (και από αυτό θα το φας το κεφάλι σου, εγώ στο λέω).

No trailer, f*cking spoilers!

No trivia

Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2012

Kairo (a.k.a Pulse): Death was...eternal loneliness

Γεια σας, γεια σας και πάλι!  Σήμερα σκέφτηκα να ασχοληθούμε και πάλι-μετά από πολύ καιρό όμως-με μια ακόμη γιαπωνέζικη παραγωγή, αυτή τη φορά της κατηγορίας του horror cinema.  Το "Kairo" είναι μια ταινία που διαφοροποιείται αρκετά από τη πληθώρα των 'jump scares' ταινιών, οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι των ασιατικών φιλμ τρόμου, περιλαμβάνοντας ένα μάτσο τρομακτικά πνεύματα και φαντάσματα, τα οποία πετάγονται από το πουθενά και σου κάνουν τη ζωή δύσκολη.  Έτσι λοιπόν μακριά από το "Ju-On" και το "Ringu", το "Kairo" επιχειρεί να εξερευνήσει λιγάκι περισσότερο την ίδια τη φύση του ανθρώπου, τόσο σε μια 'ζωντανή' του εκδοχή, όσο και σε μια 'πνευματική'.  Μια ταινία για τους fans του είδους, που αξίζει να δείτε.  Ξεκινάμε...


Έπειτα από την αυτοκτονία ενός φίλου τους, μια ομάδα κατοίκων της Ιαπωνίας αρχίζουν να βιώνουν περίεργες εμπειρίες, οι οποίες μοιάζουν να σχετίζονται με τους υπολογιστές και πιο συγκεκριμένα το διαδίκτυο.  Την ίδια στιγμή σε ένα άλλο σπίτι, ένας νεαρός προσπαθεί να συνδεθεί στo Internet μόνο για να εγκαταλείψει την προσπάθεια λίγο αργότερα, όταν μια περίεργη εικόνα κάνει την εμφάνισή της στην οθόνη του και η οποία αναπαριστά έναν άνδρα που πλησιάζει ολοένα και περισσότερο, φορώντας μια σακούλα στο κεφάλι του.  Δευτερόλεπτα μετά ένα μήνυμα κάνει την εμφάνισή του: "Do you want to see a ghost?".
Σταδιακά και ενώ οι διαφορετικές ιστορίες των πρωταγωνιστών αρχίσουν να σιγκλίνουν, οι κάτοικοι της πόλης θα βρουν τους εαυτούς τους παγιδευμένους κάπου ανάμεσα στον κόσμο των ζωντανών και των νεκρών.  Και όσο τα πνεύματα από την 'άλλη διάσταση' αρχίσουν να συσσωρεύονται στον δικό μας κόσμο, τόσο περισσότεροι άνθρωποι θα παύουν να υπάρχουν, εξαιτίας αυτής της αμφίδρομης σχέσης που μοιάζει να αναπτύσσεται μεταξύ τους.
Από τη μια πλευρά τα αιώνια πνεύματα, ζουν μια αιώνια μοναξιά, με αποτέλεσμα να αποζητούν και τα ίδια μια ευκαιρία λύτρωσης και ανακούφισης.  Αυτή ακριβώς η ευκαιρία τους δίνεται από τη στιγμή που αρχίζουν να κατακλύζουν τον κόσμο των ζωντανών.  Σε μια απρόσμενη διάδραση με τους ανθρώπους που είναι ακόμα εν ζωή, τα πνεύματα τους στοιχειώνουν γεμίζοντάς τους απόγνωση, μόνο για να πάψουν στη συνέχεια να υπάρχουν και αυτοί, παίρνοντας τη σειρά των πνευμάτων (τα οποία έχουν χαθεί πια στη λήθη) και αναζητώντας με τη σειρά τους, νέους ανθρώπους για στοίχειωμα.  Και η κατάσταση σύντομα ξεφεύγει από κάθε έλεγχο.  Αν υπήρχε δηλαδή κάποιος έλεγχος από την αρχή...


Ο σκηνοθέτης Kiyoshi Kurosawa αποτελεί έναν από τους πιο ενδιαφέροντες, σκηνοθέτες ιαπωνικής καταγωγής, ο οποίος από τη δεκαετία του ΄70 μέχρι και σήμερα εξακολουθεί να παραμένει δραστήριος, προσφέροντας στο κοινό της χώρας του (αλλά και σε όλους εμάς που αγαπάμε τον ασιατικό κινηματογράφο), ταινίες ποικίλων ειδών και περιεχομένου.
Ο Kurosawa (ο οποίος δεν έχει καμία σχέση με τον Akira) δημιουργεί στη προκειμένη περίπτωση μια ταινία τρόμου/θρίλερ, με βάθος, ουσία και διδακτισμό, τον οποίο μπορεί κανείς να εντοπίσει σχετικά γρήγορα αν έχει διάθεση και όρεξη να ψάξει το "Kairo" λιγάκι παραπάνω.
Με έντονο το κλειστοφοβικό στοιχείο και ακολουθώντας την πεπατημένη (μόνο ως ένα βαθμό) των ιστοριών με πνευματοφαντάσματα, ο Kurosawa στήνει ένα απόλυτα καταθλιπτικό και μοναχικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο ο άνθρωπος αντιμετωπίζει τη ζωή με τρόπο μίζερο και χωρίς κανέναν ουσιαστικό λόγο ύπαρξης.
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως από την αρχή της ταινίας, δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε τους ήρωες να ανήκουν σε κάποια ευρύτερη, κοινωνική ομάδα, αφού παραπέμπουν περισσότερο σε αποτραβηγμένες από κάθε μορφή επαφής φιγούρες, παρά σε κοινωνικά όντα.  Επόμενο είναι λοιπόν πως μέσα σε ένα τέτοιο ζοφερό περιβάλλον, ο 'άλλος κόσμος' έχει τη δυνατότητα οχι μόνο να εισβάλει στην πραγματική διάσταση, όπως την ζούμε καθημερινά όλοι μας, αλλά και να αναταράξει τις ισορροπίες της σε τέτοιο βαθμό, ώστε ένα post apocalyptic μέλλον, να μην είναι τελικά και τόσο παράλογο...


Αν ήθελε κανείς να δώσει μια σαφέστατη εξήγηση σχετικά με το τι συμβαίνει ακριβώς στη ταινία, μάλλον θα δυσκολευόταν και δικαιολογημένα, καθώς η ιστορία της καταπιάνεται με ένα σωρό θέματα, τα οποία έχουν να κάνουν τόσο με το παρόν, όσο και με το παρελθόν.
Αρχικά η τίνι τρόπω, εμμονή τις γιαπωνέζικης κουλτούρας με την τεχνολογία και όλα τα καλά, αλλά και τα δεινά που απορρέουν από αυτή, αποτελεί ένα κλασικό μοτίβο το οποίο συναντά κανείς στη παράδοσή της, τα ήθη και έθιμά της, τον σύγχρονο τρόπο ζωής της, ακόμα και στα manga, τα anime και τις ταινίες της, κυρίως αυτές του horror είδους.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα ταινίας είναι φυσικά και το "Tetsuo" ένα industrial, cyberpunk ταινιάκι, γεμάτο από μια μεταφορική, κακή επίδραση της τεχνολογίας πάνω στον άνθρωπο.  Όσο disturbing είναι το Tetsuo, άλλο τόσο είναι και το "Kairo" αν και σε μια ξεκάθαρα πιο μιουταρισμένη κατάσταση, η οποία όμως περνάει και πάλι το βασικό της μήνυμα: η τεχνολογία αποξενώνει τους ανθρώπους, γκρεμίζει τις διαπροσωπικές σχέσεις και οδηγεί στην αναπόφευκτη μοναξιά.
Το γεγονός οτι τα πνεύματα χρησιμοποιούν κατά κάποιον τρόπο, ως πέρασμα για τον ερχομό τους στον δικό μας κόσμο, το Internet, μόνο τυχαίο δεν είναι, καθώς ο Kurosawa δίνει αυτομάτως το στίγμα των καιρών μας.  Όπως ακριβώς όλοι μας αποτελούμε απλώς 'φαντάσματα' του διαδικτύου, όταν καθόμαστε μπροστά από μια οθόνη, χωρίς πρόσωπο και χωρίς σώμα, έτσι ακριβώς και τα φαντάσματα επιλέγουν αυτό το μέσο προκειμένου να κάνουν τη παρουσία τους αισθητή.  Η τραγική ειρωνία σε ολόκληρο το μεγαλείο της...


Πέρα από την αλλοτρίωση που υφίσταται κανείς εξαιτίας της τρομακτικής εισβολής της τεχνολογίας στις ζωές μας (οπού τότε σε σχέση με σήμερα, αποτελούσε απλά ένα μικρό, απειροελάχιστο βήμα), ο Kurosawa προχωράει το παιχνίδι του ένα βήμα παραπέρα, δίνοντας μόνο θραύσματα λογικής σχετικά με το γιατί από τη στιγμή που κάποιος βλέπει ένα πνεύμα, στη συνέχεια δίνει τέλος στη ζωή του.  Μα είναι απλό, φαίνεται να μας λέει.  Η απόλυτη μοναξιά την οποία βιώνει ένα πνεύμα, έρχεται και ταυτίζεται με τρόπο απρόσμενο, με την έντονη μοναξιά την οποία ζουν εκατομμύρια συμπολίτες μας, ακόμα και όταν βρίσκονται μέσα σε κόσμο.  Είτε το ερμηνεύσεις ως ψυχική διαταραχή, είτε απλώς ως αποξένωση από τους πάντες και τα πάντα, η μοναξιά είναι ένα γεγονός πικρό και δύσκολο.  Πως θα μας φαινόταν λοιπόν αν ένα φάντασμα ερχόταν και μας ενημέρωνε πως η ζωή πέρα από το απόλυτο άπειρο, είναι και πάλι ένας ατέρμονος αγώνας για συντροφικότητα, παρέα και κοινωνικοποίηση;
Αυτή ακριβώς η τρομερή αποκάλυψη φαίνεται πως πυροδοτεί και τις ανάλογες αντιδράσεις, οδηγώντας σταδιακά έναν μεγάλο αριθμό ατόμων, στην αυτοκτονία.  Από τη στιγμή που η πρώτη επαφή με το πνεύμα πραγματοποιηθεί, εκείνο παύει να υπάρχει, χαμένο πλέον για πάντα, ενώ τη θέση του παίρνει ο νεο-νεκρός ήρωας, ο οποίος με τη σειρά του θα πρέπει να αναζητήσει έναν άλλο άνθρωπο προκειμένου να εξουδετερώσει την αβάσταχτη, χημική ένωση της μοναξιάς, να χαθεί με τη σειρά του και πάει λέγοντας.
Γίνεται φανερό εδώ πως ο σκηνοθέτης, εκτός από θέματα ηθικής (είναι τελικά η τεχνολογία καλή η κακή; η φύση της, της δίνει το θετικό ή το αρνητικό πρόσημο, ή η χρήση της από τους ανθρώπους;), θέτει και θέματα φιλοσοφικής και υπαρξιακής διάστασης, καθώς ένα από τα αέναα ερωτήματα του ανθρώπου είναι το τι υπάρχει μετά θάνατον.  Εδώ ο Kurosawa είναι πεσιμιστής (μπορεί και ρεαλιστής).  Το μόνο που υπάρχει, είναι οτι υπάρχει και στον κόσμο που ζούμε και αναπνέουμε: μια ατέλειωτη μοναξιά και μια αιώνια λήθη.  Μόνοι γεννιόμαστε και πεθαίνουμε μόνοι...


Αν θέλετε και κάτι ακόμα από τη ταινία, προσθέστε και την εξαιρετική eery κατάληξη όσον πεθαίνουν, οι οποίοι αρχικά μένουν ως αποτύπωμα πάνω στον τοίχο ή το πάτωμα, εκεί ακριβώς οπού πέθαναν και στη συνέχεια απλά χάνονται, μετατρεπόμενοι σε μαύρη σκόνη.
Μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση την οποία διάβασα σε διάφορα forums, έχει να κάνει με το γεγονός πως αυτό το μαύρο στίγμα που μένει πίσω από τους νεκρούς, ομοιάζει με το αντίστοιχο το οποίο είχε εντοπιστεί στο Ναγκασάκι και τη Χιροσίμα, αμέσως μετά τη ρήξη της ατομικής βόμβας από τους Αμερικάνους.  Σύμφωνα με μαρτυρίες, όσοι βρίσκονταν κοντά στο σημείο της έκρηξης, εξαϋλώθηκαν αμέσως αφήνοντας πίσω τους το αποτύπωμα της 'σκιάς' τους πάνω στους τοίχους, καθώς και τα ρούχα τους.  Η ανθρώπινη σάρκα άφηνε απλά ένα ίχνος παρελθοντικής παρουσίας και αυτό είναι όλο.  Έτσι λοιπόν, πολλοί παρομοιάζουν το "Kairo" ως μια ταινία που θέτει επί τάπητος, και το θέμα του πολέμου, έτσι όπως από πρώτο χέρι τον βίωσε αυτό το έθνος.  Αν σκεφτεί μάλιστα κανείς και το τέλος της ταινίας, τότε σίγουρα θα μπορέσει να εντοπίσει κάπου εκεί, μια εν δυνάμει, φριχτή αναπαράσταση της βιαιότητας, της ωμότητας και της θανατίλας ενός πολέμου.  Και στη τελική, κάπως έτσι φαίνεται πως λειτουργεί και η ιδέα του καλωδιακού περάσματος ενός πνεύματος στον κόσμο μας.  Ως ο ύστατος πόλεμος της ανθρωπότητας.
Η σκηνοθεσία του Kurosawa είναι σκοτεινή και μίζερη, με μουντά χρώματα, σε έναν κόσμο απομυζημένο από το παραμικρό συναίσθημα χαράς και κουράγιου.  Οι ερμηνείες των ηρώων είναι μετρημένες, χωρίς υπερβολές αυτή τη φορά, υπακούοντας στην αλληγορική σημασία της ταινίας, αλλά και στην πιθανότητα όλη αυτή η υπόθεση να αποτελεί τελικά μια νέα, καταστροφική για τους ανθρώπους, συνέπεια.  Συνέπεια που απορρέει από τον δικό μας εγωισμό και την αυξανόμενη κατάθλιψη που σκοπεύει να καταπιεί τα πάντα.
Δυσοίωνο και σκοτεινό, το "Kairo" λειτουργεί σαν μια κινηματογραφική αλληγορία πάνω σε πολλαπλά θέματα, όπως η τεχνολογία, η μοναξιά και οι συνέπειες ενός πολέμου.  Πολλά από όσα δείτε δεν έχουν μια χειροπιαστή εξήγηση στα πλαίσια της ταινίας, αλλά δε χρειάζεται κιόλας.  Ο καθένας μπορεί να οδηγηθεί στα δικά του συμπεράσματα.  Έτσι κι αλλιώς μιλάμε για μια ταινία που θα μείνει στο μυαλό σας για πολύ, πολύ καιρό...

Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι και ο καπετάνιος μπορεί να συμβολίζει κάτι (ίσως εκείνον που μετέφερε τις ψυχές τον νεκρών από τον Αχέροντα στον Άδη;), οτι τα φαντάσματά τους δε θα σταματήσουν να με φρικάρουν ποτέ, και οτι η μουσική που σιγοντάρει τη ταινία θα ήταν ικανή να σε κάνει να χεστείς πάνω σου, ακόμα και αν έβλεπες κωμωδία.



No trivia

Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2012

Flipped: The very first love of your life...

Γεια σας γεια σας και πάλι!  Σήμερα έχουμε ακόμη μια νοσταλγική ταινιούλα βγαλμένη κατευθείαν από την καρδιά των 60s, όπως ακριβώς και το "Moonrise Kingdom" που είδαμε μερικές μέρες πιο πριν.  Το "Flipped" είναι ένα όμορφο, γλυκό ταινιάκι, με γνωστούς ηθοποιούς, μια μελιστάλαχτη ιστορία σχετικά με τη πρώτη αγάπη και την ατμόσφαιρα μιας εποχής γεμάτη χαμένη αθωότητα.  Η ταινία έχει τα καλά της, αλλά έχει και τα κακά της (κανα-δυο αλλά τα έχει), οπότε ξεκινάμε κατευθείαν και γι'αυτή τη κριτικούλα μας.  Here we go.


Η ιστορία μας απλή και χιλιοειπωμένη.  O Bryce Loski (Callan McAuliffe) μετακομίζει με την οικογένειά του και ενώ είναι ακόμα πιτσιρίκι, απέναντι από το σπίτι των Baker, οι οποίοι εκτός από δυο γιους έχουν και ένα χαριτωμένο, αλλά ολίγον περίεργο κοριτσάκι που του αρέσει να χώνει τη μύτη του παντού, τη Juli (Madeline Carroll).  Η μικρή Juli θα νοιώσει από τη πρώτη στιγμή τη καρδιά της να χτυπάει λίγο πιο γρήγορα για τον ξανθό Bryce με τα 'dazzling eyes', αλλά τα αισθήματα δε φαίνεται να είναι αμοιβαία, μιας που ο Bryce είναι απλά εντελώς αδιάφορος απέναντί της.  Όταν τα χρόνια περάσουν και τα παιδιά μεγαλώσουν, η Juli θα αποτελέσει μια όμορφη, και ενδιαφέρουσα έφηβη η οποία βλέπει τη πραγματική μαγεία στη θέα μιας τεράστιας συκομουριάς, έχει τη δική της επιχείρηση από εκτρεφόμενες...κότες, και τον διακαή πόθο που εξακολουθεί να τη καίει σχετικά με το πότε θα καταφέρει να ξεκλέψει το πολυπόθητο φιλί από τον γόη της γειτονιάς.  Όταν όμως οι καταστάσεις φέρουν τη Juli να αμφισβητήσει την πραγματική αξία-ενός κενού όπως όλα δείχνουν Bryce-τότε τα πράγματα θα κάνουν ένα απρόσμενο flip, και εκεί που η πιτσιρίκα ξελιγωνόταν στη θέα του γείτονά της, τα πράγματα θα αντιστραφούν κατά 180 μοίρες, με τον Bryce να αρχίσει να βλέπει διαφορετικά την από καιρό κολλιτσίδα του.  Έχει ο καιρός γυρίσματα...


Ο σκηνοθέτης/σεναριογράφος/παραγωγός Rob Reiner είναι υπεύθυνος και πάλι για τη δημιουργία ενός film που διαθέτει στιλ και ατμόσφαιρα βγαλμένη κατευθείαν από τη καρδιά της δεκαετίας του '60, πράγμα καθόλου περίεργο αν σκεφτεί κανείς πως είναι και ο δημιουργός μιας από τις καλύτερες coming of age ταινίες (της ίδιας πάντα εποχής), του "Stand by Me" το οποίο αποτελεί βεβαίως και βιβλιακό κατασκεύασμα του Stephen King.
Η αλήθεια είναι πως το "Flipped" δε φτάνει καθόλου τις αξιώσεις μιας ταινίας όπως το "Stand by Me", παρόλα αυτά καταφέρνει με τον δικό του τρόπο να αποτελέσει μια feel good προσπάθεια από μέρος του σκηνοθέτη.
O Reiner αποτελεί μια πολυσχιδή προσωπικότητα που φέρνει στο πανί πολλές, διαφορετικές ιστορίες τις οποίες διηγείται με απόλυτο σεβασμό απέναντι στην εποχή και τους χαρακτήρες της.  Εξάλλου δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός πως έχει σκηνοθετήσει δυο από τις καλύτερες μεταφορές βιβλίων του Stephen King στη μεγάλη οθόνη, καθώς εκτός από το παρεϊστικο "Stand by Me" 'έδωσε' στην Kathy Bates το Oscar Α' Γυναικείου Ρόλου για την τρομερή της ερμηνεία στη ταινία "Misery".  Το να μεταφέρεις την ουσία ενός βιβλίου στον κινηματογράφο, δεν είναι και οτι πιο εύκολο, ο Reiner όμως έχει αποδείξει οτι δεν είναι και ακατόρθωτο.
Αν τσεκάρει κανείς τη φιλμογραφία του, θα εντοπίσει μια ποικιλία ετερόκλητων, κινηματογραφικών ειδών με μια μεγαλύτερη έφεση σε ρομαντικές/αισθηματικές παραγωγές όπως το "The Princess Bride" (1987), το θρυλικό πια "When Harry Met Sally..." (1989), το μάλλον κακό "The Story of Us" (1999), το ακόμη χειρότερο "Alex and Emma" (2003) με την χείριστη Kate Hudson *barf*, καθώς και το αδιάφορο "Rumor Has It" (2005).  Εκτός όμως από όοοολα αυτά τα (άλλα καλά και άλλα οχι και τόσο) ρομάντζα, ο ίδιος έχει κάνει και μερικές καλές ταινίες όπως το μουσικό "This Is Spinal Tap" (1984) και το "A Few Good Men" (1992).  Και αν αναρωτιέστε γιατί τόση ώρα σας αραδιάζω τις ταινίες του κ. Reiner είναι απλό: το "Flipped" κυμαίνεται κάπου ανάμεσα στο νεανικό και αθώο ρομάντζο μιας άλλης εποχής, και μιας ταινίας που όμως κάτι της λείπει, αποτελόντας στην ουσία μια ταινία ύψους και βάθους.  Ακριβώς όπως και το σύνολο της φιλμογραφίας του δηλαδή.


Η ταινία βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα της συγγραφέως Wendelin Van Draanen, και είναι γεμάτη από μια νοσταλγική διάθεση, ακριβώς όπως απαιτείται από τέτοιου είδους παραγωγές.  Σίγουρα στα θετικά της πρέπει να προστεθεί η συγκέντρωση ενός ενδιαφέροντος και γνωστού cast στους κεντρικούς ρόλους που απαρτίζεται από τους, Penelope Ann Miller, Rebecca De Mornay, Antony Edwards, Aidan Quinn και John Mahoney.
Όσον αφορά την ιστορία καθεαυτή, του πρώτου δηλαδή παιδικού-εφηβικού έρωτα, μπορεί να την έχουμε δει ξανά και ξανά στον κινηματογράφο, παρόλα αυτά όταν τοποθετείται σε μια ρομαντική εποχή όπως αυτή των 60s (τουλάχιστον σε σχέση με τον τρόπο που παρουσιάζεται η εποχή αυτή στο cinema), τότε σίγουρα μιλάμε για ένα love story που στοχεύει κατευθείαν στις καρδιές των θεατών.  Και ως ένα βαθμό, αυτό επιτυγχάνεται και εδώ.  Ως ένα βαθμό όμως, γιατί υπάρχει ένα πολύ βασικό μείον: η χημεία των νεαρών πρωταγωνιστών είναι από ελάχιστη, έως ανύπαρκτη και αυτό αγαπητέ μου κ. Reiner είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της ταινίας.


Καταρχάς για να λέμε και τα πράγματα όπως είναι, η ταινία φορτώνεται από νωρίς στη πλάτη της πολύ καλής Madeline Carroll (την είδαμε και φέτος στο "Μachine Gun Preacher" ως απαιτητική κόρη του Gerard Butler), η οποία καταφέρνει να μας πείσει με την γκάμα των συναισθημάτων που μπορούμε να διακρίνουμε στο πρόσωπό και το γενικότερο στήσιμό της.
Από την άλλη πλευρά ο συμπρωταγωνιστής της Callan McAuliffe είναι στη καλύτερη περίπτωση ένα αγγούρι και μισό.  Ίδιο βλέμμα, ίδια έκφραση, ίδια μονότονη ομιλία (αγάπη μου έχεις κάποια συγγένεια με την Kristen?) σε βαθμό που να θες να του αστράψεις ένα χαστούκι.  Και καλά, ως ένα βαθμό δικαιολογείται από τον ρόλο τον οποίο υποδύεται (αυτόν ενός άνευρου και άτολμου νεαρού, που σταδιακά αρχίζει να βλέπει την περίεργη για όλους Juli, διαφορετικά), αλλά σε καμία περίπτωση δε μπορεί αυτό να αποτελέσει τον μπούσουλα πάνω στον οποίο ο McAuliffe χτίζει την ταινιακή του περσόνα.  Και αυτό γιατί στην τελική απαιτείται συναίσθημα και τόλμη για να βγει κάτι τουλάχιστον αξιοπρεπές.
Η Caroll στο πλευρό του πασχίζει να του βγάλει τη συγκίνηση και το ενδιαφέρον, επωμιζόμενη όλη την ιστορία τελικά πάνω της και αποτελώντας το άλλο κομμάτι ενός awkward, νεανικού διδύμου το οποίο πάσχει από την προφανέστατη έλλειψη ταλέντου του McAuliffe.  Και να φανταστεί κανείς οτι είναι και πατριώτης μου.  A screw that, at least we have Hemsworth.


Πέρα από τον προβληματικό McAuliffe του οποίου το σκάλωμα φαίνεται και μπόλικο και βαρύ στη ταινία, το "Flipped" ίσως καταφέρει κάπου να σου ξυπνήσει το παιδί που κρύβεις μέσα σου.
Η σκηνοθεσία του είναι όμορφη και αγνά ανεπιτήδευτη, πιάνοντας εύκολα τον παλμό της εποχής και προσφέροντας ένα θέαμα πασπαλισμένο με ζαχαρόσκονη, και τις σωστές δόσεις δράματος.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιείται η εναλλαγή ανάμεσα στον τρόπο με τον οποίο βλέπουν και αντιμετωπίζουν τις καταστάσεις τα δυο παιδιά, καθώς πρώτα παίρνει τη σκυτάλη ο ένας κάνοντας το δικό του voice over και έπειτα ο άλλος, με μια παράλληλη παρουσίαση των ίδιων γεγονότων, με ελαφρώς διαφορετικό, χρονικό προσδιορισμό, ανάλογα με το ποιος μιλάει.
Όλο το υπόλοιπο υποστηρικτικό cast στέκεται σοβαρά απέναντι στο θεατή, και δίνει τον καλύτερό του εαυτό σε αυτό το ανάλαφρο, και γλυκό ταινιάκι.
Μπορεί να μη μιλάμε για ένα πρωτότυπο story και μπορεί και ο πρωταγωνιστής να τα κάνει σε μεγάλο βαθμό μαντάρα, παρόλα αυτά το "Flipped" είναι μια ταινία που μπορεί να σε συγκινήσει και ταυτόχρονα να σε κάνει να χαμογελάσεις.  Συνεπώς αν αναζητάς χαλαρές, καλοκαιρινές βραδιές με όμορφη παρέα, αυτό το filmaki είναι σίγουρα οτι ψάχνεις.  Χαριτωμένο, αναζωογονητικό και τόσο όμορφο όσο ο πρώτος μας παιδικός έρωτας.

Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι η θέα από ψηλά κάνει τη διαφορά, οτι η Rebecca De Mornay είναι αγέραστη, και οτι θα είχε πλάκα να λένε κάποιον Sal Monella.



No trivia

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2012

Hodejegerne (a.k.a Headhunters): They both are...

NEW ARRIVAL (από 12 Ιουλίου στις αίθουσες)

Καλή εβδομάδα και πάλι!  Και σήμερα θα προτείνουμε ταινιούλα για τις καυτές μέρες και νύχτες του καλοκαιριού που διανύουμε.  Σήμερα το menu έχει ολίγον από Νορβηγία, και κακά τα ψέματα κάθε ταινία που έχω δει τα τελευταία χρόνια από εκεί (και τη γενικότερη σκανδιναβική περιοχή) είναι οτι καλύτερο και μάλιστα σε διαφορετικά είδη.  Το "Headhunters" είναι μια αγωνιώδης περιπέτεια ανατροπών, που σίγουρα δε θα σας αφήσει ασυγκίνητους, ενώ ενδείκνυται σίγουρα για κινηματογραφικές βραδιές με καλή παρέα, και καλή μπυρίτσα.  Ξεκινάμε λοιπόν!


O Roger Brown (Aksel Hennie) είναι ένας μικρόσωμος, 'κυνηγός κεφαλών' του επαγγελματικού χώρου της Νορβηγίας, ο οποίος παρέα με την όμορφη, γκαλερίστα γυναίκα του Diana ζει μια ζωή μέσα στη χλιδή.  Αυτό όμως που η ξανθιά σύζυγος μοιάζει να αγνοεί, είναι πως ο Roger συντηρεί ένα πολυτελές life style που βρίσκεται στον...αέρα, και αυτό γιατί η νόμιμη δουλειά του, δε του προσφέρει τον παχυλό μισθό που κανονικά θα απαιτούνταν για τα 30 ζευγάρια γόβες της Diana, τα ακριβά αυτοκίνητα και το υπερloux σπίτι.  Για τον λόγο αυτό ο μικροκαμωμένος Roger (μόλις 1.68) φροντίζει να καλύπτει τις υλικές ανάγκες της γυναίκας του (και την δική του, χαμηλή αυτοεκτίμηση) με άλλους τρόπους και συγκεκριμένα κλέβοντας αυθεντικά έργα τέχνης και αντικαθιστώντας τα με πλαστά.  Παρόλα αυτά, ακόμα και έτσι βλέπει μάλλον δυσοίωνο το συζυγικό του μέλλον, ενώ έχει σχεδόν προεξοφλήσει και την εγκατάλειψή του από την Diana, σε περίπτωση που σταματήσει να τις παρέχει, οτι της παρείχε τέλος πάντων μέχρι τώρα.  Ακόμα και ένα παιδί φαντάζει αδύνατον γι' αυτόν, όσο κι αν φαίνεται πως η γυναίκα του το επιθυμεί διακαώς, με αποτέλεσμα να προστίθεται ένα ακόμη αγκάθι στον βιτρινάτο γάμο τους.  Όταν λοιπόν μια μέρα η Diana του συστήσει τον γοητευτικό, πρώην military τύπο, Clas Greve (Nikolaj Coster-Waldau, ή αλλιώς ο γνωστός μας Jaime Lannister, από το "Game of Thrones") τότε τα πράγματα θα αλλάξουν, καθώς ο Roger θα πληροφορηθεί οτι ο Greve έχει στο σπίτι του έναν πίνακα που μπορεί να αξίζει αρκετά εκατομμύρια.  Βλέποντας μπροστά του ένα νέο μέλλον, θα αποφασίσει μαζί με τον συνεργάτη του Ove, να κάνουν την επόμενη κίνηση, αλλά μια αναπάντεχη αποκάλυψη θα θα πυροδοτήσει ένα ανελέητο κυνηγητό εις βάρος του.  Και ο κυνηγός του;  Ας πούμε οτι ο κ. Greve είχε υπάρξει ένα διαφορετικό είδος head hunter από αυτό που είναι ο Roger.  Ξέρετε τώρα, από αυτούς που στον στρατό είναι πολύτιμοι για να φέρνουν εις πέρας τις βρώμικες δουλειές...


Ο σκηνοθέτης Morten Tyldum δημιουργεί ένα σπιντάτο ταινιάκι, το οποίο κάπου στο Hollywood σίγουρα θα το έχει πάρει πάλι το μάτι σας (η υποθεσιακή ομοιότητα με το "The Thomas Crown Affair" είναι εμφανής), αλλά όπως τείνει να συμβαίνει πλέον, η σκηνοθετική αρτιότητα των σκανδιναβικών ταινιών, είναι για ακόμη μια φορά εμφανής.
Το "Headhunters" αποτελεί την μόλις τρίτη, μεγάλου μήκους ταινία του Tyldum και αν κρίνω από τις αντιδράσεις και τη βαθμολογία της από έγκριτους κριτικούς του κινηματογράφου, μάλλον έχει προκαλέσει αίσθηση χάρη στην στιλάτη κινηματογράφησή της, τις διαρκείς της ανατροπές και τις πολύ καλές ερμηνείες της.  Αν και και το γεγονός οτι αποτελεί μια νορβηγική παραγωγή της δίνει extra πόντους από την αρχή (έχει γίνει πλέον must οτι σχεδόν όλες αυτού του είδους οι παραγωγές, αποτελούν στα σίγουρα αξιόλογες ταινίες), ακόμα και αν δε την έχεις ήδη δει.
Το story βασίζεται στο ομώνυμο best seller του συγγραφέα Jo Nesbo, και όπως έχεις ήδη καταλάβει συγγραφείς και σκηνοθέτες βγάζουν το ψωμί τους παρέα εκεί ψηλά ("Let the Right one In", "The Millennium Trilogy"-αν και ο Stieg Larsson έγινε διάσημος για το συγγραφικό του έργο, κυρίως μετά θάνατον- και το πιο πρόσφατο "Turn Me On, Dammit!", είναι μόνο μερικές ακόμα ταινίες που βασίζονται σε νουβέλες διάφορων, διάσημων συγγραφέων κυρίως στα σκανδιναβικά εδάφη).
Και όπως έχεις μέχρι τώρα καταλάβει την αξία αυτών των ταινιών (είτε από καθαρά entertainment πλευρά, είτε και από καλλιτεχνικής διάστασης κάποιες φορές), το ίδιο ακριβώς μπορείς να περιμένεις και από το "Headhunters".


Η ταινία προσφέρει ένα κλασικό θα έλεγε κανείς σενάριο, το οποίο όμως εμπλουτίζεται από την διαρκή αμφισβήτηση που έχει ο θεατής σχετικά με το ποιος είναι μέσα στο κόλπο, και ποιος οχι.
Δεν υπάρχει τίποτα πιο ξενέρωτο σε μια περιπέτεια από το να έχεις ήδη ψιλιαστεί από την αρχή, τον καλό και τον κακό, τους φίλους και τους προδότες, μιας που το μόνο που έχεις να περιμένεις μετά είναι απλά η προώθηση της ιστορίας και τίποτα περισσότερο.
Αυτός είναι και ένας βασικός λόγος για τον οποίο το "Headhunters" είναι μια τόσο καλή ταινία: γιατί καταφέρνει να διατηρήσει το ενδιαφέρον σου στα ύψη, μέχρι και λίγο πριν από το τέλος της.  Η ανατροπή διαδέχεται η μια την άλλη και οι ρόλοι αλλάζουν, όπως ακριβώς οι διαμορφωμένες καταστάσεις το απαιτούν.
Ένα πολύ έξυπνο μάλιστα εύρημα είναι και το γεγονός οτι ο πρωταγωνιστής μας είναι ένας μικροκαμωμένος άνδρας, γεγονός που σύντομα καταλαβαίνουμε πως του δημιουργεί ένα κάποιο κόμπλεξ κατωτερότητας και περιορισμένης αυτοπεποίθησης.  Μπορεί να διαθέτει ερωμένη, μια καλή δουλειά και μια όμορφη σύζυγο, το γεγονός όμως παραμένει πως είναι ένας άνδρας με ύψος 1.68 (όπως λέει και ο ίδιος, μάλλον απογοητευμένος στην αρχή).  Συνεπώς σε μια προσπάθεια να αποδείξει στον εαυτό του κυρίως οτι τελικά το ανάστημά του δεν είναι πρόβλημα, και θα ξενοπηδήξει, και ικανοποιημένη θα κρατήσει τη γυναίκα του με πανάκριβα σκουλαρίκια και άλλα ακριβά δώρα και θα πει και μια κουβέντα παραπάνω στη δουλειά του αφού τελικά, he is the boss. Κοντός μεν, αλλά boss.  Όλα αυτά βέβαια μέχρι τη στιγμή που θα κάνει την εμφάνισή του ο Clas Greve και κάπου εκεί το ψεύτικο παραπέτασμα μιας άνετης προσωπικότητας θα πέσει.  Και θα αποδειχθεί οτι ο Roger είναι τελικά ένα μικρό, ταπεινό ανθρωπάκι.  Ή μήπως οχι;


Εξίσου επιτυχημένη βέβαια είναι και η επιλογή του τίτλου, καθώς έχει κατά κάποιον τρόπο διττή σημασία, μιας που και οι δυο κεντρικοί μας ήρωες αποτελούν κυνηγούς κεφαλών.  Απλά φαίνεται με τρόπο ξεκάθαρο πόσο προσηλωμένη, στρατιωτική διάσταση έχει ο ένας, και πόσο μπιζνεσική, κοστουμαρισμένη διάσταση ο άλλος.  Και οι δυο όμως ρίχνονται στην διαδικασία του κυνηγιού, υπακούοντας σε κάποιους κανόνες που έχουν να κάνουν με την προσωπική τους ανέλιξη.  Ο ένας στον στρατιωτικό τομέα, και ο άλλος σε αυτόν των διεθνών επιχειρήσεων.
Το γεγονός οτι τελικά αυτή η διάσταση των lifestyle ανάμεσα στους δυο, πρόκειται να γίνει κοινή, συγχωνεύοντας τις συμπεριφορές και τις αντιδράσεις τους είναι μόνο ζήτημα χρόνου και κάπου εκεί οι ρόλοι αλλάζουν λιγάκι (εως και πολύ).  O Roger βρίσκει τον σκληραγωγημένο του εαυτό, που πιθανότατα δε γνώριζε καν πως υπάρχει, ενώ ο Greve οδηγείται σε μερικές λανθασμένες κινήσεις που του στοιχίζουν αρκετά.
Εκτός από την υπόθεση όμως, η ταινία έχει να σου δώσει και μια άρτια, χορογραφημένη σχεδόν σκηνοθεσία, με γρήγορες εναλλαγές πλάνων, βίαιες στιγμές και απρόσμενες καταστάσεις, όλα κάτω από το πρίσμα ενός παιχνιδιού 'γάτας-ποντικιού'.  Κάπου μπορεί να σας θυμίσει και λίγο Fincher (δε κάνω πλάκα), οχι τόσο στη χρωματική της απόδοση, όσο στην μεστή, ρεαλιστική και ανδρική της σκηνοθεσία.  Εκτός των άλλων, και η επιλογή του χώρου των γυρισμάτων είναι συνηθισμένη για τέτοιες ταινίες, αφού το ανθρωποκυνηγητό αναλώνεται σε καταπράσινα, φυσικά τοπία, ξύλινες καλύβες μέσα στα δάση και ποταμίσιους γκρεμούς, θυμίζοντας σκηνές από το "The Fugitive" του 1993 (απ' όσο μπορώ να πω, μιας και την original σειρά του '63, δε την έχω δει).


Οι ερμηνείες είναι πολύ καλές, ιδιαίτερα από τον Hennie ο οποίος εκμεταλλεύεται στο έπακρο το μικρό του ανάστημα, το οποίο τον βοηθάει να την σκαπουλάρει αρκετά καλά από τις διάφορες κακοτοπιές.  Με έντονο διαπεραστικό (και γουρλωτό βλέμμα) κερδίζει τις εντυπώσεις με την σταδιακή μεταβολή του χαρακτήρα του.  Από την άλλη πλευρά ο Waldau παραμένει λίγο περισσότερο στα μετόπισθεν, υποδυόμενος τον τυπικό κακό, που όμως του πάει έτσι κι αλλιώς (ας είναι καλά και το μεσαιωνικό του alter ego).
Αν κάτι με ενόχλησε στην όλη ταινία είναι μόνο το γεγονός πως το σκληροπυρηνικό παρελθόν του Greve, δεν δικαιολογείται απόλυτα από τη δράση του στη ταινία, καθώς θα περίμενε κανείς πως η παρουσία του θα ήταν περισσότερο έντονη και πως στην τελική he would knew better.  If you know what i mean.
Κατά τα άλλα οι όποιες μικρές, υποθεσιακές τρυπούλες, μπορούν με ευκολία να παρακαμφθούν καθώς η ταινία σου προσφέρει άρτο και θέαμα, καθώς και μερικές χιουμουριστικές στιγμές που πηγάζουν και πάλι από το παρουσιαστικό του Hennie.
To "HeadHunters" είναι μια ταινία νορβηγο-γερμανικής παραγωγής, που σίγουρα θα απολαύσετε και μέσα στην αίθουσα.  Καλογυρισμένο, με έξυπνα twists, ένα παραδοσιακό, crime σενάριο και το φυσικό τοπίο της Νορβηγίας που σιγοντάρει από κοντά, είναι μια από τις καλές, καλοκαιρινές επιλογές και καλά θα κάνετε να τη περιμένετε.

Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι δε θα δω ποτέ ξανά το χαρτονάκι από το ρολό υγείας, με τον ίδιο τρόπο, οτι δυο υπερτροφικοί αστυνομικοί αποτελούν την καλύτερη προστασία, και οτι το full-skull look είναι και πάλι της μόδας.  Για διαφορετικούς, από τους καθυστερημένους λόγους που είναι πλέον 'στη μόδα' και σε εμάς εδώ.



TRIVIA
  • Η ταινία αποτέλεσε τη δεύτερη, μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία στη Νορβηγία μετά το "Max Manus" (2008) με πρωταγωνιστή και πάλι τον Aksel Hennie.
  • Η Summit Entertainment αγόρασε τα δικαιώματα για την παραγωγή του αμερικανικού remake, πολύ πριν από το original release της ταινίας.  Μα τι περίεργο...
  • Η ταινία περιλαμβάνει πολλές αναφορές και tributes στην τριλογία του Stieg Larsson.  Για παράδειγμα κάποια στιγμή η Diana παρακολουθεί στη τηλεόραση τη δεύτερη ταινία, το "The Girl Who Played With Fire", ενώ χρησιμοποιήθηκαν και κάποιες εναέριες λήψεις από την ταινία "The Girl With the Dragon Tattoo" προκειμένου να καλυφθούν κάποια σκηνοθετικά κενά. 
(ΠΗΓΗ IMDB)

Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2012

Moonrise Kingdom: The awesome world of mr. Wes Anderson

NEW ARRIVAL

Καλημέρα καλημέρα σε όλους!  Αρχικά να σας πως πως σπάσαμε τα 100.000 views από την ημέρα δημιουργίας του blog μου, και είμαι ενθουσιασμένη!  Σας ευχαριστώ πολύ όλους για την επίσκεψη και το πέρασμά σας που και που από το blogaki, και υπόσχομαι να συνεχίσουμε με ακόμα περισσότερες, όμορφες ταινιούλες.  Και επειδή άρχισα να 'ακούγομαι' σαν σε προεκλογική καμπάνια (φτάνει δε θέλουμε άλλα), περνάμε κατευθείαν στο ψητό.  Χθες το βραδάκι πήγα σε θερινό σινεμά για να δω το "Moonrise Kingdom" το οποίο η αλήθεια είναι πως το περίμενα πως και πως, από τη στιγμή που είδα το trailer του.  Νομίζω πως το μόνο το οποίο με ξενέρωσε ήταν τα...8 ευρώ(!) εισιτήριο που έδωσα, αλλά ευτυχώς η ταινία με αποζημίωσε.  Τόσο γλυκιά και τόσο όμορφη, ακριβώς όπως τα πρώτα παιδικά σκιρτήματα.  Σίγουρα αποτελεί την ταινία της εβδομάδας, και την προτείνω ανεπιφύλακτα σε όλους.  Ξεκινάμε...


O Sam (Jared Gilman) είναι ένας έξυπνος, ορφανός πρόσκοπος που αποφασίζει να παρατήσει την κατασκήνωσή του και να το σκάσει με τον πρώτο του, παιδικό έρωτα, την ιδιότροπη και περπατημένη Suzy (Kara Hayward).  Οι δυο τους θα επιδοθούν σε ένα mini-ταξίδι μέσα στη δασώδη φύση της Νέας Αγγλίας της δεκαετίας του '60 (και συγκεκριμένα του 1965), ανακαλύπτοντας την γλυκιά και αθώα αίσθηση του πρώτου, ρομαντικού σκιρτίματος.  Με μοναδική παρέα ένα φορητό πικ-απ, το γατάκι της Suzy και φυσικά τους ίδιους τους τους εαυτούς, τα παιδιά θα ανακαλύψουν πολλά περισσότερα πράγματα για το τι σημαίνει να αγαπάς (με την ευρύτερη, αλλά και την πιο συγκεκριμένη έννοια), από το ενήλικο περιβάλλον τους, που μοιάζει να το έχει ξεχάσει.  Οι γονείς της Suzy, Laura (Frances McDormand) και Walt (Bill Murray) αποτελούν ένα ανδρόγυνο που έχει βαλτώσει στην βαρετή τους, οικογενειακή καθημερινότητα, ενώ όπως όλα δείχνουν η Laura έχει αναπτύξει και ένα ψιλοφλερτάκι με τον αστυνομικό του νησιού, τον Captain Sharp (Bruce Willis) έναν θλιμμένο και μοναχικό τύπο.  Παρά το γεγονός αυτό, όλοι μαζί, παρέα και με τον Scout Master Ward (Edward Norton) θα προσπαθήσουν να βρουν τα ατίθασα παιδιά, προκειμένου αυτά να επιστρέψουν και πάλι σπίτι.  Τα πράγματα όμως δεν είναι και τόσο απλά, καθώς τα πιτσιρίκια φαίνονται αποφασισμένα να υπερασπιστούν τη σχέση τους και όπως όλα δείχνουν οι συμμετέχοντες θα πάρουν το μάθημά τους.  Ένα μάθημα ζωής...


Την πικρή μου αλήθεια θα την πω.  Πριν παρακολουθήσω χθες το βράδυ αυτό το όμορφο ταινιάκι, δεν είχα ξαναδεί άλλη ταινία του Anderson, παρά το γεγονός οτι μέχρι στιγμής μόνο καλά πράγματα έχω ακούσει για τις σκηνοθετικές και σεναριακές του δυνάμεις.  Η αλήθεια είναι πως ο υποψήφιος για δυο Oscar σκηνοθέτης (μια φορά για καλύτερο animation της χρονιάς για το πολύ καλό "Fantastic Mr. Fox" και μια ακόμη για το σενάριο της ταινίας του, "The Royal Tenenbaums") χτύπησε κατευθείαν στην καρδιά μου με το "Moonrise Kingdom" καθώς οχι μόνο απολαμβάνω να βλέπω τέτοιας ομορφιάς, coming of age ταινιάκια, αλλά όταν μάλιστα χαρακτηρίζονται από μια τέτοια ονειρική σκηνοθεσία, ένα εκπληκτικά δεμένο cast (όλοι ένας κι ένας στον ρόλο τους) και ένα soundtrack που σε ταξιδεύει σε άλλες εποχές, τότε που το eyeliner έβγαινε έξω από το μάτι, το καρό ήταν in και τα 45άρια δισκάκια must για όποιον ήθελε να λικνιστεί σε twist-ικους ρυθμούς, ε τότε δε μπορώ να αντισταθώ και απλά αφήνω αυτή τη μαγική αίσθηση να με παρασύρει.  Αφήστε που τώρα που το σκέφτομαι το χαμόγελο δε πρέπει να άφησε καθόλου το πρόσωπό μου, καθ όλη τη διάρκεια της ταινίας...


Αν και φαντάζομαι πως θα μπορούσα να πω πως η ταινία διακατέχεται από μια hipster αισθητική, εντούτοις προτιμώ να μη το κάνω.  Οχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά νομίζω πως οτιδήποτε έχει να κάνει με μια παλιακή παρουσία (με τη καλή έννοια) δε σημαίνει απαραιτήτως πως πρέπει να καταχωρηθεί στη συνείδησή μας, ως 'χιπστεριά'.  Ένα ντύσιμο άλλης εποχής, ένα ζευγάρι καλολουστραρισμένα παπούτσια, ένας κοκάλινος σκελετός γυαλιών και ένα γαλάζιο πικ-απ, αποτελούν απλά στοιχεία που προσδιορίζουν στη προκειμένη περίπτωση, μια χρονική εποχή.  Και αν αποδεχθούμε εκ των πραγμάτων οτι μιλάμε για το 1965, δε μπορώ να αποδεχτώ και τη χρήση του όρου hipster, γιατί πολύ απλά η συγκεκριμένη εποχή χαρακτηριζόταν από μόνη της από ένα κάποιο ύφος, ένα στυλ.  Συνεπώς και για να τελειώνουμε και λίγο με αυτό το θέμα (το οποίο πάλι με εκνεύρισε λίγο) το "Moonrise Kingdom" δεν είναι μια hipster ταινία (hipsters gonna hate, αλλά δε μπορώ να κάνω κάτι γι'αυτό).  Είναι μια ταινία για μια εποχή αθώα και συγκινητική, αληθινά όμορφη και ταυτόχρονα φανταστική.  Είναι μια ταινία για την 'κανείς δε με καταλαβαίνει και σας μισώ όλους' προ εφηβική ηλικία, τις τρέλες και τις σοβαρές αποφάσεις που νομίζει κανείς πως είναι έτοιμος να πάρει στα μόλις 12 του χρόνια.  Έχει χάρη και το απαράμιλλο στυλ της παλιάς εποχής (όσον αφορά το ντύσιμο τουλάχιστον, καθώς στα υπόλοιπα ο Anderson έχει βάλει τις υπερβολικές του νότες και καλά έκανε).  Ίσως και ο ίδιος ο Anderson να επέλεξε να τοποθετήσει την ιστορία του εκεί (όσον αφορά τον χρόνο), προκειμένου να εισαγάγει στη ταινία του μια χαλαρή, hipster διάσταση, για εμάς τα σύγχρονα παιδιά, αλλά μέχρι εκεί.  Το "Moonrise Kingdom" είναι μια ταινία που τρέφει τα μάτια, τη ψυχή και τη καρδιά σου.  Α, και τα αυτιά σου βεβαίως, βεβαίως.


Το story είναι απλό και θα μπορούσε να σου θυμίζει πολλές διαφορετικές, νεανικές ταινίες, με τη διαφορά οτι τόσο η εκτέλεσή του, όσο και οι χαρακτήρες που το απαρτίζουν έχουν πολλές ιδιαιτερότητες.
Μπορεί να μην έχω δει άλλες ταινίες του, από αυτά τα λίγα όμως που διάβασα και από μια συνέντευξή του, μου δίνεται να καταλάβω πως ο Anderson είναι ένας σκηνοθέτης που θέτει πάντα στο πλαίσιο των film του, την οικογένεια.  Οχι απαραίτητα αυτή που έχουμε στο νου μας ως παραδοσιακή, αλλά τέλος πάντων μια οικογένεια και ότι μπορεί να συνεπάγεται αυτό.  Προβλήματα, απιστίες, απώλεια του έρωτα, δυσκολίες με τα παιδιά και ένα σωρό άλλα.  Έτσι λοιπόν και εδώ φροντίζει να παρουσιάσει το πλαίσιο μιας φαμίλιας, αλλά με τρόπο που αφήνει να εννοηθεί οτι παίζει περισσότερο στο background (δίνοντάς μας ενδεχομένως και ιδέες σχετικά με το γιατί η Suzy έχει γίνει τόσο αντιδραστική), αφήνοντας το παιδικό love story να ξετυλιχθεί μπροστά στα μάτια μας.  Ακόμα και το ορφανό παρελθόν του Sam συνηγορεί στο γεγονός προκειμένου ο θεατής να τεθεί υπέρ των δυο παιδιών.  Από τη μια πλευρά ο κοινωνικός τους περίγυρος (όπως αυτός εκφράζεται στο πρόσωπο των γονιών, της αστυνομίας, του αρχηγού των προσκόπων, ακόμα και της κοινωνικής λειτουργού που θέλει να στείλει τον μικρό στο ορφανοτροφείο) τους 'κυνηγά', προσπαθώντας να τους μπάσει μέσα στα "όπως πρέπει" καλούπια, ενώ από την άλλη τα παιδιά θέλουν να ζήσουν μακριά από περιορισμούς και "πρέπει".  Πηγαίνοντας κόντρα στην όποια εξουσία, ο Anderson δημιουργεί ένα γλυκόπικρο, νεανικό δράμα, με ουσία και περιεχόμενο, που έρχονται απλά να ενισχυθούν ακόμα περισσότερο από την εξαίσια σκηνοθεσία του.


Παίζοντας με τη χρωματική παλέτα του κίτρινου/μουσταρδί, των αποχρώσεων του πράσινου και των ζωηρών παστέλ, ο Anderson κατασκευάζει ένα ονειρικό σύμπαν, τόσο ονειρικό μάλιστα όσο η ζωγραφιά ενός παιδιού, ή όσο μιας μαγικής ιστορίας, από αυτές που απολαμβάνει να διαβάζει η Suzy (πρωταγωνίστρια εδώ στη δική της, πραγματική ιστορία).  Τα κοντινά του πλάνα, η εστίαση στο διαπεραστικό βλέμμα της πρωταγωνίστριας, τα α λα Godard πλανάκια μέσα από το αυτοκίνητο, οι υποκειμενικές ματιές, το παιχνίδισμα με το βάθος πεδίου και τις διαστάσεις των αντικειμένων, τα απότομα cuts και η αίσθηση της περιπλανώμενης σκηνοθεσίας (ολίγον από "Stand by Me" στο πιο μελιστάλαχτό του), όλα δημιουργούν ένα αρκούντως αναζωογονητικό και fan ταινιάκι.
Οι ερμηνείες είναι εξαιρετικές από όλους.  O Bruce Willis σε ένα ευφυέστατο τσαλάκωμα είναι απλά μοναδικός, η Tilda Swinton σε μια μικρή, αλλά χορταστική εμφάνιση υποδύεται την ψυχή κοινωνική λειτουργό, o Bill Murray όπως πάντα υπέροχος και ο Norton σε ένα δυναμικό comeback που απρόσμενα του ταιριάζει (love love love).  Παρόλα αυτά τις εντυπώσεις κλέβει φυσικά το πρωταγωνιστικό δίδυμο, με τις γειωμένες του ερμηνείες και τη μηχανική ομιλία, απογυμνωμένη από κάθε τη φανφαροειδές και περιττό.  Δίνουν και οι δυο ρεσιτάλ, και αποτελούν την εναλλακτική πρόταση σε ένα σωρό υπερζαχαρωμένα, νερόβραστα ζευγάρια που έχουμε δει κατά καιρούς, ακόμα και σε πιο ενήλικη φάση.


Κλείνοντας να δώσουμε εύσημα και στο εξαίρετο soundtrack που συνοδεύει την ταινία, δημιούργημα του Alexandre Desplat, καθώς και το υπέροχο "Le Temps de L'Amour" της Francoise Hardy, γεμάτο από τη μελωδικότητα και την παλιακότητα μιας άλλη εποχής.
Quirky και witty.  Αυτοί είναι δυο χαρακτηρισμοί που θα μπορούσαν να προσδιορίσουν επακριβώς το "Moonrise Kingdom".  Μια ταινία για να αισθανθούμε και πάλι παιδιά.  Έστω και για λίγο...

Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι μερικοί άντρες είναι sexy ακόμα και με τη στολή του προσκόπου, οτι το να ντυθείς κοράκι είναι εγγυημένος τρόπο για να 'ρίξεις' κάποιον, και οτι με δυο αγκίστρια και δυο σκαθάρια μπορείς να φτιάξεις υπέροχα, vintage κοσμήματα. 



No trivia


Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2012

Repulsion: ...is 'eating' her day by day

Hello again!  Μμμ σήμερα θα έχουμε και πάλι μια μικρή επιστροφή στα πιο κλασικά, καθώς για καινούρια ταινιάκια θα μιλήσουμε από τη Παρασκευή, μιας και όπως όλα δείχνουν θα καταφέρω τη Πέμπτη να δω το τόοοοσο cute "Moonrise Kingdom" του Wes Anderson.  Συνεπώς ολίγον από Polanski σήμερα δε βλάπτει και για τον λόγο αυτό θα ξεκοκαλίσουμε μια ταινία που φτάνει στα όρια του ψυχολογικού θρίλερ και μάλλον τα ξεπερνάει κιόλας.  "Repulsion" λοιπόν και ξεκινάμε...


H Carol (Catherine Deneuve) είναι μια όμορφη, νεαρή γυναίκα η οποία εργάζεται σε ένα σαλόνι ομορφιάς, βγάζοντας το χαρτζιλίκι της και ζώντας μαζί με την μεγαλύτερη αδελφή της Helen (Yvonne Furneaux) σε ένα μικρό διαμέρισμα του Λονδίνου.  Παρά το γεγονός πως η Carol αποτελεί μαγνήτη έλξης για όλα τα αρσενικά, χάρη στα ξανθά της μαλλιά και την αθώα της παρουσία, εντούτοις η ίδια φαίνεται πως δεν έχει καταφέρει να συνάψει σχέση με κανέναν μέχρι τώρα, εντείνοντας ακόμη περισσότερο την ιδέα (κατά τη διάρκεια του film) οτι δεν έχει κάνει και ποτέ της σεξ.  Και ενώ η αδελφή της σπιτώνει που και που τον παντρεμένο της εραστή Michael (Ian Hendry), η Carol αρχίζει να νοιώθει ολοένα και περισσότερη απέχθεια απέναντί του, ιδιαίτερα τις βασανιστικές νύχτες κατά τις οποίες ακούει τις βαριές ανάσες της αδελφής της, να έρχονται από το διπλανό δωμάτιο.  Όταν η Helen και ο Michael φύγουν για ταξιδάκι αναψυχής, η Carol θα μείνει μόνη και φοβισμένη μέσα σε ένα διαμέρισμα το οποίο μέρα με τη μέρα θα αρχίσει να την πνίγει.  Οι φαντασιώσεις και οι ψευδαισθήσεις της, θα μπλεχτούν τραγικά με την πραγματικότητα, και η Carol θα βρεθεί παγιδευμένη σε έναν κόσμο ο οποίος υποκινείται από τις καταπιεσμένες, σεξουαλικές της ορμές, την ταυτόχρονη αποστροφή της, απέναντι σε κάθε τι αρσενικό, και ενδεχομένως ακόμα και τα ψήγματα του παρελθόντος τα οποία την έφεραν στην τωρινή της, σταδιακά σχιζοφρενική κατάσταση. Τώρα πια και μια ακόμη Carol ελλοχεύει πίσω από την γοητευτική νέα.  Μια φοβισμένη και άκρως επικίνδυνη ύπαρξη που απειλεί και απειλείται...


Το "Repulsion" αποτελεί τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του ψυχ-αναλυτικού σκηνοθέτη Roman Polanski, έπειτα από το "Knife in the Water" (1962) η οποία αποτέλεσε την πρώτη του, και προσωπικά δε με ενθουσίασε και τόσο.
Ο Polanski αποτελούσε από πάντα έναν σκηνοθέτη ο οποίος φρόντιζε να στήνει την ιστορία του, όσο το δυνατόν καλύτερα μπορούσε, βασιζόμενος σε πρώτη φάση στο περιβάλλον (είτε αυτό ερμηνεύεται γενικά ως αστικό, είτε πιο ειδικά ως κάποιο διαμέρισμα) και έπειτα στις συνέπειες που έχει το περιβάλλον αυτό, πάνω στους ήρωές του.  Δεν είναι τυχαίο μάλιστα το γεγονός πως και ο ίδιος έχει δημιουργήσει μια άτυπη, κινηματογραφική τριλογία που βασίζεται στον τρόμο και την παράνοια την οποία μπορεί να προκαλέσει (ή μάλλον να εντείνει), ένα κλειστοφοβικό διαμέρισμα ή κατοικία.  Το "Repulsion" αποτέλεσε την πρώτη ταινία του που βασιζόταν σε αυτό το μοτίβο, με το "Rosemary's Baby" (1968) και "The Tenant" (1976) να ακολουθούν αργότερα.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση η ταινία του μοιάζει να είναι επηρεασμένη εικαστικά και σκηνοθετικά από ακόμα παλαιότερα αριστουργήματα, όπως για παράδειγμα από την εντυπωσιακή αναπαράσταση του παραμυθιού 'The Beauty and the Beast' από τον Jean Cocteau, στο εξαίσιο, σουρεαλιστικό του δημιούργημα "La Belle et le Bete" (1946).  Βεβαίως από τη ταινία του δε λείπουν και οι απαραίτητες, χιτσκοκικές πινελιές τρέλας, αγωνίας και έκπληξης.  Χωρίς να ενστερνίζεται κατά τρόπο απόλυτο τις ιδέες και την αισθητική άλλων ταινιών και σκηνοθετών, ο Polanski καταφέρνει να δημιουργήσει ένα εντελώς δικό του ψυχολογικό είδος ταινίας, στο οποίο μπορεί κανείς να συναντήσει τις έμμεσες (ή και ξεκάθαρες) φροϋδικές αναφορές περί της σεξουαλικότητας, τις οποίες απολάμβανε να χρησιμοποιεί και ο ίδιος ο Hitchcock.


Η αλήθεια είναι πως διάβασα αρκετές απόψεις σχετικά με το τι στο καλό τρέχει τέλος πάντων με την νεαρή πρωταγωνίστρια και για ποιον ακριβώς λόγο αισθάνεται αυτή την απέχθεια απέναντι στους άντρες.  Οι περισσότεροι έμοιαζαν να συμφωνούν πως η Carol κουβαλούσε κάποια βαθιά, παιδικά τραύματα από μια ενδεχόμενη σεξουαλική κακοποίηση, την οποία είχε υποστεί από τον πατέρα της, και συνεπώς μεγαλώνοντας, η αηδία της αυτή απέναντι στο 'αρσενικό-πατέρα' προσωοποποιούνταν σε κάθε άντρα ο οποίος προσπαθούσε να τη πλησιάσει.  Τώρα θα μου πείτε και εσείς, βέβαια, πως κάτι τέτοιο είναι πολύ πιθανό να συμβεί και εγώ θα σας πω οτι είναι.  Με τι μόνη διαφορά οτι δεν υπάρχει κανένα στοιχείο στη ταινία που να υποδηλώνει ξεκάθαρα πως κάτι τέτοιο έχει όντως συμβεί.  Πολλοί ορμώμενοι από μια οικογενειακή φωτογραφία που βρίσκεται στο σπίτι και δείχνει την μικρούλα τότε Carol να κοιτάζει προς τη μεριά του πατέρα της, με τρόπο ελαφρώς οργισμένο, υπέθεσαν οτι αποτέλεσε στοιχείο ξεκάθαρο για τα βασανισμένα, παιδικά χρόνια της ηρωίδας.  Απ'οτι φαίνεται όμως, ίσως και να μην έχουν δίκαιο...
Πέρα από το γεγονός οτι στη φωτογραφία η ματιά της Carol φαίνεται να πλανάται πολύ πιο πίσω από τη φιγούρα του πατέρα της, το κοντινό του Polanski σε αυτή (κάπου στη μέση της ταινίας, αλλά και στο τέλος) μάλλον υποδεικνύει ξεκάθαρα το γεγονός οτι η ξανθομαλλούσα πιτσιρίκα, ήταν από μικρή μια προσωπικότητα, πολύ διαφορετική από τις άλλες.  Το βλέμμα της μόνο αόριστο μπορεί να χαρακτηριστεί, αφού μοιάζει να κοιτάζει στο κενό, και συνεπώς αυτό θα αποτελούσε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία αν θέλαμε να αποδώσουμε την χτιζόμενη τρέλα της σύγχρονης Carol, σε μια εν δυνάμει, σχιζοφρένεια η οποία την ακολουθούσε από παιδί.
Η αλήθεια είναι πως και ίδιος ο Polanski δε φαίνεται να έχει πάρει θέση σχετικά με τον λόγο για τον οποίο η απέχθεια της πρωταγωνίστριας απέναντι στους άντρες είναι τόσο έντονη, αφήνοντας ανοιχτά πολλά ενδεχόμενα.  Ίσως και να είχε βιαστεί από τον πατέρα, ίσως και οχι.  Εξάλλου όπως έχει παραδεχθεί και ο ίδιος, η ταινία του αυτή ήταν περισσότερο μια προσπάθεια, προκειμένου να συγκεντρώσει χρήματα για την αμέσως επόμενη, πιο προσωπική του δουλειά, το "Cul-de-sac" (1966).  Προσωπική μου άποψη είναι πως η αιτία πρέπει να αναζητηθεί κάπου στη μέση...


Η Carol όπως την υποδύεται με τρόπο εξαιρετικό η πανέμορφη Deneuve, είναι μια γυναίκα η οποία κουβαλάει πάνω της πολλές ανησυχίες και ψυχώσεις, σαν μια σύγχρονη ηρωίδα του Antonioni, με τη μόνη διαφορά πως η σεξουαλικότητα είναι αυτή που φαίνεται να την συνταράσσει ολόκληρη, απωθώντας και έλκοντάς την, την ίδια στιγμή.  Μπορούμε να δεχθούμε οτι έχει υποστεί κάποια κακοποίηση, αλλά αυτό δεν αποτελεί γνώμονα για την διαταραγμένη προσωπικότητά της, καθώς δεν έχουν όλοι οι σχιζοφρενείς, δυσμενές background, και ούτε όλα τα κακοποιημένα παιδιά, γίνονται παρανοϊκοί ενήλικες.  Συνεπώς κάτι που νομίζω πως διαφαίνεται κατά τρόπο περισσότερο ξεκάθαρο είναι το γεγονός πως στην ουσία το "Repulsion" είναι μια καθαρά...φεμινιστική ταινία!
Οι άνδρες παρουσιάζονται εδώ ως λιγότερο ή περισσότερο απειλητικά, σεξουαλικά αρπακτικά τα οποία θέλουν να οδηγηθούν στην ολοκληρωτική, σεξουαλική επαφή τόσο με την Carol, όσο και με την αδελφή της (ο Michael κάνει διαρκώς σεξ με την Helen μέσα στο σπίτι, αφενός αναγκάζοντας την Carol να υπομένει τα αγκομαχητά τους, και αφετέρου δίνοντας την εντύπωση του αρχέγονου αρσενικού που έρχεται για την πράξη και μετά, απλά αποχωρεί).  Από τον νεαρό Colin ο οποίος κορτάρει ευγενώς την Carol (αλλά κάποια στιγμή μπουκάρει στο σπίτι με τη βία, ανήσυχος από την εξαφάνισή της), μέχρι και τον ενοικιαστή του διαμερίσματος, ο οποίος ζητά το ενοίκιο μανιωδώς, αλλά στη θέα της καλλονής νοικάρισσας, 'μαλακώνει', τα πάντα φαίνεται να παραπέμπουν σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο, μέσα στον οποίο η θέση της γυναίκας είναι μονάχα αυτή του σεξουαλικού αντικειμένου και τίποτε άλλο.  Ακόμα και η δουλειά της Carol, σχετίζεται άμεσα με την εικόνα που πρέπει να έχουν οι γυναίκες, σύμφωνα με τους άντρες, προκειμένου να είναι όμορφες και θελκτικές για εκείνους.
Η Carol συνεπώς θέλει από τη μια πλευρά να ενδώσει σε αυτή τη σεξουαλική ορμή η οποία την κατακλύζει υπό τη μορφή φαντασιώσεων, αλλά από την άλλη πλευρά προσπαθεί να κρατήσει και σθεναρή αντίσταση απέναντι σε όσους επιδιώκουν να την κάνουν μια ακόμη γυναίκα για κρεβάτι.  Εν μέσω λοιπόν δυο εντελώς αντικρουόμενων φύσεων οι οποίες παλεύουν για το πια θα επικρατήσει (σε μια σκηνή η Carol μυρίζει το φανελάκι που έχει ξεχάσει εκεί ο Michael, οδηγούμενη προφανώς από το μυστήριο του σεξ, μόνο για να ξεράσει λίγο μετά στη λεκάνη, υποκινούμενη τώρα από τη βαθιά της απέχθεια), η προσωπικότητα της Carol διαλύεται...


Η σκηνοθεσία του Polanski είναι μεθοδική και προχωράει αργά αργά προκειμένου να δώσει χρόνο στην πρωταγωνίστριά του να μας παρουσιάσει το πορτραίτο μιας διαταραγμένης φύσεως, που βρίσκεται στα πρόθυρα της σχιζοφρένειας.  Και ίσως και να τα ξεπερνά.
Ο εξωτερικός κόσμος έρχεται σε αντίθεση με το κλειστοφοβικό του διαμερίσματος, το οποίο γίνεται ο καθημερινός εφιάλτης της Carol.  Φαντασιακές ρωγμές εμφανίζονται στους τοίχους, μυστήριες σκιές μέσα στη νύχτα, χέρια που βγαίνουν μέσα από τους τοίχους και απειλούν να την αρπάξουν και μια αίσθηση αδιόρατου κινδύνου, συνθέτουν έναν απόλυτα εγκλωβιστικό σύμπαν από το οποίο η Carol δε φαίνεται να έχει διέξοδο.
Ο Polanski καταφέρνει και μας πασάρει ένα εξαιρετικό, ψυχολογικό θρίλερ, στα χνάρια του οποίου αναμφίβολα έχουν πατήσει πιο σύγχρονοι σκηνοθέτες, όπως για παράδειγμα ο Darren Aronofsky για τον Μαύρο Κύκνο του, ο οποίος πραγματεύεται μια εξίσου split personality, αλλά με περισσότερο οπτικοποιημένη διαφοροποίηση της ηρωίδας, από τον 'άλλο' της εαυτό.
Η Deneuve δίνει μια ερμηνεία τρομακτικής δυναμικής, αφού με όπλο της το τρομαγμένο (αλλά και λάγνο) βλέμμα της, τα λέει όλα.  Η στάση του σώματός της είναι σκληρή και το παίξιμό της μηχανικό, προσδίδοντας στον χαρακτήρα της ακόμα περισσότερα στοιχεία μιας εν δυνάμει σχιζοφρενούς προσωπικότητας.
Το "Repulsion" είναι ένα άρτιο δείγμα κινηματογραφικής τέχνης, το οποίο έχει να σου πει πολλά, τόσο από πλευράς μαεστρικής σκηνοθεσίας και τεχνικής γνώσης (τα κοντινά πλάνα και το παιχνίδι με το πεδίο βάθους, είναι top notch), όσο και από πλευράς ερμηνειών, αισθητικής, και σεναρίου.  Μια ταινία για τους σινεφίλ, αλλά και όσους αγαπούν τα ψυχολογικά θρίλερ.  Δείτε την.

Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι τα φαινόμενα απατούν, οτι το έρμο το κουνέλι καλύτερα να κατέληγε στα σκουπίδια από την αρχή και οτι οι σκηνές 'βιασμού' έχουν μια bunuel-ική αισθητική.

*Traileraki δε βάζω, είναι τίγκα στα spoilers!

No trivia