Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

Snow White and the Huntsman: A new twist on a classic fairy tale

NEW ARRIVAL

Καλημέρα σε όλους!  Σήμερα και μετά από αρκετό καιρό θα ασχοληθούμε με καινούρια ταινιούλα που βγαίνει στους κινηματογράφους από αύριο.  Η αλήθεια είναι πως το "Snow White and the Huntsman" φαινόταν οτι θα ήταν μια δυνατή, φανταστική περιπέτεια, ήδη από τα πρώτα trailers, και πρέπει να παραδεχτώ οτι όντως η εκτέλεσή της ήταν υπεράνω προσδοκιών.  Συνεπώς σας την προτείνω ανεπιφύλακτα, για ένα φουλ διωράκι μαγείας, μπόλικης δράσης και πολλαπλών δόσεων κακίας από την υπέροχη Charlize Theron.  Here we go!


Μακριά από τη κλασική, παραμυθατζίδικη συνταγή της Χιονάτης των Αδελφών Grimm, βρίσκεται αυτή η νέα ταινία που αφορά την περιπέτεια της αγνής και αθώας, νεαρής πριγκίπισσας.
Λίγο καιρό πριν είχε βγει στις αίθουσες η version του σκηνοθέτη Tarsem Singh, η οποία παρέπεμπε περισσότερο σε οικογενειακή ταινία Disney, με φαντασμαγορικά κοστούμια (κληροδότημα της αποθανούσας πια Eiko Ishioka) και ελαφρώς χιουμοριστικές ατάκες.  Η αλήθεια είναι πως το "Mirror, Mirror" δεν είχε και τόσο μεγάλη επιτυχία, καθώς φάνηκε να του έλειπε αυτό το 'κάτι' (όπως λέει και η Καιτούλα η Γαρμπή) που θα το απογείωνε.  Αντιθέτως η ταινία του Rupert Sanders, αποτελεί ένα ώριμο και γοτθικό δημιούργημα, που έχει ακριβώς τις σωστές δόσεις από τα πάντα: δράση, συναίσθημα, ελάχιστες κωμικές ατάκες (που όμως είναι όντως κωμικές), εντυπωσιακά εφέ, γρήγορη σκηνοθεσία και ένα σενάριο το οποίο έχει καταφέρει να προσαρμόσει τις παραδοσιακές στιγμές της Χιονάτης-βλ. δηλητηριασμένο μήλο- με τρόπο που δένει αρμονικά με το σκοτεινό και φουλ στη μαύρη μαγεία περιβάλλον.


Η Χιονάτη (Kristen Stewart) έχει πια μεγαλώσει, αλλά δεν έχει ζήσει καμία χαρούμενη στιγμή στη ζωή της εδώ και καιρό, και συγκεκριμένα από τότε που η πανέμορφη, αλλά κακιασμένη βασίλισσα Ραβένα (Charlize Theron) σκότωσε τον βασιλιά πατέρας της μικρής τότε Χιονάτης, πήρε τον θρόνο του και μαζί ολόκληρο το βασίλειο, το οποίο αποτελεί πια κρανίου τόπο.  Η σκοτεινιά και η απελπισία βασιλεύουν μέχρι εκεί που φτάνει η πανίσχυρη μαγεία της Ραβένα και η όμορφη πριγκίπισσα βρίσκεται φυλακισμένη στο ψηλότερο σημείο του πύργου και όσο η μητριά της 'τρέφεται' με τα νιάτα διαφόρων γυναικών, προκειμένου να παραμείνει για πάντα νέα, αγνοεί οτι η Χιονάτη είναι η καταστροφή, αλλά ταυτόχρονα και η σωτηρία της.  Όταν λοιπόν ο Καθρέφτης την πληροφορήσει οτι μόνο η παλλόμενη καρδιά της Χιονάτης μπορεί να της χαρίσει την αιώνια ζωή, εκείνη θα αποφασίσει να τη σκοτώσει, όμως εξαιτίας ενός αναπάντεχου ευρήματος, η Χιονάτη θα καταφέρει να το σκάσει.  Η βασίλισσα οργισμένη από αυτή την αποτυχία, θα καλέσει τον Κυνηγό (Chris Hemsworth) προκειμένου να την εντοπίσει και να την φέρει πίσω, αφού όπως φαίνεται η μαυρομαλλούσα κοπέλα έχει χαθεί στο απειλητικό, Σκοτεινό Δάσος.  Ο Κυνηγός θα ξεκινήσει τον δρόμο του, αλλά η αγνότητα της Χιονάτης θα τον κάνει να αλλάξει γνώμη.  Τώρα η οριστική μάχη Καλού και Κακού βρίσκεται μόλις λίγες μέρες μακριά...


Η ταινία αποτελεί το κινηματογραφικό ντεμπούτο του Rupert Sanders ο οποίος εκτός από αυτή έχει περιοριστεί στη δημιουργία διαφημιστικών και short films (btw η officail σελίδα του είναι από τις πιο ωραίες και ιδιαίτερες που έχω δει τελευταία.  Check it: http://www.rupertsanders.com/index.html?ref=0)
Πόσο λοιπόν εντυπωσιακό μπορεί να είναι το γεγονός πως πέρα από ελάχιστα μικρού μήκους φιλμ, ο Sanders κατάφερε και σκηνοθέτησε μια τόσο αξιοπρεπή ταινία φαντασίας;  Μάλλον πολύ, αν μάλιστα αναλογιστούμε και ένα άλλο, πρόσφατο παράδειγμα σκηνοθέτη, αυτό του Joss Whedon, ο οποίος μπορεί να συμμετείχε κυρίως σε τηλεοπτικές σειρές, αλλά μας έδωσε τους πολύ καλούς "The Avengers".
Επιστρέφοντας και πάλι στα σημερινά μας, νομίζω πως πίσω από την επιτυχή (στα δικά μου μάτια τουλάχιστον) απόδοση της ιστορίας, μεγάλο ποσοστό έπαιξε και το σενάριο το οποίο βρήκα πολύ καλά δοσμένο και σκηνοθετημένο.  Δεν είναι να απορεί βέβαια κανείς, καθώς ο ένας εκ των σεναριογράφων στην προκειμένη περίπτωση είναι ο προτεινόμενος για Oscar Hossein Amini, ο οποίος μας χάρισε πέρσι το εξαιρετικό σενάριο της καλύτερης ταινίας της χρονιάς, του "Drive".
Έτσι λοιπόν έχοντας μια αξιοπρεπέστατη σκηνοθεσία από πλευράς Sanders η οποία εύκολα μπορεί να χαρακτηριστεί 'μπαρτονική', ένα πολύ καλό σενάριο το οποίο περιορίζει τις 'τρύπες' στο ελάχιστο και δίνει φρέσκια πνοή στον μύθο της Χιονάτης, αλλά και τον παραγωγό του "Alice in Wonderland" (από την οποία είναι εμπνευσμένο σίγουρα ένα κομμάτι της ταινίας), Joe Roth, θα έλεγε κανείς οτι η ταινία ξεκινάει με τους καλύτερους οιωνούς.  Και αν σε αυτό προσθέσουμε επίσης το εντυπωσιακό cast και την αξιοζήλευτη μουσική επένδυση (original music score από James Newton Howard, και soundtrack από Florence+ the Machine), τότε σίγουρα μπορούμε να μιλάμε για μια επιτυχημένη, κινηματογραφική συνταγή.


Αυτό που μου προκάλεσε ευχάριστη εντύπωση είναι το πόσο καλοφτιαγμένα μοιάζουν τα εφέ, αλλά και η χρήση του CGI που εδώ μπορεί να προδίδει τη φύση του, δε παύει όμως να προδίδει κάτι το ονειρικό-όπως εξάλλου απαιτείται-στη ταινία.
Η σκηνοθεσία του Sanders δε μοιάζει να βαλτώνει πουθενά, αλλά θυμίζει και ορισμένες φορές ολίγον από Lord of the Rings, ιδιαίτερα όταν μας παρουσιάζει αποσπασματικά το ταξίδι της Χιονάτης, του Κυνηγού και των Νάνων, σε καταπράσινα λιβάδια και άγρια, βουνίσια τοπία.  Και μιας που ανέφερα και τους Νάνους, προσέξτε τους ιδιαίτερα καθώς στην πραγματικότητα δεν είναι νάνοι, αλλά κανονικού αναστήματος ηθοποιοί!  Για παράδειγμα κάπου ανάμεσά τους θα διακρίνετε τους Nick Frost, Toby Jones, Ian McShane και Bob Hoskins, οι οποίοι με τη βοήθεια της τεχνολογίας, έχουν μετατραπεί σε πρώτης τάξεως νάνους και η αλήθεια είναι πως αν δε τους ξέρεις, τους περνάς για πραγματικούς νάνους, μιας που η δουλειά που έχει γίνει στην σωστή, ανατομική τους απόδοση είναι τέλεια.
Το γενικότερο feeling που μπορεί κανείς να αποκομίσει από τη ταινία, είναι πως πρόκειται για μια γοτθική περιπέτεια, που παρουσιάζει προσωποποιημένα το Καλό και το Κακό, στα σώματα των δύο πρωταγωνιστριών.  Από τη μια πλευρά έχουμε την ματαιόδοξη και όλως περιέργως...φεμινίστρια(!) βασίλισσα (η Theron φαίνεται να σκοτώνει και να αποζητά την αιώνια νιότη, επειδή όπως λέει, 'όταν μια γυναίκα γερνάει, οι άντρες την παρατούν, την καταστρέφουν, ενώ όταν είσαι νέα, έχεις όλον τον κόσμο στα πόδια σου'), ενώ από την άλλη την αθώα και καλόψυχη Χιονάτη, η οποία για να μη κρυβόμαστε και πίσω από το δάχτυλό μας, μάλλον κάπου χαντακώνεται στο πρόσωπο της Stewart.
Οι μοναδικές ενστάσεις που έχω μάλιστα, έχουν να κάνουν με την ερμηνεία της Kristen για ακόμη μια φορά.  Αρκετά ξύλινη και στατική, φαίνεται και πάλι σαν να υποδύεται τον ίδιο ρόλο (ναι αυτόν της κατατονικής Bella από το "Twilight"), έχοντας ελάχιστες καλές στιγμές.  Η χημεία της με τον mucho Hemsworth, που εδώ αφήνει το σφυρί του Thor και πιάνει το τσεκούρι, είναι βεβιασμένη, και σκαλώνει τις περισσότερες φορές.  Αντιθέτως αυτή της Theron είναι άκρως πειστική, καθώς και η ίδια διαθέτει αυτή την ψυχρή γοητεία που ταιριάζει στον ρόλο.  Ίσως το μόνο που να ήθελα θα ήταν λιγότερες προστακτικές φωνές από τη βασίλισσα, καθώς μερικές φορές έμοιαζαν λίγο εκτός σεναριακής υπόθεσης.


Κατά τα άλλα και η ερμηνεία του Hemsworth με έπεισε απόλυτα και αν έπρεπε να πω οτι κάποιος έκλεψε την παράσταση, μάλλον θα διάλεγα τον Αυστραλό ηθοποιό, καθώς μπορεί το background του χαρακτήρα του να μην μας παρουσιάζεται σχεδόν καθόλου, αλλά ως θεατής μπορεί ο καθένας να αντιληφθεί την ιστορία του, εξαιτίας του πληθωρικού του ρόλου.  Αν και τον έχουμε δει ήδη σε αρκετές παραγωγές, έχω την εντύπωση οτι δε θα τον βαρεθούμε και πολύ σύντομα...
Όσον αφορά την απόδοση του κόσμου της Χιονάτης, σίγουρα δεν είναι κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί, έχει όμως μια ρέουσα ομοιομορφία και αρκετές πολύ καλές στιγμές, που τον κάνουν να κολλάει ιδανικά με τη σκηνοθεσία.  Η αλήθεια είναι πως και η επίδραση από άλλες ταινίες είναι έκδηλη, όπως για παράδειγμα από το "Princess Mononoke" του Miyazaki, καθώς όταν η Χιονάτη επισκέπτεται τον κόσμο των ξωτικών, που έχει μείνει ακόμα ανεπηρέαστος από τα ξόρκια της Ravenna, αυτός είναι σχεδόν ίδιος με το δάσος στην ταινία του Ιάπωνα σκηνοθέτη, ενώ ακόμα και ο ελαφίσιος Προστάτης του ξέφωτου, παραπέμπει κατευθείαν στον ελαφίσιο Θεό του Miyazaki.  Αλλά και η παρουσία της Theron μέσα στο κάστρο και η μανία της με την ομορφιά και τη νιότη, φέρνει στο μυαλό μας τον αντίστοιχο ρόλο της Monica Bellucci στη ταινία του Terry Gilliam, "The Brothers Grimm" (2005), οπού υποδύεται μια βασίλισσα που θα επανέλθει από τα αιώνια γηρατειά της, μόνο όταν καταβροχθίσει τα νιάτα μερικών νεαρών γυναικών και παιδιών.


Το "Snow White and the Huntsman" είναι ένα χορταστικό, δίωρο υπερθέαμα που σίγουρα δε θα σας αφήσει αδιάφορους.  Από την εντυπωσιακή σκηνοθεσία του Sanders, τα εξαίσια κοστούμια (τα φορέματα της Theron είναι αυτό που λέμε divine) και τις γεμάτες σκηνές δράσης, μέχρι την απόλυτα ταιριαστή χρήση των ψηφιακών εφέ, τις πολύ καλές ερμηνείες (Kristen δε λέω για εσένα) και το κλασικό story που προσαρμόζεται όμως σε πιο ενήλικα και σκοτεινά δεδομένα, η ταινία είναι σίγουρα ένα από τα επερχόμενα blockbusters και μάλιστα από αυτά που αξίζει να δει κανείς.  Δείτε την.  Από αύριο στους κινηματογράφους.

Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι τα σκουλαρίκια της Theron τα θέλω όλα!!, οτι το όνομά της, 'Ravenna' προφανώς παραπέμπει στα αμέτρητα κοράκια που την περιτριγυρίζουν (duh) και οτι τα troll, τα ξωτικά και τα παντός είδους μαγικά πλάσματα, έχουν γίνει πια must.  Ακόμα και για τη Χιονάτη.



Ακούστε και το εξαίρετο song των Florence+ the Machine, "Breath of Life"



No trivia




Δευτέρα, 28 Μαΐου 2012

Michael: I am the guy your mother warned you about...

Καλή εβδομάδα σε όλους και σιγά σιγά, άντε και καλό μήνα.  Έπειτα από δυο κλασικές, παλιές ταινίες που ποστάραμε την προηγούμενη εβδομάδα, σήμερα λέω να περάσουμε σε πιο σύγχρονα πάλι πράγματα, και να επιστρέψουμε στα classic λίγο αργότερα.  Σήμερα λοιπόν θα ασχοληθούμε με μια ταινία που το ξεκαθαρίζω από τώρα, πραγματεύεται ένα σοκαριστικό θέμα με έναν αρκετά μινιμαλιστικό μεν, σοκαριστικό-και αυτόν-δε τρόπο: την παιδοφιλία.  Η ταινία χρειάζεται γερά νεύρα, αλλά αν τη δει κανείς μέχρι τέλους, θα διαπιστώσει οτι αποτελεί ένα άρτιο δείγμα του πως μπορεί κανείς να προσεγγίσει ευαίσθητα ζητήματα, αφήνοντας όμως εκτός τις πραγματικά 'περιττές' λεπτομέρειες.  Ξεκινάμε, με "Michael".


O Michael (Michael Fuith) είναι ένας παιδόφιλος ο οποίος κρατάει κλειδωμένο στο υπόγειο του σπιτιού του ένα δεκάχρονο αγόρι.  Η ταινία επικεντρώνεται στους πέντε μήνες από τη ζωή του Michael, κατά τους οποίους ο εγκλεισμός του μικρού αγοριού έχει πλέον κλονίσει ολοκληρωτικά τον ψυχικό του κόσμο.  Την ίδια στιγμή ο Michael συνεχίζει κανονικά τη ζωή του, πηγαίνοντας στη δουλειά, έχοντας περιορισμένες, αλλά υπαρκτές, κοινωνικές σχέσεις και ευρισκόμενος μπροστά μιας τεράστιας εκπλήξεως, όταν το αφεντικό στην δουλειά τον ενημερώσει οτι είναι υποψήφιος για την επερχόμενη προαγωγή.  Ζώντας στην ουσία δυο διαφορετικές ζωές, ο Michael καταφέρνει να κρατά το βρώμικο μυστικό του πολύ καλά κρυμμένο, φροντίζοντας να διπλοκλειδώνει την αποθήκη οπού κρατείται το αγόρι, να ηχομονώνει τις πόρτες και γενικότερα να συντηρεί το άτυχο παιδί, κατασκευάζοντάς του ένα μικρό χώρο για να ζει μόνο του.  Φυσικά όποτε οι περιστάσεις το απαιτούν, ο Michael κάνει και τη κλασική του βόλτα από το δωμάτιο του πιτσιρικά, προκειμένου να πάρει αυτό που θέλει και τα πράγματα συνεχίζονται κάπως έτσι μέχρι και το τέλος της ταινίας.  Κάπως...


Ο σκηνοθέτης Markus Schleinzer δημιουργεί ένα καλογυαλισμένο δράμα, με επίκεντρο στην ουσία τη σχέση εξουσιαστή και εξουσιαζομένου.  Η ταινία αποτελεί την πρώτη του σκηνοθετική απόπειρα, καθώς μέχρι πρότινος ο ίδιος εργαζόταν σχεδόν κατ'αποκλειστικότητα ως casting director, συμμετέχοντας μάλιστα στην ταινία του Michael Haneke, "The White Ribbon" η οποία είχε κερδίσει μάλιστα στο φεστιβάλ των Καννών του 2007, τον Χρυσό Φοίνικα (για την ιστορία ο Haneke κέρδισε και φέτος τον Φοίνικα, με τη ταινία του "Amour").
Εδώ ο Schleinzer κατασκευάζει ένα ημι-αστικό δράμα, με μιουταρισμένο κοινωνικό σχολιασμό, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει οτι καταλήγει να καταστήσει τον πρωταγωνιστή του αρεστό στους θεατές.  Κάθε άλλο.  Ο Michael είναι ένας άνδρας που δεν έχει ηθικές αναστολές, ακόμα και αν δε του φαίνεται, μιας που το μοτίβο του 'δε του φαινόταν' και 'περνούσε απαρατήρητος', είναι αυτό ακριβώς που επιλέγει και ο σκηνοθέτης, προκειμένου να καταστήσει σαφές οτι τέτοιες άρρωστες ορέξεις, μπορούν να προέρχονται ακόμα και από τον πιο ταπεινό χαρτογιακά.


Η ταινία βασίζεται σε αληθινά γεγονότα (φυσικά) αλλά πιο συγκεκριμένα στην ιστορία μιας πιτσιρίκας η οποία έπειτα από τον 8χρονο(!) εγκλεισμό της σε ένα υπόγειο, κατάφερε τελικά να ξεφύγει από τον δυνάστη της.  Το ακόμα πιο τραγικό της υπόθεσης, ήταν το γεγονός οτι ο άντρας αυτός ήταν παντρεμένος και διατηρούσε μάλιστα το μυστικό δωμάτιο, στο ίδιο σπίτι στο οποίο ζούσε με την οικογένειά του.  Όπως είχε χαρακτηριστικά δηλώσει η γυναίκα του, δεν είχε καταλάβει το παραμικρό από αυτή τη 'δράση' του άντρα της...
Η αλήθεια είναι πως μπορεί κάποιος να με ρωτήσει, γιατί να δει αυτή τη ταινία;  Για ποιον λόγο να υποστεί αυτή τη ψυχική δυσαρέσκεια, βλέποντας ένα παιδί να αποτελεί σεξουαλικό υποχείριο ενός ενήλικα;  Αν έπρεπε να απαντήσω θα έλεγα, γιατί αποτελεί στην ουσία ένα ψυχογράφημα της ανθρώπινης κατάστασης, όπως αυτή βιώνεται τόσο από τη πλευρά του Michael, όσο και από αυτή του μικρού Wolfgang.
Η ταινία δεν έχει εμφανείς σεξουαλικές διαστάσεις και καλά κάνει, αλλά περισσότερο μένει στα υπονοούμενα και τις εικονικές υποθέσεις.  Το πριν και το μετά είναι τα μόνα που έχουν σημασία, καθώς το τώρα (όσον αφορά το τι γίνεται δηλαδή ανάμεσα στους δυο πρωταγωνιστές) δεν έχει καμία ανάγκη οπτικής ύπαρξης και συνεπώς δε το βλέπουμε και ποτέ.  Παρόλα αυτά πολλές φορές μια κατάσταση που υπονοείται, ένα βλέμμα, μια κίνηση του χεριού ή το κλείσιμο μιας πόρτας, μπορούν να πουν περισσότερα, με τρόπο καθόλα δυναμικό και αναπόφευκτα σκληρό.


Η σκηνοθεσία της χαρακτηρίζεται από μια ψυχρότητα, αντίστοιχη αυτής που μπορεί να συναντήσει κανείς σε σκανδιναβικές παραγωγές, γεγονός που δένει απλά ιδανικά με το δύσκολο περιεχόμενό της.  Πέρα από την ιστορία που πραγματεύεται όμως, το "Michael" είναι μια ταινία με εντυπωσιακά μινιμαλιστική σκηνοθεσία, που σου περνάει τα μηνύματα που θέλει με τρόπο απλό, λιτό και περιεκτικό.
Την περασμένη εβδομάδα είχαμε κάνει στα σεμινάρια για τον μεγάλο, Δανό σκηνοθέτη Carl Theodor Dreyer και πιο συγκεκριμένα για τη ταινία του "Gertrud".  Ένα πλάνο της ταινίας, έδειχνε την πρωταγωνίστρια να κλείνεται στο δωμάτιό της, και την κάμερα να μένει κολλημένη πάνω στην κλειστή πόρτα.  Το γεγονός οτι γνωρίζαμε πως πίσω από αυτή τη πόρτα, παίζεται ένα παιχνίδι θανάτου, καθώς η Γερτρούδη είχε πλέον φτάσει στο τέλος της ζωής της, ήταν κάτι το συγκλονιστικό να το σκέφτεται κανείς, καθώς όλο το κινηματογραφικό στήσιμο, έπαιρνε σάρκα και οστά, μέσα από αυτό το απλό πλάνο της υπόνοιας.
Έτσι κι εδώ λοιπόν, όταν ο Michael επισκέπτεται στο δωμάτιο τον Wolfgang, η κάμερα δε μπαίνει ποτέ από τη μέσα πλευρά, αλλά παραμένει απ' έξω, φιλμάροντας έναν κενό χώρο, πίσω από τον οποίο όμως, παιζόταν μια φρικτή πραγματικότητα.  Η δυναμική ενός τέτοιου πλάνου είναι απλά συνταρακτική.
Παράλληλα η ταινία είναι γεμάτη από μικρές στιγμές, ψυχολογικής διάστασης που σκιαγραφούν ιδανικά τους χαρακτήρες, και τον τρόπο που συμπεριφέρονται ανάλογα τις περιστάσεις.  Για παράδειγμα ο Michael, σαν 'καλός' πολίτης που είναι, δεν καπνίζει μέσα στο σπίτι, αλλά έξω από αυτό.  Αν προσέξει κανείς θα δει, οτι αυτό γίνεται όσο ο ίδιος διατηρεί τον έλεγχό του πάνω στο αγόρι.  Όταν κάποια στιγμή ο Wolfgang αρρωστήσει, ο Michael τοποθετείται να καπνίζει μέσα στο σπίτι, δείχνοντάς μας με τρόπο ξεκάθαρο και απλούστατα ιδιοφυές, οτι έχει χάσει τον έλεγχο της καθορισμένης καθημερινότητάς τους και ακόμα χειρότερα, βρίσκεται σε μια θέση που δε ξέρει τι να κάνει για να βοηθήσει τον μικρό.
Με τον ίδιο τρόπο κινούνται τα πάντα μέσα στη ταινία.  Ράθυμα, με ψυχολογικές εξάρσεις και ανατροπές, το δράμα εκτυλίσσεται, μέχρι και την οριστική του κορύφωση στο τέλος.


Οι ερμηνείες είναι κοφτές και εντελώς ρεαλιστικές, χωρίς υπερβολές, γεγονός που θα πήγαινε έτσι κι αλλιώς κόντρα σε όλη την υπόλοιπη δομή της ταινίας.  O Fuith είναι τόσο υποδόρια σάπιος όσο δε πάει, ενώ ο David Rauchenberger, ο μικρός που παίζει τον Wolfgang είναι απλά σπαρακτικός, καθώς μπορεί να μη λέει πολλά, αλλά όταν τελικά τα πει, χτυπάει κατευθείαν στο κόκαλο.
Τέλος θα σας έλεγα να προσέξετε ιδιαίτερα και τους διάφορους ήχους της ταινίας (κλειδαριές που κλειδώνουν, πόρτες που τρίζουν, κρέας που τσιτσιρίζει στο τηγάνι κ.α) οι οποίοι φαίνεται να αποτελούν τους υπόλοιπους πρωταγωνιστές, καθώς καταφέρνουν να ανάγουν ένα κοινότυπο σπίτι, σε φυλακή και κάτι εντελώς εφιαλτικό.
Το "Michael" είναι μια ταινία που προκαλεί το μυαλό και την ψυχή σας, τόσο σκληρή όσο και η ίδια η πραγματικότητα.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι όταν κάποιος σε ρωτάει 'τι θες να σου χώσω, το π**λί μου ή το μαχαίρι', η καλύτερη απάντηση είναι το μαχαίρι, οτι ακόμα και έτσι σαν ανάποδο γαμώτο αν είσαι, κάποια γκόμενα θα σου κάτσει και οτι θέλει πολλά κότσια να παίξεις και τον ρόλο του Michael, αλλά και αυτόν του Wolfgang.



No trivia


Παρασκευή, 25 Μαΐου 2012

Alphaville: Godard and futurism

Γεια σας γεια σας!  Σήμερα τυγχάνει να έχω πολλά πολλά κεφάκια, και αν όλα πάνε καλά, θα τα έχω για όλη τη διάρκεια του σαββατοκύριακου.  Οπότε σήμερα είπα να ασχοληθούμε με μια ταινία αρκετά ιδιαίτερη και εκ πρώτης όψεως αυτό που λέμε, 'λίγο ότι να' ναι.  Το "Alphaville" του Jean-Luc Godard είναι ένα sci-fi (όσο κι αν δε το πιστεύετε) φιλμάκι, με ευδιάκριτη noir αισθητική ("Blade Runner" much?) και την ιδιαίτερη φυσικά, σκηνοθετική-και οχι μόνο-ματιά του μεγάλου σκηνοθέτη.  Να πω κι εδώ, οτι την παρακολούθησα χθες το απόγευμα στη κατάμεστη αίθουσα του κινηματογράφου ΑΣΤΥ, στα πλαίσια του φεστιβάλ του Ταινιοράματος.  Περίεργη, αλλά και τόσο πλούσια η ταινία, δε μπορεί παρά να σε ιντριγκάρει, αλλά και να σε αφήσει με πολλές απορίες, που όμως με λίγο παίδεμα στο μυαλό, καταφέρνεις να τις λύσεις και να πεις: "αααα αυτό σήμαινε".  Ναι ναι, αυτό.


Το "Alphaville" έχει όλα εκείνα τα τυπικά χαρακτηριστικά του είδους της επιστημονικής φαντασίας, τα οποία συναντούμε πια διαρκώς σε ανάλογου ύφους ταινίες.  Αν βέβαια σκεφτούμε οτι η χρονολογία του film είναι το 1965, και επιπλέον οτι αποτελεί δημιούργημα του Godard, τότε είναι εύκολο να καταλάβουμε που ακριβώς έγκειται η πρωτοτυπία και η περίεργη μαγεία της συγκεκριμένης ταινίας.
O Lemmy Caution (Eddie Constantine) είναι ένας Αμερικανός μυστικός πράκτορας, στον οποίο ανατίθεται μια αρκετά επικίνδυνη αποστολή: πρέπει να μεταβεί σε μια φουτουριστική πόλη που βρίσκεται έξω στο διάστημα, μακριά από τις 'Έξω Χώρες' όπως αναφέρονται και που θα μπορούσαμε να υποθέσουμε οτι αποτελούν εν μέρει τη Γη.  Σε αυτή λοιπόν την πόλη που ονομάζεται Alphaville, και που βρίσκεται σε έναν εντελώς διαφορετικό γαλαξία, ο Caution φαίνεται να αναζητεί κάποιον.  Σύντομα θα αντιληφθεί οτι η πόλη έχει πέσει στα χέρια του σατανικού επιστήμονα Von Braun, ο οποίος μέσω μιας κομποιουτερίστικης διάνοιας (που φαίνεται να τον χρησιμοποιεί ως μια πρώτης τάξεως μαριονέτα), του ALPHA 60, έχει καταφέρει να υποδουλώσει τους πάντες, και να τους καταστήσει άβουλα, 'μηχανικά' όντα, χωρίς αισθήματα και την παραμικρή δυνατότητα έκφρασης.  Βέβαια το χειρότερο από όλα είναι ίσως το γεγονός, πως ο ήρωάς μας έχει αρχίσει να ερωτεύεται την κόρη του κακού επιστήμονα, Natacha (Anna Karina).  Δίνοντας μάχη με μια αναπόφευκτη αυτοκαταστροφή, ο Caution θα προσπαθήσει να σώσει την όμορφη Natacha από την διαβολική Alphaville, και να επιστρέψει πίσω στον δικό του κόσμο.  Πόσο απλό όμως είναι να ξεφύγεις από τα δίχτυα μια ορθολογιστικής και λογικής ευφυΐας;


O Jean-Luc Godard είναι ένας σκηνοθέτης που δε χρειάζεται πολλές συστάσεις.  Αποτελώντας αναμφίβολα μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες και φυσιογνωμίες της δεκαετίας του '60 (κυρίως), αλλά και μετέπειτα, και καταφέρνοντας να παραμείνει στην επιφάνεια των κινηματογραφικών δρώμενων χάρη στην εντελώς πρωτοποριακή του, σκηνοθετική τεχνική, ο Godard κρατά επάξια μια θέση ανάμεσα στους μεγάλους των μεγάλων, και συνεχίζει μέχρι και τις μέρες μας να είναι παραγωγικός και παρόν (τελευταία του ταινία το "Film Socialism" του 2010).
Ο Godard μετράει στο ενεργητικό του περισσότερες από ενενήντα(!) ταινίες, έχει κατακτήσει πάμπολλα βραβεία (τα οποία η στάση του δείχνει πως μάλλον τον αφήνουν και παγερά αδιάφορο), ενώ έχει ασκήσει τεράστια επίδραση σε πολλούς μεταγενέστερους σκηνοθέτες, όπως οι Quentin Tarantino, Martin Scorsese, Jim Jarmusch, Wim Wenders, Ken Loach κ.α.
Την δεκαετία του ΄60 ο Godard θεωρείτο ένα από τα βασικά μέλη του ρεύματος της 'Nouvelle Vague' ('New Wave'), μιας θα λέγαμε, ομάδας που απαρτιζόταν από Γάλλους κινηματογραφιστές (μιλάμε για τέλη 1950 με δεκαετία του ΄60) οι οποίοι είχαν επηρεαστεί άμεσα από τον Ιταλικό Νεορεαλισμό του ΄40, αλλά και το κλασικό, αμερικανικό Hollywood.  Στη προκειμένη περίπτωση ο Godard αποτελούσε μαζί με τον Francois Truffaut την αφρόκρεμα αυτής της ομάδας, με τον πρώτο να φέρνει ρηξικέλευθες αλλαγές στο κομμάτι της σκηνοθεσίας, ενώ τον δεύτερο στο κομμάτι κυρίως της υπόθεσης και του κοινωνικού προβληματισμού.
Αργότερα οι πορείες τους διαφοροποιήθηκαν αισθητά, όταν μάλιστα ο Godard ακολούθησε μια πιο πολιτικοποιημένη κατεύθυνση, αφορίζοντας μάλιστα την κινηματογραφική ιστορία ως 'μπουρζουαζε' και άρα χωρίς καμία αξία.  Παρόλα αυτά, κανείς δεν αμφισβητεί τα διαμάντια που δημιούργησε κατά το παρελθόν, και τα οποία κατάφεραν να σπάσουν τους κλασικούς κώδικες του cinema (με τρόπο ανάλογο αυτού του Carl Dreyer).


Το "A bout de souflle" (1960) εισήγαγε ένα σωρό νέες, σκηνοθετικές τεχνικές, όπως τα jump-cuts (cut στο οποίο δυο διαδοχικές εικόνες του ίδιο αντικειμένου, παρουσιάζονται από δυο διαφορετικές γωνίες λήψεις, που όμως διαφέρουν μεταξύ τους ελάχιστα), το σπάσιμο του δεσίματος του βλέμματος, καθώς και το κοίταγμα των ηθοποιών ακριβώς στην κάμερα (έτσι κι αλλιώς ο Godard είναι γνωστό οτι επιθυμούσε το κινηματογραφικό παιχνίδι να είναι διαρκές ανάμεσα στον ίδιο και το κοινό, συνεπώς ποιος καλύτερος τρόπος να πεις σε έναν θεατή οτι βλέπω ένα προϊόν μυθοπλασίας, από το να βάλεις τον ηθοποιό σου να του μιλά, κοιτώντας τον κατευθείαν στα μάτια;).
Αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά του γνωρίσματα, τα συναντάμε όπως είναι αναμενόμενο και στο "Alphaville" αν και στη προκειμένη περίπτωση φαίνεται πως έχει δωθεί μεγαλύτερη σημασία και στην ίδια την υπόθεση της ταινίας, και οχι μόνο στη σκηνοθεσία αυτής.


Ο Godard έχει δημιουργήσει εδώ ένα γοητευτικό υβρίδιο noir αισθητικής, sci-fi ιστορίας και μοντέρνας σκηνοθεσίας, από αυτή στην οποία υπήρξε πρωτοπόρος.
Η αλήθεια είναι πως μου προκάλεσε εντύπωση ο εναρμονισμός σκηνοθεσίας και ιστορίας της ταινίας, καθώς το είδος το οποίο επέλεξε να παρουσιάσει στην οθόνη, έδενε τέλεια με το σπασμωδικό και εντελώς προσωπικό του, κινηματογραφικό ύφος.  Οι ήρωες του για ακόμη μια φορά αυτοσχεδιάζουν, κοιτούν την κάμερα, κρύβονται πίσω από τοίχους (μικρές, off-screen σκηνές) διαβάζουν αποσπάσματα από βιβλία (κλασικό στοιχείο στις ταινίες του) και μοιάζουν επίτηδες σαν καλοκουρδισμένα ρομπότ τα οποία επιτελούν ένα έργο: αυτό της προβολής του 'είναι' του film και οχι του 'φαίνεσθαι'.  Εξάλλου όπως λέει και ο ίδιος ο Godard: "Οι ηθοποιοί παίζουν ρόλους, δεν είναι οι ρόλοι.  Ποτέ μου δε σκηνοθέτησε ηθοποιούς (...) Τις περισσότερες φορές ωστόσο, αφήνω τους ηθοποιούς να δημιουργήσουν μόνοι τους, τους αφήνω ελεύθερους.  Οχι βέβαια εντελώς ελεύθερους: οφείλουν να ακολουθήσουν έναν συγκεκριμένο δρόμο..." Και τι είναι τελικά μια ταινία του Godard;  Το κατασκεύασμα μιας πνευματικής και διανοητικής διαδικασίας, μπρεχτικής σύλληψης.  Όλα τα υπόλοιπα είναι δευτερευούσης ή και άνευ σημασίας.


Παρόλα αυτά στο "Alphaville" αυτό που συναρπάζει είναι η απλότητα με την οποία έχουν στηθεί τα πράγματα.  Αυτό που σίγουρα προκαλεί τη μεγαλύτερη εντύπωση είναι το γεγονός πως για τη δημιουργία αυτής της εξω-γαλαξιακής πόλης, δεν έχουν χρησιμοποιηθεί εφέ ή κατασκευασμένα σκηνικά, αλλά οι ίδιοι οι δρόμοι του Παρισιού!  Στην ουσία ο Godard σε πείθει πως αυτοί οι τόσο γνώριμοι δρόμοι, είναι κομμάτια μιας πόλης που σκέφτεται και δρα εντελώς διαφορετικά από τον κόσμο του κεντρικού ήρωα.  Κι όμως, πρόκειται στην ουσία για τον ίδιο ακριβώς τρόπο, τον οποίο μέσα από την υπόθεση, εσύ ώς θεατής αποδέχεσαι να τον αντιμετωπίσεις ως κάτι το ολοκληρωτικά ξένο προς εσένα.
Έπειτα η ταινία εγείρει ένα σωρό θέματα που έχουν να κάνουν με την ανθώπινη φύση και όσα καλά  ή κακά απορρέουν από αυτήν.  Απολυταρχικά καθεστώτα, θρησκεία, αγάπη, συνείδηση, είναι μερικά από τα θέματα που ο Godard φαίνεται να ακουμπάει, χωρίς όμως να έχει τη διάθεση ή την ανάγκη να τα ερευνήσει εις βάθος.  Απλά αποτελούν την κινητήρια δύναμη, προκειμένου η πλοκή της υπόθεσης να προχωρήσει λίγο παραπέρα, χωρίς αυτό όμως να σημαίνει πως δεν έχουν την δική τους, αλληγορική και μεταφορική εν μέρει σημασία, μέσα στην ταινία.  Για παράδειγμα η υπακοή των πολιτών στην ανώτερη δύναμη του ALPHA 60, του υπολογιστή που κινεί τα νήματα (όπως ακριβώς και ο HALL 9000 στο "2001: A Space Odyssey") θα μπορούσε να αποτελεί μια ξεκάθαρη νύξη για την επίδραση της τεχνολογίας στον άνθρωπο, και το πόσο εύκολα μπορούμε να αποτελέσουμε έρμαια αυτής.  Από την άλλη όταν έπειτα από την ανάγνωση ενός ποιήματος, αρχίζουν κάποιες μικρο-παρενέργειες στον αρχηγό-υπολογιστή της πόλης, ο Godard ίσως και να μας δίνει μια πιθανή λύση, στο πρόβλημα της εξάπλωσης της τεχνολογίας.  Και ποια είναι αυτή;  Μα φυσικά η λογοτεχνία, η ποίηση και η ίδια η τέχνη γενικότερα.  Αλλά όλα αυτά είναι υποκειμενικά, και φαίνεται πως περισσότερο υπάγονται στον ξεχωριστό, προσωπικό τρόπο με τον οποίο ο καθένας από εμάς θα επιχειρήσει να δώσει μερικές εξηγήσεις στο περιεχόμενο του "Alphaville".  Μπορεί ο Godard να ήθελα να βάλει τον θεατή σε μια διαδικασία σκέψης, ή απλά έκανε μια τέτοια ταινία γιατί απλά το θεώρησε...cool.  Ποιος ξέρει;
Ιδιαίτερη ταινία το "Alphaville", σίγουρα δεν είναι για όλα τα γούστα, αλλά για περισσότερο σινεφιλίδικες καταστάσεις.  Παρόλα αυτά αν τη δείτε, σίγουρα θα καταφέρετε να εντοπίσετε ψήγματα αρκετά μεταγενέστερων ταινιών, όπως το "Blade Runner" ή για να το πάω ακόμα πιο μακριά, του "Equilibrium" (2002).
Extra tip:  Τα κοινά της σημεία με την ταινία του Jean Cocteau, "Orpheus' (1950) είναι κάτι παραπάνω από εμφανή, αν δει κανείς και τις δυο.

Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι η Anna Karina ήταν εξωφρενικά όμορφη, οτι τα negative shots που βλέπουμε προς το τέλος, μπορεί να είναι και ένα tribute στο "Nosferatu" (1922), μιας που και το όνομα Nosferatu αναφέρεται μέσα στο film και οτι είναι μια ταινία για τους fan.  Κακά τα ψέματα.



No trivia


Τετάρτη, 23 Μαΐου 2012

The Passion of Joan of Arc: One of the greatest silent films ever

Καλημέρα και πάλι σε όλους!  Όπως σας είχα πει λοιπόν, σήμερα θα ξεκινήσουμε μια αναφορά σε παλιές ταινίες του κλασικού κινηματογράφου, αρχίζοντας με το βωβό αριστούργημα του Δανού σκηνοθέτη, Carl Theodor Dreyer, "The Passion of Joan of Arc".  Let's start...


Η ταινία του Carl Dreyer αποτέλεσε την πρώτη μεταφορά, της πραγματικής ιστορίας της 'Αγίας των Γάλλων' στο κινηματογραφικό πανί, μόλις το 1928 και η αλήθεια είναι πως πίσω από τη δημιουργία της και την κόπια που όλοι σήμερα μπορούμε να απολαύσουμε, κρύβεται μια μεγάλη 'απώλεια'.
Πιο συγκεκριμένα ελάχιστο καιρό έπειτα από την ολοκλήρωση των γυρισμάτων, ο Dreyer πληροφορήθηκε πως η original κόπια της ταινίας είχε καταστραφεί χάρη σε κάποιο ατύχημα!  Ο ίδιος μην έχοντας τη δυνατότητα να ξαναφτιάξει την ταινία από την αρχή, αποφάσισε να την ανασυνθέσει κατά κάποιον τρόπο, χρησιμοποιώντας ως πρωταρχικό υλικό όλα εκείνα τα φιλμικά κομμάτια τα οποία είχε απορρίψει (γνωστά και ως ρετάλια).  Έτσι λοιπόν η σημερινή ταινία όπως έχει σωθεί, αποτελεί μια μόνο κατά προσέγγιση του αυθεντικού film του σκηνοθέτη, που εμείς φανταζόμαστε πως παρόλα αυτά, βρίσκεται όσο το δυνατόν πιο κοντά στην πρωταρχική του ιδέα.  Επίσης να τονίσουμε πως αυτό το αριστούργημα, είναι βωβό (φυσικά), αλλά πως όποιος έχει την τύχη να το παρακολουθήσει σήμερα, θα διαπιστώσει πως είναι επενδυμένο με ένα υπέροχο και μοναδικά ταιριαστό, μουσικό κομμάτι, αυτό του Richard Einhorn, "Voices of Light".  Η προσωπική μου άποψη είναι πως εντείνει ακόμα περισσότερο την δυναμική των εικόνων του Dreyer.
Όσον αφορά λοιπόν την υπόθεση καθεαυτή, παρακολουθούμε στην ουσία τη δίκη της Jeanne d'Arc, την καταδίκη, καθώς και το κάψιμό της στην πυρά.  Από εκεί και πέρα η πρωτοποριακή για την εποχή, σκηνοθεσία του Dreyer και η μοναδική ερμηνεία της Maria Falconetti (κατά πολλούς η καλύτερη στην ιστορία του κινηματογράφου) κρατούν τα ηνία σε αυτό το κλασικό διαμάντι.


O Carl Theodor Dreyer αποτελούσε έναν από τους μεγάλους παλιούς, του κλασικού κινηματογράφου, τον οποίο παρόλα αυτά φρόντιζε να προκαλεί και να καταρρίπτει κάθε φορά που του δινόταν η ευκαιρία, με αποκορύφωμα την τελευταία του ταινία, "Gertrud" (1964).
Ρηξικέλευθος και υποδόριος επαναστάτης, ο Dreyer κατάφερνε κάθε φορά μέσα από τα films του τα θυσιάζει το κομμάτι του υποθεσιακού περιεχομένου, για χάρη της cinema-τικής φόρμας της κάθε του ταινίας.  Φρόντιζε δηλαδή κάθε φορά να καθιστά πρωταγωνιστή των films του, την ίδια την κινηματογραφική δομή, η οποία κατασπάραζε κυριολεκτικά το περιεχόμενο αυτών.
Από τις κινήσεις της κάμεράς του, τη χρήση της μουσικής και τους φωτισμούς (οι πηγές δεν είναι πάντα εμφανείς, ενώ ακόμα και οι σκιές που δημιουργούν μια απτή αίσθηση χώρου, μοιάζουν να εξαφανίζονται από τα έργα του), μέχρι την εντελώς πρωτοποριακή χωροχρονική άρθρωση και την περιθωριοποίηση των κανόνων και των νορμών του κινηματογράφου, ο Dreyer υπήρξε ένας σκηνοθέτης με όραμα, που έφερε την πνοή του μοντέρνου μέσα στο κλασικό cinema.
Στις μεταγενέστερες ταινίες του ο Dreyer φρόντιζε να κάνει ακόμα πιο έντονη την παρουσία του μινιμαλισμού και της θεατρικότητας, καθώς έστρεφε τους ηθοποιούς του κατευθείαν στην κάμερα, ενώ και το όλο στήσιμο και παίξιμό τους, ήταν αυτό που κάποιος θα χαρακτήριζε 'ερμηνεία της σκηνής'.  Το γεγονός οτι αποοικιοποιούσε ακόμα περισσότερο τις κλασικές νόρμες του cinmea (όπως π.χ έκανε και ο Ozu, με το χαρακτηριστικό του 'πήδημα του άξονα), ήταν κάτι που φαινόταν να έχει ξεκινήσει, ακόμα και από την σημερινή μας ταινία και μιλάμε μόλις για τη δεκαετία του ΄20.  Όπως θα δούμε και παρακάτω ο τρόπος με τον οποίο συνέθετε τα πλάνα της Jeanne (στην πλειοψηφία τους γκρο) και των δικαστών της, τα ανάποδα πλάνα, το δέσιμο των βλεμμάτων τους, καθώς και τα τράβελινγκ της κάμερας για την ανάδειξη της παρουσίας των ανδρών, όλα αυτά αποτελούν στοιχεία ενός μοντερνισμού ο οποίος προϋπήρχε, πολύ πριν καθιερωθούν οι χρυσοί κανόνες του κινηματογράφου.

  
"Τίποτα στον κόσμο δε συγκρίνεται με το ανθρώπινο πρόσωπο.  Είναι ένα έδαφος το οποίο κανείς δεν μπορεί να κουραστεί να εξερευνά.  Δεν υπάρχει μεγαλύτερη εμπειρία σε ένα studio, από το να είσαι μάρτυρας του τρόπου με τον οποίο εκφράζεται ένα ευαίσθητο πρόσωπο, κάτω από τη μυστήρια δύναμη της έμπνευσης.  Να το βλέπεις να ζωντανεύει από μέσα, να εξωτερικεύεται, και να μεταμορφώνεται σε ποίηση".  Αυτά είναι τα λόγια του ίδιου του Dreyer και μάλλον δεν υπάρχει καλύτερο υλικό στο οποίο να μπορέσουμε να εντοπίσουμε την αλήθεια αυτών των λόγων, από το "The Passion of Jean of Arc".
Ουσιαστικά όλο το αφήγημα και το ίδιο το δράμα περνάει εδώ μέσα από τις εκφράσεις των προσώπων (κυρίως αυτό της Falconetti) και σε αντίθεση με άλλες του ταινίες, στις οποίες γίνεται μέσω των διαλόγων.  Στην προκειμένη περίπτωση μάλιστα η αυθεντικότητα και η αλήθεια της ταινίας, βασίζεται πάνω σε μια από τις πιο καθάριες μορφές του κινηματογράφου: αυτή των γκρο πλάνων.
Όπως είναι φυσικό ο θεατής έχει τη δυνατότητα να γίνει μάρτυρας (στο πλευρό της Jeanne που έχει ήδη αρχίσει να μαρτυρά) των παθών της πρωταγωνίστριας μέσα από τις σπασμωδικές και αγωνιώδεις εκφράσεις του προσώπου της, τα δάκρυά της και το βλέμμα της (το βλέμμα είναι ο κινηματογράφος).  Η τεράστια ποικιλία συναισθημάτων και διαφοροποίησης, γίνεται στο πρόσωπο της ηρωίδας, η οποία αποτελεί τον εκφραστή της ατομικότητας.  Είναι την ίδια στιγμή ένας χαρακτήρας, αλλά και ένας performer.  Είναι ένα πρόσωπο που ανήκει στην ηθοποιό, αλλά την ίδια στιγμή ανήκει και στην Jeanne.  Με τον τρόπο αυτό ο Dreyer εκφράζει μαι κινηματογραφική οικονομία, τεράστιο τόλμημα για την εποχή, εάν αναλογιστεί μάλιστα κανείς πως το 95% της ταινίας είναι μια αλληλουχία, από διαδοχικά γκρο-πλαν.


Στην τεράστια σημασία του πλαναρίσματος, έρχεται να προστεθεί και η αξία της απουσίας του μακιγιάζ.  Γι'αυτό ο Dreyer λέει: "Είναι φυσικό και πρόδηλα σωστό το να φτιάχνεις μια ταινία στην οποία οι ηθοποιοί δεν έχουν καθόλου μακιγιάζ.  Και σ'όλο το φάσμα του κινηματογράφου η αληθινή αναπαράσταση μπορεί να πάρει σάρκα και οστά μόνο με εντελώς αμακιγιάριστους ηθοποιούς που ομιλούν μια απόλυτα καθημερινή γλώσσα".  Γίνεται έτσι απόλυτα κατανοητό πως ο Dreyer μέσω της απουσίας του μακιγιάζ (κάτι το ανήκουστο για την εποχή του βωβού κινηματογράφου) επιτυγχάνει να ενισχύσει ακόμα περισσότερο τη δυναμική και τη 'σκληρότητα' των προσώπων.
Εκτός βέβαια από την κυρίαρχη αισθητική των γκρο-πλαν, ο σκηνοθέτης φροντίζει να τολμήσει και στο θέμα του φιλμικού χωροχρόνου.  Είναι γεγονός πως αποξενώνει και αλλοτριώνει τον έναν χώρο από τον άλλον, καθώς κατά τη διάρκεια της ταινίας φαίνεται πως η Jeanne βρίσκεται κάπου αλλού.  Μπορεί δηλαδή η πρωταγωνίστρια και οι κατήγοροί της να βρίσκονται στο ίδιο δωμάτιο, ο Dreyer όμως καταφέρνει με το μη-δέσιμο των βλεμμάτων τους, να μας δώσει την εντύπωση πως βρίσκονται σε διαφορετικούς χώρους.  Δεν υπάρχουν υποκειμενικά βλέμματα, και όπως ακριβώς υπάρχει μια γενικότερη αντικανονικότητα στο δέσιμο των πλάνων, έτσι υπάρχει και στο δέσιμο του βλέμματος.  Η Jeanne γίνεται μια ηρωίδα που είναι μόνη, εν μέσω πολλών.  Υποφέρει, αγωνιά και μάχεται, όντας παρούσα μπροστά σε ένα κοπάδι από λυσσασμένα κτήνη, που είναι έτοιμα να τη κατασπαράξουν στο όνομα του Θεού τους, αδυνατώντας να καταλάβουν οτι ο δικός τους Θεός και αυτό της Jeanne, είναι το ένα και το αυτό.  Ο Dreyer το καθιστά χειροπιαστό μέσα από την εικονική της απομόνωση, τα κατακερματισμένα-ορισμένες φορές-γκρο της, και την μοναξιά του βλέμματος.


Αν και στην ουσία η ταινία θα μπορούσε να είναι αυτό ακριβώς που υποδηλώνει ο τίτλος της (η ιστορία της Jeanne), εντούτοις μάλλον ο κρυμμένος πρωταγωνιστής του Dreyer είναι ο ίδιος ο Χριστός.  Αυτή η κεκαλυμμένη αναφορά, ίσως να μην είναι και τόσο κεκαλυμμένη τελικά αν προσέξει κανείς κάποια ενδιαφέροντα στοιχεία της ταινίας όπως π.χ στη παραπάνω εικόνα οπού τα κάγκελα του παραθύρου δημιουργούν έναν σταυρό, καθώς και η ομοιότητα της ηρωίδας με τον Χριστό, όταν οι φύλακες την φορούν ένα πλεχτό στεφάνι.  Ίσως θα μπορούσαμε να κάνουμε και έναν παραλληλισμό των παθών της γυναίκας, με αυτά του Χριστού, αλλά και πάλι δε μπορούμε να είμαστε ολοκληρωτικά σίγουροι για το τι είχε στο μυαλό του ο μεγάλος σκηνοθέτης.
Το "The Passion of Jean of Arc" είναι ένα μοναδικό δημιούργημα, με μια εξίσου μοναδική ερμηνεία από τη Maria Falconetti.  Η προσήλωση στο βλέμμα, τις εκφράσεις των προσώπων, η απουσία σκιών (και εδώ, γεγονός που προσδίδει στο film ένα επίπεδο, μίνιμαλ σκηνικό) και το χτίσιμο της ταινίας πάνω στα γκρο πλαν, αποτελούν μερικούς μόνο από τους λόγους που τη καθιστούν μια από τα μεγαλύτερα, κινηματογραφικά δημιουργήματα που έγιναν ποτέ.  Και εμείς θα έρθουμε φυσικά να συμφωνήσουμε.
Extra tip: Μάλιστα ο Dreyer επιρρέασε πολλούς ακόμη σκηνοθέτες, όπως τον Goddart, αλλά και πιο σύγχρονους, όπως τον Chan-woo Park, ο οποίος φαίνεται πως στο "Lady Vengeance" κάνει τη δική του μνεία στη ταινία του Dreyer, μέσα από τα λοξά κοντινά της πρωταγωνίστριάς του, που θυμίζουν έντονα αυτά της Falconetti.

Τι έμαθα από τη ταινία: Ένα πράγμα: οτι τελικά ο κόσμος του κινηματογράφου είναι μαγικός (μμμ κάτι είχα ψιλιαστεί).



TRIVIA 
  • Η ταινία είχε θεωρηθεί χαμένη, μέχρι που βρέθηκε στο ντουλάπι ενός ψυχιατρικού ιδρύματος στο Oslo.
  • O Dreyer λέγεται οτι άφηνε τη Falconetti νηστική ή την έβαζε να γονατίζει με τις ώρες στο πλακόστρωτο έδαφος, προκειμένου να αποδώσει καλύτερα τον χαρακτήρα της.
(Πηγή IMDB)

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

Rundskop (a.k.a Bullhead): A deal, a friendship and a man

Γεια σας, γεια σας και καλή εβδομάδα.  Σήμερα Δευτέρα, θα ξεκινήσουμε με μια ταινία την οποία είχα εντοπίσει για πρώτη φορά τον Σεπτέμβρη στις Νύχτες Πρεμιέρας.  Ήταν στις επιλογές μου από την αρχή, αλλά δεν είχα καταφέρει τελικά να το δω, επειδή ακριβώς δε χωρούσαν στο πρόγραμμά μου, όλες οι ταινίες που ήθελα να παρακολουθήσω.  Έτσι λοιπόν είπα να τη δω τώρα και μπορώ να πω οτι ήταν ακριβώς αυτό που περίμενα.  Ένα καλό και ωραία σκηνοθετημένο δράμα/crime ταινιάκι.  Let's see λοιπόν...


O Jacky (Matthias Schoenaerts) είναι ένας μοναχικός, 30χρονος άνδρας ο οποίος εργάζεται στη φάρμα του θείου του που διαθέτει αγελάδες.  Μια μέρα θα τον πλησιάσει ένας μυστήριος κτηνίατρος και θα του προτείνει να συνάψουν μια συμφωνία, η οποία θα έχει να κάνει με το παράνομο εμπόριο, αλλά και τη χρήση ουσιών και ορμονών, από αυτές που αυξάνουν την αποδοτικότητα των ζωντανών.  Όταν μάλιστα λίγο αργότερα δολοφονηθεί και ένας γνωστός, ομοσπονδιακός αστυνομικός ο οποίος προσπαθούσε να αποκαλύψει το παρεμπόριο των τοξινών, τότε ο Jacky θα βρεθεί μπλεγμένος σε μια ιστορία άθελά του.  Την ίδια στιγμή θα εμφανιστεί στη ζωή του ένα άτομο από τα παιδικά του χρόνια, με το οποίο ο Jacky έχει ακόμη 'ανοιχτούς λογαριασμούς.  Το σκοτεινό και σοκαριστικό μυστικό της παιδικής του ηλικίας, θα γίνει πιο επίπονο από ποτέ, και η αλληλουχία των γεγονότων που θα πυροδοτηθεί, θα ξυπνήσει μνήμες και καταστάσεις που ο Jacky μια ζωή προσπαθεί να τα ξεχάσει.  Όσο κι αν φαίνεται περίεργο, ο 'ανδρισμός' του θα τεθεί υπό αμφισβήτηση και πάλι, αυτή τη φορά όμως από τον χειρότερο εχθρό του: τον εαυτό του...


Το "Bullhead" αποτελεί τη πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη Michael R. Roskam και ήταν μάλιστα υποψήφια για το Oscar Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας, στα τελευταία βραβεία, οπού και τελικά έχασε από της ιρανικής παραγωγής ταινία του Asghar Farhadi, "Α Separation".
Η βελγική παραγωγή του Roskam κατάφερε να αποσπάσει θετικές κριτικές απ' όπου κι αν προβλήθηκε, τονίζοντας ακόμα περισσότερο την αξία της, την οποία αντικειμενικότατα εάν αναζητήσει κανείς, θα βρει αμέσως στο πρόσωπο του πρωταγωνιστή της, Matthias Schoenaerts.
Η ερμηνεία του είναι αυτή που στην ουσία συγκρατεί ολόκληρη την ταινία, η οποία σκηνοθετικά και υποθεσιακά, δεν είναι κάτι που δε το έχουμε ξαναδεί (ίσως αν εξαιρέσει κανείς το ατυχές περιστατικό που καθορίζει τη πορεία του Jacky, ήδη από τα τρυφερά, παιδικά του χρόνια).


Ο Jacky είναι ένας τύπος που δε λέει πολλά, καθώς τα πράγματα δείχνουν πως οι παρτίδες του με τους ανθρώπους, είναι μάλλον περιορισμένες.  Το μόνο που κάνει είναι να περιορίζεται στον ρόλο του διαμεσολαβητή, προκειμένου να νουθετεί (δια της βίας τις περισσότερες φορές) τις εκάστοτε πλευρές που μπορεί να μη συνεργάζονται, όσον αφορά την επιχείρηση των βοοειδών που διαθέτει ο θείος του.  Και φυσικά ποιος μπορεί να πάει κόντρα στο ανάστημα και τους μύες του Jacky;  Μα φυσικά κανείς.
Αυτό που καταφέρνει να κάνει με τρόπο εντυπωσιακό, αλλά και καθόλα σκληρό το "Bullhead",είναι πως μας παρουσιάζει τον πρωταγωνιστή του, ως ένα άτομο ολοκληρωτικά δεμένο και καθοδηγούμενο από μια μοιρολατρική κατάσταση.  Και ο λόγος για τον οποίο συμβαίνει αυτό, μπορεί να αναζητηθεί μονάχα στο παρελθόν, τότε που ο Jacky και ο κολλητός του DIederik, μυούνταν για πρώτη φορά στον τρόπο έκχυσης των παράνομων ουσιών στις αγελάδες του θείου, και τότε που ο Jacky είχε νοιώσει τα πρώτα ερωτικά, αθώα σκιρτήματα για την όμορφη Lucia.
Σίγουρα θα ήταν πιο εύκολο να σας αποκάλυπτα το τι είχε συμβεί τότε, αλλά νομίζω οτι θα αποτελέσει ένα πολύ κακό spoiler, σε περίπτωση που αποφασίσετε να δείτε τη ταινία.  Συνεπώς μπορώ να αρκεστώ στο να σας πω, οτι από εκείνη τη στιγμή και έπειτα ο Jacky θα αντιμετωπίσει ένα πραγματικά τεράστιο πρόβλημα, που θα απειλήσει την μετέπειτα, ανδρική του διάσταση και φύση.
Και θα μου πείτε τώρα, που έγκειται το εντυπωσιακό;  Έγκειται σε αυτή ακριβώς την αντίφαση: οτι στην ουσία ο Jacky μοιάζει σαν ένα παιδί, το οποίο οι περιστάσεις ανάγκασαν να παραμείνει εγκλωβισμένο μέσα σε ένα σώμα τίγκα στις ορμόνες και τις ουσίες, τις οποίες αναγκάζεται να παίρνει καθημερινά και ο ίδιος.  Θα μπορούσαμε να πούμε οτι μοιάζει σαν αγρίμι σε κλουβί (με το κλουβί να είναι σαφέστατα το ίδιο του το σώμα), το οποίο λαχταρά την απελευθέρωση και το σπάσιμο των δεσμών, την ευκαιρία για μια νέα ζωή και ένα διαφορετικό παρόν.


O Schoenaerts είναι εκπληκτικός στον κεντρικό ρόλο, υποδυόμενος με κυριολεκτική πυγμή τον χαρακτήρα του.  Το βλέμμα του, η στάση του σώματός του, τα λίγα και σχεδόν μουδιασμένα λόγια του, όλα συνηγορούν σε μια προσωπικότητα που πονά, υπομένει και ακολουθεί τη προδιαγεγραμμένη πορεία της σφαγής του, ακριβώς όπως φανταζόμαστε οτι γίνεται και με τα γελάδια.
Η αλήθεια είναι πως η ταύτιση του πρωταγωνιστή, με τα βοοειδή του θείου του, είναι κάτι παραπάνω από εμφανής.  Με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο αυτά ενισχύονται και αποδίδουν καλύτερα, μέσω των ουσιών που τους χορηγούνται, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και ο Jacky γίνεται αποτελεσματικότερος όταν πάριε τη δική του 'δόση'΄τεστροστερονάτων φαρμάκων και χαπιών.  Είναι σαν να μεταμορφώνεται στην κυριολεξία σε μια φονική μηχανή, η οποία εύκολα παραπέμπει και σε καταστάσεις τύπου Bane, ο οποίος με την κατάλληλη τοξίνη γινόταν μια πρώτης τάξεως φονική μηχανή.  Και οι ομοιότητες δε σταματάνε ακριβώς εδώ, καθώς τόσο η κίνηση του κεφαλιού που κάνει (ξέρετε αυτή που πας και σπρώχνεις με το μέτωπο, το κεφάλι του άλλου) θυμίζει έντονα την αντίστοιχη αντίδραση που έχουν οι ταύροι, ενώ όπως ακριβώς και ένας ευνουχισμένος ταύρος χρησιμοποιείται για κάθε λογής δουλειά ή για την κρεατοπαραγωγή, έτσι ακριβώς και ο Jacky είναι μια μονάδα αναλώσιμη, που χρησιμοποιείται στις παρασκηνιακές βρωμοδουλείες, και στη συνέχεια πετάγεται στον κάλαθο των αχρήστων.  Κρατήστε το αυτό.


Αν εξαιρέσουμε λοιπόν την ερμηνεία του Schoenaerts, η ταινία κινείται σε κλασικά μονοπάτια, εγείροντας θέματα που έχουν να κάνουν με τη φιλία, τη μοίρα, τη χαμένη αθωότητα και την ανάγκη ενός άνδρα να κάνει απλά το καθήκον του.
Ένα μάλλον καυστικό ενδιαφέρον έχει πάντως και το γεγονός πως ο πάλαι ποτέ φίλος του Jacky, Diederik μεγαλώνοντας, έγινε ομοφυλόφιλος και λέω οτι έχει καυστικό ενδιαφέρον καθώς οι καταστάσεις θα ήθελαν στη θέση του (σύμφωνα με την κοινωνία πάντα) τον ίδιο τον Jacky.  Θα καταλάβετε τη εννοώ μόλις την δείτε.
Στην ουσία το "Bullhead" είναι μια ταινία την οποία κρατάει στους ώμους του ο πρωταγωνιστής της.  Δεν είναι το καταπληκτικό αριστούργημα, ούτε όμως την χαρακτηρίζεις και αδιάφορη.  Είναι μια γήινης δυναμικής ταινία, με ωραία, στρωτή υπόθεση, μυστικά του παρελθόντος και προβληματικές σχέσεις, τα οποία όλα προσωποποιούνται στα μάτια και τις σπασμωδικές εκφράσεις, του προσώπου του Jacky.  Και το βασικότερο: είναι ένας ξεκάθαρος παραλληλισμός ανθρώπου-ζώου και της κοινής τους πορείας που έχει τελικά περισσότερες ομοιότητες απ'οτι θα τολμούσαμε να σκεφτούμε.  Μιουταρισμένη και προσεκτικά δουλεμένη, το "Bullhead" είναι μια ταινία για τους πιο εναλλακτικούς θεατές και το σινεφίλ κοινό.  Τσεκάρετέ την.

Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι η Lucia όταν μεγάλωσε έγινε άσχημη, οτι ο Scoenaerts θυμίζει τον Tom Hardy από το "Warrior" και οτι κάποτε τα τσοντοπεριοδικά ζούσαν μεγάλες στιγμές.



No trivia






Παρασκευή, 18 Μαΐου 2012

Pontypool: Kill is kiss

Γεια σας και πάλι!  Τι μέρα κι αυτή σήμερα; (εμένα προσωπικά μου αρέσει πάντως).  Λοιπόν λοιπόν ξέρω οτι είχα αναφέρει στην αρχή της εβδομάδας, οτι θα αρχίσουμε να ασχολούμαστε με κλασικό κινηματογράφο, αλλά έλα που έτυχε να δω κάνα δυο ταινιούλες που άξιζαν τη προσοχή μας;  Έτσι λοιπόν και σήμερα θα ασχοληθούμε με μια ανεξάρτητη παραγωγή του 2008 και θα αφήσουμε τα υπόλοιπα από την επόμενη φορά.  Επίσης να υπενθυμίσω πως αυτή η εβδομάδα είναι αρκετά φτωχή κινηματογραφικά μιας που μόνο μια ταινία βγήκε στις αίθουσες και συγκεκριμένα αυτή του Tim Burton, "Dark Shadows".  Επίσης να πούμε οτι ξεκίνησε και το 65ο φεστιβάλ των Κανών (σνιφ!), συνεπώς αν έχουμε κάποιο hot νεάκι ή ενδιαφέρον backstage, εδώ είμαστε (σνιφ, σνιφ δυστυχώς εδώ και οχι εκεί).  Ξεκινάμε λοιπόν...


Σε μια μικρή πόλη του Ontario, στο Pontypool, κάτι περίεργο πρόκειται να συμβεί.  Ενώ η μέρα έχει ξεκινήσει όπως ακριβώς κάθε άλλη, ο Grant Mazzy (Stephen McHattie), ο ηλικιωμένος και uber cool εκφωνητής του τοπικού, ραδιοφωνικού σταθμού αντιλαμβάνεται πως ίσως κάτι να μη πηγαίνει καθόλου καλά, όταν μια μυστηριώδης γυναίκα χτυπήσει το τζάμι του αυτοκινήτου του ψελίζοντας μερικές ακατανόητες λέξεις και στη συνέχεια εξαφανιστεί.  Ο Mazzy εν μέσω κρύου και χιονιού, φτάνει τελικά στον σταθμό, οπού και ξεκινάει την καθημερινή του εκπομπή, με βοηθούς τις Sydney (Lisa Houle) και την νεότερη Laurel-Ann (Georgina Reilly) η οποία έχει μόλις επιστρέψει από το Αφγανιστάν.  Και ενώ η μέρα προχωράει με τις τυπικές φιλονικίες Mazzy και Sydney, αρχίζουν να καταφτάνουν στον σταθμό μερικές περίεργες ειδήσεις, σχετικά με ένα τσούρμο ανθρώπων που έχουν αρχίσει να κατακλύζουν τη πόλη, δρώντας κάτω από μια περίεργη συμπεριφορά.  Οι περισσότεροι μοιάζουν να μιλούν ακατάληπτα, ενώ έχουν αρχίσει να επιτίθενται και ο ένας στον άλλον, σημειώνοντας μάλιστα και τις πρώτες, ανθρώπινες απώλειες.  Στο σταθμό, προσπαθούν να βγάλουν ένα νόημα από όλα αυτά, και να ενημερώσουν τους πολίτες προκειμένου να προστατεύσουν τους εαυτούς τους.  Το πράγμα όμως όσο πάει και αγριεύει, καθώς οι πολίτες φαίνεται να έχουν επιστρέψει στα πρωτόγονα ένστικτά τους, ξεσκίζοντας κυριολεκτικά ο ένας τις σάρκες του άλλου, σε μια νέα πραγματικότητα που δεν έχει επιστροφή.  Κι όμως, ένας επικίνδυνος ιός αποτελεί τελικά τη πηγή του κακού, ένας ιός που δε μοιάζει με κανέναν άλλον, καθώς δεν έχει εξαπλωθεί ούτε μέσω αποτυχημένου πειράματος, ούτε ενός επικίνδυνου, μολυσμένου ζώου.  Η αρχή του ολέθρου αυτή τη φορά αναζητείται κάπου πολύ διαφορετικά: στην ίδια την αγγλική γλώσσα!  Τώρα οι πρωταγωνιστές θα προσπαθήσουν να βρουν μια λύση, πριν να είναι πολύ αργά.  Πόσο εύκολο όμως θα είναι να το κάνουν, απο τη στιγμή που η ομιλία αποτελεί το μέσο διάδοσης του ιού;


Μην έχοντας και πολλά κέφια τις προηγούμενες ημέρες, αποφάσισα να επισκεφτώ το τοπικό dvd club (ναι υπάρχουν ακόμα) για να δω τι παίζει από κυκλοφορίες, μιας που ήθελα άμεσα να δω κάτι, προκειμένου να...πνίξω τον πόνο μου.  Πρόσεξα λοιπόν κάπου χωμένη μια ταινία, (αν θυμάστε σε εκείνα τα ψηλά ράφια, κάπου τέρμα αριστερά ή δεξιά, εκεί που τα αντίτυπα έκαναν παρέα με την οικογένεια αραχνών του καταστήματος) που λεγόταν "Pontypool", με ένα εξώφυλλο τίγκα στα κόκκινα αστεράκια, από αυτά που μπαίνουν συνήθως από κάτι κριτικούς εφημερίδων και περιοδικών (τύπου π.χ Τα Νέα της Κωλοπετινίτσας) ε και είπα 'δε βαριέσαι', ας πάρω να δω τι έχει να μου προτείνει ο διακεκριμένος συνάδελφος της Κωλοπετινίτσας.  Ε λοιπόν θα τον ξαναεμπιστευτώ στα σίγουρα, καθώς το "Pontypool" είναι από τις πιο έξυπνες και ανενωτικές ταινίες του horror/thriller είδους, που έχω δει τελευταία.  Plus, ανεξάρτητης παραγωγής και αρκετά low budget ($1.5 εκατομμύριο).  Τέλεια δηλαδή.


Ο σκηνοθέτης της ταινίας Bruce McDonald είναι στο κινηματογραφικό κουρμπέτι, ήδη από την δεκαετία του ΄80 και μετράει στο ενεργητικό του περισσότερα από 50 δημιουργήματα τα οποία περιλαμβάνουν ταινίες, τηλεοπτικές σειρές, ντοκιμαντέρ και short φιλμάκια.  Σαν να λέμε δηλαδή οτι ο τύπος τα έχει κάνει όλα, και αν τσεκάρει κανείς την φιλμογραφία του θα διαπιστώσει οτι ο McDonald μια έφεση στα μουσικά δράματα/ταινίες/ντοκιμαντέρ, την έχει σίγουρα (χρησιμοποιεί μάλιστα πολύ τη μουσική των Ramones, ενώ έχει cast-άρει και τον Joey Ramone στα film του).
Πολυσχιδής προσωπικότητα απ'οτι φαίνεται, έχει συμμετάσχει σε πάμπολλα κινηματογραφικά φεστιβάλ, ενώ έχει αποσπάσει και περισσότερα από είκοσι βραβεία.  Δε μου κάνει λοιπόν καμία εντύπωση πως αυτό το άτομο, έφτιαξε μια ταινία όπως το "Pontypool", γεμάτη από μια σύγχρονα, camp αισθητική, έντονο σασπένς και αγωνία που χτυπάει ταβάνι, έναν κεντρικό ήρωα βγαλμένο θαρρείς από τις σελίδες του Stephen King (καουμπόικο καπέλο και ασορτί μπότες), και μια εντελώς 'αναζωογωνητική' υπόθεση, που προχωράει τον μύθο των απέθαντων (ή οχι ακριβώς) ένα βήμα παραπέρα.


Και λέω 'οχι ακριβώς' καθώς τα άτομα που έχουν μολυνθεί στη ταινία, μπορεί να μοιάζουν εμφανισιακά και σε συμπεριφορά με τα ζόμπι, όμως δε φαίνεται να είναι ακριβώς αυτό.. Περισσότερο παραπέμπουν σε άλογα όντα, τα οποία όμως επιτίθενται σε άλλους, οχι για να τους κατασπαράξουν λόγω πείνας, αλλά μάλλον για να τους σκοτώσουν λόγο μανίας και τρέλας.  Οι χαρακτήρες αυτοί θυμίζουν πολύ τους αντίστοιχους στο βιβλίο "Blood Crazy" ("Δίψα για Αίμα") του Simon Clark.   Εκεί ξημερώνει η καταστροφολογική ημέρα κατά την οποία όλοι οι ενήλικοι, άνω των 18 ετών καταλαμβάνονται από μια ανεξέλεγκτη μανία, σκοτώνοντας τα παιδιά τους.  Όσα καταφέρουν να ξεφύγουν, θα προσπαθήσουν να δημιουργήσουν και πάλι τον ανθρώπινο πολιτισμό, που μοιάζει να έχει φτάσει πια στο τέλος του.
Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στη ταινία, με τη διαφορά οτι οι παράφρονες, επαναλαμβάνουν ξανά και ξανά τις ίδιες λέξεις, παραμιλούν και παραληρούν, μοιάζοντας να αναζητούν κάτι.  Η αλήθεια είναι πως αυτό που αναζητούν είναι η ομιλία όσων παραμένουν ακόμα υγιείς, τις λέξεις που βγαίνουν από το στόμα τους, και τον ήχο των όσων λένε, με τα οποία και 'τρέφονται'.  Και αυτή ακριβώς η εύστοχη και έξυπνη υπόθεση είναι που καθιστά αυτό το φιλμάκι (το οποίο βασίζεται και στην ομώνυμη νουβέλα του συγγραφέα Tony Burgess) αξέχαστο.


Όλη η δράση διαδραματίζεται μέσα στον ραδιοφωνικό σταθμό, χωρίς να βλέπουμε ποτέ τι γίνεται έξω από αυτόν.  Παράλληλα ως θεατές ταυτιζόμαστε απόλυτα με τους κεντρικούς ήρωες, καθώς μαθαίνουμε μόνο από ακούσματα, το τι ακριβώς συμβαίνει στην πόλη.  Αυτό το βρήκα ένα από τα δυνατά σημεία της ταινίας, καθώς καταφέρνει να χτίσει μια εξαιρετικά αγωνιώδη κατάσταση, κρατώντας τη κάμερα κολλημένη διαρκώς, στον ίδιο χώρο.  Αυτό που κάνει τη διαφορά είναι οι τρομαγμένες φωνές των πολιτών και του ανταποκριτή του σταθμού, που φθάνουν στους πρωταγωνιστές από σταθερά και κινητά τηλέφωνα, μόνο για να δημιουργήσουν ένα απόλυτα κλειστοφοβικό αίσθημα και μια μια πραγματικότητα που μυρίζει αίμα και θάνατο.
Η ιδέα του οτι ορισμένες λέξεις της αγγλικής γλώσσας, μεταφέρουν τον ιό και μολύνουν, όποιον αρχίσει να τις επαναλαμβάνει, είναι διαβολικά έξυπνη, όπως ακριβώς και ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να αντιμετωπιστεί και να ανατραπεί αυτό, κάτι όμως το οποίο δε θα ήθελα να σας κάνω spoiler και προτιμώ να το τσεκάρετε μόνοι σας.  Απλά κάπου εδώ θέλω να προσθέσω πως πίσω από αυτό το τρομακτικό story, κρύβεται σίγουρα ένας κοινωνικός σχολιασμός σχετικά με το γεγονός πως η αγγλική, αποτελεί πια την παγκόσμια γλώσσα, και δεδομένου οτι η ταινία είναι γυρισμένη στον Καναδά, κάνει το πράγμα ακόμα πιο καυστικό και ίσως τραγικά χιουμοριστικό.  Το να αποτελεί η γαλλική τη μητρική σου, αλλά εσύ να μιλάς αγγλικά, έχοντας μάλιστα ξεχάσει σχεδόν τα γαλλικά, αποτελεί μια υπέροχη πάσα, για μια τέτοια-ίσως και b-movie διάστασης-ταινία, που αν μη τι άλλο θέτει επί τάπητος ένα βασικό ζήτημα, με τρόπο εντελώς σουρεαλιστικό και πρωτότυπο.  Αρκεί να σκεφτούμε και τα δικά μας greeklish, και καταλαβαίνουμε όλοι τι σημαίνει αυτό...
Οι ερμηνείες είναι καλές, με κορυφαία αυτή του πρωταγωνιστή που είναι ο ιδανικός για τον ρόλο, και χειρότερη αυτή της Houle, η οποία είναι κομπάρσα από τις λίγες, σε βαθμό που να γελάω ακατάπαυστα μαζί της-να' ναι καλά.  Η σκηνοθεσία σίγουρα σου τραβάει τη προσοχή, και γενικά τείνω να εκθειάζω φιλμάκια που κρατούν το ενδιαφέρον στου αμείωτο χωρίς φρενήρεις καταστάσεις (βλ. "Buried"-εμένα μ' άρεσε).
Μαύρο χιούμορ, μια απρόσμενη λύση και ένα απόλυτα τρομακτικό κλίμα, συνθέτουν το "Pontypool", μια ταινία που πρέπει να προσέξετε και να δείτε.  Είναι τόσο-god damn-σύγχρονη και αληθινή, που καταντάει απολαυστικό.  Εκτός από αυτό που όλοι αρχίζουν και επαναλαμβάνουν τις ίδιες ακριβώς λέξεις, ένα σχόλιο right to the bone.  Lol, lol, lol, lol.  Oh fuck...

Tι έμαθα από τη ταινία:  Οτι η ηλεκτροπληξία σου στραβώνει το στόμα(!), οτι τα γαλλικά είναι τελικά κάπου χρήσιμα και οτι πρέπει να δείτε και την extra σκηνή μετά του τίτλους τέλους, για μια Howard Hawks γεύση.



No trivia


Τετάρτη, 16 Μαΐου 2012

Ink: When nightmares become real

Γεια σας, γεια σας!  Λοιπόν να πω κάτι για να μη το ξεχάσω κιόλας, από αύριο 17 Μαΐου ξεκινάει για ακόμη μια φορά το ΤΑΙΝΙΟΡΑΜΑ στον κινηματογράφο ΑΣΤΥ, και θα διαρκέσει μέχρι τις 27 Ιουνίου.  Το καθημερινό εισιτήριο, για την παρακολούθηση μέχρι και 3 ταινιών, θα ανέρχεται στα 6 ευρώ, ενώ η κάρτα διαρκείας θα κοστίζει 30 (10 ευρώ λιγότερα δηλαδή από πέρσυ).  Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να επισκεφθείτε το επίσημο πρόγραμμα του φεστιβάλ, να διαλέξετε τις αγαπημένες σας ταινίες και καλή σας προβολή!
Στα δικά μας σήμερα, έχουμε μια ταινιούλα αρκετά περίεργη και αν με ρωτούσε κανείς, θα έλεγα οτι μάλλον είναι και μια ερασιτεχνική προσπάθεια, από την άποψη του γενικότερου τρόπου φιλμαρίσματος.  Ιδιαίτερη υπόθεση και ακόμα πιο ιδιαίτερη εκτέλεση, το "Ink" είναι ένα πολύ ενδιαφέρον δημιούργημα, που αξίζει να δει κάθε λάτρης των indie ταινιών.


Όταν πέφτει η νύχτα και οι άνθρωποι βυθίζονται στον κόσμο του ύπνου και του ασυνείδητου, δυο αντικρουόμενες δυνάμεις κάνουν την εμφάνισή τους, οι μεν με φωτεινούς, και οι δε με σκοτεινούς σκοπούς.  Η μια 'ομάδα' είναι υπεύθυνη για όλα τα όμορφα και ελπιδοφόρα όνειρα που μπορεί να δει κανείς στον ύπνο του, καθώς με ένα τους άγγιγμα, γεμίζουν με χαρά, αισιοδοξία και αναζωογονητικές εικόνες, το εκάστοτε άτομο.  Η δεύτερη 'ομάδα' όμως, είναι ζοφερή και μίζερη, έρχεται κατά τη διάρκεια του ύπνου και απλώνει την ερεβώδη της σκιά, γεμίζοντας το μυαλό με άσχημες αναμνήσεις, απελπισία και εφιάλτες.  Καμία από τις δυο δεν είναι δυνατόν να γίνει αντιληπτή από τους ανθρώπους ενώ αυτοί είναι ξύπνιοι, αλλά φαίνεται πως η σχέση τους με εμάς, περιορίζεται σε αυτή την αδρανή (φαινομενικά) κατάσταση την οποία όλοι βιώνουμε, κατά τη διάρκεια του ύπνου.  Όταν ένα περίεργο, σκοτεινό πλάσμα που ονομάζεται Ink, αποφασίσει να κάνει την επόμενη κίνηση και να κλέψει την ψυχή ενός μικρού κοριτσιού, προκειμένου να την ανταλλάξει για μια θέση στην πανίσχυρη ομάδα των Incubi (αυτών δηλαδή που είναι υπεύθυνοι για τους εφιάλτες), οι 'φωτεινοί φύλακες' θα ξεκινήσουν την υπέρτατη προσπάθεια, προκειμένου να τη σώσουν.  Όταν στην ιστορία μπλεχτεί και ο πατέρα της μικρής, John (Chris Kelly) ο οποίος βρίσκεται χαμένος στο δικό του κόσμο, έπειτα από τον θάνατο την γυναίκας του.  Και ενώ η κορούλα του βρίσκεται σε κωματώδη κατάσταση στο νοσοκομείο, ο ίδιος θα πρέπει να συνεργαστεί υποσυνείδητα με τους καλούς, προκειμένου να την βοηθήσει, πριν να είναι πια αργά...


Ο σκηνοθέτης Jamin Winans, είναι ένας από τους πολλούς ανεξάρτητους δημιουργούς (το "Ink" μάλιστα χρηματοδοτήθηκε από την ανεξάρτητη, εταιρία παραγωγής του ίδιου του Winanas, την Double Edge Films), οι οποίοι κάνουν τα διακριτικά τους περάσματα από τα κινηματογραφικά φεστιβάλ, και περιμένουν τη στιγμή που η ευκαιρία θα τους 'κάτσει'.  Κάπως έτσι δεν έγινε εξάλλου και πέρσι με τον Nicolas Windign Refn, και το cult status πια, "Drive";
Αν και σίγουρα οι διαφορές ανάμεσα σε πιο low profile σκηνοθέτες, με άλλους που έχουν κάνει και μερικές πιο mainstream ταινίες, είναι αρκετές, εντούτοις όλοι αυτοί πατούν στην ουσία πάνω στην ίδια βάση.  Στη προκειμένη περίπτωση ο Winans έκανε την πρώτη του εμφάνιση, χάρη σε δυο short films το 2003, τα "Blanston" και "The Maze".  Ακολούθησε ένα ακόμη το 2005, το "Spin", ενώ την ίδια χρονιά ήρθε και η πρώτη full length ταινία του, το "11:59", που αφορά την ιστορία ενός φωτορεπόρτερ που προσπαθεί να θυμηθεί τι έκανε τις τελευταίες, 24 ώρες της ζωής του.
Το "Ink" ήρθε τέσσερα χρόνια αργότερα, και πολλοί έσπευσαν να το αναδείξουν ως το νέο it ταινιάκι, το οποίο συνέκριναν με ήδη cult ταινίες, όπως το "Brazil" του Terry Gilliam, το "Dark City" και το "Donnie Darko".  Και καλά έκαναν.


Η ταινία αποτελεί μια χαρακτηριστικότατη περίπτωση, των σημειών των καιρών μας.  Και τι εννοώ με αυτό;  Είναι απλό.  Κατάφερε να γίνει αυτό που είναι, μια ενδιαφέρουσα και σπουδαία τολμώ να πω-ιδιαίτερα σκηνοθετικά-ταινία, εντελώς μόνη της και χάρη στις αποκλειστικές προσπάθειες των δημιουργών της.  Πιο συγκεκριμένα, επειδή όπως ήταν φυσικό, κανένα μεγάλο studio δεν αναλάμβανε τη διανομή της (ούτε καν για home distribution), η εταιρία παραγωγής του Winans αποφάσισε να την διανέμει σε ανεξάρτητους κινηματογράφους, DVD, Blu-Ray, αλλά και online, εντελώς μόνη της.  Αυτή η προσωπική διαδικασία, απεέδωσε τελικά καρπούς, όταν η τα 'κατεβάσματα' της ταινίας από bit-torrent λογαριασμούς, ανήλθαν στις 400.000(!) σε μια εβδομάδα μόλις(!!), γεγονός που οδήγησε σε ακόμα μεγαλύτερη αύξηση των αγορών της ταινίας, σε DVD και Blu-Ray.  Το "Ink" αποδεικνύει σίγουρα οτι δε χρειάζεσαι πολλά για να καταστήσεις το προϊόν σου αναγνωρίσιμο, ε εντάξει ακόμα και όταν καταφεύγεις στο να "embraced the piracy" όπως ανέφεραν χαρακτηριστικά οι δημιουργοί της ταινίας.


Εκτός όμως όλων των διαφημιστικών και προωθητικών θεμάτων της ταινίας, αξίζει να την ανακαλύψετε και να την δείτε, για ποικίλους λόγους.
Αρχικά αν είστε fan των sci-fi, φαντασιακών ταινιών, τότε σίγουρα το "Ink" είναι για τα γούστα σας, καθώς και μόνο η υπόθεση είναι κάτι εξολοκλήρου φανταστικό και άκρως εντυπωσιακό.  Οι εναλλακτικές της πινελιές, και κυρίως η σκηνοθεσία της, την καθιστούν ένα πραγματικό έργο τέχνης που ξεχωρίζει και το οποίο εύκολα θα μπορούσα να δω μέσα σε κάποια ομάδα σύγχρονων, avant-garde δημιουργημάτων.
Οτι μπορεί να φανταστεί κανείς από πλευράς στιλιζαρίσματος, πλάνων, εικόνας, σκηνοθεσίας, τα πάντα, εμπεριέχονται σε αυτή τη ταινία, με τρόπο που εντείνει ακόμα περισσότερο την ονειρική της διάσταση.  Γεγονός είναι πως τα βασικά μοτίβα που επαναλαμβάνονται εδώ έχουν να κάνουν με έννοιες όπως η λήθη, η θύμηση, το ασυνείδητο, το υποσυνείδητο, ο κόσμος των ονείρων και αυτός που γεννά τους εφιάλτες, πράγματα δηλαδή δύσκολα να αποδοθούν στο κινηματογραφικό πανί, ιδιαίτερα όταν δεν έχεις στη διάθεσή σου τα απαραίτητα μέσα.  Κι όμως, η παρουσίαση όλων αυτών των διαφορετικών νοητικών στρωμάτων, όπως αυτά  προέρχονται από την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη, είναι κάτι το υπέροχο να το παρακολουθείς, καθώς υπόκεινται σε διερεύνηση μέσω του σημαντικότερου κομματιού μιας ταινίας: της σκηνοθεσίας.


Ο αποχρωματισμός και αντίθετα ο υπερχωματισμός των εικόνων είναι χαρακτηριστικός, και ακολουθεί το φιλμ σε όλη του τη διάρκεια, μέχρι και το τέλος.  Με ζωηρό, χρυσαφένιο χρώμα που νομίζεις οτι θα πάρει φωτιά, είναι φτιαγμένος ο κόσμος των "storytellers" όπως ονομάζονται οι καλοί, ενώ στην αντίθετη περίπτωση, ο κόσμος των Incubi είναι χλομός, παγωμένος και δυσοίωνος, με κάθε απόχρωση του μπλε, γκρίζου και μαύρου να ξεχύνονται μέσα από την εικόνα.  Ιδιαίτερη εντύπωση μου προκάλεσε και η παρουσία μιας έντονης, σχεδόν φλούο, πράσινη απόχρωσης η οποία προσέδιδε μια φουτουριστική, hi-tech πινελιά στο άνδρο των Incubi (ή μπορεί απλώς να παρέπεμπε στην αρρωστημένη ατμόσφαιρα του πράσινου χρώματος, στο "Natural Born Killers".  Who knows?).  Η χρήση φίλτρων και διαφορετικών φακών επίσης, έκαναν ακόμη πιο αισθητή τη διαφοροποίηση πραγματικότητας-ονείρων, ενώ και τα διαρκή cuts υποδήλωναν πως ακόμα και στη πραγματική, χειροπιαστή ζωή του μπαμπά John, τα πράγματα δεν ήταν τόσο καλά (θυμηθείτε τις σκηνές με τη χρήση των ναρκωτικών στο "Requiem for a Dream" και θα καταλάβετε τι εννοώ).  Άγχος, αγωνία και εντυπωσιακές σκηνές δράσεις, όλα υποδηλώνονται ξεκάθαρα μέσα από τα διαρκή cuts, αλλά και τα freeze frames, με τα οποία ο σκηνοθέτης δίνει ακόμα περισσότερο μια καλλιτεχνίζουσα αισθητική στη ταινία.


Φυσικά υπάρχουν και αρκετά flashbacks προκειμένου να ενώνεται αρμονικά το παρόν με το παρελθόν, σκηνοθεσία που χαρακτηρίζεται από αμέτρητα κοντινά, contre plongee (η λήξη ενός ατόμου από κάτω, προς τα πάνω) κ.α στους κεντρικούς ήρωες, εξάρσεις χρωμάτων, ειδικά εφέ (αρκετά καλά για μια τέτοια ταινία), εντυπωσιακούς χαρακτήρες (για τη δημιουργία των Incubi, έχει τοποθετηθεί μπροστά από το πρόσωπό τους ένα διάφανο κομμάτι, προφανώς πλεξιγκλάς, αλλά που μοιάζει και με γυαλί, γεγονός που παραμορφώνει τα χαρακτηριστικά τους και τους κάνει ακόμα πιο απειλητικούς.  Αν έπρεπε να μαντέψω θα έλεγα πως η ιδέα ίσως και να ήρθε από την avant-garde Αμερικανίδα σκηνοθέτιδα, χορεύτρια, ηθοποιό Maya Deren, και την ταινία της "Meshes of the Afternoon").  Πραγματικά όσα και να πω για τη σκηνοθεσία, είναι σίγουρο οτι θα ξεχάσω κάτι, οπότε μπορείτε να ανακαλύψετε ακόμα περισσότερα, βλέποντάς την.
Τέλος και οι ερμηνείες είναι πολύ καλές (απρόσμενα καλές θα έλεγα), αποτελώντας το κερασάκι αυτής της-κακώς-μιουταρισμένης, άγνωστης ταινίας, που αγγίζει τα όρια του experimental film.  Και ίσως να τα ξεπερνάει.  Βρείτε την, δείτε την και εδώ είμαστε...

Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι το soundtrack είναι εξαιρετικό, οτι το Ink θα μπορούσε να βγαίνει από το Inc-ubi, ως η προγενέστερη των Incubi μορφή του πλάσματος και οτι ο Ink κρύβει ένα μεγάλο μυστικό που αποκαλύπτεται στο τέλος.  Και είναι τόσο καλό.



No trivia


Χμμμ Elijah, κι εσύ εδώ;



ΤΟ ΤΑΙΝΙΑΚΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ


The Little Girl Who Was Frogotten..., by Katytowell


Δευτέρα, 14 Μαΐου 2012

Nausicaa of the Valley of the Wind: A story of epic proportions

Καλή εβδομάδα σε όλους!  Λοιπόν πρέπει να παραδεχτώ πως έχω αρχίσει να ξεμένω από ιδέες σχετικά με το τι ταινίες να ανεβάσω στο blog, οπότε μάλλον θα κάνω τη κλασική μου στροφή, την οποία κάνω πάνω κάτω την ίδια περίπου, κάθε χρόνο, εποχή και θα ασχοληθώ με παλιό κινηματογράφο και μεγάλους δημιουργούς.  Φυσικά όταν οι συνθήκες το απαιτούν και στις αίθουσες βγαίνει κάτι άξιο λόγου, θα είμαστε εδώ για να το 'κριτικάρουμε' και να το σχολιάσουμε.  Για σήμερα λοιπόν, και επειδή ένα ασιατοφερόμενο feeling με έχει πιάσει αυτόν τον καιρό, θα ασχοληθούμε με ένα ακόμα, μεγάλο animation, του εξίσου μεγάλου Hayao Miyazaki.  "Nausicaa of the Valley of the Wind" λοιπόν.


Ο πλανήτης Γη όπως θα μπορούσαν κάποιοι να τον ξέρουν, έχει πλέον καταστραφεί.  Ο άνθρωπος για ακόμη μια φορά φρόντισε να βάλει το χεράκι του, και να ισοπεδώσει τον πλανήτη που τον ζει, κατακαίγοντάς τον στις "Επτά μέρες της Φωτιάς" ("Seven Days of Fire" όπως αναφέρεται στη ταινία).  Πολλά χρόνια μετά, μόνο ψήγματα ανθρώπινης ύπαρξης έχουν καταφέρει να επιζήσουν, δημιουργώντας μικρά χωριά και πόλεις, διασκορπισμένα στους πέντε ανέμους.  Ένα τέτοιο χωριό βρίσκεται και στην Κοιλάδα των Ανέμων, οπού η νεαρή, ειρηνοποιός πριγκίπισσα Nausicaa κάνει ότι περνάει από το χέρι της, προκειμένου να κρατάει ασφαλείς τους κατοίκους του, από τη Sea of Decay, μια άκρως τοξική περιοχή η οποία είναι απροσπέλαστη για τον άνθρωπο (χωρίς την κατάλληλη, αντιασφυξιογόνο μάσκα τουλάχιστον), ενώ κατοικείται και από μια πληθώρα εντόμων και περίεργων πλασμάτων.  Ανάμεσα σε αυτά, περίοπτη θέση κρατούν τα Ohms, κάτι τεράστια όντα που θυμίζουν οστρακόμορφη...βδέλλα, καβούρι και αράχνη.  Και ενώ ο 'τοξικός βάλτος' επεκτείνεται σιγά σιγά, απειλώντας να καταπιεί και την εναναπομείνουσα ανθρωπότητα, η Nausicaa είναι αποφασισμένη να τον αντιμετωπίσει με κατανόηση, αγάπη και αυτοθυσία.  Την ίδια στιγμή θα κλιθεί να αντιμετωπίσει και δυο αντίπαλα έθνη, τα οποία απειλούν να καταστρέψουν την Sea of Decay, προκειμένου να σώσουν τον πλανήτη όπως υποστηρίζουν.  Η Nausicaa και οι άνθρωποί της, θα βρεθούν στο μέσω ενός σκληρού πολέμου που αναμένεται να ξεσπάσει, με τη βοήθεια ενός αρχαίου κακού.  Και σαν να μη φτάνουν αυτά, οι ορδές των Ohms καραδοκούν, και ένα μικρό στραβοπάτημα, μπορεί να τους αφανίσει όλους, μια και καλή...


Η Nausicaa αποτελεί τη δεύτερη, μεγάλου μήκους ταινία του Myazaki, την οποία σκηνοθέτησε το 1984.  Όπως ήταν φυσικό, το σενάριο πέρασε για ακόμη μια φορά από τα χέρια του ίδιου, και το αποτέλεσμα ήταν κάτι παραπάνω από εντυπωσιακό, όπως συνηθίζουν να είναι άλλωστε όλες οι δουλειές του.
Αν και σε μεταγενέστερες ταινίες του, το θέμα της ιερότητας της Φύσης και της προστασίας της, έχει παίξει πιο έντονα, εντούτοις βλέποντας κανείς τη Nausicaa μπορεί να θεωρήσει οτι η αρχή του, βρίσκεται ακριβώς εκεί.
Εκτός βέβαια από το χαρακτηριστικό του αυτό μοτίβο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η έντονα πολεμική/αντιπολεμική διάσταση της ταινίας, γεγονός που επίσης συναντάμε στις περισσότερες από τις νεότερες ταινίες του.  Και αν κάποιοι τον βρίσκετε πολύ μονότονο, ή βαρετό, ή και επαναλαμβανόμενο, να σας θυμίσω οτι μερικά από τα σπουδαιότερα ονόματα του κινηματογράφου, που πέρασαν στο πάνθεον των μεγάλων δημιουργών, έκαναν ακριβώς αυτό: ανανέωναν τους εαυτούς τους, μέσα από την διαρκή επανάληψη των ίδιων θεμάτων.


O Yasujiro Ozu ένας από τους τρεις μεγάλους του ιαπωνικού κινηματογράφου, καταπιανόταν πάντα με το ίδιο θέμα: την αναπόφευκτη πορεία της ανθρώπινης φύσης προς τα γηρατειά, τη διάλυση της οικογένειας για λόγους απλούς, καθημερινούς, την εκτίμηση των μικρών χαρών της ζωής, τη σοφία των γηρατειών, τη μοναξιά και τον θάνατο.  Εάν παρακολουθήσει κανείς τόσο τις προγενέστερες, όσο και τις μετέπειτα δουλειές του, θα διαπιστώσει πως όλες είναι εμποτισμένες με τα παραπάνω στοιχεία.  Ένα ακόμη παράδειγμα είναι και ο Ingmar Bergman, ο οποίος μελετούσε πάντα, και κάτω από το πρίσμα μιας φιλοσοφίζουσας διάθεσης, την αμείλικτη δύναμη του χρόνου, τοποθετώντας τους ήρωές του σε μια κατάσταση εσωτερικής διερώτησης, τις κρίσιμες, προ-θανάτιες στιγμές τους, σχετικά με το τι κατάφεραν στη ζωή, τι πέτυχαν, τι έδωσαν, τι πήραν και πιο το νόημά της (αν δηλαδή υπάρχει).  O Michelangelo Antonioni ήταν ένας καθαρά 'ψυχρός' σκηνοθέτης, ο οποίος πετούσε τους προβληματικούς του ήρωες στην αστική ζούγκλα, τους έφερνε αντιμέτωπους με τα αδιέξοδά τους και στο τέλος τους έδινε τη χαριστική βολή.  Στις ταινίες του μεγάλου Ιταλού σκηνοθέτη, οι ηρωίδες του είναι γεμάτες ενοχικά σύνδρομα, συναισθηματικά αδιέξοδα, ανίκανες να μοιραστούν το πάθος και τον έρωτα, ενώ οι άνδρες είναι παίκτες, αδιάφοροι και ψυχροί απέναντι στα προβλήματα των ωραίων γυναικών, τις οποίες δε μπορούν να βοηθήσουν.  Η λύτρωση των εσωτερικών αδιεξόδων δεν έρχεται στην ουσία ποτέ, και οι χαρακτήρες του Antonioni παραμένουν εγκλωβισμένοι εν μέσω μπετονιασμένων πολυκατοικιών και γκρίζων δρόμων.  Ακόμα και 'νεότεροι' σκηνοθέτες φαίνεται να διατηρούν ένα κάποιο καλούπι, όπως ο Woody Allen ο οποίος διατηρεί ένα μοτίβο συγκεκριμένο, φέρνοντας στο προσκήνιο (με πολλές φορές καυστικό χιούμορ) τις νευρώσεις της σύγχρονης-για τη κάθε περίοδο-γυναίκα, και τα συντροφικά της κολλήματα.
Έτσι λοιπόν ο Myazaki απλά αποδεικνύει πως ακόμα και αν κατασκευάζεις animations, μπορείς να ακολουθήσεις το δικό σου προσωπικό θέμα, να το εξελίξεις και να το καταστήσεις σήμα κατατεθέν.  Σεβασμός στη Φύση, αντιπολεμικές εικόνες, παράδοση, σεβασμός στο θεσμό της οικογένειας, ισχυρές φιλίες, αγνοί έρωτες;  Ας είναι.


Ο κόσμος της Nausicaa δεν είναι ακριβώς αγγελικά πλασμένος, αλλά μπορεί κανείς να εντοπίσει για ακόμη μια φορά την αστείρευτη φαντασία του δημιουργού της, ο οποίος καταφέρνει να καθιστά κάθε ταινία του ονειρική.
Και εδώ βλέπουμε πως ακόμα και οι 'κακοί' της υπόθεσης χαρακτηρίζονται από μια σκοτεινή ομορφιά, και από ζωηρά χρώματα τα οποία φυσικά είναι κατευθείαν βγαλμένα από ζωγραφική παράδοση αιώνων, στα πλαίσια της ιαπωνικής φυσικά κουλτούρας.
Στις ταινίες του Miyazaki δεν είναι φυσικά τυχαίο πως τα μικρά παιδιά και οι έφηβοι είναι αυτοί που αναλαμβάνουν να φέρουν εις πέρας τις 'δύσκολες' αποστολές, τις οποίες καθιστούν δύσκολες φυσικά, οι μεγάλοι, οι ενήλικοι.  Αυτοί προκαλούν τις καταστροφές, τους πολέμους, τα δράματα, αφήνοντας στη πιτσιρικαρία να βγάλει το φίδι από την τρύπα και πολλές φορές να πληρώσει πολύ σκληρά το τίμημα της δικής τους αφέλειας.  Φυσικά κάτι τέτοιο είναι αναμενόμενο, από έναν σκηνοθέτη που είναι ταγμένος στο να εξάπτει τη φαντασία των μικρών (αλλά και των μεγάλων) παιδιών, μέσα από ποικίλα ηθικά διδάγματα και θυμοσοφίες.


Το "Nausicaa of the Valley of the Winds" πατάει πάνω στα κλασικά θέματα του Miyazaki, με ένα υπέροχο animation, κλασικούς χαρακτήρες και όμορφο story.  Δείτε την και απολαύστε για ακόμη μια φορά τον μαγευτικό κόσμο του Miyazaki.

Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι η Sea of Decay μοιάζει εκπληκτικά με τον κόσμο από το "Avatar" του Cameron.  Χμμ... Οτι η μουσική είναι υπέροχη και οτι το μεταφορικό μέσο της Nausicaa που το λες και turbo ανεμόπτερο είναι τέλειο!



TRIVIA
  • Η ονομασία Mehve, το όνομα που έχει δώσει η Nausicaa στο μεταφορικό της μέσο, βγαίνει από το "Mowe" που στα γερμανικά σημαίνει "seagull".
  • Η απουσία έντονου χρώματος, έδινε σε πολλούς την εντύπωση πως η Nausicaa ήταν...γυμνή και οτι δε φορούσε καν εσώρουχο κάτω από τη φούστα της!  Αυτό δεν ισχύει αφού φοράει παντελόνι το οποίο τυγχάνει να είναι το ίδιο χρώμα με το δέρμα της (φαίνεται ξεκάθαρα), ενώ αυτό που αποκαλούν φούστα, είναι το κάτω μέρος του πανωφοριού της.
  • Επειδή δεν υπήρχε δυνατότητα προώθησής της, ο Miyazaki σκιτσάρισε και ένα comic προκειμένου να την προωθήσει.
  • O Miyazaki δυσανασχέτησε τόσο πολύ με την κόπια της ταινίας που κυκλοφόρησε international και είχε τόσα πολλά cuts, ώστε έστειλε στο Executive της Disney ένα σπαθί...σαμουράι και ένα σημείωμα που έλεγε: "No cuts".
(Πηγή IMDB)


ΤΟ ΤΑΙΝΙΑΚΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

Alma, by Rodrigo Blaas

Παρασκευή, 11 Μαΐου 2012

The Chaser: Run faster

Γεια σας και πάλι!  Μμμ περιορισμένη κινηματογραφικά και αυτή η εβδομάδα, μιας που οι επιλογές μας κυμαίνονται ανάμεσα στο "Ghost Rider" 2 παρακαλώ, με τον Nicolas Cage και το κορακί περουκίνι του, το ελληνικό "Fish n' Chips" του Κύπριου Ηλία Δημιτρίου, καθώς και το "Haywire" του Soderbergh, ο οποίος έχει δει σίγουρα και καλύτερες μέρες.  Οπότε και σήμερα θα έχουμε κάτι από τα πιο παλιά (μη φανταστείτε πολύ, τέσσερα χρονάκια μόλις πίσω) και μάλιστα εκ Νοτίου Κορέας.  Το "The Chaser" είναι ένα σφιχτοδεμένο θρίλερ, με μπόλικη αγωνία και σκοτεινές ερμηνείες.  Enjoy!


O Joong-ho Eom (Yun-seok Kim) είναι ένας πρώην, βρώμικος ντετέκτιβ ο οποίος αποφάσισε να το γυρίσει στο...νταβατζιλίκι.  Τώρα πια διαθέτει μια ομάδα από νεαρές γυναίκες, τις οποίες στέλνει στους πρόθυμους πελάτες του και έτσι η ζωή "κυλάει όμορφα" για τον ξεπεσμένο μπάτσο.  Όταν όμως τα κορίτσια του, αρχίσουν μυστηριωδώς να εξαφανίζονται, ο Eom θα υποπτευθεί (ίσως οχι και τόσο γρήγορα, μιας που το ντετεκτιβίστικο δαιμόνιό του, φαίνεται να έχει σκουριάσει) πως κάτι περίεργο συμβαίνει.  Σύντομα θα διαπιστώσει πως όλες οι κοπέλες, εξαφανίστηκαν έπειτα από το κάλεσμα ενός συγκεκριμένου πελάτη.  Και το χειρότερο;  Μια ακόμη, η όμορφη Mi-jin Kim (Yeong-hie Seo) βρίσκεται τη στιγμή της συνειδητοποίησης, με αυτόν τον επικίνδυνο και απ'οτι όλα δείχνουν, ψυχοπαθή άνδρα.  Ο Eom θα ξεκινήσει ένα ολόκληρο κυνηγητό προκειμένου να καταφέρει να σώσει από το δουλεμπόριο την Kim, μιας που φαίνεται να πιστεύει πως αυτός ο μυστήριος άντρας, πουλάει τις εκδιδόμενες γυναίκες του.  Η αλήθεια θα είναι πολύ χειρότερη και θα περιλαμβάνει ένα σφυρί, ένα φτυάρι και μπόλικο νωπό χώμα...


Η ταινία αποτελεί τη μια εκ των δυο, του σκηνοθέτη Hong-jin Na ο οποίος μας παρουσίασε πιο πρόσφατα το, εξίσου τρεχάτο, "The Yellow Sea" (2010).
Οχι και πολλά πράγματα στο ενεργητικό δηλαδή αυτού του σκηνοθέτη.  Παρά το γεγονός όμως οτι ο αριθμός των ταινιών του είναι μονοψήφιος, είναι ενδιαφέρον να δει κανείς πόσο άρρηκτα συνδεδεμένες μοιάζουν μεταξύ τους.
Στο Chaser η ιστορία τους περιστρέφεται γύρω από το κυνήγι ενός άντρα, προκειμένου να σώσει μια γυναίκα, ενώ στο Yellow Sea παρακολουθούμε το διαρκές τρέξιμο ενός ακόμη άνδρα, ο οποίος όμως προσπαθεί να σώσει τον εαυτό του, έπειτα από μια δουλειά που πήγε φριχτά στραβά.
Χωρίς να γίνονται κουραστικές (μιας που και οι δυο χτυπούν το δυωράκι), οι ταινίες του Na χαρακτηρίζονται από τη διαρκή πάλη του ανθρώπου, είτε με τον εαυτό του, είτε με τους άλλους, με μια δράση που εκτυλίσσεται κατά κύριο λόγο μέσα σε αστικά, πολυπληθή τοπία, γεγονός που είναι από μόνο του ειρωνικό.  Αν σκεφτεί κανείς οτι κάποιος επιθυμεί να ξεφύγει (από την αστυνομία, των διώκτη του, έναν δολοφόνο κ.λ.π) είναι πράγματι περίεργο πως σκέφτεται καν να το κάνει αυτό, μέσα σε μεγαλουπόλεις τίγκα στον κόσμο, οπού ανά πάσα ο οποιοσδήποτε μπορεί να σε σταματήσει και να σε παραδώσει τσουβαλιαστό στις Αρχές.  Και πάλι εδώ, μάλλον έχουμε λάθος, καθώς ο Na μοιάζει να τονίζει και ένα ακόμη στοιχείο του σύγχρονου, οχι μόνο δυτικού, αλλά και ανατολικού κόσμου: οτι κανείς δε δίνει δεκάρα τσακιστή για κανέναν.  Σε ένα αξιοπρεπές ανθρωποκυνηγητό, άνθρωποι κάνουν στην άκρη για να περάσουν οι εμπλεκόμενοι και παρατηρούν με περιέργεια, χωρίς ποτέ να συμμετέχουν.  Είσαι μόνος, ανάμεσα σε πολλούς και το μόνο που μπορείς να κάνεις, είναι να τρέξεις.


Κάπως έτσι φαίνεται πως σκέφτηκε το πράγμα ο Na και στο "The Chaser", το οποίο αν με βάζατε να διαλέξω ανάμεσα στα δυο, σίγουρα θα σας έλεγα οτι είναι το αγαπημένο μου.
Το μεγαλύτερο μέρος της σκηνοθεσίας γίνεται κατά τη διάρκεια της νύχτας, και μάλιστα αρκετές στιγμές κατά τη διάρκεια της βροχερής νύχτας, πράγμα διόλου τυχαίο, αν σκεφτεί κανείς και το θέμα του αγοραίου έρωτα το οποίο βρίσκεται σε περίοπτη θέση στη ταινία.
Η δράση λαμβάνει χώρα σε στενά σοκάκια, μικρές συνοικίες και υγρούς δρόμους, εντείνοντας ακόμη περισσότερη την αίσθηση ενός κακού που πλανάται πάνω από τα κεφάλια των πρωταγωνιστών.  Και το κακό αυτό είναι ακόμα πιο απειλητικό όταν βλέπεις οτι έχει σάρκα και οστά, και όταν συνειδητοποιείς οτι πρόκειται απλά για ένα τέρας, σταγγισμένο από κάθε όμορφο συναίσθημα και με μια μόνο σκέψη στο μυαλό του: να σκοτώσει.
Ο τύπος που υποδύεται τον κακό, ο Jung-woo Ha είναι εξαιρετικός στον ρόλο του και προσωπικά μου θύμισε πολύ το alter ego του Kevin Spacey στο "Se7en".  Εκεί ο John Doe ήταν ένας αδίστακτος ψυχοπαθής, ο οποίος 'κύρρητε' και προσπαθούσε να δώσει σε όλους εμάς ένα μάθημα, σχετικά με την αδιαφορία μας, απέναντι σε κάθε θανάσιμο αμάρτημα το οποίο προσπερνούσαμε.  Εδώ ο Ha θα μπορούσε εύκολα να πατάει πάνω στα χνάρια του Doe, μιας που στη τελική σκοτώνει πόρνες.  Αν λοιπόν και θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε τη πράξη του αυτή, ως μια μορφή απόδοσης δικαιοσύνης, εντούτοις φαίνεται πως κάτι πολύ πιο...προσωπικό και άρρωστο βρίσκεται μέσα του.  Δε γίνεται να είναι πιο άρρωστο;  Trust me, γίνεται.


Δε θα σας αποκαλύψω τον λόγο για τον οποίο ο νεαρός, πρωταγωνιστής σκοτώνει τις γυναίκες, απλά θα σας πω μόνο, πως ο λόγος αυτός μπορεί να αναζητηθεί σε φροϋδικές αναλύσεις και γιούνγκ-ικες θεωρίες.  Θα τη δείτε και θα καταλάβετε.
Από εκεί και πέρα και οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές είναι πολύ καλοί.  Ο chaser Eom τρέχει χιλιόμετρα ολόκληρα στη ταινία, και σε κάνει να αισθάνεσαι σχεδόν στο πετσί σου την κούραση και την υπερπροσπάθεια του χαρακτήρα του.  Από την άλλη η νεαρή Seo (πρωταγωνίστρια και του "Bedevilled" που είχα ανεβάσει) είναι αυτή που δέχεται το μεγαλύτερο πλήγμα επί της οθόνης, αποτελώντας το άτυχο θύμα και βρισκόμενη εν μέσω αιμάτινων εργαλείων και μιας σοκαριστικής αλήθειας, στη μπροστινή αυλή του δολοφόνου.
Από πλευράς σκηνοθεσίας, η ταινία μοιάζει να περνάει τα δικά της εννοιολογικά μηνύματα, καθώς τόσο η ώρα της ημέρας, όσο και το στήσιμο των πλάνων, φαίνεται πως έχουν να μας πουν πράγματα.  Για παράδειγμα είναι λογικό εμείς ως θεατές, να βρισκόμαστε σε διαρκή ένταση και εγρήγορση κατά τη διάρκεια της νύχτας, οπού και λαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος η ιστορία μας.  Όταν όμως έρχεται το πρωί, βλέπουμε τα πράγματα με άλλο μάτι.  Και τότε, ενώ το φως είναι συνυφασμένο με την αλήθεια, την απουσία του σκοταδιού (duh) και την αίσθηση της προστασίας, ο Na, μας κοπανάει πάλι εκεί που πονάει και δε μπορούμε παρά να αποδεχθούμε οτι το κακό είναι άχρονο, αιώνιο και διαρκές.  Επίσης, σε μια από τις πιο ωραίες σκηνές της ταινίας (βλ. παραπάνω φωτό) οι δυο άνδρες πρωταγωνιστές βρίσκονται αντιμέτωποι, πρόσωπο με πρόσωπο, παραπέμποντας σαφέστατα σε καταστάσεις άγριας Δύσης, ενώ εμφανής είναι και μια έμμεση αναφορά στη σκηνή του "Oldboy" οπού ο πρωταγωνιστής κραδαίνει το κίτρινο σφυρί.


Κλείνοντας θα ήθελα να κάνω και μια ακόμη παρατήρηση, σχετικά με το πως στήνεις αριστοτεχνικά ένα σενάριο και μια σκηνοθεσία.  Αν και φαίνεται πως από πολύ νωρίς η υπόθεση έχει ανοίξει όλα της τα χαρτιά και εσύ αναρωτιέσαι πως στο καλό θα περάσει ακόμα μιάμιση ώρα, έρχονται οι σεναριογράφοι και σου παρουσιάζουν ένα τόσο άρτιο και καλοφτιαγμένο σενάριο, ώστε απλά μένεις εμβρόντητος το πόσο καλά φαίνεται να το χειρίζονται, χωρίς να το τραβάνε από τα μαλλιά, απλά για να τελειώσει η ταινία.  Χωρίς υπερβολές και αίσθηση του 'τι λες ρε φίλε, αυτά δε γίνονται', δημιουργείται ένα τόσο στρωτό και στιβαρό μείγμα, για το οποίο δε γίνεται, παρά να χειροκροτήσεις αυτούς τους ανθρώπους.  Εκεί που στο Hollywood (οχι πάντα, να τα λέμε αυτά) θα έβλεπες οτι πιο εντυπωσιακό και κλισέ, προκειμένου να δικαιολογηθούν οι καταστάσεις, εδώ το πράγμα κυλάει από μόνο του και σε αφήνει με μια πικρή, αληθινή γεύση που είναι αδύνατον να μην εκτιμήσεις.  Ο τρόπος του πως μια απλή ιδέα μπορεί να μεταμορφωθεί σε ένα εξίσου απλό, αλλά δυναμικό σενάριο.  Αν δε την έχετε δει ακόμα, αναζητήστε τη.  Μπορεί να έχει βία και αίμα, αλλά σε δόσεις που αντέχει ο καθένας νομίζω και ειλικρινά το "The Chaser" αξίζει έτσι κι αλλιώς τη προσοχή σας.

Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι όταν 'δε μπορείς' αυτά παθαίνεις, οτι το συγκεκριμένο ενυδρείο έχει ένα πολύ ενδιαφέρον διακοσμητικό και οτι τελικά όλο τα πιτσιρίκια τη πληρώνουν τη δουλειά...



No trivia


ΤΟ ΤΑΙΝΙΑΚΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

Subwars