Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2012

Which is the movie we are looking for?

Σας είπα λοιπόν οτι για κάποιο διάστημα τουλάχιστον θα αφήσουμε στην άκρη τις ψηφοφορίες, καθώς είδα κιόλας οτι δεν τραβούσαν όσο παλιά.  Στη θέση τους λοιπόν αποφάσισα να βάλω το κλασικό παιχνιδάκι με το 'βρες την ταινία'.  Στη προκειμένη περίπτωση σας καλώ να μαντέψετε τη ταινία που ψάχνουμε και την οποία πρόκειται να ανεβάσω τη Δευτέρα.  Ξεκινάμε.



Γνωρίζετε από ποια ταινία είναι; Εσύ ο αναγνώστης που μου πρότεινες να τη δω, μη τη μαρτυρήσεις αμέσως! ; )

Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

Las acacias: A quiet road trip...

Hello again guyz!  Χθες δεν ήμασταν μαζί γιατί είχα κλασικά τρεξιματάκια και δυστυχώς δε πρόλαβα να ανεβάσω ταινιούλα.  Έτσι κι αλλιώς βέβαια σκεφτόμουν να κάνω κάποιες μικροαλλαγούλες στο blog, όπως το οτι μέσα στην εβδομάδα μάλλον θα κάνω ένα mini break προκειμένου να βλέπω νέες ταινίες, και να σας προτείνω, ενώ και οι ψηφοφορίες μάλλον θα αλλάξουν και τη θέση τους θα πάρει ένα άλλο 'παιχνιδάκι', το οποίο θα δείτε τις επόμενες μέρες.  Στα δικά μας σήμερα, είπα να γράψω δυο πραγματάκια για μια ταινία που είδα για το Reel.gr, και που όπως αποδείχθηκε ήταν απρόσμενα καλή.  Το "Las acacias" είναι μια ταινία για σινεφίλ καταστάσεις, οπότε προετοιμαστείτε αναλόγως.  Ξεκινάμε.


Ο Ruben (German de Silva) είναι ένας μοναχικός τύπος, ο οποίος εργάζεται εδώ και κοντά τριάντα χρόνια ως οδηγός μεταφοράς ξυλείας, από το Asuncion της Παραγουάης στο Buenos Aires.  Μυστήριος και λιγομίλητος, ο Ruben δεν είναι ο τυπικός χαρακτήρας με τον οποίο μπορείς να πιάσεις μια φιλική κουβέντα, να πεις ένα χαζό αστείο ή απλά να συνυπάρξεις για όσο το απαιτήσει το μακρύ σου ταξίδι.  Έτσι λοιπόν φαντάζει ολοκληρωτικά περίεργο το γεγονός οτι σε αυτό το ταξίδι του, πρόκειται να τον συνοδεύσει μια γυναίκα, η Jacinta (Hebe Duarte) με την λίγων μηνών κορούλα της, Anahi (Nayra Calle Mamani).  Η σχέση που τους συνδέει είναι στην ουσία μηδαμινή, καθώς η Jacinta αποτελεί απλά την κόρη της καθαρίστριας που έχει αναλάβει το σπίτι του αφεντικού του Ruben.  Σε μια προσπάθειά της να βρει εργασία, προκειμένου να καταφέρει να διασφαλίσει ένα καλύτερο μέλλον για το πιτσιρίκι της, αλλά και για τον εαυτό της (καθότι γίνεται αμέσως εμφανές οτι μεγαλώνει το παιδί μόνη της), δοκιμάζει την τύχη της στο Buenos Aires.  Ο Ruben θα αποτελέσει λοιπόν την καλύτερη ευκαιρία μεταφορικού μέσου, προκειμένου η Jacinta να φτάσει στην πόλη, να συναντήσει τους συγγενείς που την περιμένουν και να κάνει μια νέα αρχή.  Αν και ο πάγος ανάμεσά τους είναι κάτι παραπάνω από εμφανής στην αρχή, στη συνέχεια οι δυο τους θα έρθουν πιο κοντά μέσα από έναν εντελώς απρόσμενο τρόπο: την σιωπή.


Το κινηματογραφικό ντεμπούτο του Αργεντινού σκηνοθέτη Pablo Giorgelli δε θα μπορούσε να είχε ξεκινήσει πιο ιδανικά, καθώς το χαλαρό πέρασμα της ταινίας του από τα διάφορα, κινηματογραφικά φεστιβάλ, απέδωσε τελικά καρπούς όταν κέρδισε στις φετινές Κάννες το βραβείο της Χρυσής Κάμερας (Golden Camera).
Το "Las acacias" είναι μια σιωπηλή ως επί το πλείστον, δραματική ταινία, που στρέφει το αδηφάγο στην προκειμένη περίπτωση βλέμμα του θεατή, κατευθείαν πάνω στο πρωταγωνιστικό ζευγάρι.  Απογυμνωμένοι και οι δυο από οποιαδήποτε φιοριτούρα και φτιασίδι (είναι χαρακτηριστικό πως η Jacinta είναι όσο το δυνατόν περισσότερο φυσική και απλή, χωρίς μακιγιάζ και εντυπωσιακά ρούχα.  Και πως θα μπορούσε άλλωστε;), ενώ ο Ruben σου δίνει την εντύπωση ενός βλοσυρού, άξεστου άνδρα που οτι ήταν να χάσει, το έχει χάσει καιρό τώρα.
Η θέση της κάμερας που επιλέγεται να τοποθετηθεί στο κόκκινο φορτηγό του Ruben, και λειτουργεί ως ο τέταρτος επιβάτης, δεν είναι καθόλου τυχαία φυσικά, αφού συμβάλει τα μέγιστα προκειμένου η παρουσίαση των χαρακτήρων να είναι όσο το δυνατόν περισσότερο ρεαλιστική.  Τα πάντα εξάλλου στην ταινία μαρτυρούν ακριβώς αυτό: την προσπάθεια αναπαράστασης της πραγματικότητας στην πιο καθάρια και λιτή της μορφή.


Σύμφωνα με τον μεγάλο θεωρητικό του κινηματογράφου Andre Bazin, ο στόχος των τεχνών ήταν από πάντα η αναπαράσταση της πραγματικότητας και η προσέγγιση του ρεαλισμού όσο καλύτερα γίνεται.  Η ζωγραφική, η φωτογραφία και στην υπέρτατη μορφή του, ο κινηματογράφος, όλα έχουν ως στόχο να παρουσιάζουν την ίδια την πραγματικότητα όπως την αντιλαμβανόμαστε εμείς γύρω μας.
Έτσι λοιπόν και επειδή ο Giorgelli φαίνεται να έχει πιάσει το νόημα, δημιουργεί μια ταινία που είναι ακριβώς αυτό.
Η αυθεντικότητα και η ειλικρίνεια που αποπνέει αποτελούν το βασικό κορμό πάνω στον οποίο οι ήρωες αφήνονται να εξελιχθούν, κατά τρόπο όμως επίπεδο και  όσο το δυνατόν λιγότερο ομιλητικό.
Οι κουβέντες που ανταλλάσσουν μεταξύ τους είναι περιορισμένες, με την ταινία να κυλάει στο μεγαλύτερο κομμάτι της μέσα σε μια σιωπηλή ατμόσφαιρα, η οποία 'σπάει' μόνο από τους ήχους της φύσης, του δρόμου και το διαρκές τράνταγμα του τεράστιου φορτηγού του Ruben.
Είναι σχεδόν σίγουρο πως όσοι δεν έχουν συνηθίσει έναν τέτοιο κινηματογράφο, θα δυσανασχετήσουν αργά ή γρήγορα με την απουσία ομιλίας για αρκετά, συναπτά λεπτά γι' αυτό και φρόντισα να τονίσω στην αρχή πως η συγκεκριμένη ταινία είναι μόνο για σινεφίλ καταστάσεις.  Είναι επίσης σχεδόν σίγουρο πως όσοι επιλέξουν να τη δουν, θα απολαύσουν ένα φιλμ που θα λειτουργήσει σαν βάλσαμο στην καρδιά τους, ο τρόπος με τον οποίο χτίζεται σταδιακά η σχέση των ανθρώπων αυτών και η ανεπιτήδευτη υποκριτική δεινότητα των πρωταγωνιστών (που θυμίζει σε μεγάλο βαθμό τις αντίστοιχες ερμηνείες στις ταινίες του Ιρανού Abbas Kiarostami) είναι πραγματικά εντυπωσιακή.


Οι παραπάνω φωτογραφίες είναι ενδεικτικές των πλάνων που μπορεί να εντοπίσει κανείς στη ταινία, καθώς η κάμερα βρίσκεται είτε από την πλευρά του Ruben, είτε από αυτή της Jacinta, σε ένα διαρκές cut που εναλλάσσεται ανάμεσα στους δυο τους.  Η αλήθεια είναι οτι η κάμερα δε χρειάζεται να κάνει και πολλά περισσότερα, καθώς η ουσία της ιστορίας είναι η ίδια η ανθρώπινη φύση και πως αυτή αναζητά πάντα τη συντροφικότητα, ακόμα και όταν έχει συνηθίσει στη μοναξιά.
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός οτι το κοινωνικό background και των δυο τους είναι το ίδιο φτωχικό, το ίδιο ταλαιπωρημένο, το ίδιο προδιαγεγραμμένο.  Μια ζωή που έχει δρομολογηθεί πάνω σε μια ατέρμονη ευθεία, που τελικά θα οδηγήσει στον θάνατο.  Μέσα σε ένα τέτοιο ταξίδι ζωής, ένα απλό ταξίδι από την Παραγουάη, στο Buenos Aires, γίνεται μια πρώτης τάξεως ευκαιρία προκειμένου η επαναλαμβανόμενη καθημερινότητα να αποκτήσει ένα νόημα.  Έστω μικρό.  Γιατί και αυτό μπορεί να κάνει τη διαφορά.


Εξίσου ενδεικτικός είναι και ο τίτλος της ταινίας, καθώς μαρτυρά το υποθεσιακό περιεχομένο της, αλλά και της μέχρι τότε τύχης των πρωταγωνιστών.  Ο Ruben θυμίζει ξεριζωμένο δέντρο (ακριβώς όπως αυτά τα οποία μεταφέρει με το όχημά του), γυμνό και γερασμένο, μακριά από την οικογένειά του και το ρίζωμα με το υπόλοιπο δάσος.  Είναι ένας άνδρας ολιγαρκής, που επιδίδεται σε ένα αδιάκοπο road trip, με μοναδικούς φίλους τον δρόμο, το τιμόνι και τις σκέψεις του.  Η λακωνικότητά του είναι χαρακτηριστική και αναστατώνεται δυσάρεστα με οτιδήποτε καινούριο εμφανίζεται στη ζωή του, όπως ακριβώς γίνεται σε πρώτη φάση με την Jacinta.  Όταν μάλιστα η μικρή Anahi βάζει τα κλάματα, τότε γίνεται εμφανές οτι η θορύβηση του Ruben έχει φτάσει στο όριο, σε βαθμό που να σου δημιουργείται έντονη ανησυχία σχετικά με τη τύχη της ταλαίπωρης μητέρας και της αξιαγάπητης μικρούλας.  Και όμως, γίνεται κατανοητό στη πορεία ότι αυτή η αντίδραση προέρχεται από την απουσία ανθρώπινης επαφής στη ζωή του Ruben.
Στη πορεία και όταν ο πάγος έχει πλέον σπάσει, είμαστε σε θέση να μάθουμε μερικά πράγματα για το παρελθόν του οδηγού μας, πράγματα που δικαιολογούν την ολοκληρωτική του αποξένωση από κάθε τι ανθρώπινο.  Η Jacinta είναι αυτή που τον ξεκλειδώνει, και η μικρή Anahi είναι αυτή που ξυπνάει και πάλι το, εδώ και καιρό, κοιμισμένο, πατρικό φίλτρο του Ruben.
Εξαιρετική εντύπωση μου έκανε και η ολοκληρωτική απουσία μουσικής, γεγονός που έφερε και πάλι στο μυαλό μου τον τρόπο με τον οποίο δουλεύει τις ταινίες του ο Kiarostami.  Και πράγματι, η απουσία της εδώ είναι καλύτερη, ακόμα και από την εν δυνάμει ύπαρξη της πιο εξαίσιας μουσικής.
Οι λίγες αλλά ουσιαστικές κουβέντες των ηθοποιών, η κινηματογράφηση μέσα στο διαρκώς κινούμενο φορτηγό, οι αξιοπρεπείς ερμηνείες, το δραματικό, αλλά χωρίς υπερβολικές εξάρσεις περιεχόμενο και η γενικότερη αίσθηση της αποξένωσης (καταλυτικό στοιχείο για το οτι οι δυο τους έρχονται πιο κοντά), κάνουν το "Las acacias" ένα ενδιαφέρον, διαφορετικό road trip.  Ακόμα και η υπόνοια μιας ρατσιστικής βάσης, που προέρχεται από την καταγωγή της Jacinta, δίνουν έναν παραπάνω λόγο προκειμένου οι ήρωες να βρουν ο ένας στον άλλον έναν φίλο.  Και ίσως και κάτι παραπάνω.  Δείτε την.

Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι το SCANIA είναι ανυπέρβλητο, οτι το μωράκι είναι απλά υπέροχο και οτι το τέλος είναι ότι πιο τρυφερό έχω δει τελευταία.



No trivia


TO TΑΙΝΙΑΚΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

Zero, by Christopher Kezelos


Τρίτη, 27 Μαρτίου 2012

The Hunger Games: Not the next Twilight

NEW ARRIVAL

Καλημέρα guyz!  Σήμερα είπα να γράψω δυο λογάκια για την ομολογουμένως, πολύ καλή μεταφορά του "Hunger Games" στη μεγάλη οθόνη.  Έχοντας μια μικρότερη αδελφή, μπορώ και εγώ ενίοτε να παρακολουθώ ταινίες που προκαλούν σούσουρο και οι "Αγώνες Πείνας" έκαναν ακριβώς αυτό από την πρώτη κιόλας στιγμή.  Για να δούμε λοιπόν προς τι όλος αυτός ο χαμός.  "Hunger Games"...


Σε ένα οχι και τόσο μακρινό, δυστοπικό μέλλον η Βόρεια Αμερική έχει καταρρεύσει εξαιτίας λιμών, καταποντισμών και ενός καταστροφικού πολέμου που δεν άφησε τίποτα στο πέρασμά του.  Από τις στάχτες τις παλιάς δύναμης αναδύθηκε μια νέα χώρα, η Panem η οποία απαρτίζεται πλέον από μια υπερ-δύναμη, την Capitol που κόβει και ράβει τις τύχες όλων, καθώς και από 12 Περιοχές (districts).  Ο άκαρδος πρόεδρος της Capitol, Snow (Donald Sutherland) δίνει κάθε χρονιά το έναυσμα για τους Αγώνες Πείνας, μια μάχη ζωής και θανάτου ανάμεσα σε 24 παιδιά (ηλικίας από 12 εώς και 18 ετών), τα οποία επιλέγονται μετά από κλήρωση από καθεμιά από τις 12 Περιοχές.  Ένα αγόρι και ένα κορίτσι, αποτελούν τους άτυχους κλήρους που πρέπει να θυσιαστούν για χάρη των πατεράδων και των μανάδων τους, οι οποίοι είχαν το 'θράσος' να εξεγερθούν παλαιότερα ενάντια στην καταπιεστική και εκφοβιστική Capitol.  Επειδή όμως αυτή η μεγαλόπρεπη πόλη ματαιόδοξων φρικιών δε ξεχνά, ο Πρόεδρος φρόντισε να τιμωρήσει την αντίδραση του απλού λαού, προσφέροντας τον ως άρτο και θέαμα κάθε χρόνο, στον λαό της Capitol.  Τα παιδιά καλούνται να πολεμήσουν μέχρι θανάτου μέσα σε μια κατασκευασμένη αρένα, με στόχο την επικράτηση ενός και μόνο νικητή, την ίδια στιγμή που εκατοντάδες κάμερες θα προσφέρουν το πολυπόθητο θέαμα.  Φαίνεται όμως πως αυτή τη χρονιά οι διοργανωτές υπολόγιζαν χωρίς τον 'ξενοδόχο', καθώς ένα κορίτσι από την περιοχή 12, η Katniss Everdeen (Jennifer Lawrence) πρόκειται να πάει κόντρα σε όλους τους θεσμούς και τα καπρίτσια της Capitol.  Στο πλευρό της θα βρίσκεται και ο Peeta Mellark (Josh Hutcherson) από την ίδια Περιοχή, προσπαθώντας να στρέψει τα φώτα πάνω στην Katniss και να δημιουργήσει και εκείνος τις κατάλληλες προϋποθέσεις προκειμένου όλοι να προσέξουν, να θαυμάσουν και να συγκινηθούν με το 'Φλεγόμενο Κορίτσι'.  Γιατί μόνο τότε έχεις μια καλή ευκαιρία να βγεις ζωντανός από την αρένα: να γίνεις αγαπητός στους πολίτες της Capitol και η Katniss δεν είναι ακριβώς ο τύπος του αξιαγάπητου κοριτσιού...


Είχα την τύχη να ξεκινήσω να διαβάζω την τριλογία των Hunger Games 2-3 χρόνια πρίν και είχα πει θυμάμαι, πως αν δε γίνει ταινία αυτή η ιστορία θα είναι πραγματικά κρίμα.
Το κόλλημά μου με τα βιβλία έγινε κατά τρόπο τελείως τυχαίο, όταν είχα επισκεφθεί αρχικά ένα κατάστημα προκειμένου να αγοράσω-κλασικά-κάνα Stephen King.  Επειδή όμως αυτό που ζητούσα δεν υπήρχε, είπα να τσεκάρω τι άλλο κυκλοφορούσε στα ράφια.  Το μάτι μου έπεσε το πρώτο, μαύρο βιβλίο με τίτλο"Αγώνες Πείνας" και καθότι αγαπώ τις ιστορίες που διαδραματίζονται σε κάποιο ενναλακτικό (και κατά προτίμηση δυστοπικό) μέλλον, αποφάσισα να το αγοράσω.  Ε μέτα διάβασα και τα άλλα δυο, και κατάλαβα οτι μόλις είχα γίνει μάρτυρας μιας καλά κεκαλυμμένης προτροπής για...επανάσταση!
Αν κάτι γίνεται προοδευτικά εμφανές στη τριλογία της Suzanne Collins είναι πως ολόκληρη η ιστορία της βασίζεται στην αιώνια ανάγκη του ανθρώπου για ξεσηκωμό και Επανάσταση ενάντια σε ολοκληρωτικά και τυραννικά καθεστώτα, όπως αυτό του Προέδρου Snow, ο οποίος αποτελεί κλασικό παράδειγμα τυράννου.
Έτσι λοιπόν τα βιβλία της αποτελούν τον καθρέφτη που αναπαριστά την προοδευτικά αυξανόμενη δίψα του καταπιεσμένου και εξαθλιωμένου λαού των Περιοχών, για ελευθερία και αποτίναξη του ζυγού.  Και προφανώς για να γίνει κάτι τέτοιο, ο λαός πρέπει να βρει τον έμπνευσή του σε ένα πρόσωπο, σε ένα άτομο που θα βγει μπροστά, θα αναλάβει τα ηνία και θα προκαλέσει απροκάλυπτα την εξουσία, μέσα στο ίδιο της το σπίτι.  Αυτή δεν είναι άλλη από την Katniis Everdeen της Περιοχής 12.


Ο σκηνοθέτης Gary Ross, γνωστός για τις ταινίες του "Pleasantville" (1998) και "Seabiscuit" (2003) καταφέρνει να πιάσει σε ένα μεγάλο ποσοστό το νόημα των βιβλίων και να αποδώσει όσο καλύτερα μπορεί το περιβάλλον ενός ζοφερού μέλλοντος, στη δυομισάωρη περίπου, ταινία του.  Παρόλα αυτά υπάρχουν δυο σημαντικά φάουλ που δε με άφησαν να απολαύσω τη ταινία στην ολότητά της, αλλά μου 'χτυπούσαν' άσχημα κάθε φορά που τα εντόπιζα.
Αρχικά η αναπαράσταση του περιβάλλοντος της Capitol ξέραμε (τουλάχιστον όσοι έχουμε διαβάσει τα βιβλία) οτι θα ήταν μια δύσκολη αποστολή.  Από τη μια πλευρά μιλάμε για μια καθαρά προοδευμένη τεχνολογικά πόλη, σε τομείς όπως οι μεταφορές, η βιολογία, η νανοτεχνολογία, η γενετική και ένα σωρό άλλες κατηγορίες, στις οποίες η Capitol έχει φτάσει στο ζενίθ.  Σίγουρα η οπτική απόδοση ενός τέτοιου περιβάλλοντος δεν είναι εύκολη, αλλά την ίδια στιγμή μπορεί να αποτελέσει και μεγάλη πρόκληση.  Ενώ λοιπόν στο γενικότερο σύνολο η κινηματογραφική απόδοση εντός τόσο φουτουριστικού τοπίου ήταν καλή, απείχε μίλια προκειμένου να γίνει εξαιρετική.  Το background πολλές φορές έμοιαζε της πλάκας, σαν να παρακολουθείς δουλειά ερασιτέχνη που δε μπορεί να αποδώσει ψηφιακά την απαιτούμενη εικόνα.  Τα δε θηρία και δολοφονικά έντομα που βρίσκονταν στην αρένα ήταν πραγματική ντροπή, καθώς η CGI αισθητική τους τα πρόδιδε από μακριά (και ήθελα τόσο πολύ να μη βρω καμία ομοιότητα με το "Twiligth".  Ευτυχώς που περιορίζονται εδώ).  Για να μη παρεξηγηθώ κιόλας, η κακή χρήση των CGI είναι μερική και σε σημεία, και δεν αποτελεί πρόβλημα για όλη τη ταινία.


Δεύτερη ένσταση και ξεμπερδεύουμε είναι η ενόχληση που μου προκλήθηκε από την υπερβολικά shaky κάμερα του Ross στις στιγμές δράσης της ταινίας και συγκεκριμένα του ανθρωποκυνηγητού μέσα στην αρένα.  Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να μειωθεί αρκετά η δυναμική των σκηνών αυτών, καθώς το μόνο που είχες τη δυνατότητα να δεις, ήταν μια βίαιη μουντζούρα στην οποία δε ξεχώριζες ούτε άτομο, ούτε και τη πορεία της μάχης.  Ίσως το συγκεκριμένο κομμάτι να αποδόθηκε έτσι προκειμένου η ταινία να καταφέρει να διατηρήσει κάποια καταλληλότητα για το νεότερό της κοινό και συνεπώς να μη χάσει χρήμα.  Παρόλα αυτά ήταν πραγματικά κρίμα που δε καταφέραμε να απολαύσουμε στο έπακρο την μάχη σώμα με σώμα των πρωταγωνιστών.
Και αφού τελειώσαμε με τα ενοχλητικά σημεία, να πούμε και δυο καλά.  Καταρχάς η επιλογή της Lawrence για τον ρόλο της Katniss δε θα μπορούσε να ήταν καλύτερη.  Η Lawrence που έκανε το μεγάλο μπαμ με το προπέρσινο "Winter's Bone" (2010) καταφέρνει και διατηρεί ψήγματα του ελαφρώς κατατονικού της χαρακτήρα και εδώ, προκειμένου οι αντιδράσεις της να είναι καθόλα δυναμικές και εμφανώς διαφορετικές, όταν διακυβεύεται η ζωή της, ή η ζωή των φίλων(;) της.
Εξίσου καλό είναι και το υπόλοιπο cast με έναν υπέροχο μπεκρή Woody Harelson στον ρόλο του μέντορα της Katniss και του Peeta, Haymitch, την τρελιάρα Elizabeth Banks στον ρόλο της Effie Trinket που της πάει πολύ, καθώς και έναν...Lenny Kravitz που δίνει το σωστό στίγμα και κάνει τη διαφορά.  Για τον Stanley Τucci δε λέω τίποτα, καθώς αυτός ο άνθρωπος παίζει πάντα σε δικό του ταμπλό, ενώ ευχάριστη έκπληξη αποτελεί και ο Wes Bentley με το υπέροχο μούσι του Seneca Crane, τον οποίο είχα πολύ καιρό να δω σε κάτι καλό, από την εποχή νομίζω του "American Beauty" (1999).


Κι αν τώρα σκέφτεστε μετά από αυτά οτι δεν αξίζει να τη δείτε, μάλλον κάνετε λάθος, καθώς η αλήθεια είναι πως έχει περισσότερες καλές στιγμές από κακές.  Το story παρουσιάζεται με τέτοιο τρόπο ώστε να καταλάβει κανείς τη συμβαίνει, ακόμα κι αν δεν έχει διαβάσει τα βιβλία, οι χαρακτήρες έχουν δομηθεί με προσοχή, η αρένα είναι εντυπωσιακός χώρος μάχης, ενώ και η μουσική επένδυση είναι πρώτης τάξεως.
Στο σύνολό τους οι "Αγώνες Πείνας" είναι μια δραματική ταινία δράσης με επαναστατική βάση, που έχει κι άλλες πτυχές και τις οποίες πρόκειται να ανακαλύψουμε σύντομα στις επόμενες συνέχειές της.

Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι ο Kravitz θέλει μόνο μια γραμμή χρυσού eyeliner για να είναι cool, οτι η ταινία μοιράζεται παρόμοια ιδέα, αλλά δεν έχει καμία σχέση με το γιαπωνέζικο "Battle Royale" (2000) και οτι το γκομενάκι που άφησε στη Περιοχή 12 η Katniss και ονομάζεται Gale είναι α) ο αδελφός του τουμπανο-τύπου που υποδύεται τώρα τελευταία τον Thor και β) ο γκόμενος της Miley Cyrus.  Oh god why?



No trivia 



ΤΟ ΤΑΙΝΙΑΚΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

Vincent, by Tim Burton

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

Les Lyonnais (a.k.a A Gang Story): French crime at its best

Καλημέρα σε όλους και καλή εβδομάδα!  Όπως σας υποσχέθηκα, σήμερα θα ξεκινήσουμε με μια ωραιότατη κινηματογραφική επιλογή την οποία είχα τη τύχη να παρακολουθήσω στο φετινό Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου.  Το "Les Lyonnais" είναι μια δυνατή, γκανγκστερική ταινία, απρόσμενης σκηνοθετικής ομορφιάς και σπουδαίων ερμηνειών, που δε γίνεται να αφήσει κανέναν ασυγκίνητο.  Δείτε την όσο πιο άμεσα μπορείτε και θα καταλάβετε τι εννοώ.  Χωρίς πολλές πολλές καθυστερήσεις, ξεκινάμε λοιπόν.


Ο Edmond Vidal (Gerard Lanvin και Dimitri Storage στην νεότερη ηλικία) γνωστός και ως "Momon" είναι ένας νεαρός τσιγγάνικης καταγωγής, στον οποίο τα πράγματα δεν ήρθαν ποτέ εύκολα, μιας που η ζωή στον καταυλισμό ήταν από πάντα δύσκολη.  Παρόλα αυτά ο Edmond κατάφερε μέσα από μια δύστροπη καθημερινότητα, να δημιουργήσει μια προσωπικότητα που είχε ως βάσεις της, την ειλικρίνεια, την αφοσίωση στην οικογένεια και κυρίως τον σεβασμό και την πίστη απέναντι στον ιερό θεσμό της φιλίας.  Παρέα με τον κολλητό του Serge Suttel (Tcheky Karyo) αλητεύουν και μεγαλώνουν, επισφραγίζοντας τη δυνατή τους φιλία με μια μόνιμη παραμονή στη φυλακή, έπειτα από το κλέψιμο ενός καλαθιού με κεράσια!
Όταν λίγο αργότερα ο Edmond και ο Serge ακολουθήσουν αναπόφευκτα το παραβατικό μονοπάτι της ζωής, θα διαπιστώσουν πόσο γλυκιά είναι η παρανομία και το παραδάκι.  Και ενώ παρέα με μερικά άλλα καλόπαιδα αρχίσουν να πατάνε πόδι, τα 'μεγάλα' αφεντικά δε θα δεχθούν κάτι τέτοιο και σύντομα οδηγούνται σε μια αιματοκιλυσμένη ρήξη.  Με αρχηγό πλέον τον Edmond η παρέα θα δημιουργήσει μια νέα συμμορία, οι ληστείες της οποίας θα μείνουν στην ιστορία.  H μακρόχρονη δράση τους, η οποία είχε ήδη ξεκινήσει από τα τέλη του '60, θα λάβει δραματική τροπή όταν στα μέσα του '70 συλληφθούν και αναγκαστούν να λογοδοτήσουν για τα μπόλικα χρηματικά ποσά που ξεσήκωναν σαν άλλοι γκανγκστερο-Beatles.  Γιατί και η ληστεία θέλει το στυλ της.


Η ταινία θα μπορούσε να σταματάει κάπου εδώ.  Να επικεντρώνεται λίγο και στη τύχη των νεαρών έπειτα από τη σύλληψη, και να τελειώνει εκεί.  Κι όμως, το ενδιαφέρον αυτής της γαλλικής παραγωγής βρίσκεται κάπου αλλού και συγκεκριμένα στο παρόν.
Ο σκηνοθέτης Olivier Marchal μας δίνει μια γεύση του τρόπου με τον οποίο πρόκειται να παρακολουθήσουμε την ταινία, όταν προχωρά σε ένα αδιάκοπο μπρος πίσω, τονίζοντας αφενός το παρελθόν της συμμορίας, και αφετέρου το ηλικιωμένο τους παρόν.
Ο Momon είναι πλέον ένας καλοστεκούμενος εξηντάρης ο οποίος ζει ήσυχα τη ζωή του στο πλευρό της γυναίκας, των παιδιών και των εγγονών του.  Έχοντας αποποιηθεί κατά κάποιον τρόπο την πάλαι ποτέ εγκληματική του ζωή, φροντίζει να κρατάει επαφές με την παλιά συμμορία, εκτός όμως από έναν.  Ο παλιόφιλος ο Serge φαίνεται πως δεν αποχωρίστηκε ποτέ το γκανγκστερικό του κοστουμάκι, και ακόμα και τώρα, εξακολουθεί να βρίσκεται μπλεγμένος με άτομα του υποκόσμου.  Όταν κάποια στιγμή πάρει την απόφαση να εμφανιστεί και πάλι στη ζωή του επί χρόνια κολλητού του Momon, θα κάνει τη ζωή του άνω κάτω και θα βάλει σε κίνδυνο όλα τα προσφιλή του άτομα.  Ο Momon πιστός ακόμα στον κώδικα της φιλίας και όλων των ιδανικών που κάποτε υπηρετούσε, θα προσπαθήσει να ξελασπώσει τον φίλο του, πριν να είναι πολύ αργά για όλους.  Τα πράγματα όμως έχουν πλέον αλλάξει, ο κόσμος έχει προχωρήσει και ο λόγος ενός γκάνγκστερ σήμερα δεν έχει την αξία του τότε.  Και αυτό είναι το χειρότερο απ' όλα...


Το "Les Lyonnais" βασίζεται στο ομώνυμο, αυτοβιογραφικό βιβλίο του Edmond Vidal σχετικά με τη δράση του ίδιου και της παρέας του, κατά τη δεκαετία του ΄70 και λίγο νωρίτερα.
Αυτό ακριβώς το υλικό πήρε στα χέρια του ο Marchal και δημιούργησε ένα καταιγιστικό ταινιάκι προδοσιών, ωμής εγκληματικότητας και στιλιζαρισμένης, γκανγκστερικής βίας που δε θα περίμενε κανείς να μας έρχεται από τη Γαλλία.  Βέβαια αν πάλι το σκεφτούμε καλά, μπορούμε να δούμε οτι η συγκεκριμένη χώρα έχει κατά έναν περίεργο τρόπο παράδοση σε απρόσμενα καλές ταινίες, οι οποίες πολλές φορές μένουν πραγματικά ανεξίτηλες στη συνείδηση του κινηματογραφόφιλου κοινού.  Αν κρίνουμε τουλάχιστον από ταινίες όπως το "Amelie" (2001) ή το ιδιαίτερα σκοτεινό "Delicatessen" (1991).
Όταν τσέκαρα τις ταινίες τις οποίες ήθελα να παρακολουθήσω στο φεστιβάλ, δε μπορούσα καν να φανταστώ πόσο feel good θα ήταν η συγκεκριμένη.  Όταν μάλιστα μετά από μια κουραστική Παρασκευή, σύρθηκα κυριολεκτικά μέχρι το ΙΝΤΕΑΛ προκειμένου να τη δω, ήμουν σχεδόν σίγουρη οτι θα με έπαιρνε ο ύπνος.  Αμ δε.  Δε με άφησαν, ούτε η Γκάϊ Ριτσι-κή της σκηνοθεσία, ούτε οι ωριμότατες ερμηνείες, ούτε και το γενικότερο (οχι ιδιαίτερα πρωτότυπο, αλλά πάντα καλό) story.  Ευτυχώς δηλαδή.


Πάντα μου αρέσει στις ταινίες όταν ο σκηνοθέτης βρίσκει ένα μικρό, ευρηματικό κολπάκι προκειμένου να ενώσει παρελθόν και παρόν με τρόπο καθαρά κινηματογραφικό.  Κάτι τέτοιο μπορεί να συναντήσει κανείς εύκολα και στο "Les Lyonnais", μιας που ο Marchal επιλέγει τον χρωματισμό προκειμένου να κάνει ακόμα εντονότερη τη διαφορά των δυο αυτών, χρονικών περιόδων.  Όπως είναι ξεκάθαρο μπορεί κανείς να το καταλάβει και μόνο από την ηλικιακή διαφορά των πρωταγωνιστών, παρόλα αυτά η επιλογή της πιο 'λαδάτης' και πιο σκληρής χρωματικής παλέτας που επιλέχθηκε για το παρελθόν, έρχεται σε ισχυρό contrast με αυτή του πιο μιουταρισμένου, και σκουρόχρωμου παρόντος.
Παρακολουθόντας την ταινία γεννιέται εύκολα το ερώτημα, του εάν υπάρχει κάποια σκοπιμότητα πίσω από τις δυο, διαφορετικές αναπαραστάσεις.  Κι αλήθεια είναι οτι μπορεί και να υπάρχει.
Όταν η συμμορία βρισκόταν στα πάνω της, τότε που οι ληστείες και η ξέφρενη-για τους περισσότερους-ζωή αποτελούσαν την καθημερινότητά τους, τα πράγματα είχαν μια νεανίζουσα διάσταση, που δε γινόταν να κλονιστεί ούτε καν από την απειλή της σύλληψής τους από την αστυνομία.  Δίνεται η εντύπωση πως τότε, αν και ζούσαν την κόψη του ξυραφιού, το διασκέδαζαν δεόντως.  Ζούσαν έντονα, περνούσαν καλά και απολάμβαναν τη κάθε τους στιγμή.  Αν προσέξει κανείς καλά, φαίνεται πως η εποχή εκείνη είναι σκηνοθετημένη σαν να βρίσκεται τυλιγμένη σε μια ονειρική άχλη, σαν να είναι τα χρώματα επίτηδες καμμένα, προκειμένου να προσδώσουν μια εποχή πεπερασμένη που χάθηκε για πάντα.
Αντιθέτως το γερασμένο παρόν της παρέας αποδίδεται εντελώς ρεαλιστικά, απογυμνωμένο από οποιαδήποτε υπόνοια ονειρικής διάστασης, καθώς πλέον τα πράγματα δεν έχουν καμιά όψη νεανικής τρέλας.  Ίσα ίσα που όλοι τους καλούνται να πάρουν μερικές πολύ σοβαρές αποφάσεις σχετικά με το που τους οδήγησε αυτός ο τρόπος ζωής.  Τότε ήταν όμορφα, ιδανικά, στη σκουρόχρωμη πραγματικότητά τους όμως, πρέπει να δίνουν καθημερινά μάχη με τα υπολείμματα της παλιάς τους ζωής.


Οι σκηνές δράσης είναι απλά εξαιρετικές.  Πραγματικά η ταινία σου δίνει την αίσθηση οτι είναι σκηνοθετημένη από έναν πιο ζοφερά σκεπτόμενο Γκάϊ Ρίτσι καθώς έχει όλα τα χαρακτηριστικά του γνωρίσματα: γρήγορες εναλλαγές πλάνων, γκανγκστερική σκληρότητα (οι εκτελέσεις είναι διαρκείς και πολλές, με αποκορύφωμα την τελευταία που είναι τόσο καλή, που χαρακτηρίζεται άνετα ταραντινίστικη), αργκό διάλογοι, καλοδουλεμένη υπόθεση, υποκοσμική ατμόσφαιρα και στιβαροί χαρακτήρες.
Το "Les Lyonnais" αποτελεί μια πραγματική έκπληξη για την αισθητική του καθενός, καθώς καταφέρνει να είναι την ίδια στιγμή σύγχρονη, αλλά και παλιακή, με εκείνες τις δόσεις της γκανγκστερικής τρέλας όπως την είχαμε συνηθίσει την περίοδο του '90.
Οι ερμηνείες είναι όλες αξιοπρόσεκτες, με το κεντρικό δίδυμο Lanvin/Karyo να ξεχωρίζει, όπως και ο Dimitri Storage που υποδύεται τον νεαρό Momon και είναι προκλητικά αληθινός.
Όσοι αποφασίσετε να την δείτε νομίζω πως δε θα χάσετε, καθώς εάν αναζητάτε μια ταινία με extra συγκίνηση (και οχι δεν εννοώ να μπήξετε να κλάματα), μετρημένη, αλλά μεστή δράση, επιβλητικούς γκάνγκστερ (ακόμα κι αν μιλάνε γαλλικά) και μια κλασική, crime υπόθεση, τότε είναι σίγουρο πως το "Les Lyonnais" είναι για εσάς.  Δείτε την και περιμένω σχόλια : )

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι ο τρόπος του προτελευταίου θανάτου είναι ΄τοσο bad ass όσο δε πάει, οτι ο Momon από νεαρός τσιλιβήθρας, κατέληξε νταβρατισμένος εξηντάρης και οτι τον Karyo κάπου τον έχετε ξαναδεί.



No trivia


ΤΟ ΤΑΙΝΙΑΚΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

The Forest, by David Scharf

Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2012

Apo Deutera...

...επιστρέφουμε καθότι μπόλικο τρέξιμο αυτές τις μέρες, αλλά και καλές επιλογές από το Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου που έχει ξεκινήσει εδώ από τη Τετάρτη 21 Μαρτίου.  Εν αναμονή λοιπόν και να με συγχωράτε για την απουσία αυτών των ημερών, καθώς και την απουσία της κλασικής μας ψηφοφορίας.  Για να σας γλυκάνω λοιπόν λιγάκι, τσακώστε ένα εξαιρετικό, αλλά λίγο σάπιο animation and have a nice weekend!


ΤΟ ΤΑΙΝΙΑΚΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ


The Backwater Gospelby The Animation Workshop

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

Transfer: An aging spirit, seeks a young body...to live forever

Καλημέρα καλημέρα!  Και πραγματικά τι καλή ημέρα!  Επιτέλους δηλαδή, και για να πω την αμαρτία μου με το ζόρι κρατιέμαι μέσα στο σπίτι και δε παίρνω τους δρόμους να πάω βόλτα.  Αλλά ας είναι, θα κάτσω εδώ για να προτείνω μια ακόμη ταινία που ελπίζω να σας αρέσει και να την δείτε σύντομα.  Σήμερα λοιπόν έχουμε μια ακόμη ταινία από το Κινηματογραφικό Φεστιβάλ του Φανταστικού που πραγματοποιήθηκε πριν από μερικές μέρες στην Αθήνα, ομολογουμένως με μεγάλη επιτυχία και μερικές πολύ ενδιαφέρουσες ταινιακές επιλογές.  Μια από αυτές αποτελεί και το γερμανικό "Transfer" που πατάει σε μια πολύ πρωτότυπη βάση προκειμένου να θέσει ερωτήματα ζωής.  Μη ξεχνάτε από σήμερα ξεκινάει και το Κινηματογραφικό Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου, αν και σήμερα δέχεται κοινό μόνο με προσκλήσεις.  Συνεπώς από αύριο ρίξτε του μια ματιά, καθώς και εκεί οι επιλογές είναι πολλές και καλές.  Ξεκινάμε λοιπόν...


Σε ένα οχι και τόσο μακρινό μέλλον, ένας επιστήμονας εφευρίσκει μια μέθοδο με την οποία το πνεύμα, η προσωπικότητα και οι μνήμες ενός ατόμου, έχουν τη δυνατότητα να μεταβιβάζονται σε ένα άλλο, νεότερο και υγιές σώμα, δίνοντας έτσι την ευκαιρία πλέον στους ανθρώπους να ζουν ουσιαστικά αιώνια.  Όπως είναι όμως φυσικό, αυτό το πλεονέκτημα πάνω στη ζωή, θα το έχουν μόνο λίγοι και συγκεκριμένα οι πλούσιοι (no surprise there) οι οποίοι διαθέτουν και το παραδάκι για αυτή την λεπτή και ακριβοθώρητη διαδικασία.  Το πράγμα έχει ακόμα περισσότερο ζουμί παρακάτω, όταν γίνεται εμφανές οτι τα σώματα που επιλέγονται ως 'δοχεία' είναι αυτά νεαρών Αφρικανών, οι οποίοι σε μια προσπάθεια να προσφέρουν μια καλύτερη τύχη στις οικογένειές τους και να τις γλυτώσουν από την πείνα, προσφέρονται εθελοντικά ως βορά στα χέρια των τρελών επιστημόνων και των ματαιόδοξων ραμολιμέντων.  Υπάρχει όμως και μια βασική λεπτομέρεια: κάθε βράδυ οι original 'ένοικοι' του σώματος, έχουν την δυνατότητα να ξυπνούν και να παίρνουν τον έλεγχο του κορμιού τους, για τέσσερις ώρες, την ίδια στιγμή που μέσα στο ίδιο σώμα, το πνεύμα και η προσωπικότητα του 'ενοικιαστή' βρίσκονται σε λήθαργο.  Αυτό το μικρό παραθυράκι όμως μπορεί να δώσει τη δυνατότητα στον δέκτη, να σπάσει τα δεσμά του επιστημονικού αυτού πειράματος στο οποίο είχε συμφωνήσει, και να διεκδικήσει την πραγματική του ελευθερία.  Με ποιο τίμημα όμως;


Ο Κροάτης σκηνοθέτης Damir Lukacevic (μμμ ενδιαφέρον το γεγονός οτι και στη προηγούμενη ταινία που είχα ανεβάσει στο blog, ο σκηνοθέτης ήταν από την Κροατία) δημιουργεί ένα ηθογραφικό δράμα, επιστημονικής φαντασίας που προκαλεί με την πρωτοτυπία του και την διορατικότητά του.
Χωρίς να μετράει κάποια μεγάλη καριέρα (ούτε και στη χώρα του πια, τη Γερμανία) ο Lukacevic καταφέρνει να δημιουργήσει ένα ενδιαφέρον κομμάτι φαντασίας, με ελάχιστα μέσα και σε σημεία, φουτουριστική σκηνοθεσία, που στην τελική δεν έχει και τίποτα να ζηλέψει από αντίστοιχες μεγάλες, χολιγουντιανές παραγωγές.
Το "Transfer" μετράει και ένα μικρό, αλλά υπαρκτό πέρασμα από τα κινηματογραφικά φεστιβάλ (όπως δηλαδή γίνεται συνήθως με αυτού του είδους τις ταινίες) που καταπιάνονται με το θέμα του φανταστικού, κερδίζοντας διακρίσεις και προκαλώντας ευχάριστη έκπληξη στο κοινό.
Το μόνο αρνητικό που θα μπορούσα να βρω στη συγκεκριμένη ταινία, είναι οι λίγο ξύλινες ερμηνείες του έγχρωμου, πρωταγωνιστικού διδύμου και κυρίως του άντρα, που κάποιες φορές μοιάζει λες και είναι πραγματικά στον κόσμο του.  Αν κρίνει μάλιστα κανείς και τον πρωταγωνιστικό του ρόλο στην τραγική παρωδία βρικολάκων, "Vampires Suck" (2010), καταλαβαίνει οτι αυτό που είπα παραπάνω, ίσως και να μην απέχει τελικά και τόσο από την πραγματικότητα.  Τώρα το πως πάει κανείς από μια ταινία όπως το "Transfer" στο "Vampire Suck" θα σας γελάσω.  Ή μάλλον οχι.  Ξέρουμε πως.  If you know what i mean.


Το γεγονός παρόλα αυτά της ανεπαρκούς ερμηνείας του BJ. Britt, δεν δημιουργεί κανένα πρόβλημα στις προθέσεις του σκηνοθέτη και την εξαιρετικά δοσμένη ατμόσφαιρα ενός κόσμου που αλλάζει επικίνδυνα, οδεύοντας προς μια αρρωστημένη πραγματικότητα.
Στο "Transfer" μπορεί κανείς να εντοπίσει ψήγματα γνωστών, sci-fi ταινιών όπως το εξαιρετικό "Gattaca" (1997) ή το μπλοκμπαστερικό "The Island" (2005).  Παρόλα αυτά ακόμα και τότε γίνεται κατανοητό οτι ο Lukacevic επιθυμεί να επικεντρωθεί στο ψυχολογικό κομμάτι της ταινίας, και στον τρόπο με τον οποίο τόσο το ηλικιωμένο ζευγάρι των Γερμανών, όσο και αυτό των Αφρικανών, βιώνουν αυτή τη νέα, ιδιαίτερη καθημερινότητά τους.
Αν και η ταινία δε στερείται στιγμών δράσης, αγωνίας και ανατροπών, εντούτοις αν μπορούσαμε να την κατατάξουμε κάπου, μάλλον θα ήταν περισσότερο στη κατηγορία των σκεπτόμενων sci-fi και οχι σε αυτή που προκαλεί τον αμφιβληστροειδή σου με παντός φύσεως gadgets, εντυπωσιακά εφέ και στοιχειώδεις υποθέσεις.
Ο Lukacevic δημιουργεί ένα επιστημονικό θρίλερ στο οποίο οι πρωταγωνιστές έρχονται σε σύγκρουση με τα ίδια τους τα σώματα, επειδή στην ουσία 'αυτά', δεν είναι πλέον δικά τους.  Είναι χαρακτηριστικό πως καθ'όλη τη διάρκεια της ταινίας, η προσωπικότητα του Γερμανού Hermann έρχεται σε διαρκή σύγκρουση με αυτή του νεαρού Apolain, και όλα αυτά μέσα στο σώμα του Apolain!  Ακόμα και όταν είναι εμφανές οτι οι συνειδήσεις είναι διαφορετικές, αλλά το σώμα το ίδιο, οι δυο ξεχωριστές προσωπικότητες δε σταματούν να διεκδικούν έδαφος σε ένα σώμα το οποίο εκ των πραγμάτων πλέον οφείλουν να μοιράζονται.  Και αυτό είναι από μόνο του αρκετά freaky.


Αν και ο σκηνοθέτης θα μπορούσε με μεγάλη επιτυχία να παρουσιάσει το φαινόμενο μιας πολυσχιδούς, σχιζοφρενικής προσωπικότητας (έτσι κι αλλιώς αυτό δε κάνει ένα άρρωστο μυαλό; δεν τα βάζει με τις πολλαπλές προσωπικότητες που κρύβει μέσα του;), παρόλα αυτά επιλέγει με τον ίδιο τρόπο να θέσει ζητήματα ηθικής.  Μέχρι που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος προκειμένου να πετύχει την αθανασία;  Και αν όντως τα καταφέρει, αυτό θα βασίζεται πάνω σε ηθικούς κανόνες ή σε μια σάπια, ανήθικη βάση;
Σύμφωνα με την ταινία, μάλλον ισχύει το δεύτερο.  Μπορεί το ζευγάρι των ηλικιωμένων να αντιμετωπίζει αρχικά κάποιους ενδοιασμούς σχετικά με το εάν πρέπει να προβεί σε αυτή την διαδικασία 'μεταφοράς', σύντομα όμως ο προβληματισμός τους κάμπτεται, όταν το γηραιό έτερον ήμισυ, η Anna καταρρεύσει και ο γιατρός της δώσει μόνο λίγο καιρό ζωής.  Ο Hermann απελπισμένος και μόνο στην ιδέα οτι θα μείνει χωρίς την πεταλούδα του (όπως την λέει διαρκώς στη ταινία) δε θα το σκεφτεί άλλο και θα δώσει το πράσινο φως προκειμένου να ξεκινήσει η διαδικασία.  Ακόμα και τότε όμως, ακόμα και όταν η αρρώστια κατατρώει ένα ανθρώπινο σώμα, έχουμε το δικαίωμα να σκλαβώσουμε ένα άλλο ανθρώπινο ον, μόνο για να μπορέσουμε να συνεχίσουμε να ζούμε;  Να ζούμε μάλιστα με διαφορετικό πρόσωπο και κορμί, διαφορετική φωνή και αίσθηση;  Μάλλον οχι γιατί ο άνθρωπος είναι απρόβλεπτο ον και ποτέ δε ξέρεις πότε και πως θα διεκδικήσει τη ζωή του πίσω.  Όπως εδώ.


Αν θα έπρεπε να επιλέξω το θέμα το οποίο παίζει πιο ξεκάθαρα στη ταινία (εκτός δηλαδή από την ολοένα και πιο λαίμαργη φύση του ανθρώπου) αυτό θα ήταν ο ρατσισμός.  Σήμερα που είναι και η παγκόσμια μέρα κατά του ρατσισμού, η επιλογή μου έπεσε γάντι.  Είναι εμφανές πως το γεγονός οτι τα σώματα που δέχονται την προσωπικότητα και τις εμπειρίες των πλούσιων ηλικιωμένων, είναι έγχρωμα, δεν είναι τυχαίο.
Όλοι γνωρίζουμε οτι η Γερμανία έχει γράψει μια φριχτά μελανή σελίδα στη Ιστορία, χάρη στις επεκτατικές βλέψεις, τον ρατσισμό και την αριομανεία του Χίτλερ.  Έτσι λοιπόν είναι μόνο ταιριαστό που από τη μια πλευρά οι σύγχρονοι Γερμανοί φαίνεται πως εκφράζουν κοινωνικά κατακάθια του παρελθόντος (ακόμα και ασυνείδητα), επιλέγοντας να 'σκλαβώσουν' ένα ζευγάρι μαύρων, ή ένα ζευγάρι εξ Ανατολής.
Προσωπικά βρήκα πολύ έξυπνο τον τρόπο με τον οποίο έθεσε ένα τόσο καίριο και πάντα-δυστυχώς-επίκαιρο θέμα ο σκηνοθέτης, συνδυάζοντάς το ιδανικά και τοποθετώντας το στα πλαίσια μιας ταινίας επιστημονικής φαντασίας.
Εκτός από την υπόθεσή της, το φιλμάκι ενισχύεται ακόμα περισσότερο από τον μικρό, αλλά θαυματουργό ρόλο της ψυχρής ξανθιάς, υπεύθυνης για τα διαδικαστικά της μεταφοράς.  Μια ψυχρή σκύλα χωρίς αισθήματα, τα οποία έτσι κι αλλιώς είναι περιττά σε αυτή τη δουλειά, τόσο ψυχρή, όσο και το αποστειρωμένο, λευκό περιβάλλον μέσα στο οποίο εργάζεται.
Η σκηνοθεσία της ταινίας έχει καταφέρει να περιορίζεται σε ελάχιστους χώρους, αλλά να δημιουργεί μια πληθώρα εικόνων και αισθήσεων, χωρίς παράλληλα να χρησιμοποιεί εντυπωσιακά εφέ.  Και αυτή είναι κιόλας η μαγκιά του σκηνοθέτη.  Το γεγονός οτι καταφέρνει να κρατήσει το ενδιαφέρον σου σε ένα υψηλό επίπεδο, ακόμα και αν η υπόθεση σου έχει στην ουσία αποκαλυφθεί νωρίς.  Ο ψυχολογικός αντίκτυπος είναι τέτοιος και οι αντιδράσεις των τεσσάρων πρωταγωνιστών (δυο Γερμανοί-δυο Αφρικανοί) φτάνουν ένα βήμα πριν από την κατάρρευση.
Αν καταφέρετε να βρείτε το "Transfer" εκεί έξω, δώστε του μια ευκαιρία, καθώς είναι πολύ πιθανό να σας εντυπωσιάσει χάρη στη μίνιμαλ σκηνοθεσία και το εξαιρετικά δυσοίωνο μέλλον που παρουσιάζει.  Try it.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι η μουσική που συνοδεύει τη ταινία είναι απόλυτα ταιριαστή και σε στιγμές ανατριχιαστική οτι ο Hermann θα είδε επιτέλους χαρά στα σκέλια του και οτι η Anna θα είδε....δε μπορώ καν να φανταστώ τι!



No trivia



ΤΟ ΤΑΙΝΙΑΚΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ


Kara, by Quantic Dream

Τρίτη, 20 Μαρτίου 2012

Akira: Neo-Tokyo is burning...

Χαιρετώ και πάλι!  Τι κάνουμε;  Ήθελα να κάνω μια ερώτηση επί τη ευκαιρία, που είναι σχετική με τα post του Blog και συγκεκριμένα την εμφάνισή τους στο Facebook.  Δε ξέρω τι ακριβώς συμβαίνει, αλλά εδώ και κάνα δυο βδομάδες, όποτε προσπαθώ να κάνω copy-paste το την http διεύθυνση του post στο fb, αυτό βγαίνει χωρίς τίτλο και εικόνα, δείχνοντας στην ουσία μόνο την http διεύθυνση.  Δε ξέρω τι συμβαίνει, ούτε πως θα μπορούσα να αναζητήσω το πρόβλημα, οπότε είπα να δοκιμάσω την τύχη μου και εδώ, ώστε αν κάποιος ξέρει, να με ενημερώσει παρακαλώ!  Φεύγουμε λοιπόν από τα τεχνικά και περνάμε στην ταινία της ημέρας, η οποία αποτελεί ένα γιαπωνέζικο animation του 1988.  Το "Akira" το είδα μόλις πρόσφατα και ομολογώ οτι '...it blew me away'.  Για να σας προλάβω, το manga δε το έχω διαβάσει, δε ξέρω πόσο απέχει από την ταινία, ή ποιες μπορεί να είναι οι υποθεσιακές του ελλείψεις, οπότε θα μιλήσω απλά για το "Akira" ως οπτικοακουστική αίσθηση και τα συναφή.  Για να δούμε...


Η post-apocalyptic 'Neo-Tokyo' μεγαλούπολη βρίσκεται χτισμένη κοντά στα απομεινάρια της παλιάς πόλης η οποία καταστράφηκε κατά την διάρκεια του Γ' Παγκόσμιου Πόλεμου από πυρηνική επίθεση, τριάντα χρόνια πριν.  Εκεί μια ομάδα punk, νεαρών μηχανόβιων, κονταροχτυπιέται με μια συμμορία που αυτοαποκαλείται "Clowns".  Οι κόντρες συμμοριών, αποτελούν απλά ένα καθημερινό φαινόμενο σε μια δυστοπική πραγματικότητα, οπού η εγκληματικότητα, η εγκατάλειψη, ο φόβος και ο θάνατος συνθέτουν το τοπίο μιας Μητρόπολης που παραπέει.  Όταν η παρέα του Kaneda βρεθεί στο λάθος μέρος, τη λάθος στιγμή, όλα θα πάνε κατά διαόλου, καθώς θα βρεθούν μπλεγμένοι σε μια περίεργη υπόθεση που περιλαμβάνει υψηλά στελέχη της κυβέρνησης, το στρατό και μια μυστήρια ομάδα από μικρά, πρασινογάλαζα πιτσιρίκια.  Τα πράγματα θα αρχίσουν να ξεκαθαρίζουν όταν ο φίλος του Kaneda, Tetsuo συλληφθεί από τους κυβερνητικούς, μόνο για να ενταχθεί σε ένα μυστικό πρόγραμμα, εγκεφαλικών πειραμάτων, προκειμένου οι τηλεκινητικές του δυνάμεις να χρησιμοποιηθούν αναλόγως.  Όπως είναι αναμενόμενο, οι δυνάμεις του αγγίζουν ένα ολέθριο peak καταστροφικότητας και ο Tetsuo μεθυσμένος από τις ικανότητές του θα προσπαθήσει να καταστρέψει την πόλη, αναζητώντας την υπέρτατη μάχη στο πρόσωπο του θρυλικού Akira, μιας ενεργειακής δύναμης, καλά κρυμμένης εδώ και τριάντα χρόνια (τυχαίο; δε νομίζω).  Ο Tetsuo θέλει να γίνει ο αδιαφιλονίκητος κυρίαρχος, και κανείς δε φαίνεται να είναι σε θέση να τον σταματήσει.  Κανείς ίσως, εκτός από τον παλιόφιλο Kaneda με την κατακόκκινη, cyberpunk μηχανή του, που τόσο πολύ ζήλευε ο Tetsuo.  Κάποτε...


Το "Akira" αποτέλεσε το μεγαλόπνοο έργο του Katsuhiro Otomo, ο οποίος αφού έγραψε τις κοντά 2.000(!!) σελίδες του manga, αποφάσισε να μεταφέρει και στη μεγάλη οθόνη αυτή την cyberpank ιστορία, με το εντυπωσιακό, animation στήσιμο, τους άκρως ενδιαφέροντες χαρακτήρες και μια υπόθεση που δεν απέχει και πολύ από το ίδιο, το ιστορικό bakcground της Ιαπωνίας.
Ο Otomo λοιπόν ανέλαβε και την σκηνοθεσία του συγκεκριμένου εγχειρήματος, και αν κρίνουμε από το cult status που έχει αποκτήσει ανα τα χρόνια η ταινία, μάλλον το αποτέλεσμα ήταν τελικά υπεράνω προσδοκιών.  Και βέβαια είναι κάτι που δεν έγινε τυχαία.
Αν θα μπορούσαμε να μιλάμε για μια ταινία, ένα animation το οποίο κατάφερε και έστρεψε το βλέμμα της Δύσης, σε αυτή την κατηγορία των ασιατικών δημιουργημάτων, τότε αναμφίβολα αυτό ήταν το "Akira".
Mέχρι τότε στην Ασία το κοινό που παρακολουθούσε φανατικά τα λεγόμενα anime είχε αρχίσει να αναγνωρίζει τη μορφή και το είδος του animation, μέσα από το "Akira".  Για τους δυτικούς όμως, αυτό αποτέλεσε ένα πραγματικό φαινόμενο, ένα δημιούργημα που τους έπιασε τελείως 'στον ύπνο'.  Όπως ήταν φυσικό, η ταινία αποτελούσε κάτι ολοκληρωτικά καινούριο για αυτούς, απέχοντας παρασάγγας από οτιδήποτε είχαν κατασκευάσει και δει οι ίδιοι, μέχρι τότε.  Το γεγονός οτι η λαβυρινθώδης υπόθεσή και το βιομηχανοποιημένο του σκηνικό ήταν δυσνόητο για όσους δεν ήταν εξοικειωμένοι με τα manga, δεν φάνηκε να έχει και τόση σημασία. Αυτό που εν τέλει συγκλόνισε τους θεατές και άφησε ανεξίτηλο το σημάδι του, ήταν η τεράστια χρωματική παλέτα που χρησιμοποιήθηκε, προκειμένου να απεικονιστεί το αφενός σκοτεινό και αφετέρου πολυσχιδές πρόσωπο της Μητρόπολης.


Η ταινία είναι στην κυριολεξία ένα οπτικοακουστικό υπερθέαμα, από αυτά που πολύ φυσικά μπορείς να περιμένεις από τους ασιάτες φίλους μας.
Το γεγονός πως στον πυρήνα της ιστορίας βρίσκεται η ολοκληρωτική καταστροφή του Τόκιο από πυρηνική επίθεση, μόνο τυχαία δεν μπορεί να είναι, αλλά ίσα ίσα που θα μπορούσε να αποτελεί και ένα από τα 'καλύτερα' κομμάτια τραγικής ειρωνείας που έχουμε δει σε film.  Για εμένα τουλάχιστον έτσι είναι, και γίνεται ακόμα καλύτερο από το γεγονός πως τελικά οι άνθρωποι δεν βάζουν μυαλό, και μπορούν πολύ εύκολα να υποπέσουν σε λάθη του παρελθόντος, ξανά και ξανά.
Ο Tetsuo εξάλλου αποτελεί αυτό ακριβώς: προσωποποιεί την άσβεστη δίψα του ανθρώπου για δύναμη, την οποία ως επί το πλείστον χρησιμοποιεί προκειμένου να ικανοποιήσει τη δική του καταστροφική μανία.  Και ενώ η πόλη βάλλεται από την ανεξέλεγκτη δύναμη του νεαρού, καταστρέφοντας, σκοτώνοντας και εκμηδενίζοντας οτιδήποτε σταθεί μπροστά του σαν εμπόδιο, βρίσκεται κάποιος που αποφασίζει να ορθώσει ανάστημα και να τον σταματήσει.  Και οποία τραγική έκπληξης και πάλι, αυτός είναι ο πάλαι ποτέ κολλητός του, Kaneda.
Εάν συνεπώς κάποιος, απογυμνώσει το "Akira" από κάθε ανιματζίδικη υπόσταση, βρίσκεται αντιμέτωπος με την ιστορία της ανθρωπότητας από την αρχή της ύπαρξής της: βία, διεκδίκηση δύναμης, κυριαρχία, επικράτηση ενός έναντι πολλών, καταστροφή, πόλεμοι, φτώχεια και άλλα τόσα.  Άρα το εντυπωσιακό αποτέλεσμα του Otomo, δεν έχει αποκτήσει την διάσταση αυτή εξαιτίας κυρίως της υπόθεσής του (καθώς κακά τα ψέματα οι αναφορές στα κακώς κείμενα των ανθρώπων βρίσκονται παντού), αλλά κυρίως για τον τρόπο με τον οποίο έχει αποδοθεί.  Και αυτός είναι τόσο συνταρακτικός και απρόσμενα γοητευτικός, που απλά σε υποτάσσει.


Και εκεί που λες πως η θηριώδης σύλληψη του Otomo δε θα μπορούσε να είναι καλύτερη, πως το αστικό περιβάλλον του Neo-Tokyo αποτελεί το ιδανικό αμάλγαμα industrial αισθητικής και φουτουριστικής ατμόσφαιρας, και πως το story είναι ένοχα feel good (μιλάμε σήμερα το αγγλικό πάει σύννεφο!), έρχεται η αίσθηση οτι το "Akira" κάτι σου θυμίζει και τότε όλο αυτό γίνεται ακόμα καλύτερο.  Γιατί πίστεψε με, κάτι στου θυμίζει...
...και πιο συγκεκριμένα η επίδραση που δέχθηκε η ταινία είναι από μερικές ακόμα, σπουδαίες ταινίες, τόσο σπουδαίες που εύκολα μπαίνουν στην λίστα με τις καλύτερες ταινίες ever.  Από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η επίδραση του "2001: A Space Odyssey" (1968) του μεγάλου Kubrick η οποία είναι εμφανής σε όλη τη διαστημική/υπαρξιστική/φιλοσοφική της διάσταση, κυρίως στο τέλος του "Akira" όταν SPOILER!!!! το ταξίδι του Tetsuo ομοιάζει σε εκπληκτικό βαθμό με την αντίστοιχη, αστρική αναγέννηση στην τελευταία σεκάνς του "2001...".  Ειδικά δε το τέλος του animation με τον Tetsuo να έχει αναγεννηθεί σε μια ύπαρξη, διαβολικής υπόστασης, αν κρίνουμε από την απειλητική φράση του"I am Tetsuo", αποτελεί την εκ διαμέτρου αντίθετη εικόνα του αγγελικού εμβρύου στη ταινία του Kubrick το οποίο γίνεται ένα ψυχή τε, σώματι και πνεύματι με τη γαλάζια Γη.



Εξίσου εντυπωσιακές είναι και οι ομοιότητες με το νεο-noir film του Ridley Scott, "Blade Runner".  Η εντυπωσιακή Μητρόπολη αποδίδεται με παρόμοιους χρωματικούς τόνους, νέον φώτα που αναβοσβήνουν διαρκώς, μια αίσθηση εγκαταλειμμένου μεγαλείου και σκουριασμένων κτιρίων.  Το γεγονός οτι και οι δυο ταινίες λαμβάνουν χώρα στο μακρινό (σε εμάς οχι και τόσο πια) 2019 είναι απλά ενδεικτικό, καθώς ακόμα και όσον αφορά την απεικόνιση της κοινωνίας τα οπτικά δάνεια του "Αkira" από τον "Blade Runner" είναι κατανοητά από την πρώτη στιγμή.  Ανήλικοι εγκληματίες, κυβερνητικός έλεγχος, κοινωνικός αναβρασμός και αβεβαιότητα για το μέλλον, είναι μόνο μερικά από τα χαρακτηριστικά στοιχεία των ταινιών.
Η διαφοροποίηση των κοινωνικών στρωμάτων παρουσιάζεται με επαρκή τρόπο στο "Akira", καθώς απέναντι στους βρώμικους υπονόμους. τα σκοτεινά σοκάκια και τα κακόφημα μπαρ, αντιπαρατίθενται οι φωταγωγημένοι ουρανοξύστες, οι τεράστιοι προβολείς και και οι high tech εγκαταστάσεις του κυβερνητικού προγράμματος πειραμάτων.
Όπως μπορεί να καταλάβει εύκολα κάποιος, τα δάνεια δε σταματούν εδώ, καθώς τόσο η cyberpunk αισθητική, όσο και η στιλιζαρισμένη παράνοια του Cronenberg, ενυπάρχουν σε δόσεις σε αυτό το βιομηχανικό, animation διαμάντι.


Το "Akira" αποτέλεσε ένα από τα τελευταία pre-CG animation, βασισμένο στον παραδοσιακό hand-drawn τρόπο, όταν δηλαδή ακόμα το κάθε κάδρο ξεχωριστά ζωγραφιζόταν στο χέρι.
Είναι γνωστό οτι οι Ιάπωνες και βασικά γενικότερα οι ασιάτες, καταφέρνουν με έναν μοναδικό τρόπο να συνδυάζουν ετερόκλητα στοιχεία στις ταινίες τους, που πολλές φορές προκαλούν σοκ ή και αηδία.  Θυμηθείτε ταινίες όπως το "The Fly" (1986) ή το περίεργο "Tetsuo: The Iron Man" (1989) οπού οι ήρωες μετατρέπονταν σε περίεργα μηχανικά όντα, με την ανθρώπινη σάρκα τους να έχει υποστεί φριχτές μεταλλάξεις, και θα ανακαλύψετε οτι τέτοια στοιχεία υπάρχουν και στο "Akira".  Προσωπικά δε θεωρώ καθόλου τυχαίο το γεγονός, πως η ταινία "Τetsuo" πήρε αυτό το όνομα, καθώς ο ήρωας του "Akira" φέρει εντυπωσιακές ομοιότητες με τον εφιαλτικά σιδερένιο άνθρωπο της ομώνυμης ταινίας.
Όσοι δεν έχετε δει ακόμα το "Akira" θα έλεγα να το τολμήσετε.  Μπορεί να διαρκεί δυο ώρες, και να κουράσει ίσως λίγο, αλλά όσοι αρέσκονται στην ασιατική κουλτούρα, σίγουρα θα εντυπωσιαστούν, καθώς η πληθώρα των χαρακτηριστικών που μπορεί να συναντήσει κανείς είναι πραγματικά τρομερή.  Ένα animation αριστούργημα που όλοι οι fan πρέπει να δουν.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι η μηχανή του Kaneda είναι cool, οτι ο Tetsuo είναι κλασικό παράδειγμα παιδιού με ψυχολογικά προβλήματα και οτι ο Akira αποτελεί τελικά την μεγαλύτερη έκπληξη.



No trivia














ΤΟ ΤΑΙΝΙΑΚΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

RUIN, by Odball Animation


RUIN from OddBall Animation on Vimeo.

Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2012

Charlie and the Chocolate Factory: When the dreams come true

Γεια σας γεια σας και καλή εβδομάδα!  Επιστρέψαμε και πάλι για κριτικούλα, μιας που την περασμένη εβδομάδα σταματήσαμε στην Τετάρτη, λόγο ανειλημμένων υποχρεώσεων, να με συγχωράτε!  Αυτό το σαββατοκύριακο λοιπόν είχαμε την ψηφοφορία σχετικά με τα αγαπημένα σας, remake ταινιών και ομολογώ οτι το αποτέλεσμα με εξέπληξε.  Καταρχάς η πρώτη θέση πήγε στους 12 Πίθηκους (και καλά έκανε βασικά) με 12 ψήφους.  Αν δεν ξέρετε από που έχει δανειστεί τις ιδέες της η ταινία του Terry Gilliam, μάθετε οτι βασίζεται σε μια μικρή ταινία του Γάλλου Chris Marker, "La Jetee" η οποία αποτελεί στην ουσία μια ομάδα φωτογραφιών οι οποίες συνθέτουν μια ταινία με ένα παράλληλο voice over να τρέχει από πίσω.  Η ιστορία πραγματεύεται μια ολίγον υπαρξιακή, ολίγον sci-fi κατάσταση και το απρόσμενο αποτέλεσμα ενός άνδρα ο οποίος γίνεται μάρτυρας του δικού του θανάτου!  Το ταινιάκι μπλέκει χωροχρονικές καταστάσεις και 'σκουληκότρυπες' (wormholes) δημιουργώντας ένα ασπρόμαυρο, ιντριγκαδόρικο, μισάωρο διαμαντάκι που έχει μεγάλο ενδιαφέρον.  Περνάμε στη δεύτερη θέση, οπού συναντάμε το "Charlie and the Chocolate Factory" του Tim Burton με 9 ψήφους, μια ταινία που δεν έχει δει ο καθένας μας ούτε δέκα φορές, ενώ στη τρίτη θέση έμεινε ο "Scarface" με 8 ψήφους και τον 'Little friend' του.  Σας ευχαριστώ και πάλι όλους για τη συμμετοχή σας, και ξεκινάμε την κριτική μας.


Σε έναν μπαρτονικά δοσμένο κόσμο, ένα φτωχό, νεαρό αγόρι ο Charlie (Freddie Highmore) έχει ένα μοναδικό όνειρο: να καταφέρει να κερδίσει το χρυσό εισιτήριο που θα τον στείλει κατευθείαν για μια πρώτης τάξεως ξενάγηση στο μεγαλύτερο και πιο φαντασμαγορικό εργοστάσιο σοκολάτας που υπάρχει στον κόσμο.  Υπάρχει όμως και ένα βασικό πρόβλημα.  Ο Charlie μπορεί να γεύεται μονάχα μια σοκολάτα κάθε χρόνο και αυτή στα γενέλθιά του, καθώς οι γονείς του έχουν ξεπεράσει τα όρια της φτώχειας προ πολλού.  Είναι μάλιστα αναγκασμένοι να ζούν σε μια ετοιμόρροπη παράγκα μαζί με τους τέσσερις παππούδες του, που κοιμούνται στο ίδιο κρεβάτι!  Βλέποντας σιγά σιγά τα χρυσά εισιτήρια να εξαντλούνται ανά τον κόσμο, καθώς οι άνθρωποι βρίσκονται σε σοκολατένιο παροξυσμό προκειμένου να τα βρουν στο περιτύλιγμα μιας γάλακτος ή μιας νουγκά, ο Charlie αρχίζει να χάνει τις ελπίδες του.  Όταν τελικά ούτε το γενέθλιο δώρο του, του δώσει το εισιτήριο, τότε θα εγκαταλείψει οριστικά την ιδέα του να εξερευνήσει το εσωτερικού του αχανούς εργοστασίου που δεσπόζει μουντό στην άκρη του γειτονικού δρόμου.  Η τύχη όμως δε τον έχει ξεχάσει, αλλά θα του χαμογελάσει όταν καταφέρει να βρει ένα χαρτονόμισμα στο δρόμο, να αγοράσει μια σοκολάτα και-οποία έκπληξις!- να βρει το πολυπόθητο, τελευταίο 'golden ticket'.  Από εκεί και πέρα ένα ονειρικό ταξίδι στην πιο τρελή φαντασία κάθε παιδιού πρόκειται να ξεκινήσει.  Καπετάνιος θα είναι ο ιδιόρρυθμος και μοναχικός κατασκευαστής λιχουδιών, Willy Wonka (Johnny Depp) ο οποίος θα βρεθεί και προ μεγάλης εκπλήξεως, όταν ο μικρός Charlie του φέρνει στο μυαλό μνήμες ξεχασμένες...


Ακόμα θυμάμαι τον πανικό που είχε προκληθεί όταν είχε βγει η ταινία στις ελληνικές αίθουσες το 2005, αλλά και παγκοσμίως, αποφέροντας ούτε λίγο ούτε πολύ κοντά στα $500 εκατομμύρια!  Αναμενόμενο βέβαια για μια ιστορία κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του μεγάλου, κινηματογραφικού παραμυθά, Tim Burton.  Αν και τώρα τελευταία ο Burton μας τα έχει χαλάσει λιγάκι είτε με τη δική του ματιά πάνω σε προϋπάρχον λογοτεχνικό υλικό (το "Alice in Wonderland" ήταν κατά πολλούς ένα misstep στην μέχρι τώρα καριέρα του), είτε με το γενικό του ρετουσάρισμα σε παλαιότερο τηλεοπτικό υλικό, όπως φάνηκε από το νέο trailer του "Dark Shadows" το οποίο βγήκε μάλλον περισσότερο χιουμοριστικό και παρωδιακό απ'οτι θα έπρεπε και με βάση πάντα την ομώνυμη σειρά του 1966.  Παρόλα αυτά, ακόμη και με μερικά αναπόφευκτα, καριερικά σκαμπανεβάσματα ο Burton εξακολουθεί να μαγεύει με τις στιλιζαρισμένες, γοτθικές του πινελιές.
Η ταινία είναι βασισμένη στο ομώνυμο παιδικό βιβλίο του Ουαλού συγγραφέα, Roald Dahl ο οποίος με τις φανταστικές του ιστορίες, κατάφερε να γίνει ο πιο αγαπητός συγγραφέας των μικρών παιδιών. Ανάμεσα στα έργα του συναντάμε κι άλλους νουβέλες που έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο όπως η "Matilda" (1996) και το πιο πρόσφατο "Fantastic Mr. Fox" (2009).  Έτσι λοιπόν και το "Charlie and the Chocolate Factory" ήταν απλά θέμα χρόνου να περάσει στη μεγάλη οθόνη.  Και φυσικά ο Burton δεν ήταν ο πρώτος που το τόλμησε.


Το 1971 ο Mel Stuart σκηνοθέτησε το πρώτο "Charlie and the Chocolate Factory" με τον Gene Wilder στον ρόλο του εκκεντρικού σοκολατοποιού.  Όταν λοιπόν κυκλοφόρησε και το remake του Tim Burton ήταν απλά αναμενόμενη η σύγκριση των δυο φιλμ, με τους κατακριτές να λένε πως το original εξακολουθούσε να αποτελεί την καλύτερη εκ των δυο, ταινία επειδή είχε καταφέρει να μείνει πιο πιστή στο βιβλίο του Dahl.  Η αλήθεια πάντως είναι πως εν έτη 2005 οπου τα CGI, ο προγραμματισμός μέσω υπολογιστών, και η γενικότερη τεχνολογία έχουν προχωρήσει τόσο πολύ, θα ήταν σχεδόν αδιανόητο ο Burton να αφήσει ανεκμετάλλευτη την ευκαιρία, και να μη προσφέρει στους θεατές έναν οργιαστικό κόσμο χρωμάτων, θαυμάτων και άπειρων γλυκατζίδικων μπουκιών.
Αν λοιπόν και η πρώτη ταινία με τον έτσι κι αλλιώς χαρισματικό Wilder, έμεινε για πάντα στις καρδιές των παιδιών (και οχι μόνο), έτσι και η εκδοχή του Burton κατάφερε αν μη τι άλλο να εντυπωσιάσει, έχοντας μάλιστα σαν μπροστάρη για ακόμα μια φορά τον υπέροχο Johnny Depp (που και αυτός τα έχει κάνει λίγο θάλασσα τελευταία, αλλά δεν είναι της παρούσης).


Αν η version του Burton βγαίνει μπροστά για κάποιον λόγο, από αυτή του Stuart μάλλον αυτός ο λόγος θα ήταν τα εκτυφλωτικά σχεδόν χρώματα που κατακλύζουν τον χώρο.  Από το καταπράσινο γρασίδι που τρώγεται, μέχρι τις πολύχρωμες στολές των Oompa Loompas, και από τα καλειδοσκοπικά χρώματα των δωματίων με τις εφευρέσεις, μέχρι και την ίδια την ρέουσα σοκολάτα, όλα μεταφράζονται σε μια και μόνο λέξη: φάε με (εντάξει εκτός ίσως από τους Oompa Loompas)
Μιλώντας κατευθείαν στην συνείδηση μικρών και μεγάλων παιδιών, όλος αυτός ο κατακλυσμός από σοκολάτες, τσίχλες, γλειφιτζούρια και ένα σωρό άλλα κατασκευάσματα, αποτελούν σίγουρα τον παράδεισο επί της γης.  Με χορταστική ματιά και διάθεση, ο Burton σε στέλνει κατευθείαν σε ένα ταξιδάκι αναψυχής από το οποίο δε θες να γυρίσεις, ή τουλάχιστον προτιμάς να γυρίσεις χορτάτος.
Βέβαια εκτός από την προφανή λιγούρα που σου προκαλεί η ταινία, περνάει φυσικά και τα ηθικά της διαδάγματα, καθώς δε πρέπει να ξεχνάμε οτι ο Dahl ήταν κάτι σαν τον δικό μας Αίσωπο.  Ωραίες οι ιστορίες, ιδιαίτεροι οι πρωταγωνιστές, αλλά τι υπάρχει εκεί για να μάθει ένα παιδί;  Τι πάει να πει μοιράζομαι, είμαι ταπεινός, έξυπνος, έχω καλή καρδιά και δεν κάνω σαν κακομαθημένο;


Οι διδακτικές νότες του Dahl, μεταφέρονται με πίστη και στη ταινία του Burton, καθώς γίνεται εμφανές με κάθε χαρωπό τραγουδάκι των Oompa Loompas οτι τα κακά παιδιά, καταλήγουν να σφηνώνουν σε σωλήνες, να πετάγονται στα σκουπίδι ή να γίνονται τεράστια, βιολετί μπαλόνια επειδή αποφάσισαν να κάνουν του κεφαλιού τους.  Στη προκειμένη περίπτωση ο καλοκάγαθος Charlie οχι μόνο καταφέρνει να κερδίσει την εκτίμηση του Willy Wonka, αλλά τον βοηθάει ουσιαστικά προκειμένου να καταφέρει να διορθώσει τις σχέσεις με τον δικό του, αυστηρό πατέρα (αναπόφευκτο και το πέρασμα του Christopher Lee στον ρόλο του μπαμπά).
Γίνεται έτσι κατανοητό, οτι ακόμα και μέσα από μια ταινία τα παιδιά μπορούν να 'πάρουν' πράγματα και να κατανοήσουν πολλά περισσότερα απ'οτι θα πιστεύαμε.  Χωρίς να λείπει το διασκεδαστικό κομμάτι, τα πιτσιρίκια μαθαίνουν και δυο πράγματα αναφορικά με τη ζωή, και νομίζω πως αυτή είναι τελικά και η ουσία της ταινίας.  Απλά ενδεδυμένη με ένα εξαιρετικά λαχταριστό και ακαταμάχητο κοστουμάκι, δια χειρός Tim.


Όσον αφορά τις ερμηνείες δε μπορούμε να πούμε και πολλά, καθώς η επιτυχία των ηρώων βασίζεται σε ένα μεγάλο βαθμό στην συλλογική προσπάθεια τους, προκειμένου ο καθένας να διαφοροποιείται απόλυτα από τον άλλον.  H Violet (AnnaSophia Robb) είναι μια ψηλομύτα πιτσιρίκα με τον ανταγωνισμό να αποτελεί τον καλύτερό της φίλο, η Veruca (Julia Winter) είναι ένα κακομαθημένο πλουσιοκόριτσο που τα θέλει όλα δικά του, ο Augustus (Philip Wiegtratz) ένας χοντρός, λαίμαργος πιτσιρικάς που έχει το νου του μόνο στα γλυκά, ενώ ο Mike (Jordan Fry) είναι ένα παιδί της τεχνολογίας, αυθάδικο και αποξενωμένο ακόμα και από τους ίδιους του τους γονείς.  Ο μόνο φυσιολογικός μοιάζει να είναι ο Charlie, ένα παιδί καλόκαρδο και με μεγάλη αγάπη για την οικογένειά του.  Ομολογουμένως ο Highmore αποτέλεσε εξαιρετική επιλογή για τον ρόλο του Charlie και μάλιστα προτάθηκε από τον ίδιο τον Depp για τη θέση, έπειτα από τη συγκινητική του ερμηνεία στο "Finding Neverland" (2004) οπού είχε πρωταγωνιστήσει και πάλι στο πλευρό του Depp.
Για τον Johnny δε μπορούμε να πούμε και πολλά, καθώς αποτελεί την κλασική καρικατούρα που όλοι αγαπάμε και που τόσο μας αρέσει να βλέπουμε στις διαφορές-γοτθικές κυρίως-μεταμορφώσεις του.  Εδώ με καρέ μαλλί, χρωματιστούς φακούς επαφής, πάλλευκο δέρμα και εξαιρετικό μελιτζανί σακακοπανωφόρι είναι απλά τέλειος.  Να μην αναφέρω και την περίεργη ομιλία και τα creepy καλογυαλισμένα του δόντια...
Γενικά το "Charlie and the Chocolate Factory" είναι μια ταινία για όλη την οικογένεια και κυρίως για τα πιτσιρίκια που με χαρά θα τη δουν ξανά και ξανά και ξανά.  Πολύχρωμη, με υπέροχα σκηνικά και μπαρτονίστικη σκηνοθεσία, είναι ιδανική για ένα χαλαρό, κυριακάτικο μεσημέρι.  If you know what i mean.  Α, και να μην ξεχνάμε και την κλασικά άψογη μουσική του Danny Elfman.  Να τα λέμε αυτά.

Τι έμαθα από την ταινία: Οτι τα γονεϊκά απωθημένα μπορούν να σε κάνουν έναν υπερταλαντούχο επιχειρηματία, οτι αν έμενα εγώ στο εργοστάσιο μάλλον θα είχα αποδημήσει εις Κύριον λόγο ζαχάρου και οτι οι Oompa Loompas (ή μάλλον ο ηθοποιός που τους υποδυόταν όλους) ήταν freaky. Yikes!



TRIVIA

  • Πολλοί ήθελαν τον ρόλο του Willy Wonka.  Αυτός όμως που πραγματικά είχε παθιαστεί ήταν ο Marilyn Manson.  Πόσο θα ήθελα να το δω αυτό...
  • Τα γλυφιτζούρια, τα μπαστουνάκια και οι τεράστιες καραμέλες μέντας, ήταν πραγματικά.
  • Η φωνή του Depp αποφασίστηκε να είναι αυτή, αφού πρώτα δοκιμάστηκε στην...κόρη του, στην οποία και άρεσε.
  • Η Liz Smith η οποία υποδύθηκε την γιαγιά Georgine είχε δηλώσει σε μια συνέντευξή της οτι είχε διαβάσει τους ρόλους και των δυο γιαγιάδων και οτι τελικά αποφάσισε να επιλέξει αυτή που δίνει ένα φιλί στον Depp.  Όπως αποκάλυψε ήταν εξαιρετικό : )
(Πηγή ΙMDB)




ΤΟ ΤΑΙΝΙΑΚΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

Εδώ θα φιλοξενώ κάθε μέρα κάποιο short animation που μου έκανε εντύπωση στο διαδίκτυο.  Σήμερα και επειδή σας μίλησα και λίγο στην αρχή για το "La Jette" είπα να βάλω αυτό.  Από αύριο θα επικεντρωθούμε στα animation περισσότερο.  Enjoy : )

La Jetee

Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2012

What are your favorite movie remakes?


  • Ψαναματαλέω πως μπορείτε να ψηφίζετε όσες ταινιούλες θέλετε
  • Επίσης συγγνώμη που δεν έγραψα χθές, αλλά δε προλάβαινα (άσχετο) και
  • Φυσικά και δεν είναι όλα τα remakes evah εδώ, αλλά είπα να βάλω μερικά από τα πιο γνωστά και αυτά που κατά πάσα πιθανότητα οι περισσότεροι θα έχουμε δει.
Have fun!

Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2012

Opera (a.k.a Terror at the Opera): The most faithful fan

Hello again!  Λοιπόν επειδή σήμερα έχω να κάνω ένα σωρό πραγματάκια, λέω να περάσω κατευθείαν στο ζουμί.  Αν διαπιστώσετε μάλιστα οτι η κριτική είναι και μικρότερης έκτασης από τη συνηθισμένη, μη σας ξενίσει αυτό, καθώς κάτι πρέπει να κάνω προκειμένου να προλάβω να φέρω εις πέρας νοικοκυριό, ταινία και απογευματινή εξαφάνιση από το σπίτι!  So σήμερα συνειδητοποίησα οτι από το περασμένο καλοκαίρι όταν και είχα παρακολουθήσει το εξαιρετικό Ταινιόραμα στο ΑΣΤΥ, μου λείπει μια ακόμα ταινία για το blog, μιας που όοοοολες τις υπόλοιπες τις οποίες είχα δει, τις έχω ανεβάσει εδώ και καιρό.  Οπότε σήμερα το menu έχει μοναδικό Dario Argento και "Opera".  Let's see...


Μια ανερχόμενη ντίβα της όπερας, η νεαρή και όμορφη Betty (Christina Marsillach) κερδίζει μια ευκαιρία ζωής, όταν αναλαμβάνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο του έργου, έπειτα από το ατύχημα που είχε η πρώτη σοπράνο, όταν και...την πάτησε ένα αυτοκίνητο!  Παρά το γεγονός οτι η Betty θεωρεί πως η καριέρα της ξεκινάει με κακή τύχη, δέχεται τελικά να ερμηνεύσει τον κεντρικό ρόλο και τα πράγματα φαίνονται εξαιρετικά, όταν μάλιστα και η ίδια μετά το τέλος του σοπρανικού της ντεμπούτο, καταχειροκροτείται από το ενθουσιώδες κοινό.  Η κατάσταση όμως πρόκειται να ξεφύγει πολύ σύντομα, καθώς η νεαρή αρχίζει να βλέπει μερικά περίεργα όνειρα-τους λες και εφιάλτες-που περιλαμβάνουν έναν μασκοφόρο άντρα και τη μητέρα της.  Λίγο αργότερα γίνεται εμφανές οτι η ίδια αποτελεί πλέον το στόχαστρο ενός ψυχοπαθούς άντρα, ο οποίος έχει βάλει σκοπό της ζωής του να εξουδετερώσει όλους όσους βρίσκονται στον περίγυρό της.  Από τον μάνατζερ και τον wannabe γκόμενο, μέχρι την ενδυματολόγο και ποιος ξέρει ποιον άλλο.  Η παράνοια όμως δεν περιορίζεται εδώ, αλλά εντείνεται ακόμα περισσότερο από την σαδιστική διάθεση του δολοφόνου, ο οποίος φροντίζει να σκοτώνει τα θύματά του, μπροστά στην άτυχη Betty την οποία εξαναγκάζει να παρακολουθεί τους φόνους, βάζοντάς της μια σειρά από βελόνες κάτω από τα μάτια, προκειμένου και στο παραμικρό της βλεφάρισμα αυτά να καταματώνουν.  Η Betty μην έχοντας άλλη επιλογή, υπομένει με φρίκη τα όσα βλέπει, σε μια υπερπροσπάθεια να μη κλείσει τα μάτια.  Όλοι καταλαβαίνουμε τι θα συμβεί τότε.  Ο ψυχοπαθής τύπος, ο οποίος δηλώνει και νούμερο ένα fan, δε λέει να την αφήσει σε ησυχία και φαίνεται πως θέλει κάτι από εκείνη, κάτι που έχει να κάνει με το παρελθόν της κοπέλας.  Και όσο αυτός συνεχίζει το μακάβριο έργο του, εκείνη οδηγείται όλο και περισσότερο στην ολοκληρωτική ψυχολογική κατάρρευση...


Ενεργός μέχρι και τις μέρες μας ο Dario Argento, χωρίς βεβαίως την αίγλη και την δημιουργική ψυχασθένεια του παρελθόντος του και συγκεκριμένα των δεκαετιών '70-'80.
Αν και ακολουθεί την πορεία άλλον μεγάλων δημιουργών οι οποίοι έχουν αναπόφευκτα βαλτώσει πλέον (τρανό παράδειγμα ο Carpenter και το πρόσφατό του "The Ward"), εντούτοις έχουμε ακόμα να αναπολούμε τις ταινίες από τα παλιά, οι οποίες τον καθιέρωσαν και βοήθησαν στην δημιουργία όλων εκείνων των χαρακτηριστικών που έκαναν τα φίλμ του απλώς ακαταμάχητα.
Ο Argento υπήρξε μεγάλη μορφή του 'giallo' όπως χαρακτηριζόταν (όσον αφορούσε τον κινηματογράφο) κάθε ταινία που εμπεριείχε σε μεγάλο βαθμό το στοιχείο του μυστηρίου, του θρίλερ, του τρόμου και του splatter όπως το γνωρίσαμε για τα καλά μέσα από τις ταινίες του ιδιόμορφου, αυτού σκηνοθέτη.
Ο ίδιος δε φάνηκε να ξέφυγε ποτέ ολοκληρωτικά από την campy αισθητική των ταινιών του, την ακραιφνή σεξουαλικότητα και τον ωμό τρόμο, και γιατί να το κάνει άλλωστε, από τη στιγμή που μέχρι και ένα συγκεκριμένο διάστημα αυτή ήταν τόσο επιτυχημένη.  Μπορεί στις μέρες μας αυτού του είδους τα film να έχουν χάσει σε αυθεντικότητα και στιλιζαρισμένη ποιότητα, εξαιτίας του κινηματογραφικού βομβαρδισμού από παντός είδους σοκαριστικές εικόνες και saw-ειδικά παρακλάδια, τα οποία έχουν οδηγήσει σε ένα αναπόφευκτο αισθητικό ξεχείλωμα.  Ήταν φυσικό και επόμενο λοιπόν και οι πάλαι ποτέ δημιουργοί αυτών των κατεξοχήν splatter ταινιών, να υποπέσουν πλέον σε σκηνοθετικές επαναλήψεις, βαρετά σενάρια και ανούσια, αιματήλικη σκηνοθεσία, αλλά δε πρέπει να ξεχνάμε πως όταν βρίσκονταν στην κορυφή, δημιουργούσαν αυθεντικά, b-movie διάθεσης ταινιάκια, τα οποία θα μείνουν έτσι κι αλλιώς αξεπέραστα.  Όπως ακριβώς και το "Opera".


Αν και θα έλεγα πως αποτελώ περισσότερο άτομο του "Suspiria", εντούτοις δε μπορώ να μη παραδεχτώ οτι απόλαυσα και το "Opera" με τη ψυχή μου, εξαιτίας των ιδιοφυών σε κάποιες στιγμές σκηνών του, αλλά και εξαιτίας της απροκάλυπτης διακωμώδησις κυρίως του τέλους του.
Ακολουθώντας τα κλασικά του μονοπάτια, ο Argento μας παρουσιάζει ένα ακόμη ξεδιάντροπο μείγμα φαλλοκρατικής ψυχασθένειας και γυναικείου bitch-ινες, τα οποία αποτελούν και τα βασικά χαρακτηριστικά των βασικών ηρώων, της νεαρής σοπράνο δηλαδή και του δολοφόνου.
Και αυτή τη φορά ο σκηνοθέτης δεν τσιγκουνεύεται το ψευτοαίμα του, φροντίζοντας όμως να το επιδεικνύει σε σωστές δόσεις, και παραμένοντας κατά έναν περίεργο τρόπο ολιγαρκής (σε σχέση με άλλες του ταινίες, όπως για παράδειγμα το "Suspiria" στο οποίο απλά οργιάζει).
Η σκηνοθετική του ματιά είναι για ακόμη μια φορά ενδιαφέρουσα, καθώς οι χρωματικές πινελιές που τόσο αγαπούμε στις ταινίες του, είναι και εδώ παρούσες.  Μπλε, πράσινο και κατάμαυρο, παίζουν με το μυαλό της πρωταγωνίστριας και δημιουργούν εφιαλτικά σκηνικά, που δυστυχώς καλείται να αντιμετωπίσει οχι μόνο στον ύπνο της, αλλά και στον...ξύπνιο της.  Υπάρχουν μάλιστα σκηνές οι οποίες έχουν κοπιαριστεί ουκ ολίγες φορές από σύγχρονες ταινίες, όπως αυτή με την κάννη του όπλου στο ματάκι της πόρτας, η οποία και αποτελεί μια από τις καλύτερες της ταινίας.
Χωρίς να καταφεύγει σε υπερβολές-βάση πάντα των δικών του συντεταγμένων-ο Argento πετυχαίνει μέσα από τη γρήγορη κίνηση της κάμερας, τα ταιριαστά slow motion, την παρουσία μιας ομάδας ominous κορακιών, τα ξαφνικά 'πετάγματα' και την κλασική, ανατριχιαστική σε στιγμές μουσική, να δημιουργήσει ένα ακόμη άξιο διαμαντάκι που φέρνει την προσωπική του υπογραφή.


Φυσικά από πλευράς ερμηνειών δε πρέπει να περιμένετε τίποτα λιγότερο πέρα από μια υπερστιλιζαρισμένη πρωταγωνίστρια, το υποκριτικό ταλέντο της οποίας χτυπάει και πάτωμα πολλές φορές, αλλά επειδή βλέπετε και μια ταινία του Argento ξέρετε πως πολλές φορές οι ερμηνείες, έπονται και κυριαρχεί η αισθητική των πλάνων, η σκηνοθεσία και η πρωτοτυπία της υπόθεσης.  Για τον δε δολοφόνο, δε θα πως τίποτα καθώς αφενός δεν θα ήθελα να κάνω spoiler σε όσους δε την έχετε ακόμα δει, και αφετέρου νομίζω πως οτιδήποτε και αν έλεγα γι' αυτόν θα ήταν απλά περιττό.
Βέβαια πρέπει να σας προετοιμάσω κιόλας σχετικά με το τέλος, το οποίο είναι αναμφίβολα από τα πιο κουλά, για να το θέσω ευγενικά, που έχω δει σε ταινία.  Εντελώς απρόσμενο, περίεργο και...απόλυτα κωμικοτραγικό, κυρίως εξαιτίας του τρόπου που είναι δοσμένο.


Δώστε της μια ευκαιρία καθώς είναι σχεδόν σίγουρο οτι θα τρομάξετε και θα διασκεδάσετε σε ίσες δόσεις και αν μη τι άλλο θα απολαύσετε ένα αυθεντικά παλιακό σπλατεράκι που απλά εκμηδενίζει σε πολλές περιπτώσεις, ανάλογες, σκηνοθετικές απόπειρες.

Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι αυτός είναι ο νούμερο ένα, φανατικός θαυμαστής, οτι το εύρημα με τις βελόνες είναι απλά εξαιρετικό, και το κατά έναν περίεργο τρόπο θα έλεγα πως ο Aronofsky θα μπορούσε να είχε επηρεαστεί για το "Black Swan" και από αυτήν την ταινία.  Χμμ...




TRIVIA

  • Την ιδέα με τις βελόνες κάτω από τα μάτια την συνέλαβε τυχαία ο Argento, όταν έλεγε χιουμοριστικά πως εκνευρίζεται με τους θεατές που δε μπορούν να παρακολουθήσουν τις τρομακτικές σκηνές μιας ταινίας, και πως αν θα μπορούσε θα τους έβαζε βελόνες κάτω από τα μάτια, προκειμένου να τους αναγκάσει να τις δουν.  Αργότερα είπε να χρησιμοποιήσει την έμπνευσή του, για χάρη της ταινίας.  Epic Argento is epic.
  • Πολλές ατυχίες κατά την διάρκεια των γυρισμάτων (όπως και ο θάνατος ενός ηθοποιού), οδήγησαν τον Argento να πιστέψει πως η κατάρα του "Macbeth" (η όπερα η οποία 'ανεβαίνει' στο πλαίσιο της υπόθεσης της ταινίας)  χτύπησε και το πλατό.
(Πηγή IMDB)

Ελπίζω να προλάβω αύριο να ανεβάσω νέα ταινιούλα.  Αν οχι τα λέμε πάλι από Παρασκευή : )

Τρίτη, 13 Μαρτίου 2012

The Show Must Go On: The last reality show in the world

Χαιρετώ και σήμερα!  Τι κάνουμε, τι κάνουμε;  Ελπίζω καλά.  Λοιπόν ελπίζω να σας αρέσει και η νέα παρουσίαση του blog, την οποία αποφάσισα μιας και βαρέθηκα γρήγορα το προηγούμενο, και είπα επίσης να ελαφρύνω λίγο τη σελίδα, περιορίζοντας τις κριτικές που εμφανίζονται στις δυο ανά σελίδα.  Ευχαριστώ για την ενημέρωση σχετικά με τη δυσκολία φόρτωσης της σελίδας, και αν πάλι υπάρχει κάποιο πρόβλημα ή οτιδήποτε τέλος πάντων θα θέλατε να δείτε στο blog, όπως προτάσεις για νέες ταινίες (έχω ήδη μια στα σκαριά), αλλαγές ή κάτι άλλο, feel free to say it!  Σήμερα λοιπόν και περνώντας στα δικά μας, είπα να ασχοληθούμε με μια ταινία που πολύ δύσκολα θα έχετε δει.  Και εγώ την παρακολούθησα στο φετινό 7ο φεστιβάλ του Φανταστικού που γίνεται στην Αθήνα (κινηματογράφοι MΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ και ΝΙΧΟΝ μέχρι σήμερα) και το οποίο αναμένεται να ολοκληρωθεί την Τετάρτη.  Μέχρι στιγμής παρακολούθησα τρεις ταινιούλες, τις οποίες πρόκειται να ανεβάσω στο blog κυρίως για τα ενδιαφέροντα θέματα που πραγματεύονται, αλλά και για διάφορα ακόμη αξιόλογα στοιχεία που περιλαμβάνουν, αν αναλογιστεί μάλιστα κανείς οτι οι περισσότερες αποτελούν παραγωγές χαμηλού προϋπολογισμού.  Ξεκινάμε λοιπόν με το "The Show Must Go On".


Βρισκόμαστε στην Κροατία του σήμερα και πιο συγκεκριμένα στο Zagreb.  Εκεί ένας φιλόδοξος τηλεοπτικός παραγωγός, ο Filip Dogan (Sven Medvesek) αποφασίζει να δημιουργήσει ένα νέο reality show στο οποίο θα πρωταγωνιστούν...ζευγάρια!  Όπως δηλώνει ο ίδιος, το μεγαλεπήβολο αυτό σχέδιό του πρόκειται να αποδώσει και να εκτοξεύσει την τηλεθέαση, καθώς το concept είναι ολοκληρωτικά πρωτότυπο και αν μη τι άλλο θα έχει τεράστιο ενδιαφέρον να παρακολουθεί κανείς την καθημερινότητα μιας ομάδας ζευγαριών, με τις αντιζηλίες τους, τις συγκρούσεις, αλλά και τον υπαρκτό τους έρωτα.  Απέναντι σε αυτό το ολίγον trash, και ολίγον 'φάτε μάτια ψάρια' θέαμα που προσφέρει ο Filip και το κανάλι του, βρίσκεται η πρώην σύζυγός του Helena (Natasa Dorcic) η οποία είναι μια αξιόλογη δημοσιογράφος μιας πολιτικοκοινωνικής εκπομπής που χτυπάει πενηντάρια, την ίδια στιγμή που η δειλή εμφάνιση του reality περιορίζεται σε μονοψήφιους, τηλεθεατικούς αριθμούς. Όταν λίγο αργότερα η κόντρα ανάμεσα στους πρώην συζύγους κορυφωθεί, αφενός εξαιτίας του διαφορετικού τηλεοπτικού τους background, και αφετέρου εξαιτίας της δυσκολίας να φροντίσουν τον μικρό τους γιο, λόγου του δύσκολου προγράμματός τους, τότε η σχέση τους θα φτάσει στο απροχώρητο.  Δυστυχώς θα εύχονταν τα προβλήματά τους να ήταν μόνο αυτά.  Όταν ανακοινώνεται οτι η Κροατία έχει εμπλακεί σε πόλεμο και μάλιστα το Zagreb βρίσκεται ήδη μέσα στους προβλεπόμενους για πυρηνικό αφανισμό, στόχους ο Filip θα κάνει τα αδύνατα δυνατά, προκειμένου οι διαγωνιζόμενοι που βρίσκονται στο σπίτι του 'Big Brother' να μη καταλάβουν τίποτα, σε μια προσπάθεια να τους δώσει μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή.  Παίρνοντας στα χέρια του την τύχη και την ζωή των εγκλεισμένων ζευγαριών, καθώς και του γιου του, θα προσπαθήσει να τους κρατήσει ζωντανούς, προκειμένου να συνεχίσουν τον εποικισμό της Γης(;) για όσο το δυνατόν περισσότερο...


Ο Κροάτης σκηνοθέτης Nevio Marasovic σκηνοθετεί μια χαμηλού budget ταινία, με πλήρες περιεχόμενο, στρωτή αφήγηση, σχεδόν ερασιτεχνική σκηνοθεσία (πολλές φορές εξάλλου η κάμερα βρίσκεται στο χέρι) και με ερμηνείες που σε αφήνουν απόλυτα ικανοποιημένο και έκπληκτο, γιατί κακά τα ψέματα, δε το περίμενες.
Αν και όσον αφορά αποκλειστικά και μόνο τη δουλειά του σκηνοθέτη, ο Marasovic έχει να επιδείξει και μια τηλεοπτική σειρά, το "Instruktor" (2010) και τίποτα άλλο, εντούτοις με το κινηματογραφικό του ντεμπούτο, καταφέρνει να αποδείξει οτι δε χρειάζεται μεγάλο εργασιακό background προκειμένου να δημιουργήσεις μια ταινία αξιώσεων μέσα στα αυστηρά οριοθετημένα μερικές φορές, πλαίσια των low budget films.  Ούτε σημαίνει απαραιτήτως οτι επειδή η χρηματοδότηση δεν ήταν μεγάλη, συνεπώς και η ταινία θα βγει μια πατάτα.  Κάθε άλλο.  Όταν έχεις στη διάθεσή σου τα βασικά μέσα, μπορείς να δημιουργήσεις ενδιαφέροντα κινηματογραφικά έργα, τα οποία να έχουν κάτι να πουν.  Όπως ακριβώς συμβαίνει και στην περίπτωση του "The Show Must Go On'.


Σύμφωνα με πληροφορίες, ο Marasovic ένοιωσε πολύ άσχημα όταν συνειδητοποίησε οτι η ταινία του θα έμοιαζε σε μεγάλο βαθμό με μια mini σειρά 5 επεισοδίων, η οποία προβλήθηκε το 2008 και αποτέλεσε δημιούργημα του Άγγλου συγγραφέα, Charlie Brooker.
Σύμφωνα με την τιτλοφορούμενη "Dead Set" σειρά, μια ομάδα ατόμων που βρισκόταν μέσα σε ένα τηλεοπτικό σπίτι για τις ανάγκες ενός ριάλιτι, ζούσε σε έναν εντελώς δικό της κόσμο, αποκομμένη από την εξωτερική πραγματικότητα.  Και αυτόν ήταν ότι καλύτερο, αν σκεφτεί κανείς πως έξω από το σπίτι το ζομπίστικο ολοκαύτωμα είχε πλέον γίνει ένα απτό, καθημερινό σενάριο.  Όταν ο παραγωγός μπουκάρει στο σπίτι και ενημερώνει τους διαγωνιζόμενους για την μακάβρια πραγματικότητα που τους περιμένει έξω, αυτοί θα προσπαθήσουν να εγκαταλείψουν το σπίτι, να βρουν προμήθειες και να καταφέρουν να κάνουν ένα πράγμα: να επιζήσουν.
Αν και το "The Show Must Go On" θέτει υπαρξιακά και ηθολογικά διλήμματα, απέχοντας έτη φωτός από ένα splatter περιεχόμενο ζομπικής προέλευσης, εντούτοις γίνεται κατανοητός ο λόγος για τον οποίο ο Marasovic φοβήθηκε μια πιθανή κριτική της ταινίας που επεξεργαζόταν καιρό πριν από την εμφάνιση της σειράς.  Παρόλα αυτά το γεγονός παραμένει ένα.  Ακόμα και αν κάποιες ταινίες ομοιάζουν (όσον αφορά εδώ την γενικότερη ιδέα), αυτό δεν αποτελεί μεμπτό κριτήριο ευθύς εξαρχής, ιδιαίτερα όταν οι ταινίες έχουν να μας προσφέρουν τελικά διαφορετικά πράγματα η κάθε μια, κάτι καινούριο.  Έτσι λοιπόν μπορεί το "Dead Set" να βγήκε πρώτο, κινήθηκε όμως πάνω σε τρομολαγνικές νόρμες, με μπόλικες δόσεις καυστικής σάτιρας (π.χ τα ζόμπι καταβροχθίζουν ίσως τους διαγωνιζόμενους, όπως οι θεατές τους 'καταβρόχθιζαν' μέσω του τηλεοπτικού γυαλιού).  Από την άλλη πλευρά το "The Show Must Go On" κινείται πάνω σε εντελώς διαφορετικές γραμμές.


Χωρίς υπερβολικό στιλιζάρισμα (θα λέγαμε και καθόλου), ο Marasovic υφαίνει ένα κλασσικού μοτίβου οικογενειακό δράμα, το οποίο πυροδοτείται αφενός από τις επαγγελματικές επιλογές του πρωταγωνιστή και αφετέρου από τον πυρηνικό πόλεμο που βρίσκεται προ των πυλών της πόλης.  Ο πόλεμος αποτελεί στην ουσία και το στοιχείο της τραγικής ειρωνείας, μιας που τελικά τα μοναδικά άτομα που φαίνεται να έχουν μια καλύτερη δυνατότητα σωτηρίας, είναι οι διαγωνιζόμενοι.
Ο ήρωας θεωρεί πως είναι δική του υποχρέωση να τους κρατήσει ζωντανούς, από τη στιγμή που ήδη είχε αρχίσει από πριν να έχει τις δικές του αμφιβολίες σχετικά με το κατά πόσο είναι ηθικό, ένα τέτοιο θέαμα.  Στην ουσία ο Filip βρίσκεται σε μια διαρκή αμφισβήτηση των επιλογών του, καθώς από τη μια πλευρά η τηλεθέαση του reality χτυπάει κόκκινο (ο κόσμος δε θέλει να βλέπει ειδήσεις, προσπαθεί να ελαφρύνει το κακό, προπολεμικό κλίμα), από την άλλη όμως οι συμμετέχοντες δεν έχουν την παραμικρή ιδέα για το τι συμβαίνει εκεί έξω.  Είναι αυτό ορθό;  Είναι σωστό;
Τέτοιες αντιφάσεις βιώνει διαρκώς ο Filip, ιδιαίτερα από τη μέση της ταινίας και μετά, όταν και η αγωνία αρχίσει να κορυφώνεται.  Σε ένα πιο μεταφορικό επίπεδο θα μπορούσαμε να ερμηνεύσουμε το περιεχόμενο της ταινίας, με βάση την σταδιακή "αποκτήνωση" του ανθρώπου που ακόμα και σε τόσο ζωτικής σημασίας καταστάσεις, εκείνος επιλέγει να αδιαφορήσει και να ταχθεί είτε με τους εκμεταλλευτές, είτε με τους απαθείς.  Και όμως, ποιο βγαίνει τελικά κερδισμένος από μια τέτοια πραγματικότητα;


Η ταινία παρουσιάζει στην ουσία μια εν δυνάμει δυστοπική κατάσταση, όπως αυτή είναι στην αρχή της.  Χωρίς ιδιαίτερα εφέ, αλλά με έξυπνη χρήση των πλάνων, του ήχου και της αγχωτικής κίνησης της κάμερας στο χέρι, ο σκηνοθέτης καταφέρνει να στήσει μια αρκούντως ζοφερή κατάσταση, η οποία σε θλίβει χάρη στο ωμό, επικείμενο τέλος της.
Οι ερμηνείες είναι τίμιες, χωρίς υποκριτικές εξάρσεις και υπερβολές, και καταφέρνουν να αναμετρηθούν ικανοποιητικά με την right to the point σκηνοθετική ματιά του Marasovic πάνω σε ένα κατά τα άλλα κρίσιμο και σύγχρονο θέμα, που θα έπρεπε να απασχολεί όλους μας.  Γιατί αν κάποτε έρθει και η σειρά μας, τότε τι;
Το "The Show Must Go On" είναι μια ταινία από αυτές που φοβάσαι λίγο, αλλά τελικά εποδεικνύονται υπεράνω προσδοκιών.  Κι αν τη googl-άρετε και βρεθείτε μπροστά στο τραγούδι των Queen, ακούστε το με την ευκαιρία.  Η ομοιότητα μερικών στίχων και υπόθεσης, είναι εντυπωσιακή.

Τι έμαθα από τη ταινία: Από το poster συγκεκριμένα έμαθα οτι ο Medvesek είναι ο Κροάτης Christian Bale.  Μετά ξύπνησα.  Οτι την επόμενη φορά που θα δεις διαφήμιση για νέο reality, δήλωσε συμμετοχή.  Ποτέ δε ξέρεις, και οτι σε τέτοιες περιπτώσεις σε συμφέρει να είσαι έγκυος.  Trust me.



No trivia