Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2012

Prosfora gia agora kinhmatografikwn vivliwn me ekptwsh 60-70%

Μιας που έχω και το blogaki είπα να το εκμεταλλευτώ λίγο και να προτίνω σε όσους από εσάς αγαπάτε τον κινηματογράφο (σε παθολογικό σημείο βασικά όπως εγώ : P) την αγορά μερικών κινηματογραφικών βιβλίων του εκδοτικού οίκου ΚΑΘΕΦΤΗΣ.
Ο συγκεκριμένος οίκος είναι γνωστός για τα πολύ ενημερωτικά και διεξοδικά βιβλία σχετικά με τον κινηματογράφο που διαθέτει, και σε μια προσπάθεια να δώσει και τα τελευταία του αποθέματα, προχώρησε σε μια προσφορά, ρίχνοντας τις τιμές κάτω (πιο κάτω δε γίνεται όπως θα δείτε).  Μερικά μάλιστα από τα βιβλία αυτά, τα έχει γράψει και ο καθηγητής που έχω τώρα στα σεμινάρια κ. Μάκης Μωραϊτης και είναι πραγματικά εντυπωσιακής πληροφόρησης.
Παρακάτω σας παραθέτω τη λίστα και τις χαμηλότατες τιμές.  Όποιος ενδιαφέρεται ας επικοινωνήσει μαζί μου μέσω σχολίου ή mail.

Σας ευχαριστώ πολύ.


Προσφορά των εκδόσεων ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ

Σε όλες τις τιμές των βιβλίων έχει γίνει έκπτωση 65% έως 70%


Το βλέμμα του σκηνοθέτη (συλλογικό)……. 5 ευρώ
Το φιλμ ως τέχνη (Ρούντολφ Αρνχάιμ)……. 5 ευρώ
Πώς να διαβάζουμε σωστά τις κινηματογραφικές ταινίες (Πάτρικ Φίλιπς)…… 5 ευρώ
Η αναγεννησιακή οθόνη…… 3 ευρώ
Ο κινηματογράφος και η μνήμη του κόσμου (Ζαν-Λικ Γκοντάρ)…. 5 ευρώ
Τα εκφραστικά μέσα του κινηματογράφου (Λιούις Τζέικομπς)… 5 ευρώ
Η ψυχολογία στον κινηματογράφο (Ούγκο Μούστερνμπεργκ)… 3 ευρώ
Από το Ρομαντισμό στο Σουρεαλισμό κι ως την Επανάσταση (συλλογικό)… 5 ευρώ
Ο Μπόρχες για τον κινηματογράφο (Μπόρχες)…  3 ευρώ
Η μεγάλη τέχνη του Πωλ Στραντ (Πωλ Στραντ)….. 3 ευρώ
Η φωτογραφία και ο κινηματογράφος (Diane ArbusChris Marker)…. 4 ευρώ
Ο μαγικός κόσμος του Αντρέ Κερτέζ (συλλογικό)….. 4 ευρώ
Νίκος Σταυρίδης (Μάκης Μωραϊτης)…. 5 ευρώ
Βασίλης Αυλωνίτης (Αντωνία Βουτσαδάκη)…. 5 ευρώ
Οι μεγάλοι κωμικοί του ελληνικού κινηματογράφου (Μάκης Μωραϊτης)…. 4 ευρώ
Ο βίος και το έργο του Σεργκέι Παρατζάνοφ (Cahiers du Cinema)…. 4 ευρώ
Η ζωή και το έργο του Σεργκέι Αϊζενστάιν (συλλογικό)…. 3 ευρώ
Η φωτογραφική πράξη (Μάκης Μωραϊτης)… 4 ευρώ
Η αισθητική διάσταση (Χέρμπερτ Μαρκούζε)… 3 ευρώ
Ο Μπουνιουέλ και ο κινηματογράφος (Λουίς Μπουνιουέλ)… 4 ευρώ
Η δομή, οι κανόνες και οι κώδικες του κινηματογράφου (Πανόφσκι, Γουόλεν)…  3 ευρώ
Το αισθητικό νόημα της μοντέρνας γλυπτικής (Άλφρεντ Νιουμάγιερ)… 3 ευρώ
Η πρωτοπορία και το κιτς (Κλέμεντ Γκρίνμπεργκ )… 3 ευρώ


Super 8: The best amateur movie ever made!

Καλημέρα και πάλι λοιπόν!  Σήμερα θα ασχοληθούμε με ένα νεανικό ταινιάκι που προβλήθηκε μέσα στο 2011 (εξού και το καινούριο) και το οποίο παρακολούθησα μόλις πρόσφατα, εν μέρει και για τις ανάγκες των Blogoscars.  Παρόλα αυτά σύντομα βρήκα το εαυτό μου να το απολαμβάνει πραγματικά, μιας που έχω ιδιαίτερη αδυναμία σε φίλμς με πιτσιρικαρία που μπλέκει σε ένα σωρό περιπέτειες.  Sο ξεκινάμε;  Υeap, we do!


Βρισκόμαστε στο καλοκαίρι του 1979, οπού μια παρέα παιδιών αποφασίζει να γυρίσει ένα super 8 ταινιάκι, προκειμένου ο ένας από αυτούς-ένας φιλόδοξος, χοντρούλης σκηνοθέτης-να συμμετάσχει με τη κόπια του σε έναν κινηματογραφικό διαγωνισμό.  Οι φίλοι του συμφωνούν να τον βοηθήσουν προκειμένου να γυρίσει το πολυπόθητο ζομποεργάκι του, ζητώντας τη βοήθεια της όμορφης Alice (Elle Fanning).  Όταν ξεκινούν τα γυρίσματα το βράδυ κοντά σε έναν σταθμό τραίνων, τα παιδιά θα γίνουν μάρτυρες ενός τρομακτικού ατυχήματος, που λίγο θα λείψει να στοιχίσει τη ζωή τους.  Σύντομα θα έρθουν αντιμέτωποι με μια σειρά περίεργων εξαφανίσεων και φαινομένων στη πόλη τους, με τον αναπληρωτή Σερίφη Jackson Lamb (Kyle Chandler) να προσπαθεί να δώσει μια λογική εξήγηση.  Τα παιδιά δε θα αργήσουν να ανακαλύψουν τι συμβαίνει, και τότε θα έρθουν αντιμέτωποι με μια φρίκη την οποία ποτέ τους δεν είχαν φανταστεί.


Ο σκηνοθέτης J.J Abrams είναι μια ιδιόμορφη Χολιγουντιανή προσωπικότητα, καθώς κάνει την εμφάνισή του μέσα στα χρόνια, όταν και όποτε το αποφασίσει ο ίδιος, πιο πολύ στον ρόλο του κινηματογραφικού παραγωγού.  Βεβαίως έχει εκτελέσει και χρέη σκηνοθέτη (όπως δηλαδή στο σημερινό μας ταινιάκι) για επιτυχημένες μάλιστα στο είδος τους ταινίες, όπως το "Mission Impossible III" (2006) και το "Star Trek" (2009).  Παρόλα αυτά οι φορές που έχει καθήσει πίσω από την κάμερα είναι πραγματικά μετρημένες στα δάχτυλα, αφού προτιμά να εκτελεί χρέη παραγωγού ή σεναριογράφου, και μάλιστα περισσότερο σε σειρές, παρά σε ταινίες.  Το "Lost" και το "Fringe" είναι από τις χαρακτηριστικότερες και πιο επιτυχημένες δουλειές του.  Έτσι λοιπόν αν και έχει δώσει καλά δείγματα δουλειάς, ήταν σίγουρα μια έκπληξη όταν μαθεύτηκε οτι μια ταινία όπως το "Super 8" θα την υπέγραφε σεναριακά και σκηνοθετικά ο ίδιος.  Όταν μάλιστα μάθαμε οτι ο Spielberg θα αναλάμβανε την παραγωγή, τότε το ενδιαφέρον γύρω από το story και την εκτέλεση της ταινίας, χτύπησε ταβάνι.


Η αλήθεια είναι πως από σεναριακή πλευρά η ταινία δεν έχει κάτι καινούριο να μας πει, από την άποψη οτι το story με τα πιτσιρίκια που μπλέκουν σε περιπέτειες το έχουμε δει, και το έχουμε ξαναδεί ήδη από τη δεκαετία του '80, όταν και αυτός ο κινηματογράφος βρισκόταν στις δόξες του.  Εάν όμως κοιτάξει κανείς πέρα από το κλασικού μοτίβου σενάριο, θα διαπιστώσει ο το "Super 8" έχει κάτι να πει και το λέει καλά, κυρίως γιατί πατάει πάνω σε μια νοσταλγική βάση, τότε που ήμασταν και εμείς παιδιά και θέλαμε να κατακτήσουμε τον κόσμο όλο.  Αυτή ακριβώς η νοσταλγική διάθεση και η θύμηση παλιών, μπλοκμπαστερικών φιλμ, είναι που κάνει αυτή τη ταινία αξιολάτρευτη.
Αν λοιπόν δε σας ενοχλεί ένα σενάριο που σίγουρα θα έχετε ξαναδεί τριγύρω, τότε σίγουρα θα απολαύσετε τα πάντα σε αυτό το φρέσκο και στιλιζαρισμένο ταινιάκι, που έτσι κι αλλιώς (και χρονολογικά να το δει κανείς) παραπέμπει στην καλύτερη δεκαετία για τέτοιες ενέργειες: αυτή του 1980.
Προσωπικά υπάρχουν πράγματα τα οποία μπορεί να έχω ξαναδεί σε μια ταινία, αλλά να καταφέρνει με ένα μόνο διαφορετικό στοιχείο, να κερδίσει την προσοχή και το ενδιαφέρον μου.  Στη προκειμένη περίπτωση το γεγονός οτι η παρέα των παιδιών γυρίζει μια ταινία, μέσα σε μια ταινία, είναι καταλυτικής σημασίας για την προώθηση της ιστορίας, καθώς όπως η κάμερα του σκηνοθέτη γίνεται κοινωνός των εικόνων και εξελίσσει τη δράση, έτσι και εδώ η κάμερα των παιδιών θα αποτελέσει τη γνώση της οποίας θα γίνουν μάρτυρες οι μικροί πρωταγωνιστές και θα προσπαθήσουν να αντιμετωπίσουν την επικίνδυνη κατάσταση μέσα στην οποία έχει μπλεχτεί η μικρή τους πόλη Lilian. Αναμφίβολα ένα σκηνοθετικό εύρημα που έχει τη δική του-σημαντική-αξία μέσα στη ταινία.


Εξίσου ενδιαφέρον είναι και το μήνυμα το οποίο φαίνεται να πετάει ο Abrams μέσα στο φιλμ του, ένα μήνυμα το οποίο εν έτη 2011 είναι πιο σημαντικό από ποτέ.
Κατά τη διάρκεια του τεράστιου χαμού στη πόλη, κάνει την εμφάνισή του ο στρατός, ο οποίος φαίνεται πως ξέρει πολύ καλά τι έχει συμβεί και κυρίως ποιος είναι ο υπεύθυνος της τεράστιας καταστροφής που έχει γίνει στη περιοχή.  Όπως γίνεται αργότερα γνωστό ο στρατός ήταν υπεύθυνος για μια σειρά πειραμάτων που είχαν γίνει πάνω σε ένα... περίεργο πλάσμα, το οποίο τώρα είναι ελεύθερο, τρομοκρατώντας τη πόλη των πρωταγωνιστών.
Στο πλαίσιο της υπόθεσης θα μπορούσαμε να μείνουμε σε αυτό το κομμάτι της περιπετειώδους δράσης και να μη δώσουμε μεγαλύτερη σημασία στο 'γιατί' και το 'πως'.  Αν όμως αποφασίσουμε να το κάνουμε, τότε θα δούμε την ύπαρξη μιας αντίληψης η οποία στις μέρες μας είναι πιο έντονη από ποτέ: η φύση εκδικείται.  Και πως δε θα μπορούσε;  Όταν ο άνθρωπος παρεμβαίνει στα πράγματα γύρω του, τα εκμεταλλεύεται και τα καταστρέφει στο όνομα του δικού του οφέλους, είναι μόνο θέμα ώρας μέχρι η Φύση να πάρει το 'αίμα της πίσω', επιβάλλοντας την καταστροφική της δύναμη πάνω στους ανθρώπους, χωρίς κανένα έλεος.  Έτσι και εδώ το πρωταγωνιστικό πλάσμα αντικατοπτρίζει την ανθρώπινη αδικία πάνω στη Φύση και τα όντα της, μια αδικία που αργά ή γρήγορα ξεπληρώνεται.  Όπως ακριβώς γίνεται και στη ταινία.  Ποιος μπορεί να κατακρίνει την οργή του, όταν αποτέλεσε αντικείμενο εκμετάλλευσης, πειραμάτων και κακομεταχείρισης από τον άνθρωπο, για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα;  Η απάντηση είναι κανείς.


Όσον αφορά τη σκηνοθεσία του Abrams είναι πολύ καλή, καθώς καταφέρνει αν επαναφέρει την 'αίγλη' και την αθωότητα της παλιάς εποχής (περιμένεις πως από στιγμή σε στιγμή θα πεταχτεί από κάπου ο Eliot μαζί με το E.T και θα αρχίσουν να βολτάρουν με το ποδήλατό τους).  Το ντύσιμο των ηθοποιών, τα σκηνικά και κυρίως η αύρα η οποία πηγάζει από τις ερμηνείες των πρωταγωνιστών, συνθέτουν ένα όμορφο αποτέλεσμα που δύσκολα θα αφήσει κάποιον παγερά αδιάφορο.
Οι ερμηνείες είναι επίσης εξαιρετικές, καθώς ιδιαίτερα η Fanning και ο μικρός Courtney έχουν μια ιδιαίτερη χημεία μεταξύ τους, που βγαίνει εύκολα στην οθόνη και είναι πραγματικά απολαυστικό να τους παρακολουθείς.  Και τα υπόλοιπα πιτσιρίκια όμως είναι ιδανικά στους ρόλους τους οι οποίοι είναι ως επί το πλείστον ξεκάθαροι: ο πλακατζής, ο χοντρούλης (είναι αναπόφευκτο), ο φοβιτσιάρης και πάει λέγοντας.
Από πλευράς ενηλίκων έχουμε τη παρουσία του Chandler (τον θυμάστε από μια σειρά που έβαζε το Mega κάτι πρωινά, το "Early Edition"), του Noah Emmerich στον ρόλο του κακού επικεφαλής του στρατού, καθώς και τον Ron Eldard ο οποίος υποδύεται τον μέθυσο πατέρα της Fanning και είναι πολύ καλός σε αυτό.
Το "Super 8" είναι μια ταινία που σου θυμίζει τι ωραία είναι τελικά να είσαι παιδί.  Αξίζει να της δώσετε την προσοχή σας, ιδιαίτερα εάν θέλετε να περάσετε ένα ευχάριστο βραδάκι στο σπίτι, εν μέσω του παγετού που επικρατεί έξω.  Έχει χιούμορ, συναίσθημα και εντυπωσιακά εφέ, συνδυασμένα όλα σε μια παλιακή αισθητική που σε κερδίζει.  Καλή σας προβολή : )

Τι έμαθα από τη ταινία:  Οτι ο στρατός φταίει πάντα, οτι θα έδινα τα πάντα για να ζούσα σε μια τέτοια πόλη και οτι η ταινία ξεκινάει με μια ευφυέστατη, μινιμαλιστική σκηνή που έμεινε στο μυαλό μου...




TRIVIA

  • Ο Abrams ονόμασε την πόλη Lilian από τη γιαγιά του.
  • Το διάσημο πλέον ποδήλατο του Spielberg από τον Ε.Τ το βλέπουμε στην ταινία κάπου προς το τέλος, όταν πολλά μεταλλικά αντικείμενα αρχίζουν ξαφνικά να έλκονται προς έναν water tower.
  • Επειδή η Fanning ήταν 12 χρονών στα γυρίσματα, αλλά κάποιες σκηνές απαιτούσαν από εκείνη να οδηγάει, αυτό επιτεύχθηκε με έναν τύπο στο πίσω κάθισμα ο οποίος οδηγούσε το αυτοκίνητο κρατώντας ένα μικρό τιμόνι!
  • Το ατύχημα με το τραίνο έγινε εσκεμμένα πιο καταστροφικό, απ' ότι θα ήταν στη πραγματικότητα, ως φόρος τιμής στις exploitation movies του '70.
(Πηγή IMDB)
























Τα λέμε αύριο! Τσιου!

Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2012

The Wild Bunch: They came too late. They stayed too long...

Καλημέρα και καλή εβδομάδα παιδιά!  Σας υποδέχομαι αυτή τη φορά με το καινούριο πρόσωπο του blog μου που ελπίζω να αρέσει και σε εσάς!  Η αλήθεια είναι πως μια αλλαγή επιβαλλόταν, μιας που σε δυο βδομαδούλες περίπου θα ξεκινήσουν και τα φετινά Blogoscars, ε και μια ανανεοσούλα ήταν επιτακτική.  Ξεμπερδέψαμε λοιπόν με μια ακόμα ψηφοφορία, αν και απ'οτι φαίνεται έχω υλικό για ένα ακόμη poll τουλάχιστον, με αγαπημένα opening credits.  Σας ευχαριστώ και πάλι που συμμετείχατε, αν και απ'οτι φάνηκε η σειρά των...τάπερ και δεν ήταν και το καλύτερο δέλεαρ!  Παρόλα αυτά ο νικητής μας αναδείχθηκε και πάλι.  Αυτός δεν είναι άλλος από το μετεποχιακό western "The Wild Bunch" το οποίο σκόραρε 8 ψήφους.  Για την ιστορία στη πρώτη θέση βρέθηκε-αναμενόμενα-το "Fight Club" με 17 ψήφους, στην δεύτερη ένα ακόμη western, το "The Good the Bad and the Ugly" με 12, ενώ τη τρίτη θέση μοιράστηκαν το "Zombieland" και "The Shining" με 11 ψήφους.  Και μετά τα αποτελέσματα, ώρα να περάσουμε στο κυρίως πιάτο.  Ξεκινάμε λοιπόν.


Μια ομάδα γερασμένων έκνομων, αποφασίζουν να δοκιμάσουν την τύχη τους στο τελευταίο μεγάλο κόλπο της ζωής τους, σε μια Αμερική η οποία φαίνεται να προχωράει παραπέρα, αφήνοντας τους ανήμπορους και ανέτοιμους να αντιμετωπίσουν την προοδεύουσα Δύση και την απομάκρυνση από την 'παραδοσιακή' μητέρα πατρίδα.
Ο σκηνοθέτης Sam Peckinpah είχε αποτελέσει μια από τις πιο σπουδαίες, κινηματογραφικές προσωπικότητες, μέχρι και τον πρόωρο θάνατό του το 1984 σε ηλικία μόλις 59 ετών.  Αν και η απουσία του ήταν ηχηρή και ο αμερικάνικος (και παγκόσμιος) κινηματογράφος ήταν σαφέστατα φτωχότερος, εντούτοις το έργο που άφησε πίσω του, ήταν έτσι κι αλλιώς πρώτης κλάσης και απλά αξεπέραστο από πολλούς ανερχόμενους και επερχόμενους, νέους σκηνοθέτες.
Ο Pechinpah χαρακτηριζόταν από μια μοναδική δυναμική την οποία φρόντιζε να διοχετεύει στις ταινίες του, όποιο και αν ήταν το είδος με το οποίο ασχολήθηκε.  Από το γουέστερν μέχρι και το δράμα, και από το θρίλερ μέχρι τη σκληροπυρηνική περιπέτεια, ο μεγάλος σκηνοθέτης πάντα είχε κάτι να πει στις ταινίες του, και συνήθως το έλεγε εξαίρετα μέσα από την μαεστρική του σκηνοθεσία.  Ταινίες όπως το "The Wild Bunch" (1969), το "Straw Dogs" (1971), το "The Getaway" (1972) και το "Cross of Iron" (1977) έρχονται μόνο να επιβεβαιώσουν την 'αμερικάνικη' ματιά του Peckinpah.
Παρόλα αυτά όσο μεγάλη κι αν ήταν η επιτυχία των ταινιών του, και όσο και αν μνημονεύονται ακόμα για τις ερμηνείες και τη σκηνοθεσία τους, το γεγονός παραμένει ένα.  Ο Peckinpah κατάφερε να παρουσιάσει με μια φοβερά οξυδερκή ματιά, την επερχόμενη αλλαγή και πρόοδο της Δύσης, μέσα από το κατεξοχήν αμερικανικό, ηθολογικό, ταινιακό είδος: το western.


Οι απαρχές του western ως ταινιακό είδος (καθώς το western σαν μυθολογία υπήρχε ήδη πριν από την έλευση του ίδιους του κινηματογράφου και συγκεκριμένα το 1986) εντοπίζονται ήδη από τη δεκαετία του '30 και συγκεκριμένα το 1939 όταν ο John Ford εγκαινίασε το δυτικό πρότυπο όπως το γνωρίσαμε ακόμα καλύτερα στα επόμενα χρόνια, μέσα από την καλύτερη για πολλούς ταινία western, "Stagecoach" με πρωταγωνιστή τον πάντα cowboy, John Wayne.
Παράλληλα με την εμφάνιση του δυτικού ιδεώδους, άρχισε να τυποποιείται στη συνείδηση των θεατών και μια πρώτης τάξεως κοινωνική προπαγάνδα σχετικά με τον ρόλο των κακών, ερυθρόδερμων Ινδιάνων.  Οι καλοί Αμερικάνοι καβάλα στα περήφανα, μυώδη άλογά τους, και με τη καραμπίνα ως προέκταση του χεριού τους, έχουν ως στόχο ζωής την εξολόθρευση των σατανικών Ινδιάνων που μπλέκονται στα πόδια τους και τους δημιουργούν διαρκώς πρόβλημα.  Αν και η νοηματική σκηνοθεσία του Ford αποτελεί τον extra ηθοποιό στις ταινίες του (ιδιαίτερα στο "Searchers" του 1956 και το εξαιρετικό 'κλείσιμο' της ταινίας που επικεντρώνεται στη σκοτεινή φιγούρα του Wayne, ο οποίος σαν μοναχικός καβαλάρης που είναι, ποτέ δε θα μπορέσει τελικά να αποτελέσει τμήμα της παραδοσιακής, αμερικάνικης οικογένειας), εντούτοις δε γίνεται παρά να δούμε και λίγο παραπέρα από τη σκηνοθεσία, εκεί που ο κοινωνικός σχολιασμός του σκηνοθέτης βουτάει σε βουρκώδη νερά, παρουσιάζοντας τα πράγματα κατά πως τον συμφέρει.
Ο παλικαρίσιος ηρωισμός των Αμερικανών cowboys, καθώς και όλη η δυτική 'ηθική' που τους χαρακτηρίζει, έρχονται σε έντονη αντιδιαστολή με τους εγκληματίες Ινδιάνους, οι οποίοι απαγάγουν, δολοφονούν και σφετερίζονται τη γη των καλών νέων που καλπάζουν.  Τη γη που πάλαι ποτέ ανήκε στους ίδιους όντας αυτόχθονες.  Τη γη που στην ουσία ήταν από πάντα δική τους.
Αυτη ακριβώς η αντιθετική εικόνα που παρουσιάζει στις ταινίες του ο Ford, (αντιθετική από την άποψη της άρτιας σκηνοθεσίας, αλλά του προπαγανδιστικού story, το οποίο μόνο με αυτόν τον τρόπο ενισχύει την κάμερά του), είναι που ο Peckinpah έχει αποτινάξει από πάνω του και φυσικά από τις ταινίες του.  Απέναντι στους δροσερούς, νεαρούς ήρωες του Ford, βρίσκονται οι γερασμένοι εαυτοί των ανδρών που κάποτε πολεμούσαν Ινδιάνους.  Στη θέση του ερυθρόδερμου κακού, βρίσκεται η πρόοδος και η εξέλιξη.  Στη θέση της νίκης και των παραδοσιακών αξιών, βρίσκεται ο ξεπεσμός και ο θάνατος.


Αν και η κορύφωση του είδους εντοπίζεται τη περίοδο του 1940-1950, εντούτοις ένα μεγάλο ενδιαφέρον κρατούν και οι ταινίες οι οποίες προσπάθησαν να επαναπροσδιορίσουν το western από το '60 και μετά, όπως ακριβώς έκανε και ο Peckinpah.
Μπορεί η προπαγανδιστική αντίληψη των αιμοβόρων Ινδιάνων και ήταν ένα πολυπαιγμένο μοτίβο κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, παρόλα αυτά η προσωπικότητα του κεντρικού ήρωα είχε πάντα τις 'καλύτερες' προθέσεις.  Ο πρωταγωνιστής πάλευε διαρκώς και αγωνιζόταν για ένα καθαρό κούτελο, εξυμνώντας την ατομικότητά του και υπερπηδώντας πλουτοκρατικά εμπόδια, στο όνομα της τιμής του.  Ο Peckinpah έχει διαφορετική άποψη για τους ήρωες των ταινιών του.
Από την αρχή κιόλας του "The Wild Bunch" γίνεται μια νοηματική σύνδεση των ηλικιωμένων outlaws, με την κοινωνία μέσα στην οποία προσπαθούν να ενταχθούν, αλλά δε τα καταφέρνουν.  Το πλάνο ξεκινάει με την εικόνα μερικών σκορπιών (οι πρωταγωνιστές μας) και αναρίθμητων μυρμηγκιών (η ίδια η κοινωνία), τα οποία κατασπαράζουν τους δηλητηριώδεις σκορπιούς.  Όταν και οι 'δυο' ομάδες τυλιχθούν στις φλόγες, γίνεται φανερό και κάτι ακόμη: οτι οι απώλειες δεν θα είναι μονόπλευρες.  Και οι δυο θα έχουν τις δικές τους απώλειες.  Μια ξεκάθαρη δήλωση οτι η κόσμος προχωράει, εγκαταλείποντας τους παλιούς του ήρωες οι οποίοι αδυνατούν να εναρμονιστούν με τα νέα δεδομένα.  Η κοινωνία τους καταβροχθίζει.  Ο ξεπεσμός της Δύσης είναι εδώ.
Ο Peckinpah παίρνει αρκετά δάνεια από τις ταινίες του Ford, αλλά φροντίζει να τα προσαρμόσει στα δεδομένα της εποχής του.  Ο αγαθός τρελός στα western του Ford, γίνεται εδώ τρελός που διψάει για αίμα, ενώ ο δικός του κοινωνικός σχολιασμός είναι μεστός και αφορά φλέγοντα ζητήματα.


Η σκηνοθεσία του Peckinpah βοηθάει τα μέγιστα στην απόδοση του μηνύματός του, και την απεικόνιση της ξεπεσμένης ομάδας των ηρώων μας.  Το ετεροχρονισμένο μοντάζ (βλέπουμε τις σφαίρες να φεύγουν, αλλά καταλαβαίνουμε αργότερα ποιος χτυπήθηκε), το slow motion, ακόμα και το ενδοκινηματογραφικό άνοιγμα της ταινίας (η υπόθεση έχει ξεκινήσει, όταν η εικόνα παγώνει προκειμένου να δούμε το όνομα του ηθοποιού), όλα βοηθούν στη δημιουργία νοήματος.  Σε μια μάλιστα από τις καλύτερες στιγμές της ταινίας, ο αρχηγός της συμμορίας προσπαθεί να ανέβει στο άλογό του, όταν ξαφνικά ο υποβολέας σπάει, και ο ίδιος γκρεμίζεται στο έδαφος, μπροστά στα μάτια των αγοριών του.  Ο ξεπεσμός του αρχηγού, δύσκολα έχει παρουσιαστεί με καλύτερο και πιο απλό τρόπο σε άλλη ταινία.  Η κάμερα τοποθετείται πίσω από τον αρχηγό, ενώ και η μελαγχολική μουσική εντείνει ακόμα περισσότερο την αγωνία και την πικρή συνειδητοποίηση της ήττας του.  Μιας ήττας που δεν έχει καμία σχέση με Ινδιάνους και κακοποιά στοιχεία, παρά με τον ίδιο του τον εαυτό, και την κατανόηση οτι ο κόσμος δεν τους περιμένει.  Απλώς προχωράει παραπέρα.


Το "The Wild Bunch" αποτελεί μια ελεγεία, ένα κατευόδιο προς το θάνατο, έναν θάνατο οχι πλέον επικών διαστάσεων, αλλά θάνατο ανάγκης.  Ως απόκληροι αυτού του κόσμου η μόνη διέξοδός τους (όσο σκληρό κι αν ακούγεται αυτό) είναι ο θάνατος.  Όταν μάλιστα αυτό γίνεται στο όνομα της σωτηρίας ενός μέλους από αυτούς και συγκεκριμένα ενός Μεξικανού (σκεφτείτε οτι ένας Μεξικανός, ένας μαύρος ή ένας Ινδιάνος στις ταινίες του Ford θα ήταν στο περιθώριο και οι ήρωες ούτε καν θα διανοούνταν να θυσιαστούν για χάρη τους).  Ο απόλυτος ουμανισμός σε αυτή τη ταινία βρίσκεται στην καλύτερη και στη χειρότερή του μορφή.
Η ταινία είναι ένα μετά-western που μας παρουσιάζει ένα είδος σε κάμψη, όταν έχει φτάσει πλέον στο τέρμα του, παρασύροντας και τους ήρωές του μαζί.  Με σκηνοθετική δυναμική και εξαίρετες ερμηνείες από ένα πολυβραβευμένο cast (όλοι οι ηθοποιοί έχουν κερδίσει ή έχουν προταθεί για Oscar την εποχή τους), το "The Wild Bunch" δικαιολογεί απόλυτα τον τίτλο του.  Μια κλασική ταινία που όλοι πρέπει να έχουμε δει.

Τι έμαθα από τη ταινία: Βασικά ένα πράγμα.  Οτι οι παλιοί σκηνοθέτες είχαν την ικανότητα να με κάνουν να αγαπήσω ακόμα και ένα είδος που γενικά δε μου αρέσει.  Το "The Wild Bunch" το θαύμασα πραγματικά.




No trivia


Τα λέμε αύριο με καινούριο ταινιάκι : )

Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2012

What are your favorite movie opening credits? (vol.2)


  • Υπενθυμίζω οτι ψηφίζετε όσες επιλογές θέλετε και
  • οτι εάν μαζέψουμε 50 ψήφους σε αυτό το poll, θα κάνω μια μεγάλη κλήρωση για μια εξαιρετική σειρά ανθεκτικών τάπερ, που θα στείλω κατευθείαν στο σπίτι σας (χωρίς έξοδα αποστολής εννοείται, αυτά δικά μου)
Τώρα αν δε σας δελέασα με τη προσφορά μου, να πάτε σε άλλους διαγωνισμούς που δίνουν εκείνα τα φλώρικα i-phones για δώρο!  Άντε γεια!


1. The Good, the Bad and the Ugly


The Good, The Bad, and The Ugly Opening από dhamby86



2. Kiss Kiss Bang Bang






3. Sympathy for Lady Vengeance




4.  Seconds




5. Delicatessen 

Delicatessen_480p από trevor-reznik



6. Alien

(op. titles από le0pard13)


7. Goldfinger




8. The Fall




9. Reservoir Dogs



10. Vertigo




11. Zombieland




12. Charade




13. The Shining




14. The Wild Bunch

The Wild Bunch: Opening Titles από le0pard13


15. Fight Club

Fight Club - Open Title από jojo691338

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2012

The Descendants: A family movie in luau tones

NEW ARRIVAL


Χαίρετε χαίρετε και πάλι παιδιά!  Λοιπόν Πέμπτη σήμερα και έχουμε νέες ταινιούλες στις αίθουσες οι οποίες στη τελική δε λένε και πολλά.  Έχουμε τη Kate Beckinsale με τη δερμάτινη στολή της στο "Underworld: Awakening", ξαναμανά βρυκόλακες και λυκάνθρωποι, το μετριότατο απ'οτι φαίνεται "Man on a Ledge" με τον γενικώς και αορίστου αταλάντου Sam Worthington, καθώς και το δικό μας "Παράδεισος" του Παναγιώτη Φαφούτη που κάτι λέει.  Παρόλα αυτά υπάρχει και μια ταινία που καταφέρνει να ξεχωρίσει ανάμεσα στης υπόλοιπες και φαίνεται πως ήδη πάει φορτσάτη για Oscar.  Το "The Descendants" με τον George Clooney είναι μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς αναμφίβολα.  Τους λόγους για τους οποίους συμβαίνει αυτό, θα τους δούμε παρακάτω.  Ξεκινάμε!


Ο Mat King (George Clooney) είναι ένας οικογενειάρχης που ζει στην ονειρεμένη Χαβάη, έχοντας στη κατοχή του ένα παραδεισένιο κομμάτι γης που κληρονόμησε από τους προ-προ-προπάππους του  και το οποίο αξίζει μια περιουσία.  Εν μέσω πολυάθιρμων ξαδέλφων μάλιστα είναι υπεύθυνος για τον καθορισμό του καλύτερου τρόπου με τον οποίο θα μπορέσουν να εκμεταλλευτούν οικονομικά αυτή τη περιοχή και στην ουσία να χεστούν στα dalas.  Θα έλεγε κανείς οτι ο Mat ζει μια υπέροχη ζωή στο καταπράσινο και παραμυθένιο νησί της Χαβάης.  Κάτι τέτοιο όμως δε συμβαίνει.
Όταν η γυναίκα του Elizabeth (Patricia Hastie) πέσει σε κώμα μετά από ένα ατύχημα με σκάφος, ο Mat θα κλιθεί να στοκάρει τις οικογενειακές του τρύπες, μετά την αποκάλυψη οτι η γυναίκα του τον απατούσε με έναν νεαρό μεσίτη ακινήτων ονόματι Brian Speer (Matthew Lillard).  Την ίδια στιγμή παράλληλα με την προσπάθεια του μοιχειακού χωνέματος, ο Mat θα πρέπει να ανακατασκευάσει τη μέχρι τότε αδιάφορη σχέση με τις δυο του κόρες Alexandra (Shailene Woodley) και Scottie (Amara Miller).  Έπειτα από την ουσιώδη απουσία του από τα τεκταινόμενα της οικογένειάς του, ο Mat θα προσπαθήσει να εξιλεωθεί μέσα από ένα ταξίδι που θα ξεκινήσει μαζί με τα παιδιά του, σε αναζήτηση του άνδρα που ξεμυάλισε τη γυναίκα του.  Αυτή η περιπέτειά θα είναι γεμάτη από πικρή συνειδητοποίηση, αλλά θα αποτελέσει και την καλύτερη ευκαιρία προκειμένου τα χαρτιά να βγουν στο τραπέζι και η παρτίδα να τελειώσει μια και καλή, με νικητές και ηττημένους να μοιράζονται οτι έχει απομείνει.


Ο ελληνοαμερικανός σκηνοθέτης Alexander Payne επιστρέφει και πάλι στα κινηματογραφικά δρώμενα έπειτα από απουσία πέντε ετών (το 2006 είχε σκηνοθετήσει ένα segment από τη ταινία "Paris, je t'aime").
Αυτή τη φορά ο Payne χρησιμοποιεί για ακόμη μια φορά το κλασικό του ταινιακό μοτίβο το οποίο θα μπορούσε εύκολα να χαρακτηριστεί ως ένα κωμικό δράμα ή μια δραματικίζουσα κωμωδία, πείτε το όπως θέλετε.  Δίνοντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο και πάλι σε έναν άνδρα που βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή της ζωής του και έρχεται αντιμέτωπος με τα αποτελέσματα της δικής του (εκτενούς απ'οτι καταλαβαίνουμε) απουσίας από την οικογενειακή εστία, καταφέρνει να δημιουργήσει για ακόμη μια φορά μια ταινία που κινείται στα παλαιότερα, σκηνοθετικά του δημιουργήματα.
Η μοιχεία, η μοναξιά του βασικού ήρωα και η κατάλυση του αμερικανικού, οικογενειακού προτύπου, παίζουν στο "The Descendants" στο φουλ και δημιουργούν ένα story κοινωνικού προβληματισμού και αδιέξοδων, με μια εσάνς χιουμοριστικών ατακών και c'est la vie διάθεσης.
Όπως και στις προηγούμενες δουλειές του έτσι και εδώ ο Payne μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη υλικό από νουβέλα και συγκεκριμένα της συγγραφέως Kaui Hart Hemmings.  Τα "Election" (1999), "About Schmidt" (2002) και "Sideways" (2004) βασίζονται εξίσου σε βιβλιακό προϊόν, με το "Sideways" μάλιστα να κερδίζει και το Oscar Καλύτερου Προσαρμοσμένου Σεναρίου εκείνης της χρονιάς.


Όπου κι αν έχει μέχρι τώρα προβληθεί, το "The Descendants" έχει προκαλέσει αίσθηση στο κοινό (καλά για τους κριτικούς δε το συζητώ, μιας που ο Payne φαίνεται να αγαπιέται πολύ από αυτούς για τη δουλειά του κάθε φορά) και αν με ρωτήσετε γιατί μπορώ σίγουρα να σας πω οτι δεν είναι για το σενάριό της.  Κακά τα ψέματα η υπόθεση της ταινίας είναι κάτι το συνηθισμένο (οχι κακό, απλά συνηθισμένο) με το θέμα της εξωσυζυγικής σχέσης που είναι και πολύ της μόδας, να αποτελεί απλά την αφορμή προκειμένου να παρακολουθήσουμε επί δυο ώρες περίπου την εξέλιξη ενός οικογενειακού δράματος.  Αυτό που στην ουσία νομίζω οτι κερδίζει τις εντυπώσεις είναι σε πρώτη φάση το cast, το οποίο είναι εξαιρετικό, με έναν Clooney μάλιστα να δίνει μια από τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας του, η ανάλαφρη σκηνοθεσία του Payne η οποία σου δημιουργεί την αίσθηση οτι μπορείς να αισθανθείς σχεδόν στο δέρμα σου το δροσερό, χαβανέζικο αεράκι, και φυσικά το γεγονός οτι οι ήρωες είναι απλοί, καθημερινοί άνθρωποι.  Και έτσι ακριβώς αντιδρούν.
Ο Clooney είναι ένας απατημένος σύζυγος που προσπαθεί να μαζέψει τα ασυμμάζευτα, η μεγάλη κόρη η Alexandra είναι μια τυπική teenager που προσπαθεί να αποδεχτεί όλο αυτό που συμβαίνει στο σπίτι, ενώ η μικρούλα Scottie είναι ένα αντιδραστικό πιτσιρίκι που κάνει διαρκώς τις λάθος ερωτήσεις.  Στην ουσία δηλαδή βλέπουμε μια απόλυτα ρεαλιστικά δομημένη ταινία, πάνω σε ένα θέμα που μπορούμε να εντοπίσουμε στην καθημερινότητα του οποιουδήποτε, είτε αυτός βρίσκεται στη Χαβάη, είτε στην Ιαπωνία, είτε στην Ελλάδα.  Όταν μάλιστα αυτές οι πολύ down to earth ερμηνείες, ακολουθούνται από μια εξαιρετικά παιγμένη πρόζα, τότε είναι αναπόφευκτο ο θεατής να ταυτιστεί με τον ήρωα, να γελάσει μαζί του, να θυμώσει και να συγκινηθεί.  Και πιστέψτε με όταν είχα τη τύχη να δω τη ταινία από τους πρώτους στη Μυστική Πρεμιέρα του Δαναού, φαινόταν πως το κοινό vibe μας είχε επηρεάσει το ίδιο μέσα στην αίθουσα.  Στις δε χιουμοριστικές στιγμές, δεν έμενε κανένας εκτός.




Χωρίς να θέλω να γίνω υπερβολική (δε συμφωνώ εξάλλου με όσους λένε οτι αυτή είναι Η καλύτερη ερμηνεία του Clooney σε όοοολη τη καριέρα του), δε μπορώ παρά να συμφωνήσω οτι η παρουσία του στη ταινία είναι αυτή που σηκώνει τη μεγαλύτερη συζήτηση και αποτελεί προφανέστατα τον βασικότερο λόγο για την μεγάλη της επιτυχία.
Αυτή τη φορά ο Clooney βρίσκεται μακριά από το πρότυπο του αρσενικού γόη, του οπλισμένου δολοφόνου και του μυστικού πράκτορα, φοράει τα παρδαλά του, χαβανέζικα πουκάμισα και φωνάζει οργισμένος στην, υπό κωματώδη κατάσταση, γυναίκα του, σε μια από τις καλύτερες στιγμές της ταινίας.
Όλη η απόγνωση της αλήθειας, της πατρικής φυσιογνωμίας με την οποία ουδεμία σχέση έχει, των σημαντικών αποφάσεων που καλείται να πάρει σχετικά με το παρθένο κομμάτι γης και τη τύχη του, καθώς και η δρομολόγηση μιας υγιούς σχέσης με τους γύρω του, όλα εκφράζονται ιδανικά στο πρόσωπο του Clooney ο οποίος δε μασάει τα λόγια του, αλλά είναι ντόμπρος και ερμηνευτικά ειλικρινής.  Τσαλακώνεται και βρίσκεται στη θέση του κερατά (ω τι ντροπή!) μόνο για να καταφέρει να λυτρωθεί μέσα από αυτό και να επέλθει πια ειρήνη κάτω από την οικογενειακή στέγη.  Κι αν σας φαίνεται εύκολο αυτό, ε λοιπόν, δεν είναι.
Ο Clooney μοιάζει πιο ώριμος από ποτέ στους "Απόγονους" οι οποίοι επειδή ακριβώς έχουν μια υποφαινόμενη διττή σημασία, αντικατοπτρίζουν τόσο την εξαίρετη ερμηνεία του, όσο και όλη τη ταινία μέσα σε μια έννοια.  Σύμφωνα με τον κ. Κουτσογιαννόπουλου και την κριτική του για την ταινία στην εφημερίδα LIFO, το descend σημαίνει επίσης 'κάθοδος', συνεπώς το the descendants θα μπορούσε εύκολα να διαβάζεται και ως "αυτοί που κατεβαίνουν, που κατρακυλούν" και στην πραγματικότητα αυτό ακριβώς είναι αν το σκεφτεί κανείς.  Η κάθοδος ενός ανθρώπου μέσα στην ηχηρή σαν χαστούκι πραγματικότητά του, και η 'κλωτσιά' που δίνει, προκειμένου να καταφέρει να βγει και πάλι στην επιφάνεια.  Το κόστος δε θα είναι μικρό, αλλά το ηθικό δίδαγμα καίριας σημασίας.  Και ο George μοιάζει να έχει πιάσει το νόημα.


Η ταινία του Payne έχει τη τύχη να απαρτίζεται από ηθοποιούς με περίσσιο ταλέντο, όπως το κορίτσι του "The Secret Life of the American Teenager" Shailene Woodley, η οποία στο πλευρό του πατέρα-Clooney δίνει μια πολύ καλή ερμηνεία, με μια φυσικότητα που περνάει τόσο smouth-αριστά λες και παρακολουθείς τη ζωή της γειτόνισσας σου (ή και οχι καθότι αυτό θα ήταν αρκετά creepy).  Η μικρή Amara Miller είναι αξιαγάπητη και το πρόσωπό της ο ερμηνευτικός της καμβάς.  Έκπληξη αποτελεί και η επιλογή του goofy ηθοποιού Matthew Lillard για τον ρόλο του τρομερού εραστή, μιας που στο ενεργητικό του μετράει ταινιάρες όπως το "Scooby- Doo" (2002), το "She's All That" (1999) και το "The Pool Boys" (2010).  Μικρός ο ρόλος του εδώ, σίγουρα οχι αναντικατάστατος, και γενικά θα πρέπει να να είναι ευτυχισμένος με την ευκαιρία που του δόθηκε να παίξει και σε μια αξιόλογη ταινία.  Έκπληξη (θετική αυτή) ήταν και η παρουσία της Judy Greer (περίεργες οι ταινιακές της επιλογές, αλλά δε τη λες και πολύ κακή) σε έναν ρόλο που...θα τον δείτε δε σας λέω!
Σε γενικές γραμμές το "The Descendants" είναι μια δραματική ταινία, με κωμικές εξάρσεις που βασίζονται στις ατακαδόρικες αντιδράσεις των πρωταγωνιστών, επενδυμένη με μπόλικες luau, μουσικές νότες και τοποθετημένη στην υπέροχη Χαβάη.  Παράλληλα εκτός από το καθαρά οικογενειακό θέμα του ήρωα, η προσπάθεια σχετικά με το τι θα γίνει με το κομμάτι της γης, έρχεται να προσθέσει extra βαθμούς ενοχικού συνδρόμου στον ήρωα, και να βάλει το λιθαράκι της στην ολοκληρωτική μεταμόρφωσή του, μέσα από τις καταστάσεις.  Στα συν και η ζεστή, αφηγηματική φωνή του Clooney.
Λίγο από' δω, λίγο απο'κει φαντάζομαι δικαιολογεί και τις 5 στο σύνολο, υποψηφιότητές του για Oscar.  Till then (26 Φλεβάρη να θυμάστε), τσεκάρετέ την.  Νομίζω οτι θα σας αρέσει ; )

Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι η γροθιά ενός ηλικιωμένου κάνει καλή δουλειά, οτι τα πουκάμισα του Clooney μου θυμίζουν αυτά που φορούσε και ο Πανταζής όταν τραγουδούσε 'το ωραιότερο πλάσ-σ-σμα του κόσ-σ-σμου...' και έφευγαν τα γαρύφαλλα σωρός και οτι ακόμα και ο Clooney να είσαι το κέρατο μάλλον δε το γλυτώνεις.



No Trivia


H TV ΣΗΜΕΡΑ....

STAR: 02:15 The Shining του Stanley Kubrick, με τον Jack Nicholson.  Epic, απλά.

Αύριο έχουμε poll με opening credits vol.2.  Να είστε εδώ!!

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2012

The Artist: It smells like old, silent Hollywood

Καλημέρα καλημέρα σε όλους.  Σήμερα είναι μια περίεργη μέρα η αλήθεια είναι, καθώς όλοι μάθαμε από σήμερα τα ξημερώματα εν μέσω άπειρων τουιτερισμάτων και απανωτών like (αυτό ποτέ δε το κατάλαβα) την είδηση σχετικά με τον θάνατο του μεγάλου σκηνοθέτη μας, Θεόδωρου Αγγελόπουλου.  Αυτό που όλοι απευχόμασταν χθες το βράδυ όταν και μάθαμε για το τροχαίο ατύχημα στο οποίο επεπλάκει, δυστυχώς δεν αποφεύχθηκε και ο τεράστιος δημιουργός άφησε τη τελευταία του πνοή σε ηλικία 77 ετών, στο ιδιωτικό νοσοκομείο στο οποίο είχε μεταφερθεί.  Η τραγική ειρωνία είναι πως το συμβάν έγινε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της νέας του ταινίας "Η Άλλη Θάλασσα".  Εμείς να ευχηθούμε μόνο καλό ταξίδι...
Στα δικά μας τώρα, αποφάσισα σήμερα να γράψω για το "The Artist" το οποίο επιτέλους είδα (κάλλιο αργά παρά ποτέ!) και το οποίο μου άφησε μια τόσο γλυκιά γεύση με αποτέλεσμα να κερδίσει εύκολα μια θέση στο blogaki μου.  Με αφορμή μάλιστα και την χθεσινή ανακοίνωση των υποψηφιοτήτων των Oscar, είναι νομίζω η καλύτερη επιλογή.  Ξεκινάμε!


Βρισκόμαστε στο Hollywood του 1927.  Την εποχή που ο βωβός κινηματογράφος έχει ήδη κατακτήσει το κοινό, το οποίο συρρέει στις αίθουσες προκειμένου να παρακολουθήσει από κοντά τα αγαπημένα του αστέρια και να μυηθεί στην μαγεία της έβδομης τέχνης.  Ανάμεσα στα μεγάλα ονόματα της κινηματογραφικής βιομηχανίας του τότε βρίσκεται και ο George Valentin (Jean Dujardin), ένας ηθοποιός που φαίνεται πως ξέρει να χειρίζεται με την ίδια ευκολία το ερμηνευτικό, και το show-businessικό παιχνίδι.
 Όταν κάποια στιγμή ο George νοιώσει ερωτικά σκιρτήματα για μια ανερχόμενη, νεαρή ηθοποιό την Peppy Miller (Berenice Bejo), και συνειδητοποιήσει μάλιστα οτι και η ίδια χαρακτηρίζεται από ένα φλέγον ενδιαφέρον για τον ίδιο, τότε θα θελήσει να παίξει αυτό το ειλικρινές, ερωτικό παιχνίδι με την όμορφη νεαρά.  Και κάπου εκεί όλα θα γκρεμιστούν.
Μια μέρα ο Goerge θα δεχτεί την πρόταση του παραγωγού του Al Zimmer (John Goodman) να παρακολουθήσει κάτι καινούριο, κάτι εντυπωσιακό και πρωτόγνωρο: την πρώτη ομιλούσα ταινία.  Ο Valentin θα προβάλει σθεναρά αντίσταση απέναντι στην 'εισβολή' των ομιλούντων φιλμ και σιγά σιγά θα αρχίσει να χάνεται στη λήθη του παρελθόντος, μιας που οι θεατές θα αγκαλιάσουν αυτή τη νέα ταινιακή μορφή, και φυσικά το φρέσκο αίμα που τη συνοδεύει.  Όταν μάλιστα η Miller αποτελέσει το ανερχόμενο, στραφταλιζέ, κινηματογραφικό αστεράκι της εποχής, ο Valentin θα οδηγηθεί στην οριστική ρήξη με τον κόσμο γύρω του και κυρίως, με τον ίδιο του τον εαυτό...


Κανείς δε μπορεί να αμφισβητήσει το γεγονός οτι το "The Artist" αποτελεί την πιο ευχάριστη και ιδιαίτερη έκπληξη της χρονιάς, μιας που έσκασε από το πουθενά, συγκίνησε και προκάλεσε το δυνατό χειροκρότημα του κοινού όπου και αν προβλήθηκε.
Μόλις λίγους μήνες πριν είχε έρθει στις δικές μας "Νύχτες Πρεμιέρας" και όλοι μιλούσαν για αυτή την ασπρόμαυρη, βωβή ταινία που είχε την αίγλη του παλιού, καλού Hollywood.  Η σκηνοθεσία, τα κοστούμια, η απουσία φυσικά των διαλόγων και η μπαμπακένια μουσική επένδυση την οποία έχουμε συνηθίσει από τις ταινίες του 1910, '20 και λίγο αργότερα, αλλά και οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών που παρέπεμπαν με ευκολία στις σπασμωδικές κινήσεις και το γενικότερο στήσιμο των silent actors, έκαναν ξεκάθαρο από την αρχή το γεγονός οτι αυτή η ταινία δε μοιάζει με τις άλλες.  Στέκεται μόνη της στο ψηλότερο σκαλί για φέτος.  Ή ίσως και να της κάνει παρέα εκεί ψηλά το "Hugo" του Scoresese.  Και αν τσεκάρει κανείς τον λόγο για τον οποίο συμβαίνει αυτό, μάλλον θα διαπιστώσει κάτι πολύ, πολύ ενδιαφέρον.
Και οι δυο ταινίες πραγματεύονται το παρελθόν του κινηματογράφου.  Από τη μια πλευρά το "The Artist" κάνει μια μεταφορά του τότε στο σήμερα, προκειμένου να μας παρουσιάσει την παραγωγή των ταινιών την δεκαετία του '20, την ατμόσφαιρα της εποχής και την ομορφιά των απαρχών του κινηματογράφου όπως τον ξέρουμε πλέον μέσα από τις ταινίες των Charlie Chaplin, D.W Griffith, Fritz Lang, F.W Murnau, Buster Keaton και τόσον άλλων μεγάλων δημιουργών.  Αυτή η επιστροφή στις ρίζες εντείνεται ακόμα περισσότερο και από τη 3D ταινία του Scorsese, "Hugo" στην οποία ο μικρός πρωταγωνιστής γίνεται μάρτυρας των παραμυθένιων αποτελεσμάτων ενός ακόμη σπουδαίου σκηνοθέτη ο οποίος αποτέλεσε τον πατέρα του φανταστικού για τη μεγάλη οθόνη: του Georges Melies.


Η ανάγκη για μια επαναφορά της τεχνικής φύσης και ομορφιάς του κινηματογράφου μοιάζει πιο επιτακτική από ποτέ.  Το φιλμ (είδος υπό εξαφάνιση πλέον), η μαγεία του ασπρόμαυρου, η σκηνοθεσία μιας άλλης εποχής και ολόκληρη η αναπαράσταση ενός διαφορετικού, κινηματογραφικού κόσμου στο "The Artist" σου αφήνουν μια γλυκόπικρη αίσθηση χαμένης αθωότητας, τότε που οι γυναίκες ήταν ντελικάτες και εύθραυστες και οι άντρες ευγενείς κύριοι.  Από την άλλη ο Scorsese ως γνήσιο 'παιδί' της Αμερικής επιχειρεί να συνδυάσει το μυθοπλαστικό, σεναριακό περιεχόμενό του (παλιό), με την νέα σκηνοθετική ματιά του 3D (καινούριο) που εάν κρίνουμε και από τα 11(!) Oscar για τα οποία είναι υποψήφια (ανάμεσά τους αυτά της Καλύτερης Ταινίας και Σκηνοθέτη), μάλλον μιλάμε για έναν επιτυχημένο συνδυασμό που προκάλεσε και αυτός αίσθηση.
Για μια μόλις υποψηφιότητα το "The Artist" βρίσκεται μια θέση πίσω, διεκδικώντας 10 Oscarakia και επιβεβαιώνοντας στην ουσία την ανάγκη ύπαρξης και αυτού του κινηματογράφου, μέσα σε μια περίεργη ομολογουμένως ταινιακή χρονιά.
Παρά τις λίγο χαμηλές πτήσεις όσον αφορά την απονομή βραβείων και παραβραβείων (φέτος ο ανεξάρτητος κινηματογράφος που για εμένα υπήρξε από τους καλύτερους των τελευταίων ετών, σνομπαρίστηκε αβέρτα από τις γκλαμουράτες απονομές, με αποτέλεσμα να μιλάμε για πολλές...πολλές γελοίες υποψηφιότητες στα φετινά Oscar και άλλες τόσες απαράδεκτες απουσίες) το "The Artist" φαίνεται πως έχει κάνει ξεκάθαρη αίσθηση σε κριτικούς και ακαδημίες, κερδίζοντας τη μια υποψηφιότητα μετά την άλλη.  Σίγουρα ο σκηνοθέτης του, Michel Hazanavicius δε θα το είχε φανταστεί ούτε στα πιο τρελά του όνειρα.


Μετρώντας στο ενεργητικό του μερικές μάλλον αδιάφορες τηλεοπτικές ταινίες και σειρές, ο Hazanavicius δεν είναι αυτό που λέμε σκηνοθέτης με σταθερή, κινηματογραφική πορεία, καθώς οι ετερόκλητες-και οχι πολλές-δημιουργίες του σίγουρα δε προϊδέαζαν κανέναν για το ξαφνικό, σαρωτικό του μπαμ.  Ίσως ούτε καν τον ίδιο.
Οι μόνες του ταινίες στις οποίες είχε συναντήσει επιτυχία (και αυτή στη Γαλλία, τη χώρα του) βασίζονταν στις νουβέλες του συγγραφέα Jean Bruce, ο οποίος είχε δημιουργήσει τον χαρακτήρα του  Hubert Bonnisseur de la Bath, ενός κατασκόπου α λα James Bond στο χιουμοριστικό του.  Ο Hazanavicius είχε δώσει και πάλι τον πρωταγωνιστικό ρόλο του καρδιοκατακτητή, αλλά κωμικού πράκτορα Bonisseur, στο Jean Dujardin ο οποίος μάλλον αποτελεί και επισήμως τον μούσο του σκηνοθέτη, μιας που πρωταγωνιστεί και στην επόμενή του ταινία, "The Players" (2012).
Ο Dujardin μπορεί να ήταν καλός στις ταινίες "OSS 117: Cairo, Nest of Spies" (2006) και "OSS 117: Lost in Rio" (2009) καθώς φαίνεται πως διαθέτει ένα αρκούντως γκαφατζίδικο και χιουμοριστικό προφίλ, εντούτοις η ερμηνεία του στο "The Artist" είναι χωρίς υπερβολές, μια από τις καλύτερες για τη φετινή μας χρονιά.
Κατανοώντας πλήρως το αυστηρό, ερμηνευτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο έπρεπε να κινηθεί, ο Dujardin δίνει μια πληθωρική και εξαιρετικά δυναμική ερμηνεία, που στηρίζεται ολοκληρωτικά στις εκφράσεις του προσώπου και τη γλώσσα του σώματος.  Αν και οι ηθοποιοί στη ταινία έχουν μια άφωνη πρόζα (όπως ακριβώς και στις original βωβές ταινίες), εντούτοις ο θεατής κολλάει στα πρόσωπα και τις κινήσεις των ηρώων.  Ο Dujardin υποδύεται τον μοναχικό καβαλάρη σε μια καινούρια εποχή οπού ο κινηματογράφος θέλει να μιλήσει, αναγκάζοντάς τον-ω τι ειρωνεία- στην (αναγκαστική) βουβαμάρα που τόσο επιθυμούσε, μακριά από τα στούντιο και τις κάμερες που κάποτε τον αγάπησαν.  Το πέρασμά του από τον επιτυχημένο ηθοποιό, στον ξεπεσμένο, αλκοολικό του εαυτό γίνεται υπέροχα, και η κάμερα του Hazanavicius επιμένει πάνω του για να δώσει στον ήρωα τον απαιτούμενο χρόνο της εσωτερικής του διάλυσης.  Ο Dujardin παίρνει τον χρόνο αυτόν και τον εκμεταλλεύεται στο έπακρο.  Υπέροχος.


Από σκηνοθετικής πλευράς το "The Artist" αξίζει ως καλλιτεχνικό αποτέλεσμα που θυμίζει σε όλους μας την εποχή στην οποία ο κινηματογράφος απαρτιζόταν από τα υλικά με τα οποία κατασκευάζονται τα όνειρα.
Από τους τίτλους έναρξης, την εστίαση του φακού, τα καδραρίσματα, τους χαρακτηριστικούς μεσότιτλους και τη γενικότερη φόρμα, ο Αρτίστας είναι μια ταινία, μέσα σε μια ταινία.  Είναι ο κινηματογράφος, για τον κινηματογράφο σε σημείο μάλιστα που αρκετές φορές η κάμερα του σκηνοθέτη στο πλαίσιο του σεναρίου της ταινίας, να ταυτίζεται με την κάμερα του Hazanavicius.  Η αναπαράσταση της εποχής, τα εκπληκτικά κοστούμια και η ρομαντική διάθεση του πρωταγωνιστικού ζευγαριού, καθιστούν την ταινία μια υπέροχη ιστορία αγάπης και θύμησης των περασμένων, πραγματικών μεγαλείων.
Στο πλευρό του Dujardin η Bejo είναι η ιδανική παρτενέρ.  Φρέσκια και λαμπερή, αποτελεί το τέλειο έτερον ήμισυ του πρωταγωνιστή, κερδίζοντας και αυτή μια υποψηφιότητα για Oscar 'Β Γυναικείου, μιας που και ο Dujardin είναι υποψήφιος στη κατηγορία 'Α Ανδρικού.  Βεβαίως να μη ξεχάσω την υπέροχη παρουσία του...μικρού Jack Russell Terrier ο οποίος σίγουρα κέρδισε τις εντυπώσεις και τις καρδιές των θεατών, με την απόλυτα επαγγελματική του εκπαίδευση! : )
Το "The Artist" είναι στην ουσία ένα ρομάντζο από τα παλιά, μια ιστορία αγάπης με φόντο το Hollywood όταν ήταν ακόμη Hollywoodland.  Με απόλυτο σεβασμό στη πιστή αναπαράσταση, υπέροχες σκηνοθετικές/σεναριακές πινελιές (η στιγμή του εφιάλτη του Valentin είναι απλή έμπνευση) και μοναδική φωτογραφία, αποτελεί μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς και αδιαφιλονίκητο φαβορί για τα Oscars.  Όσοι δε την έχετε δει ακόμα, τρέξτε!

Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι η 'ελιά' κάνει τη διαφορά (κάτι ήξερε η Μαντόνα), οτι κάτι ήξερα και αγαπούσα πάντα τον σκύλου του Jim Cary στο "The Mask" και οτι η ταινία ήταν μια πραγματική ανακούφιση για τα μάτια και την καρδιά μου.




TRIVIA

  • Το σπίτι της Peppy Miller στη ταινία, είναι το σπίτι της μεγάλης star του βωβού κινηματογράφου Mary Pickford, ενώ το κρεβάτι πάνω στο οποίο ξυπνάει ο Valentin είναι το κρεβάτι της.
  • Σε αντίθεση με την επιτυχημένη μετάβαση της Greta Garbo από τον βουβό στον ομιλούντα κινηματογράφο, ο συμπρωταγωνιστής της John Gilbert δεν κατάφερε ποτέ να κάνει μια επιτυχημένη μετάβαση στις ομιλούσες ταινίες.
  • Σε μερικές αίθουσες της Αγγλίας οι θεατές ζήτησαν τα λεφτά τους πίσω επειδή λέει είχε πρόβλημα η κόπια και δεν άκουγαν τους διαλόγους!  Ευτυχώς δηλαδή που ήταν ενημερωμένοι οτι επρόκειτο για silent film...
(Πηγή IMDB)


Αύριο έχουμε new arrival με "The Descendants".  Stay here!

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2012

The Yellow Sea (a.k.a Hwanghae): Time to run...

Γεια σας παιδάκια!  Σήμερα σας είχα πει οτι θα αργούσα περισσότερο απ'οτι συνήθως να ανεβάσω ταινιούλα, καθώς είχα μια πολύ πολύ όμορφη δουλίτσα που δε χωρούσε αναβολή : ).  Για τον λόγο αυτό αν και απογευματάκι ήδη, θα κάνουμε μια μικρή (ελπίζω δηλαδή, για να μη μας πάρει και το ξημέρωμα) κριτικούλα για μια πολύ καλή, κορεάτικη ταινία (έτσι για να μη ξεχνιόμαστε κιόλας) του 2010.  "The Yellow Sea".  Για να δούμε.


Ένας ταξιτζής που ζει σε μια περιοχή ανάμεσα σε Κίνα-Ρωσία και Βόρεια Κορέα, βλέπει τη ζωή του να καταστρέφεται από τα ολοένα και αυξανόμενα χρέη.  Με τη γυναίκα του να έχει φύγει πάνω από εξάμηνο για τη Κορέα, σε μια προσπάθεια να μαζέψει χρήματα, απομένει μόνος και απελπισμένος.  Απειλούμενος από κάτι μυστήριους τύπους οι οποίοι απαιτούν τα χρήματα που τους χρωστάει και φοβούμενος για την τύχη της μικρής του κορούλας, προσπαθεί να βγάλει κάποια extra λεφτά παίζοντας mah-jong.  Το μόνο που καταφέρνει τελικά είναι να βυθιστεί ακόμα περισσότερο στα χρέη.  Όταν μια μέρα ένα σκληρό αφεντικό της νύχτας του προτείνει τη χρηματική διέξοδο και τη δυνατότητα να μεταβεί στη Κορέα προκειμένου να βρει τη γυναίκα του, ο ήρωας θα δεχτεί.  Θα πρέπει όμως να πληρώσει ένα αντίτιμο: να εκτελέσει εν ψυχρώ έναν άνδρα.  Από τη στιγμή που θα μπλεχτεί στην υπόθεση, δεν υπάρχει γυρισμός, καθώς οι αλυσιδωτές αντιδράσεις που θα ξεσπάσουν, θα σαρώσουν κάθε ανθρώπινο κορμί που θα βρεθεί στο δρόμο τους...
Ο σκηνοθέτης της ταινίας Hong-jiin Na μετράει στο ενεργητικό του μονάχα μια ακόμη ταινία, το "The Chaser" (2008) το οποίο οχι μόνο ομοιάζει πολύ υποθεσιακά στη σημερινή μας ταινία, αλλά απαρτίζεται και από το ίδιο πρωταγωνιστικό cast.
Αν και μέχρι σήμερα μετράει δυο φιλμάκια, εντούτοις φαίνεται να διαθέτει το ταλέντο των πιο γνωστών Κορεατών σκηνοθετών όπως ο Park και ο Ji-woon Kim, καθώς οι ταινίες του είναι γεμάτες ένταση, αγωνία και στιλιζαρισμένη βία.  Όσο δηλαδή ακριβώς πρέπει.


Η ταινία συνδυάζει με ωραίο τρόπο την περιπέτεια και το δραματικό στοιχείο, αφού στην ουσία παρακολουθούμε το προσωπικό δράμα του ήρωα, όπως αυτό εξελίσσεται μέσα από το περιπετειώδες ταξίδι του στη Κορέα.
Έχω την εντύπωση, χωρίς να θέλω να γίνομαι πικρόχολη, οτι αυτός είναι ο σωστός τρόπος να γυρίζεις μια ταινία δράσης.  Το νόημα δε βρίσκεται στους ατέλειωτους πυροβολισμούς, τα Στεϊθαμικά νταϊλίκια και τις υπερ-ψεύτικες σκηνές κυνηγητού.  Όπως έχω πει, έχω ξαναπεί και έχω ξαναματαπεί, οι Ασιάτες έχουν την ικανότητα να σκηνοθετούν αριστοτεχνικά κάθε είδος ταινίας.  Από τρόμου και ανάλαφρες κωμωδιούλες, μέχρι μυστηρίου, δυνατές περιπέτειες και βαριά κοινωνικοδραματικά εργάκια που μπορούν να σε κάνουν να πλαντάξεις από το κλάμα.
Αν και πολλές φορές οι δημιουργίες τους χαρακτηρίζονται από υπερβολή και άρρωστες (για τα δυτικά μυαλά σίγουρα) καταστάσεις, εντούτοις αυτή είναι μια παντιέρα που χρησιμοποιείται κατά κόρον από τους σκηνοθέτες, τους παραγωγούς και τους ερμηνευτές, ορίζοντας τον σύγχρονο-κυρίως-ασιατικό κινηματογράφο.  Ποιος δεν έχει μείνει αποσβολωμένος με τη τελευταία σκηνή του "Oldboy", με το cyberpunk consept του "Tetsuo" ή την ανατριχιαστική Samara του "Ringu";  Ποιος δεν έχει συγκινηθεί με την ποιητική σχεδόν ταινία "Dolls" του Takeshi Kitano και το ελεγειακό "Spring, Summer, Fall, Winter...and Spring" του Kim Ki-duk;  Ναι, φαντάζομαι οτι καταλάβατε τι εννοώ.


Το "The Yellow Sea" είναι μια ιστορία για την τελευταία ευκαιρία, τη ύστατη προσπάθεια και το σημείο μηδέν στο οποίο μπορεί να φτάσει κάθε άνθρωπος στη ζωή του.  Με ειλικρίνεια και την απαραίτητη ωμότητα, παρουσιάζεται η αναποδογυρισμένη ζωή του πρωταγωνιστή, που παλεύει με τη μοίρα, τις ορδές των διαφόρων τσιρακίων και κυρίως με τον ίδιο τον χρόνο.
Αντιμέτωπος με τη περιθωριοποιημένη πραγματικότητα στην οποία ζει, πρέπει να βρει τη δύναμη και το κουράγιο να συνεχίσει λίγο ακόμα και λίγο ακόμα και άλλο λίγο, μέχρι το τέλος.  Γιατί στην ιστορία στην οποία βρίσκεται μπλεγμένος δε μπορεί να κάνει τίποτα άλλο από το να 'καθαρίζει' και να προχωρά.
Η ταινία θυμίζει σε μερικές σκηνές Oldboy (θα έλεγα οτι υπάρχουν σκηνές στις οποίες είναι σαν να παρακολουθώ την ταινία του Park), καθώς χαρακτηρίζεται από την ίδια δυναμική και ένταση.  Ο σκηνοθέτης μεταφέρει τον ήρωά του από ανοιχτούς χώρους, σε κλειστούς και το αντίστροφο, μόνο για να εντείνει ακόμα περισσότερο την ασφυκτική αίσθηση την οποία αισθάνεται κανείς, ιδιαίτερα όταν βρίσκεται σε ξένη χώρα.  Πόσο μάλλον τώρα που ο κεντρικός ήρωας βάλλεται από διάφορες κατευθύνσεις ως ο βασικός υπαίτιος μιας δολοφονίας την οποία ποτέ δε διέπραξε στη τελική!
Η σκηνοθεσία του Na είναι εκπληκτική.  Το γρήγορο μοντάζ, οι αιφνίδιες εναλλαγές των ηθοποιών και το προσεγμένο story, δημιούργησαν μια κολασμένη μίξη που με την ενέργεια και την νεο-noir ατμόσφαιρά της δε γίνεται να σε αφήσει αδιάφορο.



Η μοναδική ένσταση είναι οτι ίσως κάποια στιγμή και να χαθείτε λιγάκι εξαιτίας των πολλών ονομάτων που εμπλέκονται στην υπόθεση και που όπως ξέρετε, λίγο πολύ μοιάζουν μεταξύ τους.  Θα πρέπει να είστε αρκετά προσηλωμένοι προκειμένου να μη χάσετε από τα μάτια σας την υπόθεση, γιατί τότε θα είναι αρκετά δύσκολο να καταλάβετε το τι συμβαίνει.
Εκτός από αυτό το μικρό λοιπόν θεματάκι, καλό θα είναι να είστε προετοιμασμένοι και για την μεγάλη της διάρκεια (2 ώρες και κάτι), καθώς είναι μια ταινία που δε μπορείτε να δείτε για παράδειγμα αν είστε κουρασμένοι.  Αν γλαρώσει το ένα μάτι, πάει!
Ο τίτλος της ταινίας δε χρίζει κάποιας ιδιαίτερης αναφοράς από άποψης σημασίας, καθώς είναι αυτό που λέει.  Η 'Κίτρινη Θάλασσα' είναι στην ουσία ο τεράστιο, υδάτινος όγκος τον οποίο έπρεπε να περάσει ο πρωταγωνιστής (υπό άθλιες, λαθρεπιβατικές συνθήκες) προκειμένου να καταλήξει στη Κορέα.  Η μόνη στιγμή κατά την οποία ίσως και να παίρνει μια διαφορετική σημασία, είναι κάπου στο τέλος του φιλμ, αλλά επειδή δε θέλω να σας το χαλάσω, δε θα σας πω κάτι άλλο πάνω σε αυτό.
Όπως ανέφερα και πριν η ταινία καταφέρνει να κρατηθεί αρκετά καλά κοντά σε ρεαλιστικές, πραγματικές καταστάσεις που αν μη τι άλλο θα μπορούσαν να συμβούν σε γκάνγκστερ τύπους ή ανθρώπους που απλά μπλέκουν με τα λάθος άτομα.  Υπάρχουν σκηνές που ίσως σας κάνουν να απορήσετε ως προς την αληθοφάνειά τους, αλλά μη ξεχνάτε οτι τα πράγματα δεν αντιμετωπίζονται πάντα με τον τρόπο που μας πασάρει το Hollywood.  Όταν δεν έχεις εναλλακτικές, και θα χτυπήσεις, και θα ματώσεις και θα γίνεις ένα ανθρώπινο σκουπίδι προκειμένου στη τελική να ζήσεις.
Οι σκηνές βίας αν και δεν είναι πολλές, είναι παρόλα αυτά από εκείνες που σου εντυπώνονται στο μυαλό, καθώς οι άντρες εδώ λύνουν τις διαφορές τους με μαχαίρια, μασέτες και τσεκούρια.  Ίσως γιατί η ικανοποίηση του να αφαιρείς μια ανθρώπινη ζωή από κοντά, δε συγκρίνεται με τον αποστασιοποιημένο πυροβολισμό.  Και εδώ ο καθένας αποτελεί βασικό εμπόδιο και πρόβλημα κάποιου άλλου.  Η εξόντωσή του αποτελεί τη μόνη διέξοδο.


Οι ερμηνείες είναι δυνατές και χαρακτηρίζονται από μια σκοτεινή σκληρότητα η οποία έρχεται σε αντιπαράθεση κάποιες φορές, με τις εύθραυστες στιγμές του ήρωα.  Οι στιγμές της απελπισίας, της μοναξιάς και του αναπόφευκτου, αντικατοπτρίζονται ιδανικά στον πρωταγωνιστή, ο οποίος είναι μόνος εναντίον όλων.  Αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά εντείνονται ακόμα περισσότερο από τη μουντάδα της ταινίας, και τον σκουρόχρωμο καμβά που σε προϊδεάζει για bad ass καταστάσεις.  Μμμ και αυτό ακριβώς γίνεται.
Το "The Yellow Sea" είναι μια καλοστημένη περιπέτεια, με ωμή βία, τρεχάτη δράση και σενάριο που παρά τις τυχόν του τρύπες, μπορεί και πετυχαίνει να τις καλύψει βγάζοντας μπροστά τις ερμηνείες των ηθοποιών που είναι έτσι κι αλλιώς πρώτης κλάσης.  Ψάξτε τη.

Τι έμαθα από τη ταινία: Οτι κάποιες φορές η μοναδική σου διέξοδος είναι μέσω μερικών δεκάδων αστυνομικών, οτι όταν είναι να είσαι κακός, ας είσαι τουλάχιστον τόσο κακός όσο το 'αφεντικό' στη ταινία και οτι τελικά οι λαθρομετανάστες περνάνε τα ίδια παντού.



No trivia

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2012

The Texas Chainsaw Massacre: Welcome to the family...

Καλημέρα και καλή εβδομάδα!  Λοιπόν λοιπόν τέλος και αυτή η ψηφοφορία μας με τα indie ταινιάκια, η οποία απ'οτι είδα πήγε ανέλπιστα καλά, μιας που δε φανταζόμουν οτι η συγκεκριμένη κατηγορία θα είχε μεγάλη συμμετοχή.  Thanx και πάλι για τις ψήφους σας!  Από πλευράς ενημέρωσης, όπως ήταν αναμενόμενο το "American History X" ήρθε πρώτο με 17 ψήφους (πλήρης εκμηδενισμός δηλαδή των υπολοίπων ταινιών), στη δεύτερη θέση έμεινε καυστικό "Fargo" με 13, ενώ στη τρίτη κόλλησε το πολυαγαπημένο μου "Donnie Darko" με 11.  Όπως καταλάβατε και μιας και έχω ήδη ανεβάσει στο blog τις παραπάνω ταινίες, έπρεπε να αναζητήσω τον επόμενο νικητή με τις περισσότερες ψηφούλες.  Συνεπώς ο κλήρος έπεσε στο "The Texas Chainsaw Massacre" το οποίο έμεινε αρκετά πίσω με 10 ψήφους, αλλά θα το γράψω σήμερα μιας που δεν έχει μπει στο blogaki.  Συνεπώς όσοι είστε fan μείνετε να τσεκάρετε τη κριτικούλα.  Για του υπόλοιπους...από αύριο : )


Πέντε φίλοι ξεκινούν ένα road trip προκειμένου να επισκεφθούν έναν τάφο και να διαπιστώσουν εάν στέκουν οι φήμες περί βανδαλισμού και τιμβωρυχίας των νεκροταφείων εκείνης της καυτής, Τεξανής περιοχής.  Στο δρόμο τους συναντούν έναν hitchhiker τον οποίο αποφασίζουν να πάρουν μαζί τους και όπως είναι αναμενόμενο αποδεικνύεται θεόμουρλος, κόβοντας με ένα ξυράφι το ένα από τα παιδιά και στη συνέχεια αυτοκτονώντας.  Η παρέα συνεχίζει το δρόμο της αναζητώντας ένα βενζινάδικο προκειμένου να φουλάρει το ντεπόζιτό της, και όταν όλα βαίνουν καλώς, συνεχίζει το δρόμο της.  Τα πράγματα τα οποία είχαν από την αρχή φανεί οτι θα γίνουν ζόρικα, γίνονται τελικά κάτι περισσότερο από αυτό, όταν τα παιδιά έρθουν αντιμέτωπα με μια οικογένεια τυμβωρύχων κανιβάλων η οποία θα τους μοστράρει την καλύτερη ατραξιόν τους: τον γιο Leatherface, ένα ντερέκι μέχρι εκεί πάνω που κραδαίνει ένα θανατηφόρο, αιμάτινο ηλεκτρικό πριόνι στα χέρια, και με τη πρώτη ευκαιρία αρχίζει να τους ξεπαστρεύει έναν έναν κόβοντας σάρκες και μοιράζοντας ουρλιαχτά.  Όσοι καταφέρουν να ζήσουν από την πρώτη επιδρομή, θα προσπαθήσουν με νύχια και με δόντια να γλυτώσουν από αυτόν τον φριχτό εφιάλτη.  Αχχ, πόσο όμορφο είναι να έχεις την οικογένεια δίπλα σου όταν τη χρειάζεσαι;  Να κόβετε μαζί δαχτυλάκια και λαιμουδάκια;  Αυτό θα πει οικογενειακή θαλπωρή...
Το "The Texas Chainsaw Massacre" και το "The Shining" του Kubrick αποτέλεσαν τις πρώτες αρχετυπικές ταινίες τρόμου που δημιουργήθηκαν ποτέ.  Από τη μια πλευρά ο Kubrick παρουσίασε για πρώτη φορά στη μεγάλη οθόνη τον τρόμο και τον φόβο που προκύπτουν μέσα από μια κατάσταση ενδοοικογενειακής βίας (με τις απαραίτητες μεταφυσικές πινελιές φυσικά, όπως αυτές γεννήθηκαν από το μυαλό του Stephen King), ενώ από την άλλη ο Tobe Hooper εγκαινίασε το slash horror είδος, το οποίο εμπλούτισε με έναν σωρό κοινωνικά ή μη στοιχεία.  Από την εμφάνιση του πρώτου serial killer "Leatherface" και τον εμποτισμό του σύγχρονου κινηματογράφου του τρόμου με τις hillbilly, κανιβαλιστικές φυσιογνωμίες, μέχρι την κινηματογράφηση νοσηρών εικόνων και την κοινωνιολογική προσέγγιση όσον αφορά τα μοιραία θύματα (είτε ζουν, είτε καταφέρνουν να επιβιώσουν) που αποτελούν ως επί το πλείστον γυναίκες, ο Hooper κατάφερε να δημιουργήσει μια νέα, τεράστια 'σχολή' κινηματογράφου, επαναπροσδιορίζοντας τον νέο τρόμο.  Και το έκανε με αυτό το low budget, σαρκοφάγο ταινιάκι του.


Εάν κοιτάξει κανείς την καριέρα του Hooper θα διαπιστώσει (ίσως με οχι και τόσο μεγάλη έκπληξη) οτι το σύνολο της κινηματογραφικής του δουλειάς, απαρτίζεται από ταινίες τρόμου.  Διόλου τυχαίο, αν σκεφτεί κανείς την τεράστια επίδραση που είχε η ταινία του, οχι μόνο στον σημερινό κινηματογράφο, αλλά και στην pop κουλτούρα γενικότερα.
Αν και η δράση του φαίνεται να χαρακτηρίζεται από μια σκαμπανεβαστική κατάσταση, εντούτοις κανείς δε μπορεί να αμφισβητήσει οτι τα κάνα δυο καλά ταινιάκια που έχει κάνει είναι...ε λοιπόν πολύ καλά, καθώς εκτός από τον Δολοφόνο του, ο Hooper είναι υπεύθυνος και για ένα ακόμη cult διαμαντάκι που ακούει στο όνομα "Poltergeist".
 Όσο δεξιοτεχνικά ανέλαβε και έφερε εις πέρας με τεράστιες οικονομικές και λοιπές δυσκολίες (θα καταλάβετε τι εννοώ στα trivia στο τέλος), το "The Texas Chainsaw Massacre", τόσο αριστοτεχνικά κατάφερε και έδωσε σατανική ζωή σε μια ταινία που ακόμα και σήμερα προκαλεί αγνό, γνήσιο τρόμο.
Το "Poltergeist" ίσως και να αποτέλεσε τη κορυφή του Hooper, καθώς κατάφερε και απέσπασε τρεις υποψηφιότητες για Oscar.  Το μοτίβο βέβαια του πρωταγωνιστικού παιδιού που άλλοτε αρχίζει να έχει περίεργες ιδιότητες, να βλέπει πράγματα και γενικώς να βιώνει μεταφυσικές εμπειρίες, και άλλοτε να αποδεκατίζει τους ενήλικους πρωταγωνιστές με ταχύτητα φωτός, είχε ήδη εμφανιστεί στον ορίζοντα από αρκετά παλαιότερα με ταινίες όπως το "The Bad Seed" (1956) του Mervyn LeRoy, το "Village of the Damned" (1960) του Wolf Rilla, το "Kill Baby Kill" (1966) του Ιταλού Mario Bava και φυσικά το "The Omen" (1976) του Richard Donner.  Παρόλα αυτά ο Hooper έβαλε και αυτός το δικό του λιθαράκι στη κατηγορία του 'παιδικού τρόμου'.
Αν και από τη δεκαετία του '90 έχει χαθεί από τα κινηματογραφικά δρώμενα, σκηνοθετώντας ως επί το πλείστον επεισόδια σειρών και αδιάφορα ταινιάκια, φαίνεται πως κάνει την προσπάθειά του για μια σχετική επανάκαμψη, με τη καινούρια του ταινία "Djinn" η οποία αναμένεται μέσα στο 2012.  Το story αφορά ένα ζευγάρι από τα Αραβικά Εμιράτα το οποίο επιστρέφοντας στη πατρίδα, ανακαλύπτει οτι το σπίτι τους έχει χτιστεί σε μια περιοχή οπού κάνουν περατζάδα δαιμονικές υπάρξεις.  Χμμμ...


Ο Hooper συνέλαβε την ιδέα για το "The Texas Chainsaw Massacre" στην αρχή του 1970, όσο ακόμα εργαζόταν ως βοηθός σκηνοθέτη στο Πανεπιστήμιο του Τέξας.  Όπως είχε παραδεχτεί αργότερα, είχε ήδη στο μυαλό του μια ιστορία η οποία θα λάμβανε χώρα στο δάσος, και θα είχε να κάνει με την απομόνωση και το σκοτάδι γενικότερα.
Όταν το πλήρωμα του χρόνου ήρθε και η ταινία βρισκόταν πλέον στα σκαριά, ο Hooper μαζί με τον σεναριογράφο του Kim Henkel, προσπάθησαν να συγκεντρώσουν όσα περισσότερα χρήματα γινόταν, προκειμένου να καταφέρουν τελικά να γυρίσουν τη ταινία.  Τελικά το ποσό έφτασε με το ζόρι τις $100 χιλιάδες, με αποτέλεσμα τα γυρίσματα να γίνουν με τρομερές δυσκολίες.  Και κάπου εκεί ξεκίνησε ο μύθος της αληθινής ιστορίας.
Μέχρι και σήμερα πολλοί έχουμε μείνει με την εντύπωση οτι η ιστορία του Σχιζοφρενούς Δολοφόνου, αποτελεί πραγματική ιστορία, γεγονός που ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο και από τα διάφορα taglines της ταινίας, όπως "What happened is true...", "Based on a true story" και "It really happened...".  Όλο αυτό είχε αποτελέσει στην ουσία μια πολύ επιτυχημένη διαφημιστική καμπάνια, προκειμένου η ταινία να καταφέρει να προσελκύσει περισσότερο κόσμο στις αίθουσες και έτσι να αυξήσει τα όποια κέρδη της.  Εάν μάλιστα κρίνουμε από τα κοντά $31 εκατομμύρια δολάρια εισπράξεις στην Αμερική, μάλλον αυτό το διαφημιστικό τρικ ήταν κάτι παραπάνω από επιτυχημένο.
Παρόλα αυτά αν και η ιστορία δεν ήταν αληθινή, εντούτοις ο Hooper υποστήριξε οτι άντλησε κάποια στοιχεία για τον δολοφόνο του, από έναν υπαρκτό serial killer, τον Ed Gein, ο οποίος συνήθιζε να ξεθάβει πτώματα και να παίρνει στο σπίτι του διαφόρων είδους 'τρόφαια' από πάνω τους, ενώ είχε δολοφονήσει και δυο γυναίκες.  Η δράση του Gein έδωσε τροφή για την αναπαράσταση και άλλων, διάσημων κινηματογραφικών δολοφόνων, όπως ο Norman Bates στο "Psycho" του Hitchcock και ο Jame Gumb του "The Silence of the Lambs".


Ο αντίκτυπος που είχε η ταινία οχι μόνο στην μετέπειτα επίδραση της σε νεότερους σκηνοθέτες και το έργο τους, όπως ο Ridley Scott ή ο Alexander Aja, αλλά και στην πορεία τη μετέπειτα κινηματογραφικής βιομηχανίας, ήταν τεράστιος.  Ταινίες όπως το "The Blair Witch Project", "The Evil Dead" και "Halloween", επηρεάστηκαν άμεσα από αυτή και πήραν μπόλικα δάνεια προκειμένου να υπάρξουν ως αυτοτελείς οντότητες.  Αν και ο αντίκτυπος σε καλλιτεχνικό επίπεδο (όσο περίεργο κι αν φαίνεται) ήταν μεγάλος, εντούτοις φαίνεται πως ο καυστικός, κοινωνικός σχολιασμός του Hooper ήταν ακόμη μεγαλύτερος.
Εκτός από τους 'κανιβαλιστικούς' Ιταλούς σκηνοθέτες με τις extra extra large δόσεις αίματος, η Αμερική απέδειξε οτι διακατεχόταν από μια έντονα καυστική διάθεση για αυτοσαρκασμό.
Παρά το γεγονός οτι και σε αυτή τη ταινία οι γυναίκες γίνονται βορά των hardcore αρσενικών, εντούτοις όπως ανέφερε και ο Hooper, η πρόθεσή του ήταν να κάνει μια ταινία που να αντικατοπτρίζει τα ψέματα της αμερικανικής κυβέρνησης, όπως αυτά παρουσιάζονταν εκείνη την εποχή μέσα από τις ειδήσεις και τον τύπο.  Η παρουσίαση της ταινίας ως αληθινή ιστορία, ήταν ένα δουλεμένο ψέμα, "όπως για παράδειγμα η πετρελαϊκή κρίση του '73 και το σκάνδαλο Γουότεργκειτ".  "Όπως ακριβώς παρουσιάζονταν οι βαναυσότητες στον Πόλεμο του Βιετνάμ, με τη πουριτανική Αμερική να δείχνει μυαλά και αίματα σκορπισμένα παντού, χωρίς να παραπέμπουν στην ανθρώπινη ταυτότητα, έτσι και εγώ έβαλα κυριολεκτικά μια μάσκα στον δολοφόνο, αποκρύπτοντας την ταυτότητα του προσώπου του", φαίνεται να λέει ο Hooper και μάλλον τα λέει και αρκετά ενδιαφέροντα.
Ένα ακόμη θέμα που πραγματεύεται η ταινία είναι βεβαίως και η αποδόμηση της τέλειας, αμερικανικής οικογένειας των διαφημίσεων, με την οικογένεια γύρω από το τραπέζι, το πλουσιοπάροχο γεύμα και τα γελαστά πρόσωπα.  Πόσο κόντα έρχεται η σκηνή στη ταινία στην οποία βλέπουμε ένα παρόμοιο τραπέζι, αλλά στο πολύ μακάβριο του;  Και black χιούμορ;  Γιατί οχι;  Έτσι κι' αλλιώς όλη η campy αισθητική της ταινίας επιδιώκει ακριβώς αυτό.


Από σκηνοθετικής πλευράς έχει το ενδιαφέρον της η ταινία, με έντονα κοντινά, όσες δόσεις από gore στιγμές πρέπει και ένα από τα καλύτερα τέλη σε horror film όπως (βλ. παραπάνω φωτό).
Κλασικός, cult κινηματογράφος που ακόμα κρατάει καλά.  Κι αν δε μπορέσετε να τη δείτε ολόκληρη εξαιτίας των βίαιων σκηνών και της αναγουλιαστικής της φύσης, τουλάχιστον δείτε...οτι καταφέρετε.  Έχει πραγματάκια να προσέξει κανείς και να τα ευχαριστηθεί κιόλας.  Τσεκάρετέ την.

Τι έμαθα από τη ταινία:  Οτι η γυναίκα πάντα βρίσκει τον τρόπο της, οτι αυτή η οικογένεια είναι πραγματικά δεμένη και οτι ο Leatherface είναι ο κακιότερος κακός.




TRIVIA

  • Μετά από το πολύωρο μακιγιάζ που είχε αναγκαστεί να υποστεί ο John Dugan για να υποδυθεί τον παππού, είπε οτι ήταν η χειρότερη εμπειρία της ζωής του και οτι προκειμένου να ξαναπεράσει αυτό το μαρτύριο, προτίμησε να γυρίσει όλες τις σκηνές του κατευθείαν.  Οι σκηνές ου γυρίστηκαν σε 36 ώρες, κατά τη διάρκεια ενός καυτού καλοκαιριού, με ένα μεγάλο κομμάτι να λαμβάνει χώρα στο δείπνο, και στο οποίο ήταν αναγκασμένος να παραμείνει σε ένα δωμάτιο με ψόφια ζώα και σάπιο φαγητό, χωρίς ανεμιστήρες ή air condition!!
  • Ο ανθρώπινος σκελετός στο σπίτι είναι...αληθινός.  Ο λόγος ήταν οτι οι αληθινοί σκελετοί από την Ινδία, είναι φθηνότεροι από έναν πλαστικό σκελετό!
  • Τα ρούχα της πρωταγωνίστριας Marilyn Burns ήταν τόσο ποτισμένα με το ψεύτικο αίμα, που στο τέλος της ταινίας είχαν πραγματικά στερεοποιηθεί!
(Πηγή IMDB)

Αύριο μάλλον θα αργήσουμε να ανεβάσουμε ταινιούλα.  Ίσως ανέβει πιο απογευματάκι, αλλά σίγουρα θα είμαστε εδώ!  




























Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2012

What are your favorite indie movies? (vol.1)

Μερικές επεξηγήσεις και πάλι:

  • Τα ανεξάρτητα ταινιάκια που έβαλα σήμερα στη ψηφοφορία μας, είναι από το μακρινό παρελθόν.  Προσπάθησα να αποφύγω ταινίες από το 2000 και μετά, διότι επειδή σεναριακά και σκηνοθετικά πραγματεύονται διαφορετικές καταστάσεις σε σχέση με δέκα ή και περισσότερα χρόνια πριν, θεώρησα οτι θα ήταν κάπως άδικο για τις παλιότερες ταινίες.  Συνεπώς σήμερα έχουμε old indie movies, ενώ από τις επόμενες φορές μάλλον θα κάνω ακόμα δυο poll με αγαπημένες ανεξάρτητες από 2000 και μέχρι σήμερα.
  • Επίσης επέλεξα να αφήσω έξω ταινίες που ανταποκρίνονται στα κριτήρια της ανεξάρτητης, αλλά που έχω βάλει στο blog σε άλλα poll, αρκετές φορές, όπως το "Reservoir Dogs" και το "The Usual Suspects".

Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2012

Martha Marcy May Marlene: I don't remember waking up this morning...

NEW ARRIVAL


Καλημέρα καλημέρα σας.  Χθες όπως καταλάβατε δεν ήμουν καθόλου καλά, οπότε αποφάσισα να σας αφήσω alone.  Sorry γι' αυτό.  Σήμερα όμως δε θα μπορούσα να λείπω από τα κινηματογραφικά τεκταινόμενα, μιας που κάνουν την έξοδό τους αρκετές και καλές ταινίες.  Αρχικά έχουμε τον Eastwood και την ταινία του "J. Edgar", αυτοβιογραφία του J. Edgar Hoover με πρωταγωνιστή τον Leondardo di Caprio.  Μετριοπαθείς οι κριτικές που έχει λάβει, αλλά φυσικά αυτό θα το διαπιστώσετε και από μόνοι σας από σήμερα.  Επίσης να μη ξεχνάμε το Σπιλμπεργκικό "War Horse" που απ'οτι κατάλαβα δεν είναι κακό, δεν είναι καθόλου κακό, μιας που θυμίζει περασμένα μεγαλεία και θυμώντας τα να κλαις.  Για όσους αρέσκονται στα sci-fi ταινιάκια, αλλά δε θέλουν να χάσουν και την ώρα τους, θα έλεγα να αποφύγουν το "The Darkest Hour" μιας που δεν έχει τίποτα περισσότερο να προσφέρει από αναμασημένη τροφή.  Εάν εξαιρέσουμε δηλαδή τους κακούς εξωγήινους υπό τη μορφή...ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων!  Τέλος, σε κάποιες αίθουσες θα κάνει την εμφάνισή του ο τελευταίος Κινέζος χορευτής του Μαο ("Mao's Last Dancer") ο οποίος είναι καλούλης.  Σήμερα όμως θα μιλήσουμε για το έτερο καλό, ανεξάρτητο ταινιάκι της χρονιάς (παρέα με το "Take Shelter"), το "Martha Marcy May Marlene".  Μη τη χάσετε αυτή τη ταινιούλα.  Ξεκινάμε...


H Martha (Elizabeth Olsen) είναι μια νεαρή κοπέλα η οποία μόλις το έχει σκάσει από το κοινόβιο στο οποίο ζούσε τα τελευταία δυο χρόνια.  Με ένα τηλεφώνημα στην αδελφή της Lucy (Sarah Paulson) επιχειρεί να δώσει ένα τέλος στη περιπέτειά της, καθώς ούτε λίγο ούτε πολύ, η Martha αποδέχεται τη χείρα βοηθείας της, η οποία την εντοπίζει και την παίρνει μαζί της πίσω στον πολιτισμό, και το τεράστιο σπίτι οπού ζει μαζί με τον άντρα της Ted (Hugh Dancy).  Η Martha θα προσπαθήσει να ενταχθεί και πάλι στον σύγχρονο τρόπο ζωής, και να έρθει πιο κοντά με την οικογένειά της.  Τα φαντάσματα όμως του κοινοβιακού της εφιάλτη, δε θα την αφήσουν να ησυχάσει, καθώς αργά αλλά σταθερά θα αρχίσει να βυθίζεται σε μια παραληρηματική πραγματικότητα.  Χαμένη στο δικό της εγκεφαλικό λαβύρινθο, οι σκληρές αναμνήσεις της νομαδικής ζωής θα έρθουν να τη στοιχειώσουν, κάνοντας τη καθημερινότητα επικίνδυνη και το 'τώρα' επώδυνο.  Η αποκόλληση από το παρελθόν θα είναι πολύ δυσκολότερη απ'οτι φαντάστηκε και η πολυπόθητη βοήθεια δε φαίνεται να έρχεται από πουθενά...


Τα τελευταία χρόνια οι πρωτοεμφανιζόμενοι σκηνοθέτες φαίνεται πως έχουν βρει τη συνταγή της επιτυχίας.  Δεν εξηγείται διαφορετικά η εύστοχη καλλιτεχνική διάσταση των ταινιών τους, καθώς και η απήχησή τους, ιδιαίτερα στο indie κοινό.  Αναμφισβήτητα τα μεγάλα κινηματογραφικά φεστιβάλ από τα οποία φιλτράρονται αρχικά αυτές οι ταινίες, παίζουν το δικό τους ρόλο, προκειμένου να δημιουργηθεί το απαραίτητο hype και η προσμονή μιας ακόμη 'ταινίας της χρονιάς'.  Το καλό της υπόθεσης βέβαια είναι οτι αυτή η υπερ-προβολή συγκεκριμένων φιλμ από φεστιβάλ όπως αυτό του Sundance και του Toronto, περιλαμβάνει συνήθως πραγματικά καλές ταινίες, που έχουν κάτι να σου πουν.  Είτε σκηνοθετικά, είτε ερμηνευτικά, είτε σεναριακά (ή σε μεγάλα κέφια, με όλα αυτά μαζί) ο ανεξάρτητος κινηματογράφος κερδίζει ολοένα και περισσότερο έδαφος, σφραγισμένος τις περισσότερες φορές από την εμφάνιση ενός νέου σκηνοθέτη.  Το "M.M.M.M" αποτελεί χαρακτηριστικότατη περίπτωση αυτής της ευτυχούς σύμπνοιας.
Ο Sean Durkin υπογράφει τη σκηνοθεσία και το σενάριο, αυτού του ψυχογραφήματος της μετα-αιρετικής πρωταγωνίστριας, χτίζοντας το δράμα του σταδιακά με πυγμή και φόντο το σκληρό, παγωμένο τοπίο των Catskill Mountains της Νέας Υόρκης, καθώς και τη χλωροφυλική πρασινάδα της κοιλάδας Hudson, στο Wisconsin.
Φεύγοντας από το Sundance με το Βραβείο Σκηνοθεσίας (για δράμα) στις αποσκευές του, ο Durkin έστρεψε τα βλέμματα όλων στη ταινία του και απέδειξε οτι δε χρειάζονται φανφάρες και υπερβολές προκειμένου να στήσεις ένα καλοδουλεμένο σενάριο χαρακτήρων.  Όταν δε το σενάριό σου συνοδεύεται και από μια τόσο αριστοτεχνική, ουσιώδη σκηνοθεσία, ε τότε δεν είναι διόλου περίεργο πως το "Martha Marcy May Marlene" αποτέλεσε ένα ακόμη από εκείνα τα ταινιάκια, που με το που τα δεις, περνούν αυτομάτως στο σύστημά σου ως μικρούλικα, ανεξάρτητα διαμαντάκια που κρύβονται πίσω από τα μεγαθηριακά ονόματα του Χόλιγουντ.  Όπως το "Another Earth", το "Love" και το-χαμένο από κάθε βράβευση μέχρι τώρα- "Take Shelter".  Ανακαλύψτε τα βρε!


Όπως και πέρσι όταν το "Winter's Bone" είχε κάνει το μεγάλο μπαμ και κατάφερε να φτάσει μέχρι και τα Oscar με τις τέσσερις υποψηφιότητές του, έτσι και και φέτος η πορεία του "M.M.M.M" είναι ανάλογη και θα λέγαμε οτι παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες με την ανεξάρτητη αποκάλυψη του 2011 (για εμάς στην Ελλάδα 2011, μιας που είχε αρχίσει να προβάλεται από σε διάφορα φεστιβάλ ήδη από το 2010).
H Debra Granik, σκηνοθέτης του "Winter's Bone" θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως πρωτοεμφανιζόμενη σκηνοθέτης, αν και μετρούσε στο ενεργητικό της μια ακόμα τουλάχιστον μεγάλου μήκους ταινία, το "Down to the Bone" (2004).  Όπως κι αυτή, έτσι και ο Durkin έκανε ένα ντεμπούτο φέτος που προκάλεσε αίσθηση.  Επίσης και οι δυο σκηνοθέτες μας γνώρισαν δυο εξίσου πρωτοεμφανιζόμενες, νεαρές ηθοποιούς.  Από τη μια πλευρά είχαμε πέρσι την Jennifer Lawrence η οποία τσίμπησε και την πρώτη της υποψηφιότητα για Oscaraki, ενώ φέτος έχουμε τη μικρότερη αδελφή των ανεκδιήγητα κακόγουστων και ανορεκτικών, αδελφών Olsen η οποία μοιάζει σαν όαση μπροστά τους.  Όμορφη και με ώριμο ταλέντο, η Elizabeth Olsen καθηλώνει με την παρθενική της εμφάνιση, σε μια ερμηνεία που συγκλονίζει.
Οι δυο ταινίες μετρούν και άλλες ομοιότητες μεταξύ τους, όπως την χαρακτηριστικότερη που είναι η εμφάνιση του 'πληθρωικού' John Hawkes σε παρόμοιους ρόλους.  Στο μεν "Winter's Bone" υποδυόταν τον Teardrop, έναν λιγομίλητο, άξεστο αν και κατά βάθος ρεαλιστή τύπο ο οποίος είχε φάει τη ζωή με το κουτάλι εκεί στο Ozrak Mountain (από βουνό σε βουνό ο John), παίρνοντας και αυτός την υποψηφιότητα του για το χρυσό αγαλματάκι.  Στο δε "M.M.M.M" υποδύεται και πάλι έναν σκληροτράχηλο τύπο, αυτή τη φορά όμως στο ρόλο του Patrick, του αρχηγού/ψευδό-Μεσσία της επικίνδυνης αυτής αίρεσης.
Σκηνοθετικά και πάλι οι δυο ταινίες παρουσιάζουν έντονες ομοιότητες, καθώς λαμβάνουν χώρα σε βουνά, λαγκάδια και εξοχικά δάση, μακριά από τη πολύβουη πόλη και τον ασφαλτοστρωμένο πολιτισμό.  Αλλά μέχρι εκεί.


Η θεματολογική προσέγγιση του Durkin διαφέρει εντελώς από το οικογενειακό δράμα που αντιμετώπιζε η Lawrence.  Εδώ εμένει περισσότερο (ή μάλλον ολοκληρωτικά) στο δράμα της νεαρής πρωταγωνίστριας και την πάλη με το παρελθόν της.
Αν και στην ταινία του υπάρχει ένας εν δυνάμει κοινωνικός σχολιασμός για την σύγχρονη, τρέχουσα κατάσταση, εντούτοις και πάλι ο Durkin προτιμάει απλά να εντάξει την Martha σε αυτή τη σημερινή εποχή, και να επικεντρωθεί από εκεί και πέρα στην απογυμνωτική, ψυχολογική κατάρρευση της ηρωίδας.
Η παγκόσμια, οικονομική κρίση όπως την βιώνουμε όλοι, άλλοι περισσότερο και άλλοι λιγότερο, έχει τον αντίκτυπό της και στην ταινία, αν και εδώ λειτουργεί περισσότερο δικαιολογητικά, παρά ουσιαστικά.  Μια εκ των γυναικών της αίρεσης αυτής, κάνει ένα σχόλιο στο οποίο εμπεριέχεται όλη αυτή η κοσμοθεωρία: "Επιχειρήσεις θα κλείσουν, άνθρωποι θα μείνουν χωρίς δουλειά.  Πρέπει να είμαστε αυτάρκεις", μοιάζει να λέει, δικαιολογώντας τις ακραίες συμπεριφορές των ομαδικών οργίων, της κοινοβιακής ζωής και της αίσθησης ως 'άλλων παιδιών των λουλουδιών' που αποποιούνται τα κοσμικά και ζουν με τους δικούς τους κανόνες.  Κανόνες που τους προετοιμάζουν για το τέλος του πολιτισμένου κόσμου που πλησιάζει.  Μπούρδες.  Όλα αυτά μόνο και μόνο προκειμένου να αποδώσει η πλύση εγκεφάλου και να πειστούν οι νεοφερμένες γυναίκες (οι οποίες προορίζονται αρχικά ως απλά σπερματοδοχεία, προκειμένου να αυξάνονται και να πληθύνονται τα μέλη του κοινοβίου) οτι η εναλλακτική μορφή ζωής θα αποτελέσει και τη σωτηρία τους.  Σε έναν κόσμο τσαρλατάνων και ψευδοπροφητών, οπού οι άνθρωποι έχουν ανάγκη να πιστέψουν και να ελπίσουν σε κάτι, αυτοί οι τύποι ξέρουν τι κάνουν.  Και πως να το κάνουν.


Η σκηνοθεσία του Durkin είναι εξαιρετική.  Καταφέρνει και εγκλωβίζει στη κάμερά του όλη τη παγωμάρα και την αυξανόμενη ανησυχία της πρωταγωνίστριας.  Την τοποθετεί διαρκώς στην άκρη του πλάνου του (ελάχιστες είναι οι φορές που τη βλέπουμε κεντραρισμένη σε αυτό), ενώνει το σκοτεινό της παρελθόν με το ζοφερό παρόν με smouthαριστά περάσματα της κάμερας και ανεπαίσθητα cuts, και χρωματίζει το κόσμο της με αποχρώσεις του μπλε, του πράσινου και του γκρι, απορροφώντας όμως από αυτά κάθε αίσθηση ζωντάνιας και φωτός.
Μέσα σε αυτόν τον μουντό κόσμο, η Olsen δίνει ερμηνευτικό ρεσιτάλ.  Είναι τόσο ευχάριστο να βλέπεις πόσο αρμονικά μπορεί να συνδυαστεί η σκηνοθεσία με την ερμηνεία και να δώσουν ένα τόσο όμορφο, και ταυτόχρονα τόσο δραματικό αποτέλεσμα.
Η πορεία της προς τη τρέλα χτίζεται τμηματικά, μέσα από ένα διαρκές μπρος-πίσω και την διαρκή εναλλαγή παρελθόντος/παρόντος.  Η Olsen είναι εύθραυστη, απρόσιτη και σκληρή, ενώ την ίδια στιγμή είναι φοβισμένη, αδύναμη να επανενταχθεί και υπο μια διαρκή αίσθηση οτι την παρακολουθούν.  Αν και αυτή αποτελεί τη πρώτη της ταινία, αυτό δε φαίνεται πουθενά, καθώς μοιάζει σαν μια πεπειραμένη ηθοποιός, που δίνει μια ακόμη καλή εμφάνιση.  Η ερμηνεία της είναι στοιχειωτική, παραληρηματική και απαράμιλλης δυναμικής.
Στο πλευρό της ο Hawkes είναι και πάλι καλός, με περιορισμένη αλλά αρκετά στιβαρή ερμηνεία.  H Paulson στον ρόλο της μεγάλης αδελφής είναι ανέλπιστα καλή, ενώ ο Dancy περιορίζεται κάπως στο ρόλο του αρραβωνιάρη, καθώς ο ρόλος του σεναριακά δε του επιτρέπει μεγαλύτερη κινητικότητα.
Το "Martha Marcy May Marlene" είναι μια ταινία που πρέπει να δει κάθε σινεφίλ που σέβεται τον εαυτό του.  Τσεκάρετέ τη.

Τι έμαθα από τη ταινία:  Οτι τα μεγάλα σπίτια μπορεί να είναι και σε ενοίκιο, οτι όταν το Stockholm Syndrome ζει και βασιλεύει και οτι η κοινοβιακή ζωή, δεν είναι όπως τη φαντάστηκα.



No trivia


Αύριο έχουμε ψηφοφορία με favorite indie ταινιούλες!  Σας περιμένω : )